07 Ιουνίου 2026

Enrico Berlinguer πατέρας του ευρωκομμουνισμού

Η ιστορική φωτογραφία -μια από τις πολλές του Berlinguer
με τον χριστιανοδημοκράτη Άλντο Μόρο (Aldo Moro),
που δολοφονήθηκε (μια ακόμη προβοκάτσια)
από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στη Ρώμη __9 Μαΐου 1978

25 Μαΐου 1922 γεννιέται στη Σαρδηνία ο καταλανός ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Partito Comunista Italiano | PCI) Ενρίκο Μπερλίνγκουερ (Enrico Berlinguer)
7 Ιουνίου 1984, ενόψει των επερχόμενων ευρωεκλογών, σε συγκέντρωση στην Piazza della Frutta της Πάντοβα __τη στιγμή που έλεγε “σύντροφοι, να δουλέψουμε όλοι, σπίτι με σπίτι, δρόμο με δρόμο και στη δουλειά μας”, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, που τον ανάγκασε να σταματήσει. Αν και εμφανώς εξασθενημένος συνέχισε την ομιλία του μέχρι το τέλος, παρά το ότι ο κόσμος, μέσα σε ζητωκραυγές υποστήριξης, φώναζε “αρκετά, Ενρίκο!” και στο τέλος της συγκέντρωσης, επέστρεψε στο ξενοδοχείο του, όπου αποκοιμήθηκε, πέφτοντας αμέσως σε κώμα. Αφού συμβουλεύτηκαν έναν γιατρό, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Πάντοβα σε κρίσιμη κατάσταση όπου και πέθανε τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 11 Ιουνίου, από εγκεφαλική αιμορραγία __η δήλωση του υγειονομικού διευθυντή ανέφερε ότι “ο Σάρδος πολιτικός απεβίωσε στις 12:45μμ.”
Η κηδεία του Enrico Berlinguer
Για άλλη μια φορά, έχει αποδειχθεί ότι είναι αδύνατο να διαφυλαχθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί στην Ιταλία αποκλείοντας από τη διαχείριση τους Κομμουνιστές. Αυτό δεν οφείλεται στο λεγόμενο δικαίωμα veto _του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπως κάποιοι φλυαρούν, σε κυβερνήσεις και μέτρα που δεν αρέσουν, αλλά για έναν βαθύτερο λόγο: επειδή το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει αναλάβει και υπερασπιστεί τον ρόλο του εγγυητή της δημοκρατίας. Όποιος επιθυμεί να αποκλείσει το Κομμουνιστικό Κόμμα, όποιος επιθυμεί να κυβερνήσει εναντίον αυτού του κόμματος, το οποίο από μόνο του αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος αλλά και την πλειοψηφία του εργαζόμενου, ενεργού και νεανικού πληθυσμού, θα επιφέρει τα αποτελέσματα της αναστάτωσης και του χάους που είναι πλέον ορατά σε όλους. Και αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο πιστεύουμε ότι μπορούμε, με καθαρή συνείδηση, να ζητήσουμε την ψήφο των αγωνιστών και των ψηφοφόρων του Σοσιαλιστικού Κόμματος, των Καθολικών Δημοκρατών και ενός μεγάλου μέρους των ίδιων των Χριστιανοδημοκρατών· όλων εκείνων που αισθάνονται ότι έχουμε φτάσει σε μια στιγμή που τα ουσιαστικά ζητήματα της ελευθερίας και της δημοκρατίας επανέρχονται στο προσκήνιο. Τους τελευταίους μήνες, οι Κομμουνιστές έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αγωνίζονται για την εγγύηση των ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων, όχι μόνο για τους ίδιους ως αντιπολίτευση, αλλά για όλους, ακόμη και για τους μη Κομμουνιστές, ακόμη και για όσους τους αντιτίθενται!
Θα ήθελα να σας αποχαιρετήσω, πολίτες της Padova, με λίγα λόγια για εσάς και την πόλη σας. Τα τελευταία χρόνια, η Πάντοβα έχει συζητηθεί πολύ στην Ιταλία για τα ταραγμένα γεγονότα που έχει βιώσει ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης τρομοκρατικών δυνάμεων που σχηματίστηκαν εδώ και για τον ευρύ και επίμονο αγώνα εναντίον τους που διεξήγαγαν οι δυναμικές δυνάμεις της πόλης. Σε αυτόν τον αποφασιστικό αγώνα, η συμμαχία μεταξύ των εργατών και των δυνάμεων του πολιτισμού και του πανεπιστημίου ήταν κρίσιμη. Ο ρόλος που έπαιξαν οι Κομμουνιστές της Πάντοβα ήταν κρίσιμος. Ακριβώς αυτός ο μεγάλος δημοκρατικός αγώνας ενάντια στην ανατροπή αποκάλυψε στην Πάντοβα την παρουσία μεγάλων, δυναμικών, προοδευτικών ενεργειών, τόσο στον κοσμικό όσο και στον καθολικό τομέα. Πρώτα και κύρια, εκείνων της πανεπιστημιακής παράδοσης, της κοσμικής και της ελεύθερης έρευνας, μια έκφραση ανά τους αιώνες μιας σκέψης που δεν υποκύπτει στον δογματισμό και τον φανατισμό. Εδώ, στο γραφείο που φιλοξένησε τον Γαλιλαίο και άλλους μεγάλους στοχαστές, βρίσκεται μια από τις πολιτιστικές ρίζες που εξηγεί την έντονη δράση των διανοουμένων και του Πανεπιστημίου στο αντιφασιστικό κίνημα και στον αγώνα εθνικής απελευθέρωσης. Τα ονόματα των κομμουνιστών Eugenio Curiel και Concetto Marchesi, μαζί με τους Silvio Trentin και Egidio Meneghetti, είναι εμβληματικά γι' αυτό. Και υπάρχει η Padova των νέων: στην πόλη σας υπάρχουν πενήντα χιλιάδες φοιτητές και δεκάδες χιλιάδες μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρά και επαχθή προβλήματα: αυτά των υπηρεσιών, της ποιότητας των σπουδών, της λειτουργίας των σχολικών εγκαταστάσεων, της πολιτιστικής και συλλογικής ζωής, της απαλλαγής από τον εθισμό στα ναρκωτικά: προβλήματα που απέχουν πολύ από το να επιλυθούν. Κι όμως, στον κόσμο των νέων υπάρχει τεράστια ενέργεια και δυναμικό. Σε αυτούς, περισσότερο από ποτέ, η ανάγκη για προοπτικές, για αλλαγή, για ένα μέλλον για το οποίο αξίζει να εργαστεί, να σπουδάσει και να αγωνιστεί, είναι ζωντανή και ακμάζουσα. Οι παλιές δυνάμεις των παραδοσιακών Χριστιανοδημοκρατικών προυχόντων δεν είναι πλέον ικανές να προσφέρουν σημεία αναφοράς ή να πυροδοτήσουν ενέργεια, αποσυρμένες όπως είναι, ιδιαίτερα μετά την ήττα που υπέστησαν οι Χριστιανοδημοκράτες τον Ιούνιο του περασμένου έτους. Ωστόσο, μέσα στον καθολικό κόσμο, αναπτύσσονται και εκφράζονται ευαισθησίες και πρωτοβουλίες (σκεφτείτε το μοναδικό κίνημα των Pastorali del Lavoro _σσ. το σώμα της Καθολικής Εκκλησίας αφιερωμένο στην προώθηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον κόσμο της εργασίας, ή τις ομάδες που εργάζονται για την ειρήνη) που εκδηλώνονται ως λαός ανεξάρτητος από το παλιό χριστιανοδημοκρατικό στρατόπεδο. Σε όλες αυτές τις δυνάμεις του πολιτισμού, της επιστήμης, της εργασίας, της νεολαίας και στους πιο ζωντανούς και ανοιχτόμυαλους Καθολικούς, οι Κομμουνιστές υποδεικνύουν ένα όραμα ειρήνης, στην Ευρώπη και παγκοσμίως, για την ίαση και τον μετασχηματισμό της χώρας μας, για την πολιτική ανανέωση και την οργάνωση της κοινωνίας, μέσα σε μια σταθερή εγγύηση δημοκρατίας και ελευθερίας.
Ψηφίζοντας το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, βοηθάτε να φέρει στην Ευρώπη μια Ιταλία διαφορετική από αυτήν στην οποία την έχουν υποβιβάσει τα κόμματα που την κυβερνούσαν μέχρι τώρα και εξακολουθούν να την κυβερνούν. Βοηθάμε να φέρουμε στην Ευρώπη όχι την Ιταλία του P2 (σσ. η Propaganda Due _ P2, ήταν μια παραμασονική στοά στην Ιταλία που λειτούργησε υπό την αιγίδα της Grande Oriente d'Italia _ 1805, ευρέως γνωστή στα τέλη της 10ετίας του '70 ως ένα παρακρατικό κύκλωμα που επιχείρησε να ελέγξει τους θεσμούς του ιταλικού κράτους), αλλά μια καθαρή, δημοκρατική Ιταλία, την Ιταλία των εργατών που είπαν και συνεχίζουν να λένε όχι στο Διάταγμα κατάργηση της ΑΤΑ _Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναγωγής, την Ιταλία των μεγάλων διαδηλώσεων  στη Ρώμη, την Ιταλία των υγιών δυνάμεων παραγωγής, τεχνολογίας και πολιτισμού, την Ιταλία των γυναικών που θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία όχι μόνο για να αποκτήσουν ουσιαστικά ίσα δικαιώματα στην πρόσβαση στην εργασία, τα επαγγέλματα και τις σταδιοδρομίες, αλλά και για να συμμετέχουν στην κοινωνία με τις γενικές ιδιότητες των οποίων είναι οι μοναδικοί φορείς μετά από αιώνες καταπίεσης και περιθωριοποίησης.
Και τώρα, σύντροφοι, σας καλώ όλους να δεσμευτείτε, αυτές τις λίγες μέρες πριν από την ψηφοφορία, με τον ενθουσιασμό που οι κομμουνιστές πάντα επέδειξαν σε κρίσιμες στιγμές της πολιτικής ζωής. Δουλέψτε όλοι, σπίτι με σπίτι, επιχείρηση με επιχείρηση, δρόμο με δρόμο, συνεργαζόμενοι με τους πολίτες, με εμπιστοσύνη στις μάχες που έχουμε δώσει, στις προτάσεις που παρουσιάζουμε, σε αυτό που ήμασταν και είμαστε. Είναι δυνατό να κερδίσουμε νέα και ευρύτερη υποστήριξη για τις λίστες μας, για τον σκοπό μας, που είναι ο σκοπός της ειρήνης, της ελευθερίας, της εργασίας και της προόδου του πολιτισμού μας!
Υποστήριξε ανοιχτά -μετατρέποντάς το στη συνέχεια και σε τακτικοστρατηγικό στόχο του PCI ότι «για να βγούμε από την πολιτική απομόνωση, είναι απαραίτητη η σύγκλιση  των τριών συστατικών πλειοψηφικών ρευμάτων μερών  της πολιτικο-πολιτισμικής (sic!!) ιταλικής πραγματικότητας, δηλ. του καθολικισμού (σσ |> Χριστιανοδημοκράτες), του κομμουνιστικού και του σοσιαλιστικού» (σσ |> εννοεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα [PSI] ήδη τελείως αστικοποιημένο, πιο δεξιό και από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία της εποχής, που «μεγαλούργησε αργότερα -το 1983 και στην πρωθυπουργία)
Εν ολίγοις, το κομμουνιστικό κόμμα – στο δρόμο προς την πλήρη υποταγή στους αστούς, έπρεπε να ρίξει ακόμη περισσότερο τους τόνους και τις διεκδικήσεις, αναζητώντας συμβιβασμούς που θα αναδείκνυαν τον «εθνικολαϊκό» του χαρακτήρα. Η αντίστροφη μέτρηση για τον «ιστορικό συμβιβασμό» γνωστό σαν «compromesso storico» είχε ξεκινήσει, από τότε -από το 1969 πριν καν «αναγγελθεί» επίσημα.
Ταυτόχρονα καλλιέργησε στο έπακρο τις λεγκαλιστικές αυταπάτες (κατάκτηση της εξουσίας μέσω εκλογών) στις γραμμές του κινήματος τακτική που έπεσε στο κενό, όταν σάρωσε κυριολεκτικά στις περιφερειακές και τοπικές εκλογές του 1975 και ένα χρόνο μετά έφθασε στο απόγειο της δύναμης του με 34,4% στις γενικές εκλογές του 1976.
Έφτασε να υπερασπιστεί ακόμη και πολιτικές λιτότητας κατευθύνοντας τα συνδικάτα στη συγκράτηση ακόμη και μισθολογικών διεκδικήσεων. Εκλέχθηκε γραμματέας το 1972 στο 13ο συνέδριο του PCI στο Μιλάνο και παρέμεινε, μέχρι τον θάνατό του στην Padova στις 11-Ιουν-1984, όταν ξεκινάει και η αντίστροφη μέτρηση του PCI … με τις χωρίς όρους προσπάθειες συνεργασίας με τους αστούς, που οδήγησαν το κόμμα στην αποσύνθεση (ο Ιστορικός Συμβιβασμός «έληξε» το 1980)
Το κόμμα τυπικά διαλύθηκε το 1991, κατά τη διάρκεια του 20ού Συνεδρίου, (με την «ιστορική» “svolta della Bolognina”) και μετά …PDS κ.λπ. [click |>εδώ]

Ο ευρωκομμουνισμός, υιοθετήθηκε και από τα ΚΚ Ισπανίας και Γαλλίας ως «εναλλακτικό» μοντέλο ή «τρίτος δρόμος» προς το σοσιαλισμό εδραιώθηκε σε μια τριμερή (Μπερλίνγκουερ, Ζωρζ Μαρσέ – Σαντιάγκο Καρίγιο) του 1977 στη Μαδρίτη

 “Μπερλινγκουέρ: Η Μεγάλη Φιλοδοξία” / μια ταινία του Αντρέα Σέγκρε

Marco Rizzo: Το 2022, ως γραμματέας του _πρακτικά ανύπαρκτου Κομμουνιστικού Κόμματος, συνίδρυσε την εκλογική λίστα Italia Sovrana e Popolare, η οποία συμμετείχε στις γενικές εκλογές σε συμμαχία με άλλα κόμματα-μορφώματα. Το 2023, ορισμένα από τα μέλη αυτής της λίστας συνέχισαν και σχημάτισαν την Democrazia Sovrana Popolare, η οποία το 2024 μετατράπηκε οριστικά σε πολιτικό κόμμα, του οποίου ο Rizzo είναι συντονιστής.
__11-Νοε- 2015 στην l’ UNITA’
Υπάρχει πάντα μια αρχή. Αναρωτιόμαστε: τι οδήγησε στον ευτελισμό της μεγάλης ιστορικής και πολιτικής εμπειρίας των κομμουνιστών στην Ιταλία;
Τι οδήγησε το κόμμα του Antonio Gramsci να γίνει ο Matteo Renzi; Όλα ξεκινούν την περίοδο 1943-1947. Σίγουρα ο Palmiro Togliatti μετά την εθνική αντίσταση έπαιξε το ρόλο του «κάνοντας την επανάσταση …χωρίς να κάνει τίποτε» και η κριτική του έκκληση στον «ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό» είναι εμφανής
Είναι μήπως ο Gramsci ο πρόδρομος των «εθνικών δρόμων σοσιαλισμού»; Αρκεί να διαβάσετε τις σελίδες του Gramsci στο πρωτότυπο για να συνειδητοποιήσετε ότι η αντίληψη του Gramsci για το Κόμμα και το κράτος είχε πάντα ως στόχο την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Όχι! ο Gramsci δεν είναι Togliatti ούτε Berlinguer.

              Antonio Gramsci _Μισώ τους αδιάφορους

Enrico_Berlinguer_1952
 

Στη σκέψη του Berlinguer, ενός έντιμου ατόμου αλλά εκτός κομμουνιστικής ιδεολογίας (αναφορικά με τις θεωρητικές-πρακτικές έννοιες του), ορισμένα βασικά σημεία ξεχωρίζουν: ο ιστορικός συμβιβασμός, η δημοκρατία ως αταξική παγκόσμια αξία, ο ευρωκομμουνισμός, η αποδοχή της ομπρέλας του ΝΑΤΟ, η ένταξη στην ΕΕ και τέλος σκέψεις σχετικά με την εξάντληση της κινητήριας δύναμης της Σοβιετικής Επανάστασης.

Santiago Carrillo Georges Marchais + Berlinguer
Αντικειμενικά, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο Berlinguer βρέθηκε επίσης «συντριμμένος» από ένα πολιτικό σώμα του PCI στο οποίο οι λεγόμενοι «βελτιωτές» (Amendola, Napolitano κλπ) είχαν στα χέρια τους τα ζωτικά γάγγλια, του Κόμματος, εξ ου και η ίδια «μοναχική» παρουσία του Berlinguer στις πύλες της Fiat το 1980 και στον δίκαιο αγώνα για την υπεράσπιση της «scala mobile» (σσ. |> ένα είδος ΑΤΑ -Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής εκείνης της περιόδου)
Σημαντικά γεγονότα τα οποία, ωστόσο, φαίνεται ότι μικρό ρόλο έπαιξαν σε ένα μεγάλο κόμμα όπου είχε ήδη πραγματοποιηθεί η «γενετική μετάλλαξη» και που ο Berlinguer δεν ήθελε να αντιμετωπίσει. Ας ξεκινήσουμε με τον ιστορικό συμβιβασμό αναφορικά με τον ηρωικό θάνατο του Προέδρου της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε.
Αντί ο Berlinguer απλώς να αποκαλύψει ότι η αστική δημοκρατία υπάρχει μόνο εάν το αστικό κράτος αισθάνεται σίγουρο και όταν -κάποια στιγμή αυτό μπαίνει σε αμφιβολία όπως συνέβη στη Χιλή, τότε η μπουρζουαζία αρνείται τους δικούς της τυπικούς κανόνες, προχωρώντας σε βίαιες τρομοκρατικές και φασιστικές μεθόδους, γράφει:
«Πάντα πιστεύαμε ότι η ενότητα των εργατικών κομμάτων και των αριστερών δυνάμεων δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για την εγγύηση της υπεράσπισης και της προόδου της δημοκρατίας … , δεν είναι μια κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης, ανταγωνιστής στο κοινωνικό μπλοκ της μπουρζουαζίας, αλλά μια πολιτική συμμαχία μεταξύ των μεγάλων κομμάτων» εκείνης της εποχής, PCI-PSI-DC, το τελευταίο, μάλιστα (ΣΣ) ως πολιτική έκφραση της μεγαλοαστικής, ιδιωτικής κρατικομονοπωλιακής  ιδιοκτησίας.
Από λενινιστική άποψη, το λάθος του Αλιέντε συνίστατο στο ότι δεν προσπάθησε καν να «σπάσει τους μηχανισμούς του αστικού κράτους», αλλά το είχε αποδεχτεί, με εμπιστοσύνη στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία και στους ηγέτες του κρατικού μηχανισμού.
Αυτά αντί να αναπτυχθούν ισχυρά μαζικά κινήματα υποστήριξης της κυβέρνησης, δίπλα σε μια ένοπλη πολιτοφυλακή της εργατικής τάξης, να αλλάξουν οι θεσμικοί μηχανισμοί, να «αποκεφαλιστούν» οι ηγέτες και οι δομές του στρατού, της αστυνομίας, των υπηρεσιών ασφαλείας, των οικονομικών υπουργείων, με μαζική εισαγωγή αξιόπιστων προλεταριακών στοιχείων.
Εν ολίγοις, θα ήταν απαραίτητο να καθιερωθεί η προλεταριακή δικτατορία. Ο Allende δεν το έκανε και ο λαός της Χιλής πλήρωσε ακριβά για αυτό το λάθος. Ο Berlinguer, όπως γνωρίζουμε, αγνόησε αυτές τις σκέψεις.
Ο ευρωκομμουνισμός, ως μια εντελώς ρεβιζιονιστική και ευκαιριακή θεωρία και πρακτική, ανατέλλει από τη συνάντηση στις Βρυξέλλες, της 26ης Ιανουαρίου 1974, μεταξύ του Berlinguer και των Ισπανών και Γάλλων ρεβιζιονιστών, Carrillo και Marchais, γραμματείς των αντίστοιχων Κομμουνιστικών Κομμάτων που παντρεύτηκαν τις διατριβές για την αξία της «δημοκρατίας».
Ο Berlinguer την είδε ως εξής: … «αυτή η ευρεία σύγκλιση … περιλαμβάνει την αναγνώριση της αξίας των προσωπικών ελευθεριών και την εγγύησή τους, τις αρχές της κοσμικότητας του κράτους και της δημοκρατικής του άρθρωσης, την πολυφωνία των κομμάτων, την αυτονομία των συνδικάτων» … (κλπ) δηλ. έκανε δικές του τις τυπικές κατηγορίες της αστικής σκέψηςμακριά και έξω από κάθε ιστορική και ταξική αναφορά

Αργότερα, με τη συνέντευξη στον Giampaolo Pansa (Corriere della Sera 15-Ιουν-1976), αποδέχτηκε όλη την ουσία της καπιταλιστικής Δύσης και της θανατηφόρας στρατιωτικής συμμαχίας της, σπάζοντας τη συμμαχία με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, που αν και μολυσμένο από το μικρόβιο του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού  παρέμεινε το μοναδικό προπύργιο περιορισμού του ιμπεριαλισμού, ζητώντας να παραμείνει η Ιταλία στο ΝΑΤΟ, που «μπορεί να αποβεί χρήσιμη ασπίδα για την οικοδόμηση ενός σοσιαλισμού με ελευθερία» -«νοιώθουμε ασφαλείς εδώ» είπε (!!)
Και τέλος, πάντα σε αυτή την κατεύθυνση, υπάρχει η περίφημη φράση με την οποία, το 1981, ο «ομφάλιος λώρος» αποκόπηκε οριστικά, από την ιστορία των εργατικών και κομμουνιστικών κομμάτων κινημάτων: «η προωθητική ώθηση της Οκτωβριανής Επανάστασης έχει πλέον εξαντληθεί»
(…)
Κάπου ο Marco Rizzo, ΓΓ του πάλαι ποτέ Partito Comunista Italiano, γράφει:
Επαναλαμβάνω, με κάθε δυνατή σεμνότητα: Ο Berlinguer ήταν έντιμος άνθρωπος, αλλά αυτό δεν αρκεί για να είναι κομμουνιστής. Το Μάρτη του 1999 ένα άλλο σημαίνον στέλεχος του PCI έγραψε τη δική του μαύρη ιστορία: Πρόκειται για τον οπορτουνιστή ολκής Massimo D’Alema, που -επιτέλους «τα κατάφερε» να γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός που προερχόταν από το PCI (1998, επί κεφαλής του «Συνασπισμού της Ελιάς»).
Γραμματέας της κομμουνιστικής νεολαίας (FGCI) το 1971, για χρόνια διευθυντής της «L’Unità», αναδείχτηκε μετά τις απανωτές διασπάσεις και ανακατατάξεις (απόρριψη κομμουνιστικών συμβόλων, δημιουργία του Κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς [PDS] κλπ) Ο ντ’Αλέμα πάλεψε με νύχια και με δόντια (και το καυχιόταν…) για «την αποκοπή του ΚΚΙ από τις κομμουνιστικές ρίζες» και για τη μετεξέλιξή του «σε σύγχρονο, ευρωπαϊκό, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα», αποφασίζοντας -ως τελευταία πράξη τραγωδίας τη συμμετοχή στον βρώμικο πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας (σε ρόλο μάλιστα πρώτου βιολιού, που υποστήριξαν θερμά τόσο ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι όσο και σύσσωμη δεξιά αντιπολίτευση) δολοφονώντας χιλιάδες άμαχους και καταστρέφοντας μια ολόκληρη χώρα.
Όλα αυτά είχαν να κάνουν με το κορυφαίο στρατηγικό ζήτημα της διαφορετικής στάσης των κομμουνιστικών κομμάτων πάνω στο δίλημμα επανάσταση ή μεταρρύθμιση, δηλαδή ανατροπή ή διαχείριση του συστήματος  Δεν υπάρχει ολοκληρωμένη συνεκτική αντίληψη γι αυτή τη στρατηγική Κατά τους ίδιους, αυτό έχει να κάνει με τις «εθνικές ιδιομορφίες. Ιστορικά, μετά την εκδίωξή του από την κυβέρνηση (1948) και στη συνέχεια, το KKΙταλίας (PCI) ακολούθησε τη  στάση του «καλού παιδιού» προωθώντας ένα image παράγοντα σταθερότητας και ψηφίζοντας , μέχρι το 1968 πάνω από τα 3/4 των νομοσχεδίων που κατατέθηκαν. Όταν το 1964 πεθαίνει ο ιστορικός γραμματέας του Palmiro Togliatti -που συμπίπτει και με την περίοδο που, μετά το σχηματισμό κυβέρνησης από όλα τα υπόλοιπα κόμματα το PCI είναι το μόνο αντιπολιτευόμενο κόμμα, δημοσιεύεται ένα γράμμα του προς το Χρουστσόφ, όπου τάσσεται υπέρ του «πολυκεντρισμού» και στο κρίσιμο δίλημμα, πολιτική ρήξης με τους αστούς ή προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του στα πλαίσια του συστήματος επιλέγει ξεκάθαρα το δεύτερο δρόμο.
Λίγο πριν την Piazza Fontana -το φθινόπωρο του 1969, σημειώνονται στα εργοστάσια της Ιταλίας, οι μεγαλύτερες κινητοποιήσεις που γνώρισε η χώρα  μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, με καταλήψεις κλπ., μια άνευ προηγούμενου πολιτικοκοινωνική κρίση, που συσπείρωσαν το 80% των εργατών κόντρα στις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες CGIL |> που ελεγχόταν από το PCI|< & CISL,UIL, αλλά προφανώς ανερμάτιστες και με έλλειψη πολιτικού στόχου χειραγωγήθηκαν  με την ικανοποίηση κάποιων οικονομικών αιτημάτων.
Στο 13ο Συνέδριο (1972) για πρώτη φορά διακηρύσσεται ότι «δεν είναι αρκετή μια πολιτική συνεργασιών με την αριστερά για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού» και αμέσως μετά (Σεπ 73) έρχεται το πραξικόπημα στη Χιλή, που -αντί να οδηγήσει σε (προφανή) συμπεράσματα για τη δημοκρατία του αστικού κράτους και για ανάγκη   προετοιμασίας του κινήματος να αξιοποιεί όλες των μορφές πάλης, γίνεται πρόσχημα και άρμα του «ιστορικού συμβιβασμού» και το PCI ψάχνει δρόμους αναβάθμισης  του ρόλου του στην αστική διαχείριση.
Στην Ιταλία, 15 χρόνια αργότερα -το 1984 (επί «5πολικής» κυβέρνησης Craxi) με την κοινωνική και πολιτική σύγκρουση να είναι ακόμα ζωντανή, το πολιτικό κλίμα αβέβαιο και ανερμάτιστο και ενώ «σκάει» η «μασονική» στοά P2, που προκαλεί παραιτήσεις υπουργών το Κομμουνιστικό Κόμμα (ευρωεκλογές του Ιουνίου) βγαίνει πρώτο, χωρίς όμως να έχει την παραμικρή δυνατότητα δυναμικής παρέμβασης, λόγω της τακτικής του των συνεχών υποχωρήσεων.
"Στρατηγική της έντασης" - "Strage di Stato"_
Όταν το αστικό κράτος δείχνει τα δολοφονικά δόντια του

Το πανό της φωτογραφίας γράφει:
"τις βόμβες τις βάζουν τα αφεντικά,
αγώνας των μαζών είναι η ταξική πάλη
"

Η καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ

Αν και οι αιτίες είναι κυρίως «από τα μέσα και από τα πάνω», εξετάζοντας τα εξωτερικά αίτια, οι αναλύσεις τείνουν να εστιάζουν στη μελέτη των διαφόρων πτυχών της επίθεσης ενάντια στον σοσιαλισμό που εξαπέλυσαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό, ιδεολογικό και ψυχολογικό επίπεδο – αντιπαράθεση / γνήσια έκφραση της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο.
Βαθύνοντας τη μελέτη των τάσεων εκείνων, που συνέβαλαν στην αποδυνάμωση της σοσιαλιστικής εξουσίας δρώντας στους κόλπους του εργατικού κινήματος και του ίδιου του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αλληλεπιδρώντας πολλές φορές με οπορτουνιστικές πολιτικές κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων που βρίσκονταν στην εξουσία, ο ευρωκομμουνισμός αποτελεί την αιχμή του δόρατος υποστηρίζοντας:

·        Την αντίθεση στην ύπαρξη οργανωμένου διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, υποστηρίζοντας τη θέση του λεγόμενου «πολυκεντρισμού» απέναντι στην εμπειρία της ΚΔ και των μετέπειτα συσκέψεων

·        Την αντίθεση στη «δικτατορία του προλεταριάτου», έναντι της οποίας υπερασπίζονταν την ύπαρξη πολλαπλών δρόμων προς το σοσιαλισμό και κύρια την κοινοβουλευτική με αστικές δυνάμεις που αποδέχονταν τον πολυκομματισμό στο αστικοδημοκρατικό πλαίσιο.

·        Την αντικατάσταση της θέσης του «προλεταριακού διεθνισμού», ο οποίος ταυτίστηκε με την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης, με τη «διεθνιστική αλληλεγγύη» ή το «νέο διεθνισμό».

·        Την αποδοχή του πλαισίου της ΕΟΚ, υπό το κάλεσμα για την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και τη συμμετοχή των εργατών στο σχεδιασμό.

·        Τη συνεχή και ανοιχτή κριτική στην ΕΣΣΔ και στις σοσιαλιστικές χώρες, από τη σκοπιά της αστικής αντίληψης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες.

·        Την αναθεώρηση, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, της θεωρίας του «κόμματος νέου τύπου» που εισήγαγε ο Λένιν.

 

Ο ευρωκομμουνισμός επηρέασε κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα από διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη, ορισμένα από αυτά μάλιστα κόμματα εξουσίας και -όπως και άλλα οπορτουνιστικά ρεύματα στη διάρκεια της ιστορίας- είχε σαφή διεθνή προσανατολισμό, παρότι η κυρίαρχη άποψη είναι ότι αποτελούσε φαινόμενο που εξειδίκευε στις εθνικές ιδιαιτερότητες και συνθήκες.
Σχετικά με αυτό ο Μπερλίνγκουερ έλεγε:
«Προφανώς δεν είμαστε εμείς που διαμορφώσαμε αυτό τον όρο, αλλά το γεγονός ότι κυκλοφορεί ευρέως δείχνει σε τι βαθμό φιλοδοξούν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης να δουν να επιβεβαιώνονται και να προωθούνται λύσεις νέου τύπου όσον αφορά την αλλαγή της κοινωνίας με σοσιαλιστικό περιεχόμενο».

Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ

βλ |> 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ |> σημείο οπορτουνιστικής στροφής
Η στροφή του 20ού Συνεδρίου άσκησε καθοριστική επίδραση και στην παραπέρα πορεία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.
Οι οπορτουνιστικές πολιτικές στο πεδίο της οικονομίας γρήγορα εφαρμόστηκαν ως κεντρική γραμμή και σε όλες τις Λαϊκές Δημοκρατίες, με το παραμέρισμα εκείνων των κομματικών ηγετικών στελεχών που διατύπωσαν αντιρρήσεις για την αλλαγή πορείας.
Η δεξιά στροφή στο 20ό Συνέδριο επέτεινε τη διαπάλη και τα προβλήματα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα που είχαν ήδη εκδηλωθεί την προηγούμενη περίοδο.
Οι θέσεις για τη δυνατότητα ενός κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην Έκθεση της ΚΕ του ΚΚΣΕ προς το 20ό Συνέδριο, ουσιαστικά ακύρωναν τη γενίκευση της πείρας της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία και υιοθετούσαν τη μεταρρυθμιστική στρατηγική της σοσιαλδημοκρατίας.
Διαστρεβλώνοντας την αναφορά του Λένιν ότι «όλα τα έθνη θα φτάσουν στο σοσιαλισμό, αλλά δε θα φτάσουν όλα εντελώς με τον ίδιο τρόπο, το καθένα θα εισάγει μια ιδιομορφία στη μια ή την άλλη μορφή δημοκρατίας, στη μια ή την άλλη ποικιλομορφία της δικτατορίας του προλεταριάτου…», η Έκθεση του 20ού Συνεδρίου διακηρύσσει:
«Γεννιέται το ερώτημα αν είναι δυνατό να περάσουμε στο σοσιαλισμό χρησιμοποιώντας κοινοβουλευτικά μέσα. Για τους Ρώσους μπολσεβίκους δεν υπήρχε ανοιχτό ένα τέτοιο μονοπάτι […] Από τότε, όμως, οι ιστορικές συνθήκες έχουν υποστεί ριζικές αλλαγές, οι οποίες κάνουν εφικτή μια διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος. Οι δυνάμεις του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας έχουν απροσμέτρητα ενισχυθεί σε ολόκληρο τον κόσμο και ο καπιταλισμός έχει γίνει πολύ πιο αδύναμος […] Σε αυτές τις συνθήκες η εργατική τάξη, συσπειρώνοντας γύρω της την εργαζόμενη αγροτιά, τη διανόηση, όλες τις πατριωτικές δυνάμεις […] είναι σε θέση να νικήσει τις αντιδραστικές δυνάμεις που αντιτίθενται στο λαϊκό συμφέρον, να κατακτήσει μια σταθερή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και να το μεταμορφώσει από όργανο της αστικής δημοκρατίας σε ένα αυθεντικό εργαλείο της λαϊκής θέλησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτός ο θεσμός, παραδοσιακός σε πολλές υψηλά ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, μπορεί να γίνει όργανο μιας αυθεντικής δημοκρατίας, δημοκρατίας του εργαζόμενου λαού».

Το οπορτουνιστικό μπλοκ με επικεφαλής το Ν. Σ. Χρουστσόφ άνοιξε τις πύλες στη θέση της ύπαρξης πολλαπλών μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό, αναθεωρώντας τη μαρξιστική θεωρία σχετικά με τον ταξικό χαρακτήρα του Κράτους και τη λενινιστική θεωρία για την επανάσταση.

Στις 8-14 Δεκέμβρη 1956, δέκα μήνες μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, πραγματοποιείται στη Ρώμη το 8ο Συνέδριο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο επικύρωσε κατόπιν πρότασης του Παλμίρο Τολιάτι, το λεγόμενο «ιταλικό δρόμο προς το σοσιαλισμό».
Η στρατηγική που ακολούθησε ενέμεινε στην εμβάθυνση των ελευθεριών για να επιτευχθεί η οικονομική και κοινωνική δημοκρατία. Προκύπτει έτσι η αντίληψη της «προοδευτικής δημοκρατίας» ή της «αντιμονοπωλιακής δημοκρατίας» που στην κορύφωση της ανάπτυξής της θα επιτρέπει στη συνέχεια τη μετάβαση στο σοσιαλισμό.
Ο Τολιάτι, μπαίνοντας επικεφαλής των Ευρωπαίων ηγετών των αποκαλούμενων «ανανεωτών», καταλήγει να επιβεβαιώσει στο γνωστό έργο του «Διαθήκη της Γιάλτας» ότι:
«Γενικά, έχουμε ως αφετηρία και πεποίθηση ότι πρέπει να ξεκινάμε την επεξεργασία της πολιτικής μας από τις θέσεις του 20ού Συνεδρίου. Αλλά σήμερα αυτές οι θέσεις χρειάζεται να βαθύνουν και να εξελιχθούν. Για παράδειγμα, ένας βαθύτερος προβληματισμός για την πιθανότητα ενός ειρηνικού δρόμου πρόσβασης στο σοσιαλισμό μας οδηγεί στο να θέσουμε συγκεκριμένα τι αντιλαμβανόμαστε ως δημοκρατία σε ένα αστικό κράτος, με ποιο τρόπο μπορούν να επεκταθούν τα όρια της ελευθερίας και των δημοκρατικών θεσμών και ποιες μορφές είναι πιο αποτελεσματικές για τη συμμετοχή των εργαζόμενων μαζών στην οικονομική και πολιτική ζωή. Προκύπτει λοιπόν η πιθανότητα να κατακτηθούν θέσεις εξουσίας από την εργατική τάξη, στο πλαίσιο ενός κράτους που δεν θα έχει αλλάξει η ταξική του φύση κι επομένως το αν είναι δυνατή η πάλη για έναν προοδευτικό μετασχηματισμό στο πλαίσιο αυτό».
Όταν διάφορα κόμματα αρχίζουν να παίρνουν τέτοιες θέσεις, χειροτερεύει η επίθεση ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες και κυρίως ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.
Η πρώτη μεγάλη ρωγμή στο ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα που δημοσιοποιήθηκε έγινε μετά τη διεθνιστική παρέμβαση των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, τον Αύγουστο του 1968. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας και το Ρουμάνικο Κομμουνιστικό Κόμμα καταδικάζουν δημόσια την παρέμβαση.

Ο αντισοβιετισμός ενσωματώνεται στην πολιτική γραμμή των κομμάτων που αγκαλιάζουν τον «ευρωκομμουνισμό» και αποτελεί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους.
Οποιαδήποτε δικαιολογία είναι καλή, εφόσον τους διαφοροποιεί από την ΕΣΣΔ, τους παρουσιάζει μπροστά στην κοινή γνώμη σαν διαφοροποιημένη επιλογή από τον κύριο προμαχώνα της διεθνούς εργατικής τάξης, παρότι οι αντισοβιετικές κριτικές συμπίπτουν ανοιχτά με την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα και συμβάλλουν αντικειμενικά στην αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Σε αυτή την προοπτική, το 1975, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας προέβησαν σε κοινή ανακοίνωση σχετικά με το μοντέλο μετάβασης στο σοσιαλισμό με «ειρήνη και ελευθερία». Αυτά ήταν τα προλεγόμενα της Συνδιάσκεψης των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων της Ευρώπης που πραγματοποιήθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο στις 29-30 Ιούνη του 1976, της οποίας τα αποτελέσματα είχαν παγκόσμια απήχηση.
Τα κόμματα της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας που στηρίζονταν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από την παρέμβαση ορισμένων κομμάτων εξουσίας -όπως το γιουγκοσλαβικό- παρουσίασαν ανοιχτά σε ενιαίο μέτωπο την ευρωκομμουνιστική πλατφόρμα. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριζε ανοιχτά το διαμελισμό του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ δήλωνε: «…η Συνδιάσκεψή μας δεν είναι συνδιάσκεψη μιας διεθνούς κομμουνιστικής οργάνωσης, που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει σε οποιαδήποτε μορφή, ούτε σε διεθνές επίπεδο ούτε σε ευρωπαϊκό…».

Ο «ευρωκομμουνισμός» εκδηλώθηκε ανοιχτά ως δεξιό αναθεωρητικό ρεύμα, υιοθετώντας πλήρως τα δόγματα του ιμπεριαλισμού γύρω από τις πιο ποικίλες πολιτικές πτυχές: δημοκρατία, ελευθερίες, θρησκεία κλπ.
Στο πλαίσιο της υπεράσπισης των πολιτικών ελευθεριών και της αστικής δημοκρατίας, ιδιαίτερα του πολυκομματισμού και της καθολικής ψηφοφορίας, έθαψαν την πάλη των τάξεων και αρνήθηκαν το ρόλο της ταξικής κυριαρχίας του Κράτους.
Ασκησαν διαρκή και διευρυνόμενη επιθετική πολιτική στις σοσιαλιστικές χώρες, προσπάθησαν να δυναμιτίσουν με όλα τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους το συντονισμό και την ανάπτυξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και μετατράπηκαν -στο όνομα των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και του δημοκρατικού σοσιαλισμού- σε εκφραστές της αντικομμουνιστικής στρατηγικής των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Επιτέθηκαν με μανία στο λενινιστικό συλλογισμό ότι μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου και ότι το πρόβλημα της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι το πρόβλημα της στάσης του προλεταριακού κράτους απέναντι στο αστικό κράτος, της προλεταριακής δημοκρατίας απέναντι στην αστική δημοκρατία.

        Δείτε και

05 Ιουνίου 2026

Μικρές Ανάσες_Life In A Beat 👉 Αμέρισσας Μπάστα

Η Λένα είναι είκοσι χρονών και ζει με την οικογένειά της σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δουλεύει σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ και τα βγάζει δύσκολα πέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ένταση, όπου η καθημερινότητα μοιάζει συχνά ασφυκτική. Το μόνο που θέλει είναι να φύγει και να ξεκινήσει τη δική της ζωή…
Η Μπάστα _παλιά μας γνώριμη από το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους της Δράμας με όλη της τη μέχρι τώρα πορεία σταθερά προσανατολισμένη στον κοινωνικό κινηματογράφο έτσι δεν αποτελεί έκπληξη που και η μεγάλου μήκους ταινία της ανήκει εκεί. Ξεκινώντας, να πούμε ότι το σενάριό της είναι ολοκληρωμένο, με δομημένους χαρακτήρες που τους γνωρίζουμε και μέσα από τις αντιφάσεις τους, πραγματικά σύγχρονο τόσο στις θεματικές που την απασχολούν όσο και στους διαλόγους.
Οι μικρές ανάσες της Λένας είναι οι δικές μας μικρές ανάσες. Μιλάει για ένα κορίτσι της εργατικής τάξης που παλεύει να σταθεί όρθια και να ανεξαρτητοποιηθεί και από την οικογένειά της μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες δεν είναι άλλες από την εργασιακή επισφάλεια και το μεροκάματο που δεν φτάνει, το στεγαστικό πρόβλημα και την ενεργειακή κρίση, την υποβάθμιση της Υγείας, συνθήκες δηλαδή που αντιμετωπίζουν όλοι οι σύγχρονοι εργαζόμενοι στη χώρα μας. Η Μπάστα καταφέρνει όλα αυτά να τα περάσει μέσα από μια προσωπική ιστορία, που δεν θιγεί μόνο αυτά αλλά και τη διάλυση των σχέσεων, οικογενειακών και διαπροσωπικών. Ταυτόχρονα όμως το κορίτσι της ιστορίας μας έχει τσαγανό και δεν το βάζει κάτω και αντιπαρατίθεται σε όλους και όλα. Την οικογένεια που πραγματικά «νοσεί», την εργοδοσία που χρησιμοποιεί εναλλάξ μαστίγιο και καρότο, τους συνάδελφους που ξεκινούν τον κοινωνικό κανιβαλισμό, τον έρωτα που είναι κάλπικος.

Ευτυχώς υπάρχει ένα αντίδοτο που λέγεται φιλία και είναι αποκούμπι και αλληλεγγύη, κι αυτό είναι το σημαντικό. Το Μαζί θα μας σώσει, όχι το ο Καθένας χωριστά να βράζει στο ζουμί του. Αυτή η αισιόδοξη ματιά είναι που μας έκανε πέραν των άλλων να αφουγκραστούμε καλύτερα τις μικρές ανάσες της πρωταγωνίστριας που περπατάει ασθμαίνοντας με τους ήχους της Ηχοτοπίας και του Lex στα ακουστικά. Δύσκολο γύρισμα στην καλοκαιρινή Αθήνα, προσεγμένη η φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη και εξαιρετική η Ελίνα Τσιορμπατζή στον πρωταγωνιστικό ρόλο! Το κοινωνικό σύγχρονο ελληνικό σινεμά μας λείπει, ευκαιρία λοιπόν όταν το βρίσκουμε να το ανταμείβουμε με την παρουσία μας στα σινεμά!

Η Αμέρισσα Μπάστα

Μας λέει η Αμέρισσα Μπάστα: Οι "Μικρές Ανάσες" είναι ένα κομμάτι από τη ζωή των ανθρώπων που μένουν δίπλα μας __Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου, παρακολουθώντας τη Λένα, ένα κορίτσι 20 ετών, που ζει με την οικογένειά της σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δουλεύει σε ένα τοπικό σουπερμάρκετ και τα βγάζει δύσκολα πέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ένταση, όπου η καθημερινότητα μοιάζει συχνά ασφυκτική. Το μόνο που θέλει είναι να φύγει και να ξεκινήσει τη δική της ζωή.
Όταν χάνει τη δουλειά της και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, ανακαλύπτει μια πραγματικότητα που δεν είχε φανταστεί. Δεν το βάζει όμως κάτω και αναζητά έναν τρόπο να κρατήσει τον έλεγχο της ζωής της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο απόλυτης αβεβαιότητας, η Λένα αναζητά την δική της ανάσα ελευθερίας και χειραφέτησης, με τη στήριξη του κολλητού της: Μέσα από την Λένα, τον κεντρικό χαρακτήρα που ακολουθούμε, η ταινία θα μπορούσε να μιλήσει για τη ζωή όλων των νέων, που προέρχονται από μη προνομιακό περιβάλλον και να πει ποιες είναι οι επιλογές τους, ποιοι είναι οι προβληματισμοί τους και αν τελικά ο τρόπος και το μέρος και οι συνθήκες που έχουν μεγαλώσει, τους καθορίζουν για πάντα ή αν θα μπορέσουν να κάνουν κάποια διαφορετική επιλογή στο μέλλον τους. Η Λένα είναι ένα πολύ δυνατό παιδί. Έχει αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να αναλάβει πολλές ευθύνες μέσα στην οικογένεια της. Συμβάλλει κιόλας στο σπίτι, στο οποίο ζει.

Έχει όμως και όλα τα όνειρα που έχει ένα παιδί της ηλικίας της. Δηλαδή θέλει να ζήσει μόνη της. Θέλει να κάνει πράγματα. Είναι ένα σύγχρονο παιδί. Ακούει τη μουσική της εποχής της. Απλά είναι τέτοιες οι συνθήκες που δεν της επιτρέπουν να ζήσει, ακριβώς όπως θα ήθελε. Όταν όλα γύρω της στραβώνουν και δεν υπάρχει υποστήριξη, παίρνει ξαφνικά την κατάσταση στα χέρια της και βρίσκει τη δύναμη να τα αντιμετωπίσει. Μια ιστορία ενηλικίωσης και διεκδίκησης της αυτοδιάθεσης με οικείους σε όλους μας χαρακτήρες. Προσεγγίζω _ πιστεύω το θέμα της με τρυφερότητα και ρεαλισμό, φωτίζοντας τα αληθινά προβλήματα μιας γενιάς που παλεύει να επιβιώσει στη σύγχρονη Ελλάδα.
Η Λένα δεν σταματά να κινείται, να περιπλανιέται στην πόλη, αναζητώντας λύσεις στα αδιέξοδά της. Η Αθήνα είναι και αυτή πρωταγωνίστρια στην ταινίας, με τις αντιθέσεις και τα προβλήματά της, που πνίγουν τους κατοίκους της: Η ιστορία στην πραγματικότητα βασίζεται σε πράγματα που με αφορούν προσωπικά και αφηγήσεις που μπορεί να έχουν συμβεί και σε μένα αλλά και σε πολύ κοντινά μου άτομα. Ναι, είναι πολύ ρεαλιστική. Η Λένα είναι ένα πρόσωπο που μένει βασικά δίπλα μας. Θέλω μέσα από αυτήν να μιλήσω για τη σημερινή κατάσταση των νέων. Και παρότι είναι γυρισμένη στις λιγότερο προβεβλημένες και τουριστικές γειτονιές της Αθήνας, όχι στις γειτονιές που συνήθως βλέπουμε στο instagram, θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε μεγάλη πόλη, όπου υπάρχει αυτή η πίεση.

Υπάρχει επίσης πολύ έντονο το θέμα του στεγαστικού, που είναι κάτι πάρα πολύ σημερινό. Το έχουμε βιώσει κι εμείς, αναζητώντας ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει επίσης ο θόρυβος και υπάρχει και πολύ έντονα το εργασιακό ζήτημα και το πώς πλαισιώνει ή δεν πλαισιώνει το κράτος μας και οι επιχειρήσεις ένα νέο άνθρωπο, μια γυναίκα που έρχεται με μια εγκυμοσύνη. Όλα αυτά συμβαίνουν και μάλλον θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Και ναι, πιστεύω ότι τους δίνουμε δύναμη όταν ακούγονται. Γιατί δεν είναι ωραίο στις ταινίες να ασχολούμαστε μόνο με τις προνομιακές καταστάσεις. Πρέπει κάποτε να πέφτει φως και στις περιπτώσεις που δεν είναι τόσο προνομιακές και που η ζωή δεν τους τα έφερε πολύ εύκολα».
Έχω ήδη στο ενεργητικό μου επτά ταινίες μικρού μήκους και ένα ντοκιμαντέρ. Το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο στο μεγάλο μήκος απέσπασε τρία βραβεία στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τα Βραβεία Κοινού στο ελληνικό πρόγραμμα και στο Διαγωνιστικό τμήμα Meet the Neighbours+. Η ταινία συνέχισε τη διεθνή της πορεία σε φεστιβάλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, την Κύπρο και την Ισπανία. Έχει πέντε υποψηφιότητες στα φετινά Βραβεία ΙΡΙΣ, ανάμεσά τους εκείνες της Καλύτερης Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Σεναρίου, Α' Γυναικείου και Β' Ανδρικού Ρόλου.

Παρά το έντονο δραματικό της περιεχόμενο, η ιστορία της Λένας έχει πολύ χιούμορ, αισιοδοξία και πίστη στη δύναμη της φιλίας: Παρότι η ταινία ρίχνει φως σε πολύ σκοτεινές καταστάσεις, πιστεύω ότι παντού υπάρχει μια αχτίδα φωτός και αισιοδοξίας. Υπάρχει χιούμορ ακόμα και στις πιο δραματικές στιγμές που βιώνουμε στην πραγματική μας ζωή. Η ταινία είναι ένα κομμάτι ζωής στην πραγματικότητα. Αυτό θέλαμε να είναι. Ένα ρεαλιστικό κομμάτι από τη ζωή των ανθρώπων, που μένουν δίπλα μας.
Ο λόγος που φωτίζουμε έτσι κάποιες ιδιαίτερες σχέσεις, όπως τη φιλία, γιατί η ταινία είναι και ένας ύμνος με έναν τρόπο στη φιλία, είναι γιατί οι φίλοι είναι η οικογένεια που επιλέγουμε στην πραγματικότητα, όταν η δική μας οικογένεια αδυνατεί να μας στηρίξει. Πραγματικά αυτό θέλω να το βλέπω και να το αναπαράγω σε κάθε ταινία: ότι μπορεί να υπάρχει κάτι θετικό και αισιόδοξο, γιατί αλλιώς δεν θα ζούσαμε. Αν δεν είχαμε αυτή την ελπίδα και αυτή την πίστη, δεν θα μπορούσαμε να πάμε παρακάτω.

  • Σκηνοθεσία: Αμέρισσα Μπάστα
  • Σενάριο: Δημήτρης Νάκος, Αμέρισσα Μπάστα
  • Πρωταγωνιστούν: Ελίνα Τσιορμπατζή, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Τζέο Πακίτσας, Δημήτρης Κίτσος, Luli Bitri, Μαρίνα Μακρή, Γιώργος Πυρπασόπουλος
  • Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χριστίνα Μουμούρη Gsc
  • Κοστούμια: Ματίνα Μαυραγάννη
  • Σκηνογραφία: Rectifier
  • Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης, Gfe Νίκος Καλλιπολίτης
  • Ήχος: Ντίνος Κίττου
  • Final Mix: Κώστας Βαρυμποπιώτης
  • Παραγωγή: Soul Productions
  • Παραγωγοί: Ιωάννα Σουλτάνη, Δημήτρης Νάκος

Συμπαραγωγή: ΕΚΚΟΜΕΔ, ΕΡΤ ΑΕ, Υπουργείο Πολιτισμού Κύπρου/ Πολιτιστικές Υπηρεσίες (ΣΕΚΙΝ), Bulgarian Film Center, North Macedonia Film Center, Montengro Film Center, Breaking Wave Productions, Ars Digital, Kruγ Film, Videa Production 2 Herons Productions, Συμπαραγωγοί: Δέσποινα Μουζάκη, Ivan Tonev, Dejan Krajcevski, Marko Jacimovic, Vincent Michaud, Πάνος Μπίσδας
Μια νέα γυναίκα, η σύγχρονη Ελλάδα, μια διαδρομή από την απογοήτευση προς το φως. Αυτός είναι ο σκελετός της νέας, πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας της Αμέρισσας, της σκηνοθέτιδας που εμείς γνωρίσαμε πριν περίπου μια 15ετία με το μικρού μήκους «Ο Χριστός Σταμάτησε στου Γκύζη», με το «Εβίβα» και που θαυμάσαμε ξανά, πριν λίγα χρόνια, με το «Οχι Αύριο». Στο ίδιο κινηματογραφικό προφίλ, του αφηγηματικού, ανθρωποκεντρικού, ευαίσθητου αλλά με τσαγανό και με αυτόν τον ευρύτερα πολιτικό λόγο που απευθύνεται τώρα  στο ένστικτο και στην ψυχή, με ευτύχημα την επιλογή της πρωταγωνίστριας, μια και όλο το φως πέφτει πάνω στην Ελίνα Τσιορμπατζή, από τη νεότερη γενιά ηθοποιών, όμως έτοιμη να πάρει θέση προεξάρχουσας. Το σινεμά που κάνει η Αμέρισσα, κρίνοντας κι από τις μικρού μήκους ταινίες της κι απ' αυτή, την πρώτη μεγάλη της, είναι ένα σινεμά αφηγηματικό. Τι δυνατότητες της δίνει αυτό το σινεμά, ποιες είναι οι αναφορές που αγαπάει και τι «εργαλεία» θεωρεί ότι είναι τα πιο επιτυχημένα στην ταινία; «Το αφηγηματικό σινεμά σε αφήνει να πλησιάσεις και να μπεις στους χαρακτήρες των ηρώων σου χωρίς να πρέπει να τους εξηγήσεις, ακολουθώντας την εμπειρία και το συναισθηματικό τους ταξίδι,» λέει. «Στο κέντρο το ταξιδιού αυτού είναι το συναισθηματικό βίωμα κάθε ήρωα και ηρωΐδας και ο τρόπος που το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει τον επηρεάζεικαι τον διαμορφώνει. Ο ρυθμός και ο ήχος είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία της ταινίας, συντονίζουν με έναν τρόπο την εμπειρία της θέασης ώστε να βιώνεται από τονθεατή και να μην παρακολουθείται απλά. Η μουσική γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας καθώς σχολιάζει ή υπογραμμίζει τα όσα της συμβαίνουν και ταυτόχρονα είναι το καταφύγιό της και ο ασφαλής χώρος της Λένας, σε αντίστιξη με τον θόρυβο γύρω της. Αντίστοιχα σημαντικές για μένα είναι και οι σιωπές, οι παύσεις και τα βλέμματα των χαρακτήρων, καθώς αφηγούνται και αυτά τη δική τους ιστορία, δημιουργώντας μια πιο βιωματική εμπειρία στον θεατή.»
Ταινίες που κοιτούν βαθιά στα μάτια τους χαρακτήρες τους νομίζω πως με έναν τρόπο αναγκάζουν τον θεατή να συσχετιστεί μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνεί με τις αποφάσεις τους. Είναι δύσκολο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού όταν υπάρχει ειλικρίνεια, αθωότητα.»
Η Ελίνα Τσιορμπατζή
Από την άλλη, την Ελίνα Τσιορμπατζή τη γνωρίσαμε στα «Τσουλάκια» και μέσα σε λίγο χρόνο έχει τον πρώτο της πρωταγωνιστικό κινηματογραφικό ρόλο. Περίμενε αυτή τη γοργή εξέλιξη; Τι σημαίνει για εκείνη υποκριτική στο σινεμά και πόσο σκοπεύει να επιδιώξεις τη δουλειά σε ταινίες στο κοντινό μέλλον; «Δεν περίμενα με τίποτα να έρθει μια τέτοια πρόταση, και μάλιστα τόσο γρήγορα,» λέει. «Τσίριζα από χαρά μαζί με τη μαμά μου, δεν το πίστευα. Οσο για την υποκριτική στο σινεμά, εντάξει, μαγεύτηκα. Στην αρχή ήμουν λίγο σαστισμένη με τη διαρκή παρουσία τηςκάμερας στον χώρο γιατί είναι σαν να απορροφά πολλή ενέργεια χωρίς απαραίτητα να σου την επιστρέφει, όπως συμβαίνει με έναν συμπρωταγωνιστή σου. Χρειάζεταιμια ιδιαίτερη συγκέντρωση και εσωτερική ενέργεια για να μη σε “ρουφήξει” η παρουσία της. Μετά, όταν πάψεις να τη φοβάσαι, αρχίζεις να την ανακαλύπτεις πιο βαθιά. Τους φακούς της, τις αποστάσεις, τις τεχνικές λεπτομέρειες που χρειάζεται να αφουγκραστείς για να μπορέσεις τελικά να παίξεις - με την έννοια του παιχνιδιού, της χαράς! Και ύστερα μπαίνουν στο παιχνίδι τα βλέμματα, οι σιωπές, η ακρίβεια στη λεπτομέρεια, αυτή η μικρο-υποκριτική που λένε, η οποία σε αντίθεση με το θέατρο, συμπυκνώνεται κυρίως στη γεωγραφία του προσώπου. Μια μικρή ανάσα μπορεί να αφηγηθεί μια ολόκληρη συναισθηματική διαδρομή. Με συγκινεί πολύ αυτό και ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία μου. Αυτό το μέσο σού δίνει αυτήν τη δυνατότητα, να ειπωθεί το πιο σπουδαίο σχεδόν ψιθυριστά, μυστικά. Μακάρι να καταφέρω να κάνω κι άλλες ταινίες, να εξελίξω αυτήν τη γλώσσα γιατί αλήθεια πιστεύω ότι το σινεμά ασκεί μια υπερφυσική δύναμη στις ζωές, είναι τρομερό.»
Οι «Μικρές Ανάσες» είναι μια ταινία απόλυτα σημερινή, αλλά και με μια διαχρονική αγάπη για τον άνθρωπο. Ποια πιστεύουν οι δυο συνεργάτιδες ότι είναι η δύναμη μιας ταινίας που κοιτά τους ήρωές της βαθιά στα μάτια; Η Αμέρισσα εξηγεί πως από τις προβολές που έχουν γίνει μέχρι στιγμής στα διάφορα φεστιβάλ, ο κόσμος ταυτίζεται, κλαίει και γελάει, θυμώνει, μοιράζεται δικές του, παρόμοιες ιστορίες. «Είναι πολύ σημαντικό ότι αυτό έχει συμβεί σε προβολές που ως τώρα έχουν γίνει, με εξαίρεση το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκτός Ελλάδας. Νιώθω ότι αυτό συμβαίνει επειδή η ιστορία μας επιδιώκει να επαναφέρει με έναν τρόπο την ανθρώπινηπαρουσία, μας φέρνει τόσο κοντά στους χαρακτήρες που δεν μπορούμε να τους κρίνουμε απλοϊκά, αλλά μπαίνουμε αναγκαστικά στη θέση τους και βιώνουμε την πραγματικότητά τους.»
Η Ελίνα πιστεύει πως «γεννιέται μια δύναμη, μια δυναμική πολύ κοινή με αυτή που προκύπτει όταν κοιτάζονται δύο άνθρωποι βαθιά στα μάτια. Προκύπτει σχέση, ένταση, σύνδεση, κάτι εντελώς σωματικό. Αρχίζεις να συμπαθείς τον χαρακτήρα όταν σου προσφέρεται με τέτοιο τρόπο, με την αλήθεια του, με τις αντιφάσεις του. Μετά φυσικά πρέπει να σου προσφέρει και ο θεατής την συγκέντρωσή του για μιάμιση ώρα. Αλλά ταινίες που κοιτούν βαθιά στα μάτια τους χαρακτήρες τους νομίζω πως με έναν τρόπο αναγκάζουν τον θεατή να συσχετιστεί μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνεί με τις αποφάσεις τους ή βαριέται με τη πλοκή. Είναι δύσκολο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού όταν υπάρχει ειλικρίνεια, αθωότητα. Οι κινηματογραφιστές που κοιτούν σιωπηλά και χωρίς βιασύνη τους χαρακτήρες τους, αγαπούν πολύ τους ανθρώπους. Τους δίνουν τον χώρο να αποκαλυφθούν μόνοι τους.»
Πώς, όμως, η Αμέρισσα και η Ελίνα συναντήθηκαν, πώς συνεργάστηκαν και ποια ήταν η διαδικασία της προετοιμασίας τους; «Την Ελίνα την είδαμε για πρώτη φορά στην μικρού μήκους ταινία “Τα Τσουλάκια” στο Φεστιβάλ Δράμας και μας άρεσε πολύ η ερμηνεία της,» εξηγεί η Μπάστα.
“Τα Τσουλάκια”
«Μετά γνωριστήκαμε από κοντά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς έμενε και σπούδαζε εκεί. Για αρκετό διάστημα μιλούσαμε και συζητούσαμε την ταινία και τον βασικό ρόλο, αλλά η καθοριστική στιγμή ήταν όταν δοκιμάσαμε κάποιες σκηνές μαζί με τον Δημήτρη Κίτσο και ήταν προφανές ότι αυτή ήταν η Λένα και καμία άλλη. Κάναμε πολλές συζητήσεις και αρκετές πρόβες, μιλήσαμε για τον χαρακτήρα πολύ και δουλέψαμε αρκετά και με τους άλλους ηθοποιούς - με κάθε έναν ξεχωριστά. Η Ελίνα έχει μια αμεσότητα και φυσικότητα που μας κέρδισε από την αρχή καθώς και μια δύναμη εσωτερική που είναι απαραίτητη για το ρόλο της Λένας. Ήταν μια δύσκολη συνθήκη για μια πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό, καθώς εμφανίζεται σε κάθε σκηνή της ταινίας, με την κάμερα πάνω της και έπρεπε να είναι φουλ μέσα στο ρόλο. Η Λένα είναι ένας χαρακτήρας σύνθετος, σκληρός και τρυφερός, γειωμένος βαθιά στην πραγματικότητα αλλά και με μια ελπίδα που δεν αφήνει να της την τσαλακώσουν. Η Ελίνα τα αγκάλιασε όλα αυτά και τα έκανε δικά της και με τα δικά της εκφραστικά μέσα δημιούργησε έναν άνθρωπο αληθινό, μια κοπέλα που κυριολεκτικά μπορεί να ζει δίπλα μας.» Η Λένα είναι ένας χαρακτήρας σύνθετος, σκληρός και τρυφερός, γειωμένος βαθιά στην πραγματικότητα αλλά και με μια ελπίδα που δεν αφήνει να της την τσαλακώσουν. Η Ελίνα τα αγκάλιασε όλα αυτά και τα έκανε δικά της.»
“Τα Τσουλάκια”
«Συνεργαστήκαμε πολύ όμορφα, δημιουργικά και με φροντίδα,» συμπληρώνει η Ελίνα. «Εγώ τότε που γυρίζαμε την ταινία δεν έμενα ακόμη Αθήνα οπότε με είχαν σαν παιδί τους όταν ήρθα. Και η Αμέρισσα και ο Δημήτρης (Νάκος, παραγωγός της ταινίας, σκηνοθέτης κι ο ίδιος). Στην αρχή μιλούσαμε από το τηλέφωνο με τα παιδιά, εγώΘεσσαλονίκη, αυτοί Αθήνα και συζητούσαμε για την Λένα. Θυμάμαι μου είπαν να δω κάποιες ταινίες, όπως την "Rosetta" των αδερφών Νταρντέν, το "Fish Tank" της Αντρεα Αρνολντ, για να παρατηρήσω την κινηματογράφηση, την ενέργεια της πρωταγωνίστριας κλπ. Ηταν υπέροχα. Σαν πιο μοναχική δουλειά, αγόρασα ένα τετράδιο και έγραφα μέσα σκέψεις για τη Λένα αλλά από την πλευρά τη δική της, σαν να τα γράφει αυτή. Ή σκεφτόμουν τι θα ζωγράφιζε στο τετράδιό της φορώντας τα ακουστικά της μετά από κάποια σκηνή που έχει μαλώσει με τον πατέρα της. Με απασχολούσε ιδιαίτερα η μουσική που ακούει στα ακουστικά της γιατί σκεφτόμουν μήπως το περπάτημά της φέρει κάτι από τη μουσική που ακούει. Τελικά δεν την περιορίσαμε σε ένα στυλ μουσικής, αλλά αυτές οι σκέψεις για τη Λένα νομίζω βοήθησαν να σχηματιστεί. Μετάσυναντηθήκαμε με τους συμπρωταγωνιστές μου μέσα στις πρόβες και από εκεί η διαδικασία άνοιξε. Υπήρχε χώρος για συζήτηση, για δοκιμές, για να φέρουμε κι εμείςπροτάσεις. Κάθε σκηνή άρχισε να αποκτά τον ρυθμό της, ειδικά όσο έμπαιναν στη διαδικασία και τα υπόλοιπα τμήματα, το σκηνογραφικό, το ενδυματολογικό, οι φωτισμοί, όλοι οι άνθρωποι της παραγωγής. Ενιωθες ότι όλοι έδιναν πραγματικά το 100% τους και ότι η ταινία χτιζόταν συλλογικά, μέσα από τη φροντίδα και την ενέργεια κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Ολα συμμετείχαν οργανικά στη δημιουργία ενός κόσμου.»
Με το βάρος που προκαλεί η αίσθηση μιας πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας, πώς επέλεξε η Μπάστα τους συνεργάτες της και τι κρατά από αυτές τις συνεργασίες, όπως με τη Χριστίνα Μουμούρη στη φωτογραφία και τον Λάμπη Χαραλαμπίδη και τον Νίκο Καλλιπολίτη στο μοντάζ; «Και η Χριστίνα αλλά και ο Λάμπης με το Νίκο είναι συνεργάτες με τους οποίους έχουμε κοινή αισθητική και έναν κοινό τρόπο να “βλέπουμε” τους χαρακτήρες,» μοιάρζεται η σκηνοθέτης. «Γνωριζόμασταν καιπριν συνεργαστούμε στην ταινία και εκτιμώ τις δουλειές τους πολύ. Με ενδιέφερε στις “Μικρές Ανάσες” μια φωτογραφία πολύ κοντά στο σώμα και στηναναπνοή των ηρώων, ανεπιτήδευτη αλλά με συναισθηματικό βάθος. Η Χριστίνα δημιούργησε εικόνες ωμές και ταυτόχρονα τρυφερές, κάτι που είναι πολύ κοντά στην ψυχή της ταινίας. Με το Νίκο και το Λάμπη δουλέψαμε πολύ πάνω στις παύσεις, στις μικρές μετατοπίσεις του βλέμματος, σε πράγματα που ίσως δεν είναι άμεσα ορατά αλλά επηρεάζουν βαθιά το συναίσθημα της σκηνής. Κρατώ τη διάθεσή τους να ακούσουν την “αναπνοή” των σκηνών, να μη διστάζουν μπροστά στη σιωπή ή τη διάρκεια. Ο κινηματογράφος είναι μια βαθιά συλλογική τέχνη - όλες οι ταινίες γίνονται από μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες που ενώνονται από την ανάγκη να ειπωθεί μια ιστορία. Αυτό που μένει τελικά από τις συνεργασίες δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά το ότι για ένα διάστημα μια ομάδα ανθρώπων δούλεψε μαζί και προσπάθησε να δώσει μορφή και ψυχή σε μια ιστορία.»
Η ταινία, σεναριακά, πραγματεύεται και το τρίγωνο της... απόγνωσης, προβληματικές σχέσεις, έλλειψη χρημάτων, έλλειψη ονείρων. Θεωρούν οι δυο συνεργάτιδες ότι είναι μια πολιτική ταινία μ' αυτή την έννοια; Τι μηνύματα θέλει να μεταφέρει; «Πραγματικά οι σχέσεις περνούν κρίση και τα χρήματα είναι πρακτικά ανύπαρκτα στηνιστορία μας, πάντως κάποια όνειρα υπάρχουν σε όλους τους χαρακτήρες,» λέει η Αμέρισσα. «Από λίγες μέρες διακοπές το καλοκαίρι, μια καινούργια τηλεόραση, ένα αξιοπρεπές σπίτι, την αποδοχή της παρέας στο σχολείο, έναν σύντροφο που να ενδιαφέρεται πραγματικά, όλοι κάτι θέλουν και παρά τις σάπιες συνθήκες που τους περιβάλλουν, με έναν τρόπο το διεκδικούν. Ολο το σινεμά είναι με έναν τρόπο πολιτικό. Η ταινία φωτίζει τις ζωές ανθρώπων που ζουν δίπλα μας. Δεν νιώθω ότι το σινεμά πρέπει να μεταφέρει ένα συγκεκριμένο μήνυμα· αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μιλάμε με ειλικρίνεια και πλησιάζουμε τις ψυχές των ανθρώπων.»
Η Ελίνα προσθέτει, «Δεν ξέρω αν είναι πολιτική ταινία ή όχι. Γενικά νιώθω σήμερα πως υπάρχει μια τεράστια ανάγκη να τοποθετηθείς δημόσια για τα πάντα, ακόμη κι αν η τοποθέτηση αυτή μείνει σε μια επιφάνεια. Και συμβαίνει και στο σινεμά αυτό, να μοιάζει μια ταινία πολιτική επειδή μπορεί να έχει ένα προφανές σχόλιο ή μια εύκολη θέση απέναντι στην εξουσία. Τώρα αν μια ταινία καταφέρει να μπει στον δημόσιο διάλογο, να ανοίξει κάποια κουβέντα μετά την προβολή, αυτό είναι εξίσου δυναμικό. Αυτό το έχει πει ο Κεν Λόουτς, ότι μια ταινία είναι απλώς μια ταινία, το πολύ πολύ να προσθέσει τη φωνή της στη δημόσια συζήτηση. Βέβαια, αυτός είναι αυτός που είναι και έχει το δικαίωμα να το λέει έτσι κυνικά γιατί κάνει τις ταινίες που κάνει. Για μένα πάντως, το πολιτικό στο σινεμά έχει να κάνει και με τον τρόπο που επιλέγεις να κοιτάξεις έναν άνθρωπο και από αυτή την άποψη, είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνει η ταινία με την Λένα. Βάζει μια νεαρή γυναίκα στο επίκεντρο του κινηματογραφικού της σύμπαντος και της επιτρέπει να υπάρχει με την πολυπλοκότητά της, τις αντιφάσεις της, να έχει τη δική της φωνή, να διεκδικεί, να τσακώνεται, να γελάει, να λυπάται, να είναι εύθραυστη και δυναμική μαζί. Μια νεαρή κοπέλα που προσπαθεί να προσδιορίσει τη θέση της στον κόσμο, διεκδικεί την αυτοδιάθεση του σώματός της, τη δουλειά της, τη ζωή της. Από αυτήν τη σκοπιά, νιώθω πως η ταινία παίρνει ξεκάθαρα μια θέση μέσα από το βλέμμα της σκηνοθέτριας. Από το πώς επιλέγει να δείξει τη γυναίκα στο σινεμά. Και αυτό που μου αρέσει πολύ, έτσι όπως εγώ το αισθάνομαι, είναι ότι στην τελική η ταινία δεν αφηγείται μια ιστορία θλίψης ή τιμωρίας για τις αποφάσεις που παίρνει η Λένα, αλλά μια ιστορία ελευθερίας. Μια κοπέλα που παρά τις δυσκολίες και της αντιφάσεις της αντιδρά και κινείται προς τη ζωή.»
Αυτή η δουλειά του ηθοποιού, έχει κάτι βαθιά αντιφατικό. Υπάρχουν περίοδοι που ξεχνάς γιατί το προσπαθείς τόσο. Υπάρχει τεράστια ανεργία, ανασφάλεια, ανταγωνισμός, πράγματα που από μόνα τους γεννούν μια μορφή απαισιοδοξίας. Αλλά μετά συμβαίνουν κάποιες συγκυρίες, όπως αυτή η ταινία, και ξαφνικά λες, "ωπ, κάτι ωραίο συμβαίνει εδώ".»
Ποια θεώρησε η Ελίνα, στα πρώτα της βήματα στο σινεμά, ότι είναι τα σημαντικότερα εφόδια που κέρδισε κάνοντας αυτή την ταινία; «Ηταν πραγματικά ένα πολύ όμορφο και γεμάτο ταξίδι, και ίσως το σημαντικότερο που κέρδισα ήταν οι άνθρωποι που γνώρισα μέσα σε αυτό,» απαντά η ηθοποιός. «Κατάλαβα πόσο δύσκολο αλλάκαι πόσο μαγικό είναι να γυρίζεται μια ταινία, ότι θέλει πολύ υπομονή, συγκέντρωση, εμπιστοσύνη και συλλογική φροντίδα για να δημιουργηθεί κάτι τόσο εύθραυστο καιζωντανό ταυτόχρονα. Εμαθα επίσης πολύ πρακτικά πράγματα για το ίδιο το γύρισμα και την καθημερινότητά του… όπως το ότι καλό είναι να τρως σαλάτα στο μεσημεριανό και όχι παστίτσιο, γιατί μετά δεν μπορείς να κουνηθείς. Επίσης, θεωρώ μεγάλη επιτυχία το ότι χάρη σε αυτήν την ταινία η μαμά μου πήγε και μίλησε στον Γιώργο Χωραφά στην πρεμιέρα της Θεσσαλονίκης. Νομίζω αυτό από μόνο του άξιζε όλο το ταξίδι.»

Είναι η εποχή όπου οι casting directors έχουν διεκδικήσει τη θέση τους στην παραγωγή και στην αγορά, πόσο σημαντική είναι για την Τσιορμπατζή η δουλειά τους; «Η δουλειά ενός casting director είναι καθοριστική γιατί δεν επιλέγει απλώς πρόσωπα αλλά χημείες, ενέργειες, παρουσίες. Χρειάζεται ένστικτο, διεισδυτικό βλέμμα,ενσυναίσθηση, και ουσιαστική κατανόηση των ανθρώπων. Χαρακτηριστικά πολύτιμα και καθόλου αυτονόητα. Και για αυτό είναι σημαντικό αυτή η δουλειά να αναγνωρίζεται και να αμείβεται αναλόγως. Στην Ελλάδα, παρόλο που υπάρχουν άνθρωποι διορατικοί και αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, ακριβώς επειδή το οπτικοακουστικό τοπίο λειτουργεί με περιορισμούς, αυτό συχνά επηρεάζει και το casting. Φαντάζομαι δηλαδή πως όταν μια παραγωγή πιέζεται χρονικά και οικονομικά, η διαδικασία του casting συρρικνώνεται. Παρατηρώ να επαναλαμβάνονται συχνά τα ίδια πρόσωπα σε παραγωγές. Με στεναχωρεί αυτό γιατί πολλοί ηθοποιοί που είναι λιγότερο γνωστοί μένουν διαρκώς εκτός. Είναι ενοχλητικό. Παρ' όλα αυτά τα τελευταία χρόνια νομίζω πως γίνονται πιο τολμηρά castings και δίνεται χώρος σε όλο και περισσότερους νέους ηθοποιούς.»

Τι δυσκολίες αλλά και τι ευχάριστες εκπλήξεις συναντά μια σκηνοθέτης που κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της; Πώς θα χαρακτήριζε η Αμέρισσα το κλίμα στο σημερινό ελληνικό σινεμά; «Η βασική δυσκολία είναι ο τεράστιος χρόνος υλοποίησης της ταινίας - καθώς μέχρι να ολοκληρωθεί το πλάνο χρηματοδότησης και ο προγραμματισμός γυρισμάτων παρεμβάλλεται ένα πραγματικά μεγάλο διάστημα, συχνά 5-7 χρόνια,» εξηγεί η Μπάστα. «Στις ευχάριστες εκπλήξεις θα έβαζα την εξαιρετική συνεργασία με συντελεστές από πέντε διαφορετικές χώρες, τις όμορφες πλευρές της Αθήνας που ξαναανακαλύψαμε και κυρίως την πολύ ζεστή και ενδιαφέρουσα επικοινωνία του σινεφιλικού κοινού στα φεστιβάλ των χωρών που έχει ταξιδέψει η ταινία ως τώρα. Τα πράγματα είναι δύσκολα για τους Ελληνες δημιουργούς - ήταν πάντα δύσκολα, είμαστε μια μικρή αγορά και το κοινό έχει απομακρυνθεί από τις αίθουσες. Έχουμε να ανταγωνιστούμε πλέον μια στρατιά από πλατφόρμες με εύκολα προσβάσιμο και ατέλειωτο content. Ωστόσο βλέπουμε πλέον όλο και πιο συχνά ελληνικές ταινίες που ταξιδεύουν στα φεστιβάλ, βραβεύονται και βρίσκουν τη θέση τους στις ψυχές των θεατών εντός και εκτός Ελλάδας.»
Η ταινία έχει ένα μάλλον ανοιχτό, βαθιά ρομαντικό, μετρημένα αισιόδοξο φινάλε. Ηταν συνειδητή επιλογή της Αμέρισσας αυτό, ένα φιλμ με θετικό πρόσημο κόντρα στη μαυρίλα; «Η Λένα εκφράζει μια γενιά που τα όνειρά της τσαλαπατιούνται καθημερινά καθώς οι σχέσεις, τα εργασιακά, το στεγαστικό θέμα βρίσκονται σε κρίση διαρκείας,» λέει η σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος. «Είναι όμως και η γενιά που θα θέλαμε όλοι να μην το βάλει κάτω και να βλέπει ένα φως στο τέλος τουτούνελ. Είναι σίγουρα συνειδητή επιλογή και είναι και ο τρόπος που εμείς διαλέγουμε να βλέπουμε τα πράγματα για να συνεχίσουμε να ζούμε και να δημιουργούμε.» Εμαθα πολύ πρακτικά πράγματα για το ίδιο το γύρισμα και την καθημερινότητά του… όπως το ότι καλό είναι να τρως σαλάτα στο μεσημεριανό και όχι παστίτσιο, γιατί μετά δεν μπορείς να κουνηθείς. Επίσης, θεωρώ μεγάλη επιτυχία το ότι χάρη σε αυτήν την ταινία η μαμά μου πήγε και μίλησε στον Γιώργο Χωραφά στην πρεμιέρα της Θεσσαλονίκης. Νομίζω αυτό από μόνο του άξιζε όλο το ταξίδι.»

Πού στέκεται η Ελίνα Τσιορμπατζή μπροστά στη ζυγαριά αισιοδοξία - απαισιοδοξία; Επηρεάζει αυτό τις επαγγελματικές επιλογές της; «Δεν στέκομαι απόλυτα σε καμία από τις δύο πλευρές· μάλλον κινούμαι κάπου ανάμεσά τους,» λέει. «Δεν μου αρέσει η μοιρολατρία ή η μιζέρια που είναι παράγωγα της απαισιοδοξίας, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα σε βαραίνει τόσο πολύ που δεν μπορείς εύκολα να τη χωρέσεις μέσα σου. Και τότε αναπόφευκτα σκοτεινιάζεις λίγο. Και αυτή η δουλειά του ηθοποιού, έχει κάτι βαθιά αντιφατικό. Υπάρχουν περίοδοι που ξεχνάς γιατί το προσπαθείς τόσο. Χάνεις τη χαρά του παιχνιδιού, που στην ουσία ήτανκαι ο λόγος που ξεκίνησες. Υπάρχει τεράστια ανεργία, ανασφάλεια, ανταγωνισμός, πράγματα που από μόνα τους γεννούν μια μορφή απαισιοδοξίας. Αλλά μετά συμβαίνουν κάποιες συγκυρίες, όπως αυτή η ταινία, και ξαφνικά λες, "ωπ, κάτι ωραίο συμβαίνει εδώ". Εγώ, ας πούμε, δεν έχω plan b. Αν δεν πετύχει το “ηθοποιός”, δλδ να βιοπορίζομαι αποκλειστικά από αυτό, δεν ξέρω τι θα κάνω. Αρα μάλλον κάπου είμαι αισιόδοξη (και αφελής;) Οσο για τις επαγγελματικές επιλογές, με ενδιαφέρει να υπάρχει σεβασμός και φροντίδα στους συνεργάτες και στην ιστορία που θέλουμε να πούμε.»
Η ταινία «Μικρές Ανάσες» συγκέντρωσε 5 υποψηφιότητες στα φετινά βραβεία Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πόσο σημαντική θεωρούν οι δυο νέες καλλιτέχνιδες την ύπαρξη των βραβείων αυτών, και τι σημαίνει για εκείνες μια βράβευση γενικώς; «Αυτό με τα βραβεία γενικώς είναι λίγο περίεργο,» λέει η Ελίνα, «γιατί από τη μια η ίδια τους ύπαρξη βασίζεται στην ιδέα ότι κάτι είναι “καλύτερο” από κάτι άλλο και δεν θέλω να σκέφτομαι την τέχνη μέσα από αυτή τη λογική της σύγκρισης. Από την άλλη, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πόσο χάρηκα για τις υποψηφιότητές μας στα Ιρις. Φυσικά η αναγνώριση έχει σημασία. Φωτίζει μια διαδρομή, δίνει ελπίδα και φέρνει δουλειές. Και η ύπαρξη της ΕΑΚ είναι σημαντική γιατί η τέχνη χρειάζεται και κοινότητες να τη στηρίζουν, όχι μόνο μοναχικές φωνές. Ειδικά σε μια χώρα όπου ο κινηματογράφος περνά τέτοια κρίση υποχρηματοδότησης και οι άνθρωποί του δουλεύουν συχνά με μεγάλο προσωπικό κόστος, σχεδόν μόνο από αγάπη και επιμονή προς το ίδιο το μέσο, θεωρώ πολύ σημαντικό να υπάρχει ένας συλλογικός φορέας που να μπορεί να στηρίζει, να εκπροσωπεί και να προστατεύει αυτήν την κοινότητα. Δεν μπορεί ο κινηματογράφος να επιβιώνει διαρκώς χάρη στην αυτοθυσία των ανθρώπων του· χρειάζεται και δομές που να δείχνουν ότι ο πολιτισμός είναι κάτι ουσιαστικό και ζωντανό για μια κοινωνία.»
Η Αμέρισσα Μπάστα, με τη σειρά της, απαντά, «Τα βραβεία Ιρις είναι ένας σημαντικός θεσμός, και έχουμε χαρεί ήδη πάρα πολύ και με τις υποψηφιότητες που απέσπασαν οι “Μικρές Ανάσες” μας, καθώς προέρχονται από μια πλατιά βάση επαγγελματιών του χώρου. Κάθε διάκριση είναι σημαντική για την πορείαμιας ταινίας, βοηθάει στο να γίνει περισσότερο ορατή μέσα σε έναν τεράστιο όγκο ελληνικών και ξένων παραγωγών που πλέον έχει στη διάθεσή του το κοινό, αλλά κυρίως είναι σημαντική για να επισφραγίσει την προσπάθεια μιας ομάδας που δούλεψε με την ψυχή της για να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα.»
Τα τελευταία από το FLIX