30 Ιουλίου 2026

Χαλυβουργική _ένας αιώνας αγώνων

Abstract _Για την ιστορία
Η Χαλυβουργική-Ελληνική Βιομηχανία Α. Ε ήταν ο κύριος παραγωγός χάλυβα στην Ελλάδα: ιδρύθηκε το 1925, ξεκίνησε να παράγει καλώδια το 1932 και χάλυβα το 1938.  Η παραγωγή της εκσυγχρονίστηκε και επεκτάθηκε με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την εταιρεία να μεταφέρει την παραγωγή της στην Ελευσίνα (1953), ενώ τα επόμενα χρόνια ήταν η "χρυσή εποχή" της, καθώς η κατασκευαστική έκρηξη που ακολούθησε λόγω του ελληνικού οικονομικού θαύματος οδήγησε σε μια τεράστια αύξηση της ζήτησης για χάλυβα. __Δείτε το επίσημο site
Αφίσα κατά τη διάρκεια της απεργίας
Η Χαλυβουργική __αφού θησαύρισαν οι Αγγελόπουλοι αντιμετώπισε τα πρώτα οικονομικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης από τα τέλη της 10ετίας του 1980 και στις αρχές της 10ετίας του 1990. Ωστόσο κατάφερε να επιβιώσει __με δάνεια από τις τράπεζες για υλοποίηση ενός προγράμματος εκσυγχρονισμού, όπου προσέθεσε νέα προϊόντα και τεχνολογίες.
Το 2012, γνώρισε την πρώτη δραματική πτώση στον όγκο παραγωγής της, με τις πωλήσεις της να πέφτουν κατά 70.62%, ενώ χρωστούσε πάνω από 1 δισ. ευρώ στις τράπεζες. Το 2014, μετά από μια δραματική πτώση της ζήτησης χάλυβα στην Ελλάδα και του υψηλού ενεργειακού κόστους, πρακτικά σταμάτησε την παραγωγή χάλυβα και απέλυσε 200 από τους 263 εργαζομένους της (πριν από αυτό, 148 εργαζόμενοι είχαν συνταξιοδοτηθεί με το τυράκι της εθελούσιας). Μέχρι που το 2015, σταμάτησε μόνιμα την παραγωγή της, αλλά συνέχισε να λειτουργεί __ενώ σε συνέντευξη του προέδρου του συνδικάτου των εργαζομένων το 2018, εκείνος δήλωσε ότι δεν είχε δει τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, εδώ και δύο χρόνια. Το 2018 το συνδικάτο δήλωσε ότι η εταιρεία απασχολούσε 170 εργαζομένους, οι οποίοι εργάζονταν τρεις μέρες την εβδομάδα, ενώ το 2006 απασχολούσε 600 με 700 εργαζομένους. Το 2018 χρωστούσε πάνω από 400 εκατομμύρια σε τράπεζες και στο δημόσιο, ενώ δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος της από το 2016.
Ο Γ. Σιφωνιός πρόεδρος του Σωματείου των χαλυβουργών
                                      Δείτε _ενδεικτικά Ριζοσπάστης

·        Ανίκητη η δύναμη της ενωμένης πάλης των εργατών

·        Να γίνει όλη η Ελλάδα μια Χαλυβουργία!

·        Ποιοι τελικά κλείνουν τα εργοστάσια;

·        Η νίκη των χαλυβουργών, νίκη όλης της εργατικής τάξης

Βρε καλέ αφέντη πού τα βρήκες τα λεφτά; Πού τα εργαλεία σου και πού τα υλικά; …Από τον μπαμπά μου πού’χε μια δουλειά!

Κι αν είναι ο τάφος σου βαθύς | χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς!
          Κώστας Βάρναλης

Η οικογένεια Αγγελοπούλου είναι γνωστή στο πανελλήνιο κι ακόμα παραπέρα. Θα λέγαμε ότι αυτό συμβαίνει με δύο έννοιες. Στους μεν, είναι γνωστή ως μια οικογένεια “αυτοδημιούργητων” επιχειρηματιών, που ενισχύουν και στηρίζουν την εθνική οικονομία, προσφέρουν θέσεις εργασίας, κάνουν αγαθοεργίες και, γενικώς, συγκαταλέγονται στα επίλεκτα μέλη του ποιμνίου της Εκκλησίας...
H οικογένεια έγινε πασίγνωστη και λόγω νύμφης. Η κυρία Γιάννα Δασκαλάκη - Αγγελοπούλου, πρωτοστατώντας στην ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 από την Αθήνα, δεν πρόσφερε το φωτοστέφανο της ...δόξας μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην οικογένεια...
Κατά τους μεν, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με μια οικογένεια σωστή κολόνα της κοινωνίας μας! Κατ' εκείνους, ωστόσο, που έχουν μάθει να βλέπουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και να ξεχωρίζουν την ουσία, η οικογένεια Αγγελοπούλου δεν αποτελεί παρά έναν τυπικό εκπρόσωπο της πλουτοκρατίας. Περισσότερα γι' αυτό έχουν να πουν οι χιλιάδες εργάτες που πέρασαν τη ζωή τους στο κρεματόριο της "Χαλυβουργικής", της "μάνας - επιχείρησης" της αυτοκρατορίας των Αγγελοπουλαίων.
Οι εκατοντάδες άλλοι, που ακρωτηριάστηκαν στις εγκαταστάσεις της. Και ακόμα περισσότερα θα μπορούσαν να πουν οι 10άδες νεκροί της "Χαλυβουργικής". Όλοι εκείνοι που καταπλακώθηκαν από τόνους σίδερο ή εξαερώθηκαν στη λάβα της υψικαμίνου, σε θερμοκρασία 2.000 βαθμών!

Οι νεκροί, οι ακρωτηριασμένοι, οι απολυμένοι (πετάχτηκαν στο δρόμο, επειδή η επιχείρηση έπαψε (!) να είναι ανταγωνιστική...) αποτελούν τους πιο αψευδείς μάρτυρες της άγριας εκμετάλλευσης, που συσσώρευσε αμύθητα πλούτη στην οικογένεια. Αυτοί, μαζί με τους είλωτες άλλων χωρών, έβαλαν σάρκες, κόκαλα, αίμα και ιδρώτα, για να χτίσει την αυτοκρατορία των άλλων δύο χαλυβουργείων (ΗΠΑ - Αγγλία), μιας σειράς ασφαλιστικών εταιριών, καραβιών και Κύριος οίδεν, ακόμα, πόσων άλλων ιδιοκτησιών.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια οικογένεια του διεθνούς κοσμοπολιτισμού, για έναν από τους παγκόσμιους καρχαρίες της καπιταλιστικής ζούγκλας.

Σε μια σειρά εφημερίδες, διαβάσαμε και είδαμε το νέο απόκτημα της οικογένειας, στο οποίο κατοικεί (sic) η Γιάννα με τον σύζυγο και τα παιδιά. Με τρόπο προκλητικό, πληροφορήθηκαν οι απλοί άνθρωποι ότι το παλάτι (περί αυτού πρόκειται), χτίστηκε το 1727 και θεωρείται σχεδόν εφάμιλλο με τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ!
Διαθέτει –από κατασκευής (πριν τις «βελτιώσεις»): Πενήντα (50) δωμάτια, 47 τηλεφωνικές γραμμές, κεντρικό σύστημα μετάδοσης μουσικής σε όλους τους χώρους, λουτρά φτιαγμένα από μάρμαρο πρώτης ποιότητας, ειδικές τζαμαρίες, ώστε να μην απειλούνται οι οικοδεσπότες ή οι προσκαλεσμένοι από τον κίνδυνο να υποστούν εγκαύματα από τον ήλιο (!), ταπετσαρία από δέρμα διακοσμημένη με φύλλα χρυσού, εντευκτήριο με κίονες κινεζικής τεχνοτροπίας και γαλάζιο θόλο ύψους 10 μέτρων με βαρύ πολυέλαιο! Ακόμα: Τραπεζαρία για 150 άτομα, γήπεδα τένις, γυμναστήριο, πισίνα από γρανίτη με υδατογραφίες δελφινιών, ανάλογων παραστάσεων με αυτές που βρέθηκαν στους Δελφούς, κλειστό σύστημα επόπτευσης του κτιρίου, τον μεγαλύτερο κήπο του Λονδίνου, τον οποίο φροντίζουν ειδικοί κηπουροί από την Ιαπωνία. Και πολλά άλλα...
Για την αγορά αυτού του παλατιού, δαπανήθηκαν 12 δισεκατομμύρια (δρχ). και άλλα 4,6 για την επισκευή του! Συνολικά 16,6 δισ!! Δηλαδή –σε σημερινές τιμές, 49.000.000€ τόσα, όσα η σύνταξη ενός μήνα 120.000 συνταξιούχων, ή εργατών με το βασικό. Και αυτά, μόνο για να αποκτηθεί η έπαυλη! Πόσων χιλιάδων, άραγε, χρειάζεται το μισθό, για να συντηρείται; Και όχι μόνο αυτή, αλλά και οι άλλες της Ζυρίχης, του Ψυχικού, της Ν. Υόρκης. Και πόσες ακόμα; Και να σκεφτεί κανείς ότι έγιναν απεργιακές κινητοποιήσεις πολλών ημερών, για να κερδίσουν οι χαλυβουργοί ένα μπουκάλι γάλα!...
Πάντως, οι εφημερίδες που πρόβαλαν τότε το θέμα, μας ενημέρωσαν ότι το ανάκτορο έφυγε από τα χέρια Άγγλων και ήρθε στα χέρια Ελλήνων! Η οικογένεια Αγγελοπούλου, επομένως, πραγματοποίησε άλλο ένα ...εθνικό χρέος!...
Το μακρινό 1998, κάποιος Στέλιος ένας από τους χιλιάδες εργάτες της ανθούσας τότε "Χαλυβουργικής", που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο κάτεργό της και, συνταξιούχος πια, βρισκόταν άρρωστος σε μια κλινική, που, όταν μπαίνεις, πιάνεις τη μύτη σου χρειάστηκε αίμα. Δηλαδή, όπως φάνηκε, κάτι από τα ...δύσκολα! Έπρεπε να γίνει ολόκληρη κινητοποίηση, για να βρεθούν μετά από μέρες 4 μπουκάλια. Και αυτά κατά δόσεις. Οι υπεύθυνοι της κλινικής δήλωσαν αναρμόδιοι για το θέμα: Αν ενδιαφερθούν γνωστοί ή συγγενείς να τα φέρουν, έχει καλώς. Αν όχι...

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν είναι καθόλου ανεξήγητο, γιατί η οικογένεια - «εθνικός ευεργέτης» - χαίρει διαχρονικά της μεγάλης εκτίμησης και φιλίας διαχρονικά των κυβερνήσεων, από το «βαθύ» ΠΑΣΟΚ, στο ανανεωμένο και μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη που της ανέθεσε επιτελικό ρόλο «με υπερηφάνεια για το παρελθόν μας και αυτοπεποίθηση για το μέλλον μας» (επικεφαλής της επιτροπής «Ελλάδα 2021»)


Ας δούμε, επί τροχάδην, τι εστί "Χαλυβουργική". Το αίμα που τρέχει από την κάθε καμινάδα της, την κάθε πύλη της, τον κάθε φούρνο της, συνθέτει ένα πραγματικά ανατριχιαστικό φαινόμενο. Λοιπόν, στα 68 χρόνια που η "Χαλυβουργική" υπάρχει στην Ελευσίνα, με την αμέριστη στήριξή της από όλες τις κυβερνήσεις, συνέβησαν τα εξής:

  • 10άδες εργάτες έχασαν τη ζωή τους, πολλοί από αυτούς εξαφανίστηκαν στα καζάνια με τον θερμαινόμενο σίδηρο. Εξαερώθηκαν!!! Ακόμα περισσότεροι ακρωτηριάστηκαν. Άλλος έχασε το πόδι, άλλος το χέρι, άλλος τα δάχτυλα...
  •  Εκατοντάδες πέθαναν πριν την ώρα τους, από πνευμονικές και καρδιακές παθήσεις, δουλεύοντας μέσα σε μια κόλαση.
  •  Χιλιάδες άλλοι απολύθηκαν, επειδή δρούσαν συνδικαλιστικά.

Ο κόλπος της Ελευσίνας νεκρώθηκε. Βασικός παράγοντας ήταν το κυάνιο που χυνόταν στη θάλασσα από την υψικάμινο της "Χαλυβουργικής".
Είχε τα «ψηλά» και τα «χαμηλά» της, δε συρρικνώθηκαν όμως και τα κέρδη των Αγγελοπουλαίων. Τα - άγνωστο πόσα - τρισεκατομμύρια, αυτά χρόνια, διοχετεύτηκαν στις ξένες τράπεζες, έγιναν επιχειρήσεις στο εξωτερικό και εξασφάλισαν τη χλιδή στην οικογένεια. Και όχι μόνο τη χλιδή, αλλά και τις... ευεργεσίες στο Πατριαρχείο και αλλού. Είναι κι αυτός ένας τρόπος συμπεριφοράς της πλουτοκρατίας (εκπίπτουν και από τη φορολόγηση).
Η γνωστή και άγνωστη ιστορία της "Χαλυβουργικής" είναι η ιστορία του κεφαλαίου: Στάζει αίμα απ' όπου κι αν το πιάσεις. Οι θησαυροί της οικογένειας έγιναν από τη σάρκα, το αίμα, τον ιδρώτα, την αγωνία, την εκμετάλλευση χιλιάδων οικογενειών, χιλιάδων σύγχρονων σκλάβων.

Το 2015, η εταιρεία σταμάτησε μόνιμα την παραγωγή της, αλλά –όπως μας πληροφορεί η Wiki “συνέχισε να λειτουργεί για το καλό των εργαζομένων”. Το 2018 το συνδικάτο δήλωσε ότι η εταιρεία απασχολούσε 170 –μόνιμα απλήρωτους εργαζομένους, οι οποίοι εργάζονταν μερική απαρχόληση 3 μέρες την εβδομάδα, από 3 ώρες, ενώ χρωστούσε –δανεικά κι αγύριστα, πάνω από 400 εκατομμύρια σε τράπεζες και δημόσιο, έχοντας πάρει επιπλέον χρήματα ενώ δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος της από το 2016.

Προκλητικά δημοσιεύματα αντιπερισπασμού και συνέχισης της ιδεολογικής χειραγώγησης τμημάτων των εργαζομένων και ιδιαίτερα της νεολαίας

«Στο εργοστάσιο της Ελληνικής Χαλυβουργίας το ατσάλι που παράγεται έχει μέσα του κάτι από τη δύναμη του εργάτη. Το κακό είναι πως αυτή τη δύναμη τη χάνει για πάντα ο εργάτης.Μπροστά στην άγρια λάμψη του φούρνου ή του αναλυωτού ατσαλιού βλέπεις την ένταση που βάζει ο μεταλλουργός, να σκληραίνει το πρόσωπό του, να στεγνώνει το κορμί του. Οι φούρνοι τήξεως μετάλλου που καίνε σε 2.000 βαθμούς βγάζουν μια ζεματιστή ακτινοβολία που κόβει την ανάσα... Οι εργάτες ζουν μέσα σ' αυτή την κόλαση» (Ρεπορτάζ της «Αυγής» - όργανο τότε της ΕΔΑ - στις 21/2/1953).Με τον ιδρώτα και το αίμα των εργατών έδενε στην κυριολεξία το ατσάλι στα εργοστάσια χαλυβουργίας της Ελευσίνας, που, μόνο στο διάστημα 1956 - 1963, μέτρησαν 15 νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες από εργατικά «ατυχήματα» (εργοδοτικά εγκλήματα):1
«Κανονισμός μέτρων ασφαλείας, εσωτερικός κανονισμός συνθέσεως του προσωπικού, όροι υγιεινής, εφαρμογή κλαδικών συμβάσεων, εφαρμογή εργατικών νόμων είναι άγνωστα για τους εργοδότες των χαλυβουργικών εργοστασίων, ενώ οι πόρτες των βιομηχανικών αυτών συγκροτημάτων ανοίγουν συνέχεια για να εξέλθουν με φορεία ή καμιόνια οι τραυματίες ή οι νεκροί της μάχης με τις μηχανές για το τριπλασίασμα της παραγωγής».2
Πέρα από τις «εκπτώσεις» στα μέτρα ασφαλείας, βασική αιτία των ατυχημάτων υπήρξε η εντατικοποίηση της δουλειάς. Προκειμένου να λάβουν το βασικό μισθό εντός του 8ώρου οι εργάτες υποχρεώνονταν να πιάσουν μια συγκεκριμένη παραγωγή. Αν ο μισθός ή ο χρόνος δεν έφτανε (και σπάνια έφτανε) οι χαλυβουργοί αναγκάζονταν να δουλέψουν παραπάνω αμειβόμενοι με το κομμάτι. Ετσι πολύ συχνά οι εργάτες κατέληγαν να κάνουν σχεδόν δύο μεροκάματα σε μια μέρα (από άποψη παραγωγής), αλλά να αμείβονται μόλις το ενάμισι.
Την εργοδοτική εκμετάλλευση συμπλήρωνε η τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς: ομαδικές απολύσεις, λοκ-άουτ, παύσεις συνδικαλιστών, κ.ο.κ. Μόνο την περίοδο 1956 - 1963 απολύθηκαν περισσότερα από 100 συνδικαλιστικά στελέχη στη χαλυβουργία της Ελευσίνας, μεταξύ αυτών, πέντε πρόεδροι και γραμματείς συνδικάτων.

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα | κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα | και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.

Η απεργία του 1957: Η πρώτη μάχη

Η πρώτη μεγάλη μάχη των εργατών της Ελληνικής Χαλυβουργίας δόθηκε το 1957 με κύριο αίτημα την αύξηση των μισθών. Η απεργία, που κράτησε 9 μέρες, αντιμετωπίστηκε από την εργοδοσία με πρωτόγνωρη τρομοκρατία και ομαδικές απολύσεις. Οι απεργοί δεν άντεξαν, λύγισαν και γύρισαν στην εργασία τους ηττημένοι: «Περάσανε από τότε πέντε χρόνια σκληρής δοκιμασίας, λέει ο χαλυβουργός Χριστόδουλος Καραθίσης, πατέρας πέντε παιδιών. Πέντε χρόνια σιωπής και άγχους. Ο ένας φοβόταν να κοιτάξει τον άλλον. Ο καθένας όμως έτρεφε μέσα του την αγανάκτηση και περίμενε την ώρα να δώσει τη δεύτερη μάχη, τη νικηφόρα».3Αυτή θα ερχόταν το 1962.
Στο διάστημα που μεσολάβησε η εκμετάλλευση των εργατών οξύνθηκε ακόμη περισσότερο. Η παραγωγικότητα αυξήθηκε (μέσα σε 3 χρόνια, από το 1959 έως το 1962, η παραγωγή αυξήθηκε από 50 σε 80 χιλιάδες τόνους - πάνω από 50%), ενώ οι αποδοχές των εργαζομένων μειώθηκαν (αφού η εταιρεία κατάργησε ταυτόχρονα το επίδομα παραγωγής). Βεβαίως, από την τελευταία απεργία, είχε επέλθει μια σημαντική αλλαγή όσον αφορά το συσχετισμό δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα της περιοχής. Το 1962 το Εργατικό Κέντρο Ελευσίνας ήταν ένα από τα τρία ΕΚ πανελλαδικά στα οποία είχαν τεθεί επικεφαλής οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος (του ΔΣΚ: της συνδικαλιστικής κίνησης της ΕΔΑ, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιζαν οι κομμουνιστές εργάτες).

Η απεργία του 1962: Η μεγάλη σύγκρουση

Το πρώτο δεκαήμερο, λοιπόν, του Οκτώβρη του 1962 οι εργαζόμενοι της Ελληνικής Χαλυβουργίας κατέβηκαν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις με βασικό αίτημα την αναπροσαρμογή των αποδοχών τους. Η εταιρεία, έχοντας πίσω της την εμπειρία του 1957, έβαλε μπρος τις γνωστές και δοκιμασμένες στην πράξη μεθόδους τρομοκράτησης των εργατών. Κήρυξε επαναλαμβανόμενα λοκ-άουτ, ενώ απέλυσε συνολικά 42 εργαζομένους. «Ξέχασε», όμως, «να υπολογίσει ότι κάθε μέρα που περνά ο εργάτης αποκτά όλο και μεγαλύτερη συνείδηση της δυνάμεώς του».  Οι χαλυβουργοί ήταν αποφασισμένοι να μη δεχτούν επανάληψη της ήττας του 1957. Στην επίθεση της εργοδοσίας απάντησαν με ένταση του αγώνα: συνεχόμενες στάσεις εργασίας, συγκεντρώσεις, πορείες, κ.ο.κ. Στο αίτημα για αυξήσεις στους μισθούς προστέθηκε τώρα και το αίτημα για επαναπρόσληψη των απολυμένων συναδέλφων τους. Ολα τα μέσα που επιστράτευσε η εργοδοσία δεν στάθηκαν ικανά να ραγίσουν το αρραγές μέτωπο των 600 αγωνιζόμενων εργατών.

1962, από την πρώτη μέρα της απεργίας πείνας των χαλυβουργών

Οι χαλυβουργοί όμως δεν ήταν μόνοι τους. Από την αρχή κιόλας του αγώνα τους, τόσο το Εργατικό Κέντρο Ελευσίνας, αλλά και σύσσωμα τα 17 σωματεία της δύναμής του, στάθηκαν στο πλευρό τους, με κοινές κινητοποιήσεις και άλλες εκδηλώσεις ταξικής αλληλεγγύης. Πραγματοποιήθηκε πανεργατική συγκέντρωση, ενώ οι οικοδόμοι (η «εμπροσθοφυλακή» τότε του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος) κατέβηκαν σε 24ωρη απεργία συμπαράστασης. Στις 3 Δεκεμβρίου οι χαλυβουργοί κατέφυγαν στον απεγνωσμένο αγώνα της απεργίας πείνας: «Ζωή ή θάνατος φώναξαν στη γενική συνέλευσή τους...και κλείσθηκαν στις αίθουσες του Εργατικού Κέντρου». Στο μεταξύ, η ταξική αλληλεγγύη λάμβανε ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Μόνο κατά τη διάρκεια της 8ήμερης απεργίας πείνας στάλθηκαν στους χαλυβουργούς 420 τηλεγραφήματα συμπαράστασης εργατοϋπαλληλικών και άλλων οργανώσεων. Ερανοι πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των εργατών και των αγροτών απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας για την οικονομική ενίσχυση του αγώνα τους και των δοκιμαζόμενων οικογενειών τους. Οι επαγγελματοβιοτέχνες της Ελευσίνας κήρυξαν 24ωρο κλείσιμο των καταστημάτων τους, οι λιμενεργάτες εξήγγειλαν επίσης απεργία πείνας σε συμπαράσταση των εργατών της Ελληνικής Χαλυβουργίας, οι εργαζόμενοι του παραρτήματος της εταιρείας στο Μοσχάτο κατέλαβαν τις εγκαταστάσεις της για μέρες, κ.ο.κ.

Η εργοδοσία υποχωρεί: Νίκη των χαλυβουργών

Επειτα από 2 μήνες κινητοποιήσεων και αντιμέτωπη με την ανυποχώρητη στάση των απεργών, αλλά και την ταξική αλληλεγγύη χιλιάδων άλλων εργατών, η εργοδοσία αναγκάστηκε τελικά στις 10 Δεκεμβρίου να παραδώσει τα όπλα. Η νίκη των χαλυβουργών ήταν πλήρης: «Φρύαξε η διεύθυνση της εταιρείας αλλά δεν μπορούσε πια να κάνει αλλιώς. Αντιμετώπιζε την εξέγερση μιας πόλεως. Υποχώρησε και δέχτηκε τα αιτήματα των χαλυβουργών. Δέχτηκε την επαναπρόσληψη των απολυθέντων, την αύξηση των ημερομισθίων, την καταβολή των ημερομισθίων του λοκ-άουτ και την καταβολή του δώρου των εορτών χωρίς περικοπή των ημερών της απεργίας και του λοκ-άουτ».

Η νίκη τους έγινε νίκη της εργατικής τάξης συνολικά.

«Δευτέρα, ώρα 3.30 μ.μ. Η φωνή του προέδρου του εργατικού κέντρου κ. Τάχα ακούγεται συγκινητική από το μικρόφωνο. "Συνάδελφοι, ο μεγαλειώδης αγώνας σας στέφθηκε από επιτυχία. Νικήσατε. Ζήτω οι εργάτες. Ζήτω η ενότητά τους". Οι απεργοί που είναι ξαπλωμένοι αναταράζονται από την ξαφνική είδηση και με κόπο προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Ζαλισμένοι και τρικλίζοντας, αγκαλιάζονται, φιλιούνται, κλαίνε...

Η είδηση της νίκης των απεργών μεταδόθηκε αστραπιαία από την μια στην άλλη άκρη της Ελευσίνας. Από παντού, ο κόσμος, εργάτες, υπάλληλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά κατευθύνονται προς το εργατικό κέντρο. Στις 5 η ώρα η οδός Χαριλάου, που βρίσκεται το εργατικό κέντρο, "πήζει" από χιλιάδες Ελευσίνιους, που χειροκροτούν συγκινημένοι τους απεργούς. Οι απεργοί αναχωρούν για τα σπίτια τους...κατά μήκος του κεντρικού δρόμου της Ελευσίνας και στην πλατεία της πόλεως το πλήθος τους χειροκροτεί και ζητωκραυγάζει. Ζήτω οι χαλυβουργοί...» Πέντε δεκαετίες αργότερα, οι εργάτες της Ελληνικής Χαλυβουργίας δίνουν και πάλι τη μάχη από τις επάλξεις του αγώνα. Η εκμετάλλευση του ιδρώτα τους, η ιδιοποίηση του πλούτου που παράγουν δεν σταμάτησε ποτέ να τους στερεί το δικαίωμα σε μια καλύτερη ζωή. Αλλωστε, αυτό αποτελεί αναπόσπαστο και διαχρονικό στοιχείο του καπιταλισμού. Οπως διαχρονικό είναι και το στοιχείο της ταξικής πάλης και της ταξικής αλληλεγγύης. Η εργατική τάξη έχει ιστορική πείρα. Η σημερινή απεργία των χαλυβουργών μπορεί και πρέπει να προστεθεί ως παρακαταθήκη στους αγώνες που έχει η εργατική τάξη μπροστά της. Μέχρι την τελική νίκη!

  • 1. «Αυγή» 31/5/1963 και 20/11/1963
  • 2. «Αυγή» 3/9/1964
  • 3. Ολες οι παραπομπές από δω και πέρα από την «Αυγή» 11 και 12/12/1962

Ένα χρόνο μετά την πρώτη του προβολή το Γενάρη 2015, το ντοκιμαντέρ «NON OMNIS MORIAR», ανεξάρτητη παραγωγή της ομάδας «Locomotiva», σε σκηνοθεσία Θεοδοσίας Γραμματικού, φιλοξενείται πλέον ολόκληρο στο διαδίκτυο, στο κανάλι της ομάδας «Locomotiva» στο youtube  «Δεν θα πεθάνω ολάκερος» δηλώνει, μεταφρασμένος στα ελληνικά, ο τίτλος της ταινίας, δανεισμένος από τις Ωδές του Οράτιου (Βιβλίο ΙΙΙ). «Δεν θα πεθάνω ολάκερος», με την έννοια του «κάτι θα μείνει από μένα»... κάτι σαν μαγιά, μια αδιαπραγμάτευτη παρακαταθήκη για τους αυριανούς εργατικούς αγώνες...

Λατινική η έκφραση που συνιστά τον τίτλο τής, χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητης παραγωγής της κολεκτίβας «Λοκομοτίβα». Η ταινία ξεκινά με αρχειακό υλικό από τις απεργίες του κλάδου το 1957 και το '62 για να φτάσει στο Νοέμβρη του 2011 στο εργοστάσιο της «Χαλυβουργίας Ελλάδος» όπου οι στριγκές των μηχανών ωχριούν μπροστά στην ένταση των συζητήσεων των εργαζομένων. Κυρίαρχη λέξη: Απολύσεις... Οι μηχανές παγώνουν και σιωπούν. Οι χαλυβουργοί συγκεντρώνονται για γενική συνέλευση. Δύο οι προτάσεις: Πενθήμερο / πεντάωρο - που σημαίνει δραστική μείωση αποδοχών. Εναλλακτική; Απολύσεις... Τίποτα απ' τα δυο. Απεργία! Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Οκτώβρη 2011 με την έναρξη της απεργίας στη «Χαλυβουργία Ελλάδος» και συνεχίστηκαν για τους υπόλοιπους εννέα μήνες αυτής της ηρωικής απεργίας, ακολουθώντας τους χαλυβουργούς απεργούς στο εργοστάσιο, αλλά και σε όποια δράση έπαιρναν απόφαση.

Εννέα μήνες κράτησε η απεργία, εννέα μήνες βήμα προς βήμα και η καταγραφή γεγονότων σε στιλ ρεπορτάζ: Στην πύλη του εργοστασίου που μετουσιώθηκε σε φάρο της, καταγραφή των πολυποίκιλων και πυκνών εκδηλώσεων αλληλεγγύης σε Ελλάδα και εξωτερικό, της μάχης των γυναικών των απεργών και των παιδιών τους, των μεγάλων κινητοποιήσεων στο κέντρο της Αθήνας και έξω από τη βίλα του ιδιοκτήτη της επιχείρησης, καταγραφή των ανυποχώρητων διεκδικήσεων του σωματείου σε υπουργεία με καλοπληρωμένους και κακοπληρωμένους υπαλλήλους του κράτους των αφεντικών για τη βρώμικη δουλειά, καταγραφή της βίαιης καταστολής της.

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία
: Θεοδοσία ΓραμματικούΣενάριο - Κείμενα: Φώτης ΜιχαλόπουλοςΕπιμέλεια κειμένου: Θεοδοσία Γραμματικού, Κώστας ΣταματόπουλοςΔιεύθυνση παραγωγής: Κώστας ΣταματόπουλοςΔιεύθυνση φωτογραφίας: Θεοδοσία Γραμματικού, Χρήστος ΓιάννουΜοντάζ: Σωτήρης Γκέκας, Γιώργος ΔιδυμιώτηςΑφήγηση: Φώτης Μιχαλόπουλος, Ελίνα ΚαπετάνουΣυνεντεύξεις: Νίκος Γκιόλιας, Γιώργος Καραγιάννης, Παναγιώτης Κατσαρός, Σοφία Κατσαρού, Δημήτρης Λιάκος, Παναγιώτης Παπανικολάου, Νάσος ΠαυλάκηςΒ. Σκηνοθέτη: Βαγγέλης ΚάλοουΟργάνωση Παραγωγής: Σήφης ΣτάμουΗχοληψία: Κώστας Παπασπύρου, Γιώργος ΘεοφάνουςStudio ηχοληψίας: Cpwayfarer, KollektivaSound editor: Γιάννης ΜπαλούςColor Correction: Salim SaifedineSpecial effects: Κώστας ΣκανδάληςΠαραγωγή: Χρήστος Γιάννου - Lokomotivagroup

26 Ιουλίου 2026

Lola rennt 👈 Τρέξε Λόλα, τρέξε

Με αφορμή την επανέκδοση μιας πολυβραβευμένης ταινίας του 1998__ καταιγιστικής δράσης και όχι μόνο, σε σκηνοθεσία Τομ Τίκβερ που σε όλες τις χώρες κράτησε τον πρωτότυπο τίτλο της
Abstract _ Myrtoooo!, vielen Dank für die Hilfe aus Berlin. Μυρτώ ευχαριστώ για τη βοήθεια από το Βερολίνο

Official website __Στο Βερολίνο της 10ετίας του 1990 ο νεαρός Μάνι (Μόριτς Μπλάιμπτροϊ) χάνει στο τρένο τα 100.000 μάρκα που πρέπει να επιστρέψει στο λαθρέμπορο Ρόνι. Απελπισμένος παίρνει τηλέφωνο την φίλη του Lola (Φράνκα Ποτέντε) η οποία θα κάνει τα πάντα για να τον βοηθήσει. Ακολουθεί το ανελέητο κυνηγητό διάρκειας 20 λεπτών για την ανεύρεση των χρημάτων – σε τρεις διαφορετικές εκδοχές λίγο πριν από το μεσημέρι με τους υποθετικούς ή πραγματικούς κινδύνους και περισπασμούς που επιφυλάσσουν οι δρόμοι  της γερμανικής πρωτεύουσας Mια πανκ, πολύχρωμη φαντασμαγορία, τοποθετημένη στον δικό της κόσμο. Παρότι δεν προσφέρει κάποια ανατροπή, ούτε δημιουργεί αποκαλυπτικό, ολοκληρωμένο νέο κόσμο (στυλ Matrix), παραδίδει λιτή, δράση με εντυπωσιακό στιλ, διανθισμένη με παιχνιδιάρικες (αμπελο)φιλοσοφικές προκλήσεις.
Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του αυτοδίδακτου, 34χρονου Βερολινέζου σκηνοθέτη Tom Tykwer είναι μία ανάλαφρη ρομαντική περιπέτεια, κωμωδία και θρίλερ, που αιωρείται πάνω από ένα κοχλάζον ηλεκτρονικό σάουντρακ. Η ταινία παρουσιάζει τρεις πιθανές εκδοχές του Βερολίνου, , για τη (Franka Potente) και τον Manni (Moritz Bleibtreu). Δύο αβίαστα κουλ εικοσάχρονους εραστές που βρίσκονται ξαφνικά σε μπελάδες. Με τη Lola ξεκινά έναν αγώνα δρόμου, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να σώσει τον Manni, τον εαυτό της και την αγάπη τους. Είκοσι λεπτά αγωνίας και, κάθε φορά που αποτυγχάνει, η ταινία επιστρέφει στην αρχή και σε μία ακόμα προσπάθειά της. Η παρουσίαση τριών διαφορετικών εκδοχών της πραγματικότητας μπορεί να θεωρηθεί μία από τις πρώιμες κινηματογραφικές απεικονίσεις, όπου άπειρα σύμπαντα συνυπάρχουν. Ο Godard είχε κάποτε διατυπώσει την επιτηδευμένα προκλητική άποψη πως το μόνο που χρειάζεσαι για να κάνεις μια ταινία είναι ένα κορίτσι και ένα όπλο. Ο Tykwer χρειάζεται μόνο τη Potente. Υπάρχει όπλο εδώ, αλλά η ερμηνεία της Potente ως κοκκινομάλλα, τατουαρισμένη και ανιδιοτελής Lola είναι πάνω απ’ όλα ακατάπαυστη κίνηση προς τα εμπρός.
                
Κάποιες λεπτομέρειες __για να μπείτε στο πνεύμα
Η Λόλα κατεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα της πολυκατοικίας της, προσπερνώντας έναν άντρα με σκύλο. Στην τράπεζα, ο πατέρας της συνομιλεί με την ερωμένη του, η οποία αποκαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Όταν φτάνει η Λόλα, η συζήτησή της με τον πατέρα της μετατρέπεται σε καβγά. Της λέει ότι αφήνει τη μητέρα της και ότι δεν είναι η βιολογική του κόρη. Η Λόλα τρέχει να συναντήσει τον Μάνι, αλλά φτάνει πολύ αργά και τον βλέπει να μπαίνει στο σούπερ μάρκετ με ένα όπλο. Τον βοηθά να κλέψει τα 100.000 μάρκα, αλλά βρίσκουν το μέρος περικυκλωμένο από αστυνομία. Παραδιδόμενη, ο Μάνι πετάει την τσάντα με τα χρήματα στον αέρα, κάτι που ξαφνιάζει έναν αστυνομικό που πυροβολεί κατά λάθος τη Λόλα και τη σκοτώνει __


Τα γεγονότα ξαναρχίζουν από τη στιγμή που η Λόλα φεύγει από το σπίτι. Αυτή τη φορά, ο άντρας με τον σκύλο την κάνει να σκοντάψει, και εκείνη τρέχει κουτσαίνοντας και φτάνει αργά στην τράπεζα, επιτρέποντας στην ερωμένη του πατέρα της να προσθέσει ότι δεν είναι ο πατέρας του αγέννητου παιδιού της. Η εξαγριωμένη Λόλα ακούει, αρπάζει το όπλο ενός φύλακα ασφαλείας, κρατάει τον πατέρα της όμηρο και ληστεύει την τράπεζα. Όταν η αστυνομία την περνάει για περαστικό, καταφέρνει να φύγει και να συναντήσει τον Μάνι εγκαίρως και να τον σταματήσει από το να ληστέψει ένα σούπερ μάρκετ, αλλά ένα ασθενοφόρο που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, το οποίο η Λόλα είχε αποσπάσει την προσοχή του λίγο νωρίτερα, τον χτυπάει.
Τα γεγονότα ξεκινούν από την αρχή. Η Λόλα πηδάει πάνω από τον άντρα και τον σκύλο του, φτάνοντας στην τράπεζα νωρίτερα, αλλά χωρίς να προκαλεί αυτοκινητιστικό ατύχημα όπως έκανε τις δύο πρώτες φορές. Κατά συνέπεια, ο πελάτης του πατέρα της φτάνει πριν από αυτήν και φεύγει με τον πατέρα της. Η Λόλα περιπλανιέται άσκοπα πριν μπει σε ένα καζίνο, όπου παραδίδει όλα τα μετρητά της και παίζει ρουλέτα με μια μάρκα των 100 μάρκων. Ποντάρει στον αριθμό 20, ο οποίος κερδίζει. Η ρουλέτα πληρώνει 35 προς 1, οπότε κερδίζει 3.500 ακόμη μάρκες, τις οποίες προσθέτει αμέσως στην αρχική της μάρκα στο 20. Το 20 εμφανίζεται ξανά. Φεύγει με μια τσάντα που περιέχει 129.600 μάρκα και τρέχει στο ραντεβού του Μάνι. Η Μάνι εντοπίζει τον άστεγο άντρα από το μετρό να περνάει με ποδήλατο και να κρατάει την τσάντα με τα χρήματα. Ο Μάνι κλέβει πίσω την τσάντα υπό την απειλή όπλου, ανταλλάσσοντας το όπλο του. Η Λόλα, ατημέλητη και ιδρωμένη, φτάνει για να δει τον Μάνι να δίνει χρήματα στον Ρόνι. Καθώς το ζευγάρι περπατάει, ο Μάνι ρωτάει αδιάφορα τη Λόλα για την τσάντα της.

Βραβεύσεις

·       Deutscher Filmpreis 1999

§  Καλύτερη ταινία

§  Καλύτερη ηθοποιός (Φράνκα Ποτέντε)

§  Καλύτερη σκηνοθεσία (Τομ Τίκβερ)

§  Καλύτερη φωτογραφία (Φρανκ Γκρίμπελ)

§  Καλύτερο μοντάζ (Ματίλντε Μπονφουά)

§  Β’ Γυναικείος ρόλος (Νίνα Πέτρι)

§  Β’ Ανδρικός ρόλος (Χέρμπερτ Κνάουπ)

§  Ταινία της χρονιάς


Επίσης η ταινία πήρε τα παρακάτω βραβεία:

§  Sundance Film Festival 1999 – Καλύτερη ξένη ταινία (αγγλικός τίτλος: Run Lola Run)

§  Ernst-Lubitsch-Preis 1999

§  Bayrischer Filmpreis 1998

§  Großer Preis der Stadt Genf 1999

§  Bambi 1998

§  Hongkong Critics Choise 1998

§  Goldene Schaltplatte 1999

§  MTV Select Award 1999

Η ταινία ήταν υποψήφια για το Χρυσό Λιοντάρι (σκηνοθεσία) το 1998 στη Βενετία.

Ο Tykwer αξιοποιεί σε μεγάλη έκταση στοιχεία που θα μπορούσαν εύκολα να θεωρηθούν κλισέ, καθώς χρησιμοποιούνται συχνά σε μουσικά βίντεο και διαφημίσεις. Καταφέρνει, ωστόσο, να ξεπεράσει το σύγχρονο οπτικό λεξιλόγιο και να δημιουργήσει κάτι διαχρονικό γύρω από τη μοίρα και την αγάπη. «Μακάρι να ήμουν ένας χτύπος καρδιάς, μακάρι να ήμουν ένας τυφώνας, μακάρι να ήμουν κυνηγός, αναζητώντας διαφορετικά πράγματα», ψιθυρίζει η Potente σε ένα τραγούδι που συνοδεύει μεγάλο μέρος της ταινίας. Και η ταινία του Tykwer είναι αναμφίβολα ένα «διαφορετικό πράγμα» από ένα μουσικό βίντεο. Είναι ένα πολυσύμπαν απαλλαγμένο από κάθε μεγαλομανία. Η ιστορία του, άλλωστε, είναι κατά βάθος μία ατημέλητη σαπουνόπερα και το γνωρίζει.
                            Θέματα
Η ταινία θίγει θέματα όπως η ελεύθερη βούληση έναντι του ντετερμινισμού, ο ρόλος της τύχης στο πεπρωμένο των ανθρώπων και οι ασαφείς σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος. Μέσα από σύντομες ακολουθίες στατικών εικόνων, οι φευγαλέες αλληλεπιδράσεις της Λόλα με τους περαστικούς αποκαλύπτονται ότι έχουν εκπληκτικές και δραστικές επιπτώσεις στη μελλοντική τους ζωή, χρησιμεύοντας ως συνοπτικές απεικονίσεις του φαινομένου της πεταλούδας της θεωρίας του χάους, στο οποίο μικρές, φαινομενικά ασήμαντες παραλλαγές σε οποιαδήποτε αλληλεπίδραση μπορούν να εξελιχθούν σε πολύ ευρύτερα αποτελέσματα από ό,τι συχνά αναγνωρίζεται. Η εξερεύνηση της σχέσης μεταξύ τύχης και συνειδητής πρόθεσης από την ταινία έρχεται στο προσκήνιο στη σκηνή του καζίνο, όπου η Λόλα φαίνεται να αψηφά τους νόμους της τύχης μέσω της καθαρής δύναμης της θέλησης, κάνοντας απίθανα την μπάλα της ρουλέτας να προσγειωθεί στον νικητήριο αριθμό της με τη βοήθεια μιας κραυγής που θρυμματίζει γυαλί. Η θεματική εξερεύνηση της ελεύθερης βούλησης έναντι του ντετερμινισμού γίνεται σαφής από την αρχή. Στον σύντομο πρόλογο της ταινίας, ένας αόρατος αφηγητής θέτει μια σειρά από ρητορικές ερωτήσεις που προετοιμάζουν το κοινό να δει την ταινία μέσα από ένα μεταφυσικό πρίσμα, αγγίζοντας παραδοσιακά φιλοσοφικά ερωτήματα που αφορούν τον ντετερμινισμό έναντι του φιλοσοφικού φιλελευθερισμού, καθώς και την επιστημολογία. Το θέμα ενισχύεται μέσω της επαναλαμβανόμενης εμφάνισης μιας τυφλής γυναίκας που αλληλεπιδρά για λίγο με τη Μάνι σε κάθε εναλλακτική πραγματικότητα και φαίνεται να έχει υπερφυσικές κατανοήσεις τόσο του παρόντος όσο και του πιθανού μέλλοντος σε αυτές τις πραγματικότητες. Η ταινία τελικά φαίνεται να ευνοεί μια συμβατική φιλοσοφική άποψη στο ζήτημα της ελεύθερης βούλησης, όπως αποδεικνύεται από τη σκηνή του καζίνο και από την τελευταία σκηνή του τηλεφωνικού θαλάμου, στην οποία η τυφλή γυναίκα ανακατευθύνει την προσοχή του Μάνι σε έναν περαστικό, γεγονός που του επιτρέπει να κάνει μια σημαντική επιλογή κοντά στην κορύφωση της ταινίας.
Αρκετές στιγμές στην ταινία παραπέμπουν σε μια υπερφυσική επίγνωση των χαρακτήρων. Για παράδειγμα, στην πρώτη πραγματικότητα, η Μάνι δείχνει στη νευρική Λόλα πώς να χρησιμοποιεί ένα όπλο αφαιρώντας την ασφάλεια, ενώ στη δεύτερη χρονογραμμή αφαιρεί την ασφάλεια σαν να θυμάται τι να κάνει. Αυτό υποδηλώνει ότι μπορεί να έχει τη μνήμη των γεγονότων που απεικονίζονται στην προηγούμενη χρονογραμμή. Επίσης, ο φύλακας της τράπεζας λέει στη Λόλα «επιτέλους ήρθες» στην τρίτη χρονογραμμή, σαν να θυμόταν τις εμφανίσεις της Λόλα στις δύο προηγούμενες.

💕 γλυκό 💋 σεξ σε φόντο κόκκινο

Το θέμα της επιθυμίας εκφράζεται μέσα από την ταινία ως κινητήρια δύναμη για τις πράξεις της Λόλα. Στο δοκίμιο της Ingebord Majer O’Sickey (σσ. ακαδημαϊκός και συγγραφέας που ειδικεύεται στον γερμανικό κινηματογράφο και τις πολιτισμικές σπουδές __το εξέχον αναλυτικό της έργο περιλαμβάνει έρευνα για τις μεταμοντέρνες κινηματογραφικές αφηγήσεις και την πολιτισμική κριτική). «Ό,τι θέλει η Λόλα, η Λόλα το παίρνει (ή μήπως; …): Χρόνος και επιθυμία του Tom Tykwer», υποστηρίζει ότι «αυτό που πραγματικά θέλει η Λόλα είναι να συγχρονιστεί σεξουαλικά με τη Μάνι».
Η σύγκρουση στην πλοκή καθοδηγείται από την αρχική τηλεφωνική συνομιλία μετά την καθυστέρηση της Λόλα, με αποτέλεσμα ο συγχρονισμός τους να μην είναι συγχρονισμένος. Μετά το τέλος του πρώτου «επεισοδίου», οι ερωτήσεις της Λόλα στο κρεβάτι αποκαλύπτουν τη δυσαρέσκειά της με τη σχέση, οδηγώντας τη Μάνι να ρωτήσει «Θέλεις να με αφήσεις;». Η Ο’Σίκι υποστηρίζει ότι κάθε επαναλαμβανόμενη επιστροφή στην ημέρα καθοδηγείται από τη συνεχή προσπάθεια της Λόλα να προσαρμόσει το timing της Μάνι. Ολόκληρη η ταινία απεικονίζει τη Λόλα ως «μεταμοντέρνα ηρωίδα που μπορούσε να πηδήξει πάνω από τους παραδοσιακούς χρονικούς περιορισμούς» δίνοντας την προσδοκία ότι τελικά θα έπαιρνε αυτό που θέλει. Με την τρίτη άφιξη στην ταινία, η Ο’Σίκι υποστηρίζει ότι «η Λόλα όχι μόνο χάνει την ιδιότητά της ως υπερηρωίδα, αλλά και την επιθυμία της να επιθυμεί». Ισχυρίζεται ότι το τέλος απεικονίζει «την παράδοση της οικονομίας της επιθυμίας του κλασικού κινηματογράφου του Χόλιγουντ». Με τη Μάνι να έχει ανακτήσει τα χρήματα, η επιθυμία της Λόλα να είναι «συγχρονισμένη» εξαφανίζεται καθώς παρακολουθεί τη «μεταμόρφωση της Μάνι από έναν αδέξιο και αρκετά αναποτελεσματικό εραστή σε έναν άντρα που ελέγχει την κατάσταση». Η Ο’Σίκι ισχυρίζεται ότι αυτό υποβαθμίζει την ιδιότητα της ηρωίδας της Λόλα στην τελική πράξη.
Το πραγματικό θέμα του Τρέξε Λόλα Τρέξε είναι πως, σε έναν κόσμο που ενοποιείται από τη φυγόκεντρη δύναμη μίας αόρατης τεχνολογίας, τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους, ακόμη και όσα δεν γνωρίζουμε πως είναι συνδεδεμένα: αν κάνω αυτό, θα μετακινηθεί εκείνο, που θα αλλάξει κάτι άλλο, το οποίο με τη σειρά του θα ασκήσει μαγνητική επίδραση στα πάντα. Είναι το φαινόμενο της πεταλούδας, ενισχυμένο πλέον με μια άψογα χρονομετρημένη ακρίβεια που παραπέμπει στον ντετερμινισμό ανθρώπου και μηχανής της ζωής μας, η οποία λειτουργεί πλέον με ψηφιακή κινητική ενέργεια.

Οι ιστορίες μας __γράφει μια κριτικός, κατοικούν σε πολυσύμπαντα. Η φαντασία μας βουίζει στον ρυθμό της μεταβαλλόμενης μαγείας των τεχνολογικών δυνατοτήτων. Όταν δεν μας αρέσει η πραγματικότητα, την επαναφέρουμε από την αρχή. Το Τρέξε Λόλα Τρέξε τα προέβλεψε όλα αυτά, ενσαρκώνοντάς τα σε έναν κινηματογραφικό μύθο για τη μοίρα, που έμοιαζε με βιντεοπαιχνίδι τριών επιπέδων. Αντί να το παίζεις, έπαιζε εκείνο εσένα. Κυκλοφόρησε επίσης στο κατώφλι μιας εποχής κατά την οποία οι άνθρωποι ένιωθαν για πρώτη φορά ενδυναμωμένοι από την τεχνολογία, ενώ ταυτόχρονα φοβούνταν πως η ίδια αυτή τεχνολογία θα είχε τη δύναμη να τους κλέψει την ψυχή.
Η εμφάνιση της Lola αντιγράφηκε σχεδόν αμέσως από επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές όπως το Buffy the Vampire Slayer και, αργότερα, το Alias. Ακόμη και η ρομαντική ντραμεντί Sliding Doors, με την ιστορία της να χωρίζεται σε διαφορετικές εκδοχές, έμοιαζε κάπως αόριστα με το Lola, και πέρα από την εμφάνιση της ηρωίδας. Η εισπρακτική επιτυχία του Tykwer έμοιαζε να προαναγγέλλει όσα θα ακολουθούσαν στον νέο αιώνα: την άνοδο των ταινιών δράσης με μια εμβληματική γυναίκα στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μία γυναίκα που τρέχει προς κάτι και όχι μακριά από κάποιον ευκίνητο αντίπαλο.

Κριτική υποδοχή

Σε αντιπαραβαλλόμενες κριτικές κατά την κυκλοφορία της ταινίας, ο Chris Gore του Film Threat είπε για την ταινία: «__Προσφέρει όλα όσα πρέπει να προσφέρουν οι σπουδαίες ξένες ταινίες – δράση, σεξ, συναρπαστικούς χαρακτήρες, έξυπνη κινηματογράφηση, είναι ανεπιτήδευτη (μια απαίτηση για μένα) και έχει μια ιστορία που μπορείτε να παρακολουθήσετε χωρίς να χρειάζεται να διαβάσετε αυτούς τους ενοχλητικούς υπότιτλους. Δεν μπορώ να την επαινέσω όσο πρέπει – πρόκειται για παθιασμένη κινηματογράφηση στα καλύτερά της. Μία από τις καλύτερες ξένες ταινίες, στο καλό, μία από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει», ενώ ο Jonathan Rosenbaum του The Chicago Reader δήλωσε: «Περίπου όσο διασκεδαστική μπορεί να είναι μια απλή ταινία – πολύ πιο διασκεδαστική, , από μια βόλτα σε θεματικό πάρκο όπως το Speed, και εξίσου γρήγορη. Αλλά μην περιμένετε πολύ  aftertaste»

Από το 2024, ο ιστότοπος Rotten Tomatoes αναφέρει ότι το 94% έδωσαν στην ταινία θετικές κριτικές, με μέση βαθμολογία 7,70/10. Η κριτική συναίνεση της ιστοσελίδας αναφέρει: «Πιο διασκεδαστικό από ένα βαρέλι Jean-Paul Sartre, οι ενεργειακές ανατροπές της ταινίας σε μια συναρπαστική ιστορία αγάπης και οι πραγματικά ανθρώπινες ερμηνείες προσφέρουν, ενώ παράλληλα προβάλλουν μια σειρά από ερωτήματα που θα μπορούσαν να γίνουν εν μέσω ενός αιματοβαμμένου soundtrack». Στο Metacritic, η ταινία έχει ΜΟ βαθμολογίας 77 στα 100.

Νύξεις σε προηγούμενες ταινίες

Η ταινία έχει δεχθεί πολλές συγκρίσεις με την ταινία Blind Chance (1981) του Krzysztof Kieślowski, η οποία περιλαμβάνει επίσης τρία σενάρια, η έκβαση των οποίων εξαρτάται από τον χρόνο σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μετά τον θάνατο του Kieślowski, ο Tykwer συνέχισε να σκηνοθετεί την επόμενη ταινία που σχεδίαζε, Heaven.

Το Run Lola Run περιλαμβάνει δύο νύξεις στην ταινία Vertigo του Alfred Hitchcock. Όπως και αυτή, παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες εικόνες σπειρών, όπως το μπαρ Spirale πίσω από τον τηλεφωνικό θάλαμο του Manni, την σπειροειδή σκάλα που κατεβαίνει η Lola και τις σπείρες στο σεντόνι. Επιπλέον, ο πίνακας στον πίσω τοίχο του καζίνο με το κεφάλι μιας γυναίκας που φαίνεται από πίσω βασίζεται σε ένα πλάνο στο Vertigo: Του Tykwer δεν του άρεσε ο άδειος χώρος στον τοίχο πίσω από το τραπέζι της ρουλέτας και ανέθεσε στον σκηνοθέτη παραγωγής Alexander Manasse να ζωγραφίσει μια εικόνα της Kim Novak όπως εμφανιζόταν στο Vertigo. Ο Manasse δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς έμοιαζε στην ταινία. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να ζωγραφίσει τη διάσημη φωτογραφία του πίσω μέρους του κεφαλιού της. Ο πίνακας χρειάστηκε 15 λεπτά για να ολοκληρωθεί. Τα σεντόνια στις κόκκινες σκηνές διαθέτουν επίσης σπειροειδή σχέδια που προσθέτουν στην υπόνοια.

Ο χαρακτήρας της Λόλα συχνά συγκρίνεται με τον χαρακτήρα της Λάρα Κροφτ από το βιντεοπαιχνίδι Tomb Raider. Συμπτωματικά, η ταινία Sliding Doors (που κυκλοφόρησε επίσης το 1998) ακολουθεί δύο χρονοδιαγράμματα που αποκλίνουν με βάση μια φαινομενικά μικρή απόφαση: μία στην οποία η πρωταγωνίστρια διστάζει για έναν συνάδελφο πεζό, και η καθυστέρηση την αναγκάζει να χάσει το μετρό· και μια άλλη όπου παρακάμπτει τον πεζό και προλαβαίνει το τρένο.

Τόσο τότε όσο και σήμερα όμως, η Lola παραμένει μοναδική.

§  Όσο υπερβολικά κι αν είναι τα διακυβεύματα της ιστορίας της —συχνά με χιουμοριστικό τρόπο— η ταινία εκτυλίσσεται στον πραγματικό κόσμο και όχι σε κάποιο σύμπαν επιστημονικής φαντασίας ή φαντασίας, τα συνηθέστερα σήμερα είδη για δυναμικές γυναίκες πρωταγωνίστριες.

§  Δεύτερον, η Lola δεν είναι βοηθός κάποιου πιο μυώδους ηρωικού άνδρα.

§  Τρίτον, η Lola απέχει πολύ από το στερεότυπο του «δυναμικού γυναικείου χαρακτήρα» που έχει κυριαρχήσει τόσο στο Χόλιγουντ, όσο και στο εμπορικό σινεμά δράσης.

§   Η δύναμη και η ικανότητά της δεν πηγάζουν τόσο από κάποια εξαιρετική φυσική κατάσταση, όσο από την απόλυτη προσήλωσή της στην ολοκλήρωση του στόχου της με οποιοδήποτε κόστος.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Lola δεν αποτελεί απλώς νοσταλγική απόλαυση, αλλά ένα μάθημα για το πώς ο κινηματογραφικός φακός μπορεί να τιμήσει τη σωματική και ψυχική αντοχή μίας απρόσμενης ηρωίδας.  Στην καρδιά της, η ταινία υποστηρίζει ότι προχωράμε πραγματικά μπροστά όταν γινόμαστε, παρά τις αναπόφευκτες ατέλειές μας, οι ίδιοι οι διαμορφωτές της μοίρας μας. «Δεν θα πάψουμε να εξερευνούμε», αναφέρει το μότο του Τρέξε Λόλα Τρέξε, ένα απόσπασμα από τον T. S. Eliot, «και το τέλος όλης μας της εξερεύνησης θα είναι να φτάσουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά» __Βαθμολογία μας: 78/100 __ δείτε την

Το μεγάλο ατού της ταινίας βρίσκεται αναμφίβολα στη σκηνοθεσία. Ο Τομ Τίκβερ κινηματογραφεί το Βερολίνο σαν έναν ζωντανό οργανισμό που κινείται στον ίδιο παλμό με την ηρωίδα του. Η κάμερα δεν σταματά σχεδόν ποτέ, το μοντάζ αλλάζει συνεχώς ταχύτητες, η χρήση του animation, των φωτογραφικών φλας και των διαφορετικών κινηματογραφικών φορμά δημιουργεί μια εμπειρία που ακόμη και σήμερα μοιάζει φρέσκια. Το ηλεκτρονικό soundtrack λειτουργεί οργανικά μέσα στην αφήγηση και δεν συνοδεύει απλώς τις εικόνες, αλλά καθορίζει τον ρυθμό κάθε σκηνής, μετατρέποντας την αγωνία σε μια σχεδόν μουσική εμπειρία. Ο Τομ Τίκβερ κινηματογραφεί το Βερολίνο σαν έναν ζωντανό οργανισμό που κινείται στον ίδιο παλμό με την ηρωίδα του. Η κάμερα δεν σταματά σχεδόν ποτέ, το μοντάζ αλλάζει συνεχώς ταχύτητες, η χρήση του animation, των φωτογραφικών φλας και των διαφορετικών κινηματογραφικών φορμά δημιουργεί μια εμπειρία που ακόμη και σήμερα μοιάζει φρέσκια.»

Αν όμως η ταινία εξακολουθεί να διαθέτει τέτοια δυναμική, μεγάλο μέρος της οφείλεται στη Φράνκα Ποτέντε. Ο ρόλος της Λόλα δεν απαιτεί μόνο σωματική αντοχή αλλά και την ικανότητα να μεταφέρει στον θεατή την αγωνία, την αποφασιστικότητα και την ευαλωτότητα μιας γυναίκας που αρνείται να αποδεχθεί ότι η μοίρα έχει ήδη γραφτεί. Με ελάχιστους διαλόγους και κυρίως μέσα από την εκφραστικότητα του προσώπου και την ένταση της κίνησής της, η Ποτέντε καθηλώνει σε κάθε εμφάνισή της. Δεν είναι τυχαίο ότι η ερμηνεία αυτή αποτέλεσε το διαβατήριό της για μια διεθνή καριέρα, καθώς ελάχιστες πρωταγωνίστριες της εποχής κατάφεραν να συνδυάσουν τόσο φυσικά την κινηματογραφική ενέργεια με την ανθρώπινη αμεσότητα. Ο Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ ως Μάνι λειτουργεί αποτελεσματικά δίπλα της, χωρίς όμως να διαθέτει την ίδια βαρύτητα ή το ίδιο δραματικό αποτύπωμα.

Παρά τα αδιαμφισβήτητα προτερήματά του, το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» δεν αποφεύγει ορισμένες αδυναμίες. Οι χαρακτήρες πέρα από το πρωταγωνιστικό δίδυμο παραμένουν σχηματικοί και το φιλοσοφικό υπόβαθρο γύρω από την τύχη και την ελεύθερη βούληση δεν αναπτύσσεται όσο θα μπορούσε, ενώ ορισμένες ιδέες μοιάζουν να υπηρετούν περισσότερο την εντυπωσιακή φόρμα παρά το συναισθηματικό βάθος της ιστορίας, γεγονός που δεν επιτρέπει στην ταινία να αποκτήσει το δραματικό εκτόπισμα που θα την οδηγούσε σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο.

Είκοσι οχτώ χρόνια μετά την πρώτη της προβολή, η ταινία εξακολουθεί να λειτουργεί εντυπωσιακά ως κινηματογραφική εμπειρία. Ισως ορισμένα από τα τεχνικά της ευρήματα να μην προκαλούν σήμερα την ίδια αίσθηση έκπληξης που προκαλούσαν στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, αφού επηρέασαν δεκάδες δημιουργούς που ακολούθησαν. Εκείνο όμως που παραμένει αναλλοίωτο είναι η ακατάπαυστη ενέργειά της, η δημιουργική σκηνοθετική ματιά του Τομ Τίκβερ και η εκρηκτική παρουσία της Φράνκα Ποτέντε, στοιχεία που διατηρούν το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» ζωντανό, συναρπαστικό και απολύτως άξιο μιας νέας ανακάλυψης από κάθε σύγχρονο θεατή.

Ακολουθήστε μας στο Google News

Βρείτε μας στο FaceBook
Το κανάλι μας στο YouTube