Φύλαξε το πρόσωπό σου / το σωστό κι αληθινό σου /
όπως το 'φτιαξε η δική σου η εποχή
Σ' αυτούς τους στίχους, γραμμένους πολλά χρόνια αργότερα από την ταξική σύγκρουση του ΔΣΕ, συμπυκνώνεται η ουσία της πορείας του Αλέξη Πάρνη, που διαμορφώθηκε με αντιφάσεις σε δεκαετίες θύελλας και σκληρών δοκιμασιών.
Ο Αλέξης Πάρνης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Σωτήρη Λεωνιδάκη) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1924. Η τριπλή φασιστική κατοχή τον βρήκε μαθητή Γυμνασίου. Μαζί με τον πατέρα του έκρυψε μια οικογένεια Εβραίων και στη συνέχεια εντάχθηκε στην ΕΑΜική Αντίσταση και στο ΚΚΕ.
Στη διάρκεια της ταξικής αναμέτρησης του Δεκέμβρη του '44 πολέμησε ως καπετάνιος λόχου του εφεδρικού ΕΛΑΣ και τραυματίστηκε σοβαρά. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Ρουμπίκ (Αλβανία) και στο Μπούλκες (Γιουγκοσλαβία), μαζί με άλλους καταδιωκόμενους του αστικού κράτους. Εκεί έγραψε και τα πρώτα του θεατρικά έργα, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο "Ξερόβραχος"» που ανέβηκε στη σκηνή την άνοιξη του 1947.
🔺🔺
Με πληροφορίες
από δημοσίευμα του Γιώργου Μηλιώνη,
μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ __
"Ριζοσπάστης" του Σαββατοκύριακου
Αλέξης Πάρνης ***
Την άνοιξη του 1948 εντάχθηκε στον ΔΣΕ και ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε για εκείνον να γράφει θεατρικά έργα. Εκείνος, ωστόσο, ήθελε να καταγράφει την εποποιία των μαχών, και γι' αυτόν τον λόγο απευθύνθηκε στον ίδιο τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, και όπως αφηγείται: "Ηταν η πρώτη φορά που θα μάθαινε για την ύπαρξή μου ο τόσο πολυάσχολος εκείνη την εποχή ηγέτης. Φαίνεται ωστόσο ότι με πήρε σοβαρά και με καλό μάτι, γιατί σε λιγότερο από μια βδομάδα βρισκόμουν κιόλας στο Βίτσι. Άρχισα τη θητεία μου ως πολεμικός ανταποκριτής στη 18η Ταξιαρχία του Π. Βαϊνά που ξεκίνησε μια μεγάλη διείσδυση στα μετόπισθεν του αντίπαλου με βάση εξόρμησης το όρος Σινιάτσικο και πρώτη επιχείρηση την κατάληψη της Σιάτιστας. Από 'κει θα 'στελνα την πρώτη ανταπόκριση ξεκινώντας μια τακτική συνεργασία στην εφημερίδα του Γενικού Αρχηγείου και της Προσωρινής Κυβέρνησης ¨Προς τη Νίκη¨".
Εκείνη την περίοδο έγραψε και το ποίημα "Σ' έναν καινούριο σύντροφο". Γράφτηκε στο Βουνό (ίσως στα τέλη του 1948) και περιλήφθηκε στη συλλογή "Τραγούδια της Αντίστασης " __εκδόσεις "Νέα Ελλάδα", Οκτώβρης 1951:
"Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή \ Ενας καινούριος πάτησε στο κατώφλι του κόμματος.\ Ήταν ένας πολεμιστής του Βίτσι \ Με το παράσημο της νιότης στην καρδιά \ Με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια. \ Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή. \ Ένας Επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φισεκλίκια \ Που 'χε δει το κόκκινο λάβαρο \ Ν' ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας \ Όταν η μαύρη θύελλα μάνιαζε να το κουρελιάσει \\
Ένας επίτροπος αρματωμένος με τη στερνή παραγγελιά των νεκρών μας \ Που 'χε δει την Άνοιξη \ Στο γελαστό στόμα του μελλοθάνατου Σουκατζίδη. \\
Ένας επίτροπος με τα χέρια σημαδεμένα από τις χειροπέδες της ασφάλειας \ Που 'χε είκοσι χρόνια θητεία \ Στο στράτευμα της λευτεριάς \ Άνοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια \ Έσφιξε το καινούριο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του \ και είπε:
\\ Καλώς όρισες σύντροφε! \ Εδώ που 'ρθες να 'σαι δίκαιος σαν τον ήλιο \ π' ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους. \ Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια σαν τη βαριά \ Για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες.\ Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια απαλά \ Για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας. \ Καλώς όρισες σύντροφε! \ Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία του κόσμου \ Όπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς \ Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης".
Το 1949 το εκδοτικό του ΔΣΕ εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων του "Είμαι μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού".
Ο Πάρνης, όμως, δεν ήταν μόνο πολεμικός ανταποκριτής. Στα έργα του, όπου το "Βουνό" κατέχει περίοπτη θέση, μας δίνει πολλές εικόνες από την καθημερινή ζωή των μαχητών του ΔΣΕ, μια από τις οποίες είναι και τα βιβλία που διάβαζαν στην ανάπαυλα των μαχών: "Ο Αληθινός Παλαμάς" μελέτη του Ν. Ζαχαριάδη, "Πώς δενότανε τ' ατσάλι" του Ν. Οστρόφσκι, "Ιστορία ενός πραγματικού ανθρώπου" του Μπ. Πολεβόι, "Η δημοσιά του Βολοκόλαμσκ" του Αλ. Μπεκ, "Ανθρωποι με καθαρή συνείδηση" του Π. Βερσιγκορά…
Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ πήρε τον δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς και εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν. Το 1951 ξεκίνησε η φοίτησή του στο Λογοτεχνικό Πανεπιστήμιο "Μαξίμ Γκόργκι" της Μόσχας και το 1955 τιμήθηκε με το Α' Βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας της Βαρσοβίας για το επικό ποίημά του "Μπελογιάννης". Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν οι Πάμπλο Νερούδα, Ναζίμ Χικμέτ, Ιόρις Ιβενς __ Joris Ivens (George Henri Anton) και Nicolás Guillén.
Και στο ποίημα αυτό υπάρχουν στροφές που αναφέρονται στην τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ.
"Μπελογιάννης"
Επικό ποίημα του Αλέξη Πάρνη \ απόσπασμα
Λόγος της Μάνας
Κυματοπαίζει το παιδί στ’ ανέμελο ακρογιάλι
το γαλανό κι εκεί βουτά.
Και ξάφνου βλέπεις το σγουρό κι ατίθασο κεφάλι
να ξεπροβάλει κάπου στ’ ανοιχτά.
Ποιος άνθρωπος να τ’ άνοιξε την ατσαλένια πύλη
στης νέας πίστης το ιερό;
Πότε και πού με την ψυχή σαν έτοιμο φυτίλι
ζύγωσε της μπαρούτης το σωρό;
Ήταν πολλοί που ανέμιζαν την κόκκινη παντιέρα
στην πόλη μας από παλιά.
Κάποιος τον πήρε απ’ το σχολείο που πήγαινε, μια μέρα
για να τον πάει σ’ άλλα σχολειά.
Θυμάμαι… Κείνη τη χρονιά τριγύρω μας τη χώρα
την πνίξαν οι νεροποντές.
Και πιο πολύ την έπνιγεν η δακρυσμένη μπόρα
μες στου κοσμάκη τις ματιές.
Κυλούσαν μαύροι χείμαρροι, σκορπίσαν τη σταφίδα
που λιάζονταν στη γη.
Κι αντάμα ρούχου και ψωμιού σκορπίσαν την ελπίδα
και αφήσαν μόνο την οργή.
Κι ό,τι απ’ το ρέμα το θολό πρόφτασαν να γλιτώσουν
οι δόλιοι δουλευτές,
ήρθαν να τους το πάρουνε σαν κλέφτες όσο κι όσο
κράτος, εμπόροι δανειστές.
Γίνανε κάστρα τα χωριά, τ’ άδικο πολεμούσαν
μέχρι και τα μικρά παιδιά.
Έδωσαν κείνη τη χρονιά σ’ αίμα, δάκρυ κι αγκούσα
τη μεγαλύτερη σοδειά.
Τ’ αγώνα πρωτοκάθεδρη πήρε φωτιά κι η πόλη
κι απ’ την αντίπερη γραμμή,
οι σταυρωτές γι’ απόκριση το μαύρο δώσαν βόλι
στα στόματα που ζήταγαν ψωμί.
"__Σαν πας στην Καλαμάτα…" Πώς άλλαξε κείνη η μέρα
και λόγια και ρυθμό.
Αντί μαντίλι δέσανε ματόβρεχτη παντιέρα
στου κόσμου το λαιμό.
Φοβόμουν για τον άντρα μου κι έτρεξα με τα ρίγη
της αγωνίας στην καρδιά.
Ο Νίκος δε με φόβιζε – το πρωινό είχε φύγει
να πάει σχολειό με τ’ άλλα τα παιδιά…
Και ξάφνου τριγυρίζοντας στης πόλης την αντάρα
τον είδα να μιλάει απ’ τα σκαλιά
στο πλήθος… Και ν’ ακούγονται σαν κεραυνοί τα σμπάρα
και να τον βρίζουνε του νόμου τα σκυλιά.
Πόνεσα όπως στη γέννα του, στριγγά φώναξα: "Νίκο!"
Κι ο κόσμος είχε γκρεμιστεί…
Αλλά στην τρυφερή καρδιά της μάνας είπε "Σήκω"
η μάνα του πολεμιστή,
που πρόβαλε περήφανη στην κρίσιμη την ώρα
για να με κάνει δυνατή.
Με βάφτισε συντρόφισσα… Κι έτσι από δω και τώρα,
μπήκα στ’ αγώνα το στρατί.
¾¾¾¾¾¾
Λόγος του Τραγουδιστή
Στου Κολοκοτρωναίικου Μοριά το μετερίζι
τρυγάει τώρα ο πόλεμος κι ο θάνατος θερίζει.
Απ’ το πρανές του Πάρνωνα στου Μαίναλου το λόγγο
με τον παππού Ταΰγετο να ’χει τον πρώτο λόγο,
μανιάζει η μάχη και μιλά τ’ ατσάλι με τ’ ατσάλι
κι η μια πλευρά μ’ αντίμαχη φωτιά μιλάει στην άλλη.
Αποσπερίτη Αρματολέ κι Αυγερινέ Ελασίτη
μαζί χτυπάτε το Ναζί και τον ταγματαλήτη!
Πισωπατάν οι σταυρωτές, γίναν χίλια κομμάτια
και από τους κάμπους στα βουνά στρέφει ο λαός τα μάτια,
να δει τη μεραρχία του, να δει το Μπελογιάννη…
Στην Καλαμάτα λυτρωτής όπου και να ναι φτάνει.
Κι αν ευτυχία είναι να μπεις μες στην Αμαλιάδα
σαν γιος και λυτρωτής: __"Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα"!
φέρνοντας με τη Λευτεριά και μια παγκόσμια ελπίδα,
τότε θα πω: κατάματα την ευτυχία την είδα.
Και μέσα απ’ το λαρύγγι του και την ψυχή του μέσα
βγαίνουν κραυγές Νικηταρά, φοβέρες Παπαφλέσσα
που σμίγουν τη μανία τους με το δικό του μένος:
"Βάλτε φωτιά στους Γερμανούς και τους προσκυνημένους"!
Άχαρος είναι ο πόλεμος κι έχει μόνο μια χάρη:
Βοηθάει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.
Φυλάχτε σαν τα μάτια σας τη Λαϊκή Εξουσία,
έτσι θα πιάσει μοναχά ο αγώνας κι η θυσία.
Τους ήρωες και τους μάρτυρες του τόπου το χρυσάφι
μη τους αφήσετε παιδιά πάλι να πάνε στράφι.
Γονάτισε όλο το χωριό κι η Ελλάδα πέρα ως πέρα
και στο κοντάρι τ’ ουρανού κυμάτισε η παντιέρα
της Λευτεριάς… Αντάρτικη φορώντας τώρα χλαίνη
τον Ύμνο της τραγούδησε – αυτόν που πάντα παίρνει
νέες στροφές μέχρι να ‘ρθει κάποιος καιρός να βάλει
στεφάνι τη στερνή στροφή στης νίκης το κεφάλι.
Έπειτα από τη «δεξιά οπορτουνιστική στροφή» του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ και την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη, και αυτό καθόρισε τη στάση του απέναντι στο Κόμμα και οδήγησε στη διαγραφή του.
Με τον Νίκο Ζαχαριάδη συνδέθηκε με πολύχρονη φιλία, που αποτυπώθηκε και στο έργο του "Γεια χαρά, Νίκος", το οποίο περιέχει τμήμα της αλληλογραφίας του με τον Ν. Ζαχαριάδη. Το 1960 το θεατρικό έργο του "Νησί της Αφροδίτης", που ήταν αφιερωμένο στους αγώνες του κυπριακού λαού, παίχτηκε σε δεκάδες θέατρα της ΕΣΣΔ και άνοιξε τον δρόμο για τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα. Έως το τέλος της ζωής του συνέχισε να συγγράφει ποιήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα ιδιαίτερης αισθητικής αξίας.
Στα κείμενα του Αλέξη Πάρνη όσο και άλλων λογοτεχνών, δεν ήταν ξεκάθαρος ο χαρακτήρας του ΔΣΕ, ως αντανάκλαση της προβληματικής στρατηγικής του ΔΚΚ και του ΚΚΕ τότε.
Ετσι, βλέπουμε κείμενα να ταλαντεύονται ανάμεσα στον ταξικό αγώνα και στο αντιφασιστικό - εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο ενάντια στον "μοναρχοφασισμό" και στην "αμερικανοκρατία" και τη λογική της συμφιλίωσης και ομαλής μετάβασης.
Ενίοτε οι συνθήκες οδηγούν τη γραφή τους σε πιο ταξικές θέσεις. Γράφει ο Αλ. Πάρνης: "Ο αγώνας να νικήσει, ν' ανοίξουν τα εργοστάσια, να μαζευτούμε στο σπίτι μας και άλλο τι θέλω; Τα χέρια μου θα τα 'χω, αφεντικό δε θα υπάρχει να με κλέβει. Τι άλλο χρειάζεσαι για να ζήσεις μ' όλα σου τα καλά; Ετσι δεν είναι; ". Σε κάθε περίπτωση, τόνιζε ότι τα καλύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού σμιλεύτηκαν και αναδείχθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ.
"Ο μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού και γενικά ο λαϊκός αγωνιστής εκείνου του καιρού (και μόνο τους χιλιάδες εκτελεσμένους και εθελοντές μελλοθανάτους να σκεφτείς αναρριγάς) είχε ως μοναδικό κίνητρο την ηθική αμοιβή, το αίσθημα της καθαρής συνείδησης και την περηφάνια της λυτρωτικής απεξάρτησης από το καταραμένο σύνδρομο του "ραγιά" που το 'χαν εμφυτέψει τόσο βαθιά στη ρωμαίικη ψυχή και στο υπέδαφος ακόμα του υποσυνείδητου οι τέσσερεις αιώνες της Τουρκοκρατίας. Δυστυχώς για την κακιά μας μοίρα συνέχισαν να καλλιεργούν αυτό το επάρατο σύνδρομο οι Δυτικοί προστάτες, με μια νέα, πιο τελειοποιημένη δολιότητα, την επομένη κιόλας της ίδρυσης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους".
¾¾¾¾¾¾¾¾¾
Στα έργα του θα παραδεχτεί μια "ιδεολογική Οδύσσεια" μέσα στο καμίνι της εποχής, ενώ εκείνο που δεν αποδεχόταν με τίποτα ήταν το τσαλαπάτημα του φιλότιμου του "Ελληνα" από οποιονδήποτε και ο ίδιος αναλογιζόμενος την εποχή, μέσα από τη σκέψη ενός ήρωά του, έγραφε ότι "ανεξάρτητα αν θα γινόταν κάποτε ένας ιστοριογράφος της γενιάς του, θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόησή της τουλάχιστον σαν ¨διερμηνέας¨. Γι' αυτό ήταν απόλυτα βέβαιος! Οσο έπρεπε ώστε να νιώθει απόλυτα αρμόδιος για να παρατηρεί και να κρίνει... ".
Έκρινε στα έργα του και μάλιστα πολύ αυστηρά τους πάντες, μηδενός εξαιρουμένου, διατηρώντας, από την άλλη, μια επιφύλαξη μήπως ήταν πολύ άδικος στις ιδιαίτερα έντονες επικρίσεις του απέναντι στο Κόμμα και την ΕΣΣΔ. Οι αντιφάσεις στη στρατηγική του ΔΚΚ και του ΚΚΕ τότε ίσως εμπόδισαν και τον ίδιο να ερμηνεύσει υπαρκτές, ορισμένες φορές, αρνητικές καταστάσεις και προβλήματα. Στα έργα του, επίσης, είναι διάχυτη η νοσταλγία για την Ελλάδα, για την πατρίδα που τα υψηλά ιδανικά του λαού της αλλά και τις ελπίδες του στις στροφές της Ιστορίας αντιπροσωπεύει στον 20ό αιώνα ο "Γράμμος".
"Να θυμάσαι το Γράμμο μας, του λαού το λημέρι \ που κρατάει στον κόρφο του ζωντανή την ελπίδα \ και προσμένει τον άνεμο που ξανά θα σε φέρει \ για να δώσεις καινούργια φτερά στην πατρίδα.
Να θυμάσαι το χώμα του, τη φωτιά, τον αέρα \ όσα φύτεψες όνειρα και τα πότισες αίμα \ να θυμάσαι τους ήρωες που κοιμούνται εκεί πέρα \ να θυμάσαι τι σου 'λεγε το στερνό τους το βλέμμα.
Να θυμάσαι τα κάτεργα, τα κελιά, τους δεσμώτες \ την αντίπερα όχθη της ψυχής και της γης σου \ όπου τόσοι και τόσοι κυκλωμένοι στρατιώτες \ πολεμάν τα σκοτάδια και φωνάζουν "θυμήσου".
Να θυμάσαι το χτες που σε ψήλωσε τόσο \ ν' ακονίζεις του σήμερα τη μάχιμην ώρα \ ν' αρματώνεις το μέλλον, τον πιστό σύμμαχό σου \ τραγουδώντας τον ήλιο μες στη δίσεχτη μπόρα\
![]() |
| Ιστορικά στελέχη του ΚΚΕ στην κηδεία του αριστερά ο Αντώνης Καλαμπόγιας της Νικαριάς στο μέσον η Αλέκα _δεξιά ο Χαρίλαος |

Ο Καστρινός, ΕΛΑΣίτης αντάρτης και μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, βρίσκεται πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, στα τέλη του 1949, και προσπαθεί να προσαρμοστεί με την οικογένειά του στις νέες συνθήκες. Γίνεται αυτόπτης μάρτυρας συνταρακτικών ιστορικών γεγονότων: Από τη σταλινική εποχή στην περίοδο του Χρουστσιόφ, την επέμβαση της σοβιετικής ηγεσίας στο ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα και την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη. Όμως, η συστράτευσή του με τον Ζαχαριάδη, οδηγεί τον Καστρινό στα γκουλάγκ, και τον φέρνει αντιμέτωπο με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Απ' τον Γράμμο μέχρι την Τασκένδη, κι απ' την Καστέλα ώς τη Μόσχα και τη Σιβηρία, ο Αλέξης Πάρνης, με βάση μνήμες και βιώματα, διασταυρώνει την ιστορία με τη μυθοπλασία, για να δώσει το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής. Αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της συγκλονιστικής εποποιίας που γράφτηκε από την Αριστερά των αντιφασιστικών αγώνων, της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής δημοκρατίας, από εκείνους που κατάφεραν, μέχρι το τέλος, να "πετούν με τα φτερά της συνείδησής τους". __Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου
Γεια χαρά, Νίκος
η αλληλογραφία μου με το Νίκο Ζαχαριάδη
"Αγαπητέ Αλέξη, Το προηγούμενο γράμμα σου που πήρα είνε 20.10. Είνε αφτό που το αρχίζεις έτσι: "Χτες με διέγραφαν απ τό κόμμα". Άλλο γράμμα σου δεν πήρα. Ώστε λείπουν τα δυο γράμματα που γράφεις ότι μούστειλες. Δεν κάνει ναργάς έτσι, γιατί, όπως αίρεις, αποτελείς το μοναδικό κάβο που κρατώ ζωντανή επαφή με τον έξω κόσμο..." (Από γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη προς τον Αλέξη Πάρνη, το Δεκέμβρη του 1956) Το Γεια χαρά - Νίκος είναι μια λυρική αυτοβιογραφία του Αλέξη Πάρνη κι έχει ως κεντρικό άξονα την αλληλογραφία του με τον καθαιρεμένο και εκτοπισμένο στο Μποροβίτσι της βόρειας Ρωσίας ηγέτη του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη. Η σχέση τους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ηθική, πολιτική και λογοτεχνική διαμόρφωση του συγγραφέα. Μέσα από την αλληλογραφία τους αναβιώνει μια συνταρακτική εποχή για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τη Σοβιετική Ένωση και το ΚΚΕ. Φωτίζονται πρόσωπα και καταστάσεις, και δίνονται νέες ερμηνείες σε γεγονότα που φάνταζαν μέχρι σήμερα ακλόνητα.
Ο ρυθμός του κόσμου
Ο ρυθμός του κόσμου είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του Αλέξη Πάρνη, που άρχισε με την Οδύσσεια των διδύμων και συνεχίστηκε με το Ο άλλος εμφύλιος. Ένα μυθιστόρημα όπου οι ήρωες αναζητούν τον πνευματικό ηθικό άθλο που θα δώσει ανθρώπινη διάσταση στο τυφλό ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
· Περιεχόμενα
§ Το τίμημα της τιμής
§ Συνάντηση με την Αντιγόνη
§ "Λάζαρος"
§ "Φύλαξε το πρόσωπό σου"
§ Obligatio in solidum
§ Το ράγισμα του ονείρου
§ Συμπόσιο
§ Ο χρόνος και το υφάδι του
§ "Θερμοπύλες"
§ Ο λαβωμένος Απρίλης
§ Η μοίρα του Προμηθέα
§ Το πνεύμα της ομοψυχίας
§ "Επέσατε θύματα"
§ "Εδώ Πολυτεχνείο"
§ Νοσταλγία
§ Ο κλαυσίγελος της Ιστορίας
§ Χαρισάμενες μέρες
§ Τα παιδιά του Παρθενώνα
§ Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός
§ Σεισμική ακολουθία
§ Οικογενειακό εμβατήριο
§ Βιογραφικό & Εργογραφία Αλέξη Πάρνη
Ο άλλος εμφύλιος
Ο
Γιάννης Δερβένης, που πολέμησε στον Εμφύλιο με τον κυβερνητικό στρατό, φεύγει
το 1951 για την Αμερική, για να ασχοληθεί με το μεγάλο πάθος του, τον
κινηματογράφο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε ήδη απαθανατίσει κάποια
σημαντικά γεγονότα, όπως την ανατίναξη του κτηρίου της φιλοχιτλερικής οργάνωσης
ΕΣΠΟ απ' την πατριωτική οργάνωση ΠΕΑΝ. Το γεγονός αυτό γίνεται αφορμή της
γνωριμίας του στις ΗΠΑ με τον σημαντικό ομογενή Σπύρο Σκούρα, αφεντικό της
"Τουέντιθ Σέντσουρι Φοξ", που φιλοδοξεί να κάνει μια ταινία για το
πρώτο μεγάλο αντιστασιακό σαμποτάζ στην κατεχόμενη Ευρώπη. Στην προσπάθειά του
αυτή, θέλει να αναλάβει το σενάριο ο ίδιος ο Δερβένης και να εντάξει στην
ταινία τα αυθεντικά φιλμ της ανατίναξης. Τότε ο Δερβένης βρίσκεται μπροστά στη
μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Αρχίζει η γνωριμία του με την αμερικανική
πραγματικότητα, η επαφή του με τον απόδημο Ελληνισμό και τους καημούς του, αλλά
και η αποτίμηση της εμφύλιας τραγωδίας με πιο αξιόπιστα κριτήρια. Ένα παιχνίδι
της μοίρας όμως τον αναγκάζει να επανέλθει στην Ελλάδα, όπου θα εμπλακεί σε μια
απίστευτη σκοτεινή ιστορία που θα αλλάξει τη ζωή του για πάντα.












