14 Ιουλίου 2026

Ανεβαίνει πάλι το "Χάσαμε τη Θεία Στοπ"

Ο Γιώργος Διαλεγμένος έκλεισε τα 86+ χρόνια του και το παλεύει ακόμη. Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν (1962), ξεκίνησε σαν ηθοποιός, έγραψε αρκετά βιβλία _Σε φιλώ στη μούρη, Μάνα, μητέρα, μαμά, Λόγω φάτσας, Η νύχτα της κουκουβάγιας,  Άπαντα τα θεατρικά: Τόμος Α'+Β', Λόγω φάτσας, Nothing for Nothing, Bella Venezia κά που έχουν γίνει και μεγάλες θεατρικές επιτυχίες, ενώ έχει σκηνοθετήσει και κάποια δικά του θεατρικά έργα. Το "Μάνα, μητέρα, μαμά" έκλεισε 45+ χρόνια _έκανε πρεμιέρα το1980 στο Θέατρο Πειραιά σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίστηκαν οι Ντενίζ Μπαλτσαβιά (Μάνα), Γιώργος Διαλεγμένος (Σωτηράκης), Μπάμπης Αλατζάς (Μεμάς), Σόνια Χαλκιά (Βαρβάρα) και Μαίρη Ραζή (Μπέμπα) και από τότε ανέβηκε πάνω από 20 φορές, μπορεί και περισσότερες.

Το έργο εξελίσσεται στην περίοδο της μεταπολίτευσης, όπου το φαινόμενο της αντιπαροχής αλλάζει το τοπίο της Αθήνας, επιδρώντας στις σχέσεις των ανθρώπων. Μια ηλικιωμένη μητέρα, παρά τις δυνατές αντιστάσεις της, πείθεται από το γιο της και δίνει το σπίτι της αντιπαροχή. Με αυτή την κρίσιμη απόφασή της, παρόλο που η ίδια νοιώθει να μετατρέπεται σε "βάρος" για τους οικείους της, παραδίδει τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά. Ρηξικέλευθος και αντισυμβατικός ως άνθρωπος και  καλλιτέχνης

Στο θέμα μας: Το αριστούργημα του Γιώργου Διαλεγμένου, "Χάσαμε τη Θεία Στοπ" _μετά την επιτυχία στο νέο θέατρο ΦΙΛΙΠ, στην Αθήνα (Θάσου 11 & Δροσοπούλου Κυψέλη _σε μια γειτονιά με πλούσια θεατρική ιστορία) ... συνεχίζει με περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Χρήστου Τριπόδη. Ο Θανάσης και η Ουρανία ζουν πάντα μέσα στη μιζέρια, τη φτώχεια και τη γκρίνια στο Γκάζι της δεκαετία του ‘50. Στο διπλανό τους δωμάτιο, βρίσκεται η κατάκοιτη και ετοιμοθάνατη θεία στην κληρονομιά της οποίας στηρίζουν όλες τους τις ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Ένας καβγάς. Μια λάθος κίνηση. Ένας θάνατος που έρχεται νωρίτερα απ’ ότι έπρεπε. Όμως, η πολυπόθητη λύση δεν έρχεται ποτέ. Αντίθετα, ο θάνατος γίνεται ο σπινθήρας για μια μεγάλη έκρηξη, αποκαλύπτοντας με σκληρό χιούμορ τις ψευδαισθήσεις, τις ενοχές και τα αδιέξοδα των ηρώων.

Θυμίζουμε πως η πρώτη ιστορική παράσταση του "Χάσαμε τη Θεία Στοπ"  ανέβηκε Οκτώβρη 1975 από το Θέατρο "Στοά" σε σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου

Ο κριτικός θεάτρου, Κώστας Γεωργουσόπουλος, έχει πει για τον Γιώργο Διαλεγμένο: "Ο Γιώργος Διαλεγμένος έπεσε σαν μετεωρίτης στη θεατρική μας αγορά. Και αποδείχτηκε πάμφωτος γαλαξίας που απλώς υποδύθηκε τον κομήτη για να μας παραπλανήσει. Νομίζω πως αυτή η παρομοίωση ερμηνεύει σχεδόν αποκαλυπτικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στο χώρο των θεατρικών μας συναλλαγών αυτό ο λαϊκός είρωνας… Ο Διαλεγμένος έγραψε μόνο αριστουργήματα. Δεν υπάρχει αδιάφορο, μέτριο ή αμφιλεγόμενο έργο του. Σπάνιο φαινόμενο στο παγκόσμιο θέατρο"

"Χάσαμε τη Θεία Στοπ": στο Αμφιθέατρο "Θανάσης Βέγγος" και σε όλη την Ελλάδα

Συντελεστές

  • Κείμενο: Γιώργος Διαλεγμένος
  • Σκηνοθεσία: Χρήστος Τριπόδης
  • Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Φιλίππου
  • Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
  • Βοηθός Σκηνοθέτη: Λυδία Σγουράκη
  • Εικαστική Επιμέλεια: Βαλεντίνο Βαλάσης
  • Καλλιτεχνική διεύθυνση: Χρήστος Τριπόδης
  • Δημόσιες σχέσεις: Μαργαρίτα Δρούτσα
  • Παραγωγή: Εταιρεία Θεατρικών Παραγωγών «ΜΕΘΕΞΙΣ» – Χρήστος Τριπόδης
    • Οι τεθλιμμένοι συγγενείς (αλφαβητικά):
      • Βίβιαν Κοντομάρη
      • Νατάσσα Κοτσοβού
      • Φωτεινή Μπαξεβάνη
      • Γιώργος Σουξές
      • Χρήστος Τριπόδης
      • Αγνή Χιώτη
      • Μαζί τους οι: Βασίλης Γιαννέλος, Βαλεντίνο Βαλάσης
      • Στην παράσταση ακούγεται ηχογραφημένη η φωνή της Χρύσας Ρώπα
    • Διάρκεια: 100 λεπτά (με διάλειμμα)
    • Κατάλληλο για άνω των 12 ετών

Γιώργος Διαλεγμένος __ένα κόσμημα επιστρέφει

Συνέντευξη
Όταν άρχισα να γράφω τη “Θεία Στοπ”, λέει ο Γιώργος Διαλεγμένος, είχα αρχίσει να φεύγω σιγά σιγά από το θέατρο. Προσπάθησα να γράψω με την προτροπή της γυναίκας μου, της έλεγα διάφορες ανοησίες και γελούσε και μου λέει “γιατί δεν κάθεσαι να τα γράψεις;” Τι να γράψω; Εγώ μολύβι έπιασα μετά τα 25 γιατί ήμουν ιδιαίτερα κακός μαθητής. Δεν διάβαζα, δεν με ενδιέφερε το σχολείο καθόλου. Δεν είμαι σίγουρος αν έχω βγάλει το δημοτικό σχολείο.  Εγώ του Γεωργουσόπουλου του έλεγα πάντα "κόψε κάτι να συμφωνήσω". Και γελούσαμε. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με είδε στο θέατρο, το 1972. Παίζαμε την "Τρέλα" του Αντρέγιεφ, σε θέατρο της οδού Τρικόρφων, και είχε έρθει. Αφού ψιλοέθαψε την παράσταση, με ξεχώρισε. Από τότε μέχρι που έκλεισε τα μάτια του, είχαμε κάνει μόνο μία συνάντηση! Και δεν τον πήρα πραγματικά ποτέ να τον ευχαριστήσω, γιατί αρχίζει ένα αλισβερίσι περίεργο, που εμένα δεν μου αρέσει. Οι Έλληνες συγγραφείς νομίζω –με τη μικρή μου πείρα– ότι δεν ξέρουν να γράφουν διαλόγους, γράφουν όπως σκέφτονται, δεν γράφουν όπως σκέφτεται ο ήρωάς τους.
Αγαπούσα τη συγγραφή μέχρι που ζούσε ο Λευτέρης (Βογιατζής), από εκεί και έπειτα έχασα το ενδιαφέρον μου. Έχω πεθυμήσει πραγματικά να δω ένα έργο κλασικό, κανονικά, με κοστούμια, σκηνικό, μουσική, υπόθεση. Τώρα έχει καταντήσει το θέατρο, όπως λέω, "Ενοικιάζεται αίθουσα θεατρική για δύο απογευματινές παραστάσεις με πρωινό. Δωρεάν ξενάγηση στα καμαρίνια». Δεν είναι θέατρο αυτό. Στην Ελλάδα λέει «ό,τι δηλώσεις είσαι».

Ερώτηση Ποιος ήταν ο λόγος της άνθησης των θεατρικών συγγραφέων στην εποχή σας –ενδεικτικά αναφέρω τους Καμπανέλλη, Αναγνωστάκη, Κεχαΐδη – Χαβιαρά, Σκούρτη– και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της σημερινής εποχής;

 Το μόνο που ξέρω να πω είναι ότι οι Έλληνες συγγραφείς –νομίζω, με τη μικρή μου πείρα– δεν ξέρουν να γράφουν διαλόγους, γιατί έχουν πάρει τη σκυτάλη από τους προηγούμενους. Τι εννοώ; Ότι οι Έλληνες συγγραφείς γράφουν όπως σκέφτονται, δεν γράφουν όπως σκέφτεται ο ήρωάς τους. Γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ο Σαίξπηρ, καθόλου. Διότι βάζει τον Άμλετ που είναι 20 χρόνων, που δεν έχει βγει ποτέ από το παλάτι, να λέει τα πιο φιλοσοφημένα πράγματα, και δεν με πείθει. Ένα 20χρονο να λέει "να ζει κανείς ή να μη ζει"; Να υποφέρει άδικης τύχης; Ένα 20χρονο παιδί λέει φιλοσοφίες του Σαίξπηρ, ο οποίος είναι κορυφή ποιητική. Σε όλες τις δουλειές ψάχνω να βρω το θέμα. Αλλά δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ η ιδέα. Η ιδέα εξαντλείται μέσα σε δυο σελίδες. Σε όλα τα έργα μου, μετά τις πρώτες σελίδες με πάει αλλού το κείμενο, ούτε ξέρω πού. Όπως το έργο μου, "Nothing for nothing", που χωρίς να το θέλω με πήγε σε ένα φινάλε και σε μια κατάσταση απαγορευτική να παιχθεί. Κατάλαβα ότι δεν ελέγχω το έργο, το έργο με ελέγχει σε όλα.

Είχατε την τύχη να ανεβάσουν έργα σας σπουδαίοι σκηνοθέτες, όπως ο Λευτέρης Βογιατζής. Οι νέοι καταξιωμένοι σκηνοθέτες δεν αγαπούν το σύγχρονο ελληνικό έργο;

– Έχω την εντύπωση ότι τους δυσκολεύει πολύ, γιατί θα είναι απόλυτα ελεγχόμενο από τον Έλληνα θεατή του. Ενώ άμα πάρεις ένα ξένο έργο, το κάνεις όπως θέλεις, το βλέπει ο κόσμος, τελείωσε. Αν έχω βγάλει ένα κακό όνομα στο θέατρο είναι επειδή θέλω να ελέγχω τι κάνει ο σκηνοθέτης. Με τον Λευτέρη είχαμε ομηρικές μάχες, γιατί έβαζε δικά του πράγματα μέσα. Ο Βογιατζής μού είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, αλλά ήταν κάπως εγωιστής. Ας πούμε, ήθελε να αλλάξει το φινάλε "Οχι, λέω, δεν θα ανοίξουμε αυλαία αν βάλεις το δικό σου φινάλε, γιατί φεύγεις από το πνεύμα του έργου". Μπορεί να ήταν και καλύτερο, αλλά ήθελα να είναι αυτό που έχω σκεφτεί εγώ. Αν έχω βγάλει ένα κακό όνομα στο θέατρο είναι επειδή θέλω να ελέγχω τι κάνει ο σκηνοθέτης. Με τον Λευτέρη είχαμε ομηρικές μάχες, γιατί έβαζε δικά του πράγματα μέσα

Πώς νιώθετε που το "Θεία Στοπ" ανεβαίνει συνεχώς, 50 χρόνια πια μετά τη συγγραφή του;

– Όταν έγραψα το έργο, μου λέει η γυναίκα μου "δώσ’ το σε δύο-τρία θέατρα". Το δίνω στον Κουν, στον Παπαγεωργίου, στον Ληναίο, αν θυμάμαι καλά και στον Ευαγγελάτο. Το πέταξαν. Έπειτα από δύο-τρία χρόνια μού τηλεφωνεί ο Παπαγεωργίου. Του το έδωσα και άρχισε πρόβες. Έστελνε σημειώματα στις εφημερίδες, αλλά δεν τα έβαζε κανένας. Και λέω στον Θανάση "άσε, θα κοιτάξω εγώ τι θα κάνω". Παίρνω την παρέα μου όλη και γράφαμε στους τοίχους "Χάσαμε τη Θεία, χάσαμε τη Θεία, χάσαμε τη Θεία. Στοπ". Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι ήταν σύνθημα απ’ τη χούντα, «ρε παλικάρι, πάτε να μας αιματοκυλίσετε πάλι;» έλεγαν. Μια γυναίκα μού είχε πει "αχ, παιδάκι μου, αυτό που γράφει έπρεπε όλες οι μάντρες να το γράφουν".
"Γιατί, λέω, γιαγιά, τι διαβάζεις;". "Χάσαμε τα Θεία, Στοπ!", απαντάει. Όταν κάναμε πρεμιέρα, γράφαμε μετά "Θέατρο Στοά, Θέατρο Στοά, Θέατρο Στοά" και πήγαν οι πρώτοι δέκα περίεργοι. Μη σ’ τα πολυλογώ, μέχρι να κλείσει η εβδομάδα δεν έβρισκες θέση. Βγαίνουν οι κριτικές, ο Γεωργουσόπουλος έγραψε έναν ύμνο, ότι είμαι ο καινούργιος Τσέχοφ και κάτι τέτοια. Τσαντίστηκα τότε, δεν μπορούσα να είμαι ο καινούργιος Διαλεγμένος; Με κολάκεψε βέβαια.


 

Ingmar Bergman ο "Σαββατογεννημένος"

14-Ιουλίου-1918 γεννιέται ο Σουηδός σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου Ernst Ingmar Bergman _ Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Μια μεγάλη μορφή της 7ης Τέχνης, που άνοιξε νέους δρόμους στον κινηματογράφο στην περίοδο μετά τον πόλεμο. Οι ταινίες του επηρέασαν βαθύτατα τον ευρωπαϊκό, αλλά και τον παγκόσμιο κινηματογράφο, θέτοντας στον επίκεντρο της θεματολογίας του τις θεμελιώδεις αναζητήσεις του ανθρώπου __Περισσότερα εδώ  

Εξίσου σημαντικές είναι και οι θεατρικές παραστάσεις που σκηνοθέτησε. "Το να κάνω ταινίες είναι για μένα ένστικτο, μια ανάγκη, όπως η πείνα, η δίψα, ο έρωτας", έλεγε, αν και, μετά την αυτοβιογραφική "Φάνι και Αλέξανδρος" (1983) και παρά τα τέσσερα Όσκαρ που αυτή απέσπασε, δήλωσε ότι εγκαταλείπει τον κινηματογράφο. "Υπόσχεση" που κράτησε, με μια "παρένθεση" το 2003, οπότε γυρίζει το "Saraband", για τη σουηδική τηλεόραση, ως "ελεύθερη συνέχεια" της μίνι σειράς "Σκηνές από ένα γάμο" (1973). Ωστόσο, συνέχιζε να συμμετέχει στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων άλλων σκηνοθετών, να γυρίζει ταινίες για την τηλεόραση και να σκηνοθετεί στην άλλη μεγάλη του αγάπη, το θέατρο. Ο Μπέργκμαν γεννήθηκε στην Ουψάλα και μεγάλωσε στη Στοκχόλμη. Τα παιδικά του χρόνια – "οδυνηρά και περιπλεγμένα" τα χαρακτήριζε – "σφραγίζονται" από την αυστηρή πειθαρχία του λουθηρανού πάστορα πατέρα του. Ξεκίνησε να σκηνοθετεί φοιτητικές θεατρικές παραστάσεις, σπουδάζοντας Φιλολογία και Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Ανέβασε στα σημαντικότερα θέατρα της Σουηδίας έργα μεγάλων θεατρικών συγγραφέων (Στρίντμπεργκ, Σαίξπηρ, Πιραντέλο, Καμύ, Ουίλιαμς, Ανούιγ, Μπρεχτ, Τσέχοφ, και δικά του).
Επηρεασμένος από τον υπαρξισμό και την ψυχανάλυση, επικεντρώθηκε περισσότερο στο άτομο και όχι στην κοινωνία ή στην ιστορία, αλλά έθεσε ηθικά και φιλοσοφικά προβλήματα, με φόντο την κρίση και παρακμή της αστικής κοινωνίας. Η πρώτη του ταινία, "Κρίση", γυρίστηκε το 1945. Το 1955 γίνεται γνωστός στην Ευρώπη με την ταινία "Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας".
Ο θάνατος, αιώνες πριν, σε εποχές με πολλών ειδών φόβους (κοινωνικούς, θρησκευτικούς, οικονομικούς, πολιτικούς), όταν οι λαοί μαστίζονταν από συνεχιζόμενους πολέμους, σιτοδείες και απανωτές επιδημίες πανώλης, επηρέασε καθοριστικά την τέχνη και τη λογοτεχνία. Απεικονιζόταν πότε σαν ιππότης της Αποκάλυψης που καλπάζει πάνω από πτώματα, πότε σαν αποκρουστική γυναίκα με φτερά νυχτερίδας, πότε σαν σκελετός οπλισμένος με δρεπάνι ή με τόξο και βέλη, καθισμένος σε ένα άρμα που έσερναν βόδια. Τον 14ο αιώνα εμφανίζεται η λέξη «μακάβριος» που αφορά στην εικο­νογραφία του θανάτου. Τον Μεσαίωνα, τα ταμπλό με τον Μακάβριο Χορό (οι ζωντανοί χό­ρευαν πλάι - πλάι με τους πεθαμένους) ήταν ευρέως διαδεδομένα. Βρίσκονταν σε τοίχους νεκροταφείων, σε εκκλησίες και σε γωνίες δρόμων, για να θυμίζουν στον θεατή την παροδικότητα της ζωής και το αδυσώπητο του θανάτου. Ωστόσο, δεν στερούνταν κοινωνικής κριτικής. Ο Χορός του θανάτου είναι ένα θέμα σαρκαστικό, μια εκτό­νωση του καταπιεσμένου λαού για την φεουδαρχική τυραννία. Με πηγή τη δημοτική παράδοση, οι λαϊκές δοξασίες που απηχούσαν τον γενικό φόβο μπροστά στην παντοδυναμία του θανάτου πέ­ρασαν στην ποίηση και τη μουσική. Τον θάνατο, χορεύοντας, κατάματα κοιτάμε... Ο ελληνικός λαός φαντάζεται την επιθανάτια αγωνία σαν πάλη του ανθρώπου με το Χάρο (χαροπάλεμα), αλλά στον αγώνα αυτό η έκβαση δεν είναι αμφίβολη, αφού τελικά υποκύπτει και ο γενναιότερος των θνητών: Κι εννιά φοραίς τον έβαλεν ο νιος το Χάρο κάτω. Μ' απάνω εις τς εννιά φοραίς του Χάρο βαροφάνη. Πιάνει το νιο 'που τα μαλλιά, χάμαις τον γονατίζει. Άφις με, Χάρο, τα μαλλιά και πιάσ' μ' απού τη μέση, και τοτεσάς σου δείχνω γω πώς ειν' τα παλληκάρια. -Αποκειδά τα πιάνω γω ούλα τα παλληκάρια, πιάνω κοπέλλαις όμορφαις, κι' άντρες πολεμιστάδες,και πιάνω και μωρά παιδιά μαζί με τσοι μαννάδες." (ελληνικό μοιρολόι).Η ταινία που τον καταξίωσε ως δημιουργό παγκόσμιας κλίμακας είναι "Η έβδομη σφραγίδα" 97λ (Det sjunde inseglet 1957), όπου ο ιππότης Μπλοκ που επιστρέφει από τις Σταυροφορίες σε μια Σουηδία αφανισμένη από την πανούκλα παίζει με τον Θάνατο μια παρτίδα σκάκι για να κερδίσει χρόνο αλλά και για να βρει απαντήσεις στα υπαρξιακά του ερωτήματα. Ένα από τα αριστουργήματα της 7ης Τέχνης, βαθιά φιλοσοφικό και αλληγορικό, με αρκετή δόση χιούμορ τολμάει για πρώτη φορά στο παγκόσμιο σινεμά να θέσει το αιώνιο ερώτημα “Υπάρχει Θεός; “. Αυτό το ερώτημα, μαζί με τον φόβο του θανάτου, βασανίζουν εκείνη την περίοδο και τον ίδιο τον Bergman, σηματοδοτώντας την έναρξη του υπαρξιακού σινεμά και την ώριμη, “μέση“ περίοδο του σκηνοθέτη. Χρησιμοποιώντας κάποιους φυσικούς, εξωτερικούς χώρους και ελάχιστα εφέ, ο Bergman γύρισε την ταινία μέσα σε 35 ημέρες στα Rasunda Film Studios, με αρκετά χαμηλό προϋπολογισμό. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται σε εξωτερικούς χώρους, το σκηνικό δεν είναι νατουραλιστικό. Η ασπρόμαυρη, με μεγάλες αντιθέσεις του φωτός, κινηματογράφιση δημιουργεί μία εξπρεσιονιστική οπτική. Ο σκηνοθέτης δεν πέφτει στην παγίδα της εξεζητημένης σκηνοθεσίας, η τεχνική του διαπνέεται από απλότητα, κάνοντας συχνά κοντινά πλάνα στους ήρωες της ιστορίας, ώστε να αναδειχθούν τα συναισθήματά τους. Οι διάλογοι είναι αρκετά θεατρικοί και ποιητικοί, σε αντίθεση με το παραδοσιακό σινεμά, αλλά πειστικά αληθινοί. Το όνομα της ταινίας είναι από το όγδοο εδάφιο της “Αποκάλυψης”, το οποίο ακούγεται στην αρχή, αλλά και στο τέλος του έργου : "Και όταν άνοιξε την Έβδομη Σφραγίδα, έγινε σιωπή στον ουρανό μέχρι μισή ώρα". Διαδραματίζεται στη Σουηδία το 14ο  αιώνα, στην εποχή του Μεσαίωνα . Ο Antonius Block (Max Von Sydow) , ένας απογοητευμένος ιππότης που έχει χάσει την πίστη του και ψάχνει να βρει απαντήσεις , γυρίζει μετά από 10 χρόνια από τις Σταυροφορίες μαζί με τον κυνικό ιπποκόμο του Jons (Gunnar Bjornstrand) , ενώ η Μαύρη Πανώλη μαστίζει τη Σκανδιναβία. Όταν, ξαφνικά, ο Θάνατος (Bengt Ekerot) εμφανίζεται για να τον πάρει μαζί του, ο Block νιώθοντας ότι πρέπει να κάνει μία τελευταία σημαντική πράξη, του προτείνει να παίξουν μία παρτίδα σκάκι, ώστε να παρατείνει τη διάρκεια της ζωής του όσο το παιχνίδι συνεχίζεται. Στο δρόμο συναντά ένα ζευγάρι περιοδευόντων ηθοποιών, τη Mia (Bibi Andersson) και τον Jof (Nils Poppe), μαζί με τον γιό τους Mikael και τους προσκαλεί να ταξιδέψουν μαζί τους μέχρι το κάστρο του για να αποφύγουν την Πανώλη. Μέχρι το ταξίδι τους να ολοκληρωθεί, ο Block έχει μάλλον βρει απάντηση σε κάποια από τα ερωτήματα που τον ταλάνιζαν, χορεύοντας κάπως πιο πρόθυμα τον τελευταίο άγριο χορό του Θανάτου.
Το αριστούργημα του Bergman είναι γεμάτο από πληθώρα συμβολισμών, ξεκινώντας από την πιο εμβληματική σκηνή του έργου, Το παιχνίδι σκακιού με τον Θάνατο, το οποίο συμβολίζει τη γνώση του τέλους της ζωής. Η εποχή του Μεσαίωνα, και συγκεκριμένα ο 14ος αιώνας που καθορίστηκε από την πανδημίας της Πανώλης, θυμίζει στον Bergman, την εποχή που γυρίστηκε η ταινία. Μια μεταπολεμική εποχή που οδεύει προς την αποκάλυψη. Οι χαρακτήρες των Jof και Mia και ο γιος τους Mikael αντιπροσωπεύουν την “Αγία Οικογένεια “, την αγάπη, την ελπίδα και τη χαρά και είναι αυτοί που κάνουν τον πρωταγωνιστή να καταλάβει ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ζωής. Επιπλέον, οι φράουλες και το γάλα που προσφέρει το ζευγάρι στους συνδαιτυμόνες τους, συμβολίζουν τη μετάληψη , όχι όμως ως “Θεία Κοινωνία “, αλλά ως αγάπη κι ελπίδα. Στην τελευταία σκηνή, ο μακάβριος χορός του Θανάτου στην ποπ κουλτούρα είναι μία υπενθύμιση πως ο Θάνατος μας ενώνει όλους. Οι συμβολισμοί έχουν πολύ σημαντική θέση σ’ αυτό το αλληγορικό έργο του Bergman, που βρίθει από αυτούς, κάνοντας αναφορές στην Ιστορία της Τέχνης και χρησιμοποιώντας σύμβολα του θανάτου δημοφιλή στη Μεσαιωνική τέχνη την περίοδο της Πανώλης __Max Von Sydow, Bengt Ekerot, Bibi Andersson, Gunnar Bjornstrand, Inga Landgre, Ake Fridell, Nils Poppe
Ακολουθούν αριστουργηματικές ταινίες: "Αγριες φράουλες", "Περσόνα", "Κραυγές και ψίθυροι" και δεκάδες άλλες. Το 1976 γύρισε στη Γερμανία "Το αυγό του φιδιού", μια ταινία για την άνοδο του ναζισμού. Μετά το θάνατο της τελευταίας του συζύγου, Ίνγκριντ (1995), έμενε μόνος στο νησί Φουρέ στη Βαλτική, που χρησίμευσε ως ντεκόρ πολλών ταινιών του. Παντρεύτηκε πέντε φορές και απέκτησε εννέα παιδιά. Τιμήθηκε με πολλές διεθνείς διακρίσεις, ενώ το 1978 το Σουηδικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου θεσμοθέτησε βραβείο στο όνομά του. Ο δημιουργός, που από τη 10ετία του ’50 "έστρωσε" το έδαφος στο σύγχρονο κινηματογράφο και έκανε σκηνοθέτες όπως ο Γκοντάρ να "υποκλιθούν" στην ιδιοφυΐα του, δήλωνε πριν λίγα χρόνια, αποκαλύπτοντας τη σεμνότητα των μεγάλων δημιουργών: "Υστερα από 60 χρόνια στον κινηματογράφο δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον τρόπο με τον οποίο έχω μάθει να εργάζομαι. Μπορώ όμως να τον βελτιώσω"..!
30 Ιουλίου 2007: Ένα από τα σημαντικότερα «κεφάλαια» του παγκόσμιου κινηματογράφου του 20ού αιώνα "έκλεισε"
              
Ernst Ingmar Bergman‎‎
Γεννήθηκε 14-Ιουλ-1918 στην Ουψάλα και μεγάλωσε στη Στοκχόλμη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλολογίας του πανεπιστημίου της πόλης άρχισε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία, πρώτα στο θέατρο και στη συνέχεια στον κινηματογράφο. Εργάστηκε στα σημαντικότερα θέατρα της Σουηδίας ανεβάζοντας έργα των Στρίντμπεργκ, Σαίξπηρ, Λουίτζι Πιραντέλο, Αλμπέρ Καμύ, Τένεσι Ουίλιαμς, Ζαν Ανούιγ, Μπέρτολντ Μπρεχτ, Άντον Τσέχοφ, αλλά και δικά του. Παράλληλα σκηνοθέτησε μεγάλο αριθμό ταινιών με σενάρια που έγραψε ο ίδιος, με τις οποίες αναδείχτηκε διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου. Κύρια θέματα των ταινιών του είναι η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, η αντιπαράθεση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον Θεό και η αμφισβήτηση του τελευταίου, η ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων και κυρίως των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων και η αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά εγκαταλείπει τη χρήση συμβολισμών και αλληγοριών που κυριαρχούσαν σε παλαιότερες ταινίες του (Η Έβδομη Σφραγίδα, Άγριες Φράουλες, Η τριλογία της σιωπής) και περνά σε περισσότερο λιτές σκηνοθεσίες, ερευνώντας κυρίως τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και την προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει του εαυτό του. Από το 1970 και μετά γύρισε τις ταινίες Η επαφή (1970), Κραυγές και ψίθυροι (1972), Πρόσωπο με πρόσωπο (1976), Το αβγό του φιδιού (1977), Φθινοπωρινή σονάτα (1978) και Οι μαριονέτες (1980). Σε αντίθεση με άλλους μεγάλους σκηνοθέτες που τήρησαν αρνητική στάση απέναντι στην τηλεόραση, σκηνοθέτησε πολλές τηλεοπτικές διασκευές θεατρικών έργων, αλλά και σειρές ή ταινίες για την τηλεόραση που μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο, συχνά σε συντομότερες εκδοχές, όπως Σκηνές από έναν γάμο (1973), Ο μαγεμένος αυλός (1974), το ντοκιμαντέρ Οι άνθρωποι του Φάρο (1979), το αυτοβιογραφικό Φάνι και Αλέξανδρος (1983), που απέσπασε πολλά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1984, και το Μετά την πρόβα (1984). Μετά το γύρισμα της τελευταίας του ταινίας, συνέχισε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία στο θέατρο και με τη συγγραφή σεναρίων, κάποια από τα οποία γυρίστηκαν ταινίες, όπως Οι καλύτερες προθέσεις (1991) του Μπιλ Άουγκουστ και Το παιδί της Κυριακής (1992) του γιου του Ντάνιελ Μπέργκμαν. Το 1987 εξέδωσε την αυτοβιογραφία του με τον τίτλο Η μαγική κάμερα και το 1990 μια συλλογή από σκέψεις του με τον τίτλο Εικόνες. Για το συνολικό του έργο έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις, όπως το Μεγάλο Χρυσό Παράσημο της Σουηδικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών (1977), το Βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (1987), το Ειδικό Βραβείο Φελίξ (1988) και το Βραβείο Ζόνινγκ του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης (1989). Επίσης, από το 1978 έχει θεσμοθετηθεί κινηματογραφικό βραβείο με το όνομά του από το Σουηδικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου
                                               Επιλεγμένη φιλμογραφία

·       Saraband (2003)(TV)

·       In The Presence of a Clown (1997) (Larmar och gör sig till)(TV)

·       Δύο Μακάριοι (1986) (De Två Saliga) (TV)

·       Karin's Face (1986) (Karins ansikte) (TV)

·       Φάνι και Αλέξανδρος (1982) (Fanny och Alexander) (βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, 1984)

·       After Practise (1982) (Efter repetitionen)

·       From the Life of the Marionettes (1980) (Aus dem Leben der Marionetten)

·       Φθινοπωρινή σονάτα (1978) (Höstsonaten)

·       The Serpent's Egg (1977) (Das Schlangenei)

·       Πρόσωπο με Πρόσωπο (1976) (Ansikte mot ansikte) (Υποψηφιότητα για όσκαρ σκηνοθεσίας)

·       The Magic Flute (1975) (Trollflöjten), πρωτοπαρουσιάστηκε ως τηλεταινία στη σουηδική τηλεόραση, έγινε ταινία αργότερα

·       Σκηνές από έναν γάμο (1973) (Scener ur ett äktenskap)

·       Κραυγές και ψίθυροι (1973) (Viskningar och rop) (Υποψηφιότητα για όσκαρ σκηνοθεσίας)

·       The Touch (1971) (Berοringen)

·       The Passion of Anna (1969) (En passion)

·       Hour of the Wolf (1968) (Vargtimmen)

·       The Rite (1968) (Riten) (TV)

·       Shame (1968) (Skammen)

·       Περσόνα (1966)

·       All These Women (1964) (För att inte tala om alla dessa kvinnor)

·       Χειμωνιάτικο Φως (1963) (Nattvardsgästerna)

·       Η Σιωπή (1963) (Tystnaden)

·       Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη (1961) (Sesom i en spegel) (Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας)

·       Η Πηγή των Παρθένων (1960) (Jungfrukollan) (Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας)

·       The Devil's Eye (1960) (Djävulens öga)

·       Brink of Life (1958) (Nära livet)

·       The Magician (1958) (Ansiktet)

·       Άγριες Φράουλες (1957) (Smultronstället)

·       Η Έβδομη Σφραγίδα (1957) (Det sjunde inseglet)

·       Smiles of a Summer Night (1955) (Sommarnattens leende)

·       Dreams (1955) (Kvinnodröm)

·       A Lesson in Love (1954) (En lektion i kärlek)

·       Καλοκαίρι με τη Μόνικα (1953) (Sommaren med Monika)

·       Η νύχτα των σαλτιμπάγκων (1953) (Gycklarnas afton)

·       Secrets of Women (1952) (Kvinnors väntan)

·       Summerplay (1951) (Sommarlek)

·       To Joy (1950) (Till glädje)

·       This Can't Happen Here (1950) (Sånt händer inte här)

·       Thirst (1949) (Törst)

·       Prison (1949) (Fängelse)

·       Port of Call (1948) (Hamnstad)

·       Music in Darkness (1948) (Musik i mörker)

·       A Ship to India (1947) (Skepp till India land)

·       It Rains on Our Love (1946) (Det regnar på vår kärlek)

·       Crisis (1946) (Kris)

Σενάρια

·       Hets (1944) _σκηνοθ. Alf Sjöberg

·       Kvinna utan ansikte (1947) _σκηνοθ. Gustaf Molander

·       Eva (1948)_ σκηνοθ. Gustaf Molander

·       Medan staden sover (1950) _ σκηνοθ. Lars Erik Kjellgren

·       Frånskild (1951) σκηνοθ. Gustaf Molander

·       Sista paret ut (1956) _ σκηνοθ. Alf Sjöberg

·       Lustgården (1961) σκηνοθ. Alf Kjellin

·       The Best Intentions (1992) _Den goda viljan | σκηνοθ. Bill August)

·       Söndagsbarn (1992) _ σκηνοθ. Daniel Bergman

Ντοκιμαντέρ

·       Fårö dokument (1969)

·       Fårö-dokument (1979)

·       Dokument Fanny och Alexander (1985)

Μπέργκμαν αυτοβιογραφούμενος

Αν σας ρωτούσαν τι σημαίνει για σας "Παιδί της Κυριακής", τι θα απαντούσατε; Μάλλον κάτι παρόμοιο με τις απαντήσεις που έδωσαν φίλοι και γνωστοί στην Ελλάδα, στο ερώτημα των Νίκου Σερβετά και Ακριβής Κονιδάρη, μεταφραστών του δεύτερου αυτοβιογραφικού βιβλίου του κορυφαίου κινηματογραφικού και θεατρικού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ,που εξέδωσε η "Σύγχρονη Εποχή". Ορθώς πράξαντες, οι μεταφραστές τιτλοφόρησαν το βιβλίο "Σαββατογεννημένος" (παρότι το βιβλίο γράφτηκε για να γυριστεί ταινία από το γιο του και ήδη προβλήθηκε στην Ελλάδα με τίτλο "Το παιδί της Κυριακής"), γιατί το "Σαββατογεννημένος" στη γλώσσα μας έχει πιο εύγλωττα και ταιριαστά, για την ψυχοπνευματική φύση και την καλλιτεχνική δημιουργία του Μπέργκμαν , σημασιολογικά "φορτία".  Όσοι έχετε διαβάσει το άλλο (εκτενέστερο) αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μπέργκμαν "Οι καλύτερες προθέσεις", θα θυμάστε ότι εκεί βιογραφούνται τα πρόσωπα και των δύο οικογενειακών "κλάδων" των γονιών του. Οι ταξικές τους διαφορές. Οι κοινωνικές τους ιδέες. Οι διαπροσωπικές - συχνά συγκρουσιακές - σχέσεις και συμπεριφορές τους. Τα αισθήματα, τα ήθη, οι παραδόσεις, το επίπεδο κουλτούρας, αλλά και οι φαντασιώσεις της οικογένειάς του. Τα "σημαδιακά" για την ψυχοδιανοητική, επόμενα και για την καλλιτεχνική, διαμόρφωσή του οικογενειακά γεγονότα. Όπως στις "Καλύτερες προθέσεις" __ Μπαίνω μέσα στις εικόνες και αγγίζω τους ανθρώπους, αυτούς που θυμάμαι, αυτούς που δε γνωρίζω. Δε θέλω να ισχυριστώ ότι ποτέ δεν ήμουν τόσο ειλικρινής όσο τώρα. Έχω υπερβάλλει, έχω προσθέσει, έχω σβήσει και έχω ξαναγράψει, αλλά, όπως γίνεται σχεδόν πάντα σε τέτοιου είδους παιχνίδια, το παιχνίδι έχει γίνει πιο ξεκάθαρο από την πραγματικότητα. Αυτό το βιβλίο σε κανένα απολύτως σημείο δεν έχει προσαρμοστεί στις ανάγκες του κινηματογραφικού έργου. Έχει παραμείνει όπως έχει γραφτεί: Οι λέξεις παραμένουν αναλλοίωτες και ζουν πιθανότατα τη δική τους ζωή, όπως μια παράσταση στα μάτια κάθε της θεατή (Ίνγκμαρ Μπέργκμαν), και μ' αυτό το βιβλίο πεζογραφεί, σεναριογραφεί και δραματοποιεί ως ψυχρός "ανατόμος" και αναλυτής των ψυχολογικών δεδομένων, δικών του και προσώπων από τους δύο κλάδους της οικογένειάς του. Μόνο που εδώ η "ανατομία" του δίνει την αίσθηση μιας "παιδικής" ελαφράδας και αθωότητας, καθώς οι μνήμες του φιλτράρονται μέσα από τον κεντρικό ήρωα, τον οκτάχρονο Που, που δεν είναι άλλος από τον Μπέργκμαν , που διηγείται στο τρίτο πρόσωπο, αλλά και ως "εγώ", όσα κράτησε η μνήμη του από το αδέλφια του, τους γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, θείους, δασκάλες, υπηρέτριες, γείτονες, άλλους γνωστούς, στο σπίτι - σαράβαλο στην εξοχή και στο σπίτι στην πόλη. Από τα παιδικά παιχνίδια, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τις υποψίες για "κρυφούς" έρωτες των μεγάλων. Συγκλονιστικές, "μνημείο" της ιδιοφυούς μπεργκμανικής ποιητικής σύλληψης και ψυχογραφικής δεινότητας, είναι οι σελίδες για το ρολογά, με τον υπερρεαλιστικό εφιάλτη του με ένα ρολόι και την αυτοκτονία του.

Κωμωδία με την υπογραφή του: "Το μάτι του Διαβόλου"
Ο Διάβολος μια μέρα έβγαλε ένα κριθαράκι στο μάτι του. Αιτία, σύμφωνα με μια παλιά ιρλανδική παροιμία είναι το ότι μια όμορφη 20χρονη κοπέλα διατηρεί ακόμα την παρθενιά της. Είναι κόρη πάστορα και περιμένει να παντρευτεί για να γνωρίσει τον έρωτα. Τότε ο Διάβολος αποφασίζει να στείλει στη Γη τον Δον Ζουάν για να την τιμωρήσει... Έτσι ο Δον Ζουάν επιστρέφει στη γη συνοδευόμενος από τον υπηρέτη του Πάμπλο και πετυχαίνει αμέσως να τον φιλοξενήσει ο αφηρημένος πάστορας. Ενώ όμως μοιάζει να νικάει, στην πραγματικότητα χάνει γιατί το κορίτσι είναι έτοιμο να του δοθεί μόνο επειδή τον λυπάται που υποφέρει (Αντίθετα ο Πάμπλο κατακτά τη γυναίκα του πάστορα). Πρωταγωνιστούν: Γιαρλ Κιούλε, Μπίμπι Αντερσον, Αξελ Ντούμπεργκ, Νιλς Ποπ, Στιγκ Γιάρελ

Μυστικά γυναικών

Εδώ σκηνοθετεί μια δραματική ταινία: Γυρισμένη στα 1952 (ασπρόμαυρη φυσικά), αφηγείται την ιστορία τεσσάρων γυναικών, που είναι συννυφάδες, και έχουν από χρόνια τη συνήθεια να περνούν μαζί το καλοκαίρι. Μέσα στην πλήξη των ζεστών αργόσυρτων ημερών η κάθε μια τους ξεχωριστά νιώθει την ανάγκη να εξομολογηθεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο γάμος της, στις άλλες. Και εδώ ο Μπέργκμαν θέτει ερωτήματα χωρίς να δίνει σαφή απάντηση: Μπορεί να υπάρξει πλήρης ένωση, ερωτική ταύτιση ανδρός και γυναικός ή πάντα, κατά βάθος, οι σύζυγοι παραμένουν δυο ξένοι, δυο αδιάφοροι και εφήμεροι συνοδοιπόροι; Φυσικά υπάρχουν διαλείμματα επικοινωνίας, αλλά στην ουσία ο καθένας ζει τη δική του ζωή. Ο Μπέργκμαν , "περπατά" μέσα από το μονοπάτι των γυναικών και κατεβαίνει τους δύσβατους δρόμους της γυναικείας ψυχής. Παίζουν: Ανίτα Μπιοργκ, Γιαλ Κιούλε, Γκουνάρ Μπιγιόρνσραντ

Ο Καθρέφτης
Η ταινία "Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη" γυρίστηκε το 1961. Έχει στις πλάτες της, δηλαδή, 65+ ολόκληρα χρόνια ζωής. Είναι μια από τις τρεις ταινίες του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη, που αποτελούν την "τριλογία δωματίου", όπως καταγράφηκε στην ιστορία του κινηματογράφου. Οι άλλες δυο είναι: Οι "Κοινωνούντες", 1962 και η "Σιωπή", 1963.

Στον "Καθρέφτη" του (όπως και στις άλλες δυο ταινίες της τριλογίας), προσπαθεί να εισχωρήσει με το φακό του στο "εσωτερικό" της ανθρώπινης "ψυχής" και να ανιχνεύσει τις αιτίες που προκαλούν τα αδιέξοδα στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο "Σπασμένος καθρέφτης", δεν είναι παρά ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με τον Μπέργκμαν , βλέπουμε το διπλανό μας. Ένας τρόπος, που δε βοηθάει την αληθινή επικοινωνία, καθώς η εικόνα, με την οποία βλέπουμε το διπλανό, μας, δεν είναι καθαρή.

Η αστοχία του, να προσπαθεί να ερευνήσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων του, να προσπαθεί να μιλήσει για σημαντικές ανθρώπινες καταστάσεις, όπως είναι η τέχνη, ο έρωτας, ο εγωισμός, η οικογένεια κλπ. χωρίς να λαβαίνει υπόψη το κοινωνικό περιβάλλον και τις κυρίαρχες οικονομικές σχέσεις, οι οποίες επιβάλλουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής και διαμορφώνουν τις ανθρώπινες συνειδήσεις και συμπεριφορές, τον οδηγεί, μοιραία, στη μεταφυσική. Η οποία, μεταφυσική, μειώνει την εμβέλεια της σκέψης του και του έργου του. Η ταινία, πάντως, εξακολουθεί να είναι "μάθημα κινηματογράφου". Καθώς τα κάδρα του, το ντεκουπάζ, το μοντάζ, οι φωτισμοί, οι σιωπές και οι εντάσεις, μαζί με τη μουσική του Μπαχ, που ακούγεται, δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα, έναν άρτιο εικαστικό κόσμο. Παίζουν: Χάριετ Αντερσον, Γκούναρ Μπιόρνστραντ, Μαξ Φον Σίντοου, Λαρς Πασγκάρντ.

Scener ur ett äktenskap 8.3|10
Οι "Σκηνές Από Έναν Γάμο", καταπιάνονται, όπως άλλωστε αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος τους, με τη ζωή ενός παντρεμένου ζευγαριού. Ενός παντρεμένου ζευγαριού, το οποίο δείχνει ευτυχισμένο, αλλά, τελικά, δεν είναι! Φτάνει μια σπίθα και σιγά - σιγά, όπως ξετυλίγεται το κουβάρι, έτσι ακριβώς, η ζωή του φαινομενικά αρμονικού ζευγαριού αρχίζει να ξεφτίζει, να ξεφτίζει... μέχρι το τέλος! Μέχρι το σημείο να μη μείνει τίποτα απ' όλα όσα νόμιζε ότι το έδενε τόσα χρόνια!

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μπέργκμαν ασχολείται με το μικρόκοσμο των ζευγαριών. Σχεδόν το σύνολο του έργου του έχει καταναλωθεί με τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η κρίση του θεσμού της οικογένειας, η κρίση της αστικής κοινωνίας, η κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις στην καπιταλιστική κοινωνία, τράβηξε το καλλιτεχνικό αλλά και ανθρώπινο ενδιαφέρον τού πολύ καλού Σουηδού σκηνοθέτη. Ο ίδιος, στην προσωπική του ζωή, έχει βιώσει αυτή την κρίση...

Η ταινία, χωρίς να γίνεται διδακτική, καταφέρνει να κάνει τον θεατή συνένοχο! Καταφέρνει από ...θεατή, να τον μπάσει στην ιστορία και, τελικά, να τον αναγκάσει σε αυτογνωσία! Οι «Σκηνές Από Έναν Γάμο», δε συμβαίνουν μονάχα στη ...Σουηδία, αλλά και μέσα στο σπίτι μας. Εντάξει, στο διπλανό σπίτι! Στο σπίτι του ιδίου ορόφου. Στο σπίτι μας! Αυτή, ακριβώς, είναι η ικανότητα του. Να δείχνει ότι σου διηγείται μια ξένη ιστορία, ενώ στην πραγματικότητα σου διηγείται τη δική σου ιστορία. Τη δική σου ιστορία που, επιμελώς, θέλεις να κρατήσεις σε ύπνωση! Εκείνος, με την άψογη τεχνική του και την υψηλή αισθητική του, τη φέρνει στην επιφάνεια. Στο χέρι σου είναι τι, τελικά, θα την κάνεις! Θα την αφήσεις να ξεφτίσει ή θα προσπαθήσεις να την αλλάξεις.

Ο Μπέργκμαν, πρέπει να το τονίσουμε, δεν ήταν αισιόδοξος. Ήταν μάλλον απελπισμένος. Αυτό, βέβαια, είχε να κάνει με το γεγονός ότι και ο ίδιος είχε εγκλωβιστεί μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Μέσα στο οποίο, φυσικά, και δεν έβλεπε διέξοδο στα προβλήματά του. Μένοντας, λοιπόν, δέσμιος αυτού του συστήματος, αρνούμενος να αναζητήσει απαντήσεις σε άλλα κοινωνικά συστήματα, επόμενο ήταν να έφτανε στα αδιέξοδα που έφταναν οι ήρωές του. Που έφτασε το συγκεκριμένο ζευγάρι! Στην αποσύνθεση των ανθρώπινων σχέσεων. Στη διάλυση! __Με τους\τις "συνήθεις υπόπτους" Λιβ Ούλμαν, Ερλαντ Γιόζεφσον, Μπίμπι Αντερσον.

Persona 1966
Το μοτίβο της "απώλειας ταυτότητας" που ο Μπέργκμαν περιγράφει στην "Ντροπή_ Skammen" (όπου η Εύα και ο Γιαν Ρόζενμπεργκ, δύο μουσικοί, δραπετεύουν από τον εμφύλιο πόλεμο και εγκαθίστανται σε ένα μακρινό νησί, όπου προσπαθούν να επιβιώσουν καλλιεργώντας λαχανικά. Έχουν παντρευτεί εδώ και επτά χρόνια, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά και χωριό συναντούν έναν ψαρά, τον Φίλιπ, και τον δήμαρχο, τον συνταγματάρχη Τζάκομπι… ο Φίλιπ μαθαίνει ότι έχουν αποβιβαστεί ένοπλες δυνάμεις και ότι οργανώνεται αντίσταση στο νησί. Ο πόλεμος τούς έχει προφτάσει. Προσπαθώντας να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, θα υποχρεωθούν να πάρουν θέση αντιμετωπίζοντας διλήμματα που θα αλλάξουν για πάντα τον τρόπο που ο ένας βλέπει τον άλλο και την ίδια τους τη ζωή…) συνεχίζεται στην "Περσόνα" (1966), μέσα από μια ονειρική σχεδόν «ρευστοποίηση» των ημίσεων του προσώπου της Ελίσαμπετ Φόγκλερ και της νοσηλεύτριάς της Αλμα. Η εικόνα παραπέμπει σε ό,τι συμβαίνει σε έναν ηθοποιό που μελετά το ρόλο που καλείται να υποδυθεί: Ο ρόλος με τις πρόβες παίρνει το πάνω χέρι κι αρχίζει να κυριαρχεί πάνω στον ηθοποιό, ενώ, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ηθοποιό και το ρόλο ελαστικοποιείται και μετατοπίζεται... Η σιωπούσα Ελίσαμπετ περνά από την παθητικότητα, στην ευχαρίστηση του να μελετά την Αλμα που την φροντίζει. Η νοσηλεύτρια Αλμα, χάνοντας τον έλεγχο, αποκαλύπτει ότι πίσω από τη δύναμη που εκπέμπει η στολή της νοσηλεύτριας, κρύβεται μια γυναίκα το ίδιο χαοτική με τη νευρωτική ηθοποιό Ελίσαμπετ. Ασθενής και θεραπεύτρια αλλάζουν θέση. Η μια παίζει το ρόλο της άλλης, ενώ η όλη διαδικασία εσωκλείει δύο αντιθετικούς παράγοντες, αδιάκοπα επίκαιρους στο έργο του Μπέργκμαν: την αποκόλληση και τη ρευστοποίηση. Ο κινηματογραφιστής Μπο Βίντερμπεργκ ήδη το 1962, σε μανιφέστο με τίτλο Όραμα του σουηδικού κινηματογράφου, γράφει για τον Μπέργκμαν , ότι γυρίζει εσωστρεφείς "κάθετες" ταινίες, σε μια εποχή που έχει ανάγκη από "οριζόντιες" ταινίες, ευρέως κοινωνικού προβληματισμού. Ακριβώς για τον ατομικιστικό χαρακτήρα και την αστική τους φύση οι ταινίες του δεν άργησαν να γίνουν εξαγώγιμο προϊόν απροκάλυπτης εξωτικής γοητείας του μυστικισμού του Βορρά, ενώ η εικόνα του ίδιου του Μπέργκμαν - του ριζωμένου σ' έναν εθνικό πολιτισμό όπου τα πάντα ερμηνεύονται ως γοητευτικά φαντάσματα της νύχτας - καλλιεργήθηκε ως αρχετυπική εικόνα του Σουηδού που βαρύνεται από το ζοφερό κλίμα, τη σκανδιναβική του ιδιοσυγκρασία και το πνεύμα λουθηρανής ενοχικής ηθικής.

Η διαλεκτική στη σχέση των δύο γυναικών της "Περσόνα" αποδίδεται με εικόνες που κινούνται από το «μακρινό» στο «κοντινό». Τα πρόσωπα των δύο γυναικών «λειωμένα μαζί, σε ένα» είναι η άλλη όψη του σχήματος με τα δυο κεφάλια και επιβιώνουν με το να προσπαθούν να απελευθερωθεί η μια από την άλλη. Κάπου στα μέσα της ταινίας συμβαίνει μια παραδοξότητα, ένα "μετακινηματογραφικό" τέχνασμα που χαρίζει στην "Περσόνα" την ιδιαίτερη θέση που κατέχει, σαν μια από τις πιο προχωρημένες και μοντερνιστικές ταινίες του: Η ροή των εικόνων διακόπτεται από κάτι που σαν "ατύχημα", ή στο εσωτερικό της κάμερας ή στο μηχάνημα προβολής. Η λωρίδα του φιλμ μοιάζει να σκίζεται στη μέση και το σχίσιμο κυλά πάνω στην εικόνα της άξαφνα ακινητοποιημένης Μπίμπι Αντερσον. Αυτό στρέφει την προσοχή του θεατή από τον κόσμο της μυθοπλασίας, στις τεχνικές προϋποθέσεις και όρους του σινεμά. Η περίφημη αυτή ρωγμή στην "Περσόνα" δε συνιστά απλά ένα εφέ που διαλύει την ψευδαίσθηση, αλλά λειτουργεί σαν μεταφορά, για το δράμα ανάμεσα στις δύο γυναίκες, την ασθενή Ελίσαμπετ και τη νοσηλεύτριά της Αλμα, για τη μεταξύ τους ρωγμή. Ο Μπέργκμαν ρίχνει βάρος στην τεχνική του κινηματογράφου - στο χαρακτήρα του φιλμ ως τεχνούργημα, στις εικόνες που βγαίνουν από το σώμα της κάμερας, στις στιλπνά λευκές μεταβάσεις που δημιουργούν κενό στην αφήγηση - όλα αυτά εγγράφονται σε μια στρατηγική που τοποθετεί τον θεατή στη θέση της φιγούρας της μυθοπλασίας _με Μπίμπι Αντερσον, Λιβ Ούλμαν, κ.ά.

Höstsonaten 8.1|10
Και πάμε στη χρωματιστή "Φθινοπωρινή σονάτα" ένα παιχνίδι για την αλήθεια ανάμεσα σε δύο κύρια πρόσωπα και δύο βοηθητικά. Οι δύο κεντρικοί ήρωες του "παιχνιδιού" είναι η μητέρα και η μία κόρη. Η μητέρα, διάσημη πιανίστα, δυναμική και εγωίστρια, που ασχολείται πάντα με τις δύο κόρες της, στο περιθώριο δύο κοντσέρτων. Η κόρη, άκρως ευαίσθητη και άβουλη που μεγάλωσε κάτω από τη σκιά της μητέρας της και ισοπεδώθηκε πλήρως από την πανίσχυρη προσωπικότητά της. Ενας παπάς, σύζυγος της κόρης και μία κόρη βουβή και ανάπηρη είναι οι δύο βοηθητικοί συντελεστές του παιχνιδιού και της αλήθειας. Πάνω στο αιώνιο πρόβλημα της σύγκρουσης γονιών και παιδιών, που τόσο απασχόλησε τον Μπέργκμαν , μια όμορφη ταινία, με θαυμάσιες ερμηνείες, λουσμένη από το φθινοπωρινό φως του σουηδικού τοπίου και διαποτισμένη από τα μουσικά μοτίβα του Σοπέν, του Μπαχ και του Χέντελ. Πρωταγωνιστούν: Ινγκριντ Μπέργκμαν , Λιβ Ούλμαν, Λένα Νίμαν, Χάλβαρ Μπιορκ, Ερλαντ Γιόζεφσον

Ο Μάγος
Ansiktet δραματική κομεντί _φαντασίας του 1958, σε σενάριο και σκηνοθεσία Bergman. Η υπόθεση ακολουθεί έναν περιπλανώμενο μάγο και υπνωτιστή (Max von Sydow), ο οποίος συγκρούεται με τις αρχές μιας μικρής πόλης, δοκιμάζοντας τα όρια μεταξύ τέχνης, πίστης και απάτης. Η ταινία αποτελεί αλληγορία για τον καλλιτέχνη και τους επικριτές του. Στη Σουηδία του 19ου αιώνα "Το πρόσωπο" όπου ένας ταχυδακτυλουργός κι ο θίασος με τον οποίο περιοδεύει υποχρεώνονται να σταματήσουν σε μία πόλη. Η "στάση" θα γίνει γιατί τρεις κρατικοί αξιωματούχοι θέλουν να ανακρίνουν ένα μέλος του θιάσου. Υπάρχουν κατηγορίες κατά του ταχυδακτυλουργού Φόγκλερ, που έχουν σχέση με βλασφημίες και κατηγορίες για πολλά χρέη. Το ταλέντο του ταχυδακτυλουργού δοκιμάζεται από τον κυνικό Δρ. Φέργκερους, που είναι ένας από τους θεατές του. Τα δύο πρόσωπα θα έρθουν σε σύγκρουση, που θα τους οδηγήσει στον εξευτελισμό, την αμφιβολία και το θάνατο. Ο Μπέργκμαν κάνει μια ταινία ουσιαστικά για την αστική υποκρισία, συνεχίζοντας τον προβληματισμό της "Νύχτας των Σαλντιμπάγκων" (Gycklarnas afton _1953). Φέρνει σε αντιπαράθεση μια ομάδα θεατρίνων με τους αντιπροσώπους της κοινωνικής τάξης. Με πολλά κωμικά στοιχεία. Παίζουν Μαξ Φον Σίντοφ, Ίνγκριντ Τούλιν και Μπίμπι Άντερσον

Ριζοσπάστης
Ακόμα γεμίζουν οι αίθουσες, για τους
"Πόλεμους των Άστρων", όπου κανένα πλάνο δε στέκεται πάνω από μερικά δευτερόλεπτα. Διάστημα που δεν επιτρέπει την έρευνα, ούτε την επικοινωνία. Διάστημα που «κρύβει» την έλλειψη εικαστικής πρότασης. Εκείνο που προέχει, στον βιομηχανικό κινηματογράφο, είναι ο εντυπωσιασμός, το γαργάλημα των χαμηλών ενστίκτων του θεατή. Στο "Σπασμένο καθρέφτη", η μηχανή δε βιάζεται να αλλάξει θέση. Μετακινείται όταν αυτό είναι αναγκαίο και μέσα στα καθορισμένα πλαίσια της αφήγησης. Ο κινηματογράφος του Μπέργκμαν (και όλων των άλλων μεγάλων της 7ης τέχνης), ανάμεσα στα άλλα, σου προσφέρει εκφραστικούς "πίνακες". "Πίνακες" με μεστό περιεχόμενο. "Πίνακες" καλοζυγισμένους. Τόσο τα πρόσωπα, όσο και τα αντικείμενα, δεν υπάρχουν τυχαία. Υπάρχουν για να μιλήσουν, να αφηγηθούν, να ερμηνεύσουν. Η παρουσία τους και η θέση τους είναι ποιητικές λέξεις, που σχηματίζουν ολοκληρωμένες ποιητικές προτάσεις.

Η ταινία γυρίστηκε πριν από 65+ ολόκληρα χρόνια. Και εξακολουθεί να παραδίδει μαθήματα κινηματογράφου. Η εναλλαγή και η διάρκεια των πλάνων, οι θέσεις της μηχανής, οι κινήσεις και η εκφορά του λόγου από τους ηθοποιούς, οι σκιές και το φως της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, οι ήχοι και η μουσική (Μπαχ), όλα τα στοιχεία της ταινίας είναι άψογα συγχρονισμένα. Με έναν συγχρονισμό, όμως, που δεν παρουσιάζεται. Εχεις την αίσθηση, πως όλα συμβαίνουν μόνα τους, τυχαία. Πουθενά δε βλέπεις το σκηνοθέτη να σου κλείνει το μάτι πονηρά λέγοντας "εγώ το έκανα αυτό". Ο Μπέργκμαν στέκεται "μακριά". Αφήνει την ιστορία του να μιλήσει... Είναι κρίμα, καλλιτέχνες αυτής της εμβέλειας, να μην έχουν ανταμώσει με τη διαλεκτική υλιστική σκέψη. Τη μέθοδο, που θα τους επέτρεπε, να κάνουν την ιστορία τους, φύλλο και φτερό. Να φτάσουν την έρευνά τους στον πυρήνα. Εκεί που βρίσκεται η απάντηση στα ερωτηματικά τους. Ο "...Σπασμένος καθρέφτης", είναι μια κραυγή αγωνίας. Μια κραυγή αγωνίας, για τα δυσκολοαπάντητα ερωτηματικά του ανθρώπου. Τα ερωτηματικά, που αφορούν στην επικοινωνία, στην τέχνη, στον έρωτα, στο θάνατο... Ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης χρησιμοποιώντας τέσσερα πρόσωπα - πατέρα, γιο, κόρη, γαμπρό - και το σκηνικό ενός εξοχικού δίπλα στη θάλασσα, προσπάθησε να σκάψει τις "ψυχές" των ηρώων του και να πάρει τις απαντήσεις που έψαχνε. Δυστυχώς, αποσπώντας τους ήρωές του από το κοινωνικό περιβάλλον, που τους διαμορφώνει και το διαμορφώνουν, δεν μπόρεσε να αποφύγει τις μεταφυσικές ερμηνείες. Μεταφυσικές ερμηνείες, που τον οδήγησαν στο αδιέξοδο. Στην αποδοχή της ύπαρξης κάποιας εξωτερικής δύναμης, στη διαμόρφωση της συνείδησης και της ψυχολογίας των ανθρώπων. Στο Θεό, ...έστω και αν τον παρομοίασε με αράχνη!

Πολύς κόσμος θεωρεί τον Μπέργκμαν "δύσκολο". Πράγματι είναι δύσκολος, όπου ο ίδιος δεν έχει σαφείς απαντήσεις. Όπου ψάχνεται. Και επειδή είναι σοβαρός καλλιτέχνης, δεν κάνει εύκολες προτάσεις. Δε λέει ψέματα. Προτιμά να αποκαλυφθεί στο θεατή του, παρά να δώσει μια οποιαδήποτε απάντηση. Γι' αυτό οι ταινίες του, είναι, όπως λέμε, «προσωπικές», αφού λένε αυτό που πιστεύουν τη στιγμή που γυρίζονται. Και γι' αυτό έχουν αξία. Γιατί είναι οι ανυπόκριτες «εξομολογήσεις» ενός ανθρώπου. Ο "Σπασμένος καθρέφτης" _θυμίζουμε πως απέσπασε Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και είναι είναι μια από τις τρεις ταινίες του που αποτελούν την "τριλογία δωματίου" __ με θέματα υπαρξισμός, θρησκεία, Θεός, ψυχανάλυση, ένστικτο, σχιζοφρένεια... μια περίοδος Μπέργκμαν, από τις πλέον δυσνόητες για τους μη ψαγμένους θεατές.

Ο Χάρι Λόιντ, δεκαεννιά χρόνων, δουλεύει σε μια αποθήκη γυαλικών και πορσελάνης. Η Μόνικα δεκαεφτά χρόνων σε μια αποθήκη λαχανικών. Η Μόνικα είναι μια χαρούμενη νεαρή κοπέλα και όταν γνωρίζεται με τον Χάρι σε ένα καφέ αρχίζουν να κουβεντιάζουν και σιγά σιγά ερωτεύονται. Αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τις μίζερες ζωές τους και τα σπίτια τους και παίρνουν μια βάρκα να φύγουν για να περάσουν κάποιες ρομαντικές βραδιές κάτω από τα αστέρια. Σύντομα όμως η ευδαιμονία τους αρχίζει να ραγίζει όταν ξεμένουν από φαγητό και αναγκάζονται να γυρίσουν στο εχθρικό περιβάλλον των σπιτιών τους.

Από τις πρώτες ταινίες του__ Ρομαντισμός και εφηβεία. Έρωτας και ωριμότητα. Με λυρισμό που δεν ξεφεύγει από το ρεαλισμό, μπαίνει στην ψυχή των εφήβων και καταγράφει το πέρασμα από την ανεμελιά της εφηβείας στη σκληρή πραγματικότητα. Από τις πιο αντιπροσωπευτικές ταινίες του. Παίζει με την ηδονή και τη φαντασία. Αφήνει τους πρωταγωνιστές να κάνουν την επανάστασή τους, τους κάνει ένα με τη φύση και αμέσως μετά τους αφήνει μετέωρους και απροστάτευτους να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Για την εποχή της η ταινία θεωρήθηκε άκρως ανατρεπτική και χαρακτηρίστηκε ως ταινία σεξ στη συνέχεια όμως θεωρήθηκε ένα διαμάντι του κινηματογράφου και πήρε τη θέση της στο κινηματογραφικό πάνθεον.

Sommaren med Monika

Σινεφίλ - 1953 (κυκλοφορεί σε επανέκδοση). Ένα ζευγάρι εφήβων γνωρίζεται μια καλοκαιρινή μέρα και ξεκινούν μια απερίσκεπτη σχέση και εγκαταλείπουν τις οικογένειές τους για να είναι ο ένας με τον άλλον. Με τους: Χάριετ Αντερσον, Λαρς Εκμποργκ, Νράγκμαρ Εμπεσεν. Ένας ύμνος στον ανόθευτο έρωτα, που μετατρέπεται σε οδυνηρή ελεγεία για την απώλεια, ειπωμένη μέσα από αταλάντευτο λυρισμό, πλάνα που καψαλίζουν και βλέμματα που αστράφτουν από πόθο και θλίψη. Το αίσθημα της αγαθής παρανομίας διαπνέει το ερωτευμένο νεαρό ζευγάρι της ταινίας, που δραπετεύει από την πόλη για να βρει καταφύγιο σε μια απομονωμένη ακρογιαλιά. Εκεί οι δυο τους θα αφεθούν στην έλξη και την απόλυτη ελευθερία, προτού η αγάπη τους μαραθεί με τον ερχομό του φθινοπώρου. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, σαν συνθέτης, δίνει αρχικά έναν τόνο ύμνου στον ανόθευτο έρωτα, προτού το κούρδισμα υπόκωφα αλλάξει σε οδυνηρή ελεγεία για την απώλεια.

Η ανεπιτήδευτη μούσα του Χάριετ Άντερσον ­κάνει μια ερμηνεία που διαπερνά τα σωθικά, φωτιζόμενη από τον ποιητικό μπεργκμανικό αισθησιασμό, με πλάνα που καψαλίζουν και βλέμματα που αστράφτουν. Όπως εκείνο το αξέχαστο γκρο πλαν στα μάτια της Άντερσον, που αφοπλιστικά ομολογούν όσα σκοτώνουν και όσα σώζουν τον έρωτα.

Η πηγή των παρθένων.
Στη Σουηδία του 14ου αιώνα διαδραματίζεται η ιστορία της ταινίας που σκηνοθέτησε ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης Ινγκμαρ Μπέργκμαν . Η κόρη ενός πλούσιου γαιοκτήμονα βιάζεται και δολοφονείται μέσα στο δάσος από δύο άνδρες. Λίγο αργότερα οι δράστες θα φτάσουν στο σπίτι του πατέρα της δολοφονημένης γυναίκας και θα του ζητήσουν φιλοξενία. Ένα τυχαίο γεγονός θ' αποκαλύψει την ταυτότητά τους και θα ωθήσει τον πατέρα σε μια τελετουργική εκδίκηση. Παγανισμός και χριστιανισμός συγκρούονται σε αυτή την όμορφη ταινία που στηρίζεται σ' ένα σουηδικό μύθο. Εξαιρετική είναι η ασπρόμαυρη φωτογραφία, που εικονογραφεί πιστά το μύθο. Παίζουν οι Μαξ φον Σίντοφ, Μπριγκίτα Βάλμπεργκ και Μπριγκίτα Πέτερσον
Κατά τη 10ετία του '50 ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν βρίσκεται σε φάση παρατήρησης της κοινωνικής εξέλιξης, κατά την οποία ο «εκσυγχρονισμός» διαγκωνίζεται με τη σθεναρή προηγούμενη κατάσταση, για την απόλυτη επικράτηση... Στις ταινίες εποχής αυτής της περιόδου "7η σφραγίδα" και "πηγή των παρθένων" - παράγωγα αυτού του προβληματισμού - η Σουηδία αποδίδεται ως παραδοσιακό λαϊκό τραγούδι που αιωρείται ανάμεσα στην "αθωότητα" και το "κακό", ένα αλληγορικό μείγμα από κωμωδία και τρικ δεξιοτήτων, με τη Στοκχόλμη να παρουσιάζεται σαν επαρχιακή τρύπα που δεν της λείπει η γραφικότητα. Η ασφάλεια εξισορροπεί με την απειλή. Ο κτηνώδης βιασμός στην ταινία απεικονίζει μια σχέση που αναμφισβήτητα έχει να κάνει με αυτή τη μεταβατική φάση στο προτσές της μετατροπής της σουηδικής κοινωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συμβολίζει το απόλυτο κακό, την ίδια στιγμή που αυτό ερμηνεύεται υπό το φως της συνολικής ηθικής της παραδοσιακής saga, που είναι θρησκευτική.

"Η πηγή των παρθένων», που προβάλλεται πλέον σε επανέκδοση, βασίζεται σε σουηδική μπαλάντα του 14ου αιώνα που μιλά για μια όμορφη νεαρή παρθένα, που στο δρόμο προς την εκκλησιά βιάζεται και δολοφονείται στο σκοτεινό δάσος από τρεις βοσκούς οι οποίοι αργότερα ζητούν καταφύγιο για τη νύχτα - χωρίς να γνωρίζουν πού απευθύνονται - στο κτήμα του πατέρα της. Ο πατέρας, ανακαλύπτοντας ποιοι είναι, τους σφάζει σαν γουρούνια, σε μια σεκάνς με βία τέτοια που συνιστά στοιχείο της Αποκάλυψης! Στο σημείο όπου αργότερα ανακαλύπτεται το πτώμα της κόρης Κάριν, ο πατέρας κάνει τάμα να χτίσει μια εκκλησία, ενώ συμπερασματικά και με περισσή ειρωνεία μια πηγή αναβλύζει άξαφνα από το έδαφος, σημάδι θεϊκής συγχώρεσης...
Αυτό το ασπρόμαυρο φιλμ βιασμού/εκδίκησης τελειώνει με μια, καθόλου χαρακτηριστική για τον σκηνοθέτη, νότα αισιοδοξίας... Η επόμενη δουλειά του Μπέργκμαν θα είναι μια αυστηρή τριλογία για τη δυσκολία της ύπαρξης, σε έναν κόσμο που δεν λυτρώνεται από την παρουσία του Θεού... Με Μπιργκίτα Πέτερσον, Γκούνελ Λίντμπλουμ, Μαξ φον Σίντοβ, Μπιργκίτα Βάλμπεργκ, κ.ά.
En lektion i kärlek
"Ενα μάθημα στον έρωτα"

Ρομαντική κωμωδία του Μπέργκμαν (1954 σενάριο και σκηνοθεσία), που αποτελεί μια από τις φωτεινές και ανάλαφρες στιγμές στη φιλμογραφία του διάσημου δημιουργού. Στο φιλμ, ο Νταβίντ Ερνεμαν είναι ένας διάσημος γυναικολόγος, που απατά τη γυναίκα του με μια "πελάτισσά" του. Στην κουκέτα ενός τρένου, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, συναντά τη γυναίκα του, που για να τον εκδικηθεί για την απιστία του πηγαίνει στην Κοπεγχάγη για να συναντήσει τον πρώην αρραβωνιαστικό της. Στο ταξίδι, οι δυο σύζυγοι μιλούν για τη σχέση τους. Το τρένο φθάνει στο Μάλμε, η Μαριάν συναντά τον πρώην αρραβωνιαστικό της κι αυτό το τρίο συνεχίζει με προορισμό την Κοπεγχάγη. Φτάνοντας εκεί ξεφαντώνουν σε ένα νυχτερινό κέντρο. Ο Νταβίντ, ελαφρά μεθυσμένος, δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον για μια κονσοματρίς. Η Μαριάν εκδηλώνει με έντονο τρόπο τη ζήλια της κι ο διαπληκτισμός των δυο γυναικών καταλήγει σε γενική συμπλοκή. Με Εύα Ντάλμπεκ, Γκούναρ Μπιέρνστραντ, Ιβόν Λόμπαρντ, Χάριετ Αντερσον

Καλοκαιρινά παιχνίδια

Sommarlek, 1951: μια από τις πιο ποιητικές και προσωπικές ταινίες του Μπέργκμαν, όπου  αφηγείται την ιστορία μιας μπαλαρίνας η οποία αναπολεί τον πρώτο, τραγικό της έρωτα κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού στη σουηδική εξοχή. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει πως γύρισε την " Έβδομη Σφραγίδα " με το μυαλό του, αλλά τα "Καλοκαιρινά Παιχνίδια" με την καρδιά του. Η ταινία θεωρείται η πρώτη ολοκληρωμένα ώριμη δημιουργία του και αναδεικνύει το θέμα του καλοκαιριού ως μια νοσταλγική ανάμνηση της νιότης, όπου η αγάπη και η τέχνη συμφιλιώνονται με τη θλίψη και το θάνατο.

Στη Στοκχόλμη, σ' ένα θέατρο, ενώ γίνονται πρόβες για τη "Λίμνη των Κύκνων", η μπαλαρίνα Μαρία παίρνει ένα πακέτο με το ημερολόγιο του Χένρικ, παλιού έρωτά της. Στην έξοδό της από το θέατρο συναντάει το δημοσιογράφο Ντάβιντ που την περίμενε, διαπληκτίζονται και τσακώνονται. Ταξιδεύοντας μ' ένα πλοίο θυμάται τα παλιά: Τελειώνοντας τη σχολή χορού, συναντά το δειλό Χένρικ, που τον ξανασυναντά στο πλοίο, με το οποίο φεύγει διακοπές. Κοντά στη φύση γνωρίζονται καλύτερα κι εξομολογούνται τον έρωτά τους... Η ταινία είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας για τους ήρωες, οι οποίοι προσπαθούν σταδιακά να ανακαλύψουν τον εαυτό τους. Με Maj-Britt Nilsson | Marie Balettdansös, Birger Malmsten | Henrik Student, Alf Kjellin ως David Nyström - Journalist på tidningen Året Om, Annalisa Ericson, Kaj Balettdansös κά