29 Ιανουαρίου 2020

Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο; Elio Petri, ο αντάρτης ενός κινηματογράφου από το παρελθόν

Αν θέλαμε να σηματοδοτήσουμε την Ιταλία του πολιτικού σινεμά με την έννοια της στράτευσης θα λέγαμε πως η αφετηρία είναι στο 1962 (Francesco Rosi με το «Salvatore Giuliano») και τελειώνει απότομα προς το τέλος της 10ετίας του ΄70

Προς άρση των όποιων αμφιβολιών, δε μιλάμε για τον νεορεαλισμό του ιταλικού κινηματογράφου που γεννήθηκε μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό χάος από τα απομεινάρια του πολέμου με μια ψυχορραγούσα κοινωνία που προσπαθεί να σταθεί όρθια και ένα PCI (ΚΚΙταλίας) που μετά την εκδίωξή του από την κυβέρνηση (1948), επιλέγει τη  στάση του «καλού παιδιού» προωθώντας ένα image παράγοντα σταθερότητας. Με άλλα λόγια το ιταλικό πολιτικό σινεμά, της 20ετίας μέχρι το 1980 δεν έχει να κάνει με σκηνοθέτες όπως ο Ντε Σίκα, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Τζιουζέπε ντε Σάντις και φυσικά ο μεγάλος Λουκίνο Βισκόντι.

Ο κοινωνικά στρατευμένος κινηματογράφος μετά το 1960, ξεπερνώντας το σουρεαλιστικό / υπαρξιακό των  Φελίνι / Αντονιόνι χειραφετείται και στοχεύει στην καρδιά του διεφθαρμένου αστικού κατεστημένου της εποχής, αναδεικνύοντας τους φανερούς και κρυφούς δεσμούς της πολιτικής διαχείρισης με το κεφάλαιο, με «πατέρα» όπως ήδη ειπώθηκε τον ναπολιτάνο (και όχι από τη βιομηχανική ‑ανεπτυγμένη βόρεια Ιταλία)  Francesco Rosi, που το 1963 με το «Le mani sulla città» κερδίζει το Leone d’Oro (Χρυσό Λέοντα) στο Φεστιβάλ της Βενετίας και πολύ αργότερα (1972) δημιουργεί το «Il Caso Mattei» ρίχνοντας φως στη δολοφονία του προέδρου της “Eni” (ΣΣ |> η “Eni S.pA” είναι ιταλική πολυεθνική εταιρεία πετρελαιοειδών ‑σήμερα και φυσικού αερίου), Enrico Mattei (που κερδίζει τη μεγάλη διάκριση ‑μαζί με το «La classe operaia va in paradiso» ΣΣ |> «Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο» του Elio Petri και με ειδική μνεία στον Gian Maria Volonté)

Υπάρχουν επίσης ο Damiano Damiani |> «Il giorno della civetta» (1968), «Confessione di un commissario di polizia al procuratore della repubblica» (1971), «Perché si uccide un magistrato» (1974), ο Giuliano Montaldo |> «Gott mit uns (1970), Sacco e Vanzetti (1971) e Giordano Bruno (1973), ο Pasquale Squitieri |> «Il prefetto di ferro» (1977), ο Nanni Loy με το «Detenuto in attesa di giudizi» (1971), ο Gillo Pontecorvo με το «La battaglia di Algeri» (1966), ο Florestano Vancini, |> «La lunga notte del ’43» (1960), «La banda Casaroli» (1962), «Le stagioni del nostro amore» (1966), το «Il delitto Matteotti (1973)» κά. ‑μεταξύ αυτών (σε άλλο μήκος κύματος, κυρίως σ’ ότι αφορά τη φόρμα ο πολυσχιδής Pier Paolo Pasolini).

4.35 το πρωί… ο Ludovico Massa, επονομαζόμενος Lulù, ξυπνά ιδρωμένος, το ένα μάτι στο ξυπνητήρι, η σύντροφός κοιμάται δίπλα του –ακόμη με τα σκέλια ανοιχτά, αφού προηγούμενα υπό το μπλε φως της TV της έκανε έρωτα _βιασμό στην ουσία, σε ρυθμούς της μηχανής που δουλεύει στο εργοστάσιο. Στη συνέχεια, νιώθοντας ότι τον παρακολουθούν, γυρίζει –σε κενό σκέψης για να βρει τα άψυχα μάτια ενός λούτρινου.
Ήδη στην πρώτη σκηνή του «Η εργατική τάξη πηγαίνει στον παράδεισο» το βλέμμα του Λουλού -Βολοντέ είναι απανθρωποποιημένο: όπως αυτό το ψεύτικο ελαφάκι, είναι προϊόν του Κεφαλαίου. Και στον μικρόκοσμο του εργοστασίου, εμπίπτει στην κατηγορία των κομματιών που γοητεύονται από τις υποσχέσεις της εξουσίας. Το πρώτο μέρος της ταινίας, λοιπόν, θέτει τις βάσεις για μια τέλεια ταξική σάτιρα.
Στην πραγματικότητα, το σενάριο που γράφτηκε από κοινού με τον Ugo Pirro ξεκινά από την εξέγερση της Lulu, αλλά μόνο για να μας οδηγήσει στον κολασμένο κύκλο των πολιτικών αγώνων. Ο απλός εργάτης επαναστατεί, φυσικά, όπως πολλοί θα ήθελαν. Αλλά αυτός ο μόνος εργάτης το κάνει μόνο επειδή ο χρόνος μηχανής που απαιτείται από τη διοίκηση τον καταναλώνει, για να γίνει καλύτερος σε σώμα και πνεύμα. Αυτό που ανέλαβε ο πρωταγωνιστής λοιπόν αποδεικνύεται ένας ατομικιστικός και μικροπρεπής αγώνας, ακριβώς όπως η στάση που τον κράτησε στη θέση του όταν του υποσχέθηκαν τριάντα λιρέτες παραπάνω για να δουλέψει πιο γρήγορα.
Οι συγκεντρώσεις του προς τους συντρόφους του είναι αφηρημένες, παραληρητικές και ασαφείς, όχι λιγότερο από αυτές των διεφθαρμένων συνδικαλιστών και των αναρχικών φοιτητών που τον υποστηρίζουν. Τα συμφέροντά του δεν φαίνεται να συμπίπτουν με το συλλογικό συμφέρον και ο καθένας εμφανίζεται μόνο στον αγώνα για επιβίωση. Σε περιόδους συστημικής επισφάλειας όπως η σημερινή μας, αυτή η ιστορία εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και επείγουσα. Ακριβώς όπως είναι αξιοσημείωτη η αντινατουραλιστική προσέγγιση της σκηνοθεσίας του Petri, που εκφράζεται στα σύνολα που εμπνέονται από τη φλαμανδική ζωγραφική, το ρυθμικό μοντάζ, τα πολύ κοντινά πλάνα. Όλα δείχνουν έναν εφιάλτη από τον οποίο ο Λουλού δεν ξύπνησε ποτέ. Επιπλέον, η τελευταία σκηνή στο εργοστάσιο, γκροτέσκο ειδυλλιακή, υποδηλώνει μια αίσθηση τραγικής κυκλικότητας αφού μετά το τελευταίο πλάνο η ιστορία θα μπορούσε να ξεκινήσει ξανά και να επαναληφθεί ξανά και ξανά…

Αν υπάρχει θεός, αυτός είναι κομμουνιστής!

«Σχολείο μου ήταν οι δρόμοι, οι οργανώσεις βάσης του κομμουνιστικού κόμματος, ο κινηματογράφος, οι παραστάσεις βαριετέ, η δημοτική βιβλιοθήκη, οι αγώνες των ανέργων, τα κρατητήρια, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, τα στούντιο των συνομηλίκων μου καλλιτεχνών, οι κινηματογραφικές λέσχες. Και, στη συνέχεια, επίσης δάσκαλοί μου ήταν αυτοί που την εποχή εκείνη ονομάζοντανεπαγγελματίες επαναστάτες”»

Στις 29-Ιαν-1929 γεννιέται στη Ρώμη, ο Elio Petri μοναχογιός μιας οικογένειας μαστόρων, με μια παιδική ηλικία που ο ίδιος χαρακτηρίζει σαν «πλήρη δυστυχίας». Ανατρέφεται σε περιβάλλον αυστηρού καθολικισμού από τη γιαγιά του, αλλά σύντομα ‑έφηβος πια δένεται βαθιά με τα ιδανικά της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος.

Κάνει την πρώτη του προσέγγιση με τον κινηματογράφο, αλλά όχι στην κάμερα, αλλά σαν κριτικός, αρχικά στην εφημερίδα του PCI “L’Unità” και μετά στην “Città aperta”, μετά σαν σεναριογράφος (δίπλα στο Giuseppe De Santis, που τον χαρακτηρίζει σαν «ο πρώτος και μοναδικός μου δάσκαλος») μέχρι να συναντηθεί με τον Marcello Mastroianni (προτού ο τελευταίος «κολλήσει» με τον Federico Fellini) δημιουργώντας την πρώτη του ταινία «L’assassino» (1961), που δεν ανήκει στην ώριμη περίοδό του (χαρακτηρίστηκε «άγαρμπη»), αλλά διαφαίνονται οι δυνατότητες που διαθέτει.

Και έρχεται το «La decima vittima» ‑Το 10ο θύμα /1965, πάλι με τον Mastroianni) και αμέσως συναντιέται με το μεγάλο Leonardo Sciascia και τον Gian Maria Volonté δημιουργώντας την ταινία «A ciascuno il suo» (σσ. «Σε καθέναν ό,τι του πρέπει», 1967).

Φτάνοντας έτσι στην «τριλογία της νεύρωσης» που με τον Volonté πια σηματοδοτεί την πιο σημαντική περίοδο για την καριέρα του.

Οι ψευδαισθήσεις του ’68 πάνε περίπατο έχουν ήδη κρυώσει όταν βγαίνει στις αίθουσες το «Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto» (1970). Το «υπεράνω υποψίας» είναι μια γερή γροθιά στο στομάχι των «καθωσπρέπει» με ένα στυλ μπαρόκ και αλλοτριωτικό και ένα θέμα ανατρεπτικό / παράλογο όσο και απειλητικό / εύλογο. Η κάμερα ακολουθεί, στην πραγματικότητα, τα βήματα ενός ανώνυμου «Dottore» (σσ. ο όρος αυτό στα ιταλικά, εκτός από το προφανές -«γιατρός» σημαίνει και «ευυπόληπτος», «υψηλά ιστάμενος» και άξιος σεβασμού) ενός αστυνομικού (του Volonté) που αφού δολοφόνησε την ερωμένη του, δεν κάνει τίποτα για να κρύψει… Διαδίδει τα αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του, πεπεισμένος ότι παντοδυναμία του σαν «κράτος» αρκεί για να τον προστατεύσει από οποιαδήποτε κατηγορία. Με καταλυτική και τη μουσική του Ennio Morricone, ένα πραγματικό ντελίριο / ψευδαίσθηση παντοδυναμίας που επιβεβαιώνεται και από το «ανοιχτό» φινάλε.
Κέρδισε το Όσκαρ για την καλύτερη ξένη ταινία, αλλά παράλληλα δέχεται βροχή από αλληλοσυγκρουόμενες (αναμενόμενο) κριτικές. Στην πραγματικότητα, πολλοί διαβάζουν μια σαφή αναφορά στον θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli και της φιγούρας του επιθεωρητή Luigi Calabresi. Δίπλα σ’ αυτούς που τον χαιρετίζουν ως έργο «ανάσα της δημοκρατίας» και «ωριμότητα της χώρας»,  συνωστίζονται εκείνοι που βλέποντας την ανοιχτή  επίθεση στη δικαιοσύνη και την αστυνομία, κατηγορούν τον Petri πως «πατάει επί πτωμάτων»

Και αν με τον «πολίτη υπεράνω από κάθε υποψία» οι πιο άγριες επικρίσεις είχαν προέλθει από την  κεντροδεξιά και τους φασίστες με την επόμενη ταινία του La classe operaia va in paradiso (η εργατική τάξη πηγαίνει στον παράδεισο) γίνεται στόχος του PCI που δηλώνει «δεν το περιμέναμε αυτό από ένα σύντροφο) και των «ενωτικών» συνδικάτων: θυμίζουμε πως η ταινία πραγματεύεται και καταγγέλλει τη φρίκη και την αλλοτρίωση του εργαζόμενου στη γραμμής συναρμολόγησης μιας μεγάλης φάμπρικας, όπου ακρωτηριάζεται ο παραδειγματικός εργάτης που καθορίζει και τη «νόρμα», ο  Ludovico Massa, χαϊδευτικά Lulù (που τον υποδύεται υποδειγματικά ο Gian Maria Volonté)

Να θυμίζουμε πως η νόρμα (σσ. “cottimo” στο έργο), είναι το   μίσθωμα της εργατικής δύναμης με βάση το ποσό της εργασίας ή του προϊόντος που παράγεται ή εκτιμάται. Ειδικά στη μεγάλη βιομηχανία και στη μεταποίηση, η δουλειά με το κομμάτι μπορεί να είναι είτε συλλογική είτε ατομική, που εφαρμόζεται στη «λάινα» και καθορίζει έναν υποχρεωτικό ελάχιστο αριθμό την ημέρα ή ανά κύκλο, που έχει να κάνει με το βασικό μεροκάματο, με πριμ και με πρόστιμα και με την εντατικοποίηση για κάποια ψίχουλα αμοιβής, μέσα από πολύπλοκους αλγόριθμους του εργοδότη καπιταλιστή όπως η «ποσοτική καμπύλη» που μπορεί να είναι γραμμική ή μη «μείωση της οριακής αύξησης» κά τερτίπια

Στο εξωτερικό, ωστόσο, η απόλυτη πρωτοτυπία της ‑ως ένα βαθμό, μαρξιστικής ανάγνωσης του ιταλού σκηνοθέτη αρέσει. Και όχι λίγο (βραβεύτηκε και στο XXI Φεστιβάλ των Καννών, με τον τρόπο που είπαμε παραπάνω)

Και η τριλογία ολοκληρώνεται το 1973 με το «La proprietà non è più un furto» (η ιδιοκτησία δεν είναι πλέον κλοπή) ‑χωρίς τον Volonté αυτή τη φορά, όπου ο Flavio Bucci και ο Ugo Tognazzi παίζουν με τη χρηματοπιστωτική  απληστία και το χρήμα.

Ο σκηνοθέτης που «σκότωσε» τον Aldo Moro

«Στην τελευταία περίοδο της ζωής μου, έκανα δυσάρεστες ταινίες σε μια κοινωνία που τώρα ζητάει την ευχαρίστηση σε όλα, ακόμα και στη δέσμευση» θα πει ο Elio.

Η ταινία του Todo Modo του 1976 (σσ. κυριολεκτικά «με κάθε τρόπο», ο ελληνικός τίτλος ήταν «Μια Σειρά Δολοφονίες»)  με τους Gian Maria Volonté, Marcello Mastroianni, Michel Piccoli Mariangela Melato Renato Salvatori κά από το επώνυμο μυθιστόρημα του Leonardo Sciascia «è soprattutto un film maledetto» (είναι πάνω απ’ όλα μια «καταραμένη» ταινία) κάτι που σύντομα μετατρέπεται σε γκροτέσκο τραγωδία σε ένα είδος αναφοράς  στους σκλαβωμένους κύκλους της Θείας Κωμωδίας.

Ένα τσούρμο ισχυρών αντρών — πολιτικών, υπουργών, επιχειρηματιών, διευθυντών εφημερίδων, τραπεζικών και ασφαλιστικών διαχειριστών, μέλη όλοι του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος πηγαίνουν σε ένα καθολικό μοναστήρι το Zafer, που βρίσκεται σε μια μυστηριώδη τοποθεσία στην Ιταλία, για να εξαγνιστούν, αλλά εκεί ξεκινάει μια σειρά δολοφονιών. Συγκεντρωμένοι υπό την πνευματική καθοδήγηση του padre Gaetano προσεύχονται και «μετανοούν» για τις αμαρτίες τους (υποτίθεται για λίγες μέρες) «αναρωτιούνται» για τη διαφθορά και την απληστία τους, σύντομα όμως ο χρόνος τρέχει και η ειδυλλιακή υποχώρηση αποκαλύπτεται για το τι πραγματικά είναι — μια δικαιολογία για όλους αυτούς τους χαρακτήρες να σχεδιάζουν και να ξανασχεδιάζουν το ένα το άλλο ώστε να βρίσκουν ουσιαστικά έναν τρόπο να παραμένουν στην εξουσία.

Τα σχέδια προγραμματισμού τους αναταράσσονται από πολλαπλές δολοφονίες που εξαλείφουν διάφορους εξέχοντες πολιτικούς, αφήνοντας τον Μαγίστορα Dr. Scalambri να αναρωτιέται για την μάλλον παράξενη εξήγηση που του δίνει ο αινιγματικός Πρόεδρος — με σαφή αναφορά στον Aldo Moro («Todo modo para buscar la voluntad divina» …«Πρέπει κανείς να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να αναζητήσει και να βρει τη θεία θέληση»!)

Ο Petri πέθανε από καρκίνο στις 10-Νοε-1982

Φιλμογραφία

  •  L’assassino (1961) — Η δολοφόνος της Ρώμης
  • I giorni contati (1962)
  • Il maestro di Vigevano (1963) — Ο δάσκαλος του χωριού
  • La decima vittima (1965) — Το δέκατον θύμα
  • A ciascuno il suo (1967) — Στον καθένα το δικό του
  • Un tranquillo posto di campagna (1968) — Ο Πύργος των εραστών
  • Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto (1970) — Υπεράνω πάσης υποψίας
  • La classe operaia va in paradiso (1971) — Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο
  • La proprietà non è più un furto (1973) — Η ιδιοκτησία δεν είναι πια κλοπή
  • Todo modo (1976) — Μια σειρά δολοφονείες
  • Buone notizie (1979) — Δυστυχώς, τα νέα είναι… ευχάριστα!
  • Τελευταία έργα του ήταν η τηλεοπτική παραγωγή της «Le mani sporche (1978), μια διασκευή του Les Mains sales του Jean-Paul Sartre και η ταινία «Le buone notizie» (1980), με πρωταγωνιστή τον Giancarlo Giannini.

Τηλεταινίες

  • Roma ore 11 (1952)
  • Le mani sporche (1978)
  • L’orologio americano (1980)

Διακρίσεις

  • Βραβείο καλύτερης ταινίας στο Festival di Mar del Plata 1962: I giorni contati
  • Βραβείο σεναρίου Nastro d’Argento 1962: I giorni contati
  • Βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών 1967: A ciascuno il suo
  • Βραβείο σκηνοθεσίας Nastro d’Argento 1967: A ciascuno il suo
  • Αργυρή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου 1969: Un tranquillo posto di campagna
  • Βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 1971: Indagine su di un cittadino al di sopra di ogni sospetto
  • Ειδικό βραβείο κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών 1970: Indagine su di un cittadino al di sopra di ogni sospetto
  • Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ των Καννών 1972: La classe operaia va in paradiso
  • Βραβείο καλύτερης ταινίας David di Donatello 1972: La classe operaia va in paradiso                                                                                                                                   

______________________________________________

βλ &  [1] <|> |> [2]

Στο site του Elio, διαβάζουμε σαν σήμα κατατεθέν: «Per fare un film bisogna avere, oggi, molta follia e molto amore per il cinema. E questo è probabilmente, l’unico aspetto positivo della faccenda…» «Για να κάνεις μια ταινία, σήμερα πρέπει να έχεις πολλή τρέλα και πολλή αγάπη για τον κινηματογράφο. Και αυτό είναι ίσως η μόνη θετική πτυχή της όλης υπόθεσης ..»

Εδώ ένα σύντομο κλιπ από το ανατρεπτικό και ταξικά πολύπλευρο έργο του «La Classe Operaia Va In Paradiso» — Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο. Είναι η σκηνή του εργατικού ατυχήματος του Μάσα (Τζ.Μ.Βολοντέ). Η συνέχεια γνωστή: θερμή συμπαράσταση των εργατών που τρομοκρατεί τη διεύθυνση, η οποία τελικά (αν και «τσιράκι» της) τον απολύει. Το εργοστάσιο παραλύει από τις απεργίες των εργατών, που ζητούν ανανέωση του συμβολαίου εργασίας του και την επαναπρόσληψή του, μαζί με ευρύτερα αιτήματα που έχουν να κάνουν με τις συνθήκες και τις ΣΣ εργασίας, ενώ παράλληλα υπάρχουν κινητοποιήσεις της τοπικής κοινωνίας. Μετά την αρχική άρνησή της, ξαφνικά η διεύθυνση του προτείνει να γυρίσει στη δουλειά, όμως μόνο αν δεχτεί να γίνει απεργοσπάστης. Ο Μάσα δέχεται, αλλά το άλλο πρωί, όταν αντιμετωπίζει τους συντρόφους του έξω από τις πύλες του εργοστασίου, που δεν τον εμποδίζουν να μπει, απλά προσπαθούν να τον πείσουν, χάνει το κουράγιο του και αρνείται. Ο αγώνας συνεχίζεται… -Εδώ όλη η ταινία

Τέλος ένα 10λεπτο αφιέρωμα με αποσπάσματα από τις ταινίες του, με τίτλους τέλους αυτό που είπε (δείχνοντας και τα όριά του από ταξικής σκοπιάς) σε μια συνέντευξη, λίγο πριν πεθάνει «Όχι! εγώ δεν πιστεύω πως η επανάσταση γίνεται μέσω του κινηματογράφου. Πιστεύω ακράδαντα σε ένα διαλεκτικό προτσές, που θα ξεκινήσει με την κινητοποίηση των μαζών… μέσω του φιλμ και κάθε άλλου μέσου που μπορεί να βρεθεί». Δεν αναφέρεται πουθενά στην εργατική τάξη και στην πρωτοπορία της το ΚΚ (βέβαια τότε είχαμε στην Ιταλία το PCI- «ΚΚ» βλ. ευρωκομμουνισμός, ιστορικός συμβιβασμός κλπ)

 

05 Ιανουαρίου 2020

“Κρατικοποιούνται” πάλι οι σιδηρόδρομοι στην Αγγλία με το λαό να πληρώνει το μάρμαρο

Η βρετανική συντηρητική κυβέρνηση ανακοίνωσε την κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων στη βόρεια Αγγλία –που διαχειριζόταν η ιδιωτική εταιρία Northern Rail — και που παρουσιάζουν πολλές «δυσλειτουργίες».
Το υπουργείο Μεταφορών θα αποσύρει από την Northern την εκμετάλλευση αυτών σιδηροδρόμων που θα περάσουν στη «διαχείριση του δημοσίου» από 1ης Μαρτίου.

Θα είναι η 2η κρατικοποίηση σιδηροδρομικού δικτύου σε διάστημα δύο ετών και μάλιστα από μια συντηρητική κυβέρνηση, έπειτα από αυτήν των γραμμών στην ανατολική Αγγλία το 2018 με τη λήξη της σύμβασης εκμετάλλευσης της Virgin Trains East Coast.
Το υπουργείο εξηγεί ότι «θέλει να εξασφαλίσει μια ήπια μετάβαση μετά τη Northern και να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του σιδηροδρομικού δικτύου για τους ταξιδιώτες».
Ο υπουργός Μεταφορών Grant Shapps είχε χαρακτηρίσει στις αρχές Ιανουαρίου την υπηρεσία για αυτές τις γραμμές «πράγματι κακή» και «εφιαλτική από το 2016», ημερομηνία κατά την οποία ανατέθηκε στη Northern αυτό το franchise.
H Northern, ιδιωτική εταιρία που ανήκει στη γερμανική Arriva, θυγατρική η ίδια της Deutsche Bahn (Εταιρία Γερμανικών Σιδηροδρόμων), διατηρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης αυτών των γραμμών έως το 2025.

Σε ανακοίνωση η Arriva αναφέρει ότι «κατανοεί» την απόφαση της κυβέρνησης, αποδίδοντας τα προβλήματα των γραμμών αυτών σε «εξωτερικούς παράγοντες» όπως οι απαρχαιωμένες υποδομές και οι απεργίες.
Αυτό το πολυσύχναστο δίκτυο της βόρειας Αγγλίας που συνδέει μεγάλες πόλεις όπως το Μάντσεστερ, το Λιντς, το Λίβερπουλ και το Νιούκασλ, παρουσιάζει συνεχείς καθυστερήσεις και ακυρώσεις δρομολογίων.

Τα συνδικάτα χαιρέτισαν αμέσως την απόφαση της κυβέρνησης, όπως το συνδικάτο των μηχανοδηγών, το ASLEF, που καλεί την κυβέρνηση να έχει «μακροπρόθεσμο όραμα».
«Δεν θα έχουμε άμεση βελτίωση λόγω των πολλών προβλημάτων της Northern», προειδοποιεί ωστόσο ο γενικός του γραμματέας Μικ Ουίλαν, επικαλούμενος την καθυστέρηση της παράδοσης τροχαίου υλικού και την απουσία βελτίωσης των υποδομών από την κυβέρνηση.
Η επιστροφή αυτή στο δημόσιο συνιστά σημαντική πολιτική κίνηση του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος υποσχέθηκε να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες στις μη προνομιούχες περιοχές και παλιά προπύργια των Εργατικών όπως αυτές στη βόρεια Αγγλία όπου οι Συντηρητικοί κέρδισαν έδαφος στις εκλογές του Δεκεμβρίου.

Η εκμετάλλευση των σιδηροδρόμων ιδιωτικοποιήθηκε τη δεκαετία του 1990 στη Βρετανία από την κυβέρνηση του Τζον Μέιτζορ.
Τα αποτελέσματά της ήταν ιδιαίτερα αμφισβητούμενα, τα συνδικάτα επισήμαναν από τότε τις δαπάνες, τις καθυστερήσεις και τα προβλήματα που συνδέονται με τον καταμερισμό της εκμετάλλευσης σε πλήθος ιδιωτικών εταιριών, ενώ τελευταία μπήκαν στο παιχνίδι και οι Εργατικοί (ως αντιπολίτευση).

(για την Ιστορία)
  [2009] Για 2η φορά σε τρία χρόνια, η μεγαλύτερη σε επιβατική κίνηση σιδηροδρομική γραμμή της Βρετανίας, που συνδέει το Λονδίνο με το Εδιμβούργο, εγκαταλείπεται από την εταιρεία που τη λειτουργούσε και η κυβέρνηση του Γκόρντον Μπράουν αποφάσισε να την κρατικοποιήσει (ΣΣ |> η εταιρεία είχε κερδίσει τον διαγωνισμό το 2007- και το συμβόλαιο που είχε υπογράψει προέβλεπε την εκμετάλλευσή της ως το 2015).
Η «επανακρατικοποίηση» αναζωπύρωσε τη συζήτηση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ‑λεγόμενων «εταιρειών κοινής ωφέλειας» (σσ. _η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν αυτή που, εισάγοντας τα νέα πολιτικά ήθη τότε ‑ξεπουλώντας τα πάντα, ξεκίνησε τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων)
  Την ημέρα που ο επικεφαλής της Νational Εxpress Ρίτσαρντ Μπάουντερ υπέγραψε τη συμφωνία για την εκμετάλλευση της σιδηροδρομικής γραμμής με 8ετή εκμετάλλευση της ραχοκοκαλιάς του βρετανικού σιδηροδρομικού δικτύου, είχε δηλώσει στους «Sunday Τimes»: «Αν υπογράψαμε κάτι, θα το εκτελέσουμε. Η συμφωνία είναι επικερδής τόσο για τους μετόχους μας όσο και για τους φορολογουμένους. Άλλωστε δεν θέλαμε να κερδίσουμε με οποιοδήποτε αντίτιμο και αυτό ήταν που καθόρισε τη στρατηγική μας στην υποβολή προτάσεων στον διαγωνισμό». (ΣΣ |> η ίδια εταιρεία είχε και δύο άλλες γραμμές την «Ανατολική Αγγλία» και C2C = «Ακτή με ακτή»)

💥  Και όπως κλασικά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η εταιρεία τα φόρτωσε στον κόκορα, … έσερνε ‑λέει και ένα πρόσθετο βάρος από χρέη που της άφησε η εξαγορά μιας ισπανικής εταιρείας λεωφορείων και χρειαζόταν επειγόντως χρήματα και παρουσιάστηκε στο βρετανικό υπουργείο μεταφορών λέγοντας πως «δεν μπορεί άλλο».

Θυμίζουμε ότι, μετά την ιδιωτικοποίηση, στη δεκαετία του 1990, το άλλοτε θαυμαστό σιδηροδρομικό βρετανικό δίκτυο απαξιώθηκε πλήρως σε χρόνο dt. Μετά και τα δυστυχήματα (19-Σεπ-1997 Σάουθχολ -7 νεκροί, 5‑Οκτ-1999 Λάντμπρουκ Γκρόουβ -30 νεκροί, 17-Οκτ-2000 Χάτφιλντ -4 νεκροί κλπ) οδήγησαν στην επανακρατικοποίηση των σιδηροδρομικών δικτύων. Η ιδιωτική εταιρεία Railtrack παρέδωσε τον έλεγχο του δικτύου σε έναν άμεσα ελεγχόμενο από το κράτος φορέα, τη Νetwork Rail, αλλά έμεινε η (χρυσοφόρα) λειτουργία — συντήρηση, που εξακολούθησε να δίδεται εργολαβικά σε ιδιωτικές εταιρείες.
  Η ιστορία της ιδιωτικοποίησης των βρετανικών σιδηροδρόμων ήταν εξαρχής και επί τούτου δαιδαλώδης, με τρομακτικές συνέπειες στη ζωή των εργαζομένων, αλλά και των όλων των Βρετανών.

🎬 Παραστατικά όσο δεν παίρνει, παρουσιάζατε οι κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις των ιδιωτικοποιήσεων από το γνωστό μας ανατρεπτικός σκηνοθέτης 📽️ Ken Loach (Κεν Λόουτς) σε σενάριο γραμμένο από σιδηροδρομικό, στην ταινία του «Ο Πολ, ο Μικ και οι άλλοι» (πρωτότυπος τίτλος 🎞️ «The Navigators» από την ονομασία που έδιναν το 19ο αιώνα οι Ιρλανδοί εργάτες στους σιδηροδρόμους) — όπου η παρέα εργαζόταν για χρόνια στη συντήρηση των βρετανικών σιδηροδρόμων και μέχρι το 1995, όταν με την ιδιωτικοποίησή τους οι συνθήκες εργασίας αλλάζουν ριζικά.

🎬  Οι σιδηρόδρομοι στην Αγγλία ιδιωτικοποιούνται. Οι νέες συνθήκες εργασίας θα στραφούν πλέον προς τα πρότυπα των ιδιωτικών εταιριών.
Αρχικά οι νέες συνθήκες φαντάζουν στα μάτια των εργατών σαν ένα μικρό διάλειμμα από τη σκληρή δουλειά της μέρας.
Σύντομα, όμως, τα αρνητικά σημάδια της νέας πραγματικότητας γίνονται τόσο έντονα, που οι εργάτες είναι αναγκασμένοι είτε να συμβιβαστούν με τους νέους απάνθρωπους όρους εργασίας ή να αλλάξουν επάγγελμα, με την ελπίδα να βρουν κάτι καλύτερο.
Οι εργάτες διχάζονται.
Από τη μια αυτοί που αντιδρούν, και από την άλλη αυτοί που υπομένουν.
Τα πράγματα χειροτερεύουν.
Οι κανόνες ασφαλείας τηρούνται όλο και λιγότερο.
Νέοι ανειδίκευτοι εργάτες προσλαμβάνονται με στόχο να αντικαταστήσουν σύντομα τους παλιούς έναντι χαμηλότερων μισθών.
Οι συνέπειες της ιδιωτικοποίησης σύντομα διεισδύουν και στις σχέσεις μεταξύ των εργατών.
Εκεί που παλιότερα υπήρχε ένα αίσθημα αλληλεγγύης, τώρα ο καθένας λειτουργεί προσωπικά, με αποτέλεσμα το σωματείο να χάσει ολοκληρωτικά τη δύναμή του.


Σπάνια πια
στον καιρό μας κάποιος σκηνοθέτης καταπιάνεται με μια ταινία πολιτικοκοινωνικού περιεχομένου και μάλιστα ταγμένος με την πλευρά των εργατών.

Ο Ken Loach κινείται μέσα στο σταθερό πλαίσιο των πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων, που προκύπτουν από τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία χωρίς ενδοιασμούς.
Με την ταινία του καταδικάζει τις νέες συνθήκες εργασίας ως αποτέλεσμα μιας ανθρωποφάγου κοινωνίας, που σκοπό έχει μόνο το συμφέρον των μεγάλων πολυεθνικών και αναδεικνύει προβλήματα καθημερινών ανθρώπων που παλεύουν για την επιβίωση και όχι για την ίδια την ουσία της ζωής, αφού είναι αναγκασμένοι να βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Καθαρά ανθρωποκεντρική ταινία, με αρκετό χιούμορ, ρεαλιστική σκηνοθεσία και ηθοποιούς με ελάχιστη κινηματογραφική εμπειρία, ταινία προβληματισμού, προερχόμενη από μια συντηρητική κοινωνία όπως αυτή της Αγγλίας, με ένα τέλος που τα αφήνει όλα στο θεατή.

Τεμαχισμός και ξεπούλημα

  Τα σχέδια ιδιωτικοποίησης των Βρετανικών Σιδηροδρόμων, που είχαν εθνικοποιηθεί το 1948, τέθηκαν επί τάπητος μετά την προσφυγή της Βρετανίας στο ΔΝΤ το 1976 για τη χορήγηση δανείου 3,9 δισ.$ και ενόσω στην κυβέρνηση ήταν οι Εργατικοί με πρωθυπουργό τον Τζέιμς Κάλαχαν.
Η ιδιωτικοποίησή τους ωστόσο δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας των λαϊκών αντιδράσεων, ενώ και μετά την άνοδο των Συντηρητικών στη Βρετανία, με πρωθυπουργό τη «σιδηρά κυρία» Μάργκαρετ Θάτσερ, που προώθησε με ταχύτατους ρυθμούς τις σαρωτικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις μέσω και της επιβεβλημένης εξαιρετικά βίαιης καταστολής των λαϊκών και εργατικών κινητοποιήσεων, η άμεση ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων «απορρίφθηκε» (αρχικά) ως «εξαιρετικά δύσκολος στόχος».
  «Δύσκολος στόχος» για μία κυβέρνηση όπου το ξεπούλημα του δημόσιου τομέα έλαβε ‑διαχρονικά και ιδεολογικό υπόβαθρο και μαζικές διαστάσεις: «Βritish Telecom» το 1984, τα λεωφορεία το 1985, το φυσικό αέριο το 1986, η «British Airways», οι αρχές των αεροδρομίων το 1987, η εταιρεία παροχής ύδρευσης και η ηλεκτρική εταιρεία το 1990. Ακολούθησε η βιομηχανία άνθρακα, αφού προηγήθηκε η σύγκρουση με τους ανθρακωρύχους (1983–84) που τους συνέθλιψε στην κυριολεξία και τελικά άνοιξε ο δρόμος για την ιδιωτικοποίηση, μέσω της διάσπασης του σιδηροδρομικού δικτύου. Άρχισε να πραγματώνεται με το νόμο της 19ης Γενάρη του 1993 («British Coal and British Rail Act» 1993) επί πρωθυπουργίας Τζον Μέιτζορ.
  Το νομοσχέδιο, η εφαρμογή του οποίου διήρκεσε περίπου μία 3ετία, προέβλεπε τη διάσπαση του σιδηροδρομικού δικτύου σε «100 ανεξάρτητες εταιρείες και τμήματα», ενώ συμβόλαια με διάφορες εταιρείες συνήφθηκαν που προέβλεπαν την πλήρη πώληση του εμπορικού δικτύου, των υπηρεσιών, αποθηκών, συντήρησης αλλά και του δικτύου υψηλής ταχύτητας («Eurostar»), ενώ το δίκτυο μεταφοράς επιβατών και μέρος των υπηρεσιών για το επιβατικό κοινό ιδιωτικοποιήθηκε μέσω αναθέσεων.
Λίγο αργότερα η διοίκηση του Σιδηροδρομικού Δικτύου «Railtrack» που είχε τον έλεγχο των υποδομών και ανέλαβε το συντονισμό και τον έλεγχο όλων των υπολοίπων ιδιωτικοποιημένων υπηρεσιών και υποδομών του σιδηροδρόμου από το 1994 μέχρι και το 1996, μπήκε στο Χρηματιστήριο.
Χαρακτηριστικό είναι, όπως ανέφερε σε ενδελεχή έρευνα του σουηδικού περιοδικού TAG, ότι όλες οι υπηρεσίες και το δίκτυο για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού, είχαν κατατμηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να διευκολύνουν την «είσοδο και την έξοδο των επιχειρήσεων ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός», ενώ ως προϋπόθεση είχε τεθεί να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμοι οι συρμοί.
Για να επιτευχθεί ο στόχος της διαθεσιμότητας είχαν δημιουργηθεί τρεις εταιρείες οι ROSCOs («Rolling Stock Operating Company») που «ενοικίαζαν» τους συρμούς και τα βαγόνια σε εταιρείες που τα λειτουργούσαν, οι TOCs («Train Operating Companies»), ενώ το δίκτυο (ράγες) ήταν υπό την επίβλεψη της «Railtrack».
Αξίζει να σημειωθεί ότι λειτουργούν ακόμη περίπου 2.000 εταιρείες σ’ όλο το δίκτυο της Μ. Βρετανίας, και μόνο στο Λονδίνο λειτουργούν περί τις 28 TOCS. Μεταξύ αυτών και το «Eurostar Poy» εξαγοράστηκε από την «London & Continental Railways», της οποίας από τους βασικούς μετόχους είναι η «Virgin plc» — του πολυεκατομμυριούχου Ρίτσαρντ Μπράνσον — που επίσης έχει και την εταιρεία «Virgin Rail» κ.ά.
  Τα αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης δεν άργησαν να φανούν: Ραγδαία αύξηση της τιμής των εισιτηρίων, μείωση δρομολογίων, ελλιπής συντήρηση κά. (χαρακτηριστικό ότι τον τελευταίο χρόνο πριν την ιδιωτικοποίησή τους, το κόστος των Βρετανικών Σιδηροδρόμων ήταν 431 εκατ. λίρες, ενώ μία 10ετία μετά, το 2006, το κόστος είχε ανέλθει στα 6 δις λίρες, σύμφωνα με μελέτη της ASLEF, της ένωσης εργοδηγών. Όσο για το κόστος των εισιτηρίων, ήταν ‑σύμφωνα με έκθεση της UBS- «τα ακριβότερα στον πλανήτη». 

Μια μελέτη «Transport for Quality of Life» που δημοσίευσε το 2012 η εφημερίδα «Γκάρντιαν», αναφέρει ότι 1,2 δισ. λίρες χάνονται κάθε χρόνο από τα κρατικά ταμεία, εξαιτίας της ιδιωτικοποίησης και του τεμαχισμού των βρετανικών σιδηροδρόμων, χρήματα τα οποία θα μπορούσαν να επιφέρουν μειώσεις στα εισιτήρια κατά 18%.
Επίσης, το υψηλό κόστος διαχείρισης των τρένων από τους ιδιώτες, και η απουσία λογοδοσίας, κοστίζει στους επιβάτες γύρω στα 4 δις λίρες ετησίως, ποσό που αντανακλάται στο υψηλό κόστος μεταφοράς.
Οι Βρετανοί επιβάτες συμβάλλουν στην κερδοφορία και μονοπωλιακών ομίλων άλλων χωρών που εκμεταλλεύονται τους Βρετανικούς Σιδηροδρόμους, όπως ο γαλλικός (SNCF), ο γερμανικός («Deutsche Bahn») και άλλοι, που είναι κρατικές εταιρείες.