💥 José Doroteo Arango Arámbula (Χοσέ Ντοροτέο Αράνγκο
Αράμπουλα 5-Ιουν-1878 – δολοφονήθηκε 20- Ιουλ-1923), γνωστός ως Pancho Villa (Πάντσο
Βίγια) ή Francisco Villa (Φρανσίσκο Βίγια), υπήρξε μαζί με τους Εμιλιάνο Ζαπάτα
και Πασκουάλ Ορόσκο, ένας από τους πρώτους επαναστάτες Μεξικανούς στρατηγούς (επανάσταση
1910-1917 που συντέλεσε στην πτώση του δικτάτορα Πορφίριο Ντίας ως επικεφαλής
της Στρατιάς του Βορρά (División del Norte). 💥 Emiliano Zapata Salazar (8-Αυγ-1879–δολοφονήθηκε 10-Απρ-1919): αναδείχθηκε σε
σπουδαία ηγετική προσωπικότητα των ανταρτών της αγροτικής Μεξικανικής
Επανάστασης _1910, κατά του προέδρου της χώρας, Πορφίριο Ντίας και της
συγκεχυμένης περιόδου που ακολούθησε (1911–1917). Οργάνωσε και διοικούσε
σημαντική επαναστατική δύναμη, τον ονομαζόμενο "Απελευθερωτικός Στρατός
του Νότου". Οι δυνάμεις του Ζαπάτα συνέβαλαν στην πτώση του Ντίας,
νικώντας τον Ομοσπονδιακό Στρατό στη Μάχη της Κουάουτλα (Μάιο του 1911), αλλά
όταν ο επαναστατικός ηγέτης Francisco Ignacio Madero έγινε πρόεδρος, αποκήρυξε
τον ρόλο των Ζαπατίστας, καταγγέλλοντάς τους ως απλούς ληστές 100+++ Χρόνια Μεξικάνικης Επανάστασης
Η Μεξικανική Επανάσταση, γνωστή και ως Μεξικανικός
Εμφύλιος Πόλεμος, ήταν ένας μεγάλος _όπως όλες οι επαναστάσεις ένοπλος αγώνας
που διήρκεσε περίπου από το 1910 έως το 1920 Το πνεύμα της Μεξικάνικης
Επανάστασης, το πιο κρίσιμο γεγονός της σύγχρονης ιστορίας του Μεξικού, επιζεί
με ζωντάνια μέσα από τον κινηματογράφο του Μεξικού, για περισσότερο από 85
χρόνια με σημαντικές ταινίες όπως "Vamonos con Pancho Villa!» του Fernando de Fuentes (1936, 92'), που μέχρι
και σήμερα θεωρείται η καλύτερη του μεξικάνικου σινεμά. Δόξασε τον αγώνα Ο μεξικάνικος κινηματογράφος προσπάθησε να καταγράψει
ένα συνταρακτικό γεγονός, που επηρέασε ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και να
δοξάσει τον αγώνα των απλών ανθρώπων για τη δημοκρατία, που είχε καταπατηθεί
άγρια, την ελευθερία τους, καθώς είχαν μετατραπεί σε δούλους μέσα στην ίδια
τους τη χώρα, και την ανεξαρτησία τους από ξένες επιρροές, που επέβαλλαν
πολιτικά συστήματα και ανάλογους ανθρώπους. Στο διάστημα της Επανάστασης γίνανε μεγάλες πολιτικές
και κοινωνικές αλλαγές. Ήταν μια πολύ αιματηρή περίοδος, γεμάτη ένοπλες
συγκρούσεις, σκληρούς και αμείλικτους γαιοκτήμονες, απίστευτους οικονομικούς
θησαυρούς που παρήγαγαν τα τσιφλίκια και εκμεταλλεύονταν οι λίγοι με την
προστασία ενός δικτάτορα, και ένα απόλυτα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Από την
άλλη, φτωχός κόσμος, μανάδες με γιους, οικογένειες με μικρά παιδιά που δούλευαν
όλοι κάτω από το μαστίγιο, περιπλανώμενοι εργάτες χωρίς στον ήλιο μοίρα,
άκληροι ιθαγενείς που τους αρπάξανε τη γη με τη βία. Και, τέλος, επαναστατικός
ενθουσιασμός, ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, λαϊκοί ήρωες, όπως ο Πάντσο Βίγια και
ο Εμιλιάνο Ζαπάτα, πολέμησαν σαν τίγρεις και λιοντάρια, ενθουσιάσανε το λαό,
λατρευτήκανε, τραγουδηθήκανε, γίνανε ταινίες και παγκόσμια αγωνιστικά
σύμβολα...
Marcela Fernandez Violante
Ο ίδιος ο μεξικάνικος λαός, από την αρχή της
Επανάστασης, προσπάθησε να καταγράψει την πορεία του Πάντσο Βίγια και των
ανταρτών του με ντοκιμαντέρ, αλλά και με ταινίες μυθοπλασίας, αφιερωμένες στους
αγώνες του και την προσωπικότητά του, του ίδιου και του Ζαπάτα. Από τη 10ετία
του '30 κιόλας, λίγα χρόνια μετά τη λήξη της Επανάστασης, γυρίστηκαν
μεξικάνικες ταινίες με θέμα κυρίως αυτούς τους δύο ήρωες. Οι πιο σημαντικοί σκηνοθέτες που έχουν ασχοληθεί με το
θέμα της Επανάστασης είναι εκτός από τον Fernando de Fuentes, οι Ismael Rodriguez, Marcela Fernandez
Violante, Emilio Fernandez, Edmundo, κ.ά.
Έμπνευση για νέους αγώνες Ο Fuentes, ένας πολύ σημαντικός δημιουργός, πριν
ξεκινήσει να σκηνοθετεί, είχε εργαστεί και στο Χόλιγουντ ως ηθοποιός και η
γνωριμία του με τον Σεργκέι Αϊζεντάιν, που βρισκόταν εκεί την ίδια εποχή, είχε
σημαντική επίδραση πάνω του και στο έργο του. Μέσα από την κινηματογραφική του
τριλογία el prisionero 13, el compadre Mendoza, και vamonos con Pancho Villa, περιέγραψε τον
πόλεμο με μια αιχμηρή, κριτική ματιά και ανέδειξε τη δραματική ένταση των
γεγονότων, με έναν τρόπο που τον έκαναν κλασικό. Η ανθρώπινη, σπαρακτική
ιστορία του el prisionero 13, για τον αγώνα ενός καθεστωτικού πατέρα να σώσει
τον επαναστάτη γιο του, ο "συμπατριώτης" Mendoza, ο κοινός άνθρωπος
που θέλει να τα έχει καλά με όλες τις πλευρές για να επιβιώσει, αλλά
αναγκάζεται τελικά να πάρει θέση, και οι αγρότες του vamonos con Pancho Villa,
που αποφασίζουν να αφήσουν τα σπίτια τους για να ακολουθήσουν τον Πάντσο Βίγια στο
δύσκολο και μοιραίο αγώνα του, είναι οι τρεις ιστορίες που καθιέρωσαν τον
Fuentes ως έναν από τους καλύτερους Μεξικανούς σκηνοθέτες.
Ένας άλλος σημαντικός δημιουργός που γύρισε ταινίες με
θέμα την Επανάσταση, ήταν ο Ismael
Rodreguez, ο οποίος ήταν σκηνοθέτης μεγάλων Μεξικανών
αστεριών (Dolores del Río, María Félix, Toshiro Mifune, Jorge Negrete, Sara
García, Luis Aguilar, Tito Guízar κά), που ασχολήθηκε και με γυναικείους
χαρακτήρες, καθώς μεγάλο ρόλο στην Επανάσταση έπαιξαν και γυναίκες, και πιο
ρομαντικές ιστορίες και μελοδράματα, που βρήκαν μεγάλη απήχηση στο
κινηματογραφικό κοινό. Και σε όλη τη δεκαετία του '60 ο θρύλος της
Μεξικάνικης Επανάστασης εξακολουθούσε να εμπνέει - ως φόντο κυρίως τώρα -
πολλές ταινίες, όπως la bandida, la valentina και Juana Gallo, όπου
πρωταγωνιστούσε η Maria Filix, άλλες δραματικές και άλλες με πιο κωμική
διάθεση. Ενώ αίσθηση προκάλεσε και η σπαραχτική «στρατιωτίνα» la soldadera (1967)
του Jose Bolanos.
Σ. Αδαμίδου_Ριζοσπάστης
Η δεκαετία του '70, όμως, υπήρξε πιο "ώριμη" στο θέμα της Επανάστασης στο
μεξικάνικο κινηματογράφο, καθώς είχε υπάρξει πια μεγάλη απόσταση χρόνου, και
δημιούργησε μια πιο κριτική ματιά και καλύτερη ανασκόπηση των τότε
συγκλονιστικών γεγονότων. Από τη δεκαετία του '80 και έπειτα, η Μεξικάνικη
Επανάσταση συνέχισε να απεικονίζεται τόσο με ταινίες μυθοπλασίας, όσο και με
έναν αυξανόμενο ρυθμό ντοκιμαντέρ. Στα σημερινά χρόνια, εποχή κρίσεων και
δυσκολιών, οι βιογραφίες και προσωπογραφίες του Ζαπάτα και του Βίγια ήρθαν στο
προσκήνιο ακόμα πιο έντονα, μέσα από ντοκιμαντέρ που παρουσιάζουν τα θαυμαστά
κατορθώματα των δύο ηγετών και αποτελούν έμπνευση για νέους ανθρώπους και νέους
αγώνες. Παράλληλα, πολλά ντοκιμαντέρ, καταγράφουν ανθρώπινες μαρτυρίες και
ανθρώπους που θυμούνται ιστορίες από γονείς και παππούδες ενώ συμπεριλαμβάνουν
και νέα στοιχεία για την Επανάσταση.
Σκηνοθεσία
Ελία Καζάν _ΠαραγωγήΝτάριλ Φ. Ζάνουκ
Σενάριο Τζον Στάινμπεκ
Πρωταγωνιστές Μάρλον Μπράντο, Τζην Πίτερς, Άντονι Κουίν, Τζόζεφ Γουάιζμαν, Άλαν
Ριντ, Margo, Μίλντρεντ Ντάνοκ, Φρανκ Σιλβέρα, Άμπνερ Μπίμπερμαν, Χένρι Σίλβα,
Άρνολντ Μος, Φέι Ρουπ, Νέστωρ Πάιβα, Ρίτσαρντ Γκάρικ, Τζορτζ Τζ. Λιούις, Φρανκ
Ντε Κόβα, Φρεντ Σάντοφ, Ρικ Ρόμαν, Rico Alaniz, Πίτερ Μαμάκος, Λάρι Ντουράν,
Φίλιπ Βαν Ζαντ, Φλόρενς Έιμς, Άλεξ Μοντόγια
Μουσική Άλεξ Νορθ | Φωτογραφία Τζόζεφ ΜακΝτόναλτ | Μοντάζ Μπάρμπαρα ΜακΛίν
Viva Zapata! _Αμερικανική βιογραφική δραματική ταινία με στοιχεία μυθοπλασίας
του 1952
Ένας μεξικάνος ινδιάνος γεωργός, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα (Μάρλον Μπράντο), αποτελεί
μέλος μιας αντιπροσωπείας αγροτών που συναντούν το δικτάτορα του Μεξικού,
Πορφίριο Ντίαζ (Φέι Ρούπι), για να διαμαρτυρηθούν για την καταπάτηση της γης
τους. Ο Ντίαζ όμως δεν ακούει τις διαμαρτυρίες τους και μετά από αυτή τη
συνάντηση ο Ζαπάτα, μαζί με τον αδελφό του, Έουφέμιο (Άντονι Κουίν), γίνεται
αντάρτης. Το αίτημα για ανακατανομή της γης οδηγεί όλη τη χώρα σε εξέγερση, υπό
την αρχηγεία του Φρανσίσκο Μαντέιρο (Χάρολντ Γκόρντον). Όταν τελικά η κυβέρνηση
του Ντίαζ πέφτει, τη θέση του παίρνει ο Μαντέιρο κι ο Ζαπάτα διαπιστώνει ότι τελικά
τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Πρώτη επιλογή για το ρόλο του Εμιλιάνο Ζαπάτα ήταν ο Τάιρον Πάουερ, ενώ η
Μέριλιν Μονρόε προσπάθησε να αποσπάσει κάποιο ρόλο στην ταινία... εν τέλει ο Μπράντο
επελέγη για το ρόλο του Ζαπάτα, προς απογοήτευση του Άντονι Κουίν, ο οποίος
πίστευε ότι τα χαρακτηριστικά του που παρέπεμπαν περισσότερο σε Λατίνο απ' ότι
εκείνα του Μπράντο θα του εξασφάλιζαν το ρόλο__Παρόλα αυτά ο Κουίν κέρδισε το
πρώτο του, από τα δύο όσκαρ Β' ανδρικού ρόλου. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων
ο Κουίν και ο Μπράντο δέθηκαν σαν αδέρφια. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στο
Μεξικό, στο Ρώμη, στο Κολοράντο και στο Ντουράνγκο. Η ταινία δεν προσφέρει
πραγματικές πληροφορίες πάνω στη δράση και την προσωπικότητα του Ζαπάτα, αλλά
πάνω στο μύθο του.
Λογοκρισία: Ο Καζάν, την ίδια εποχή είχε καταδώσει συναδέλφους του στην
Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων ενώ η Αμερική μαστίζονταν από την
πολιτική ΜακΚάρθι και το κυνήγι των μαγισσών, προσπάθησε με το Βίβα Ζαπάτα και
με Το λιμάνι της αγωνίας (On the Waterfront, 1954), δύο ταινίες με έντονο
πολιτικό ύφος (όπου γίνεται αναφορά σε συνδικάτα και σε επανάσταση), να
δικαιολογήσει τις πράξεις του. Την ιστορία του Ζαπάτα ο Καζάν χρησιμοποίησε για
να κάνει ένα έμμεσο σχόλιο πάνω στον σταλινισμό, ενώ στην αυτοβιογραφία του ο
σκηνοθέτης χαρακτήρισε την ταινία αντικομουνιστική.
Βραβεία: Η ταινία προτάθηκε για 5 βραβεία Όσκαρ και χάρισε στον Άντονι Κουίν το
Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Ο Μπράντο βρέθηκε υποψήφιος για όσκαρ Α' Ανδρικού
Ρόλου για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, αλλά έφυγε από την τελετή για άλλη μια
φορά με άδεια χέρια, έχοντας χάσει το βραβείο από τον Γκάρι Κούπερ για την
ταινία του Φρεντ Τσίνεμαν Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές (High Noon). Ο
ηθοποιός θα έπρεπε να περιμένει ακόμη δυο χρόνια για να βραβευτεί. Το 1954 η
τρίτη του και τελευταία συνεργασία με τον Ελία Καζάν για Το Λιμάνι της Αγωνίας
του χάρισε το πρώτο του όσκαρ. Την ίδια χρονιά ο Μπράντο τιμήθηκε για την
ερμηνεία του από το Φεστιβάλ των Καννών και κέρδισε και Βραβείο BAFTA Καλύτερης
Ανδρικής Ερμηνείας από ξένο ηθοποιό. Ο Καζάν ήταν επίσης υποψήφιος για το Χρυσό
Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών αλλά έχασε το βραβείο από τον Όρσον Γουέλς για
την ταινία Οθέλλος και από τον Ρενάτο Καστελάνι για την ταινία Δυο πεντάρες
ελπίδα (Due soldi di speranza)
Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ) __Β’ Ανδρικού Ρόλου – Άντονι Κουίν | Υποψηφιότητα:
Α’ Ανδρικού Ρόλου – Μάρλον Μπράντο | Καλλιτεχνικής διεύθυνσης (σκηνικών) – Λάιλ
Ρ. Γουίλερ, Λίλαντ Φούλερ, Τόμας Λιτλ και Κλοντ Ε. Κάρπεντερ | Πρωτότυπου
Σεναρίου – Τζον Στάινμπεκ | Μουσικής Επένδυσης - Άλεξ Νορθ
Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα Partido Revolucionario Institucional _PRI Ένας χαμαιλέων στην "αυλή των ΗΠΑ" Το Partido Revolucionario Institucional __PRI, από την
ίδρυσή του το 1929, κυβέρνησε το Μεξικό για 71 συνεχόμενα χρόνια, έως που στις
εκλογές του 2000, έχασε και παρέδωσε την εξουσία στο Κόμμα Εθνικής Δράσης.
Έπειτα από 12 χρόνια στην αντιπολίτευση, το 2012 ο υποψήφιος του, Enrique Peña
Nieto, εξελέγη πρόεδρος Ωστόσο, στις εκλογές του 2018, το κόμμα ξαναέχασε την
εξουσία, αυτήν την φορά από τον "αριστερό" συνασπισμό κομμάτων
ΜΟΡΕΝΑ. Όταν ιδρύθηκε, είχε το όνομα "Εθνικό Επαναστατικό Κόμμα", λίγα
χρόνια αργότερα άλλαξε το όνομα του σε "Κόμμα της Μεξικανικής Επανάστασης",
και τελικά το 1946 υιοθέτησε το σημερινό του όνομα. Στις 4 του Μάρτη 2000, γιόρτασε τα 70 χρόνια από την
ημέρα της ίδρυσής του, που συνάμα ήταν και η συμπλήρωση των 70 συναπτών ετών
αδιάλειπτης παραμονής του στην εξουσία. Ωστόσο, αυτός ο γιορτασμός έγινε κάτω
από συνθήκες απίστευτου μετασχηματισμού της μεξικανικής οικονομίας και κατά
συνέπεια και κοινωνίας. Ένας μετασχηματισμός _που συνεχίζεται και στην
κυριολεξία, έκανε το κυβερνών κόμμα να σπαράσσεται από εσωτερικές διχογνωμίες
και οξύτατες αντιθέσεις, γεγονός που θα του στοίχιζε την εξουσία. Το
μακροβιότερο κόμμα του πλανήτη ανήκε πλέον για λίγο στην ιστορία__αλλά ο Μανωλιός…
Ένα κόμμα, που αναζητά κανείς τις ρίζες του στις μέρες
της επανάστασης του 1910-'16 κατά του δικτάτορα Πορφίριο Ντίας, υπό τον
Εμιλιάνο Ζαπάτα και το Πάντσο Βίγια, αλλά που όλη του η πορεία, μετά το θάνατο
του Ζαπάτα και τον εξοστρακισμό του Βίγια, περιστρέφεται γύρω από τα διλήμματα
και τους φόβους της εγχώριας καθεστηκυίας τάξης. Από τη μία, να στηρίζεται
στους αγώνες του μεξικανικού λαού και κυρίως της εργατικής αγροτικής τάξης για
την εγκαθίδρυση ενός δίκαιου κράτους, ανεξάρτητου από το ξένο κεφάλαιο και, την
ίδια στιγμή, την ποδηγέτηση των αγώνων αυτών, ούτως ώστε ποτέ να μη δυναμώσουν
αρκετά και τους απειλήσουν.
Η αυγή Η επανάσταση, που ξέσπασε το 1910 μετά την αντίδραση
των γαιοκτημόνων του βορρά ενάντια στην πολιτική για τη γη του Ντίας, σαν φλόγα
εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη χώρα, που έβραζε και πέρασε στα χέρια των
καταπιεζόμενων και εξαθλιωμένων εργατών και αγροτών, που ήδη από το 1906 είχαν
αρχίσει τους δικούς τους αγώνες με συνεχείς απεργίες που κατέληγαν σε
αιματοχυσία. Στόχοι της επανάστασης ήταν η αποτροπή της εξάπλωσης και περαιτέρω
διείσδυσης του αμερικανικού κεφαλαίου, ο περιορισμός της επιρροής της Καθολικής
Εκκλησίας, η αναδιανομή της γης και η αναγνώριση των κοινωνικών και πολιτικών
ελευθεριών, ισότιμα για όλους τους Μεξικανούς. Σύντομα όμως, αξιωματικοί που λιποτάκτησαν από τον
τακτικό στρατό, αφού συνέστησαν τον "Συνταγματικό Στρατό", κατάφεραν
να υπερσκελίσουν τελικά το 1917 τον "αγροτιστή" Ζαπάτα, εξαιτίας της έλλειψης προγράμματος για την εργατική τάξη και
να "πάρουν το πάνω χέρι". Δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Εμιλιάνο
Ζαπάτα και με την ολοκληρωτική ήττα των "κόκκινων ταξιαρχιών" του
Βίγια, θα γεννηθεί το 1929 το "Επαναστατικό Κόμμα" (Εθνικό) Μετά το Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο, θα μετονομαστεί και θα μετονομαστεί και θα μετονομαστεί και η
πορεία του όλες αυτές τις δεκαετίες θα είναι αντάξια της σχιζοειδούς ονομασίας
του. Μία μείξη εθνικών, φιλελεύθερων και σοσιαλιζόντων στοιχείων. Μέχρι τη
δεκαετία του '80 ωστόσο, δε θα εγκαταλείπει φανερά την έννοια του "λαϊκού
κράτους", αλλά την ίδια στιγμή δε θα διστάζει να πνίγει στο αίμα τις
μαζικές απεργίες της δεκαετίας του '40 και του '50, αλλά και τη φοιτητική και
μαθητική εξέγερση το 1968, στο Τλατέλολκο, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών
Αγώνων. Η δύση Όμως, όλα αυτά θα περάσουν ανεπιστρεπτί στην ιστορία
με την κρίση του χρέους του 1982 και την εφαρμογή των μέτρων που επέτασσαν το
ΔΝΤ και ΠΤ, δηλαδή αθρόες περικοπές των κοινωνικών δαπανών, σταδιακή πώληση
γης, βιομηχανιών και πλουτοπαραγωγικών πηγών στο ξένο κεφάλαιο, σταδιακό
χαλάρωμα των περιοριστικών μέτρων κατά της Εκκλησίας. Ειδικά κατά τη
διακυβέρνηση του Σαλίνας, η μεταστροφή είναι ριζική, καθώς από το 1988 τα
συμφέροντα την εγχώριας ολιγαρχίας συνυφαίνονται πια με την παγκόσμια αγορά.
Αυτή ακριβώς η πορεία θα αποτελέσει και τη μεγάλη κρίση ταυτότητας του PRI με
την αποχώρηση, το 1988, μεγάλου τμήματος της βάσης του και τη δημιουργία του
PRD. Η κρίση και τα σκάνδαλα θα συνεχιστούν, το PRI θα γίνει συνώνυμο της
διαφθοράς και η πτώση του ήταν αναμενόμενη. Αυτή η καθοδική πορεία θα ανοίξει το δρόμο στο ΡΑΝ και
τον Βινσέντε Φοξ, που είναι ο πιο αυθεντικός εκφραστής και υπερασπιστής αυτών
που προσπάθησε να ανατρέψει ο Ζαπάτα: Το μεγάλο κεφάλαιο, την απόλυτη εξάρτηση
από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Εκκλησία. Μπορεί ο Φοξ να δηλώνει ότι είναι
η "επανάσταση της ελπίδας" των Μεξικανών, ωστόσο μάλλον είναι ο
άνθρωπος που θα παραδώσει το Μεξικό δεμένο χειροπόδαρα στις ΗΠΑ, ή μάλλον ό,τι
απόμεινε από το Μεξικό. Ο άνθρωπος, που εκφράζει τα πιο φανατικά καθολικά
στοιχεία και που ταυτόχρονα εγγυάται ομαλή, αξιοπρεπή και κυρίως χωρίς "πονοκεφάλους"
οικονομική και κοινωνική πορεία της χώρας, "μέσα στο πλαίσιο του
παγκόσμιου χωριού".
José Doroteo Arango Arámbula
γνωστός ως Pancho Villa _Francisco Villa
Για τους εχθρούς του αδίστακτος ληστής,
βιαστής και φονιάς, για το μεξικανικό λαό ο Φρανσίσκο “Πάντσο” Βίγια ήταν ένας
από τους μεγαλύτερους μύθους στην ιστορία της χώρας, κι αυτό πριν ακόμα
δολοφονηθεί. Ο “Ρόμπιν Χουντ” του Μεξικού γεννήθηκε στις 5 Ιούνη 1878 στο Σαν
Χουάν ντελ Ρίο. Την εποχή εκείνη η χώρα βρίσκεται υπό την αυταρχική
διακυβέρνηση του Πορφίριο Ντίας. ” Η τραγωδία της ζωής μου άρχισε τη μέρα που
γεννήθηκα, μέσα στη φτώχεια που είχα από την κούνια μου”, έγραφε αργότερα ο
Βίγια στα απομνημονεύματά του. Η ένδεια δεν του επέτρεψε να αποκτήσει μόρφωση
πέραν της ανάγνωσης και της γραφής. Η οικογένεια του εργαζόταν για λογαριασμό
ενός μεγαλογαιοκτήμονα της περιοχής, ο οποίος επιβουλευόταν την τιμή της
αδερφής του Βίγια, οδηγώντας τον τελευταίο να τον πυροβολήσει στο πόδι το 1894,
κάτι που τον έκανε να δραπετεύσει το 1894 και να καταφύγει ως παράνομας στα
βουνά της Σιέρα Μάντρε.
Αυτό τον βοήθησε πολύ για την μετέπειτα
επαναστατική του δράση, καθώς γνώρισε τη γεωμορφολογία της περιοχής και ανέπτυξε
επαφές που θα του φαινόταν χρήσιμες αργότερα. Κατά τα έτη 1900-1909 ο ίδιος και
οι άνδρες του έγιναν ίνδαλμα των φτωχών χωρικών . Ως επικεφαλής της “Μεραρχίας
του Βορρά” έδωσε μερικές από τις καθοριστικότερες μάχες της Μεξικανικής
Επανάστασης του 1910 κατά του Ντίας και μαζί με τους Εμιλιάνο Ζαπάτα και
Πασκουάλ Ορόσκο θεωρείται από τις πιο ηγετικές φυσιογνωμίες αυτού του αγώνα.
Όταν ο νέος πρόεδρος Μαδέρο, στο πλευρό του οποίου είχε ταχτεί και ο Βίγια,
αρνήθηκε να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις που είχε εξαγγείλει, ο ίδιος
στράφηκε εναντίον του και φυλακίστηκε σε ισόβια λόγω ανυπακοής το 1912.
Κατόρθωσε να διαφύγει στις ΗΠΑ και για να μην εντοπιστεί διακινούσε την
αλληλογραφία του με ταχυδρομικά περιστέρια. Μετά την επιστροφή του τάχθηκε στο
πλευρό της επανάστασης του Βενουστιάνο Καράντσα και κυριάρχησε με το ιππικό του
στο κρατίδιο του Τσιάουαουα, όπου απαλλοτρίωσε ιδιοκτησίες μεγαλογαιοκτημόνων,
και εφοδίασε τα στρεύματά του επιτιθέμενος σε αμαξοστοιχίες με πολεμικό υλικό.
Η εσπευσμένη αναγνώριση της νέας
κυβέρνησης του Καράντσα από τις ΗΠΑ το 1815 προκαλεί την καχυποψία του Βίγια, ο
οποίος επισείει τη μήνι των αμερικανικών αρχών όταν μαζί με το Ζαπάτα στις 9
Μάρτη 1916 περνούν τα σύνορα κι επιτιτίθενται στην πόλη Κολούμπους του Νέου
Μεξικού. Η εκστρατεία αντεκδίκησης που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ υπό τον στρατηγό Τζον
Πέρσινγκ, που καταδίωκε για μήνες το Ζαπάτα, έπεσε τελικά στο κενό.
Το 1920, μετά τη δολοφονία του βασικού
του αντιπάλου Καράντσα ο Βίγια ζήτησε και πέτυχε αμνηστία από τη νέα κυβέρνηση,
που του παραχώρησε επίσης σύνταξη και μια χασιέντα 25.000 εκταρίων, όπου
μεταφέρθηκε μαζί με 200 πιστούς ακολούθους του που επίσης αμνηστεύτηκαν. Η
πρόθεση του Βίγια να πολιτευτεί ωστόσο θορύβησε πολύ τον πρόεδρο του Μεξικού
Άλβαρο Ομπρεγκόν, κάτι που καθιστά πιθανότερο σενάριο της δολοφονίας του, που
έγινε σαν σήμερα το 1923 να επρόκειτο για συνωμοσία της μεξικανικής κυβέρνησης.
Οι εκτελεστές, όλοι γνωστοί οπαδοί του Ομπρεγκόν, γάζωσαν με 47 σφαίρες το σώμα
του Βίγια, καθώς εκείνος οδηγούσε το όχημά του.
Τάφηκε την επομένη της δολοφονίας στο
Παράλ, κι όχι στην πρωτεύουσα του κρατιδίου Τσιουάουα, όπου είχε φτιάξει το
μαυσωλείο του, υπό το φόβο των λαϊκών αντιδράσεων. Το κρανίο του κλάπηκε από
τον τάφο το 1926, σύμφωνα με το θρύλο από κυνηγό θησαυρών που το πούλησε σε
εκκεντρικό εκατομμυριούχο συλλέκτη. Το 1976 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο
“Μνημείο της Επανάστασης” στην Πόλη του Μεξικού. Στο σημείο της δολοφονίας του
βρίσκεται το Μουσείο Φραντσίσκο Βίγια στο Παράλ, όμως _αυτή είναι η μοίρα των λαϊκών
ηρώων στον καπιταλισμό η μνήμη του δεν τιμάται στη χώρα του όσο θα άξιζε στην
προσφορά του. Στην πρωτεύουσα, μόνο ένας σταθμός του μετρό φέρει το όνομα
“Μεραρχία του Βορρά” σε ανάμνηση της στρατιάς του Βίγια.
México | Méjico Το Μεξικό _Estados Unidos
Mexicanos έχει έκταση
1.964.375 τ.χλμ (15 Ελλάδες) και πληθυσμό ~126.000.000. Πρωτεύουσα είναι η Πόλη
του Μεξικού (19,2
εκατομμυρίων _η μητροπολιτική περιοχή του, καθιστώντας την τη μεγαλύτερη στο
δυτικό ημισφαίριο και δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο). Το 2005 αυτή ταξινομήθηκε
ως η πλουσιότερη αστική συσσώρευση ΑΕΠ στον κόσμο. Ωστόσο, συνεχίζει να παλεύει
με την κοινωνική ανισότητα, τη φτώχεια και την εκτεταμένη εγκληματικότητα.Το Μεξικό έχει το 15ο
μεγαλύτερο ονομαστικό ΑΕΠ και την 11η μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Μέχρι
το 2050, το Μεξικό μπορεί να έχει γίνει η πέμπτη με έβδομη μεγαλύτερη οικονομία
του πλανήτη. Είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο στην εξαγωγή αργύρου, πέμπτη στον
χρυσό, δεύτερη στον χαλκό, μόλυβδο και ψευδάργυρο. Υπάρχουν ακόμη τεράστια
κοιτάσματα κάρβουνου, τσίγκου, καδμίου, ενώ ακόμη εξορύσσονται βισμούθιο,
ουράνιο, αντιμόνιο, σιδηρομετάλλευμα, μολυβδένιο, υδράργυρος, πετρέλαιο και
φυσικό αέριο.
Δείτε ΡιζοσπάστηςΚαταστολή κατά απεργών εκπαιδευτικών | ΗΠΑ_Νέα διατάγματα για τους μετανάστες και το Μεξικό
| Στο
Μεξικό φουντώνει ο αντικαπιταλιστικός αγώνας_ Μιλάει στον "Ρ"
ο Πάβελ Μπλάνκο, ηγετικό στέλεχος του Κόμματος των Κομμουνιστών του Μεξικού
👊 Πρωτότυπο 👀
Φοιτητική Εφημερίδα, Τεύχος 1, Σεπτέμβριος 1903 τόμος 7, σελ. 341-356 | Газета
“Студент” №1 Сентябрь 1903 гПечатается
по тексту Газеты “Студент” №1 т. 7. c.341-356Η συντακτική προβολή του θέματος, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, αν δεν κάνουμε λάθος,
στο τεύχος 4 (28) της Osvobozhdeniye καιπαρομοίως έγινε δεκτή από την Iskra, μαρτυρά, κατά τη γνώμη μας, ένα
σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στις απόψεις της συντακτικής επιτροπής από την
έκδοση του τεύχους _σσ. το Osvobozhdeniye “Απελευθέρωση” ήταν ένα φιλελεύθερο
περιοδικό κατά τα τελευταία χρόνια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πριν από το
Οκτωβριανό Μανιφέστο (1905 ως απάντηση στην Επανάσταση του 1905). Το περιοδικό
ιδρύθηκε το 1902 καικυκλοφόρησε
παράνομα μέχρι το 1905. Εκδιδόταν στη Στουτγάρδη (Γερμανία) καιστο Παρίσι (Γαλλία), διαδοχικά. Η έκδοση
εισερχόταν λαθραία στη Ρωσία σε τακτική βάση καιαπολάμβανε ευρύ αναγνωστικό κοινό. Στους
συνεισφέροντες περιλαμβάνονταν ο Pavel Milyukov, ο οποίος για ένα σύντομο
χρονικό διάστημα το 1917 θα γινόταν ΥπΕξ καιο Pyotr Struve, ο οποίος ίσως είχε τη μεγαλύτερη επιρροή ως εκδότης του
Osvobozhdeniye. σσ__ ο Πιότρ (ή Πιότρ ή Πετρ) Μπερνγκάρντοβιτς Στρούβε (Пётр
Бернга́рдович Стру́ве1870-1944) ήταν Ρώσος πολιτικός οικονομολόγος, φιλόσοφος,
ιστορικός καιεκδότης. Ξεκίνησε την
καριέρα του ως μαρξιστής, αργότερα έγινε φιλελεύθερος καιμετά την Μπολσεβίκικη Επανάσταση, εντάχθηκε
στους “Λευκούς” _από το 1920, έζησε εξόριστος στο Παρίσι, όπου ήταν εξέχων
επικριτής του κομμουνισμού των μπολσεβίκων
👊 Στην
ψαγμένη σ.σα ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ ✨Μυρτώ Ν. _Παγκράτι … νυν Berlin με ένα
σπιτάκι στην ιστορική Καλοσκοπή _όπου βρήκα προσεχτικά φυλαγμένο ένα αντίγραφο
__βλ. φωτο στο τέλος της ανάρτησης
Την εποχή του παγκόσμιου πολέμου _Σ’ ένα κελί της ιταλικής φυλακής Σαν Κάρλο
Γεμάτο από κρατούμενους στρατιώτες, μεθυσμένους και κλέφτες Έγραψε ένας σοσιαλιστής φαντάρος στον τοίχο απάνω με μολύβι: ΖΗΤΩ Ο ΛΕΝΙΝ!
Πολύ ψηλά στο μισοσκότεινο κελί, ίσα-ίσα να φαίνεται, μα
Με πελώρια γράμματα γραμμένο.
Μόλις το είδανε οι δεσμοφύλακες, στείλανε έναν μπογιατζή μ’ έναν κουβά ασβέστη
Κι αυτός με μια βούρτσα με μακρύ κοντάρι ασβέστωσε την απειλητική
επιγραφή.
Μα μόνο της γραφής το χαρακτήρα, με τον ασβέστη του άλλαξε
Και τώρα έστεκε ψηλά μες στο κελί μ’ ασβέστη: ΖΗΤΩ Ο ΛΕΝΙΝ!
Και δεύτερος μπογιατζής έβαψε από πάνω την επιγραφή με μια
μεγάλη βούρτσα
Έτσι που εξαφανίστηκε για ώρες, μα κατά το πρωί
Που στέγνωσε ο ασβέστης, ξεπρόβαλε από κάτω η επιγραφή ξανά: ΖΗΤΩ Ο ΛΕΝΙΝ!
Τότε στείλανε οι δεσμοφύλακες ενάντια στην επιγραφή έναν
οικοδόμο
Με ένα μαχαίρι. Κι αυτός την έξυσε γράμμα προς γράμμα, για μια ώρα
Και όταν τελείωσε, φάνταζε μέσα στο κελί ψηλά, άχρωμη πλέον
Μα βαθιά μέσα στον τοίχο χαραγμένη, η ανίκητη επιγραφή: ΖΗΤΩ Ο ΛΕΝΙΝ!
Τώρα ρίξτε τον τοίχο! είπε ο φαντάρος.
__Λένιν τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας
Ο
κ. Struve δεν έκανε λάθος όταν έσπευσε να εκφράσει τη διαφωνία του με τις
απόψεις που εκφράζονται στη δήλωση: αυτές οι απόψεις, πράγματι, αποκλίνουν
ριζικά από την τάση του οπορτουνισμού στην οποία το φιλελεύθερο-αστικό όργανο
ακολουθεί τόσο σταθερά καιμε ζήλο.
Έχοντας αναγνωρίσει ότι “το επαναστατικό συναίσθημα από μόνο του δεν μπορεί να
δημιουργήσει μια ιδεολογική ενοποίηση των φοιτητών”, ότι “για τον σκοπό αυτό
είναι απαραίτητο ένα σοσιαλιστικό ιδανικό, βασισμένο σε μια ή την άλλη
σοσιαλιστική κοσμοθεωρία” και , επιπλέον, μια “οριστική, ολοκληρωμένη”
κοσμοθεωρία, η συντακτική επιτροπή του “Φοιτητή” έχει ήδη σπάσει κατ’ αρχήν την
ιδεολογική αδιαφορία καιτον θεωρητικό
οπορτουνισμό, θέτοντας το ζήτημα των μέσων επαναστατικοποίησης των φοιτητών στο
σωστό έδαφος. Είναι αλήθεια ότι, από την τρέχουσα άποψη του χυδαίου
“επαναστατισμού”, η ιδεολογική ενοποίηση των φοιτητών δεν απαιτεί μια ολιστική
κοσμοθεωρία, αλλά την αποκλείει. Η ιδεολογική ενοποίηση σηματοδοτεί μια
“ανεκτική” στάση απέναντι σε διάφορα είδη επαναστατικών ιδεών, προϋποθέτει
αποχή από την αποφασιστική αναγνώριση οποιουδήποτε συγκεκριμένου κύκλου ιδεών.
Με μια λέξη, η ιδεολογική ενοποίηση, από την άποψη αυτών των σοφών της
πολιτικής, προϋποθέτει μια ορισμένη έλλειψη ιδεών (φυσικά, καλυμμένη λίγο πολύ
επιδέξια από τετριμμένες φόρμουλες για το εύρος των απόψεων, για τη σημασία της
ενότητας με κάθε κόστος καιάμεσα,
κ.λπ., κ.λπ.). Ένα μάλλον εύλογο και , με την πρώτη ματιά, πολύ πειστικό
επιχείρημα υπέρ αυτής της προσέγγισης είναι πάντα το γνωστό καιαδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι φοιτητές είναι,
καιαναπόφευκτα είναι, χωρισμένοι σε
πολύ διαφορετικές ομάδες ως προς τις πολιτικές καικοινωνικές τους απόψεις. Επομένως, η απαίτηση
για μια συνεκτική καικαθορισμένη
κοσμοθεωρία αναπόφευκτα θα αποξενώσει ορισμένες από αυτές τις ομάδες –
επομένως, εμποδίζοντας την ενοποίηση, προκαλώντας έτσι διχόνοια αντί για
αρμονική εργασία, αποδυναμώνοντας έτσι τη συνολική πολιτική ορμή, καιούτω καθεξής επ’ άπειρον.
Ας
εξετάσουμε αυτό το εύλογο επιχείρημα. Πάρτε, για παράδειγμα, τη διαίρεση των
φοιτητών σε ομάδες στο τεύχος Νο. 1 του “Student”. Σε αυτό το πρώτο τεύχος, η
απαίτηση για μια καθορισμένη καισυνεκτική κοσμοθεωρία δεν είχε ακόμη προβληθεί από τους συντάκτες, οι
οποίοι επομένως δύσκολα θα μπορούσαν να υποψιαστούν για προκατάληψη προς τη
σοσιαλδημοκρατική “στενότητα”. Το άρθρο σύνταξης στο τεύχος Νο. 1 του “Student”
διακρίνει τέσσερις μεγάλες ομάδες μεταξύ των σύγχρονων φοιτητών: 1) “το
αδιάφορο πλήθος” – “άτομα που είναι εντελώς αδιάφορα για το φοιτητικό κίνημα”·
2) “ακαδημαϊκοί” – υποστηρικτές των φοιτητικών κινημάτων για αποκλειστικά
ακαδημαϊκούς λόγους· 3) «αντιπάλους των φοιτητικών κινημάτων γενικά –
εθνικιστές, αντισημίτες κ.λπ.»· 4) «πολιτικοί» – υποστηρικτές του αγώνα για την
ανατροπή του τσαρικού δεσποτισμού. «Αυτή η ομάδα, με τη σειρά της, αποτελείται
από δύο αντίθετα στοιχεία – από την καθαρά αστική πολιτική αντιπολίτευση, με
επαναστατική νοοτροπία, και– από τη
δημιουργία των τελευταίων ημερών (ήταν μόνο οι τελευταίες ημέρες; Ν. Λένιν) –
ένα σοσιαλιστικό επαναστατικό προλεταριάτο της διανόησης». Αν λάβουμε υπόψη ότι
η τελευταία υποομάδα, όπως όλοι γνωρίζουν, χωρίζεται σε φοιτητές
Σοσιαλιστών-Επαναστατών καιφοιτητές
Σοσιαλδημοκρατών, αποδεικνύεται ότι το σημερινό φοιτητικό σώμα αποτελείται από
έξι πολιτικές ομάδες: αντιδραστικούς, αδιάφορους, ακαδημαϊκούς, φιλελεύθερους,
Σοσιαλιστές-Επαναστάτες καιΣοσιαλδημοκράτες.
Τίθεται
το ερώτημα: δεν είναι αυτή η ομαδοποίηση απλώς τυχαία; Δεν είναι μια προσωρινή
κατανομή συναισθημάτων; Αρκεί να θέσουμε αυτό το ερώτημα άμεσα για όποιον είναι
έστω καιλίγο εξοικειωμένος με το θέμα
για να απαντήσει αμέσως αρνητικά. Πράγματι, καμία άλλη ομάδα δεν θα μπορούσε να
υπάρξει ανάμεσα στους φοιτητές μας, επειδή αποτελούν το πιο ευαίσθητο τμήμα της
διανόησης, καιη διανόηση ονομάζεται
διανόηση ακριβώς επειδή αντανακλά καιεκφράζει με τον πιο συνειδητό, πιο αποφασιστικό καιπιο ακριβή τρόπο την ανάπτυξη των ταξικών
συμφερόντων καιτων πολιτικών ομάδων σε
όλη την κοινωνία. Το φοιτητικό σώμα δεν θα ήταν αυτό που είναι αν η πολιτική
του ομαδοποίηση δεν αντιστοιχούσε στην πολιτική ομαδοποίηση σε ολόκληρη την
κοινωνία – «αντιστοιχούσε» όχι με την έννοια της πλήρους αναλογικότητας μεταξύ
των φοιτητικών καικοινωνικών ομάδων ως
προς τη δύναμη καιτον αριθμό τους, αλλά
με την έννοια της απαραίτητης καιαναπόφευκτης παρουσίας στο φοιτητικό σώμα εκείνων των ομάδων που
υπάρχουν στην κοινωνία. Καιγια ολόκληρη
τη ρωσική κοινωνία, με την εμβρυϊκή (σχετικά) ανάπτυξη των ταξικών ανταγωνισμών,
με την πολιτική της παρθενία, με την καταπίεση καιτην καταπίεση των τεράστιων καιτεράστιων μαζών του πληθυσμού από τον
αστυνομικό δεσποτισμό, ακριβώς αυτές οι έξι ομάδες είναι χαρακτηριστικές:
αντιδραστικοί, αδιάφοροι, κουλτουραμιστές, φιλελεύθεροι,
σοσιαλιστές-επαναστάτες καισοσιαλδημοκράτες. Αντί για «ακαδημαϊκούς» έβαλα εδώ «κουλτουριταριστές»,
δηλαδή υποστηρικτές της νομικής προόδου χωρίς πολιτικό αγώνα. αγώνα, πρόοδος
στη βάση της απολυταρχίας. Τέτοιοι κουλτουραλιστές βρίσκονται σε όλα τα
στρώματα της ρωσικής κοινωνίας, καιπαντού αυτοί, όπως οι φοιτητές «ακαδημαϊκοί», περιορίζονται σε έναν
μικρό κύκλο επαγγελματικών ενδιαφερόντων, βελτιώνοντας δεδομένους τομείς της
εθνικής οικονομίας ή της κρατικής καιτοπικής αυτοδιοίκησης. Παντού αποφεύγουν δειλά την «πολιτική»,
παραλείποντας να διακρίνουν (όπως ακριβώς οι ακαδημαϊκοί δεν διακρίνουν) τους
«πολιτικούς» διαφόρων πεποιθήσεων καιαποκαλώντας τα πάντα καιόλους
όσους σχετίζονται με… τη μορφή διακυβέρνησης, πολιτική. Το κουλτουραλιστικό
στρώμα ήταν πάντα, καιεξακολουθεί να
είναι, το ευρύ θεμέλιο του φιλελευθερισμού μας: σε «ειρηνικές» εποχές (δηλαδή,
μεταφρασμένο στη «ρωσική» γλώσσα, σε εποχές πολιτικής αντίδρασης), οι έννοιες
του κουλτουραλιστή καιτου φιλελεύθερου
σχεδόν συγχωνεύονται πλήρως, καιακόμη
καισε περιόδους πολέμου, σε περιόδους
αυξανόμενης δημόσιας αίσθησης, σε περιόδους αυξανόμενης πίεσης στην
απολυταρχία, η διάκριση μεταξύ αυτών των εννοιών παραμένει συχνά ασαφής. Ένας
Ρώσος φιλελεύθερος, ακόμα καιόταν
απευθύνεται στο κοινό σε μια δωρεάν ξένη έκδοση με μια άμεση καιανοιχτή διαμαρτυρία κατά της απολυταρχίας,
δεν παύει ποτέ να θεωρεί τον εαυτό του πρωτίστως μια πολιτιστική προσωπικότητα
και , ό,τι καινα γίνει, θα αρχίσει να
συλλογίζεται δουλικά ή, αν προτιμάτε, νομικιστικά, πιστά ή υποτακτικά: βλέπε
«Απελευθέρωση».
Η
απουσία μιας σαφώς καθορισμένης καισαφώς ορατής γραμμής μεταξύ πολιτιστικών προσωπικοτήτων καιφιλελευθέρων είναι χαρακτηριστική ολόκληρης
της πολιτικής ομαδοποίησης της ρωσικής κοινωνίας. Θα μπορούσαμε ίσως να μας
πουν ότι η παραπάνω διαίρεση σε έξι ομάδες είναι λανθασμένη, επειδή δεν
αντιστοιχεί στην ταξική διαίρεση της ρωσικής κοινωνίας. Αλλά μια τέτοια
αντίρρηση θα ήταν αβάσιμη. Η ταξική διαίρεση είναι, φυσικά, το βαθύτερο θεμέλιο
μιας πολιτικής ομαδοποίησης. Σε τελική ανάλυση, ορίζει πάντα αυτήν την
ομαδοποίηση. Αλλά αυτή η βαθιά βάση αποκαλύπτεται μόνο καθώς προχωρά η ιστορική
εξέλιξη καικαθώς οι συμμετέχοντες
καιοι δημιουργοί αυτής της εξέλιξης
γίνονται πιο συνειδητοί. Αυτή η «τελική απολογιστική κρίση» επιτυγχάνεται μόνο
μέσω πολιτικού αγώνα — μερικές φορές ως αποτέλεσμα ενός μακρού, επίμονου αγώνα,
που μετριέται σε χρόνια καιδεκαετίες,
που άλλοτε εκδηλώνεται βίαια σε διάφορες πολιτικές κρίσεις, άλλοτε σβήνει
καιφαινομενικά σταματά για ένα
διάστημα. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι στη Γερμανία, όπου ο πολιτικός
αγώνας παίρνει ιδιαίτερα οξείες μορφές καιόπου η πρωτοποριακή τάξη — το προλεταριάτο — αναδύεται πιο συνειδητά,
εξακολουθούν να υπάρχουν κόμματα (καιισχυρά κόμματα) όπως το κέντρο, τα οποία κρύβουν το ετερογενές (καιγενικά αναμφισβήτητα αντιπρολεταριακό) ταξικό
τους περιεχόμενο πίσω από μια ξεχωριστή θρησκευτική διάκριση. Επομένως, είναι
λιγότερο περίεργο το γεγονός ότι η ταξική προέλευση των σύγχρονων πολιτικών
ομάδων στη Ρωσία επισκιάζεται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική αποστέρηση
ολόκληρου του λαού, την κυριαρχία πάνω του από μια αξιοσημείωτα οργανωμένη,
ιδεολογικά ενωμένη, παραδοσιακά κλειστή γραφειοκρατία. Θα πρέπει μάλλον να
εκπλαγεί κανείς με το ισχυρό αποτύπωμα που η ευρωκαπιταλιστική ανάπτυξη της
Ρωσίας, παρά το ασιατικό πολιτικό της σύστημα, έχει ήδη καταφέρει να αφήσει
στην πολιτική ομαδοποίηση της κοινωνίας. Η προηγμένη τάξη κάθε καπιταλιστικής
χώρας, το βιομηχανικό προλεταριάτο, έχει ήδη ξεκινήσει το δρόμο ενός μαζικού,
οργανωμένου κινήματος στη χώρα μας, υπό την ηγεσία της Σοσιαλδημοκρατίας, υπό
τη σημαία ενός προγράμματος που έχει γίνει προ πολλού το πρόγραμμα ολόκληρου
του διεθνούς, ταξικά συνειδητού προλεταριάτου. Οι τάξεις αυτών που αδιαφορούν
για την πολιτική είναι, φυσικά, ασύγκριτα πιο πολυάριθμες στη Ρωσία από ό,τι σε
οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ακόμη καιεδώ δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για την πρωτόγονη καιαρχέγονη παρθενία αυτών των τάξεων: η
αδιαφορία των αταξινόμητων εργατών – καιεν μέρει των αγροτών – δίνει όλο καιπερισσότερο τη θέση της σε εκρήξεις πολιτικής αναταραχής καιενεργητικής διαμαρτυρίας, αποδεικνύοντας
ξεκάθαρα ότι αυτή η αδιαφορία δεν έχει τίποτα κοινό με την αδιαφορία της
καλοταϊσμένης αστικής τάξης καιτης
μικροαστικής τάξης. Αυτή η τελευταία τάξη, ιδιαίτερα πολυάριθμη στη Ρωσία
δεδομένης της ακόμη σχετικά αδύναμης καπιταλιστικής ανάπτυξής της, αφενός,
αρχίζει ήδη αναμφίβολα να παράγει αντιδραστικούς, συνειδητούς καισυνεπείς. Από την άλλη πλευρά, καιασύγκριτα συχνότερα, εξακολουθεί να
διακρίνεται ασθενώς από τη μάζα του γκρίζου καικαταπιεσμένου «εργαζόμενου λαού», βρίσκοντας ιδεολόγους ανάμεσα στα
πλατιά στρώματα της διανόησης των Ραζνοτσίντσι, με την εντελώς ασταθή κοσμοθεωρία
της, την ασυνείδητη ανάμειξη δημοκρατικών καιπρωτόγονων σοσιαλιστικών ιδεών. Ακριβώς αυτή η ιδεολογία χαρακτηρίζει
την παλιά ρωσική διανόηση, τόσο τη δεξιά πτέρυγα του φιλελεύθερου-λαϊκιστικού
της τμήματος όσο καιτην άκρα αριστερά:
τους «σοσιαλιστές επαναστάτες».
Είπα
«παλιά» ρωσική διανόηση. Μια νέα αναδύεται ήδη, επίσης, της οποίας ο
φιλελευθερισμός έχει σχεδόν πλήρως καθαριστεί (όχι χωρίς τη βοήθεια του ρωσικού
μαρξισμού, φυσικά) από τον πρωτόγονο λαϊκισμό καιτον ασαφή σοσιαλισμό. Η διαμόρφωση μιας
γνήσιας αστικοφιλελεύθερης διανόησης προχωρά στη χώρα μας με αλματώδη βήματα,
ιδιαίτερα χάρη στη συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία τόσο ευέλικτων καιανταποκρινόμενων σε κάθε μοντέρνα τάση
οπορτουνισμού ανθρώπων όπως οι κ.κ. Στρούβε, Μπερντιάγιεφ, Μπουλγκάκοφ καιΣία. Όσον αφορά, τέλος, τα φιλελεύθερα
καιαντιδραστικά στρώματα της ρωσικής
κοινωνίας που δεν ανήκουν στη διανόηση, η σύνδεσή τους με τα ταξικά συμφέροντα
του ενός ή του άλλου Η φύση των ομάδων της αστικής μας τάξης καιτων γαιοκτημόνων μας είναι αρκετά σαφής για
οποιονδήποτε είναι έστω καιλίγο
εξοικειωμένος με τις δραστηριότητες των zemstvo, των συμβουλίων, των
χρηματιστηρίων καιτων δίκαι ων
επιτροπών μας, κ.λπ.
Έτσι,
έχουμε καταλήξει στο αναμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η πολιτική ομαδοποίηση των
φοιτητών μας δεν είναι τυχαία, αλλά μάλλον αναγκαστικά καιαναπόφευκτα, όπως την περιγράψαμε παραπάνω,
σύμφωνα με το τεύχος Νο. 1 της εφημερίδας “Φοιτητής”. Έχοντας διαπιστώσει αυτό
το γεγονός, μπορούμε εύκολα να επιλύσουμε το αμφιλεγόμενο ζήτημα του τι ακριβώς
εννοείται με την “ιδεολογική ενοποίηση των φοιτητών”, με την
“επαναστατικοποίηση” τους, κ.λπ. Με την πρώτη ματιά, φαίνεται εξαιρετικά
περίεργο το γεγονός ότι ένα τόσο απλό ερώτημα θα μπορούσε να γίνει
αμφιλεγόμενο. Εάν η πολιτική ομαδοποίηση των φοιτητών αντιστοιχεί στην πολιτική
ομαδοποίηση της κοινωνίας, τότε αυτό δεν σημαίνει ότι η “ιδεολογική ενοποίηση”
των φοιτητών μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως ένα από τα δύο πράγματα: είτε
την προσέλκυση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού φοιτητών σε ένα πολύ
συγκεκριμένο σύνολο κοινωνικοπολιτικών ιδεών, είτε την επίτευξη της στενότερης
δυνατής προσέγγισης μεταξύ των φοιτητών μιας συγκεκριμένης πολιτικής ομάδας
καιτων εκπροσώπων αυτής της ομάδας
εκτός του φοιτητικού σώματος; Δεν είναι αυτονόητο ότι η επαναστατικοποίηση των
φοιτητών μπορεί να συζητηθεί μόνο από την οπτική γωνία μιας πολύ συγκεκριμένης
άποψης για το περιεχόμενο καιτον
χαρακτήρα αυτής της επαναστατικοποίησης; Για έναν σοσιαλδημοκράτη, για
παράδειγμα, αυτό σημαίνει, πρώτον, διάδοση σοσιαλδημοκρατικών πεποιθήσεων
μεταξύ των φοιτητών καικαταπολέμηση
εκείνων των απόψεων που, αν καιονομάζονται «σοσιαλιστικές-επαναστατικές», δεν έχουν τίποτα κοινό με τον
επαναστατικό σοσιαλισμό· καιδεύτερον,
προσπάθεια να επεκταθεί, να γίνει πιο συνειδητό καιπιο αποφασιστικό κάθε δημοκρατικό κίνημα,
συμπεριλαμβανομένου του ακαδημαϊκού, μεταξύ των φοιτητών.
Το
πώς ένα τόσο απλό καισαφές ζήτημα έγινε
συγκεχυμένο καιαμφιλεγόμενο είναι ένα
πολύ ενδιαφέρον καιχαρακτηριστικό
επεισόδιο. Η διαμάχη διεξήχθη μεταξύ της «Επαναστατικής Ρωσίας» (Αρ. 13
και17) καιτης «Ίσκρα» (Αρ. 31 και35) σχετικά με την «ανοιχτή επιστολή» του
Συμβουλίου Ένωσης Ενωμένων Περιφερειακών Συλλόγων καιΦοιτητικών Οργανώσεων του Κιέβου
(δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13 του «Επαναστατικού Ρωσίας» καιστο τεύχος 1 του «Φοιτητικού»). Το Συμβούλιο
της Ένωσης του Κιέβου έκρινε την απόφαση του Δεύτερου Πανρωσικού Φοιτητικού
Συνεδρίου του 1902 «στενή» όσον αφορά την επαφή των φοιτητικών οργανώσεων με
τις επιτροπές του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, καιτο εντελώς προφανές γεγονός της συμπάθειας
κάποιου μέρους του φοιτητικού σώματος σε ορισμένες περιοχές προς το
«Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα» καλύφθηκε εύλογα από οκτώ «αμερόληπτα»
καιπολύ αβάσιμα επιχειρήματα σχετικά με
το θέμα ότι «οι φοιτητές, ως τέτοιοι, δεν μπορούν να ενταχθούν πλήρως ούτε στο
Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα ούτε «στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα». Η Ίσκρα
επεσήμανε την ασυνέπεια αυτής της συλλογιστικής, καιη Επαναστατική Ρωσία, φυσικά, υπερασπίστηκε
την, κατηγορώντας τους «φανατικούς της διχόνοιας καιτου σχίσματος» της Ίσκρα για «αδιακρισία»
καιέλλειψη πολιτικής ωριμότητας.
Μετά
από όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ο παραλογισμός μιας τέτοιας συλλογιστικής είναι
πολύ προφανής. Μιλάμε για τον ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο των φοιτητών.
Καιέτσι, πρώτα, βλέπετε, πρέπει να κλείσουμε τα
μάτια μας στο γεγονός ότι οι φοιτητές δεν είναι αποκομμένοι από την υπόλοιπη
κοινωνία καιεπομένως πάντα καιαναπόφευκτα αντανακλούν ολόκληρη την πολιτική
ομαδοποίηση της κοινωνίας. Στη συνέχεια, με τα μάτια τους κλειστά, αρχίζουν να
συζητούν για τους φοιτητές ως τέτοιους ή για τους φοιτητές γενικά. Το
συμπέρασμα είναι… για τη βλάβη της διχόνοιας καιτων σχισμάτων που σχετίζονται με την ένταξη
σε ένα ή σε άλλο πολιτικό κόμμα. Είναι σαφές σαν μέρα ότι, για να καταλήξουμε
σε αυτή την περίεργη συλλογιστική, ήταν απαραίτητο να μεταπηδήσουμε από το
πολιτικό στο επαγγελματικό ή εκπαιδευτικό έδαφος. Καιη «Επαναστατική Ρωσία» στο άρθρο «Φοιτητές
καιΕπανάσταση» (Αρ. 17) κάνει ακριβώς
αυτό το είδος τούμπας, αναφερόμενη, πρώτον, στα γενικά φοιτητικά συμφέροντα,
στον γενικό φοιτητικό αγώνα και , δεύτερον, στους εκπαιδευτικούς στόχους των
φοιτητών, στα καθήκοντα προετοιμασίας για την επερχόμενη κοινωνική
δραστηριότητα, στα καθήκοντα ανάπτυξης συνειδητών πολιτικών αγωνιστών. Καιοι δύο αυτές αναφορές είναι αρκετά δίκαι ες –
αλλά δεν είναι σχετικές με το θέμα που εξετάζουμε καιμόνο συγχέουν το ζήτημα. Το ερώτημα αφορά την
πολιτική δραστηριότητα, η οποία, εκ της ουσίας της, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη
με τον αγώνα των κομμάτων καιαναπόφευκτα απαιτεί την επιλογή ενός συγκεκριμένου κόμματος. Πώς μπορεί
κανείς να δικαι ολογήσει αυτήν την επιλογή λέγοντας ότι οποιαδήποτε πολιτική
δραστηριότητα απαιτεί την πιο σοβαρή επιστημονική προετοιμασία, την «ανάπτυξη»
σταθερών πεποιθήσεων ή λέγοντας ότι οποιοδήποτε πολιτικό έργο δεν μπορεί να
περιοριστεί σε κύκλους πολιτικών μιας δεδομένης τάσης, αλλά πρέπει να
απευθύνονται σε όλο καιευρύτερα
στρώματα του πληθυσμού, πρέπει να συνδέονται με τα επαγγελματικά συμφέροντα
κάθε στρώματος, να ενώνουν το επαγγελματικό κίνημα με το πολιτικό, να
αναβαθμίζουν το πρώτο στο δεύτερο;; Άλλωστε, το ίδιο το γεγονός ότι οι άνθρωποι
πρέπει να καταφεύγουν σε τέτοιες δικαι ολογίες για να υπερασπιστούν τη θέση
τους δείχνει ξεκάθαρα σε ποιο βαθμό οι ίδιοι δεν έχουν ούτε σαφείς
επιστημονικές πεποιθήσεις ούτε σταθερή πολιτική γραμμή! Ανεξάρτητα από το πώς
προσεγγίζετε το θέμα Βλέπετε μια συνεχώς νέα επιβεβαίωση του παλιού τροπαρίου
που κηρύττουν εδώ καικαι ρό οι
Σοσιαλδημοκράτες, επιδιώκοντας την εξισορρόπηση των Σοσιαλιστών Επαναστατών,
τόσο σε επιστημονικό-θεωρητικό όσο καισε πρακτικό-πολιτικό επίπεδο – μεταξύ του Μαρξισμού, αφενός, του
δυτικοευρωπαϊκού «κριτικού» οπορτουνισμού, αφετέρου, καιτου ρωσικού μικροαστικού λαϊκισμού, αφετέρου.
Πράγματι,
φανταστείτε οποιοδήποτε είδος ανεπτυγμένων πολιτικών σχέσεων καισκεφτείτε την πρακτική διατύπωση του
«αμφιλεγόμενου ζητήματός μας». Ας υποθέσουμε ότι έχουμε κόμματα κληρικών,
φιλελεύθερων καιΣοσιαλδημοκρατών. Δρουν
σε ορισμένες τοποθεσίες, ας πούμε, σε ορισμένα στρώματα του φοιτητικού σώματος
καιτουλάχιστον στην εργατική τάξη.
Προσπαθούν να προσελκύσουν στο πλευρό τους τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό των πιο
επιδραστικών εκπροσώπων καιτων δύο.
Τίθεται το ερώτημα: είναι πιθανό αυτοί οι εκπρόσωποι να επαναστατήσουν ενάντια
στην επιλογή οποιουδήποτε συγκεκριμένου κόμματος με το σκεπτικό ότι υπάρχουν
ορισμένα κοινά εκπαιδευτικά καιεπαγγελματικά συμφέροντα όλων των φοιτητών καιολόκληρης της εργατικής τάξης; Θα ήταν το
ίδιο με το να αμφισβητούμε την αναγκαι ότητα της κομματικής πάλης επικαλούμενοι
την τέχνη της τυπογραφίας, η οποία φέρνει τέτοια οφέλη σε όλα τα κόμματα χωρίς
διάκριση. Δεν υπάρχει ούτε ένα κόμμα στις πολιτισμένες χώρες που να μην
κατανοεί το τεράστιο όφελος των ευρύτερων καιπιο σταθερά εδραιωμένων εκπαιδευτικών καισυνδικάτων, κι όμως το καθένα προσπαθεί να
διασφαλίσει ότι η επιρροή του κυριαρχεί μέσα σε αυτά τα συνδικάτα. Ποιος δεν
γνωρίζει ότι οι αναφορές στην μη κομματική φύση ορισμένων θεσμών δεν είναι
συνήθως τίποτα περισσότερο από υποκριτικές φράσεις στα χείλη των άρχουσων
τάξεων, οι οποίες επιθυμούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι οι υπάρχοντες θεσμοί
είναι ήδη εμποτισμένοι, σε 99 περιπτώσεις από τις εκατό, με το πιο σαφές
πολιτικό πνεύμα; Κι όμως, οι κύριοι Σοσιαλιστές-Επαναστάτες μας, στην ουσία, επαινούν
την «μη κομματική ιδιότητα». Πάρτε, για παράδειγμα, αυτό το οδυνηρό υβρίδιο
στην «Επαναστατική Ρωσία» (Αρ. 17): «Τι είδους κοντόφθαλμη τακτική είναι αυτή
όταν μια επαναστατική οργάνωση επιμένει να βλέπει σε κάθε άλλη ανεξάρτητη
οργάνωση που δεν υποτάσσεται σε αυτήν έναν ανταγωνιστή που πρέπει να
καταστραφεί, στη μέση του οποίου πρέπει να ενσταλαχθεί η διχόνοια, η
ανομοιομορφία καιη αποδιοργάνωση;» Αυτό
ειπώθηκε αναφορικά με την έκκληση της Σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης της Μόσχας
του 1896, η οποία κατηγόρησε τους φοιτητές ότι τα τελευταία χρόνια είχαν
κλειστεί στον στενό κύκλο των πανεπιστημιακών τους ενδιαφερόντων, καιη οποία «Επαναστατική Ρωσία» διδάσκει ότι η
ύπαρξη μιας φοιτητικής οργάνωσης δεν εμποδίζει ποτέ όσους έχουν «αποφασίσει για
μια επαναστατική στάση» να αφιερώσουν τις ενέργειές τους στην υπόθεση των
εργατών.
Δείτε
πόση σύγχυση υπάρχει εδώ. Ο ανταγωνισμός είναι δυνατός (καιαναπόφευκτος) μόνο μεταξύ μιας πολιτικής
οργάνωσης καιμιας άλλης, μεταξύ
πολιτικών φιλοδοξιών καιάλλων. Ο ανταγωνισμός
μεταξύ μιας εταιρείας αλληλοβοήθειας καιενός επαναστατικού κύκλου είναι αδύνατος, καιαποδίδοντας στη δεύτερη την επιθυμία να
καταστρέψει την πρώτη, η «Επαναστατική Ρωσία» λέει καθαρές ανοησίες. Αλλά αν
μια συγκεκριμένη πολιτική φιλοδοξία επρόκειτο να εκδηλωθεί μέσα στην ίδια
εταιρεία αλληλοβοήθειας – για παράδειγμα, να μην βοηθήσει τους επαναστάτες ή να
αποβάλει παράνομα βιβλία από τη βιβλιοθήκη – τότε ο ανταγωνισμός καιη άμεση πάλη είναι υποχρεωτικά για κάθε
έντιμο «πολιτικό». Αν υπάρχουν άνθρωποι που περιορίζουν τους κύκλους σε στενά,
πανεπιστημιακά συμφέροντα (καιτέτοιοι
άνθρωποι αναμφίβολα υπάρχουν, καιτο
1896 υπήρχαν πολύ περισσότεροι!), τότε η πάλη μεταξύ αυτών καιεκείνων που υποστηρίζουν όχι τη στένωση, αλλά
τη διεύρυνση των συμφερόντων είναι εξίσου απαραίτητη καιεπιτακτική. Άλλωστε, η ανοιχτή επιστολή του
Σοβιέτ του Κιέβου, η οποία πυροδότησε τη διαμάχη μεταξύ της «Επαναστατικής
Ρωσίας» καιτης «Ίσκρα», αφορούσε την
επιλογή όχι μεταξύ φοιτητικών καιεπαναστατικών οργανώσεων, αλλά μεταξύ επαναστατικών οργανώσεων
διαφορετικών τάσεων. Κατά συνέπεια, ακριβώς εκείνοι που είχαν ήδη «αποφασίσει
για την επαναστατική θέση» άρχισαν να επιλέγουν, καιοι «σοσιαλιστές επαναστάτες» μας τους σέρνουν
πίσω με το πρόσχημα ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ μιας επαναστατικής καιμιας καθαρά φοιτητικής οργάνωσης είναι
κοντόφθαλμος… Αυτό είναι πραγματικά ασυνάρτητο, κύριοι! Το επαναστατικό κομμάτι
του φοιτητικού σώματος έχει αρχίσει να επιλέγει ανάμεσα σε δύο επαναστατικά
κόμματα, καιτους προσφέρεται αυτή η
διάλεξη: «όχι επιβάλλοντας» μια «οριστική» (η αβεβαιότητα είναι προτιμότερη,
φυσικά…) «κομματική ετικέτα» (για μερικούς μια ετικέτα, για άλλους μια σημαία),
«όχι επιβάλλοντας βία στην πνευματική συνείδηση των συμφοιτητών» (ολόκληρος ο
αστικός τύπος όλων των χωρών εξηγεί πάντα την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας με
τη βία των ηγετών καιτων υποκινητών
πάνω στη συνείδηση των ειρηνικών συντρόφων…) «επιτεύχθηκε η επιρροή της»,
δηλαδή η επιρροή του σοσιαλιστικού μέρους του φοιτητικού σώματος πάνω στους
υπόλοιπους. Νομίζω ότι κάθε αξιοπρεπής φοιτητής θα εκτιμήσει αυτή την κατηγορία
εναντίον των σοσιαλιστών για «επιβολή» ετικετών και«βιασμό της συνείδησης». Καιαυτοί οι άξεστοι, πλαδαροί καιχωρίς αρχές λόγοι εκφωνούνται στη Ρωσία, όπου
οι έννοιες της κομματικής οργάνωσης, της κομματικής αντοχής, της τιμής καιτης κομματικής σημαίας είναι ακόμα τόσο
ανυπολόγιστα αδύναμες!
Οι
«σοσιαλιστές επαναστάτες» μας προβάλλουν ως πρότυπο για τους επαναστάτες
φοιτητές τα προηγούμενα φοιτητικά συνέδρια, τα οποία διακήρυξαν την
«αλληλεγγύη» τους. αλληλεγγύη με το γενικό πολιτικό κίνημα, αποσπώντας πλήρως
από τη φραξιονιστική διαμάχη που υπάρχει εντός του επαναστατικού στρατοπέδου.”
Τι είναι ένα “γενικό πολιτικό” κίνημα; Ένα σοσιαλιστικό συν φιλελεύθερο κίνημα.
Το να αφαιρέσουμε από αυτή τη διάκριση ισοδυναμεί με το να τασσόμαστε με το
άμεσο καιτο εγγύς, δηλαδή, το
φιλελεύθερο κίνημα. Καιαυτό ζητούν οι
“σοσιαλιστές επαναστάτες”! Άνθρωποι που αυτοαποκαλούνται ξεχωριστό κόμμα ζητούν
αποχώρηση από τον κομματικό αγώνα! Δεν δείχνει αυτό ότι ένα τέτοιο κόμμα δεν
είναι σε θέση να λαθρεμπορίσει τα πολιτικά του αγαθά υπό τη δική του σημαία,
αλλά αναγκάζεται να καταφύγει στο λαθρεμπόριο; Δεν αποκαλύπτει αυτό την έλλειψη
οποιασδήποτε συγκεκριμένης προγραμματικής βάσης για αυτό το κόμμα; Θα το δούμε
τώρα.
Τα
λάθη των σοσιαλιστών επαναστατών στη συλλογιστική τους για τους φοιτητές
καιτην επανάσταση δεν μπορούν να
εξηγηθούν μόνο από την παραλογικότητα που προσπαθήσαμε να δείξουμε παραπάνω.
Κατά μία έννοια, μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο: η παραλογικότητα της
συλλογιστικής τους πηγάζει από το θεμελιώδες λάθος τους. Ως “κόμμα”, κατείχαν
μια τέτοια θέση από την αρχή. Μια εσωτερικά αντιφατική θέση, τόσο ολισθηρή που
άνθρωποι που ήταν απολύτως ειλικρινείς καιικανοί για πολιτική σκέψη δεν μπορούσαν να τη διατηρήσουν χωρίς συνεχείς
ταλαντεύσεις καιπτώσεις. Εμείς πρέπει
πάντα να θυμόμαστε ότι η Σοσιαλδημοκρατία δεν αποδίδει τη ζημιά που προκάλεσαν
στην υπόθεση του σοσιαλισμού οι «σοσιαλιστές επαναστάτες» στα διάφορα λάθη αυτού
ή εκείνου του συγγραφέα ή εκείνης της προσωπικότητας. Αντίθετα, θεωρεί όλα αυτά
τα λάθη ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λανθασμένης προγραμματικής καιπολιτικής θέσης. Σε ένα ζήτημα όπως το
φοιτητικό ζήτημα, αυτή η λανθασμένη άποψη είναι ιδιαίτερα εμφανής καιη αντίφαση μεταξύ της αστικοδημοκρατικής
άποψης καιτης στολής του επαναστατικού
σοσιαλισμού γίνεται προφανής. Πράγματι, κοιτάξτε προσεκτικά τη ροή σκέψης στο
προγραμματικό άρθρο της «Επαναστατικής Ρωσίας»: «Φοιτητές καιΕπανάσταση». Ο συγγραφέας θέτει στην πρώτη
γραμμή την «ανιδιοτέλεια καιτην
καθαρότητα των φιλοδοξιών», τη «δύναμη των ιδανικών κινήτρων» της «νεολαίας».
Ακριβώς σε αυτό αναζητά μια εξήγηση για όλες αυτές τις «και νοτόμες» πολιτικές
φιλοδοξίες, καιόχι στις πραγματικές
συνθήκες της κοινωνικής ζωής στη Ρωσία, οι οποίες, αφενός, δημιουργούν μια
ασυμβίβαστη αντίφαση μεταξύ της απολυταρχίας καιπολύ πλατιών καιπολύ ετερογενών στρωμάτων του πληθυσμού, καιαφετέρου, εμποδίζουν εξαιρετικά (σύντομα θα
είναι απαραίτητο να πούμε: εμπόδισαν) κάθε εκδήλωση πολιτικής δυσαρέσκειας.
εκτός από τα πανεπιστήμια.
Ο
συγγραφέας στη συνέχεια επιτίθεται στις προσπάθειες των Σοσιαλδημοκρατών να
αντιμετωπίσουν συνειδητά τις διαφορές στις πολιτικές ομάδες εντός του
φοιτητικού σώματος, να ενώσουν πιο στενά τις ομοιογενείς πολιτικές ομάδες
καινα διαχωρίσουν ό,τι είναι πολιτικά
ετερογενές. Δεν είναι ότι ο συγγραφέας επικρίνει την λανθασμένη κάποια από
αυτές τις προσπάθειες – θα ήταν γελοίο να ισχυριστεί κανείς ότι όλες αυτές οι
προσπάθειες ήταν πάντα επιτυχημένες σε όλα. Όχι, η ίδια η ιδέα ότι η διαφορά
στα ταξικά συμφέροντα πρέπει αναπόφευκτα να αντικατοπτρίζεται στις πολιτικές
ομάδες, ότι οι φοιτητές δεν μπορούν να αποτελέσουν εξαίρεση σε ολόκληρη την
κοινωνία, παρά την ανιδιοτέλεια, την αγνότητα, την ιδεαλιστικότητά τους κ.λπ.,
ότι το καθήκον ενός σοσιαλιστή δεν πρέπει να παραβλέπει αυτή τη διάκριση, αλλά,
αντίθετα, να την εξηγεί στις ευρύτερες δυνατές μάζες καινα την εδραιώνει στην πολιτική οργάνωση. Ο
συγγραφέας βλέπει τα πράγματα από την ιδεαλιστική οπτική γωνία ενός αστού
δημοκρατικού, όχι από την υλιστική οπτική γωνία ενός σοσιαλδημοκράτη.
Ο
συγγραφέας, επομένως, δεν ντρέπεται να παρουσιάσει καινα επαναλάβει το κάλεσμα του επαναστατικού
φοιτητικού σώματος για ένα «γενικό πολιτικό κίνημα». Για αυτόν, το κέντρο
βάρους βρίσκεται ακριβώς στο γενικό πολιτικό, δηλαδή στο γενικό δημοκρατικό,
κίνημα, το οποίο πρέπει να ενωθεί. Αυτή η ενότητα πρέπει να μην ενοχλείται από
«καθαρά επαναστατικούς κύκλους», οι οποίοι θα έπρεπε να ομαδοποιούνται
«παράλληλα με τη γενική φοιτητική οργάνωση». Από την άποψη των συμφερόντων
αυτού του ευρέος καιενιαίου
δημοκρατικού κινήματος, είναι, φυσικά, εγκληματικό να «επιβάλλεις» κομματικές
ετικέτες καινα παραβιάζεις την
πνευματική συνείδηση των συντρόφων. Έτσι ακριβώς έβλεπε τα πράγματα η αστική
δημοκρατία το 1848, όταν οι προσπάθειες να επισημανθεί η αντίφαση μεταξύ των
ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης καιτου προλεταριάτου προκάλεσαν «καθολική» καταδίκη των «φανατικών της διχόνοιας
καιτης «διαίρεσης». Έτσι ακριβώς την
βλέπει η νεότερη ποικιλία αστικής δημοκρατίας – οπορτουνιστές καιαναθεωρητές που διψούν για ένα ενιαίο, μεγάλο
δημοκρατικό κόμμα που ακολουθεί ειρηνικά την πορεία της μεταρρύθμισης, την
πορεία της ταξικής συνεργασίας. Όλοι τους ήταν πάντα, καιδεν μπορούν παρά να είναι, εχθροί των
«παραταξιακών» συγκρούσεων καιυποστηρικτές ενός «γενικού πολιτικού» κινήματος.
Βλέπετε:
τα επιχειρήματα των Σοσιαλεπαναστάτων, παράλογα καιαντιφατικά σε σημείο που να είναι γελοία από
σοσιαλιστική οπτική γωνία, γίνονται απολύτως κατανοητά καισυνεπή από αστική δημοκρατική οπτική γωνία.
Αυτό συμβαίνει επειδή το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα δεν είναι, στην ουσία,
τίποτα περισσότερο από μια φράξια της αστικής δημοκρατίας, μια φράξια που είναι
κυρίως διανοούμενη στη σύνθεσή της, κυρίως μικροαστική στην οπτική της,
καισυνδυάζει εκλεκτικά, στη θεωρητική
της σημαία, τον νεότερο οπορτουνισμό καιτον παλιομοδίτικο λαϊκισμό.
Η
καλύτερη αντίκρουση της ενοποιητικής φρασεολογίας της αστικής δημοκρατίας είναι
Η ίδια η πορεία της πολιτικής ανάπτυξης καιτου πολιτικού αγώνα αποτελεί τη βάση για τη θέση του δημοκρατικού. Καιστη Ρωσία, η ανάπτυξη ενός γνήσιου κινήματος
έχει ήδη οδηγήσει σε μια τέτοια διάψευση. Αναφέρομαι στην εμφάνιση των
«ακαδημαϊκών» ως ξεχωριστής ομάδας φοιτητών. Όσο δεν υπήρχε πραγματικός αγώνας,
οι ακαδημαϊκοί δεν ξεχώριζαν από τις «γενικές φοιτητικές» μάζες, καιη «ενότητα» ολόκληρου του «σκεπτόμενου
μέρους» του φοιτητικού σώματος φαινόταν απαραβίαστη. Μόλις έφτασε η ώρα, η
απόκλιση αυτών των ετερόκλητων στοιχείων έγινε αναπόφευκτη. Η πρόοδος του
πολιτικού κινήματος καιη άμεση επίθεση
στην απολυταρχία σημαδεύτηκε αμέσως από μια σαφέστερη πολιτική ευθυγράμμιση –
παρά όλες τις κενές συζητήσεις για την ένωση όλων. Ότι ο διαχωρισμός
ακαδημαϊκών καιπολιτικών είναι ένα
σημαντικό βήμα προς τα εμπρός – σχεδόν κανείς δεν θα το αμφισβήτησε. Αλλά
σημαίνει αυτός ο διαχωρισμός ότι οι σοσιαλδημοκράτες φοιτητές θα «σπάσουν» με
τους ακαδημαϊκούς; Η «Επαναστατική Ρωσία» το πιστεύει (βλ. Αρ. 17, σελ. 3).
Αλλά
αυτό φαίνεται να ισχύει μόνο λόγω της σύγχυσης που αποκαλύψαμε παραπάνω. Μια
πλήρης οριοθέτηση των πολιτικών τάσεων δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση «ρήξη»
των επαγγελματικών καιακαδημαϊκών
ενώσεων. Ένας σοσιαλδημοκράτης που θέτει ως στόχο να εργαστεί μεταξύ των
φοιτητών σίγουρα θα προσπαθήσει, είτε προσωπικά είτε μέσω των πρακτόρων του, να
διεισδύσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους «καθαρά φοιτητικούς» καιαυτοδιδακτικούς κύκλους, να προσπαθήσει να
διευρύνει τους ορίζοντες όσων απαιτούν μόνο ακαδημαϊκή ελευθερία καινα προσπαθήσει να διαδώσει ένα ειδικά
σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα μεταξύ εκείνων που εξακολουθούν να αναζητούν ένα
πρόγραμμα.
Συνοψίζοντας:
ένα ορισμένο μέρος του φοιτητικού σώματος θέλει να αναπτύξει μια σαφή καισυνεκτική σοσιαλιστική κοσμοθεωρία. Ο
απώτερος στόχος αυτής της προπαρασκευαστικής εργασίας – για τους φοιτητές που
επιθυμούν πρακτική συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα – μπορεί να είναι μόνο μια
συνειδητή καιαμετάκλητη επιλογή μιας
από τις δύο τρέχουσες τάσεις που έχουν αναδυθεί στο επαναστατικό περιβάλλον.
Όποιος διαμαρτύρεται ενάντια σε μια τέτοια επιλογή στο όνομα της ιδεολογικής
ενοποίησης των φοιτητών, στο όνομα της επαναστατικοποίησης τους γενικά κ.λπ.,
συσκοτίζει τη σοσιαλιστική συνείδηση και , στην πραγματικότητα, δεν κηρύττει
τίποτα άλλο παρά την έλλειψη ιδεών. Η πολιτική ομαδοποίηση των φοιτητών δεν
μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει την πολιτική ομαδοποίηση της κοινωνίας στο
σύνολό της, καιείναι καθήκον κάθε
σοσιαλιστή να αγωνίζεται για την πιο συνειδητή καισυνεπή δυνατή οριοθέτηση μεταξύ πολιτικά
ετερογενών ομάδων. Η έκκληση που απευθύνεται στους φοιτητές από το
Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό Κόμμα – «να διακηρύξουν την αλληλεγγύη τους με το
γενικό πολιτικό κίνημα καινα
εγκαταλείψουν εντελώς τις φραξιονιστικές συγκρούσεις στο επαναστατικό
στρατόπεδο» – δεν είναι, στην ουσία, τίποτα άλλο παρά μια κάλεσμα επιστροφής
από μια σοσιαλιστική σε μια αστικοδημοκρατική άποψη. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη,
καθώς το «Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό Κόμμα» «OST G» είναι απλώς μια φράξια της
αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία. Η ρήξη μεταξύ ενός σοσιαλδημοκράτη φοιτητή
καιτων επαναστατών καιπολιτικών όλων των άλλων τάσεων δεν σημαίνει
σε καμία περίπτωση ρήξη στις φοιτητικές καιεκπαιδευτικές οργανώσεις. Αντίθετα, μόνο με την τήρηση ενός σαφώς
καθορισμένου προγράμματος μπορεί καιπρέπει να εργαστεί κανείς εντός των ευρύτερων φοιτητικών κύκλων για να
διευρύνει τους ακαδημαϊκούς τους ορίζοντες καινα προωθήσει τον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλαδή τον μαρξισμό.
Υ.Γ.
Στις επόμενες επιστολές μου, θα ήθελα να συζητήσω με τους αναγνώστες του
«Φοιτητή» τη σημασία του Μαρξισμού για την ανάπτυξη μιας συνεκτικής
κοσμοθεωρίας, τις θεμελιώδεις καιτακτικές διαφορές μεταξύ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος καιτου Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος, ζητήματα
φοιτητικής οργάνωσης καιτη στάση του
φοιτητικού σώματος απέναντι στην εργατική τάξη γενικότερα.
Η
έκδοση στα ελληνικά, έχει ελάχιστες αλλαγές καιένα χρήσιμο παράρτημα στο τέλος _οι πάλαι ποτέ Εκδόσεις “ΑΛΛΑΓΗ ”
(Θεμιστοκλέους 3 Αθήνα) δεν υπάρχουν
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
__γραμμένο
σε πολυτονικό
Το
άρθρο του В .Ι Λένιν “Τά καθήκοντα τής ’Επαναστατικής Νεολαίας ” γράφτηκε τό
Σεπτέμβρη τού 1903. Γιά μερικά χρόνια πρίν, τό ρώσικο έργατικό κίνημα
ακολουθούσε μιά γοργή ανοδική πορεία. Τό χειμώνα τού 1902 άρχισε νά παίρνει
τεράστιες διαστάσεις, και τό καλοκαίρι τού 1903, Αναπτύχτηκε ώς τήν κήρυξη
γενικής πολιτικής απεργίας στίς νότιες περιοχές τής Ρωσίας. Γεγονότα όπως αυτά
έδειχναν ότι ή ρώσικη έπανάσταση έχει ώριμάσει και προάγγελαν τό ξεσήκωμα τού
1905.
Αλλά
στή Ρωσία δέν υπήρχε μιά θεωρητικά ξεκαθαρισμένη και οργανωτικά προετοιμασμένη
επαναστατική ηγεσία τής εργατικής τάξης. Δίχως μιά τέτοια ηγεσία, οί μάζες δέν
θά μπορούσαν, στήν επερχόμενη επανάσταση, νά νικήσουν τήν απολυταρχία. Γι’
αυτό, ο Λένιν συγκέντρωνε ἐκεῖνα τά χρόνια τό ενδιαφέρον του και τήν πάλη του
στό πρόβλημα τής ένωσης τών διάσπαρτων σοσιαλδημοκρατικών ομάδων σ’ ένα Ενιαίο
πανρωσικό Επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα. Ό Λένιν ανάπτυξε κ’ ύπερασπίστηκε τήν
Έννοια τής Επαναστατικής οργάνωσης και κομματικότητας, σέ μιά σειρά Έργων,
μεταξύ των οποίων κατέχουν ξεχωριστή θέση τό «Άπό ποϋ ν’ Αρχίσουμε;» και τό «Τί
νά κάνουμε;», όπου καταπολεμούνται οί θεωρίες τού Μάρτωφ και των άλλων ρώσων
“οίκονομιστών”, οί οποίοι, στό όνομα τής “ευρύτητας” τού κινήματος, κήρυσσαν
τήν οργανωτική άμορφία και τήν πολιτική σύγχυση.
Από “το βλέμμα του Οδυσσέα” _1995, σε σκηνοθεσία Θόδωρου Αγγελόπουλου
Γι’
αύτή τήν κομματικότητα μιλάει ο Λένιν και αύτήν υπερασπίζεται, σέ σχέση μέ τό
φοιτητικό κίνημα, στό παρόν άρθρο. Καταπολεμά τήν Ιδέα τής «άκομματικότητας»
πού πρόβαλαν οί ύποστηριχτές τού μικροαστικού κόμματος των σοσιαλεπαναστατών,
Επικαλούμενοι υποκριτικά τά «κοινά συμφέροντα», τά «παμφοιτητικά συμφέροντα»
κλπ. Ό Λένιν εξηγεί ότι ή Ιδέα τής άκομματικότητας είναι μιά καθαρή
Ασυναρτησία, πού ο βαθύτερος προορισμός της είναι νά τραβήξει τό φοιτητικό
κίνημα πρός τά πίσω και νά τό κρατήσει κάτω άπό τήν έπιροή του Αστικού
φιλελευθερισμού.
Σημειώσεις
·1 Τό άρθρο «Τά
καθήκονταχήςέπαναστατικήςνεολαίας» γράφτηκε άπό τόν Β.Ι.Λένιν κατά παράκληση
τής σύνταξης τής έφημερίδας «Στουντέντ» και δημοσιεύτηκε τό Σεπτέμβρη του 1903
στό φύλλο άρ. 2—3 τής έφημερίδας, στη στήλη «Ελεύθερο Βήμα». Το άρθρο έχει τον
υπότιτλο «Γράμμα πρώτο». Τα άλλα γράμματα πάνω σ’ αυτό το θέμα, πού σκόπευε να
γράψει ό Λένιν, όπως βγαίνει και από το υστερόγραφο του πρώτου γράμματος
καιαπό το σχέδιο επιστολών σχετικά με
τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (βλ. σε τούτο τον τόμο, σελ. 437—438
(έλλ. έκδ., σελ. 433—434), κατά τα φαινόμενα δε γράφτηκαν.
Το άρθρο «Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας» βγήκε σε ξεχωριστό ανάτυπο
της εφημερίδας «Στουντέντ» καιτυπώθηκε
(χωρίς το υστερόγραφο) σε ξεχωριστή πολυγραφημένη έκδοση με τον τίτλο: «Προς
τούς φοιτητές. Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (ή σοσιαλδημοκρατία
καιη διανόηση)». Το άρθρο σε
λιθογραφημένη έκδοση τυπώθηκε από τούς φοιτητές του πανεπιστημίου της Μόσχας. Η
μπροσούρα κυκλοφόρησε πλατιά στη Ρωσία. Σύμφωνα με όχι πλήρη στοιχεία της
αστυνομικής διεύθυνσης για το 1904—1905, αντίτυπα της μπροσούρας είχαν βρεθεί
κατά τη διενέργεια συλλήψεων καιερευνών
στο Αίκατερινοσλάβ, στο Νίζνι Νόβγκοροντ, στο Καζάν, στην Οδησσό, στο Σμολένσκ
καιστο κυβερνείο του Μινσκ.
·2 «Στουντέντ» («Φοιτητής») —
εφημερίδα της επαναστατικής φοιτητικής νεολαίας. Βγήκαν συνολικά δύο φύλλα (αρ.
1 και 2—3). Το πρώτο φύλλο άρχισε να τυπώνεται πρώτα στη Ρωσία, κατασχέθηκε
όμως στο τυπογραφείο. Ξανατυπώθηκε για δεύτερη φορά τον Απρίλη του 1903 στη
Γενεύη. Το φύλλο αρ. 2—3 (διπλό) βγήκε στη Ζυρίχη.
Η δήλωση της σύνταξης, πού αναφέρεται από τον Λένιν, έλεγε: «Χωρίς να προσχωρεί
ακόμη στο ένα ή στο άλλο ρωσικό κόμμα της αντιπολίτευσης… η σύνταξη θεωρεί
σκόπιμο να παραχωρήσει τις σελίδες του οργάνου της για μια ήρεμη συζήτηση των
θεωρητικών καιπραχτικών προβλημάτων της
επαναστατικής πάλης στους εκπρόσωπους καιτων πιο αντίθετων ρευμάτων της ρωσικής επαναστατικής σκέψης, έχοντας
πάντοτε σαν σκοπό να καλλιεργήσει στη φοιτητική νεολαία μια σαφή καιολοκληρωμένη πολιτική καισοσιαλιστική επαναστατική κοσμοαντίληψη, πράγμα
που αποτελεί άπαραίτητο και Ισχυρότατο παράγοντα τής Ιδεολογικής της ένότητας».
·3 _Ίσкρα — ή πρώτη πανρωσική
παράνομη μαρξιστική εφημερίδα πού Ιδρύθηκε από τον Λένιν το 1900 και έπαιξε
αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία του επαναστατικού μαρξιστικού κόμματος της
εργατικής τάξης της Ρωσίας. Επειδή ήταν αδύνατο να εκδοθεί επαναστατική
εφημερίδα στη Ρωσία εξαιτίας των αστυνομικών διώξεων, ό Λένιν, όντας εξόριστος
ακόμα στη Σιβηρία, είχε καταστρώσει σε όλες του τις λεπτομέρειες το σχέδιο
έκδοσής της στο εξωτερικό. Μόλις τέλειωσε ή εξορία (Γενάρης 1900) ό Λένιν
καταπιάστηκε αμέσως με την εφαρμογή του σχεδίου του. Το Φλεβάρη του 1900 είχε
στην Πετρούπολη συνομιλίες με τη Β.Ι.Ζασούλιτς πού είχε έρθει παράνομα από το
εξωτερικό, σχετικά με τη συμμετοχή της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλειάς» στην
έκδοση της εφημερίδας. (σσ. Βέρα Ιβάνοβνα Ζασούλιτς _Ве́ра Ива́новна Засу́лич,
1849 – 1919 Ρωσίδα Μενσεβίκα επαναστάτρια – μεταστράφηκε στον Μαρξισμό). Στα
τέλη του Μάρτη —αρχές του ’Απρίλη 1900, έγινε ή λεγόμενη «Σύσκεψη του Πσκόφ»
των В.Ι.Λένιν, Λ. Μάρτοφ (Γ.Ο. Τσεντερμπάουμ), Α.Ν. Πότρεσοφ, Σ.Ι. Ραντσένκο μέ
τούς «νόμιμους μαρξιστές» — Π. Μπ. Στρούβε καιΜ.Ι. Τουγκάν—Μπαρανόδσκι, όπου συζητήθηκε το λενινιστικό σχέδιο ανακοίνωσης
της σύνταξης της πανρωσική εφημερίδας _Ίσκρα καιτου επιστημονικού πολιτικού περιοδικού
(«Ζάρια»), σχετικά με το πρόγραμμα καιτα καθήκοντα των εκδόσεων αυτών. Το πρώτο εξάμηνο του 1900 ό Λένιν
περιόδεψε μια σειρά πόλεις της Ρωσίας (Μόσχα, Πετρούπολη, Ρίγα, Σμολένσκ, Νίζνι
Νόβγκοροντ, Ουφα, Σαμάρα, Σιζράν), αποκατάστησε σύνδεση με τις
σοσιαλδημοκρατικές ομάδες καιμε
μεμονωμένους σοσιαλδημοκράτες καιεξασφάλισε, από μέρους τους, την υποστήριξη της μελλοντικής Ίσκρα. Τον
Αύγουστο τού 1900, με την άφιξη του Λένιν στην Ελβετία, έγινε σύσκεψη
Λένιν—Πότρεσοφ με τα μέλη της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλειάς», με θέμα το
πρόγραμμα καιτα καθήκοντα της
εφημερίδας καιτου περιοδικού, τους
πιθανούς συνεργάτες, τη σύνθεση της σύνταξης καιτην έδρα της — οι συνομιλίες αυτές παρά λίγο
να ναυαγήσουν. Ωστόσο κατά το τέλος των συνομιλιών κατορθώθηκε να επιτευχτεί
συμφωνία σε όλα τα επίμαχα ζητήματα.
Το πρώτο φύλλο της λενινιστικής Ίσκρα βγήκε το Δεκέμβρη τού 1900 στη Λειψία, τα
επόμενα φύλλα έβγαιναν στο Μόναχο, από τον Ιούλη του 1902 στο Λονδίνο καιαπό την άνοιξη του 1903 στη Γενεύη. Μεγάλη
βοήθεια για την εγκατάσταση της εφημερίδας (οργάνωση μυστικού τυπογραφείου,
εξασφάλιση στοιχείων κτλ.) πρόσφεραν οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες: Κλάρα
Τσέτκιν, Άντολφ Μπράουν καιάλλοι, ο
πολωνός επαναστάτης Γιούλιαν Μαρχλέφσκι που ζούσε την εποχή εκείνη στο Μόναχο
(σσ. Julian Marchlewski, 1866–1925, γνωστός καιμε το ψευδώνυμο Κάρσκι, ήταν εξέχων Πολωνός κομμουνιστής πολιτικός,
δημοσιογράφος καιθεωρητικός στενός
συνεργάτης καιφίλος της Ρόζας
Λούξεμπουργκ)., ό Γ. Κβέλτς — ένας από τους ηγέτες της αγγλικής
σοσιαλδημοκρατικής ομοσπονδίας __σσ. ο Henry “Harry” Quelch (1858–1913)
ήτανμαρξιστής, συνδικαλιστής καιιδρυτική προσωπικότητα του βρετανικού
σοσιαλιστικού κινήματος. Ως ένας από τους κύριους ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατικής
Ομοσπονδίας (SDF), διετέλεσε επί μακρόν συντάκτης της εφημερίδας του κόμματος,
Justice, καιεκπροσώπησε τους Βρετανούς
σοσιαλιστές σε διεθνή συνέδρια.
Τη σύνταξη της Ίσκρα την αποτελούσαν οι: Β.Ι.Λένιν, Γ.Β.Πλεχάνοφ, Λ.Μάρτοφ, Π.Μπ.
Άξελροντ, Α.Ν.Πότρεσοφ και Β.Ι.Ζασούλιτς. Γραμματέας της σύνταξης αρχικά I. G.
Smidovich-Leman, αργότερα, από την άνοιξη του 1901, ή Ν.Κ. Κρούπσκαγια πού
κρατούσε και ολόκληρη την αλληλογραφία της Ίσκρα με τις ρωσικές
σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις.
Στο κέντρο της προσοχής της Ίσκρα βρίσκονταν τα προβλήματα της επαναστατικής
πάλης του προλεταριάτου και όλων των εργαζόμενων τής Ρωσίας ενάντια στην
τσαρική απολυταρχία, μεγάλη προσοχή δινόταν στα σοβαρότερα γεγονότα τής
διεθνούς ζωής και Ιδιαίτερα του διεθνούς Εργατικού κινήματος. Ό Λένιν ήταν
ουσιαστικά ό διευθυντής και καθοδηγητής της Ίσκρα, δημοσίευε άρθρα για όλα τα
βασικά ζητήματα τής οικοδόμησης του κόμματος καιτη ταξικής πάλης του προλεταριάτου τής
Ρωσίας.
Η Ίσκρα έγινε το κέντρο συνένωσης των κομματικών δυνάμεων, συγκέντρωσης και
διαπαιδαγώγησης των κομματικών στελεχών. Σε πολλές πόλεις τής Ρωσίας
(Πετρούπολη, Μόσχα, Σαμάρα και άλλες) δημιουργήθηκαν ομάδες και Επιτροπές του
ΣΔΕΚΡ λενινιστικής—ισκρικής κατεύθυνσης. Το Γενάρη του 1902 στο συνέδριο των
οπαδών της Ίσκρα στή Σαμάρα, δημιουργήθηκε ή ρωσική όργάνωση τής Ίσκρα. Οι
ίσκρικές οργανώσεις συγκροτούνταν καιδούλευαν κάτω άπό τήν άμεση καθοδήγηση τών μαθητών και συνεργατών του
Β.Ι. Λένιν —Ν.Ε.Μπάουμαν, Ι.Β.Μπάμπουσκιν, Σ.Ι.Γκούσεφ, Μ.Ι.Καλίνιν,
Π.Α.Κράσικοφ, Γ,Μ.Κρδιζανόφσκι, Φ.Β.Λένγκνικ, Π. Ν.Λεπεσίνσκι, I. I. Ραντσένκο
και άλλων.
Με πρωτοβουλία τού Λένιν καιμε την
άμεση συμμετοχή του, η σύνταξη τής Ίσκρα επεξεργάστηκε το σχέδιο προγράμματος
του κόμματος (δημοσιεύτηκε στην Ίσκρα άρ.φύλλου 21, της 1ης του Ίούνη 1902) και
προετοίμασε τό II συνέδριο του ΣΔΕΚΡ πού συνήλθε στίς 17(30) Ιούλη—10(23) τού
Αύγούστου 1903. Στις παραμονές τής σύγκλησης του συνεδρίου οι περισσότερες
τοπικές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις της Ρωσίας είχαν προσχωρήσει στην Ίσκρα,
ενέκριναν την ταχτική της, το πρόγραμμά της καιτο οργανωτικό της σχέδιο καιτην
αναγνώρισαν σαν καθοδηγητικό τους όργανο. Το συνέδριο με ειδική απόφαση τόνισε
τον εξαιρετικό ρόλο της Ίσκρα στην πάλη για το κόμμα και την ανακήρυξε Κεντρικό
’Όργανο του ΣΔΕΚΡ. Στο II συνέδριο Εκλέχτηκε συνταχτική Επιτροπή από τούς
Λένιν, Πλεχάνοφ και Μάρτοφ. Ο Μάρτοφ, παρά την απόφαση του συνεδρίου τού
κόμματος, αρνήθηκε να μπει στη σύνταξη, επιμένοντας να μείνουν και οι έξι
προηγούμενοι συντάχτες καιέτσι τα φύλλα
της Ίσκρα 46—51 βγήκαν με συνταχτική Επιτροπή τον Λένιν καιτον Πλεχάνοφ. Ύστερα από λίγο ο Πλεχάνοφ
πέρασε στις θέσεις τού μενσεβικισμού καιζήτησε να μπουν στη σύνταξη τής Ίσκρα όλοι οι παλιοί μενσεβίκοι
συντάχτες πού τούς είχε απορρίψει το συνέδριο. Ό Λένιν δεν μπορούσε να
συμφωνήσει μ’ αυτό καιστις 19 του
Οκτώβρη 1903 αποχώρησε από τη σύνταξη της Ίσκρα, μετά μπήκε στην ΚΕ καιαπό κει πάλαιβε ενάντια στους οπορτουνιστές
μενσεβίκους.
Το φύλλο 52 της Ίσκρα βγήκε με μοναδικό συντάχτη τον Πλεχάνοφ. Στις 13(26)
Νοέμβρη 1903 ο Πλεχάνοφ προσέλαβε στη σύνταξη της Ίσκρα αυτόβουλα,
παραβιάζοντας τη θέληση του συνεδρίου, τούς πρώην μενσεβίκους συντάχτες της.
Από το φύλλο 52 οι μενσεβίκοι μετάτρεψαν την Ίσκρα σε όργανό τους.
·4 «Οσβομποζντένιγε» _Απελευθέρωση
— 15ήμερο περιοδικό πού έβγαινε στο εξωτερικό από τις 18 Ιούνη (1η Ιούλη) 1902
ως τις 5 (18) Οχτώβρη 1905 με διευθυντή τον Π.Μπ.Στρουβε. Το περιοδικό ήταν
όργανο τής ρωσικής φιλελεύθερης αστικής τάξης και προπαγάνδιζε με συνέπεια τις
Ιδέες τού μετριοπαθούς—μοναρχικού φιλελευθερισμού. Στα 1903 γύρω από το
περιοδικό συγκεντρώθηκε (και το Γενάρη του 1904 διαμορφώθηκε) ή «Ένωση
’Απελευθέρωσης», πού έζησε ως τον Οχτώβρη τού 1905. Μαζί με τούς
ζεμστβικούς—συνταγματικούς οι οπαδοί του «Όσβομποζντένιγε» αποτέλεσαν τον
πυρήνα τού συνταγματικού—δημοκρατικού κόμματος (των καντέτων), πού
δημιουργήθηκε τον Οχτώβρη τού 1905 και ήταν το κύριο αστικό κόμμα στη Ρωσία.
·5 Στρούβε, Π. Μπ. (Ρ.Ν.Σ.)
(1870—1944) — αστός οικονομολόγος και δημοσιολόγος, ένας από τους ηγέτες του
φιλελεύθερου μοναρχικού κόμματος των καντέτων. Επιφανής εκπρόσωπος του «νόμιμου
μαρξισμού» στη δεκαετία 1890—1900, συνεργάτης και διευθυντής των περιοδικών
«Νόβογε Σλόβο» (1897), «Να τσάλο» (1899) και «Ζίζν» (1900). Στην πρώτη κιόλας
έργα σία του «Κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με το πρόβλημα της οικονομικής
ανάπτυξης τής Ρωσίας» (1894) ό Στρούβε, κριτικάροντας το ναροντνικισμό, έκανε
«συμπληρώσεις» και «κριτική» στην οικονομική και φιλοσοφική διδασκαλία του Κ.
Μαρξ, συμφωνούσε με τούς εκπρόσωπους τής χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας,
προπαγάνδιζε το μαλθουσιανισμό (σσ. κοινωνικοοικονομική θεωρία που βασίζεται
στις ιδέες του Άγγλου οικονομολόγου Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους __1766–1834, ο οποίος
υποστήριξε ότι η ανεξέλεγκτη πληθυσμιακή αύξηση θα οδηγήσει τελικά σε παγκόσμια
πείνα και εξάντληση των πόρων). Ο Β.Ι. Λένιν ονόμασε τον Στρούβε «Μεγάλο
μαέστρο τής αποστασίας» (“Απαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 13ος, σελ. 453). Ό Στρούβε
ήταν ένας από τους θεωρητικούς εκπροσώπους και οργανωτές τής αστικοφιλελεύθερης
οργάνωσης “_Ένωση Απελευθέρωσης” (1904—1905) και διευθυντής τού παράνομου
οργάνου της «Όσβομποζντένιγε» (1902—1905). Όταν το 1905 Ιδρύθηκε το κόμμα των
καντέτων, έγινε μέλος τής ΚΕ του. Ύστερα από την ήττα της επανάστασης του
1905—1907 — ηγέτης της δεξιάς πτέρυγας των φιλελευθέρων. Με την έναρξη του
πρώτου παγκόσμιου πολέμου — ένας από τούς θεωρητικούς του ρωσικού
Ιμπεριαλισμού. Ύστερα από την οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση ο Στρούβε
γίνεται φανατικός εχθρός της σοβιετικής εξουσίας, μέλος τής αντεπαναστατικής
κυβέρνησης τού Βράγκελ, λευκο—εμιγκρές.
·6 «Ρεβολιουτσιόνναγια
Ροσσίγια» _«Επαναστατική Ρωσία» — παράνομη εφημερίδα των εσέρων από τα τέλη τού
1900 την έβγαζε στη Ρωσία ή «Ένωση των Σοσιαλιστών— επαναστατών» (το 1ο φύλλο
της με χρονολογία 1900, στην πραγματικότητα βγήκε το Γενάρη του 1901). Από το
Γενάρη του 1902 ως το Δεκέμβρη τού 1905 έβγαινε στο εξωτερικό (Γενεύη), σαν
επίσημο όργανο του κόμματος των έσέρων.
·7 Πρόκειται για την έκκληση
τής πρώτης μαρξιστικής οργάνωσης της Μόσχας, της «Εργατικής Ένωσης Μόσχας προς
τούς φοιτητές, πού βγήκε στις 3(15) Νοέμβρη 1896.