16 Αυγούστου 2026

Η σφαγή στο Κομμένο Άρτας

16/8/1943 _Κομμένο Άρτας: Το “άγνωστο” ολοκαύτωμα από τα γερμανικά στρατεύματα με 317 νεκρούς (97 παιδιά και 192 γυναίκες) Το φρικτό αυτό έγκλημα ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο που στόχο είχε να καμφθεί η αντίσταση του ελληνικού λαού, τη στιγμή που ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των Γερμανών και Ιταλών καταχτητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Συγκεκριμένα, αφού το γερμανικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και άρχισαν να διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα. Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το Κομμένο, για το οποίο οι φασίστες είχαν πληροφορίες ότι αποτελούσε κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων. Ακολουθεί η περιγραφή της φριχτής ιστορίας του μαρτυρικού χωριού, όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του χωριού.

Η “επίσκεψη Ζάλμινγκερ”

Στις 12 Αυγούστου του 1943, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών. Η «επίσκεψη» Ζάλμινγκερ στο Κομμένο αποτελούσε μέρος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του 98ου Συντάγματος στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την εξόντωση των ανταρτών και το κάψιμο των χωριών εκείνων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι τους τροφοδοτούν και τους ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.
Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού οι αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. __που λίγο πιο πριν «διαφωνούσαν» για το πώς θα τροφοδοτούνταν με προμήθειες από τους κατοίκους του χωριού, είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν ο Γερμανός Διοικητής βρέθηκε μπροστά στην εικόνα αυτή, διέταξε τον οδηγό του και έκανε αμέσως στροφή αφήνοντας πίσω τους το χωριό, με την απόλυτη πλέον βεβαιότητα πως οι πληροφορίες του ήταν βάσιμες και δε χωρούσαν την παραμικρή αμφιβολία. Μερικές γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς.

Από τη στιγμή εκείνη που φεύγουν οι Γερμανοί, αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα ’κρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ μια επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κοινότητας Λάμπρο Ζορμπά, μετέβη την επόμενη κιόλας μέρα στην Άρτα και ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ελληνικές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές, μάλλον με κάποια αδιαφορία, ίσως διαβεβαίωσαν την επιτροπή πως το χωριό δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και η ίδια η επιτροπή να μην είδε με τη δέουσα σοβαρότητα το γεγονός και να μην έδωσε την πρέπουσα σημασία στην τακτική των αντιποίνων που εφάρμοζαν οι Γερμανοί.

Έτσι στις 15 Αυγούστου, ημέρα που κοιμήθηκε η Παναγία Θεοτόκος, γιόρταζαν όπως είχαν συνήθεια το πανηγύρι τους. Και ο Θόδωρος Μάλλιος τέλεσε το γάμο της κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από το χωριό Παχυκάλαμος.

Η εξόντωση

Τα χαράματα, ωστόσο, της 16ης Αυγούστου 120 άντρες του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Άρτας, επιβιβάζονται πάνοπλοι στα φορτηγά και σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών. Ήδη όμως από την Πέμπτη 12 Αυγούστου ο Διοικητής του 98ου Συντάγματος συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ σημείωνε στην αναφορά του σχετικά με την επίσκεψή του στο Κομμένο: «Προσωπική αναγνωριστική επιχείρηση διαπίστωσε ότι το Κομμένο (12 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Άρτας) βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών, 25 – 30 άντρες με στολές ερήμου. Προς το παρόν δεν έχουν σχεδιαστεί αντίποινα» (Χ. Φ. Μάγερ, 59) και το Σάββατο 14 Αυγούστου έλαβε διαταγή «να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 60)

Την Κυριακή 15 Αυγούστου συγκέντρωσε τη μονάδα του, για να της ανακοινώσει πως Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως με σκληρά αντίποινα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους. Οι στρατιώτες δε δέχτηκαν με ιδιαίτερη προθυμία τη διαταγή να συμμετάσχουν εθελοντικά στην επιχείρηση. «Τουλάχιστον δώδεκα–δεκαπέντε άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για την επιχείρηση». (Mark Mazower, 226) Έτσι η διαταγή άλλαξε και η επιχείρηση ανατέθηκε στο 12ο λόχο του 98ου Συντάγματος. Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός ναζί και αποκαλούμενος Νέρων από κάποιους στρατιώτες. Οι στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί. Οι άντρες του 12ου λόχου του 98ου Συντάγματος Πεζικού συγκεντρώθηκαν στις 5.00 το πρωί πάνοπλοι με οβιδοβόλα, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες και καραμπίνες, και επιβιβάστηκαν στα στρατιωτικά αυτοκίνητα, για να διανύσουν μια διαδρομή μιάμισης περίπου ώρας από την κοιλάδα του ποταμού Λούρου ως το Κομμένο.
Αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και τη ρητή διαταγή «κανείς δεν πρέπει να επιζήσει, όλοι στο χωριό πρέπει να εκτελεστούν» (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 67),περικύκλωσαν το χωριό από τρεις πλευρές, αφήνοντας αφύλαχτη τη δυτική πλευρά όπου κυλούσε ο Άραχθος ποταμός, ο οποίος, κατά τη γνώμη του Ρέζερ, αποτελούσε φυσικό εμπόδιο διαφυγής. Όλα οργανώθηκαν με κανονικό σχέδιο μάχης, καθώς για τους Γερμανούς το χωριό ήταν κέντρο ανταρτών, οι οποίοι την ώρα εκείνη βρίσκονταν στον ύπνο μαζί με τους άλλους κατοίκους. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν κανέναν και τίποτε πριν δοθεί το σύνθημα της μάχης.
«Είδαμε τους Γερμανούς, μια μικρή ομάδα, την ώρα που βγαίναμε απ’ το χωριό», αφηγείται η Ιφιγένεια Παππά – Κοντογιάννη, κορίτσι 18 χρονών τότε.«Είχαμε ακούσει τα αυτοκίνητα που έρχονταν, αλλά δεν ξέραμε ούτε τι κουβαλούσαν ούτε τι έρχονταν να κάνουν. Μας σήκωσε ο πατέρας μου και μας έδιωξε απ’ το σπίτι, φοβόταν ο άνθρωπος μη μας κάνουν κακό. Φύγετε, να περάσετε το ποτάμι και να πάτε να κρυφτείτε στα χωράφια, μας είπε. Σηκωθήκαμε. Μόλις είχε σκάσει ο ήλιος. Στο χωριό ακούγονταν αμάξια, θόρυβος, φασαρία. Φτάσαμε στα τελευταία σπίτια. Σχεδόν πέσαμε απάνω τους. Δε μας πείραξαν. Κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Νιώσαμε το κορμί μας να τρέμει. Εκείνοι, κάτι όμορφα παιδιά, μας κοίταξαν και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους χαμογελώντας. Ήταν παιδιά. Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε στα εκατό μέτρα κι άρχισε το μακελειό».
Θα πρέπει να ήταν 6.30 το πρωί όταν δόθηκε το σύνθημα της «επίθεσης εναντίον των ανταρτών» με δυο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν στον αέρα. Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Στόχος τους η εξαφάνιση από γης ολόκληρου του χωριού, χωρίς κανένα έλεος. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Οι στρατιώτες, κρατώντας μια χειροβομβίδα στα χέρια τους, έσπρωχναν βίαια τις πόρτες των σπιτιών και, ρίχνοντάς την μέσα, τα έκαναν κάρβουνο.

Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα έγιναν κομμάτια ή διαλύθηκαν εντελώς και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών. Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Το Κομμένο σβήνει και χάνεται τυλιγμένο στις φλόγες και βουβό κάτω απ’ τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι άντρες του 12ου λόχου.
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με σαράντα άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, δεκατριών και δέκα χρόνων, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη. Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.

Σώθηκαν περνώντας στην άλλη όχθη του Αράχθου ή κρυμμένοι στους θάμνους, στα καλαμπόκια και στα λαγκάδια τριακόσιοι πενήντα (350) περίπου.Κι έκαναν μερικοί μέρες πολλές να γυρίσουν στα σπίτια τους και τους νεκρούς να μετρήσο υν. Γιατί φώλιασε στην ψυχή τους ο φόβος μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί, για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Όταν πια δε γινόταν αλλιώς, βρήκαν τη δύναμη και το πήραν απόφαση. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρ ούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Τρία χρόνια έζησαν με τους τάφους των αγαπημένων προσώπων τους στις αυλές τους. Ύστερα μάζεψαν ό,τι είχε απομείνει από αυτούς και το μετέφεραν στο κοιμητήριο του χωριού. Εκείνοι που σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.

Η σφαγή τελειώνει

Όταν το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα για να δώσει το μήνυμα στους Γερμανούς στρατιώτες ότι η μάχη τελείωσε, ελάχιστοι από αυτούς μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε. Αλλά ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί και με τους κατοίκους του Κομμένου που κατόρθωσαν να σωθούν και να επιζήσουν. Το τοπίο έμοιαζε απερίγραπτο και απίστευτο. Κάποιοι από αυτούς που άκουσαν το θόρυβο των αυτοκινήτων, σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία για να δουν ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν και τι ήθελαν. Άλλοι, αντί να φύγουν για να σωθούν, βγήκαν στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει, ακόμη κι όταν άρχισε η «μάχη» και το χωριό μεταβαλλόταν σε κόλαση. Κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, είχαν την πλάνη στο νου τους, ίσως γιατί έτσι μπορεί να διαδόθηκε την προηγούμενη μέρα, πως οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια που θα βρουν άδεια και δε θα πειράξουν τα σπίτια που θα βρουν μέσα ανθρώπους. «Ήμουν στο γάμο του Μάλλιου, μέχρι το πρωί», αφηγείται ο Χρήστος Χαραλάμπους, 24 χρονών τότε. «Γυρίζω στο σπίτι μου, έπαιρνε να χαράξει. Είχε ξυπνήσει ο πατέρας μου. Ακούμε θόρυβο από αυτοκίνητα. Έρχονται Ιταλοί, είπε ο πατέρας μου. Ξύπνα και τον αδερφό σου το Σπύρο και φύγετε, με συμβούλεψε. Έρχονται να μαζέψουν την ηλικία σας. Εμάς δε θα μας πειράξουν. Ξύπνησα το Σπύρο, ένα θηρίο παλικάρι μέχρι εκεί πάνω. Μόλις βγήκαμε έξω απ’ το χωριό, ακούμε εδώ πέρα να γίνεται χαλασμός. Τρέχαμε σαν παλαβοί. Χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν στ’ αφτιά μας κι έπεφταν δίπλα στα πόδια μας. Μέχρι το μεσημέρι το ’καναν το χωριό κάρβουνο. Γυρίσαμε σπίτι μας την άλλη μέρα. Τι να ιδούμε! Μια αυλή γεμάτη πτώματα. Η δική μας οικογένεια και ολόκληρη η οικογένεια του προέδρου Λαμπράκη Ζορμπά. Τι να κάνουμε Ανοίγουμε ένα λάκκο και τους τραβάγαμε με μια τριχιά και τους ρίχναμε μέσα. Δεκαπέντε – είκοσι νοματαίοι». Ο Νάσος Βλαχοπάνος έμεινε στο σπίτι για να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην το κάψουν, γιατί είχε μέσα φυλαγμένα τα προικιά της κόρης του Γιαννούλας, την οποία θα πάντρευε ύστερα από λίγες μέρες. Δεκατρείς σφαίρες τρύπησαν το κορμί του και η φωτιά έκαψε και το σπίτι και τα προικιά. Ο Βασίλης Σκουραβέληςέμεινε με ολόκληρη την οικογένειά του μέσα στο σπίτι, για να μην το βρουν άδειο οι Γερμανοί και το κάψουν. Μαζί με το σπίτι έκαψαν και ολόκληρη την οικογένεια του Βασίλη Σκουραβέλη, εννιά άτομα.

Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί στρατιώτες πίστευαν πως λάβαιναν μέρος σε μια μάχη με τους αντάρτες. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και δε συναντούσαν πουθενά αντίσταση, όπλα, πυρομαχικά και αντάρτες, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη σκοπιμότητα της επιχείρησης και να περιορίζουν την πολεμική τους δράση, αποφεύγοντας να σκοτώνουν άμαχους και αθώα γυναικόπαιδα, με κίνδυνο μάλιστα να τιμωρηθούν με στρατοδικείο για άρνηση εκτέλεσης διαταγών. Για έξι ώρες οι Γερμανοί πολεμούσαν με φαντάσματα ανταρτών και σκότωναν ανελέητα ανυπεράσπιστους αμάχους. Όταν δόθηκε το σύνθημα της αναχώρησης του 12ου λόχου απ’ το Κομμένο, ο νεαρός διοικητής του, υπολοχαγός Ρέζερ, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος γιατί η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία, καθώς δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια από τις δυνάμεις του, ενώ οι «εχθροί» κατατροπώθηκαν και άφησαν στο πεδίο της «μάχης» εκατοντάδες θύματα και το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες. Αρκετοί, ωστόσο, από τους στρατιώτες του θα πρέπει να έφευγαν βαθιά μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, γιατί τους εξαπάτησαν και τους υποχρέωσαν να σκοτώνουν αθώους. Ο στρατιώτης Άλμπερτ Ζένγκερ θυμάται πως μετά την επιχείρηση κάθισαν κάτω από τις πορτοκαλιές για να προφυλαχτούν από την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου. «Μετά από τη φασαρία των όπλων κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν στενοχωρημένοι και σχεδόν κανείς δεν ήταν σύμφωνος με την επιχείρηση. Ως αυτό το γεγονός δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας υπήρχαν και σαδιστές που συμπεριφέρθηκαν σαν άγρια ζώα. Είδα μα τα μάτια μου στρατιώτες οι οποίοι γελούσαν κι έκαναν αστεία εις βάρος των πτωμάτων. Οι περισσότεροι όμως βρίσκονταν σε μια κατάσταση σοκ και ήταν βαθιά θλιμμένοι. Όλοι είχαν ήδη τύψεις συνείδησης με μερικές μόνο εξαιρέσεις. Στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι εκτελούσαμε απλώς διαταγές ανωτέρων. Η οποιαδήποτε ανυπακοή απέναντι σε επίσημες διαταγές τιμωρούνταν σκληρά». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 81)
Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειπαν το Κομμένο μέσα σε μια κόλαση φωτιάς και σε έναν τρομερό εφιάλτη, που κάποιοι από αυτούς μπορεί να τον κουβαλούσαν μαζί τους και να τον έφερναν με πολύ τρόμο στο νου τους, όταν ο πόλεμος τέλειωσε και η ζωή ξαναμπήκε στον κανονικό της δρόμο. Για πολλά χρόνια. Νικητές Σε τι είδους μάχη Ηττημένοι Ίσως.
«Ο ανθυπολοχαγός ή αρχηγός της ομάδας μου έδωσε τη διαταγή να πυροβολήσω τους Έλληνες. Αρνήθηκα. Ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά και νομίζω μια από τις γυναίκες κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ετοιμαζόμουν να διαπράξω ένα έγκλημα. Αυτή η μέρα ανήκει στις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από όλο τον πόλεμο. Ο ανθυπολοχαγός ή ομαδάρχης είχε στηθεί πίσω μου και απειλούσε να με πυροβολήσει με το οπλοπολυβόλο του σε περίπτωση που θ’ αρνιόμουν να εκτελέσω τη διαταγή του. Αυτή την απειλή την πήρα πολύ σοβαρά. Όλοι μας είχαμε αναγκαστεί να λάβουμε μέρος στην επιχείρηση. Ίσως να με απείλησε και με στρατοδικείο. Αμέσως άρχισα να πυροβολώ προς τη μεριά των Ελλήνων, οι οποίοι προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από τα κασόνια», θυμάται αρκετά χρόνια μετά ο στρατιώτης Άλμπερτ Τσάντερ. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 76).
Το ταξίδι της επιστροφής τους στη βάση της μονάδας τους θα ήταν ασφαλώς πιο δύσκολο από τον πρωινό τους περίπατο τόσο μέχρι να φτάσουν στο Κομμένο όσο και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στους άδειους από εχθρούς δρόμους του. Και ήταν πολύ φυσικό για κληρωτούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που μέσα σε λίγες ώρες μετέτρεψαν σε κόλαση ένα παραδεισένιο χωριό που δεν τους έφταιξε σε τίποτε και δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στην επιχείρησή τους. «Οι αντιδράσεις των κληρωτών ήταν κι αυτές ταραγμένες. Στα φορτηγά που πήγαιναν πίσω στη Φιλιππιάδα, συζητούσαν γι’ αυτό που είχαν κάνει. Πολλοί απ’ αυτούς έδειχναν μελαγχολικοί και συγκλονισμένοι. Ο Καρλ Ντ. θυμόταν ότι “στον 12ο λόχο η ενέργεια αυτή συζητήθηκε πολύ. Σύντομα όλοι οι στρατιώτες έμαθαν γι’ αυτή. Λίγοι την έβρισκαν σωστή. Εγώ ήμουν τόσο επηρεασμένος απ’ αυτές τις ωμότητες που για εβδομάδες είχα χάσει την ψυχική μου ισορροπία”.Την ώρα των τουφεκισμών αναφέρεται πως ένας υπαξιωματικός πέταξε το πηλήκιο στα πόδια του Ρέζερ και φώναξε: “Herr Oberleutnant, απλώς να θυμάστε ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι μια Schweinerei (αθλιότητα) που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον πόλεμο”» (Mark Mazower, σελ. 226, και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 82)

Οι Γερμανοί φεύγουν

Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 95 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 126 γυναίκες. Αυτό όμως δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τους γραφειοκράτες της γερμανικής πολεμικής μηχανής να αναφέρουν την ίδια ημέρα του ολοκαυτώματος με υπερβολική δόση ανανδρίας και ανεντιμότητας, διαστρεβλώνοντας βάναυσα την αλήθεια, πως στο Κομμένο έγινε μάχη με τους αντάρτες: «Σήμερα το πρωί, κατά την περικύκλωση του Κομμένου που έγινε από τρεις πλευρές, ο 12ος Λόχος δέχτηκε πολύ πυκνά πυρά απ’ όλα τα σπίτια. Τότε ο Λόχος άνοιξε πυρ με όλα του τα όπλα, επέδραμε στον οικισμό και τον πυρπόλησε. Φαίνεται πως κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης μερικοί από τους ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προς τα νοτιοανατολικά. Υπολογίζεται ότι σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν 150 άμαχοι. Τα σπίτια δέχτηκαν έφοδο με χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πάρουν φωτιά. Όλα τα βοοειδή και το μαλλί έγιναν λάφυρα. Θα ακολουθήσει χωριστή αναφορά λαφύρων. Κατά την πυρπόληση των σπιτιών μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών εξερράγησαν και κρυμμένα όπλα είναι επίσης πιθανόν να κάηκαν μαζί τους». (Mark Mazower, σελ. 223 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 83)

Μπορεί στη συνείδηση πολλών Γερμανών στρατιωτών να έμεινε χαραγμένη η εικόνα του πλιάτσικου, «με την πρόφαση ότι πρόκειται για αντίποινα ύστερα από την επίθεση κατά κάποιου στρατηγού», οι Γερμανικές, ωστόσο, αρχές δε δυσκολεύτηκαν στα επίσημα έγγραφά τους να κάνουν λόγο για ληστές, συμμορίτες, αποβράσματα και να χρησιμοποιήσουν ανακρίβειες που μπορούσαν να εμφανίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον ανυπεράσπιστων και αμάχων ως πραγματική μάχη με τον εχθρό που τους επιτέθηκε.
Έτσι την επόμενη ημέρα νέα αναφορά σημειώνει, μετατρέποντας τους 150 άμαχους σε 150 νεκρούς από την πλευρά του εχθρού: «Αποτέλεσμα εκκαθαριστικής επιχείρησης στο Κομμένο: 150 νεκροί από την πλευρά του εχθρού, μερικά βοοειδή, όπλα ιταλικής προέλευσης. Η φωτιά στο χωριό ανατίναξε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης επιβεβαίωσε την υποψία και την αναφορά της μεραρχίας ότι η ανατολική πλευρά του κόλπου της Άρτας αποτελεί κέντρο συμμοριτών με ισχυρές ενεργούς ληστοσυμμορίες». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 93, και Mark Mazower, σελ. 224)
Ενώ ο τότε υπολοχαγός και μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος υπηρετούσε στο γραφείο συντονισμού του γερμανικού γενικού επιτελείου στην Αθήνα, σημείωνε στις 17 Αυγούστου στο Ημερολόγιο Πολέμου της μονάδας του:«17 Αυγούστου: Αυξανόμενη αεροπορική δραστηριότητα του εχθρού με επιδρομές εναντίον της δυτικής ελληνικής ακτής και των Ιόνιων νησιών. Στην περιφέρεια της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, η κωμόπολη του Κομμένου (βόρεια του κόλπου της Άρτας) καταλαμβάνεται ύστερα από έντονη εχθρική αντίσταση. Απώλειες του εχθρού». (Mark Mazower, σελ. 224 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 96)
Τόσο απλά, λοιπόν, και τόσο σαθρά. Ένα χωριό παραδομένο στις φλόγες των ναζί και 317 άμαχοι και ανυπεράσπιστοι νεκροί, εκτελεσμένοι στα σπίτια τους, στις αυλές και τους δρόμους, δεν ήταν παρά οι εχθροί που πρόβαλαν έντονη αντίσταση στους πάνοπλους Γερμανούς του 12ου Λόχου! Η Γερμανία διέτρεχε κίνδυνο από τα γυναικόπαιδα, τα μωρά και τους άοπλους του Κομμένου!
Μεσημέρι 1.30΄, σημειώνει ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς, οι Γερμανοί φεύγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα ολοκαύτωμα, ένα απέραντο νεκροταφείο. Και παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά. (Στέφανου Παππά, σελ. 29) Η επίσημη έκθεση, ωστόσο, της Βέρμαχτ αναφέρει: «16 κεφάλια βοοειδή, 1 γεμάτο φορτηγό σακιά με μαλλί, 5 ιταλικές καραμπίνες, 1 ιταλικό αυτόματο πιστόλι». (Mark Mazower, σελ. 224)

Ο τραγικός επίλογος

Οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχτηκαν το πρωινό της ματωμένης εκείνης Δευτέρας στο Κομμένο και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη συνείδηση εκείνων που κρύφτηκαν και είδαν με τα μάτια τους όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας, συνθέτουν ένα πένθιμο εμβατήριο, που ηχεί τυραννικά μέσα μας και μας ελέγχει και μας ανακρίνει και ζητά εξηγήσεις με απόγνωση, μα παίρνει απαντήσεις θολές και μισές, που χάνονται μέσα στον άνεμο.  Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 80 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Το Κομμένο είναι μια διαρκής καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας. Είναι ένας ασίγαστος πόνος και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού. Απ’ τα χείλη και την ψυχή των λίγων πλέον επιζώντων βγαίνει αβίαστα ένα σύνθημα: «όχι άλλη βία κι όχι άλλη αγριότητα στον πλανήτη». Γιατί το Κομμένο αποθήκευσε κι έκλεισε μέσα στη μικρή του ιστορία όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας που σπέρνουν αλόγιστα η καθαρότητα της φυλής και η αίσθηση της υπεροχής απέναντι στον άοπλο και τον ανίσχυρο να προστατεύσει τον εαυτό του. Γιατί τούτη η ματωμένη σελίδα του, τα δάκρυα κι η ορφάνια, η φυγή κι η απόγνωση των δικών του παιδιών είναι το πρώτο του μάθημα που μας ανεβάζει ψηλά και μας πάει στην ευπρέπεια της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της απέραντης αγάπης.
Αν κατορθώσουμε κάποτε να διαβούμε τα στενά σύνορά μας και τολμήσουμε να περάσουμε στην απέναντι όχθη, έτσι που τον πόνο του ανθρώπου να τον κάνουμε πόνο δικό μας, τότε είναι βέβαιο πως η πρώτη μας έγνοια κι η πρώτη μας πράξη θα σταθούν στο Κομμένο και τον άγιο του τόπο θα τον κάνουν πάρκο ανθρωπιάς και μουσείο της ειρήνης και της συναδέλφωσης των ανθρώπων και των λαών.

Και μπορεί από τούτα τα πάρκα της φιλίας και της ανθρωπιάς να ξεχυθεί το μεγάλο ποτάμι σε μια παγκόσμια διαδήλωση, που στις πιο ψηλές κορφές των βουνών θα στήσει τα λάβαρα και στο κέντρο της γης θα θέσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του: Να τελειώνουμε τώρα με τους πολέμους. Να τελειώνουμε τώρα με τους αποικιοκράτες και τους ιμπεριαλιστές. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των πυρπολημένων και πλημμυρισμένων στο δάκρυ και στο αίμα χωριών μας. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των φούρνων και των κρεματορίων. Το απαιτεί το Κομμένο με τα 317 θύματά του και τ’ απερίγραπτο ολοκαύτωμά του.

Ο τραγικός απολογισμός και το έγκλημα πολέμου

“Την οργή των νεκρών να φοβάστε”.
__                   Οδυσσέας Ελύτης
Ότι στο Κομμένο διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Ανεξάρτητα από το τι έχει αποφασιστεί στη δίκη της Νυρεμβέργης και τι εκκρεμότητες έχουν απομείνει στα διεθνή δικαστήρια και στα επίσημα εθνικά και διεθνή έγγραφα, στη συνείδηση όλων των ανθρώπων, η σφαγή των αμάχων και η ισοπέδωση του χωριού μόνο ως έγκλημα πολέμου έχει καταγραφεί. Το ολοκαύτωμα του Κομμένου ανήκει στις ελάχιστες εκείνες φρικιαστικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι ανυπεράσπιστοι και κατά κύριο λόγο ανυποψίαστοι μετατρέπονται αιφνίδια σε τραγικά θύματα μιας οργανωμένης επίθεσης τακτικού στρατού με στόχο δήθεν την εξόντωση ανταρτών.Στο Κομμένο οι ναζιστικές δυνάμεις δεν έδωσαν μάχη. Δε συγκέντρωσαν τους κατοίκους του για να επιλέξουν θύματα προς εκτέλεση. Δεν εφάρμοσαν τα γνωστά αντίποινα. Τέτοιος λόγος, ασφαλώς, δεν υπήρχε, αφού κανείς Γερμανός αξιωματικός ή στρατιώτης ούτε εκτελέστηκε ούτε τραυματίστηκε ούτε, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίστηκε με βαναυσότητα από τους κατοίκους του ή από τους αντάρτες που υποτίθεται ότι έδρευαν σ’ αυτό. Ακόμη και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ, που έφτασε σ’ αυτό στις 12 Αυγούστου, διευκολύνθηκε να το εγκαταλείψει ανενόχλητος. «Όχι μόνο δεν πείραξαν τους Γερμανούς οι αντάρτες, αλλά βοηθήσαμε το αυτοκίνητο να βγη από το χαντάκι, που είχε ανατραπή, και να φύγη ανενόχλητο. Κάναμε περισσότερο από ό,τι επέβαλε η εθνική μας τιμή, ενώ μπορούσαμε όλους να τους σκοτώσουμε», αναφέρει ο Στέφανος Παππάς καταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης (Στέφανου Παππά, σελ. 132)

Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου.«Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται» ανέφερε η διαταγή του στρατηγού Βάλτερ φον Στέτνερ, διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν έπεσαν πυροβολισμοί ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. «Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας», αναφέρει ο δεκανέας Κουρτ Ντρέερ. Παρά ταύτα εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.

  • «Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη», θυμάται ο Γιοχάνες Ραλ. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια», εκμυστηρεύεται χωρίς να μπορεί να κρύψει την αηδία του ο Άλμπερτ Σένγκερ.
  • «Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία… ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών… Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων… έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο», περιγράφει ο Όσκαρ Γκούντμαν, ο οποίος σημειώνει πως ο Τσάντερ άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά κι ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ ομολογεί χαρακτηριστικά: «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ’ αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό». (Βλ. Χ. Φ. Μάγερ σελ. 76 – 82)

Για το ίδιο γεγονός καταθέτει στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς: Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα». (Στέφανου Παππά, σελ. 126) Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό,τι έμεινε στη μέση. «Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται ο δεκαεννιάχρονος στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 80)
Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. «Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλοςδεκαεννιάχρονος στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ. (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 80) Ενώ οΡέζερ «διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα». (Mark Mazower, σελ. 223)
Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητα γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε, που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ’ αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ, όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του: «αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή». (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 90 και Mark Mazower, σελ. 226)

Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συνταρακτικά. Εξοντώθηκαν και αφανίστηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες. Δολοφονήθηκαν μαζικά και αποτρόπαια 71 παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια κάηκαν ζωντανοί γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Ούτε ένα τουφέκι δε στράφηκε εναντίον των γερμανών. Οι απώλειες του Κομμένου 317 νεκροί. Σπίτια καμένα, αγαθά λεηλατημένα, κτίρια πυρπολημένα. Οι απώλειες των επιδρομέων ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και απερίγραπτο μηδέν, που στρέφεται, εντέλει, εναντίον τους και τους εξευτελίζει.

“Σήκω αδερφέ μ’ από τη γη” – Γρηγόρης Καψάλης

Στο Κομμένο, στις 16 Αυγούστου 1943, γράφτηκε μια από τις πιο τραγικές σελίδες, από εκείνες που αδυνατεί να τις αντέξει ο νους του ανθρώπου και αρνείται να τη συγχωρήσει η παγκόσμια ιστορία. Η μαζική εκτέλεση και ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών συνιστά μια γενοκτονία, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγωδίες.

Ο Θόδωρος Μάλιος με τη γυναίκα του και τα εννιά παιδιά του.
Η αιματοβαμμένη νύφη, η Αλεξάνδρα, στο κέντρο στην πάνω σειρά.
Τα δύο παιδιά της οικογενείας που επέζησαν του Ολοκαυτώματος
είναι αυτά που κρατάει από τους ώμους ο πατέρας


Ο Θεόδωρος Αντωνίου εκτελέστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ηλικίας 4, 3 και 2 ετών. Ο Χρήστου Αποστόλουσφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τα δύο παιδιά του, ηλικίας 11 και 3 ετών. Ο Αθανάσιος Διαμαντής εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, ηλικίας 30, 10, 16, 8 και 5 ετών. Ο Κων/νος Κριτσιμάς σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, ηλικίας 8, 6, 3 και 1 έτους. Η Αικατερίνη Μαράγγου εκτελέστηκε μαζί με το παιδί της, ηλικίας 40 ετών, και τα πέντε εγγόνια της, ηλικίας 14, 11, 8, 6 και 4 ετών. Ο Θεόδωρος Μάλλιος σφαγιάστηκε στο γάμο της κόρης του, μαζί με τη γυναίκα του, τα εφτά από τα εννιά παιδιά του, ηλικίας 25, 24, 22, 21, 16, 11, και 6 ετών, και τη νύφη του, ηλικίας 24 ετών. Στο ματωμένο γάμο δολοφονήθηκαν η νύφη Αλεξάνδρα και ο γαμπρός Θεοχάρης.

Από το γένος Κοντογιάννη εκτελέστηκαν 29 άτομα, από το γένος Κριτσιμά 24, από το γένος Κολιοκώτση 16, από το γένος Διαμαντή 15, από το γένος Αντωνίου 13. Από τους ξένους που εκείνη την ημέρα βρέθηκαν στο Κομμένο λόγω του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου και του γάμου εκτελέστηκαν περίπου 35 άτομα. Εκτελέστηκαν επίσης 3 Ισραηλίτες, οι οποίοι έμεναν στο Κομμένο.

ISBN-13: 9786188390508
ISBN-10: 6188390508

Από το βιβλίο «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης» του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου, «Εντύπωσις», 1η κυκλοφορία το 2007, 2η 2009, με νεότερη επανέκδοση το 2021
                            Βασική βιβλιογραφία
1. Στέφανου Παππά: Η σφαγή του Κομμένου
2. Χ.Φ. Μάγερ: Η φρίκη του Κομμένου (Καλέντης)
3. Mark Mazower: Στην Ελλάδα του Χίτλερ (Αλεξάνδρεια)
4. Ζωντανές μαρτυρίες
5. Αετος Τζουμέρκων

100 Χρόνια Fidel Castro ✨ Μια ζωή δοσμένη στον επαναστατικό αγώνα και την υπεράσπιση του σοσιαλισμού

Οι πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του Κομαντάντε” _el comandante en jefe, __γιατί στο νησί της επανάστασης comandante πολλοί en jefe μόνο ένας ecured.cu
Στις 13/8 πριν από 100 χρόνια γεννήθηκε στο Μπιράν της Κούβας ο Φιντέλ Κάστρο Ρους, ο ηγέτης της Κουβανικής Επανάστασης που επικράτησε την 1η Γενάρη του 1959, κορυφαία προσωπικότητα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Η καταγωγή του ήταν από την πλευρά του πατέρα του από τη Γαλικία της Ισπανίας και από την πλευρά της μητέρας από τα Κανάρια Νησιά. Από τα εφηβικά του ήδη χρόνια εξέφρασε την αντίθεσή του στην κοινωνική αδικία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας. Από φοιτητής, συμμετείχε στο επαναστατικό κίνημα ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα στην Κούβα, που είχε την ανοιχτή στήριξη και των ΗΠΑ.

·        Στις 26 Ιούλη του 1953, ως επικεφαλής της ομάδας επαναστατών επιτέθηκε στους στρατώνες της Μονκάδα, με σκοπό να ξεσηκώσει τον λαό του Νησιού ενάντια στη δικτατορία. Η απόπειρα αποτυγχάνει και ο ίδιος μαζί με συντρόφους του συλλαμβάνεται. Όμως, η 26η του Ιούλη σηματοδοτεί την απαρχή της μεγάλης λαϊκής εξέγερσης κατά του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα.

·        Μπροστά στους κατηγόρους του, στις 6 Οκτώβρη του 1953, στο δικαστήριο του Σαντιάγκο της Κούβας, ο Φιντέλ Κάστρο λέει: «Όσο για μένα, ξέρω πως η φυλακή θα ‘ναι σκληρή όσο δεν ήτανε ποτέ για κανένα, πως θα βρω μπροστά μου απειλές, παγίδες και άτιμες βιαιότητες. Μα δεν τις φοβούμαι, όπως δεν τρέμω τη μανία του άθλιου τυράννου που πήρε τη ζωή εβδομήντα αδελφών μου. Καταδικάστε με, δεν πειράζει, η Ιστορία θα με δικαιώσει». Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 15 χρόνια φυλάκιση.

·        Το 1955, στις 15 του Μάη, ο Κάστρο αποφυλακίστηκε και στις αρχές Ιούλη αναχώρησε για το Μεξικό, όπου οργάνωσε και εκπαίδευσε στρατιωτικά μια ομάδα επαναστατών, από τις τάξεις της οποίας βγήκαν όλοι οι μεγάλοι ηγέτες της Κουβανικής Επανάστασης, όπως ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο Χουάν Αλμέιδα και o Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Με το όπλο στο χέρι στη Σιέρρα Μαέστρα πραγματοποιώντας την Επανάσταση

Οι επαναστάτες ξεκίνησαν το αντάρτικο στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα και ο επαναστατικός στρατός που συγκροτήθηκε «ακούμπησε» στη συστηματική πολιτικο-στρατιωτική προετοιμασία, που είχε ξεκινήσει το κίνημα της 26ης Ιούλη, με επικεφαλής τον Φ. Πάις, το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα Κούβας, όπως είχε ονομαστεί το ΚΚ Κούβας, και το Επαναστατικό Διευθυντήριο που απαρτιζόταν από επαναστάτες φοιτητές. Βασίστηκε στη δράση των οργανωμένων δυνάμεων στις πόλεις, στην παράνομη δουλειά που ανέπτυσσαν οι κομμουνιστές στους χώρους δουλειάς, στην αγροτιά και τη νεολαία. Αυτή η προετοιμασία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχή έκβαση της επαναστατικής πάλης. Αυτές ήταν και οι κύριες δυνάμεις που προχώρησαν στην ενοποίησή τους στις Ενωμένες Επαναστατικές Δυνάμεις, που οδήγησαν στην επανασύσταση του ΚΚ Κούβας το 1965.

·        Την 1η Γενάρη του 1959 ο λαϊκός αντάρτικος στρατός της Κούβας μπαίνει θριαμβευτικά στην Αβάνα, μετά από έναν μακρόχρονο αγώνα του λαού της Κούβας ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα, τον οποίο στήριζαν οι ΗΠΑ. Η Κουβανική Επανάσταση απέδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ανίκητος και βρήκε αμέσως την αμέριστη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και των τότε σοσιαλιστικών χωρών.

·        Δύο χρόνια και 4 μήνες μετά την Επανάσταση, ο κουβανικός λαός με την καθοδήγηση της ηγεσίας του και του ίδιου του Κάστρο αναχαιτίζει στον Κόλπο των Χοίρων, στην παραλία Χιρόν, την εισβολή και απόβαση 1.400 μισθοφόρων που έστειλε η αμερικανική κυβέρνηση.

·        Στη μεγάλη διαδήλωση της 16ης Απρίλη 1961, στις κηδείες των σκοτωμένων από τις αεροπορικές επιδρομές (λίγο πριν την απόβαση των μισθοφόρων της CIA), ο Φιντέλ Κάστρο ανακηρύσσει για πρώτη φορά τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Επανάστασης. Για δεκαετίες ο Φιντέλ Κάστρο, από τη θέση του Προέδρου της Κούβας και ως επικεφαλής του ΚΚ Κούβας, καθοδήγησε την πάλη του λαού της χώρας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις δύσκολες συνθήκες της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και περικύκλωσης και ιδιαίτερα μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες το 1989 – 1991.

16 Απρίλη 1961, ο Φιντέλ στην κατάμεστη Plaza de la Revolución διακηρύσσει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Επανάστασης


Και παρόλο που το ημερολόγιο μας θυμίζει ότι έχουν ήδη περάσει Νοέμβρηδες από τη φυσική του απουσία, η επαναστατική κληρονομιά του ήρωα της Μονκάδας, του αντάρτη με τη φαιοπράσινη στολή, του –από χρόνια λευκού-γενειοφόρου γίγαντα και οδηγού όλων συνεχίζει να διαπερνά τις φλέβες του λαού του νησιού της επανάστασης και της γης των κολασμένων
Της Κούβας, που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο πατέρα της. Γιατί όχι μόνο κατορθώματα και επιτεύγματα που δύσκολα συλλαμβάνει ο νους του απλού ανθρώπου,  όπως η περιφρόνηση του στην τυραννία, το κάλεσμα του για αυτοάμυνα, η απόβαση με το Granma, ο επαναστατικός του αγώνας στη Σιέρα Μαέστρα ή η στρατηγική του στο Girón και επικεφαλής της χώρας για περισσότερους από 50 Γενάρηδες, κέρδισαν την αγάπη και το σεβασμό δεκάδων, εκατοντάδων εκατομμυρίων λαού, εντός και εκτός της Κούβας.
Ο Φιντέλ Κάστρο άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και ιδιαίτερα στον κουβανικό λαό, στον αγώνα που δίνει και σήμερα ενάντια στον αμερικανικό αποκλεισμό που παίρνει ακόμα πιο βάρβαρο χαρακτήρα, επιδιώκοντας να πνίξει τον λαό και τις κατακτήσεις του. Θα ζει για πάντα στις καρδιές μας, στην ιστορική μνήμη, στη συλλογική συνείδηση του ελληνικού λαού, όλων των λαών του κόσμου, ως ο Κομαντάντε των καταπιεσμένων, στον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, τον ιμπεριαλισμό, στον αγώνα για μια δίκαιη νέα κοινωνία του σοσιαλισμού – κομμουνισμού.

Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, σε εκδήλωση της ΚΟ Αττικής με θέμα «100 χρόνια από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο – Δυναμώνουμε την αλληλεγγύη στην Κούβα για έναν κόσμο χωρίς πολέμους και εκμετάλλευση, τον σοσιαλισμό»

Πριν 100 χρόνια ο Φιντέλ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1926 στο Μπιράν, παλιά επαρχία στην Ανατολική Κούβα, από γονείς με καταγωγή από την Ισπανία. Από το 1945, σε ηλικία 19 χρόνων, συμμετείχε ενεργά στους φοιτητικούς πολιτικούς αγώνες στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, όπου σπούδασε Νομική.

·        Το 1947 βρέθηκε στη Δομινικανή Δημοκρατία και έλαβε μέρος στις διαδηλώσεις εναντία στη δικτατορία, ενώ τον Απρίλη του 1948 ήταν παρών στη λαϊκή εξέγερση στην Μπογκοτά μαζί με τον λαό της Κολομβίας, το γνωστό «Μπογκοτάσο».

·        Το 1950 έγινε Διδάκτωρ Αστικού Δικαίου και πήρε πτυχίο στο Διπλωματικό Δίκαιο, ενώ άσκησε τη δικηγορία προς το συμφέρον των φτωχών. Τότε υπήρξε μέλος του Κόμματος του Κουβανικού Λαού (Ορθόδοξοι) επηρεαζόμενος από τις ιδέες του ήρωα της Κούβας Χοσέ Μαρτί, την περίοδο του πολέμου της ανεξαρτησίας για την απελευθέρωση από τους Ισπανούς αποικιοκράτες.

·        Στις 26 Ιούλη του 1953, επικεφαλής ομάδας επαναστατών, επιτέθηκε στους στρατώνες της Μονκάδα και στο στρατόπεδο «Μανουέλ ντε Σέσπεδες» στο Σαντιάγκο ντε Κούβα, με σκοπό να ξεσηκώσει τον λαό του Νησιού ενάντια στη δικτατορία. Η απόπειρα αποτυγχάνει, 70 από τους συντρόφους του σκοτώνονται και ο ίδιος μαζί με συντρόφους του συλλαμβάνεται. Ομως, η 26η του Ιούλη σηματοδοτεί την απαρχή της μεγάλης λαϊκής εξέγερσης κατά του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα.

·        Στις 16 Οκτώβρη 1953, κατά τη διάρκεια της δίκης για την επίθεση στους στρατώνες της Μονκάδα, σημείωνε ανάμεσα σε άλλα: «Οταν μιλάμε για τον λαό, δεν εννοούμε τους βολεμένους, τα συντηρητικά στοιχεία του έθνους, που τους βολεύει κάθε καταπιεστικό καθεστώς, κάθε δικτατορία, κάθε δεσποτισμός, που προσκυνούν τον αφέντη μέχρι να χτυπήσει το μέτωπό τους στο πάτωμα. Οταν μιλάμε για πάλη, εννοούμε με τη λέξη λαός τις μεγάλες αλύτρωτες μάζες, προς τις οποίες όλοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και όλοι εξαπατούν και προδίδουν, αυτές που ποθούν μια καλύτερη πατρίδα, πιο αξιοπρεπή και πιο δίκαιη… Σ’ αυτόν τον λαό, που οι δρόμοι του είναι στρωμένοι με πέτρες άγχους, εξαπάτησης και ψεύτικων υποσχέσεων, εμείς δεν θα τους πούμε: “Θα σου δώσουμε”, αλλά: “Ορίστε, αγωνίσου τώρα με όλες σου τις δυνάμεις, για να γίνει δική σου η λευτεριά και η ευτυχία!” Οσο για μένα, ξέρω πως η φυλακή θα ‘ναι σκληρή όσο δεν ήτανε ποτέ για κανέναν, πως θα βρω μπροστά μου απειλές, παγίδες και άτιμες βιαιότητες. Μα δεν τις φοβούμαι, όπως δεν τρέμω τη μανία του άθλιου τυράννου που πήρε τη ζωή εβδομήντα αδελφών μου. Καταδικάστε με, δεν πειράζει, η Ιστορία θα με δικαιώσει».

Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 15 χρόνια φυλάκιση. Φυλακίστηκε για 22 μήνες, απελευθερώθηκε λόγω της λαϊκής πίεσης και ίδρυσε το Κίνημα της 26ης Ιουλίου. Στις 15 του Μάη 1955 αποφυλακίστηκε και στις αρχές Ιούλη αναχώρησε για το Μεξικό, όπου από εκεί οργάνωσε και εκπαίδευσε στρατιωτικά μια ομάδα επαναστατών, ανάμεσά τους ο Αργεντινός γιατρός Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (Τσε), που γνωρίστηκε εκεί με τον Φιντέλ και μπήκε στην ομάδα.
Στις 2 Δεκέμβρη 1956, έπειτα από ένα δραματικό ταξίδι, το πλοιάριο «Γκράνμα» (σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Επανάστασης στην Αβάνα), που ξεκίνησε από το Μεξικό, έφτασε στην παραλία του Νίκερο, ένα μικρό χωριό, εκεί που καταλήγει η Σιέρα Μαέστρα, οροσειρά του νησιού. Από τους 82 αποφασισμένους αγωνιστές που αποβιβάστηκαν στη στεριά, κατάφεραν να σωθούν από τα πυρά του στρατού και της αεροπορίας της δικτατορίας του Μπατίστα μόνο 12. Ανάμεσά τους ο επικεφαλής της ομάδας, Φιντέλ Κάστρο, ο αδελφός του Ραούλ, ο Τσε, ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο Χουάν Αλμέιδα, από τις πιο σημαντικές μορφές της μετέπειτα Επανάστασης.

Η Φλόγα που Παραμένει
Χιλιάδες δάδες έλαμψαν για άλλη μια φορά. Άναψαν επειδή υπάρχει Πατρίδα, επειδή υπάρχει ελευθερία, επειδή δεν θα μας κλέψουν το μέλλον. Όλη η Κούβα για τον Μαρτί, για τον Φιντέλ, για τις αποφάσεις μας, για τα όνειρά μας. Έναν ενωμένο λαό που αγαπά και χτίζει, με χέρια και καρδιά __
Πορεία με Λαμπαδηφορία του 2026

Στη συνέχεια, συγκροτήθηκε ο επαναστατικός στρατός, που στηρίχτηκε στη συστηματική πολιτικο-στρατιωτική προετοιμασία που είχε ξεκινήσει το Κίνημα της 26ης Ιούλη, με επικεφαλής τον Φ. Πάις, το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα Κούβας, όπως είχε ονομαστεί το πρώτο ΚΚ Κούβας, και το Επαναστατικό Διευθυντήριο που απαρτιζόταν από επαναστάτες φοιτητές. Την 1η Γενάρη 1959, ο λαϊκός αντάρτικος στρατός της Κούβας μπαίνει θριαμβευτικά στην Αβάνα, μετά από έναν μακρόχρονο αγώνα του λαού της Κούβας ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα, τον οποίο στήριζαν οι ΗΠΑ. Στις 9 Γενάρη φτάνει στην Αβάνα και ο Φιντέλ. Η Κουβανική Επανάσταση απέδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ανίκητος και βρήκε αμέσως την αμέριστη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και των τότε σοσιαλιστικών χωρών.
Θυμίζουμε την “ελεγεία των λευκών παπουτσιών» του Jesús Orta Ruiz  (Χεσούς Όρτα Ρουίς). Όταν έγινε η ιμπεριαλιστική επίθεση _μετέπειτα πανωλεθρία, των αμερικάνων στην Playa Girón (17-4-1961) πέθαναν πολλοί αθώοι από τους εχθρικούς βομβαρδισμούς και τα πυρά πολυβόλων, συμπεριλαμβανομένης της μητέρας της 13χρονης Nemesia Rodríguez Montalvo. Η γιαγιά της ήταν ανάπηρη, τα αδερφάκια της τραυματίστηκαν και τα πρώτα _μοναδικά λευκά παπούτσια της καταστράφηκαν. Αυτό το γεγονός ενέπνευσε τον Κουβανό ποιητή Χεσούς Όρτα Ρουίζ, να γράψει την “ελεγεία” της (των λευκών παπουτσιών).

Elegía De Los Zapaticos Blancos

Έρχομαι από εκεί στο βάλτο…

ακούστε τη θλιβερή μου ιστορία

των λευκών παπουτσιών...

η Nemesia–το μαύρο λουλούδι–

μεγάλωσε με γυμνά πόδια.

Έσπασε ακόμη και τις πέτρες

με τις πέτρες των κάλων τους!

Πάντα όμως είχε το όνειρο

μερικά λευκά παπούτσια.

Τα θεωρούσε αδύνατο...

_τόσο μακρινό!

σαν εκείνο το μπλε αστέρι

που στο ασαφές λυκόφως

άνοιξε το ουράνιο λουλούδι του

για τον πόνο του βάλτου.

Μια μέρα, ήρθε στο βάλτο

κάτι νέο, απροσδόκητο,

κάτι που οδήγησε το φως

στα παλιά ναυαγισμένα δάση.

Ήταν η Επανάσταση

ήταν ο ήλιος του Φιντέλ Κάστρο,

ήταν ο θριαμβευτικός δρόμος

πάνω από τη λασπωμένη κόλαση.

Ήταν οι συνεταιρισμοί

του κάρβουνο και των ψαράδων.

(…)

  

Στη μεγάλη διαδήλωση της 16ης Απρίλη 1961, στις κηδείες των σκοτωμένων από τις αεροπορικές επιδρομές (λίγο πριν την απόβαση των 1.400 μισθοφόρων της CIA στον Κόλπο των Χοίρων, στην παραλία Χιρόν, που ηττήθηκαν σε 72 ώρες), ο Φιντέλ Κάστρο ανακηρύσσει για πρώτη φορά τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Επανάστασης.  Ο Φιντέλ υπήρξε Γενικός Γραμματέας των Ενωμένων Επαναστατικών Οργανώσεων και του Ενωμένου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης της Κούβας, που στη συνέχεια συνενώθηκαν και επανασύστησαν το ΚΚ Κούβας. Με την επανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Κούβας, τον Οκτώβρη του 1965, ανέλαβε τη θέση του Πρώτου Γραμματέα και επανεκλέχτηκε στη θέση αυτή για τέσσερα Συνέδρια του Κόμματος έως το 2008. Εξελέγη βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης της Λαϊκής Εξουσίας σε όλες τις περιόδους συνεδριάσεων από την ίδρυσή της το 1976 και από τότε η Εθνοσυνέλευση τον διόριζε ομόφωνα Πρόεδρο του Κρατικού Συμβουλίου και του Υπουργικού Συμβουλίου. Διηύθυνε επίσημες κουβανικές αποστολές σε περισσότερες από πενήντα χώρες, στις Ιβηρο-αμερικανικές Συνόδους, σε αυτές του Κινήματος των Αδέσμευτων, στον ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, υπολογίζεται ότι αντιμετώπισε πάνω από 600 απόπειρες δολοφονίας με τους πιο ευφάνταστους τρόπους.
Για δεκαετίες, ο Φιντέλ Κάστρο, από τη θέση του Προέδρου της Κούβας και ως επικεφαλής του ΚΚ Κούβας, καθοδήγησε την πάλη του λαού της χώρας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στις δύσκολες συνθήκες της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και περικύκλωσης και ιδιαίτερα μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες το 1989 – 1991.

Ήταν δύσκολο να προβλεφθεί ότι εκείνη η 16η Μαρτίου 1959, μόλις δύο μήνες μετά τον θρίαμβο και εν μέσω της οργής για τις λογικές κοινωνικές αναταραχές που βίωνε η ​​χώρα, θα σηματοδοτούσε την αρχή της βαθιάς σχέσης συμπάθειας μεταξύ των cenagueros -τροπικάνων  και Fidel
Ciénaga de Zapata
Το ελικόπτερο που μετέφερε τον ηγέτη της Επανάστασης που ήδη έλαμπε στον ορίζοντα, όπου επέβαινε και ο φυσιοδίφης Antonio Núñez Jiménez, πετούσε χαμηλά όταν φάνηκε μια ομάδα καρβουνιάρηδων στη μέση του πουθενά απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.

Η εξωτική εικόνα προκάλεσε την περιέργεια του Φιντέλ, ο οποίος έδωσε εντολή στον πιλότο να κατέβει για να πάει να συναντήσει αυτούς τους βουνήσιους χωρικούς.
Δεν χρειαζόταν να δω τα πρόσωπά τους –είπε, για να καταλάβω ότι ήταν πολύ ταπεινοί άνθρωποι, κάποιοι ξυπόλητοι, με φθαρμένα ρούχα, άνθρωποι γεμάτοι στάχτες με αιθάλη και σημαδεμένοι από τη φτώχεια που κατέτρωγε την περιοχή ειδικά εκείνοι που έκοβαν καυσόξυλα για να φτιάξουν το κάρβουνο.
Εκεί έμεινε για αρκετές ώρες, κοιτώντας τα κάρβουνα, κάνοντας αμέτρητες ερωτήσεις και ακούγοντας ιστορίες για τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας τους.Ίσως εκείνη την ημέρα ορκίστηκε ότι η Επανάσταση θα έπρεπε να κάνει κάτι ιδιαίτερα σπουδαίο και διαρκές για την επικράτεια και τον λαό της.
Έκτοτε, και καθώς περνούσαν οι εβδομάδες και οι μήνες, η παρουσία του γινόταν πιο συχνή και η πρόθεση να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή για τους κατοίκους της και να μεταμορφώσει τη νότια περιοχή, την πιο ξεχασμένη στο παρελθόν της Κούβας, ήταν ολοένα και πιο σίγουρη από το 1959.
Ο ερευνητής - ιστορικός Julio A. Amorín Ponce, λέει ότι το έργο για βελτιώσεις αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό που με την πάροδο του χρόνου ο ισχυρισμός ότι η Ciénaga de Zapata ήταν το «κακομαθημένο κορίτσι» της Επανάστασης, έγινε πραγματικότητα.

Ο Fidel ερωτεύεται

Ο Φιντέλ ερωτεύτηκε τη Ciénaga de Zapata, τη φύση και τους ανθρώπους της, όπως συνέβη στο παρελθόν με τους José Martí, Antonio Maceo, Máximo Gómez, Alejandro de Humboldt και Don Fernando Ortiz, μεταξύ άλλων. Και είναι ότι αυτό το γεωγραφικό τμήμα της Κούβας ασκεί έλξη, ίσως λόγω της αντίθετης ποικιλομορφίας του.
Αλλά ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος με την ιδέα να κάνει πράγματα για το καλό των cenagueros, και από εκείνη την ημέρα ερχόταν σχεδόν κάθε εβδομάδα. Καθιέρωσε το έθιμο να περιοδεύει κάθε κομμάτι της Ciénaga. Θαύμασε την ομορφιά της Laguna del Tesoro και κατέληξε να εγκατασταθεί σε ένα νησάκι πολύ κοντά στη μεγάλη λιμνούλα, από όπου άλλαζε και βελτίωνε αναχώματα, συνεταιρισμούς καρβουνιάρηδων και ψαράδων, σχολεία, τουριστικά χωριά, ακόμη και ξερά κανάλια με στόχο τη φύτευση ρυζιού ενώ ήταν σε ημερήσια διάταξη εκστρατείες εμβολιασμού.
Στη δεύτερη επίσκεψή του, πήγε στη Μπουένα Βεντούρα και εκεί προέκυψε η ιδέα της ίδρυσης του πρώτου συνεταιρισμού ψαράδων, σε μια περιοχή όπου υπήρχε μόνο δασική κουλτούρα και ζούσαν φτιάχνουντας κάρβουνα και κυνηγώντας κροκόδειλους για να πουλήσουν τα δέρματά τους.
Αποφασίζοντας την ίδρυση του συνεταιρισμού κάρβουνων Cayo Ramona πετάχτηκε για και στην Playa Girón, όπου σχεδίαζαν την κατασκευή ενός τουριστικού κέντρου.
Ένα ατύχημα στο ελικόπτερο που έπρεπε να τον πάρει πίσω και η απουσία άλλου ασφαλούς μέσου επικοινωνίας, τον οδήγησαν να περάσει τη νύχτα σε ένα από τα σπίτια των αγροτών όπου σχεδίασε τους πρώτους δρόμους σε αναχώμτα πάνω από τους βάλτους Covadonga-San Blas-Girón, Yaguaramas-Horquitas-San Blas-Girón, που ολοκληρώθηκαν μέσα στο 1959.

Σε μόλις δύο χρόνια χτίστηκαν σχολεία και σπίτια, δημιουργήθηκαν ιατρικές θέσεις και έφτασαν καθηγητές. Οι μεταμορφώσεις έφτασαν σε όλο το κοινωνικό και οικονομικό σύμπαν, που φάνηκε βέβαια περισσότερο με τα χρόνια, και που είχε στη δημιουργία του Καλλιτεχνικού Συνόλου Conjunto Artístico Comunitario Korimakao έναν υψηλής ποιότητας θεσμό.
Πριν από το 1959, ο αναλφαβητισμός ήταν πάνω από 98%, χωρίς τακτικούς γιατρούς και με μόλις τέσσερα μικρά σχολεία. Πολλοί ασθενείς πέθαναν ενώ περίμεναν να μεταφερθούν στο Jagüey Grande, το Cienfuegos ή το Batabanó. Ειδικότερα, η ζωή των καρβουνιάρηδων ήταν τραγική.
Η ευημερία αυτών των ταπεινών ανθρώπων ήταν πολύ σημαντική γι' αυτόν. Γι' αυτό –όχι τυχαία λίγους μήνες αργότερα, στις 24- Δεκ-1959, αποφάσισε να περάσει την παραμονή των Χριστουγέννων με τον κόσμο εκεί στη Soplillar.

Τον Απρίλιο του 1961 γίνεται το μισθοφορικό  χτύπημα των ΗΠΑ ενάντια στην εκκολαπτόμενη Επανάσταση –θυμίζει ο Φιντέλ, όπου οι Γιάνκηδες έσπασαν τα μούτρα τους.
Πρώτα απ’ όλα με την ενότητα του λαού, που ήταν καθοριστική για τη νίκη, το παράδειγμα ακεραιότητας όλων των μαχητών που συμμετείχαν στη μάχη και επειδή την εποχή της εισβολής η χώρα αντιλαμβανόταν ήδη κοινωνικές αλλαγές και οι άνθρωποι ταυτίστηκαν με τις έννοιες της εθνικής κυριαρχίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αξιοπρέπειας.
Και στη Ciénaga de Zapata δεν μιλούσαν για τίποτα άλλο εκτός από την Επανάσταση και τον Φιντέλ, γιατί μέσα σε λίγους μήνες πήραν όσα δεν είχαν εδώ και αιώνες.

Τον Ιανουάριο του 1961 περισσότεροι από 300 δάσκαλοι κατά του αναλφαβητισμού έφτασαν στη Ciénaga. Τρεις από αυτούς, πολιτοφύλακες από το τάγμα 339, έριξαν την πρώτη οργανωμένη βολή του στρατού στη μάχη της Playa Girón και λίγο μετά ο Φιντέλ κατέβαινε από το τανκ T-34, μετά τον τελικό θρίαμβο μια από τις εικόνες που απαθανάτισαν τη νίκη και σύμβολο του θάρρους και του ηρωισμού του λαού και του ηγέτη τους, που όχι μόνο αντιστάθηκαν, αλλά σε μόλις 66 ώρες νίκησαν συντριπτικά την ιμπεριαλιστική υπερδύναμη.
Εφυγε από τη ζωή αφήνοντας το ανεξίτηλο στίγμα του, το βράδυ της 25ης  Νοέμβρη 2016, στο σπίτι του στην Αβάνα σε ηλικία 90 χρόνων.
Όπως ήταν η επιθυμία του, η σορός του αποτεφρώθηκε την επόμενη μέρα και με απόφαση του Κρατικού Συμβουλίου της χώρας και της ΚΕ του ΚΚ Κούβας, ακολούθησε 9ήμερο πένθος με εκδηλώσεις τιμής σε όλη τη χώρα, όπου σύσσωμος ο κουβανικός λαός τον συνόδευσε στην τελευταία κατοικία του, με μηχανοκίνητη πορεία με την τέφρα του απ’ την Αβάνα προς το Σαντιάγκο ντε Κούβα, σε ανάμνηση του «Καραβανιού της Ελευθερίας» του Γενάρη του 1959, που είχε γίνει από τον Φιντέλ, αντίστροφα, από το Σαντιάγκο στην πρωτεύουσα Αβάνα.
Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν με μεγάλη συγκέντρωση στην Πλατεία της Επανάστασης «Αντόνιο Μασέο» του Σαντιάγκο ντε Κούβα και στη συνέχεια η τέφρα του εναποτέθηκε στο Νεκροταφείο της Σάντα Ιφιγένια, όπου βρίσκονται οι τάφοι των ηρώων, όπως των μαρτύρων της Κούβας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ενάντια στην Ισπανία, Χοσέ Μαρτί, Αντόνιο Μασέο, αλλά και τα οστά 32 αγωνιστών επαναστατών που έπεσαν στην επίθεση στις 26 Ιούλη του 1953 ενάντια στους στρατώνες της Μονκάδα στο Σαντιάγκο. Ο τάφος του Φιντέλ Κάστρο αποτελείται από έναν μεγάλο, στρογγυλό βράχο από πράσινο γρανίτη, σαν ένας μεγάλος σπόρος, πάνω στον οποίο υπάρχει μια απλή ορειχάλκινη πλάκα που γράφει μόνο το μικρό του όνομα: «ΦΙΝΤΕΛ». Ο ίδιος είχε ζητήσει να μην γίνουν αγάλματα ή ονοματοδοτήσεις με το όνομά του. Το έργο του και τη ζωή του δοσμένη στον επαναστατικό αγώνα προβάλλει το επιβλητικό Κέντρο «Φιντέλ Κάστρο Ρους» στην Αβάνα με εκθέματα και παρουσιάσεις.

Η επαναστατική κληρονομιά του Φιντέλ και η διεθνιστική αλληλεγγύη

Η παρέμβαση του Γ. Μαρίνου στο 1ο Διεθνές Συμπόσιο “Φιντέλ: Κληρονομιά και Μέλλον” στην Αβάνα

Κούβα ✨ Ζωντανό το πνεύμα που οδήγησε στον θρίαμβο της επανάστασης στην Playa Girón

 

Στην 37η επέτειο από την επίθεση στους στρατώνες Μονκάδα

Καταδικάστε 🇨🇺 μας _δεν έχει σημασία! Οι λαοί θα πουν την τελευταία λέξη!

Εκείνη την ημέρα, όταν όλοι ήταν έτοιμοι, διαβάστηκε το μανιφέστο της Moncada, γραμμένο από τον νεαρό ποιητή Raúl Gómez García (Ραούλ Γκόμεζ Γκαρσία) υπό την καθοδήγηση του Φιντέλ.
Ο Γκόμεζ Γκαρσία διάβασε τους στίχους του «Είμαστε ήδη σε μάχη» και ο Φιδέλ απηύθυνε αυτή τη σύντομη προτροπή σε όλους:
«Σύντροφοι:
Μπορεί να λήξουν όλα σε λίγες ώρες ή να νικηθούμε.
Ωστόσο, ακούστε, σύντροφοι!
Σε κάθε περίπτωση, το κίνημα θα θριαμβεύσει.
Αν κερδίσουμε αύριο, αυτό που φιλοδοξούσε ο Μαρτί θα γίνει νωρίτερα.
Εάν συμβεί το αντίθετο, η χειρονομία θα χρησιμεύσει ως παράδειγμα στον λαό της Κούβας, για να πάρει τη σημαία και να προχωρήσει μπροστά
»


26 Ιούλη 1990, την περίοδο που κορυφωνόταν η αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην ΕΣΣΔ… Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Δεν μπορώ να έρθω εδώ σε αυτή την 37η επέτειο και να πω ότι όλα είναι ρόδινα, ότι δεν αντιμετωπίζουμε κινδύνους, κανένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να το λέμε αυτό! Είναι δύσκολο η πιο εξαιρετική μας προσπάθεια για την ανάπτυξη της χώρας και την εδραίωση του σοσιαλισμού στην πατρίδα μας να συμπίπτει με μια καταστροφή στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, μπροστά σε έναν ιμπεριαλιστικό αποκλεισμό που διαρκεί πάνω από 30 χρόνια και η διάρκεια του οποίου είναι άγνωστη. Όλα αυτά τα γεγονότα έχουν συμβεί, φέρνοντας μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με τους πόρους που θα έχει στη διάθεσή της η χώρα τα επόμενα χρόνια, όταν η οικονομία μας βασιζόταν, ουσιαστικά, στα στέρεα θεμέλια των οικονομικών μας σχέσεων με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και, ιδιαίτερα, με τη Σοβιετική Ένωση.

Χάρη στις εξαιρετικές προσπάθειες της Επανάστασης, σε όλες τις προσπάθειες που καταβάλλουμε καθημερινά για να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά έχουν γάλα, φάρμακα, απαραίτητα τρόφιμα, μεταφορικό μέσο και όλα όσα χρειαζόμαστε, για να υλοποιήσουμε τα αναπτυξιακά μας προγράμματα, ο λαός μόλις που αντιλήφθηκε κάποιο πραγματικό πρόβλημα. Αλλά, στην πραγματικότητα, εργαζόμαστε κάτω από πολύ τεταμένες συνθήκες – πολύ τεταμένες πράγματι! – όσον αφορά τους βασικούς πόρους, προβλήματα που δεν έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ πριν. Η κατάσταση με τα καύσιμα είναι τεταμένη, πολύ τεταμένη! Και αυτό είναι ένα απαραίτητο προϊόν. Το λαμβάνουμε σε ποσότητες μικρότερες από τις συμφωνημένες, μικρότερες από τις συμβατικές. Η κατάσταση είναι τεταμένη με πολλές πρώτες ύλες που δεν θα απαριθμήσω, αλλά οι οποίες είναι απαραίτητες, τόσο απαραίτητες όσο τα λιπάσματα, τα μέταλλα, το ξύλο, και ούτω καθεξής, στη βιομηχανική και γεωργική μας παραγωγή.
Το εμπόριο με μερικές χώρες του πρώην σοσιαλιστικού μπλοκ έχει πρακτικά εξαφανιστεί. Συνεχίζεται με άλλες. Και δεν παραπονιόμαστε για τους Σοβιετικούς, το λέω αυτό με απόλυτη ειλικρίνεια. Και γιατί δεν παραπονιόμαστε, παρόλο που οι παραδόσεις ορισμένων προϊόντων έχουν μειωθεί έως και 50%; Επειδή γνωρίζουμε ότι η σοβιετική κυβέρνηση κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια! Απλώς οι δικές της δυσκολίες και τα τρέχοντα αντικειμενικά προβλήματα υπερβαίνουν την καλή θέληση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τηρήσει τις συμφωνημένες παραδόσεις και να συνεχίσει το παραδοσιακό επίπεδο οικονομικής συνεργασίας με την Κούβα.
Πρέπει να πω την αλήθεια: Έχουμε προβλήματα με πολλά από αυτά τα προϊόντα, αλλά ξέρουμε ότι καταβάλλουν την καλύτερη δυνατή προσπάθεια. Ιστορικά είναι σωστό να το λέμε, έτσι το έχουμε δει μέχρι τώρα. Αλλά οι αντικειμενικές πραγματικότητες είναι πραγματικότητες. Σίγουρα, αυτή είναι η βάση των μεγαλύτερων ελπίδων του ιμπεριαλισμού, ότι ακόμα κι αν οι Σοβιετικοί ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν το επίπεδο των προμηθειών, το επίπεδο των οικονομικών σχέσεων με την Κούβα, και ότι τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η χώρα μας θα ήταν τέτοια που δεν θα μπορούσαμε να τα αντέξουμε.
Πέρυσι, εκεί στην επαρχία Καμαγουέι, ασχολήθηκα με αυτά τα ζητήματα και εξήγησα ποια ήταν η στάση μας, ποια έπρεπε να είναι η στάση μας, ποια ήταν η στάση του λαού μας και ποια έπρεπε να είναι η στάση του λαού μας, ποια ήταν και ποια έπρεπε να είναι η στάση του Κόμματός μας και των επαναστατών αγωνιστών μας, ποια πρέπει να είναι η στάση των κομμουνιστών, ποια πρέπει να είναι η στάση των πατριωτών, ποια πρέπει να είναι η στάση εκατομμυρίων αξιότιμων ανδρών και γυναικών της χώρας μας: Να αγωνίζονται, να αγωνίζονται, να αγωνίζονται, να αντιστέκονται, να αντιστέκονται, να αντιστέκονται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες! Είπα μάλιστα κάτι εκείνη την 26η Ιουλίου στο Καμαγουέι, που κάποιοι μπορεί να το βρήκαν παράξενο, ίσως υπερβολικό, είπα: Αν το σοσιαλιστικό στρατόπεδο διαλυθεί, θα συνεχίσουμε να χτίζουμε τον σοσιαλισμό στη χώρα μας. Είπα και κάτι άλλο, που αν και δεν το πίστευα και δεν το περίμενα, αν η ΕΣΣΔ διαλυόταν, αν η ΕΣΣΔ εξαφανιζόταν, θα συνεχίζαμε να χτίζουμε τον σοσιαλισμό στη χώρα μας. Ο σοσιαλισμός δεν είναι μια περιστασιακή επιλογή, δεν είναι ένα περαστικό παιχνίδι, δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, μια παροδική απόφαση, ο σοσιαλισμός ήταν μια αναπόφευκτη ιστορική αναγκαιότητα, ο σοσιαλισμός ήταν το αποτέλεσμα της  πολιτικής και ιδεολογικής ανάπτυξης της κοινωνίας μας, ο μεγαλύτερος και καλύτερος καρπός της ιστορίας μας. Αν θέλαμε πραγματικά να είμαστε μια ανεξάρτητη χώρα, αν θέλαμε πραγματικά να είμαστε μια ελεύθερη χώρα, μια χώρα που να είναι κυρίαρχη του πεπρωμένου της, μια χώρα που να είναι κυρίαρχη των πόρων της, μια χώρα που να είναι κυρίαρχη της οικονομίας της, μια χώρα που να έχει το δικαίωμα να χτίσει το μέλλον της με αληθινή κοινωνική δικαιοσύνη, σε ένα έθνος που ήταν πρώτα αποικία για αιώνες και μετά νεοαποικία των Γιάνκηδων για πολλά χρόνια, αν θέλαμε να τερματίσουμε όλη αυτή την αδικία, όλα αυτά τα σκουπίδια, έπρεπε να σαρώσουμε το καπιταλιστικό σύστημα. Εχουμε σαρώσει αυτό το σύστημα από την πατρίδα μας και δεν θα επιστρέψει ποτέ, τουλάχιστον όχι όσο υπάρχει ένας κομμουνιστής, ένας επαναστάτης, ένας πατριώτης σε αυτή τη γη.
Ωστόσο, μας υποτιμούν. Οι Γιάνκηδες ιμπεριαλιστές πιστεύουν ότι δεν θα μπορέσουμε να αντισταθούμε. Πόσο λίγα γνωρίζουν για τον λαό μας! Αυτόν τον λαό που, όταν μόλις ξεκινούσε, όταν δεν ήταν ακόμη ένα πλήρως διαμορφωμένο έθνος, διεξήγαγε έναν δεκαετή πόλεμο στην άγρια φύση ενάντια σε μια από τις πιο ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Δέκα χρόνια ξυπόλητοι, σχεδόν γυμνοί, υπομένοντας τα πιο απίστευτα βάσανα. Άνδρες, γυναίκες, ακόμη και παιδιά αντιστάθηκαν για δέκα χρόνια και επέστρεψαν στον αγώνα σχεδόν αμέσως ως έκφραση ενός πραγματικά αδάμαστου πνεύματος.  Σκεφτήκαμε πολύ, καταστρώσαμε σχέδια, μιλήσαμε για την ιδιαίτερη περίοδο σε περιόδους ειρήνης: Ποια θα ήταν, για παράδειγμα, μια κατάσταση στην οποία θα είχαμε το μισό πετρέλαιο που έχουμε σήμερα, ή λιγότερο, κανείς δεν ξέρει, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τι πρέπει να κάνουμε απέναντι στα χειρότερα προβλήματα.
Είμαστε πραγματικά ενθουσιασμένοι για όλα όσα δημιουργούμε και χτίζουμε σήμερα. Θέλουμε να συνεχιστούν όλα τα κοινωνικά μας προγράμματα: Νέα σχολεία, νέα κοινοτικά κέντρα, νέες εγκαταστάσεις Υγείας, νέες αθλητικές και ψυχαγωγικές εγκαταστάσεις, η κατασκευή πολλών κατοικιών – εν ολίγοις, αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό μας πρόγραμμα. Αλλά αν, ως συνέπεια αυτών των συνθηκών, πρέπει να θυσιάσουμε το κοινωνικό μας πρόγραμμα, θα το θυσιάσουμε για όσο χρειαστεί. Έχω σκεφτεί, και έχω πει περισσότερες από μία φορές, ότι αν περάσουν πέντε χρόνια χωρίς να χτίσουμε σχολεία, σε πέντε χρόνια θα είμαστε ακόμα η κορυφαία χώρα στον Τρίτο Κόσμο στην Εκπαίδευση, και θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, σχεδόν στον κόσμο. Γιατί αυτό που έχουμε συσσωρεύσει σήμερα στην Εκπαίδευση και σε πολλούς άλλους τομείς είναι τόσο σπουδαίο που αν σε πέντε χρόνια δεν χτίσουμε μία από αυτές τις εγκαταστάσεις, θα είμαστε ακόμα η πρώτη χώρα επειδή οι καθηγητές μας θα συνεχίζουν να εκπαιδεύονται και θα συνεχίζουν να αποκτούν όλο και περισσότερη εμπειρία.
Αν δεν χτίσουμε ούτε μία εγκατάσταση Υγείας σε πέντε χρόνια, σε πέντε χρόνια θα είμαστε ακόμα η κορυφαία χώρα στον Τρίτο Κόσμο και μία από τις κορυφαίες χώρες στον κόσμο στην ιατρική περίθαλψη. Αν δεν μπορούσαμε να χτίσουμε μια παιδική χαρά σε πέντε χρόνια – αλλά θα πάω ακόμη παραπέρα – αν δεν μπορούσαμε να χτίσουμε ένα σπίτι σε πέντε χρόνια, θα μπορούσαμε να περιμένουμε τον απαραίτητο χρόνο για να χτίσουμε, ίσως αργότερα, διπλάσια από όσα κάνουμε τώρα. (…) Τώρα ο εχθρός δεν είναι πλέον το σοσιαλιστικό μπλοκ. Τώρα που ο εχθρός δεν είναι πλέον η ΕΣΣΔ, είμαστε ο εχθρός της αυτοκρατορίας, σαν να μην είχαν άλλους εχθρούς εκτός από εμάς, την Κούβα. Λοιπόν, υπάρχουν και κάποιες άλλες χώρες και υπάρχει το επαναστατικό κίνημα. Αλλά η Κούβα, ακριβώς εδώ, 90 μίλια από τη βάση των Αμερικανών, κατέχει την πρώτη θέση. Για τους ιμπεριαλιστές ο εχθρός είναι τώρα η Κούβα, και συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις τους, όλη την προσοχή τους, όλους τους προπαγανδιστικούς τους πόρους στην Κούβα. 

Τώρα, υπάρχουν δύο, ή τρία, ή τέσσερα, ή πέντε είδη κομμουνισμού ή σοσιαλισμού: «καλός σοσιαλισμός» και «κακός σοσιαλισμός». Ο δικός μας είναι ο «κακός», που έχει θεσπιστεί από τους ιμπεριαλιστές. Υπάρχουν πολλά είδη κομμουνισμού, ο δικός μας είναι ο «κακός κομμουνισμός». Υπάρχουν πολλά είδη επαναστάσεων, η δική μας είναι η «κακή, αφόρητη, ασυγχώρητη επανάσταση», που έχει θεσπιστεί από τους ιμπεριαλιστές. Πόσο τυχεροί είμαστε που μας έχουν φορτώσει τον «κακό σοσιαλισμό», τον «κακό κομμουνισμό», την «κακή επανάσταση», που πρέπει να εξαφανιστεί από προσώπου Γης! Αυτή είναι η ιμπεριαλιστική νοοτροπία. Και ήταν επιθετικοί. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες έχουν πραγματοποιήσει σχεδόν μισή ντουζίνα πολύ εχθρικές πράξεις εναντίον μας. Μία από αυτές ήταν ο τηλεοπτικός σταθμός, τον οποίο, για να προσβάλουν τον λαό μας, ονόμασαν «Μαρτί». (…) Λίγες εβδομάδες αργότερα, οργάνωσαν μυστικούς ελιγμούς, με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, σιωπηλά. Και εμείς, στη μέση της συγκομιδής, στη μέση των γεωργικών προγραμμάτων, έπρεπε να κινητοποιήσουμε δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς να θυσιάσουμε τη συγκομιδή και τα θεμελιώδη καθήκοντα, στον ελιγμό της Κουβανικής Ασπίδας, ο οποίος απέδειξε το επίπεδο οργάνωσης και προετοιμασίας που έχουν φτάσει οι Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις και ο ένοπλος λαός μας.
Μας ανάγκασαν να επενδύσουμε πολλή ενέργεια, αλλά θα προχωρήσω παραπέρα: Μας ανάγκασαν, και συνεχίζουν να μας αναγκάζουν, να επενδύσουμε ακόμη μεγαλύτερους πόρους στην άμυνα. Είπα σε μια ομάδα κατασκευαστών οχυρώσεων: Αυτό είναι ένα από τα πιο ευγενή και χρήσιμα έργα που κάνετε για τη χώρα, επειδή θα μας βοηθήσει να διατηρήσουμε όλα όσα χτίζουμε, επειδή δείχνουμε τη θέλησή μας να πολεμήσουμε στους ιμπεριαλιστές και τους δείχνουμε ότι οποιαδήποτε περιπέτεια αναλάβουν θα έχει υπερβολικό τίμημα.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να θρηνούμε για τον χάλυβα, το τσιμέντο και άλλα υλικά, τις μηχανές, τους δεκάδες χιλιάδες άντρες που, αντί να χτίζουν σχολεία, σπίτια ή άλλα πράγματα, πρέπει να χτίζουν οχυρώσεις. Αυτό είναι ένα ακόμη από τα σημαντικά και ανέγγιχτα προγράμματα, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Η Μάχη της Las Mercedes (29 Ιουλίου‑8 Αυγούστου 1958) ήταν η τελευταία μάχη της Κουβανικής Επανάστασης κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Verano, στους λόφους της Σιέρα Μαέστρα.
Μια πύρρεια νίκη και αρχή του τέλους του δικτάτορα Batista, αφού οι barbudos  (με επί κεφαλής τους Fidel Castro, René Ramos Latour και Che Guevara) κατάφεραν να αναδιπλωθούν και να εξαφανιστούν κυριολεκτικά, αποφεύγοντας την παγίδα του Eulogio Cantillo που προσπάθησε να τους περικυκλώσει –έχοντας 10πλάσιες+ δυνάμεις (1500+ άνδρες άριστα εξοπλισμένους).
Πρόκειται για μια μάχη –ο χώρος δεν επιτρέπει περισσότερα, όπου έλαμψε –από πλευράς πολεμικής τακτικής το άστρο των Τσε και Φιδέλ με την εκεχειρία που πρότεινε ο Κάστρο και την οποία δέχτηκε ο στρατηγός του Batista  Eulogio Cantillo. Κατά τη διάρκεια της κατάπαυσης του πυρός, οι επαναστατικές δυνάμεις διέφυγαν πίσω στους λόφους.
Όταν ο Cantillo κάλεσε ακόμη περισσότερες δυνάμεις ήταν πλέον αργά
Στις 8 Αυγούστου, όταν ο στρατός επανέλαβε την επίθεσή του, δεν βρήκαν κανέναν να πολεμήσει και η Επιχείρηση (Verano = καλοκαίρι) είχε ουσιαστικά καταλήξει σε αποτυχία για την κυβέρνηση Μπατίστα.

(συνεχίζει ο Φιδέλ)
«Και έτσι ο λαός αναδείχτηκε σε έναν από αυτούς τους λαούς που δε φοβήθηκαν ποτέ τη θυσία, αποτελεί ένα λαό που δεν τρέμει ποτέ μπροστά στο τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του.
Ένας λαός που δεν τρέμει ούτε φοβήθηκε ποτέ μπροστά στο τίμημα που θα χρειαστεί να πληρώνει μέχρι το αίσιο τέλος»

Η Μονκάδα μας έμαθε πως να κάνουμε την ήττα Νίκη 

Ο Φιδέλ υπογράφει την αγροτική μεταρρύθμιση
(La Plata, Sierra Maestra, 17 Μάη 1959

Μονκάδα 26 Ιούλη — 55η επέτειος

Στα 30χρονα, στο Santiago de Cuba (Σαντιάγο ντε Κούβα, στις 26 Ιουλίου 1983, ο Comandante είπε:
«Σε ένα πράγμα είμαστε ακριβώς το ίδιο με την 26η  Ιούλη 1953: 
Έχουμε την ίδια πίστη στα πεπρωμένα της πατρίδας, την ίδια εμπιστοσύνη στις αρετές του λαού μας, την ίδια βεβαιότητα στη νίκη, την ίδια ικανότητα να ονειρευόμαστε την πραγματικότητα του αύριο σε σχέση με τα χθεσινά όνειρα που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί».

Ο Agustín DíazCartaya που συνέθεσε τον ύμνο της 26ης Ιούλη

Σε στηρίζουμε Φιδέλ! — Αβάνα 26 Ιούλη 1959

Ο Φιδέλ μιλάει με μαχητές της 26ης Ιούλη


Κατά τη λήξη του 6ου Συνεδρίου της Ένωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας

4 Απρίλη 1992
Αυτό που κάνω είναι να προειδοποιώ για τους κινδύνους που εγκυμονεί η καταδίκη όλων όσων έκανε η Σοβιετική Ένωση. Πρέπει να διατηρήσουμε μια αντικειμενική, κριτική προοπτική. Δεν θα αρνηθούμε τα διάφορα πολιτικά λάθη και τις παραβιάσεις αρχών που διέπραξε. Θα ήταν όμως άδικο να αρνηθούμε τις κολοσσιαίες επιτυχίες που πέτυχε ως η πρώτη σοσιαλιστική χώρα. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ούτε για μια στιγμή τι σήμαινε η Οκτωβριανή Επανάσταση για τον κόσμο: Πώς επιτάχυνε τα απελευθερωτικά κινήματα των λαών, πώς έθεσε τέλος στην αποικιοκρατία και πώς διευκόλυνε την ανεξαρτησία και την επανάσταση σε άλλες χώρες. Πρέπει να λάβουμε υπόψη τη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης και την επιρροή της στην απελευθέρωση άλλων χωρών, στην απελευθέρωση της Κίνας, του Βιετνάμ και πολλών άλλων χωρών στην Ασία και την Αφρική. Λειτουργούσε ως αντίβαρο στην παγκόσμια ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών και αυτό ωφέλησε όλους τους λαούς του κόσμου, ειδικά εκείνους του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η ανησυχία που αισθάνονται σήμερα πολλοί, ακόμη και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, σχετικά με αυτόν τον μονοπολικό κόσμο, για την κατάσταση που βιώνουμε τώρα – αλαζόνες και αυταρχικοί άνθρωποι που προσπαθούν να υπαγορεύσουν νόμους στον κόσμο – είναι σημαντική. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.
Ξεκινήσαμε τη διόρθωση της πορείας μας πολύ πριν καν συζητηθεί η περεστρόικα στη Σοβιετική Ένωση, και όταν μας φάνηκε ότι η περεστρόικα θα μπορούσε να συνεπάγεται διόρθωση της πορείας, μείναμε ευχαριστημένοι. Ναι, η τελειοποίηση του σοσιαλισμού, μεγαλοπρεπής, υπέροχη. Θα τελειοποιήσουν τον σοσιαλισμό, ποιος θα μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτό; Θα ήμασταν ενθουσιασμένοι. Τα αρχικά σημεία ήταν πολύ καλά, πολλές έννοιες πολύ σαφείς: Επιταχυνόμενη ανάπτυξη μέσω της συνεπούς εφαρμογής της επιστήμης και της τεχνολογίας, εντατική αντί για εκτατική οικονομική ανάπτυξη, καταπολέμηση της διαφθοράς και καταπολέμηση του εισοδήματος που δεν προέρχεται από την εργασία. Και πείτε μου, κύριοι, δεν είναι ο καπιταλισμός ο αδιαμφισβήτητος πρωταθλητής του εισοδήματος που δεν προέρχεται από την εργασία; Ολα τα χρήματα που κερδίζουν οι καπιταλιστές προέρχονται από την εργασία των άλλων, όχι από τη δική τους. Ο καπιταλισμός είναι η πλήρης άρνηση της αρχής ότι το εισόδημα πρέπει να προέρχεται από την εργασία.
(…) Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με οποιαδήποτε ιδέα για την τελειοποίηση του σοσιαλισμού, αλλά αυτό με το οποίο δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συμφωνήσουμε ήταν η ιδέα της καταστροφής του, πόσο μάλλον η ιδέα της εξόντωσής του. Και πρέπει να ειπωθεί ότι πολλοί άνθρωποι εργάστηκαν συνειδητά για να σκοτώσουν τον σοσιαλισμό. Δημιουργήθηκαν οι ιδανικές συνθήκες για να το κάνουν. Ηταν μια συνωμοσία, ένα μεγάλο σχέδιο του ιμπεριαλισμού, με εσωτερική υποστήριξη. Η ιμπεριαλιστική συνωμοσία είχε εσωτερική υποστήριξη για να σκοτώσει τον σοσιαλισμό. (…) Έχουμε εκατομμύρια επιχειρήματα για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, ο καπιταλισμός είναι αδικαιολόγητος, ο ιμπεριαλισμός είναι αδικαιολόγητος, ο σοσιαλισμός, όποια λάθη κι αν κάνουν οι άνθρωποι – και δεν θα υπάρξει ανθρώπινη προσπάθεια στην οποία οι άνθρωποι δεν κάνουν λάθη – είναι το πιο ευγενές, το πιο δίκαιο και το πιο αξιοπρεπές πράγμα που μπορεί να γίνει. (…) Η ελεύθερη αγορά κατέπνιξε το συνεταιριστικό κίνημα. Τα μέλη των συνεταιρισμών χλευάστηκαν. Και ήταν εδώ, σε μια συνάντηση όλων των εκπροσώπων των μελών των συνεταιρισμών της χώρας, που πρότειναν κατηγορηματικά την κατάργηση της ελεύθερης αγοράς για τους αγρότες. Είπαν: «Δεν είναι δυνατόν. Καταστρέφει τις προσπάθειές μας, καταστρέφει τη δουλειά μας, μας περνούν για ανόητους». Η ελεύθερη αγορά για τους αγρότες ανεστάλη.
Όταν έγινε αυτό, ξεκίνησαν και τα προγράμματα τροφίμων. Αν επρόκειτο για παραγωγή μπανανών, ριζωδών λαχανικών, άλλων λαχανικών και φρούτων, θα τα παράγαμε εμείς, αφού είχαμε όλους τους απαραίτητους πόρους. Θα μπορούσε κανείς να πει, λοιπόν, ότι τότε ξεκίνησε το μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα τροφίμων, μαζί με νέα σχέδια για την παραγωγή χοιρινού κρέατος και πουλερικών. Οι εγκαταστάσεις κατασκευάστηκαν και εξακολουθούν να λειτουργούν. Υπήρχαν σημαντικά σχέδια ανάπτυξης για την παραγωγή γάλακτος, πουλερικών, αυγών, ριζωδών λαχανικών και λαχανικών – τα πάντα – μέχρι που ήρθε αυτή η κατάσταση και διέκοψε τη δυναμική που είχαν αυτά τα προγράμματα. Η φιλοσοφία της ελεύθερης αγροτικής αγοράς παρέμεινε και συνέχισε να αναφέρεται στις συνελεύσεις, χωρίς κανείς να έχει σκεφτεί σοβαρά για ποιον σκοπό θα μπορούσε στην πραγματικότητα να χρησιμοποιηθεί αυτή η ελεύθερη αγροτική αγορά. Τα γεγονότα αρχίζουν να μας δικαιώνουν και αυτό συμβαίνει ακριβώς στη μέση της Ειδικής Περιόδου. (…)
Σε αυτήν τη χώρα, το ποσοστό της κρατικής ιδιοκτησίας είναι ακόμη υψηλότερο. Περίπου το 80% της γης – ζαχαροκάλαμο, όλες οι καλλιέργειες – ανήκει στο κράτος. Το κράτος παράγει σχεδόν όλο το ρύζι που συλλέγεται σε αυτήν τη χώρα, το 80% του ζαχαροκάλαμου που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία ζάχαρης, περισσότερο από το 90% του φρέσκου γάλακτος που καταναλώνεται, το βοδινό κρέας, το χοιρινό κρέας, τα πουλερικά, τα αυγά και σχεδόν όλα τα βασικά αγαθά. Η ελεύθερη αγορά για τους αγρότες δεν παρήγαγε ποτέ σημαντικό ποσοστό αυτών των προϊόντων. Οταν υπήρχε, πιστεύω ότι η ελεύθερη αγορά για τους αγρότες παρήγαγε μόνο το 2% αυτών. Παρ’ όλα αυτά, η φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς για τους αγρότες είχε καθιερωθεί.
Τώρα που έχουμε υιοθετήσει νέες οργανωτικές δομές και έχουμε αναδιαρθρώσει τη γεωργία – σιγά σιγά, αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, είναι ακόμα ένα έργο σε εξέλιξη – το γεγονός είναι ότι, για παράδειγμα, το 1991, στην παραγωγή λαχανικών και ριζωδών καλλιεργειών, το κράτος αύξησε την παραγωγή κατά 15,8%, οι συνεταιρισμοί μείωσαν την παραγωγή τους κατά 6,9%, και οι ανεξάρτητοι αγρότες μείωσαν την παραγωγή ή τις παραδόσεις τους στα κέντρα συλλογής κατά 24,3%. (…)  Ο συνεταιρισμός είναι ένας καλός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής. Μακάρι όλες οι μη κρατικές εκτάσεις να οργανώνονταν σε συνεταιρισμούς γεωργικής παραγωγής. Μακάρι! Αυτός θα ήταν ο ιδανικός τρόπος, επειδή διευκολύνει πολύ την επεξεργασία και την αποθήκευση των προϊόντων. Γενικά, οι συνεταιρισμοί δεν κερδοσκοπούν με τα προϊόντα τους, τα παραδίδουν σε σημεία συλλογής. Γι’ αυτό λέω ότι η λαϊκή αγορά επιβράδυνε το συνεταιριστικό κίνημα, ήταν η μεγαλύτερη ζημιά που μας έκανε. (…)
Όπως έλεγα, ακόμη και πριν συζητηθεί η περεστρόικα, ήδη εφαρμόζαμε τη διαδικασία διόρθωσης προς μια διαφορετική κατεύθυνση, επειδή θέλαμε λιγότερη κερδοσκοπία και όχι περισσότερη κερδοσκοπία, θέλαμε λιγότερες αντιφάσεις μεταξύ των συμφερόντων των εταιρειών και των συμφερόντων του έθνους, και όχι περισσότερες αντιφάσεις μεταξύ των συμφερόντων των εταιρειών και των συμφερόντων του έθνους. Υπήρχαν κάποια πράγματα που έπρεπε να σταματήσουν. Οι εμπορικές εταιρείες έβγαζαν κέρδη, λάμβαναν μπόνους. Οι παραγωγικές εταιρείες δεν έβγαζαν κέρδη ούτε λάμβαναν μπόνους, κι όμως αυτές οι εταιρείες, όπως τα εργοστάσια ζάχαρης, ήταν αυτές που συντηρούσαν την οικονομία της χώρας. Λογικά, σύμφωνα με αυτό το Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού, όλα τα εργοστάσια ζάχαρης έπρεπε να κλείσουν επειδή ήταν προφανώς ασύμφορα. (…)  Το Κράτος πρέπει να έχει  πολιτική τιμών, αλλά το σοσιαλιστικό Κράτος δεν είναι καπιταλιστικό. Το σοσιαλιστικό Κράτος κάνει διάκριση μεταξύ των ουσιωδών και των μη ουσιωδών, προσπαθεί να κάνει τα ουσιώδη προσιτά στον λαό και προσπαθεί να αυξήσει τις τιμές των μη ουσιωδών, επειδή πρέπει να εισπράττει έσοδα. (…) Ο καπιταλισμός ανακαλύπτει το δηλητήριο και είναι σε θέση να πουλήσει το δηλητήριο σε πολύ χαμηλή τιμή και το φάρμακο σε πολύ υψηλή τιμή. Ο σοσιαλισμός πρέπει να πουλήσει το δηλητήριο σε υψηλή τιμή και το φάρμακο σε πολύ χαμηλή τιμή. Αυτό είναι που διαφοροποιεί τον σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό, αυτές είναι ουσιαστικές διαφορές. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού – έχει εκατομμύρια πλεονεκτήματα – η δυνατότητα να βάζεις τον καθένα να εργαστεί κάνοντας κάτι χρήσιμο. Μιλάω για κανονικές συνθήκες. Τώρα βρισκόμαστε σε πραγματικά ανώμαλες συνθήκες. Τώρα, όταν δεν μπορούμε να εγγυηθούμε σε όλους μια δουλειά, τους εγγυόμαστε ένα εισόδημα και κανείς δεν μένει χωρίς δουλειά. (…)
Η καπιταλιστική κοινωνία είναι η κοινωνία των προνομίων, είναι η κοινωνία των κακών, είναι η κοινωνία της αποξένωσης, είναι η κοινωνία του εγωισμού, είναι η κοινωνία του ανθρώπου που εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο, του ανθρώπου που είναι εχθρός του ανθρώπου, του ανθρώπου – όπως έλεγαν ο Ενγκελς ή ο Μαρξ – λύκος εναντίον ανθρώπου. (…) Η μοίρα μας έδωσε αυτόν τον μοναδικό, εξαιρετικό ρόλο, πέρα από τη δύναμη οποιουδήποτε, να διατηρήσουμε την ελπίδα, την ελπίδα για την οποία μίλησε η Σοβιετική γυναίκα στο μήνυμα που έστειλε στην σύντροφο που προσκλήθηκε σε αυτό το συνέδριο. Η μοίρα μας έδωσε τον ρόλο της υπεράσπισης της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας – όχι μόνο του σοσιαλισμού, δεν υπερασπιζόμαστε μόνο τον σοσιαλισμό – όχι μόνο για να υπερασπιστούμε τις ευγενέστερες ιδέες, όχι μόνο για να υπερασπιστούμε τις ιδέες του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, προσαρμοσμένες, όπως είναι φυσικό, στις συνθήκες μας – οι επαναστατικές ιδέες δεν μπορούν να αποτελέσουν δόγμα, αλλά ένα σύνολο αρχών και στόχων, και κάθε λαός ξεχωριστά θα πρέπει να προσαρμόσει τις δικές του. (…) Κοιτάξτε τα σύμβολά μας, τα σύμβολα της νεολαίας: Τσε, Μέγια, Καμίλο. Θα μπορούσαν να υπάρχουν καλύτερα σύμβολα από αυτά; Θα μπορούσαν να υπάρχουν σύμβολα ανώτερα από αυτά;
Και αναρωτιέμαι το εξής: Σε τέτοιες συνθήκες, τι θα έκανε ο Τσε; Θα μιλούσε για τον καπιταλισμό και την οικονομία της αγοράς και όλα αυτά; Τι θα έκανε ο Μέγια, αυτός ο Μέγια που όλοι γνωρίζετε τόσο καλά, αυτή η λαμπρή προσωπικότητα που προηγήθηκε αυτής της γενιάς; Θα μιλούσε για την οικονομία της αγοράς και τον καπιταλισμό; Οχι! Τι θα έκανε ο Καμίλο; Θα μιλούσε για την οικονομία της αγοράς και τον καπιταλισμό, ξεστομίζοντας αυτές τις ανοησίες για τις οποίες μιλάνε κάποιοι μέτριοι, προδότες και καιροσκόποι άνθρωποι;
Σε εκδήλωση για τη λήξη του 4ου Συνεδρίου του ΚΚ Κούβας
14 Οκτώβρη 1991, Πλατεία Αντόνιο Μασέο στο Σαντιάγκο ντε Κούβα
Η ιστορία δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτό το συνέδριο, επειδή λαμβάνει χώρα σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της χώρας μας. Και αν χρειαζόταν ένα ιστορικό και ηρωικό συνέδριο της επαναστατικής πρωτοπορίας, που να συνεχίζει το έργο της όμορφης ιστορίας μας, ποιο άλλο μέρος, ποιο άλλο σημείο, ποια άλλη ατμόσφαιρα θα μπορούσε να ήταν αυτή του 4ου Συνεδρίου; Αυτό το συνέδριο είναι ιστορικό για πολλούς λόγους! Αλλά μεταξύ άλλων είναι ιστορικό επειδή η μοίρα μάς έχει κάνει σημαιοφόρους της Επανάστασης των ταπεινών, της Επανάστασης των εργατών, της Επανάστασης των εκμεταλλευόμενων, επειδή μας έχει κάνει σημαιοφόρους του επαναστατικού, προοδευτικού και δημοκρατικού κινήματος όλου του κόσμου. Δεν είμαστε η μόνη προοδευτική, δημοκρατική και επαναστατική χώρα. Είμαστε η μόνη χώρα που έχει γίνει ένα νησί επανάστασης σε έναν πρακτικά μονοπολικό κόσμο, λίγα μίλια από τον ηγεμονικό ιμπεριαλισμό και περιτριγυρισμένη από τον καπιταλισμό από παντού. Ενα νησί επανάστασης ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό. Ενα νησί επανάστασης σε αυτό το ημισφαίριο. Ενα νησί επανάστασης στη Δύση. Ενα νησί επανάστασης σε μεγάλο μέρος του κόσμου, όπου τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά κράτη βρίσκονται 15.000 ή 20.000 μίλια μακριά από την πατρίδα μας, σε μια εποχή που το σοσιαλιστικό στρατόπεδο της Ανατολικής Ευρώπης έχει καταρρεύσει, σε μια εποχή που η ΕΣΣΔ, ο πιο σταθερός και ακλόνητος σύμμαχός μας σε όλα αυτά τα χρόνια επανάστασης, που μας στήριξε τόσο ολόψυχα, που ήταν τόσο φιλική απέναντί μας, στην οποία οφείλουμε τόσες πολλές χειρονομίες αλληλεγγύης και της οποίας οι λαοί οφείλουν τόση ευγνωμοσύνη, βρίσκεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση.
Δεν υπάρχει καν το ένδοξο Κομμουνιστικό Κόμμα που ίδρυσε ο Λένιν, ο αρχιτέκτονας της ασύγκριτης Οκτωβριανής Επανάστασης, ο ηγέτης των ηρωικών λαών που κατέστρεψε την επέμβαση, που ξαναέχτισε αυτή τη χώρα από την αρχή, που την υπερασπίστηκε από τον φασισμό με κόστος περισσότερες από 20 εκατομμύρια ζωές, που έσωσε τον κόσμο από τη φασιστική κυριαρχία, που κατέστησε δυνατή την απελευθέρωση δεκάδων και δεκάδων αποικιών, που ξαναέχτισε τη χώρα και την ανέπτυξε σε διάστημα λίγων ετών, που ήταν τόσο υποστηρικτικός στην Κούβα. Και όταν εκεί, ακόμη και το πεπρωμένο είναι άγνωστο, όταν δεν γίνεται λόγος για σοσιαλισμό, όταν εκεί το σύνθημα είναι οικονομία της αγοράς, όταν δεν ξέρουμε αν θα σωθεί ή όχι ως ένα μεγάλο πολυεθνικό κράτος, αν θα διαλυθεί ή όχι ως Σοβιετική Ενωση με χειροκροτήματα από την αυτοκρατορία και τους συμμάχους της, με χειροκροτήματα και αγαλλιάσεις από όλους τους αντιδραστικούς του κόσμου, με την απροκάλυπτη θριαμβολογία των εχθρών του σοσιαλισμού και της ανθρώπινης προόδου, με την επιθυμία τους να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Υπό αυτές τις συνθήκες λαμβάνει χώρα αυτό το συνέδριο, αυτή η πράξη, αυτή η παγκόσμια Μπαραγκουά για να μπορέσουμε να πούμε: Αντόνιο Μασέο (στρατηγός ήρωας του αγώνα της ανεξαρτησίας της Κούβας ενάντια στους Ισπανούς αποικιοκράτες που κήρυξε την ανεξαρτησία στην πόλη Μπαραγκουά), εκείνη η αξέχαστη, ένδοξη και αξεπέραστη διαμαρτυρία σου που έλαβε χώρα μια μέρα κάτω από εκείνα τα δέντρα μάνγκο της Μπαραγκουά, η ίδια διαμαρτυρία είναι αυτή που λαμβάνει χώρα εδώ σήμερα, κάτω από αυτό το χαλύβδινο μνημείο σου που συμβολίζει τις αήττητες ματσέτες σου! (…)
Ισως όταν οι ιμπεριαλιστές νομίζουν ότι είμαστε πιο μόνοι, είμαστε πιο συνοδευμένοι, επειδή οι άνδρες και οι γυναίκες του κόσμου τρομοκρατούνται από την ιδέα ενός κόσμου που κυριαρχείται από την αυτοκρατορία των Γιάνκηδων. Τρομάζουν από την ιδέα μιας τάξης Γιάνκηδων για χίλια χρόνια, όπως άλλοι ήδη ονειρεύονταν, την εποχή του Χίτλερ. Ούτε χίλια χρόνια, ούτε εκατό χρόνια, και για εμάς ούτε εκατό μέρες, ούτε εκατό λεπτά, ούτε εκατό δευτερόλεπτα, επειδή δεν θα γίνουμε ποτέ υποτελείς της αυτοκρατορίας, λακέδες της αυτοκρατορίας. Αλλά ούτε ο κόσμος θα το ανεχθεί, και αυτός ο κόσμος κοιτάζει την Κούβα σήμερα με μεγάλες ελπίδες, και αυτός ο κόσμος επιθυμεί την αντίστασή μας και τη νίκη μας, επειδή είναι η νίκη του. Αυτός ο κόσμος θαυμάζει αυτή τη μικρή χώρα, αυτός ο κόσμος θαυμάζει αυτό το νησάκι ελευθερίας και αξιοπρέπειας, που αψηφά τα πάντα και είναι ικανό να αψηφήσει τους πάντες, αυτός ο κόσμος θαυμάζει την Κούβα του σήμερα και θα τη θαυμάζει όλο και περισσότερο καθώς εμείς θα είμαστε σε θέση να είμαστε γενναίοι, θα είμαστε σε θέση να αγωνιστούμε και να νικήσουμε. (…)
Υπό την ηγεσία της Επανάστασης και της σοσιαλιστικής κυβέρνησης, θα λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουμε την ομαλή λειτουργία των εργοστασίων μας, την εργασία των εργατών μας και την επιτυχία μας σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Ακολουθώντας την αρχή της προστασίας όλων, διασφαλίζοντας ότι κανένας πολίτης δεν θα μείνει απροστάτευτος στη χώρα μας και μοιράζοντας ό,τι έχουμε, θα βρούμε τρόπους να σώσουμε την πατρίδα, να σώσουμε την Επανάσταση και να σώσουμε τον σοσιαλισμό. Όπως σας είπα σήμερα στο τέλος του Συνεδρίου, είμαστε ανίκητοι, γιατί αν όλοι εμείς στο Πολιτικό Γραφείο χρειαστεί να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε όλοι στο Πολιτικό Γραφείο, και δεν θα είμαστε πιο αδύναμοι εξαιτίας αυτού! Αν όλοι εμείς στην Κεντρική Επιτροπή χρειαστεί να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε όλοι στην Κεντρική Επιτροπή, και δεν θα είμαστε πιο αδύναμοι εξαιτίας αυτού! Αν όλοι εμείς οι αντιπρόσωποι στο Συνέδριο χρειαστεί να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε όλοι, και δεν θα είμαστε πιο αδύναμοι εξαιτίας αυτού! Το παράδειγμα του καθενός θα πολλαπλασιαστεί, ο ηρωισμός του καθενός θα πολλαπλασιαστεί, και αν όλοι εμείς τα μέλη του Κόμματος χρειαστεί να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε όλοι στο Κόμμα, και δεν θα αποδυναμωθούμε!
Και αν για να συντρίψουν την Επανάσταση έπρεπε να σκοτώσουν ολόκληρο τον λαό, ο λαός, πίσω από τους ηγέτες του και το Κόμμα του, θα είναι έτοιμος να πεθάνει! Ακόμα και τότε δεν θα ήμασταν πιο αδύναμοι, γιατί πίσω μας θα έπρεπε να σκοτώσουν δισεκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που δεν είναι πρόθυμοι να είναι σκλάβοι, που δεν είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν να υφίστανται εκμετάλλευση, που δεν είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν να πεινάνε. Οι άνθρωποι μπορεί να πεθάνουν, αλλά τα παραδείγματα δεν θα πεθάνουν ποτέ! Οι άνθρωποι μπορεί να πεθάνουν, αλλά οι ιδέες δεν θα πεθάνουν ποτέ! Και να ‘μαστε εδώ, έτοιμοι να ποτίσουμε τις ιδέες μας με το αίμα μας, και κανένα άξιο παράδειγμα, καμία δίκαιη ιδέα δεν έχει ηττηθεί ποτέ. (…) Γι’ αυτό σήμερα, σε αυτή την ιστορική, υπερ-ιστορική πράξη, ενώπιον αυτού του πλήθους γενναίων ανθρώπων, ενώπιον αυτού του πλήθους πατριωτών, ενώπιον αυτού του πλήθους εξαιρετικών ανδρών και γυναικών, αλλάζω σήμερα το απόγευμα, για μια φορά, τα συνθήματα, τα οποία δεν θα αλλάξουν, επειδή θα παραμείνουν τα ίδια, αλλά σήμερα, ειδικά σήμερα, δεν λέω «Σοσιαλισμός ή Θάνατος!», επειδή θα υπάρξει σοσιαλισμός με κάθε κόστος και δεν λέω «Πατρίδα ή Θάνατος!», επειδή θα είμαστε ικανοί να πάρουμε τις ζωές εκείνων που θα ήθελαν να μας πάρουν την πατρίδα.

Η στάση του Φιντέλ απέναντι στην περεστρόικα και την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ
Η παρέμβαση του Ελ. Βαγενά στο 1ο Διεθνές Συμπόσιο “Φιντέλ: Κληρονομιά και Μέλλον”

Ευχαριστούμε για την πρόσκληση να λάβουμε μέρος στο 1ο Διεθνές Συμπόσιο “Φιντέλ: Κληρονομιά και Μέλλον” και θέλουμε και από αυτό το βήμα να εκφράσουμε τη βαθιά αλληλεγγύη του ΚΚΕ, όλων των κομμουνιστών της Ελλάδας στον ηρωικό λαό της Κούβας, που εδώ και δεκαετίες βρίσκεται στο στόχαστρο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.  Ο μεγάλος Κουβανός επαναστάτης Φιντέλ Κάστρο αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη και ευημερία του λαού της χώρας του καθώς και όλων των χωρών, που ξεσηκώνονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Έδωσε όλες τις δυνάμεις του για τη Νίκη και επικράτηση της Κουβανικής Σοσιαλιστικής Επανάστασης και των κατακτήσεών της. Στο πλαίσιο αυτό θέλουμε να αναδείξουμε στη σύντομη παρέμβασή μας μια σημαντική πλευρά της προσωπικότητάς του και της ξεχωριστής προσωπικής συμβολής του στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα σε μια κρίσιμη στιγμή για όλη την ανθρωπότητα και ιδιαίτερα για το παγκόσμιο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα. Τέτοια ήταν η περεστρόικα, που αποδείχτηκε όχημα της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ.
Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν από τους λιγοστούς ηγέτες των σοσιαλιστικών χωρών της εποχής, που αναγνωρίζοντας τις μεγάλες κατακτήσεις της ΕΣΣΔ, τη μεγάλη βοήθεια που αυτή έδωσε στην Κούβα και στις άλλες χώρες που επεδίωκαν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, καθώς και την ανάγκη να πραγματοποιούνται διορθωτικές κινήσεις στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, την ίδια ώρα εξέφρασε αρκετές επιφυλάξεις για την πορεία που ακολουθούσε το ΚΚΣΕ. Μάλιστα, σταδιακά πέρασε από μια βαθιά επιφυλακτική σε μια καθαρά επικριτική στάση απέναντι στις εξελίξεις στην ΕΣΣΔ. Κι αυτή του η στάση, σαφώς, βοήθησε πολλούς επαναστάτες, κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο να προσανατολιστούν σωστά στις εξελίξεις εκείνη την περίοδο.
Τι ήταν αυτό, όμως, που ξένιζε τον Φιντέλ στην περεστρόικα του Γκορμπατσόφ;
Σαφώς εστίαζε στο ζήτημα της συκοφαντικής επίθεσης που γινόταν τα χρόνια της περεστρόικα από «τα μέσα και τα πάνω» ενάντια στις κομμουνιστικές ιδέες, ενάντια στο ΚΚ και στην επαναστατική Ιστορία της χώρας. Οπως σημειώνει στην εισήγησή του στο 4ο Συνέδριο του ΚΚΚ, «έβλεπα να καταρρέει το κύρος του Κόμματος, έβλεπα να καταρρέει το κύρος του κράτους, έβλεπα να συκοφαντείται η Ιστορία της ΕΣΣΔ και ότι αυτό δεν είχε καμία σχέση με την ιστορική κριτική».1 Σε αυτό το Συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε 2 μήνες μετά την απαγόρευση του ΚΚΣΕ από τον Γιέλτσιν και 2 μήνες πριν την τυπική διάλυση της ΕΣΣΔ, ο Φιντέλ υπερασπίζεται τον σοσιαλιστικό δρόμο της Κούβας, την Επανάσταση, κόντρα στην αντεπανάσταση και στον συντριπτικά παγκόσμιο αρνητικό συσχετισμό δύναμης που διαμορφωνόταν τότε. Μάλιστα, δίνει παραδείγματα από τη συμμετοχή του το 1987 σε συνάντηση των ηγετών του Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (ΣΟΑ), όπου όπως λέει κοινά ήταν τα προβλήματα που αφορούσαν στρεβλώσεις στην οικονομία. Το ΚΚΕ, μελετώντας τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, έχει εστιάσει μεταξύ άλλων την προσοχή του στις λεγόμενες οικονομικές μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν, στις λαθεμένες αποφάσεις του 20ού και του 22ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, που βέβαια προωθούνταν και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Σ’ αυτά αναφέρεται και ο Φιντέλ στην εισαγωγική ομιλία του στο 4ο Συνέδριο του ΚΚΚ και σημειώνει ανάμεσα σε άλλα το τι είπε σε «στρογγυλό τραπέζι» με τους άλλους ηγέτες των σοσιαλιστικών χωρών: «”Προσπαθήστε στο μέλλον να αποφύγετε αυτόν τον δρόμο, να αποφύγετε την αποξένωση των ανθρώπων και τα αρνητικά αποτελέσματα που αυτή επιφέρει”. Με άκουσαν με μεγάλο ενδιαφέρον και, για να πω την αλήθεια, πολλοί από αυτούς μου είπαν αργότερα: “Ξέρετε, ακριβώς έτσι συνέβη και σε εμάς”. Οταν τους εξηγούσα ότι πολλά κατασκευαστικά έργα έμεναν ημιτελή, όταν τους εξηγούσα ότι επιδίωκαν να εκπληρώσουν το σχέδιο με βάση αξιακούς δείκτες της παραγωγής και όχι με βάση την αναγκαία γκάμα των προϊόντων, όταν τους εξηγούσα ότι οι επιχειρήσεις που όφειλαν να παράγουν ανταλλακτικά κατασκεύαζαν μόνο τα πενήντα πιο κερδοφόρα γι’ αυτές και δεν παρήγαν τα υπόλοιπα, και ούτω καθεξής, ορισμένοι μου είπαν με μεγάλη ειλικρίνεια: “Ξέρετε, ακριβώς έτσι συνέβη και σε εμάς”»2. Ο Κάστρο διαπίστωνε ότι η εισαγωγή μιας σειράς αγοραίων μηχανισμών και η χαλάρωση του κεντρικού σχεδιασμού, που στην ΕΣΣΔ είχαν ξεκινήσει τη δεκαετία του ’60, μπορούσαν να δημιουργήσουν στρεβλώσεις, ακόμη και κοινωνικές ανισότητες και τελικά να υπονομεύσουν την επαναστατική πορεία. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως την ίδια περίοδο, που στην ΕΣΣΔ διεξαγόταν η περεστρόικα, στην Κούβα (από το 1986) ακολουθείται η πολιτική της «Διόρθωσης λαθών και αρνητικών τάσεων», ορισμένα μέτρα της οποίας κινούνταν σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτήν της περεστρόικα, αντιστρέφοντας ορισμένα αγοραία μέτρα που είχαν εισαχθεί τα προηγούμενα χρόνια στην Κούβα.
Συμπερασματικά η οξυδέρκεια του Φιντέλ στηριζόταν σε μια βαθιά πεποίθηση, που είχε εκείνη την εποχή και η οποία τον βοήθησε 2,5 χρόνια πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ, στην ιστορική ομιλία της 26ης Ιουλίου 1989 (Camaguey), να ασκήσει κριτική στην περεστρόικα και να προβλέψει τη διάλυση της ΕΣΣΔ και έναν πιθανό εμφύλιο, λόγια σημαντικά όταν βλέπουμε σήμερα να σφαγιάζονται στα πεδία του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία για τα συμφέροντα των καπιταλιστών δύο αδελφοί λαοί, που έζησαν και μεγαλούργησαν μαζί στα χρόνια του σοσιαλισμού. Αρκετά χρόνια αργότερα, στα 2005, σε ομιλία του στους φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας ο Φιντέλ εστίασε σε προβλήματα χαμηλής κοινωνικής ευθύνης και συνείδησης, οικονομικής κακοδιαχείρισης, λαθεμένων κυβερνητικών αποφάσεων, ατομικής και καταχρηστικής ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου, διαφθοράς κ.ά., που αναδεικνύονται στην ομιλία του μιλώντας σε νέους ανθρώπους, σε φοιτητές, ξεκινώντας από την ανάγκη να μην επαναληφθεί στην Κούβα η εξέλιξη που είχε η ΕΣΣΔ. Και κριτικάρει «εκείνους που πίστευαν ότι με καπιταλιστικές μεθόδους θα χτίσουν τον σοσιαλισμό», λέγοντας πως αυτό «είναι ένα από τα μεγάλα ιστορικά λάθη»3. Συνοπτικά, μπορούμε να σημειώσουμε πως η στάση του Φιντέλ Κάστρο απέναντι στην περεστρόικα και την επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ αναδεικνύει τη σημασία της ιδεολογικής συνέπειας, καθώς και της έγκαιρης  πολιτικής εκτίμησης των εξελίξεων για τους κομμουνιστές. Η ιστορική αυτή εμπειρία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης, προβληματισμού, εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

1. Φιντέλ Κάστρο Ρους. Ομιλία κατά την έναρξη του 4ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας. 10 Οκτωβρίου 1991
2. Στο ίδιο.
3. Φιντέλ Κάστρο Ρους. Ομιλία στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, στις 17 Νοεμβρίου 2005.

Η Κούβα δεν είναι μόνη! Νέα έμπρακτη αλληλεγγύη από το ΠΑΜΕ στον ηρωικό λαό της Κούβας!