29 Ιουνίου 2020

«Φαινόμενο» (;) Bauhaus: μια ταξική θεώρηση

O όρος Μπά­ου­χα­ους (Staatliches Bauhaus ή απλά Bauhaus) ανα­φέ­ρε­ται στην «καλ­λι­τε­χνι­κή και αρχιτεκτο­νι­κή σχολή» που ιδρύ­θη­κε το 1919 από τον Βάλ­τερ Γκρό­πιους (Walter Gropius) στη Βαϊ­μά­ρη και απο­τέ­λε­σε ένα είδος συγ­χώ­νευ­σης της Ακα­δη­μί­ας Καλών Τε­χνών (Grossherzogliche Sächsische Hochschule für Bildende Kunst) με τη Σχολή Εφαρ­μο­σμέ­νων Τε­χνών (Kunstgewerbeschule) –κατά κάποιο τρόπο το δέ­σι­μο του σχε­δια­σμού με την κα­τα­σκευή.
Το όνομά της προ­ήλ­θε από αντι­στρο­φή της γερ­μα­νι­κής λέξης Hausbau, που ση­μαί­νει «οι­κο­δό­μη­ση» (χτίζω) και εξε­λί­χθη­κε σε με­γά­λο ρεύμα, που συ­σπεί­ρω­σε –συχνά ετερ­τό­κλη­τα στοι­χεία, αν και –όπως έλε­γαν απώ­τε­ρος σκο­πός ήταν να απο­τε­λέ­σει μια ενιαία σχολή τόσο στην αρ­χι­τε­κτο­νι­κή όσο και στις καλές τέ­χνες.
Το ύφος πά­ντως της σχο­λής επέ­δρα­σε κα­τα­λυ­τι­κά στην εξέ­λι­ξη της σύγ­χρο­νης τέ­χνης, ει­δι­κό­τε­ρα στους το­μείς της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και του βιο­μη­χα­νι­κού σχε­δια­σμού (design), ενώ τα έργα που παράχθηκαν μέσα από τα ερ­γα­στή­ρια της σχο­λής έγι­ναν αντι­κεί­με­να εκτε­τα­μέ­νης ανα­πα­ρα­γω­γής.

Λει­τούρ­γη­σε δια­δο­χι­κά –και με δια­φο­ρε­τι­κό κάθε φορά επι­κε­φα­λής –από τους «με­γά­λους» της επο­χής, σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές πό­λεις της Γερ­μα­νί­ας, στη Βαϊ­μά­ρη (1919-1925), στο Ντε­σά­ου (1925-1932) και στο Βε­ρο­λί­νο (1932-1933), υπό την διεύ­θυν­ση των Walter Gropius (1919-1928), Hannes Meyer (Χάνες Μέ­γιερ, 1928-1930) και [Ludwig] Mies van der Rohe (Μις βαν ντερ Ρόε, 1930-1933) αντί­στοι­χα. Οι αλ­λα­γές στην έδρα και στην ηγε­σία της συν­δέ­ο­νταν με αντί­στοι­χες δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις στην πο­λι­τι­κή της αλλά και στα ιδιαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ύφους της.

Για το Μπά­ου­χα­ους, μπο­ρεί να βρει κα­νείς στο δια­δί­κτυο «τα πάντα».
Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες όμως –σχε­δόν όλες, οι ανα­λύ­σεις ακο­λου­θούν την αστι­κή πε­πα­τη­μέ­νη της «καθαρής» – «ελεύ­θε­ρης» (βλ ατα­ξι­κής) θε­ώ­ρη­σης της επι­στή­μης και της τέ­χνης –στην πε­ρί­πτω­σή μας της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, που όταν τολμά να θίξει την ιε­ρό­τη­τα του εκ­με­ταλ­λευ­τι­κού συ­στή­μα­τος και μά­λι­στα κα­λώ­ντας σε ανα­τρο­πή του, τότε «μιαρά δε­σμευ­μέ­νη» είναι μόνο για «το πυρ το αιώ­νιον και το σκό­τος το εξώ­τε­ρον».

Αλλά υπάρ­χει κα­θα­ρή τέχνη; Ακόμη και οι δη­μιουρ­γοί που απο­κλεί­ουν από το έργο τους τα κοινωνικο-πο­λι­τι­κά θέ­μα­τα και φτιά­χνουν «ωραία, ανώ­φε­λα που­λιά» για τις «σκά­λες των αιώ­νων» όπως έγρα­φε ο Ρί­τσος – παίρ­νουν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θέση.

Ηθε­λη­μέ­να ή αθέ­λη­τα εκ­φρά­ζουν σκο­πι­μό­τη­τα, καθώς συμ­βάλ­λουν στην καλ­λιέρ­γεια της κοι­νω­νι­κής πα­θη­τι­κό­τη­τας και της αδρά­νειας απέ­να­ντι στην τα­ξι­κή βία και κα­τα­πί­ε­ση, κάτι που δίχως άλλο είναι πολύ βο­λι­κό για την αστι­κή εξου­σία.
Πάνω σ’ αυτό το θέμα ο Γιάν­νης Ρί­τσος έλεγε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά:
«Η τέχνη είναι πάντα κοι­νω­νι­κή λει­τουρ­γία. Οι στρα­τευ­μέ­νοι της απο­στρά­τευ­σης, εκεί­νοι που κά­νουν απο­λί­τι­κη τέχνη στην ουσία κά­νουν πο­λι­τι­κή, δη­λα­δή τεί­νουν να απο­φύ­γουν μια πολιτική θέση και να συμ­βου­λέ­ψουν και τους άλ­λους να αδρα­νή­σουν».
Ο δε Μπρε­χτ έγρα­φε με το γνω­στό λιτό, κοφτό στιλ του ότι οι αστρά­τευ­τοι, είναι στρα­τευ­μέ­νοι στην άρ­χου­σα τάξη.

Επο­μέ­νως, έτσι ή αλ­λιώς η τέχνη έχει τα­ξι­κό­τη­τα, που μπο­ρεί να μην εκ­δη­λώ­νε­ται με την ανοι­χτή τοπο­θέ­τη­ση υπέρ της μιας ή της άλλης κοι­νω­νι­κής τάξης, εκ­φρά­ζε­ται όμως τε­λι­κά στο καλ­λι­τε­χνι­κό έργο.
Όπως δεν υπάρ­χει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα απο­λί­τι­κος, αστρά­τευ­τος άν­θρω­πος – εκεί­νος που ισχυρί­ζε­ται πως δεν ασχο­λεί­ται με την πο­λι­τι­κή για να μην «κα­πε­λω­θεί», είναι αυτός που φορά και το με­γα­λύ­τε­ρο «κα­πέ­λο» – έτσι δεν υπάρ­χει και αστρά­τευ­τη τέχνη.

Δεν υπάρ­χει ση­μεί­ω­μα ή άρθρο για το Μπά­ου­χα­ους, που να μην το συν­δέ­ει με τη Βαϊ­μά­ρη, αλλά αυτό το κά­νουν μόνο γε­ω­γρα­φι­κά επει­δή «έτυχε» η πρώτη «σχολή» να δη­μιουρ­γη­θεί εκεί, απο­κρύ­πτο­ντας επι­με­λώς τα ιστο­ρι­κά γε­γο­νό­τα της λε­γό­με­νης Novemberrevolution, που ξε­κί­νη­σε Νο­έμ­βριο του 1918 –ένα χρόνο μετά τη Με­γά­λη Οκτω­βρια­νή Σο­σια­λι­στι­κή Επα­νά­στα­ση και τον Αύ­γου­στο του 1919 εκ­φυ­λί­στη­κε ως Δη­μο­κρα­τία της Βαϊ­μά­ρης –αφού έπνι­ξε στο αίμα τους Σπαρ­τα­κι­στές, την επα­να­στα­τι­κή εμπρο­σθο­φυ­λα­κή της ερ­γα­τι­κής τάξης, με αιχμή δό­ρα­τος τη δεξιά σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, που στην υπη­ρε­σία σω­τη­ρί­ας του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος, δο­λο­φό­νη­σε τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ και τον Καρλ Λί­μπ­κνε­χτ.


Η εφη­με­ρί­δα «Ρότε Φάνε» σε πρω­το­σέ­λι­δό της στις 22 Φλε­βά­ρη 1919, ανα­φέ­ρε­ται στη δο­λο­φο­νία του Καρλ Λί­μπ­κνε­χτ και της Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ
 

Δεν υπάρ­χει ση­μεί­ω­μα ή άρθρο για το Μπά­ου­χα­ους, που να μην το συν­δέ­ει με τη Βαϊ­μά­ρη, αλλά αυτό το κά­νουν μόνο γε­ω­γρα­φι­κά επει­δή «έτυχε» η πρώτη «σχολή» να δη­μιουρ­γη­θεί εκεί, απο­κρύ­πτο­ντας επι­με­λώς τα ιστο­ρι­κά γε­γο­νό­τα της λε­γό­με­νης Novemberrevolution, που ξε­κί­νη­σε Νο­έμ­βριο του 1918 –ένα χρόνο μετά τη Με­γά­λη Οκτω­βρια­νή Σο­σια­λι­στι­κή Επα­νά­στα­ση και τον Αύ­γου­στο του 1919 εκ­φυ­λί­στη­κε ως Δη­μο­κρα­τία της Βαϊ­μά­ρης –αφού έπνι­ξε στο αίμα τους Σπαρ­τα­κι­στές, την επα­να­στα­τι­κή εμπρο­σθο­φυ­λα­κή της ερ­γα­τι­κής τάξης, με αιχμή δό­ρα­τος τη δεξιά σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, που στην υπη­ρε­σία σω­τη­ρί­ας του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος, δο­λο­φό­νη­σε τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ και τον Καρλ Λί­μπ­κνε­χτ.

Η εφη­με­ρί­δα «Ρότε Φάνε» (Rote Fahne) -Κόκ­κι­νη Ση­μαία 6 Μαρτ- 1919 με πρω­το­σέ­λι­δο τη Διε­θνή του Pottiers σε με­τά­φρα­ση 

Το τσά­κι­σμα του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος από τους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες -ένα κόμμα με ερ­γα­τι­κή βάση, ήταν ο κύ­ριος σκο­πός της και έγινε η πο­λι­τι­κή δύ­να­μη του κε­φα­λαί­ου, διε­θνώς, που ιστο­ρι­κά μπο­ρεί να καυ­χιέ­ται ότι ως κυ­βέρ­νη­ση πέ­ρα­σε τα πιο άγρια αντερ­γα­τι­κά μέτρα σε όφε­λος των μο­νο­πω­λί­ων και συ­νέ­βα­λε τα μέ­γι­στα στην άνοδο του φα­σι­σμού και του να­ζι­σμού.

Ο Κ. Λί­μπ­κνε­χτ στο άρθρο του «Πα­ρα­βλέ­πο­ντας το κα­θε­τί», που γρά­φτη­κε στις 14 του Γε­νά­ρη, τό­νι­ζε:
«Ναι, οι επα­να­στά­τες ερ­γά­τες του Βε­ρο­λί­νου συ­ντρί­φτη­καν και οι Εμπερτ – Σάι­ντε­μαν – Νόσκε νί­κη­σαν. Αλλά υπάρ­χουν ήττες που ισο­δυ­να­μούν με νίκες, και υπάρ­χουν νίκες που είναι πιο μοι­ραί­ες από τις ήττες. Οι νι­κη­μέ­νοι σή­με­ρα ερ­γά­τες θα γί­νουν αύριο νι­κη­τές γιατί η ήττα έγινε γι’ αυ­τούς μά­θη­μα».
Οι αντε­πα­να­στά­τες κα­τόρ­θω­σαν να ανα­κα­λύ­ψουν το δια­μέ­ρι­σμα όπου κρύ­βο­νταν ο Καρλ Λί­μπ­κνε­χτ και η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ.
Στις 15 του Γε­νά­ρη το βράδυ τους έπια­σαν και τους πήγαν στο επι­τε­λείο της με­ραρ­χί­ας ιπ­πι­κού της φρου­ράς, όπου οι δύο αυτοί θαυ­μά­σιοι επα­να­στά­τες δο­λο­φο­νή­θη­καν από αξιω­μα­τι­κούς.
Οι δο­λο­φό­νοι έστει­λαν το σώμα του Κ. Λί­μπ­κνε­χτ στο νε­κρο­το­μείο σαν «πτώμα αγνώ­στου αν­δρός», ενώ το σώμα της Ρ. Λού­ξε­μπουργκ το πέ­τα­ξαν σε ένα κα­νά­λι όπου βρέ­θη­κε μόλις στις 31 του Μάη του 1919.


Η τάξη βα­σι­λεύ­ει στο Βε­ρο­λί­νο!
«Ηλί­θιοι δή­μιοι! Η “τάξη” σας είναι χτι­σμέ­νη πάνω στην άμμο. Αύριο η επα­νά­στα­ση θα υψω­θεί ξανά και βρο­ντώ­ντας τα όπλα της με τις σάλ­πιγ­γες να αντη­χούν θα αναγ­γεί­λει προ­κα­λώ­ντας σας τρόμο: Ich war, ich bin, ich werde sein! ΗΜΟΥΝ, ΕΙΜΑΙ, ΘΑ ΕΙΜΑΙ!».

Η θεωρητική της κληρονομιά όπως τη διατυπώνει ο Β. Ι. Λένιν το 1922:
«… οι αετοί μπορεί καμιά φορά να πετάξουν και χαμηλότερα από τις κότες, μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν ποτέ στα ύψη που πετάν οι αετοί. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έπεσε έξω στο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας, έπεσε έξω το 1903 στην εκτίμηση του μενσεβικισμού, έπεσε έξω όταν τον Ιούλη 1914, μαζί με τους Πλεχάνοφ, Βαντερβέλνε Κάουτσκι κά. υπεράσπιζε την ένωση των μπολσεβίκων με τους μενσεβίκους, έπεσε έξω σ’ αυτά που έγραψε στη φυλακή το 1918 (η ίδια μάλιστα, όταν βγήκε από τη φυλακή στα τέλη του 1918 και στις αρχές του 1919, διόρθωσε ένα μεγάλο μέρος των λαθών της).
Μα, παρά τα λάθη της αυτά ήταν και παραμένει ένα αετός και όχι μόνο η μνήμη της θα είναι πάντα ιερή για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου, μα και η βιογραφία της και η πλήρης συλλογή των έργων της (τα οποία πολύ τα καθυστερούν οι Γερμανοί κομμουνιστές και που ως ένα βαθμό δικαιολογούνται από τον αφάνταστο αριθμό των θυμάτων που έχουν και από το σκληρό αγώνα που κάνουν) θα είναι ένα διδακτικότατο μάθημα, που θα διαπαιδαγωγεί πολλές γενιές κομμουνιστών σε όλο τον κόσμο.
«Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, ύστερα από τις 4 Αυγούστου 1914, είναι ένα πτώμα που βρωμά» – μ’ αυτό το απόφθεγμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ θα συνδεθεί το όνομά της στην Ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Και στο σκουπιδαριό του εργατικού κινήματος, ανάμεσα σε σωρούς κοπριάς, οι κότες σαν τον Παούλ Λεβί, τον Σάιντενμαν, τον Κάουτσκι και όλη αυτή την παρέα, θα εκδηλώσουν φυσικά το μεγάλο θαυμασμό τους στα λάθη της μεγάλης κομμουνίστριας. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί»
(Λένιν: «Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου», «Άπαντα» τόμ. 44 σελ. 421 – 422)

Η «κόκκινη Ρόζα» συνήθως κρίνεται από τους αστούς «ερμηνευτές» του έργου της κατά το δοκούν, απομονώνοντας τσιτάτα χρονικά και λεκτικά, ακόμη και μια ξεχωριστήασήμαντη πρόχειρη σημείωση. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση η «Freiheit der Andersdenkenden»  / «Freiheit ist immer die Freiheit der Andersdenkenden»«Η ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά»


Αν περπατήσει κανείς τη  Rosa-Luxemberg-Platz του Βερολίνου, θα δει τη φράση με ορειχάλκινα γράμματα στην πλευρά των πεζοδρομίων, που δεσπόζει και στο μνημείο του Zwickau ενώ «αριστερά» κόμματα και ιδρύματα, όπως το Volksbühne ebendort, χρησιμοποίησαν τη φράση στο Facebook κλπ ΜΚΔ τον Ιαν-2019, αναφορικά με τη δολοφονία της πριν από εκατό χρόνια. H επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Linkspartei, η Sahra Wagenknecht , την παραθέτει τακτικά λέγοντας ότι οι λίγες αυτές λέξεις αποτελούν την ταυτότητα της Λούξεμπουργκ που «ήταν δημοκρατική -“durch und durch” μέχρι θανάτου» (sic!), ενώ στην πρόσφατα δημοσιευμένη (αστικό best seller), βιογραφία της (Rosa Luxemburg Ein Leben), ο ιστορικός Ernst Piper, χαρακτήρισε τη φράση «αναμφισβήτητα το πιο διάσημο απόσπασμα από το έργο της Rosa Luxemburg». Αντίθετα -πιο έντιμη η Die Welt παραδέχεται πως «δεν υπάρχει κανένα τσιτάτο από τη γερμανική σύγχρονη ιστορία που να έχει παρερμηνευθεί πιο βάναυσα» …χαρακτηρίζοντάς τη Rosa σαν «επαναστάτρια χωρίς δεύτερη σκέψη» για μια «δικτατορία του προλεταριάτου», που υποστήριζε καθαρά ότι η βουλή, η (αστική) εθνοοσυνέλευση είναι «ένα απολειφάδι των αστικών επαναστάσεων, ένα τσόφλι χωρίς περιεχόμενο, ένα υπόβαθρο των εποχών των μικροαστικών ψευδαισθήσεων του «μερικού λαού» (einigen Volk), της “ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης” του αστικού κράτους».

Στις 7-Ιαν-1919 (μια βδομάδα πριν τη δολοφονία της) έβαλε ως εξής το θέμα της εξουσίας: «να αφοπλιστεί η αντεπανάσταση, να οπλιστούν οι μάζες, για μια εξουσία μπολσεβίκωντίποτε λιγότερο».

Η «δη­μο­κρα­τία» της Βαϊ­μά­ρης κα­τά­φε­ρε να «επι­ζή­σει» – σ’ ένα διαρ­κώς αντι­φα­τι­κό πο­λι­τι­κό τοπίο για δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια (1919-1933), την ίδια πε­ρί­ο­δο που ήταν θέ­α­τρο ση­μα­ντι­κής άν­θη­σης των τε­χνών, ώστε πολ­λοί μί­λη­σαν για «Βαϊ­μα­ρι­κή Ανα­γέν­νη­ση» που αγκά­λια­σε όλες τις τέ­χνες συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και αυτής του κι­νη­μα­το­γρά­φου, που ήταν ακόμα στην αρχή της ανά­πτυ­ξής του, με κυ­ρί­αρ­χο ρεύμα τον εξ­πρε­σιο­νι­σμό, στην ποί­η­ση, το θέ­α­τρο, το σι­νε­μά και φυ­σι­κά την ζω­γρα­φι­κή.

  Ο Rainer [Maria] Rilke, με πε­ρισ­σό­τε­ρα από 400 ποι­ή­μα­τα (Les Cahiers de [τα τε­τρά­δια, οι ση­μειώ­σεις του] Malte Laurids Brigge Sonetti a Orfeo Le livre d’heures -το βι­βλίο των Ωρών, και οι Ελε­γεί­ες του Ντουί­νο). Έγρα­ψε επί­σης και ο Στέ­φαν Γκε­όρ­γκε ήταν οι δύο τη­λαυ­γείς φάροι της ποί­η­σης στη δε­κα­ε­τία του ’20.
Την ίδια δε­κα­ε­τία ο Μπρε­χτ ανέ­βα­σε την «Όπερα της πε­ντά­ρας», ο Άλ­φρεντ Ντέ­μπλιν έγρα­ψε το «Μπερ­λίν Αλε­ξά­ντερ­πλατς», ο Τόμας Μαν κέρ­δι­σε το βρα­βείο Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας για το μυ­θι­στό­ρη­μά του «Το μα­γι­κό βουνό».
Ο Γκέ­οργκ Γκροτς μα­στί­γω­νε την πα­ρακ­μή της αστι­κής τάξης.
Ο Μαξ Μπέκ­μαν ει­κο­νο­γρα­φού­σε τη φρίκη του πο­λέ­μου και ο Κούρτ Του­χόλ­σκυ ρω­τού­σε τον Ρίλκε : «έτρε­μες ποτέ από το κρύο σε μια σο­φί­τα;», χλευά­ζο­ντας την επι­τή­δευ­σή του και την εξε­ζη­τη­μέ­νη λε­πτο­λο­γία του. Οι Ερνστ Τόλερ και Γκέ­οργκ Κάι­ζερ, από τους επι­φα­νέ­στε­ρους θε­α­τρι­κούς συγ­γρα­φείς, ανέ­βα­ζαν τα κραυ­γα­λέα εξ­πρε­σιο­νι­στι­κά τους δρά­μα­τα.
Ο Φριτς Λανγκ γύ­ρι­ζε τη «Μη­τρό­πο­λη» και ο Ρό­μπερτ Βήνε «Το ερ­γα­στή­ρι του Δρα. Κα­λι­γκά­ρι».
Ενώ στη μου­σι­κή ο Άρ­νολντ Σέν­μπεργκ επε­ξερ­γα­ζό­ταν το επα­να­στα­τι­κό δω­δε­κα­φθογ­γι­κό του σύ­στη­μα.


Pirelli Building, Armstrong Rubber building, New Haven, CT.
Marcel Breuer, 1969-1970.

Εξε­τά­ζο­ντας, από μαρ­ξι­στι­κή σκο­πιά, την κα­τοι­κίαανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της πόλης «polis», ως χώρο όπου γί­νο­νται οι πε­ρισ­σό­τε­ρες κοι­νω­νι­κές και οι­κο­νο­μι­κές διερ­γα­σί­ες σε κάθε συ­γκε­κρι­μέ­νο κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κό σχη­μα­τι­σμό, εύ­κο­λα οδη­γού­μα­στε στο να την εντά­ξου­με στο εποι­κο­δό­μη­μα.
Πολύ γρή­γο­ρα ο σχε­δια­σμός ξε­περ­νά­ει την έν­νοια (να το πούμε σχη­μα­τι­κά) του «απλού εποι­κο­δο­μή­μα­τος» με την «πα­ρα­δο­σια­κή» του μορφή δηλ. των πο­λύ­μορ­φων κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, ιδεών και θε­σμών του συ­μπλέγ­μα­τος που ονο­μά­ζου­με «κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κό σχη­μα­τι­σμό» και με­τα­τρέ­πε­ται πλέον σε «έκ­φρα­ση του κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος στο χώρο» ως βα­σι­κό οι­κο­νο­μι­κό και όχι μόνο στοι­χείο του σύγ­χρο­νου οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος (του κα­πι­τα­λι­στι­κού εν προ­κει­μέ­νω).

  Να θυ­μί­σου­με πως ο van der Rohe –όταν δεν μπό­ρε­σε να κα­τα­λά­βει την θέση του προ­σω­πι­κού αρ­χι­τέ­κτο­να του Φύρερ, πήρε με­τα­γρα­φή στις ΗΠΑ το 1937 υπη­ρε­τώ­ντας την αμε­ρι­κά­νι­κη πο­λε­ο­δο­μι­κή φι­λο­σο­φία, ο Γκρό­πιους προ­τού με­τα­κο­μί­σει στις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες (1934) σχε­δί­α­σε το νέο κτή­ριο Reichsbank (Τρά­πε­ζα του Ράιχ), η Marianne Brandt το 1939 έγινε μέλος της επί­ση­μης ορ­γά­νω­σης καλ­λι­τε­χνών του να­ζι­στι­κού κα­θε­στώ­τος (Reichskulturkammer) –αν και όπως δή­λω­νε «δεν ήμουν ποτέ μέλος του Να­ζι­στι­κού Κόμ­μα­τος» και επί­σης πως -όχι τυ­χαία οι Σο­βιε­τι­κοί El Lissitzky, Nikolai Kolli, Moisei Ginzburg κά, μετά από ένα πρώτο «πει­ρα­μα­τι­κό» διά­στη­μα στα­μά­τη­σαν να συμ­με­τέ­χουν.

Και μπαί­νει το κομ­βι­κό ερώ­τη­μα: ΟΚ! Αλλά ακόμη και όταν (το 1919) «H τάξη βα­σι­λεύ­ει στο Βε­ρο­λί­νο» και οι του Bauhaus περί άλλων τύρ­βα­ζαν, στον «τομέα» τους και μά­λι­στα πα­ρα­δί­πλα -κυ­ριο­λε­κτι­κά στην πόρτα τους και όχι στην άλλη πλευ­ρά του ωκε­α­νού, κά­ποιοι -πριν από αυ­τούς αλλά και χρο­νι­κά πα­ράλ­λη­λα, έκα­ναν μια πραγ­μα­τι­κή επα­νά­στα­ση –«στην υπη­ρε­σία του λαού / όλα για τον άν­θρω­πο», με αρ­χι­τε­κτο­νι­κές & πο­λε­ο­δο­μι­κές θε­ω­ρί­ες να γί­νο­νται πράξη που;
Μα στη στη νεαρή ΕΣΣΔ, όπου, ο έντο­νος θε­ω­ρη­τι­κός προ­βλη­μα­τι­σμός σε όλα τα πεδία της κοι­νω­νι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας δεν θα μπο­ρού­σε, να αφή­σει απ’ έξω την –υπό νέο πρί­σμα «Τέχνη της επι­στη­μο­νι­κής αρ­χι­τε­κτι­κής θε­ώ­ρη­σης» με μπού­σου­λα -φυ­σι­κά, ότι στη νέα κοι­νω­νία αντι­στοι­χεί η ανα­γκαιό­τη­τα για νέα αρ­χι­τε­κτο­νι­κή μορφή μέσα από τις νέες (κοι­νω­νι­κο­ποι­η­μέ­νες) λει­τουρ­γί­ες στην κα­θη­με­ρι­νή ζωή, άρα και στα κτή­ρια και την πόλη.

Με θέ­σεις που είναι στο έπα­κρο πρω­το­πό­ρες, δια­μορ­φώ­νο­νται και πα­γιώ­νο­νται σε μια μα­κρό­χρο­νη δια­λε­κτι­κή εξέ­λι­ξη ακόμη και όταν με­ρι­κές φορές έδι­ναν –μέσα από μι­κρο­α­στι­κή αντί­λη­ψη, υπερ­βο­λι­κή ση­μα­σία στο ρόλο του πο­λι­τι­στι­κού εποι­κο­δο­μή­μα­τος ως προς την οι­κο­νο­μι­κή βάση (πχ. η Proletcult που ιδρύ­θη­κε στις πα­ρα­μο­νές της Επα­νά­στα­σης με επα­να­στα­τι­κο­ρω­μα­ντι­κές τά­σεις πολ­λές φορές ανά­γκα­σε τον Λένιν να την κα­τα­κρί­νει για την μη­δε­νι­στι­κή της στάση στον πο­λι­τι­σμό του πα­ρελ­θό­ντος αλλά και στο θέμα της «αυ­το­νο­μί­ας» που ζη­τού­σαν από το Κρά­τος και το Κόμμα).
Με εμ­φα­νή την προ­σπά­θεια ανα­ζή­τη­σης νέων μορ­φών που να ται­ριά­ζουν στη νέα σο­βιε­τι­κή κοι­νω­νία στην υπη­ρε­σία του λαού: η πραγ­μα­τι­κά σύγ­χρο­νη -για την εποχή της, αλλά από κά­ποιες πλευ­ρές ακόμη σή­με­ρα, αρ­χι­τε­κτο­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση προη­γεί­ται χρο­νι­κά των δυ­τι­κο­ευ­ρω­παϊ­κών κι­νη­μά­των αλλά και του Bauhaus, η αντί­λη­ψη με τις νέες μορ­φές και τα κτη­ριο­λο­γι­κά προ­γράμ­μα­τα να βοη­θή­σουν στο σο­σια­λι­στι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό της κοι­νω­νί­ας κλπ. Στο πε­ριε­χό­με­νο και τη λει­τουρ­γία του κτη­ρί­ου και της πόλης συ­νυ­πάρ­χουν η απλή λει­τουρ­γι­κή ανα­διά­τα­ξη με ευ­ρύ­τε­ρα (με­ρι­κές φορές ου­το­πι­στι­κά) προ­γράμ­μα­τα που -κατά την άποψή τους- εντάσ­σο­νταν στα πλαί­σια γέ­νε­σης της νέας κοι­νω­νί­ας.

Το πε­ρί­φη­μο σχέ­διο Miljutin, για το Magnitogorsk, 1930 που βα­σί­ζε­ται στην ιδέα της γραμ­μι­κή πόλης, και η πρό­τα­σή του για το Στά­λιν­γκραντ

Σχέ­διο του Leonidov για το Magnitogorsk, 1929

  Η σχέση του «κα­τα­σκευα­σμέ­νου» έργου του μο­ντέρ­νου κι­νή­μα­τος στην ΕΣΣΔ σχε­τι­κά με τον πραγ­μα­τι­κό κτι­σμέ­νο όγκο κα­τοι­κιών που αντι­στοι­χούν εκεί­νη την εποχή σε «κλα­σι­κή» μορφή και δομή δεί­χνει και -πέρα από τις δυ­να­τό­τη­τες, όταν δεν πρυ­τα­νεύ­ει το κέρ­δος, την ανω­τε­ρό­τη­τα του σο­σια­λι­σμού:
Εν­δει­κτι­κά, ενώ το 1923 κα­τα­σκευά­στη­καν ~1.000.000 τμ. κα­τοι­κί­ας και το 1925 3.000.000, στην πε­ρί­ο­δο 1925-1930 πάνω από 30 εκα­τομ, δη­λα­δή 6.000.000 το χρόνο).
Να ση­μειώ­σου­με πως -σε μια πρώτη πε­ρί­ο­δο, εφαρ­μό­στη­καν και ανα­γκα­στι­κές λύ­σεις (πχ. η «ελά­χι­στη κα­τοι­κία» μειώ­νο­ντας τα τμ. ανά άτομο, λόγω των οξυ­μέ­νων προ­γραμ­μά­των στέ­γα­σης) και επί­σης υπήρ­ξαν και μη­χα­νι­στι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί (πχ. με ιδε­ο­λο­γι­κό κά­λυμ­μα την «σο­σια­λι­στι­κή συλ­λο­γι­κή κα­τοί­κη­ση» αφαι­ρώ­ντας από κάθε δια­μέ­ρι­σμα κου­ζί­νες και ελα­χι­στο­ποιώ­ντας τον κα­θη­με­ρι­νό χώρο, δη­μιούρ­γη­σαν το «συλ­λο­γι­κό σπίτι» με κοινά μα­γει­ρεία, εστια­τό­ρια και χώ­ρους δι­η­μέ­ρευ­σης σε κάθε συ­γκρό­τη­μα, λύση η οποία όπως ήταν φυ­σι­κό τε­λι­κά εγκα­τα­λεί­φθη­κε).
Αλλά ακόμη και σε αυτές τις «ακραί­ες» πε­ρι­πτώ­σεις, δη­μιουρ­γή­θη­καν με με­γά­λη επι­τυ­χία κτή­ρια με έντο­νο κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα τα γνω­στά συ­γκρο­τή­μα­τα κα­τοι­κιών, με αί­θου­σες εκ­δη­λώ­σε­ων , πο­λι­τι­σμού, ερ­γα­τι­κές λέ­σχες, το­πι­κής άθλη­σης κλπ.

Συλ­λο­γι­κή κα­τοι­κία (σπί­τι-κοι­νό­τη­τα) M.​Bartch & V.​Vladimirov.

Ελά­χι­στος ιδιω­τι­κός χώρος και μέ­γι­στος κοι­νω­νι­κός, δια­τά­ξεις ορό­φων που αρ­γό­τε­ρα αντέ­γρα­ψε ο Le Corbusier στην Πο­λυ­κα­τοι­κία της Μασ­σα­λί­ας.
Κα­θα­ρές γραμ­μές / σχέ­δια || με την μορ­φο­λο­γία του Bauhaus που αρ­γό­τε­ρα χρη­σι­μο­ποί­η­σε ο Mies van der Rohe

Βέ­βαια -και αυτό είναι το κύριο, οι πό­λεις στη Σο­βιε­τι­κή Ένωση, με­λε­τή­θη­καν και κτί­στη­καν απ’ αρχής σε ελεύ­θε­ρο έδα­φος που ήταν λαϊκή ιδιο­κτη­σία.
Δη­μιουρ­γή­θη­καν σχε­δια­σμέ­να , δίπλα σε με­γά­λες μο­νά­δες πα­ρα­γω­γής (σαν βιο­μη­χα­νι­κές δηλ.) κοντά σε νέα ορυ­χεία, φράγ­μα­τα ή άλλα με­γά­λα τε­χνι­κά έργα ή σε και­νούρ­γιες βιο­μη­χα­νι­κές συ­γκε­ντρώ­σεις.
Οι εκτε­τα­μέ­νες συ­ζη­τή­σεις και ευ­ρύ­τε­ρες θε­ω­ρη­τι­κές ανα­ζη­τή­σεις ήταν στα πλαί­σια της «νέας σο­σια­λι­στι­κής πόλης» με αρχές «νέας κοι­νω­νί­ας» που θα ήταν αντί­θε­τες με την παλιά κα­πι­τα­λι­στι­κή πόλη, με στόχο και την απά­λει­ψη της αντί­θε­σης πόλης – υπαί­θρου κλπ
Η Σο­βιε­τι­κή Ένωση υπήρ­ξε πρα­κτι­κά η πρώτη χώρα στον κόσμο που αντι­με­τώ­πι­σε το πρό­βλη­μα της απ’ αρχής οι­κο­δό­μη­σης νέων πό­λε­ων, αντί­θε­τα με τη Δύση (που -ανα­γκα­στι­κά, το βρήκε μπρο­στά της μετά τον 2ο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο…)
Και μι­λά­με για νέες πό­λεις σε μα­ζι­κή πα­ρα­γω­γή και όχι για τους με­μο­νω­μέ­νους βιο­μη­χα­νι­κούς οι­κι­σμούς της Αγ­γλί­ας και Γερ­μα­νί­ας του 19ου αιώνα (Siemensstadt, Saltaire, Cadbury κα.)

BAUHAUS DESSAUHochschule für Gestaltung
Das bisherige “Staatl. Bauhaus in Weimar” setzt, als Städtisches Institut ln Dessau seine Arbeit auf breiter Grundlage fort:
I. Gestaltungslehre: Yorlehre — Handwerkslehre (Gesellenbrief) Baulehre.
II.Versuchsarbeit für die Praxis — Herstellung von Modellen für Handwork und Industrie — Hausbau und -einrichtuug.
Leitung: Walter Gropius.
Lehrkräfte: L.​Feininger, W.​Kandinsky, P. Klee. L. Moholy-Nagy, G Muche, 0. Schlemmer, J. Albers, H. Bayer, M. Breuer» J. Scheper.
Werkstätten: Bildhauerei — Metallwerkstatt — Tischlerei — Wandmalerei — Weberei — Buchdruckerei (Typographie, Reklame, Kunst-druck).
Die Vorlehre ist für jeden obligatorisch.
Beginn für Neueintretende am 11. Mai d. Js. Aufnahmen vom 17.
Lebensjahre ab. Anmeldung sofort unter Beifügung von Arbeiten, die Begabung nachweisen, und eines Lebenslaufos mit Photographie an die Geschäftsstelle des Bauhauses: Dessau, Mauerstraße 86. / Auch ausgebildete Handwerker, Techniker, Mechaniker, Architekten werden aufgenommen. / Vor lehre pro Semester M. 30.—, Aufnahmegebühr M. 10.—, Werklehre frei.

BAUHAUS DESSAU | Κολ­λέ­γιο Σχε­δια­σμού
Το πρώην «Staatl Bauhaus in Weimar», ως δη­μό­σιο ιν­στι­τού­το στο Dessau, συ­νε­χί­ζει το έργο του σε ευ­ρεία βάση:
Ι. Μα­θη­τεία σχε­δια­σμού: [Yor]Μα­θη­τείαμα­θη­τεία βιο­τε­χνί­ας (με εξει­δί­κευ­ση)
ΙΙ. Πει­ρα­μα­τι­κή ερ­γα­σία για πρα­κτι­κή – πα­ρα­γω­γή χει­ρο­ποί­η­των μο­ντέ­λων και βιο­μη­χα­νί­ας – κα­τα­σκευή και επί­πλω­ση σπι­τιών.
Επι­κε­φα­λής: Walter Gropius.
Εκ­παι­δευ­τι­κοί: L.​Feininger, W. Kandinsky, P. Klee. L. Moholy-Nagy, G Muche, 0. Schlemmer, J. Albers, H. Bayer, M. Breuer, J. Scheper.
Ερ­γα­στή­ρια: γλυ­πτι­κή – με­ταλ­λι­κό ερ­γα­στή­ριο – ξυ­λουρ­γι­κή – τοι­χο­γρα­φία – ύφαν­ση – εκτύ­πω­ση βι­βλί­ων (τυ­πο­γρα­φία, δια­φή­μι­ση, καλ­λι­τε­χνι­κή εκτύ­πω­ση).
Η προ­κα­ταρ­κτι­κή μα­θη­τεία είναι υπο­χρε­ω­τι­κή για όλους.
Έναρ­ξη για νε­οει­σερ­χό­με­νους στις 11 Μαΐου … (κλπ) –προ­ϋ­πο­θέ­σεις εγ­γρα­φής …ιδιό­τη­τα (στο) Bauhaus: Dessau, Mauerstrasse 86. / Εκ­παι­δευ­μέ­νοι τε­χνί­τες, τε­χνι­κοί, μη­χα­νι­κοί, αρ­χι­τέ­κτο­νες γί­νο­νται επί­σης δε­κτοί.
Κό­στος / 6μηνο Μ.30, Κό­στος εγ­γρα­φής Μ. 10—Δω­ρε­άν η μα­θη­τεία.

  1. προ­κα­ταρ­κτι­κή μα­θη­τεία –βα­σι­κές μορ­φές | με­λέ­τη των υλι­κών (1/2 – 3 χρό­νια)
  2. Με­λέ­τη:
    υλι­κών και ερ­γα­λεί­ων
    της φύσης
    με­τα­ποί­η­ση
    Σύν­θε­ση γε­ω­με­τρία-χρώ­μα
    ερ­μη­νεία-ανα­πα­ρά­στα­ση (απει­κό­νι­ση)
  3. Πέ­τρα-Ξύ­λο-Μέ­ταλ­λο-Ύφα­σμα-Χρώ­μα-Γυα­λί-πη­λός

Πρό­γραμ­μα του Staatliche Bauhaus στη Βαϊ­μά­ρη | Walter Gropius, 1919
Ο απώ­τε­ρος στό­χος όλης της τέ­χνης είναι το κτί­ριο! Η δια­κό­σμη­ση του ήταν κά­πο­τε ο κύ­ριος σκο­πός των ει­κα­στι­κών τε­χνών και θε­ω­ρή­θη­καν απα­ραί­τη­τα μέρη του με­γά­λου κτη­ρί­ου.
Σή­με­ρα, υπάρ­χουν σε εφη­συ­χα­στι­κή απο­μό­νω­ση, από την οποία μπο­ρούν να σω­θούν μόνο από τις σκό­πι­μες και συ­νερ­γα­τι­κές προ­σπά­θειες όλων των τε­χνι­τών.
Οι αρ­χι­τέ­κτο­νες, οι ζω­γρά­φοι και οι γλύ­πτες πρέ­πει να μά­θουν έναν νέο τρόπο να βλέ­πουν και να κα­τα­νο­ούν τον σύν­θε­το χα­ρα­κτή­ρα του κτι­ρί­ου, τόσο ως σύ­νο­λο όσο και ως προς τα μέρη του.
Έπει­τα, το έργο τους θα ενυ­δα­τω­θεί με το πνεύ­μα της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, που έχει χαθεί στην τέχνη του σα­λο­νιού.
Οι πα­λιές σχο­λές τέ­χνης ήταν ανί­κα­νες να πα­ρά­γουν αυτήν την ενό­τη­τα – και πώς θα μπο­ρού­σαν, αφού η τέχνη δεν μπο­ρεί να δι­δα­χθεί.
Πρέ­πει να επι­στρέ­ψουν στο ερ­γα­στή­ριο.
Αυτός ο κό­σμος του απλού σχε­δί­ου της ζω­γρα­φι­κής και των εφαρ­μο­σμέ­νων καλ­λι­τε­χνών πρέ­πει επι­τέ­λους να γίνει ένας κό­σμος που χτί­ζει.
Όταν ένας νέος που αι­σθά­νε­ται μέσα του μια αγάπη για δη­μιουρ­γι­κή προ­σπά­θεια αρ­χί­ζει την κα­ριέ­ρα του, όπως στο πα­ρελ­θόν, μα­θαί­νο­ντας ένα επάγ­γελ­μα, δεν θα κα­τα­δι­κά­ζε­ται πλέον στην ατελή πρα­κτι­κή της τέ­χνης, ως μη πα­ρα­γω­γι­κός «καλ­λι­τέ­χνης» επει­δή η ικα­νό­τη­τά θα δια­τη­ρεί­ται στη δε­ξιο­τε­χνία, όπου θα μπο­ρεί να πάρει άρι­στα.
Αρ­χι­τέ­κτο­νες, γλύ­πτες, ζω­γρά­φοι – όλοι πρέ­πει να επι­στρέ­ψου­με στο χει­ρω­να­κτι­κό!
Διότι δεν υπάρ­χει «τέχνη ως επάγ­γελ­μα».
Δεν υπάρ­χει ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ του καλ­λι­τέ­χνη και του τε­χνί­τη. Ο καλ­λι­τέ­χνης είναι ένας ανε­βα­σμέ­νος επι­στη­μο­νι­κά τε­χνί­της.
Ο φι­λεύ­σπλα­χνος πα­ρά­δει­σος, σε σπά­νιες στιγ­μές τα­λέ­ντου πέρα από τη θέ­λη­ση του αν­θρώ­που, μπο­ρεί να επι­τρέ­ψει στην τέχνη να αν­θί­σει από τα έργα κά­ποιου, αλλά οι βά­σεις, τα θε­μέ­λια της επάρ­κειας είναι απα­ραί­τη­τα για κάθε καλ­λι­τέ­χνη. Αυτή είναι η αρ­χι­κή πηγή δη­μιουρ­γι­κού σχε­δια­σμού.
Ας δη­μιουρ­γή­σου­με λοι­πόν μια νέα συ­ντε­χνία τε­χνι­τών, απαλ­λαγ­μέ­νη από τις δι­χα­στι­κές τά­σεις, που προ­σπά­θη­σαν να δη­μιουρ­γή­σουν ένα εξε­πέ­ρα­στο εμπό­διο με­τα­ξύ τε­χνι­τών και καλ­λι­τε­χνών!
Ας αγω­νι­στού­με, να συλ­λά­βου­με και να δη­μιουρ­γή­σου­με το νέο κτί­ριο του μέλ­λο­ντος που θα ενώ­σει την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, γλυ­πτι­κή και ζω­γρα­φι­κή πει­θαρ­χία και που μια μέρα θα ανέ­βει στα ου­ρά­νια από τα εκα­τομ­μύ­ρια χέρια των τε­χνι­τών ως σαφές σύμ­βο­λο μιας νέας πε­ποί­θη­σης…

Η κα­ρέ­κλα Wassily, ένα από τα δια­ση­μό­τε­ρα αντι­κεί­με­να που σχε­δί­α­σε ο Μαρ­σέλ Μπρόιερ.

 

Βα­σι­κές αρχές

  • Απλό­τη­τα, λει­τουρ­γι­κό­τη­τα και χρη­στι­κό­τη­τα, με ιδιαί­τε­ρη έμ­φα­ση σε γε­ω­με­τρι­κές φόρ­μες και στο χρώμα.
  • Η σχολή απέρ­ρι­πτε κάθε πε­ριτ­τό δια­κο­σμη­τι­κό στοι­χείο, θε­ω­ρώ­ντας πως η ίδια η πρώτη ύλη πε­ριέ­χει ένα είδος φυ­σι­κής και εγ­γε­νούς δια­κο­σμη­τι­κής ικα­νό­τη­τας.
  • Στό­χος της ήταν η ανα­βάθ­μι­ση των προ­ϊ­ό­ντων μα­ζι­κής πα­ρα­γω­γής, όπως τα έπι­πλα, αλλά και ολό­κλη­ρης της έν­νοιας της κα­τοι­κί­ας.
  • Αν και τά­χθη­κε αντί­θε­τη στην τάση πλή­ρους εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης, κρα­τώ­ντας τους κα­θη­γη­τές που δί­δα­σκαν έξω από τα στενά πλαί­σια της πα­ρα­γω­γής, προ­τρέ­πο­ντάς τους να θε­ω­ρούν το έργο τους έκ­φρα­ση δη­μιουρ­γι­κό­τη­τας και τέ­χνης, αυτό δε στά­θη­κε –προ­φα­νώς δυ­να­τό.
  • Η βα­θύ­τε­ρη θε­ω­ρία πάνω στην οποία στη­ρί­χθη­κε και η εκ­παι­δευ­τι­κή δομή της ήταν πως ο τε­λι­κός στό­χος είναι ένα ολο­κλη­ρω­μέ­νο και ενιαίο κτί­σμα.
  • Με αυτό τον τρόπο, το κί­νη­μα Bauhaus προ­σπά­θη­σε να ενο­ποι­ή­σει την έν­νοια της τέ­χνης με τη δια­δι­κα­σία της πα­ρα­γω­γής, υπο­τάσ­σο­ντας πα­ράλ­λη­λα τα τε­χνι­κά μη­χα­νι­κά μέσα στην αν­θρώ­πι­νη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα.
    Η σχολή αξιο­ποί­η­σε την ατο­μι­κή οπτι­κή και δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα στα πλαί­σια μιας βιο­μη­χα­νι­κής πα­ρα­γω­γής που στο πα­ρελ­θόν ήταν από­λυ­τα τυ­πο­ποι­η­μέ­νη.

Κά­ποιοι όψι­μοι «ανα­λυ­τές» υπο­στη­ρί­ζουν πως τις αρχές του Μπά­ου­χα­ους «μπο­ρού­με να τις ανι­χνεύ­σου­με και στην Ελ­λά­δα στα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά “κυ­βι­στι­κά” κτί­ρια της Αθή­νας, όπως η Αμε­ρι­κα­νι­κή Πρε­σβεία έργο του Γκρό­πιους, η οποία χτί­στη­κε με σύγ­χρο­νες τε­χνι­κές, με κο­λό­νες εμπνευ­σμέ­νες από τον Παρ­θε­νώ­να και πε­ντε­λι­κό μάρ­μα­ρο» (sic !!), επί­σης –το ίδιο στο Πο­λε­μι­κό Μου­σείο, την Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη, την πρό­σο­ψη του Porto Carras Grand Resort κλπ.

 

Η εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση του ονό­μα­τος σή­με­ρα, από κάθε λογής σπόν­σο­ρες (;;) και «οί­κους» δίνει και παίρ­νει
(αλιεύ­σα­με)
Καρτ πο­στάλ «κύ­κλος και τε­τρά­γω­νο» Bauhaus – Rudolf Baschant (1897–1955), 2019 Έσσεν Λιντς
Χρώμα – Λι­θο­γρα­φία 1923 (15,0Χ10,5 εκ). Cat. Stgt. 142 κλπ.
[αντί­γρα­φο] η μωβ σφρα­γί­δα με την αλ­λα­γή ημε­ρο­μη­νί­ας – Σε ανοι­χτό χαρ­τό­νι. (163) Παρ­τί­δα 336
Εκτί­μη­ση: 2.000-3.000€
(ΣΣ |> Πρό­κει­ται για το χα­ρα­κτι­κό «γα­λά­ζιος κύ­κλος» του Αυ­στρια­κού ζω­γρά­φου, γρα­φί­στα κλπ Rudolf Baschant -συ­νερ­γά­τη του Bauhaus
Δεν το προ­λά­βα­με αυτό το εκα­το­μυ­ριο­στό αντί­γρα­φο που­λή­θη­κε σε χρόνο dt… προ­φα­νώς σε κά­ποια λαϊκή οι­κο­γέ­νεια.

 

 


Schreibtischleuchte ένα δια­χρο­νι­κό φω­τι­στι­κό (Christian Dell)

 
Ένα ακόμη αντρικείμενο "μαζικής παραγωγής" της Σχολής Bauhaus ...για τη λαϊκή οικογένεια (Marianne Brandt …από ασήμι και έβενο! 1929)

Βα­σι­κοί εκ­πρό­σω­ποι

   Βιο­μη­χα­νι­κοί αρ­χι­τέ­κτο­νες και σχε­δια­στές

  • Μις βαν ντερ Ρόε (Mies van der Rohe) -αρ­χι­τέ­κτο­νας
  • Βάλ­τερ Γκρό­πιους (Walter Gropius)
  • Μα­ριά­νε Μπραντ (Marianne Brandt) ζω­γρά­φος, γλύ­πτης, φω­το­γρά­φος
  • Μαρ­σέλ Μπρόιερ (Marcel “Lajkó” Breuer) – αρ­χι­τέ­κτο­νας & σχε­δια­στής επί­πλων
  • Κρί­στιαν Ντελ (Christian Dell) σχε­δια­στής – αρ­γυ­ρο­χό­ος
  • Ludwig Hilberseimer αρ­χι­τέ­κτο­νας και πο­λε­ο­δό­μος
  • Ιω­άν­νης Δε­σπο­τό­που­λος (Jan Despo)

   Ζω­γρά­φοι και γλύ­πτες

  • Γιό­ζεφ Άλ­μπερς (Josef Albers)
  • Γιο­χά­νες Ίττεν (Johannes Itten)
  • Βα­σί­λι Κα­ντίν­σκυ (Wassily Kandinsky)
  • Πάουλ Κλέε (Paul Klee)
  • Γκέρ­χαρντ Μαρκς (Gerhard Marcks)
  • Λάσλο Μό­χο­λι-Νά­γκι (László Moholy-Nagy)
  • Λάιο­νελ Φάι­νιν­γκερ (Lyonel Charles Adrian Feininger)

  UNESCO – Κτί­ρια των σχο­λών της Βαϊ­μά­ρης και του Ντε­σά­ου, ως Μνη­μεία Πα­γκό­σμιας Κλη­ρο­νο­μιάς της UNESCO

Ο τρού­λος του Ράιχ­σταγκ στο Βε­ρο­λί­νο του διά­ση­μου βρε­τα­νού αρ­χι­τέ­κτο­να, Νόρ­μαν Φό­στερ

Εν κα­τα­κλεί­δι -και χωρίς καμιά πρό­θε­ση μη­δε­νι­σμού:
Φυ­σι­κά το Bauhaus ως ρεύμα (και πράξη) έχει την –μη αμ­φι­σβη­τή­σι­μη, αυ­το­τε­λή αξία -όπως κάθε ση­μα­ντι­κό δη­μιούρ­γη­μα της τέ­χνης και της επι­στή­μης, με θε­τι­κό πρό­ση­μο.
Σ’ ότι αφορά τα αντι­κεί­με­να πλην κτι­ρί­ων (έπι­πλα κλπ.) παρά τις δια­κη­ρύ­ξεις του, για μα­ζι­κό πα­ρα­γω­γι­κό σχε­δια­σμό κυ­ριάρ­χη­σε η ελι­τί­στι­κη αντί­λη­ψη υπό τον μαν­δύα της «πρω­το­πο­ρί­ας».
Η αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του δεν είναι ενιαία, αντί­θε­τα οι αρ­χι­κές δια­κη­ρύ­ξεις για μία «ολι­στι­κή» αντι­με­τώ­πι­ση των μορ­φών τέ­χνης, εγκα­τα­λεί­φτη­καν πολύ σύ­ντο­μα.
Η κα­τα­σκευή (πχ) στο Ντε­σά­ου των πέντε δια­με­ρι­σμά­των που δια­τη­ρού­νται και χρη­σι­μο­ποιού­νται ως τα σή­με­ρα, όπως και στο Μπερ­νά­ου (Bernau) και επί­σης ο μι­νι­μα­λι­σμός των γρα­φεί­ων του Ομο­σπον­δια­κού Σχο­λεί­ου των Γερ­μα­νι­κών Συν­δι­κά­των (ADGB) καμιά σχέση δεν έχουν με την με­τέ­πει­τα αμε­ρι­κα­νι­κή συ­νέ­χεια, ενώ υπήρ­ξαν και σύγ­χρο­νοι του Μπά­ου­χα­ους αρ­χι­τέ­κτο­νες (Bruno Taut, Ηans Poelzig, Ernst May κά.), που ακο­λού­θη­σαν ως ένα βαθμό τη φι­λο­σο­φία της σχο­λής με κά­ποιες αν­θρώ­πι­νες δια­στά­σεις σχε­δια­σμού στο Βε­ρο­λί­νο, τη Δρέσ­δη, τη Φραν­κφούρ­τη κλπ.

Κά­ποιες επι­ση­μάν­σεις ακόμη -πα­ρα­κα­λού­με χωρίς συ­νειρ­μούς
  Όπως σε όλα τα «φαι­νό­με­να» υπάρ­χει το προ­φα­νές που έχει να κάνει με την ει­κό­να και το “dietro le quinte” «αφα­νές» -της κοι­νω­νι­κής διά­στα­σης, αυτό το τε­λευ­ταίο είναι που –σε ό,τι μας αφορά, κα­λού­μα­στε να ανα­δει­κνύ­ου­με.
  Μι­λή­σα­με πα­ρα­πά­νω για την αμε­ρι­κά­νι­κη πρε­σβεία στην Αθήνα, που για πολ­λούς απο­τε­λεί με­γά­λο αρ­χι­τε­κτό­νη­μα: πέρα από τη δια­φω­νία μας ακόμη και σ’ αυτό (κι ας είναι με «αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή» επέν­δυ­ση από extra πε­ντε­λι­κό μάρ­μα­ρο και δά­πε­δα διο­νύ­σου και στον ίδιο ρυθμό οι με­τέ­πει­τα προ­σθή­κες στο πε­ζο­δρό­μιο για να είναι οι γιάν­κη­δες ασφα­λείς από το λαό που δια­δη­λώ­νει) όσο κι αν προ­σπα­θού­με δεν μπο­ρού­με να το δούμε από αυτή τη σκο­πιά, αλλά από τη χι­λο­α­κου­σμέ­νη «φο­νιά­δες των λαών αμε­ρι­κά­νοι».
  Να θυ­μί­ζου­με πως και τα στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης των ναζί έγι­ναν βάσει αρ­χι­τε­κτο­νι­κών σχε­δί­ων «εναρ­μο­νι­σμού» με τη χρήση τους και επί­σης πως ο με­γα­λο­α­στι­κής κα­τα­γω­γής σχε­δια­στής και δη­μιουρ­γός του Μα­ουτ­χά­ου­ζεν Άλ­μπερτ Σπέερ (Berthold Konrad Hermann Albert Speer) ο αρ­χι­τέ­κτο­νας του Χί­τλερ, που μά­λι­στα κα­τα­γό­ταν από πα­τέ­ρα και παπ­πού «με­γά­λους» αρ­χι­τέ­κτο­νες, δια­κρί­θη­κε και για μια με­λέ­τη ενός κε­ντρι­κού δρό­μου του Βε­ρο­λί­νου, κάτι σαν Ηλύ­σια Πεδία μή­κους 5 χι­λιο­μέ­τρων, ο οποί­ος θα είχε μια τε­ρά­στια αψίδα στο ένα άκρο και ένα γι­γα­ντιαίο πο­λυ­χώ­ρο στο άλλο…
(σσ. Δεν πρό­κα­νε, τον πρό­λα­βε ο Κόκ­κι­νος Στρα­τός)


Η πε­ριο­χή EUR έξω από τη Ρώμη -χτί­στη­κε επί Μου­σο­λί­νι

Palazzo di Giustizia στο Μι­λά­νο κτί­ριο–έμ­βλη­μα του Μου­σο­λί­νι

Σε μια από τις προ­πο­λε­μι­κές συ­γκε­ντρώ­σεις του στη Νυ­ρεμ­βέρ­γη, ο Χί­τλερ ανα­φώ­νη­σε:
«Δεν με βλέ­πε­τε όλοι και δεν σας βλέπω όλους, αλλά νιώ­θε­τε την πα­ρου­σία μου πα­ντού- και εγώ την δική σας»…
Γνώ­ρι­ζε καλά- όπως όλοι οι δι­κτά­το­ρες- την έν­νοια του «Sic Transit Gloria Mundi» |> (STGM) είναι λα­τι­νι­κή φράση που ση­μαί­νει «Έτσι περ­νά­ει η δόξα στον κόσμο», που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε στο τε­λε­τουρ­γι­κό των πα­πι­κών τε­λε­τών στέ­ψε­ων για πάνω από 500 χρό­νια (1409-1963 !!) όπου, σπα­ρα­ξι­κάρ­δια ακου­γό­ταν από το κα­θο­λι­κό πα­πα­δα­ριό το «Pater Sancte, sic transit gloria mundi!» ανα­γά­γο­ντας σε επι­στή­μη την πα­ντο­δυ­να­μία της ει­κό­νας.
Πέρα από τη ρη­το­ρι­κή εντυ­πω­σια­σμού, ο Χί­τλερ επι­δί­ω­ξε η πα­ρου­σία του να γίνει συ­μπα­γές μέρος του αστι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος της Γερ­μα­νί­ας, έτσι ώστε ο να­ζι­σμός να μην είναι μόνο ιδε­ο­λο­γία αλλά και ζω­ντα­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα για τους πά­ντες, με όπλο τη δη­μό­σια αρ­χι­τε­κτο­νι­κή.
Το ίδιο ακρι­βώς –και ίσως πα­ρα­πά­νω με τον Μου­σο­λί­νι στην Ιτα­λία (πε­ριο­χή EUR της Ρώμης το πρώην Palazzo della Civiltà Italiana …έδρα πλέον του οίκου μόδας Fendi)

Με λίγα λόγια ο χρό­νος εμπε­ριέ­χει τον κίν­δυ­νο να σβή­σει η πο­λι­τι­κή διά­στα­ση της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και κα­τ᾽ε­πέ­κτα­ση, η όποια ευ­θύ­νη των δη­μιουρ­γών της.
Ο Σπέερ, μετά την απο­φυ­λά­κι­σή του (ναι! Απο­φυ­λα­κί­στη­κε τε­λι­κά) και προ­σπα­θώ­ντας να απο­κα­τα­στή­σει την ει­κό­να του με μια «κρι­τι­κή» ματιά, έγρα­ψε πως οι Ρω­μαί­οι έχτι­ζαν αψί­δες για να γιορ­τά­σουν πο­λε­μι­κές νίκες που ανή­καν στο πα­ρελ­θόν, ενώ ο Χί­τλερ με σκοπό να απο­θε­ω­θεί στο μέλ­λον.
Ο φα­σι­σμός ορα­μα­τί­στη­κε το νέο Βε­ρο­λί­νο, τη νέα Ρώμη, το νέο κόσμο γε­νι­κά ως την ολο­κλη­ρω­τι­κή εξα­φά­νι­ση των «μη κα­θα­ρό­αι­μων – πα­ρακ­μια­κών» στοι­χεί­ων του πα­ρελ­θό­ντος και την αντι­κα­τά­στα­σή τους με το νέο παρόν.

Η επι­γρα­φή (& “υπο­γρα­φή”) DVCE |> «Duce (μας) πολ­λοί εχθροί –με­γά­λη τιμή, σου αφιε­ρώ­νου­με τη νιότη μας» στον οβε­λί­σκο του Foro Italico
Φα­σι­στι­κός γι­γα­ντι­σμός: Σταθ­μός Santa Maria Novella Φλω­ρε­ντία

Δείτε επί­σης

Ιω­άν­νης Δε­σπο­τό­που­λος | Jan Despo

Κλεί­νο­ντας δυο λόγια για τον μο­να­δι­κό Έλ­λη­να που φοί­τη­σε στη σχολή του Μπά­ου­χα­ους τον κα­θη­γη­τή Ιω­άν­νη Δε­σπο­τό­που­λοJan Despo (1903–1992), ο οποί­ος στη διάρ­κεια της δε­κα­ε­τί­ας του ’30 προ­σπά­θη­σε να συμ­με­τά­σχει στην ανά­πτυ­ξη της μο­ντέρ­νας αρ­χι­τε­κτο­νι­κής στην Ελ­λά­δα.
Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο με­τα­πο­λε­μι­κό του έργο είναι η βρα­βευ­μέ­νη με­λέ­τη για το Πο­λι­τι­στι­κό Κέ­ντρο της Αθή­νας, από το οποίο δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε σχε­δόν τί­πο­τε (το [νέο] Ωδείο Αθη­νών μόνο και αυτό μι­σο­τε­λειω­μέ­νο).


Το γρα­φείο Δε­σπο­τό­που­λου στη Σου­η­δία

Ο Δε­σπο­τό­που­λος ήταν πρό­σω­πο-κλει­δί στο 4ο CIAM όπου υπήρ­χαν και πολ­λοί προ­ο­δευ­τι­κοί / αρι­στε­ροί και κομ­μου­νι­στές πο­λε­ο­δό­μοι και αρ­χι­τέ­κτο­νες, όπως ο Ισαάκ Σα­πόρ­τα που μαζί με τον Αλ.Τάσσο, τον Κά­ρο­λο Κούν, τον Μέμο Μακρή, τον Αλέ­ξαν­δρο Κο­ρο­γιαν­νά­κη και άλ­λους τε­χνι­κούς και καλ­λι­τέ­χνες, μέλη του ΚΚΕ αντι­τά­χθη­καν σθε­να­ρά στην κυ­ρί­αρ­χη λο­γι­κή, όπως επί­σης αρ­γό­τε­ρα και με τη «Χάρτα της Αθή­νας ΙΙ»
Θυ­μί­ζου­με πως είχε κυ­νη­γη­θεί λυσ­σα­σμέ­να από το αστι­κό κρά­τος, το 1943 εκλέ­χτη­κε κα­θη­γη­τής στο ΕΜΠ, απο­λύ­θη­κε ως κομ­μου­νι­στής το 1945 και εγκα­τα­στά­θη­κε στην Γερ­μα­νία, όπου έγινε μό­νι­μος κα­θη­γη­τής πρώτα στο Μό­να­χο και μετά στο Βε­ρο­λί­νο, ως μέλος της Ακα­δη­μί­ας, ερ­γά­στη­κε στη Σου­η­δία σε προ­γράμ­μα­τα ανά­πτυ­ξης του Τρί­του Κό­σμου και τε­λι­κά επα­νε­κλέ­χτη­κε στο ΕΜΠ το 1961 (μέχρι το 1968 που συ­ντα­ξιο­δο­τή­θη­κε).

Η πρό­τα­ση Δε­σπο­τό­που­λου – Jan Despo για το Πνευ­μα­τι­κό Κέ­ντρο της Αθή­νας
Ο Δε­σπο­τό­που­λος μπρο­στά σε υπό κα­τα­σκευή σχο­λι­κό κτί­ριο στην Ακα­δη­μί­ας Πλά­τω­νος – Αθήνα (1932)
το Ωδείο Αθη­νών

Η «Χάρτα της Αθή­νας ΙΙ», κα­τέ­γρα­ψε την συ­γκρό­τη­ση αλλά και το φι­λο­σο­φι­κό και κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κό υπό­βα­θρο καθώς και το ιστο­ρι­κό πλαί­σιο της πόλης μέσα από τέσ­σε­ρεις βα­σι­κές ομά­δες:

  • η «οι­κο­νο­μι­κή συ­γκρό­τη­ση» (και εδώ φαί­νε­ται η ση­μα­σία που δί­νε­ται στην οι­κο­νο­μι­κή βάση σύμ­φω­να με τα μαρ­ξι­στι­κά πλαί­σια),
  • η «ομα­δι­κή ζωή» ως δεύ­τε­ρο ιε­ραρ­χι­κά στοι­χείο, που απει­κο­νί­ζει την έμ­φα­ση που δί­νο­νταν στον με­σο­πό­λε­μο στον κοι­νω­νι­κό και συλ­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα της κοι­νω­νί­ας και της πόλης, δεν πρό­κει­ται για την «ανα­ψυ­χή» της Χάρ­τας αλλά για κάτι ευ­ρύ­τε­ρο, που υπο­δη­λώ­νει και την ση­μα­σία του συλ­λο­γι­κού απέ­να­ντι στο ιδιω­τι­κό και το ατο­μι­κό, και που αφορά την πο­λι­τι­κή ζωή, την πνευ­μα­τι­κή ζωή, και τέλος και την ψυ­χα­γω­γία, ως ένα μέρος της συλ­λο­γι­κής ζωής αλλά όχι το κυ­ρί­αρ­χο ιε­ραρ­χι­κά.
  • … «ο συν-οι­κι­σμός, το κα­τοι­κείν», θε­ώ­ρη­ση της κα­τοι­κί­ας ως μιας συλ­λο­γι­κής πρά­ξης μέσα στην πόλη όπου όχι απλά «κα­τοι­κού­με» αλλά «συν-κα­τοι­κού­με» (αρ­γό­τε­ρα ο Δε­σπο­τό­που­λος χα­ρα­κτή­ρι­ζε τις ση­με­ρι­νές πό­λεις «απέ­ρα­ντες απο­θή­κες ερ­γα­τι­κών χε­ριών», «πο­λε­οει­δείς σχη­μα­τι­σμούς» ή και «μη πό­λεις» ακρι­βώς επει­δή έλ­λει­πε ο συλ­λο­γι­κός χα­ρα­κτή­ρας των πε­ριο­χών κα­τοι­κί­ας και η κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή του πλη­θυ­σμού, αυτή που υπάρ­χει σε συ­γκε­κρι­μέ­νες φά­σεις των κοι­νω­νι­κών συ­στη­μά­των και στους προ­κα­πι­τα­λι­στι­κούς χρό­νους και στην πρώτη κα­πι­τα­λι­στι­κή πε­ρί­ο­δο.
  • Τέλος, η τέ­ταρ­τη βα­σι­κή ομάδα αφορά την ιδε­ο­λο­γι­κή φυ­σιο­γνω­μία της πόλης, η οποία εκ­φρά­ζει την κο­σμο­θε­ω­ρία στην οποία είναι εντε­ταγ­μέ­νη.
    Η ιδε­ο­λο­γι­κή αυτή φυ­σιο­γνω­μία, δια­κρί­νε­ται στην ύπαρ­ξη και την ση­μα­σία συ­γκε­κρι­μέ­νων λει­τουρ­γιών για κάθε εποχή, στα προ­ε­ξάρ­χο­ντα στοι­χεία, λει­τουρ­γι­κά και μορ­φο­λο­γι­κά, δια­κρί­νε­ται στην κά­το­ψη -σχέ­διο της πόλης, και ακόμη στην κα­θο­λι­κή της μορφή: στην αρ­χαία πόλη κυ­ριαρ­χεί η Αγορά -ο κατ’ εξο­χήν πο­λι­τι­κός και ταυ­τό­χρο­να και οι­κο­νο­μι­κός χώρος, στον Με­σαί­ω­να ο Κα­θε­δρι­κός Ναός και η πλα­τεία του, σή­με­ρα οι ου­ρα­νο­ξύ­στες των κτη­ρί­ων των πο­λυ­ε­θνι­κών και του χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαί­ου.

Σχέ­δια κτη­ρί­ων στο Σα­να­τό­ριο Σω­τη­ρία
Αξί­ζει να θυ­μί­σου­με εδώ ότι η σχέση πόλης και κο­σμο­θε­ω­ρί­ας, είχε επι­ση­μαν­θεί από τον Δε­σπο­τό­που­λο στα «Τε­χνι­κά Χρο­νι­κά» του 1933 με την ευ­και­ρία της διε­ξα­γω­γής του 4ου CIAM στην Αθήνα, όπου το­νί­ζει ότι:  «…η πόλις έχει φυ­σιο­γνω­μί­αν, εξαρ­τω­μέ­νην εκ του χα­ρα­κτή­ρος των κα­τοί­κων, του κλί­μα­τος και εκ των πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κών και πνευ­μα­τι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων του κυ­ριαρ­χού­ντος κοι­νω­νι­κού συ­στή­μα­τος…»

Ωδείο Αθη­νών προ­ο­πτι­κά και μα­κέ­τες
Οι χρυ­σές επο­χές του Ωδεί­ου με διευ­θυ­ντή τον Μα­νώ­λη Κα­λο­μοί­ρη
Ωδείο Αθη­νών προς Βασ. Κων­στα­ντί­νου (φωτο 1975)

Το Ωδείο Αθη­νών, στα 150 χρό­νια λει­τουρ­γί­ας του, πέ­ρα­σε έν­δο­ξες μέρες αλλά και δύ­σκο­λες.
Το 1850 μπαί­νει το 1ο πω­λη­τή­ριο:
«Το σπίτι κα­λύ­πτει 540 τ.μ. και έχει τρεις ορό­φους.
27 δω­μά­τια, 2 απο­θή­κες με αψίδα, 2 υπό­γεια, 2 κου­ζί­νες, ένα μπά­νιο.
Τα εξω­τε­ρι­κά κτί­ρια κα­λύ­πτουν 344 τ.μ. και πε­ρι­λαμ­βά­νουν:
Στά­βλους για 8 άλογα, χώρο για άμαξα, δια­μέ­ρι­σμα για τον κη­που­ρό και πλυ­στα­ριό.
Ο στά­βλος και το πλυ­στα­ριό έχουν δική τους πε­ρι­φραγ­μέ­νη αυλή με απο­θή­κη ξύλου και κάρ­βου­νου, χώρο πάγου, κο­τέ­τσι και πε­ρι­στε­ρε­ώ­να.
Στον κήπο υπάρ­χει θερ­μο­κή­πιο και τέσ­σε­ρις στέρ­νες
…».
Ακόμη και σή­με­ρα στην πρό­σο­ψή του είναι κρε­μα­σμέ­νη η σκου­ρια­σμέ­νη επι­γρα­φή «Ελ­λη­νι­κό Ωδείο» που πλέον δια­βά­ζε­ται μετά δυ­σκο­λί­ας.
Το Μέ­γα­ρο, για το οποίο έγρα­ψε εν­θου­σιώ­δεις πε­ρι­γρα­φές ο Χανς Κρί­στιαν Αντερ­σεν όταν επι­σκέ­φθη­κε την Αθήνα, λα­τρεύ­τη­κε από τον αρ­χαιο­λό­γο Ερ­ρί­κο Σλή­μαν, που το αγό­ρα­σε το 1887.
Αρ­γό­τε­ρα έβα­λαν χέρι οι­κο­γέ­νειες από με­γα­λο­ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες και αρι­στο­κρά­τες της επο­χής
Το 1919 και για πε­ρισ­σό­τε­ρο από μισό αιώνα η οδός Φει­δί­ου θα αντη­χεί με­λω­δί­ες, καθώς στο Μέ­γα­ρο (του πρώην αυ­τρια­κού πρέ­σβη Πρό­κες Οστεν) ιδρύ­ε­ται το Ωδείο με διευ­θυ­ντή τον θρυ­λι­κό Μα­νώ­λη Κα­λο­μοί­ρη.
Το 1960 ο Δε­σπο­τό­που­λος κερ­δί­ζει με δια­γω­νι­σμό τη με­λέ­τη για μια «Μου­σι­κή Ακα­δη­μία», μέρος της ομά­δας κτι­ρί­ων του Πνευ­μα­τι­κού Κέ­ντρου και -μετά από πε­ρι­πέ­τειες, ολο­κλη­ρώ­νε­ται ένα μικρό μέρος (το 1976).
Από τότε και μέχρι σή­με­ρα, εν μέσω συ­νε­χούς εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης της γης, το αστι­κό κρά­τος στή­νει «φο­ρείς» και ψά­χνει σπόν­σο­ρες.

Τα λεί­ψα­να του Ωδεί­ου στη Φει­δί­ου
Ωδείο Αθη­νών στην οδό Πει­ραιώς

  Βλ & βι­βλίο |> Ιω­άν­νης Δε­σπο­τό­που­λος, Ωδείο Αθη­νών | επι­μέ­λεια: Γιώρ­γος Αγ­γε­λής | εκδ Μου­σείο Μπε­νά­κη, 2014 | ISBN 978-960-476-166-1