Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασμπίντερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασμπίντερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιουνίου 2026

Αφιέρωμα Φασμπίντερ _Rainer Werner Fassbinder

31-Μαΐου-1945 | 10- Ιουνίου-1982 _ από υπερβολική δόση ναρκωτικών και δίπλα του βρέθηκε το σενάριο με θέμα τη ζωή της Ρόζα Λούξεμπουργκ, το οποίο προόριζε για τη Ρόμι Σνάιντερ. Το φαινόμενο Fassbinder, υπήρξε παιδί και συντελεστής του Neuer Deutscher Film _"Νέος Γερμανικός Κινηματογράφος" ___σσ. περίοδος του γερμανικού σινεμά (τέλη 10ετίας 1960 ως τη δεκαετία του 1980) που είδε την ανάδυση μιας νέας γενιάς σκηνοθετών (Βέρνερ Χέρτζογκ, Αλεξάντερ Κλούγκε, Χαρούν Φαρόκι, Φόλκερ Σλέντορφ, η Χέλμα Ζάντερς-Μπραμς, ο Βέρνερ Σρέτερ, ο Χανς Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ, η Μαργκαρέτε φον Τρότα και ο Βιμ Βέντερς) εργαζόμενων με χαμηλό προϋπολογισμό και επηρεασμένων από το Γαλλικό "Nouvelle Vague" _"Νέο Κύμα. Η ζωή του σύντομη και ταραχώδης, καθώς η ροπή του στα ναρκωτικά και η δυσκολία αποδοχής της σεξουαλικής του ταυτότητας ήταν παράγοντες που του προκάλεσαν διαταραχές και προσωπική δυστυχία. Franz Walsch το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε στα πρώτα στάδια της καριέρας του που υιοθέτησε ως φόρο τιμής στον σκηνοθέτη Raoul Walsh και χρησιμοποίησε την περίοδο 1969–1971 για να υπογράφει πολλαπλούς ρόλους (σκηνοθεσία, μοντάζ, παραγωγή) στις πρώτες του ταινίες, εξαιτίας των περιοριστικών κανονισμών των συνδικάτων της εποχής. Το όνομα χρησιμοποιήθηκε επίσης συχνά ως χαρακτήρας στις ίδιες του τις ταινίες (π.χ. στο "Ο θεός της πανούκλας" και στην "Die dritte Generation" __"Η Τρίτη Γενιά") _
Για το τελευταίο μέρος της ανάρτησης η εκλεκτή φίλη και άκρως κουλτουριάρα Μυρτώ ___¡Myrtoooo! …προσωπική ζωή κλπ είχε αντιρρήσεις που δεν εισακούστηκαν από τον γράφοντα, διότι ακριβώς αυτή τον σημάδεψε ως άνθρωπο και καλλιτέχνη __
            Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ __Ο καυγατζής
            Γράφει η \\ Μυρτώ στο Ριζοσπάστη
Querelle
__η τελευταία ταινία (το κύκνειο άσμα) του σπουδαίου Γερμανού δημιουργού
"Ο έρωτας στήνει τις χειρότερες παγίδες. Τις λιγότερο ευπρεπείς. Τις πιο απίθανες.(...) Δεν έχει τύχει μήπως δύο πλάσματα ν' αγαπηθούν ως το αιματοκύλισμα;" __Ζαν Ζενέ
Ο Ζαν Ζενέ (1892-1950) έχει "καταχωρηθεί" στη λίστα των " κολασμένων
". Δίπλα στον Αρθούρο Ρεμπό, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Μικαλάτζελο Καραβάγιο. Από παιδί κυλίστηκε στο "βούρκο». Γνώρισε τις φυλακές και τους εξευτελισμούς. Πολλές από αυτές τις "εμπειρίες " τις έκανε γραπτά. Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ είναι η κινηματογραφική απάντηση. "Κολασμένος " κι αυτός! Σχεδόν παράλληλη ζωή με τον Γάλλο συγγραφέα. Παιδί, ακόμα, φεύγει από το σχολείο και γυρίζει στους "δρόμους". Χώνεται βαθιά σε ό,τι ακραίο και επικίνδυνο. Πεθαίνει πολύ νέος, 46 μόλις χρόνων! Ωστόσο, πρόλαβε και δημιούργησε αξιόλογο έργο. Ο Φασμπίντερ , λοιπόν, ο Γερμανός, με τις απέραντες μοναξιές και τις ατέλειωτες "ιδιαιτερότητες ", πήρε τη νουβέλα του Γάλλου "αδερφού" του Ζαν Ζενέ, "ο Καυγατζής ", και την έκανε ταινία! Μια ταινία "ταυτότητα" και των δύο! Αμαρτωλή, βίαια, ακραία. Ταινία, που "μυρίζει" ουρητήρια, σκοτεινούς σταθμούς τρένων, αφώτιστα λιμάνια. Εκεί, όπου συναντιέται ο απαγορευμένος έρωτας. Εκεί, όπου τα πρόσωπα πνίγουν τις ντροπές τους, τις αναστολές τους στα σκοτάδια. Εκεί, όπου ελευθερώνεται ό,τι πιο σκοτεινό και καταπιεσμένο. Εκεί, όπου μιλάνε τα μαχαίρια!
Ο "Καυγατζής" είναι μια "βρώμικη" ταινία. Μια ταινία για τους ομοφυλόφιλους! Για τους ακραίους ομοφυλόφιλους. Για τους ομοφυλόφιλους, που ζούνε στα όρια. Όμως, την ίδια στιγμή είναι και μια ταινία για τους μοναχικούς. Για τους δυστυχισμένους! Κανένας ήρωας δε γελάει. Δε χαίρεται αληθινά. Είναι όλοι με την πλάτη στον τοίχο. Μέσα στις ενοχές και στη βία. Γεμάτη "παράξενες" επιθυμίες. Επιθυμίες, που δικαιώνουν τους στίχους με τους οποίους ξεκινάει η κριτική μας. Η ταινία (γυρίστηκε το 1982) δεν είναι, φυσικά, "ταινία για όλη την οικογένεια". Ίσως να είναι και για κανέναν! Όμως, αν φτάσεις στην αίθουσα _όπως εγώ, καλύτερα να μπεις στη "λογική
" της. ΟΧΙ να συμφωνήσεις μαζί της. ΟΧΙ! Όμως, να τη δεις σοβαρά. Να μελετήσεις το πρόβλημα. Ετούτος ο κόσμος από πού ξεφυτρώνει; Αυτή η παρακμή από πού πηγάζει; Δε μιλάμε για "καθημερινά " άτομα. Μιλάμε για ανθρώπινες κορυφώσεις, ή, καλύτερα, καταπτώσεις! Δυο κουβέντες για την κινηματογράφηση. Είναι εξαιρετική! Σε πολύ "στενά " ντεκόρ, σχεδόν μέσα σε "θεατρικά" τετραγωνικά, έχεις την αίσθηση πως βλέπεις έναν τεράστιο -σε έκταση- κόσμο, σε αδιάκοπη κίνηση! Βλέπεις καράβια που έρχονται και φεύγουνε. Ανθρώπους που έρχονται και φεύγουν _ Με  Φράνκο Νέρο, Μπραντ Ντέιβις και την εξαιρετική όπως πάντα, Ζαν Μορό__
          Οι άνθρωποι που έβλεπαν τρένα να περνούν…

                  Berlin Alexanderplatz

Τι κρίμα που το δυτικογερμανικό «οικονομικό θαύμα», ο καπιταλισμός, με τα αναρίθμητα αδιέξοδά του, γενικότερα, ανάγκασαν τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ , και δεν ήταν ο μόνος, να θέσει τέρμα στη ζωή του και μάλιστα τόσο νέος, 37 μόλις χρόνων! (1945-1982). Πριν πεθάνει, βέβαια, πέρασε «διά πυρός και σιδήρου»! Γνώρισε από πρώτο χέρι, πάνω στο κορμί και την «ψυχή» του, την προσωπική ηθική άνοδο και την προσωπική ηθική έκπτωση! Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Χωρίς αντιστάσεις παραδόθηκε στο «μοιραίο»! Στο μεταξύ, στην πολύ σύντομη ζωή του, η οποία στιγμή δεν ήταν χωρίς πόνο και αγωνία, πόνο και αγωνία που πέρασε στο σύνολο του έργου του, είχε καταφέρει να αφήσει τα σημάδια του. Ταινίες, θέατρο, γράψιμο, πολιτικές τοποθετήσεις! Μια ζωή πλούσια. Χρήσιμη! Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ είναι πάντα ζωντανός! Ανάμεσα στα δημιουργήματά του, που τον κρατούν και θα τον κρατούν ζωντανό στη μνήμη μας, υψηλή θέση παίρνει και το «Berlin Alexanderplatz». Μια ταινία 151/2 ωρών (η οποία πέρασε και σαν μίνι σειρά στην τηλεόραση). Στο επικό αυτό κινηματογραφικό έργο μαμούθ, ο Γερμανός δημιουργός, παρακολουθεί τη ζωή ενός απλού, αλλά παράλληλα πολύ σύνθετου ανθρώπου (τρυφερός, ευγενικός, με καλούς τρόπους και, την ίδια στιγμή, σκληρός, βάναυσος, τραχύς), που περιπλανιέται στο Βερολίνο του 1920, άνεργος και χωρίς καμία προοπτική! Χωρίς καμία προοπτική αλλά με πίστη στον άνθρωπο και τις αξίες του! Μια πίστη που τον κρατάει στη ζωή.

Οι σταθμάρχες_ισσες έγιναν πρωταγωνιστές στο θέατρο και στο σινεμά, με πιο γνωστή σε μας τη “Bolwieser _γυναίκα του σταθμάρχη” του 1977 (προβλήθηκε αρχικά το 1973 ως μίνι σειρά δύο μερών) που σκηνοθέτησε και επιμελήθηκε ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1931 (Bolwieser: The Novel of a Husband) του Oskar Maria Graf.

Η ταινία μιλάει για τον επώνυμο _ανεπαρκή για την αχόρταγη γυναίκα του Hanni, σταθμάρχη Xaver Ferdinand Maria Bolwieser, τρελά ερωτευμένο μαζί της, που τον κοροϊδεύουν οι πάντες, από το χασάπη της πόλης μέχρι έναν κομμωτή, μια και ο ολοζώντανος Bolweiser έχει την τύχη_ατυχία να παντρευτεί τη σειρήνα της πόλης - που βιάζει και βιάζεται από σχεδόν κάθε διαθέσιμο και οδηγείται σε σοβαρά προβλήματα. Η Χάννι έχοντας πληθωρική φύση κρύβει τις ερωτικές αταξίες της με την πρόφαση των οικονομικών υποθέσεων που τη συνδέουν με τους εραστές της.

Η ταινία αρχίζει με την αποφυλάκιση του ήρωα, ο οποίος είχε ξοδέψει τέσσερα ολόκληρα χρόνια πίσω από τους τοίχους. Τέσσερα χρόνια τιμωρίας για μια δολοφονία που διέπραξε! Στη συνέχεια θα τον παρακολουθήσει στην προσπάθειά του να «αλλάξει ζωή», να διεκδικήσει μικρά έστω κομμάτια χαράς. Και τέλος θα τον δούμε να χάνει ό,τι τον κρατούσε πραγματικά ζωντανό. Τη γυναίκα που αγάπησε. (Τη δολοφονεί ένας «γοητευτικός» σωματέμπορας). Του συμβαίνει, αυτό που ο ίδιος έκανε σε άλλον! Η παραπάνω ανθρώπινη ιστορία, ιστορία που μοιάζει με αυτές του Ουγκό, αλλά σε νεότερους χρόνους, δίνει την ευκαιρία στον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ ,να ξεδιπλώσει το πολύπλευρο ταλέντο του. Με πολύ λιτά μέσα καταφέρνει να δημιουργήσει, να μεταπλάσει σωστότερα, ένα μαγικό κόσμο. Εναν κόσμο που είναι αληθινός (ρεαλιστικός) και την ίδια στιγμή «φανταστικός». Φανταστικός με την έννοια ότι είναι πρωτότυπος. Δεν έχουμε να κάνουμε με αντιγραφή της πραγματικότητας. Έχουμε να κάνουμε με αναδημιουργία της!
Ο φακός του δημιουργού εδώ δεν "κρίνει" αλλά παρατηρεί, γεμάτος περιέργεια για τις μικρές λεπτομέρειες, τις εκφράσεις, τα σκηνικά, ακόμη και όταν τεχνικά όλα αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν με τη μέγιστη αληθοφάνεια. Γενικώς, κομμάτια της σειράς μπορεί να μοιάζουν σήμερα ελαφρώς απαρχαιωμένα, στην πραγματικότητα όμως το σύνολο είναι ακριβώς το αντίθετο: μια μοντέρνα, πρωτότυπη ανατομία της πόλης και (κυρίως) των κατοίκων της στην πιο ενδιαφέρουσα ίσως περίοδο της προπολεμικής Γερμανίας.
Όπως έκανε και ο Μίκαελ Χάνεκε με την αριστουργηματική «Λευκή κορδέλα» (2007) για την αγροτική Γερμανία, έτσι και ο Φασμπίντερ σκιαγραφεί το αστικό πορτρέτο μιας χώρας, η οποία σε λίγα χρόνια θα αγκαλιάσει τον ναζισμό του Αδόλφου Χίτλερ. Ο καθρέφτης είναι, πάντως, εδώ ανεστραμμένος· η εγκληματικότητα, η ελευθεριότητα, η εξπρεσιονιστική δημιουργία, η παράνοια και τα αναρχικά πάθη του «Berlin Alexanderplatz» είναι αυτά, μεταξύ άλλων, που θα πυροδοτήσουν τη συντηρητική αντίδραση. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι να φτάσουμε στον εμβληματικό όσο και (ακόμη πιο) σκοτεινό επίλογο. Το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας, διάρκειας σχεδόν δύο ωρών, αποτελεί μια μικρή οδύσσεια σουρεαλιστικών οραμάτων και φιλοσοφικών αναζητήσεων πέρα από τη συνείδηση, αμφιλεγόμενο σίγουρα αλλά και μεγαλειώδες σε σύλληψη και εκτέλεση, όπως άλλωστε ολόκληρη η σειρά. Παίζουν: Γκίντερ Λάμπρεχτ, Γκόντφριντ Τζον, Χάνα Σιγκούλα, Μπάρμπαρα Σούκοβα, Κάριν Μπάαλ κ.ά.
Φασμπίντερ _Rainer Werner Fassbinder
Είναι ο πιο παραγωγικός σκηνοθέτης στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς μέσα σε 13 χρόνια, κατάφερε να δημιουργήσει 41 ταινίες μεγάλου μήκους. Στα έργα του πραγματευόταν ζητήματα όπως η ηθική πτώση της μεταπολεμικής Γερμανίας, η βία, οι διαπροσωπικές σχέσεις, τα ναρκωτικά, η ομοφυλοφιλία, η προδοσία και _βασικά, η ζωή στο περιθώριο. Πολλοί άσκησαν κριτική στις ταινίες του και τον κατηγόρησαν για αντισημιτισμό, αντικομμουνισμό και μισογυνισμό. Βραβεύσεις: βραβείο Γερμανικού Κινηματογράφου καλύτερου σεναρίου (1970), καλύτερης σκηνοθεσίας (1971), Καλύτερη Ταινία Μεγάλου Μήκους (1972), Βραβείο Σάδερλαντ (1974), καλύτερης σκηνοθεσίας (1978), Νταβίντ Λουκίνο Βισκόντι (1979), Γερμανικού Κινηματογράφου καλύτερης σκηνοθεσίας (1979), Χρυσή Άρκτος (για την Βερόνικα Φος 1982), βραβείο Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (1969) βραβείο Άντολφ Γκρίμε (1974) κά
Αν και ομοφυλόφιλος __ νωρίς στην εφηβεία του όμως δήλωσε ότι είναι αμφιφυλόφιλος__παντρεύτηκε την ηθοποιό και τραγουδίστρια  Ingrid Caven (1970-1972) και είχε σχέση με την πιτσιρίκα Juliane Lorenz _μοντέρ ταινιών επικεφαλής σήμερα του Ιδρύματος Fassbinder. Σύντροφοι του το cult είδωλο του κινηματογράφου Udo Kier και πολλοί ακόμη … Άρμιν Μάιερ _Ιρμ Χέρμαν _Γκίντερ Κάουφμαν _Ελ Χεντί μπεν Σαλέμ κά

Φιλμογραφία

·       1966 Der Stadtstreicher

§  1966 Το μικρό χάος

·       1969 Fernes Jamaica

§  1969 Η αγάπη είναι πιο κρύα από τον θάνατο

§  1969 Ο Έλληνας γείτονας

§  1969 Γιατί έπιασε αμόκ τον Κύριο Ρ;

·       1970 Das Kaffeehaus

§  1970 Οι θεοί της πανούκλας

§  1970 Die Niklashauser Fart

§  1970 Ο Αμερικανός Στρατιώτης

·       1971 Ο έμπορος των 4 εποχών

§  1971 Να φοβάστε την αγία πουτάνα

§  1971 Pioniere in Ingolstadt

§  1971 Rio das Mortes

§  1971 Whity

·       1972 Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ

§  1972 Bremer Freiheit

·       1973 Wildwechsel

§  1973 Δικτυακός κόσμος

·       1974 Έφι Μπριστ

§  1974 Ο φόβος τρώει τα σωθικά

§  1974 Μάρθα

·       1975 Wie ein Vogel auf dem Draht

§  1975 Το παιχνίδι της τύχης

§  1975 Η μάνα Κιούστερς ανεβαίνει στον ουρανό

·       1976 Satansbraten

§  1976 Το μόνο που θέλω, είναι να με αγαπάτε

§  1976 Κινέζικη ρουλέτα

·       1977 Η γυναίκα του σταθμάρχη

§  1978 Η χρονιά με τα 13 φεγγάρια

§  1978 Η Γερμανία το φθινόπωρο

§  1978 Απόγνωση

·       1979 Η τρίτη γενιά

§  1979 Ο γάμος της Μαρία Μπράουν

·       1980 Berlin Alexanderplatz

·       1981 Theater in Trance

§  1981 Λιλί Μαρλέν

§  1981 Λόλα

·       1982 Βερόνικα Φος

§  1982 Ο καβγατζής

Βιβλία του στα ελληνικά

  • ·       1990 Ελευθερία στη Βρέμη
  • ·       1996 Σταγόνες πάνω στην καυτή πέτρα

Βιβλιογραφία: 1985 Φασμπίντερ, Συλλογικό, εκδόσεις Πλέθρον \ 1992 Φασμπίντερ, Κουρτ Ράαμπ - Πέτερς Κάρστεν, εκδόσεις Κάκτος \ 1996 Φασμπίντερ, Λεωνίδας Χρηστάκης, εκδόσεις Δελφίνι \  2006 Αλέν Ρενέ - Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, Ανδρέας Ταρνανάς, εκδόσεις Αιγόκερως

Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ θεωρείται ευρέως ως μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες και καταλύτες του κινήματος του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, σκηνοθετώντας πάνω από 40 ταινίες που καλύπτουν μια ποικιλία ειδών. Συχνά το έργο του συνδυάζει στοιχεία μελοδράματος του Χόλιγουντ με κοινωνική __από τη σκοπιά του κριτική και πρωτοποριακές τεχνικές. Οι ταινίες του, σύμφωνα με τον ίδιο, εξερευνούσαν «την εκμεταλλευσιμότητα των συναισθημάτων». Το έργο του ήταν βαθιά ριζωμένο στην μεταπολεμική γερμανική κουλτούρα: τις συνέπειες του Ναζισμού, το γερμανικό οικονομικό θαύμα ακόμη και την και την Φράξια του Κόκκινου Στρατού. Από νωρίς,  επικεντρώθηκε σε περιθωριοποιημένες προσωπικότητες στην πόλη - μετανάστες εργάτες, κρατούμενους και ομοφυλόφιλους. Συνεργάστηκε με συγκεκριμένη ομάδα ηθοποιών και τεχνικών που εμφανίζονταν συχνά στα έργα του.

Ο Φασμπίντερ άρχισε να ηγείται της υποκριτικής ομάδας Anti-Theater το 1967, με την οποία ανέβασε μερικές από τις πρώτες του παραγωγές. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ήταν μια γκανγκστερική με τίτλο Liebe ist kälter als der Tod (Η αγάπη είναι πιο κρύα από τον θάνατο _1969) και σημείωσε την πρώτη του εγχώρια εμπορική επιτυχία με το Händler der vier Jahreszeiten (Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών _1972) και την πρώτη του διεθνή επιτυχία με το Ali: Fear Eats the Soul (Άλι: Ο φόβος τρώει την ψυχή _1974), τα οποία θεωρούνται αριστουργήματα από τους σύγχρονους κριτικούς. Ακολούθησαν έργα μεγάλου προϋπολογισμού όπως το Despair (Απελπισία _1978), το Lili Marleen και το Lola (και τα δύο το 1981). Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήρθε με το The Marriage of Maria Braun (Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν _1979), το οποίο καταγράφει την άνοδο και την πτώση μιας Γερμανίδας _της Γερμανίας στην ουσία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλες αξιοσημείωτες ταινίες περιλαμβάνουν το λεσβιακό δράμα δωματίου Die bitteren Tränen der Petra von Kant (Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ _1972), Faustrecht der Freiheit (Φοξ και οι φίλοι του _ νόμος της γροθιάς για την ελευθερία _1975), Satansbraten (Η μπύρα του Σατανά _το κακομαθημένο παιδί του Σατανά _1976), In einem Jahr mit 13 Monden (Σε ένα χρόνο με 13 φεγγάρια _ 1978) και Querelle (1982), οι οποίες ασχολούνταν όλες με ομοερωτικά θέματα. Σκηνοθέτησε επίσης την τηλεοπτική σειρά World on a Wire (Πουλίς το σύρμα 1973) και Berlin Alexanderplatz (1980) _για την οποία ήδη μιλήσαμε.
Ο Φασμπίντερ πέθανε στις 10 Ιουνίου 1982, σε ηλικία 37 ετών, από ένα θανατηφόρο κοκτέιλ κοκαΐνης και βαρβιτουρικών. Η καριέρα του διήρκεσε λιγότερο από δύο δεκαετίες, αλλά ήταν εξαιρετικά παραγωγικός. Μεταξύ 1967 και 1982, ολοκλήρωσε πάνω από 40 ταινίες μεγάλου μήκους, 24 θεατρικά έργα, δύο τηλεοπτικές σειρές, τρεις ταινίες μικρού μήκους και τέσσερις βιντεοπαραγωγές, κερδίζοντας πέντε από τα πιο έγκριτα βραβεία μεγάλου μήκους στη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Άρκτου και πολλών Γερμανικών Βραβείων Κινηματογράφου. Ο πρόωρος θάνατός του θεωρείται συχνά το τέλος του χρονικού πλαισίου του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου.
                  Πρώτα χρόνια
Ο Φασμπίντερ γεννήθηκε στη μικρή πόλη Μπαντ Βέρισοφεν στις 31 Μαΐου 1945 __τρεις εβδομάδες μετά την κατάληψη της πόλης από τον αμερικανικό στρατό και την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας. Τα επακόλουθα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σημάδεψαν βαθιά την παιδική του ηλικία και τη ζωή της οικογένειάς του. Σε συμμόρφωση με τις επιθυμίες της μητέρας του, ο Φασμπίντερ αργότερα ισχυρίστηκε ότι γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1946, για να εδραιωθεί σαφέστερα ως παιδί της μεταπολεμικής περιόδου. Η πραγματική του ηλικία αποκαλύφθηκε λίγο πριν τον θάνατό του. Ήταν το μοναδικό παιδί της Λιζελότ Πέμπαϊτ (1922–93), μεταφράστριας, και του Χέλμουτ Φασμπίντερ, γιατρού που εργαζόταν από το διαμέρισμα του ζευγαριού κοντά στην περιοχή με τα κόκκινα φανάρια του Μονάχου. Όταν ήταν τριών μηνών, έμεινε με έναν θείο και μια θεία του στην εξοχή, καθώς οι γονείς του φοβόντουσαν ότι δεν θα επιβίωνε τον χειμώνα μαζί τους. Ήταν ενός έτους όταν επέστρεψε στους γονείς του στο Μόναχο. Η μητέρα του καταγόταν από την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ (σημερινό Γκντανσκ, Πολωνία), από όπου είχαν καταφύγει πολλοί Γερμανοί μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί συγγενείς της ήρθαν να ζήσουν μαζί τους στο Μόναχο.
Οι γονείς του Φασμπίντερ ήταν καλλιεργημένα μέλη της αστικής τάξης. Ο πατέρας του επικεντρώθηκε στην καριέρα του, την οποία έβλεπε ως μέσο για να εμπνεύσει το πάθος του για τη συγγραφή ποίησης. Η μητέρα του τον αγνόησε επίσης σε μεγάλο βαθμό, περνώντας τον περισσότερο χρόνο της με τον σύζυγό της δουλεύοντας πάνω στην καριέρα του. Το 1951, η Λιζελότ Πέμπαϊτ και ο Χέλμουτ Φασμπίντερ χώρισαν. Ο Χέλμουτ μετακόμισε στην Κολωνία, ενώ η Λιζελότ μεγάλωσε τον γιο της ως μονογονέας στο Μόναχο. Για να συντηρήσει τον εαυτό της και το παιδί της, η Πέμπαϊτ έμεινε σε οίκο ευγηρίας και βρήκε εργασία ως μεταφράστρια από γερμανικά σε αγγλικά. Όταν εργαζόταν, έστελνε συχνά τον γιο της στον κινηματογράφο για να περνάει την ώρα του. Αργότερα, ο Φασμπίντερ ισχυρίστηκε ότι έβλεπε τουλάχιστον μία ταινία την ημέρα, μερικές φορές και τέσσερις … Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Πέμπαϊτ έλειπε συχνά από τον γιο της για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ ανάρρωνε από φυματίωση. Κατά την απουσία της μητέρας του, ο Φασμπίντερ φρόντιζε τους ενοικιαστές και τους φίλους της μητέρας του. Καθώς συχνά έμενε μόνος, συνήθισε στην ανεξαρτησία και αργότερα έγινε ανήλικος παραβάτης. Συγκρούστηκε με τον νεότερο εραστή της μητέρας του, τον Ζίγκφριντ, ο οποίος ζούσε μαζί τους όταν ο Φασμπίντερ ήταν περίπου οκτώ ή εννέα ετών. Είχε μια παρόμοια δύσκολη σχέση με τον πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία δημοσιογράφο Βολφ Έντερ (περίπου 1905–71), ο οποίος έγινε πατριός του το 1959. Νωρίς στην εφηβεία του, ο Φασμπίντερ δήλωσε ότι είναι αμφιφυλόφιλος. Ως έφηβος, στάλθηκε σε οικοτροφείο. Ο χρόνος του εκεί αμαυρώθηκε από τις επανειλημμένες απόπειρες απόδρασης και τελικά εγκατέλειψε το σχολείο πριν από τυχόν εξετάσεις. Στην ηλικία των 15 ετών, μετακόμισε στην Κολωνία με τον πατέρα του. Αν και διαφωνούσαν συνεχώς, έμεινε με τον πατέρα του για μερικά χρόνια, ενώ παράλληλα φοιτούσε σε νυχτερινό σχολείο. Για να κερδίσει χρήματα, εργαζόταν σε δουλειές τρου ποδαριού. Βοηθούσε επίσης τον πατέρα του, ο οποίος νοίκιαζε διαμερίσματα σε μετανάστες εργάτες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Φασμπίντερ άρχισε να βυθίζεται στον κόσμο του πολιτισμού, γράφοντας ποιήματα, σύντομα θεατρικά έργα και ιστορίες.
                   Αρχές καριέρας
Το 1963, σε ηλικία 18 ετών, επέστρεψε στο Μόναχο με σκοπό να φοιτήσει σε νυχτερινό σχολείο με την ιδέα να σπουδάσει τελικά θέατρο. Ακολουθώντας τη συμβουλή της μητέρας του, πήρε μαθήματα υποκριτικής και από το 1964 έως το 1966 παρακολούθησε το Fridl-Leonhard Studio για ηθοποιούς στο Μόναχο. Εκεί, γνώρισε τη Χάνα Σιγκούλα, η οποία θα γινόταν μια από τις πιο σημαντικές ηθοποιούς του και σε ηλικία 20 ετών, γύρισε τις πρώτες του ταινίες μικρού μήκους 8mm, εργάστηκε ως ηχολήπτης σε φοιτητικές ταινίες και ως βοηθός σκηνοθέτη ή σε μικρούς ρόλους ηθοποιίας στο θέατρο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έγραψε επίσης το τραγικοκωμικό έργο: Σταγόνες σε καυτές πέτρες. Για να μπει στη Σχολή Κινηματογράφου του Βερολίνου, ο Φασμπίντερ υπέβαλε μια κινηματογραφική εκδοχή του έργου του Parallels. Επίσης, υπέβαλε αίτηση για αρκετές ταινίες 8 χιλιοστών, συμπεριλαμβανομένου του Diese Nacht (αυτή τη νύχτα _που θεωρείται πλέον χαμένο), αλλά απορρίφθηκε η αίτησή του, όπως και οι Βέρνερ Σρόιτερ και Ρόζα φον Πράουνχαϊμ, οι οποίοι θα έκαναν επίσης καριέρα ως σκηνοθέτες.
Επέστρεψε στο Μόναχο όπου συνέχισε να γράφει. Γύρισε επίσης δύο ταινίες μικρού μήκους, Ο Αλήτης της Πόλης (Der Stadtstreicher, 1966) και Το Μικρό Χάος (Das Kleine Chaos, 1967). Γυρισμένες ασπρόμαυρες, χρηματοδοτήθηκαν από τον εραστή του Φασμπίντερ, Κρίστοφ Ρόζερ, έναν επίδοξο ηθοποιό από μια πλούσια οικογένεια, με αντάλλαγμα πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Φασμπίντερ πρωταγωνίστησε και στις δύο αυτές ταινίες, στις οποίες συμμετείχε και ο Ιρμ Χέρμαν. Στη δεύτερη, η μητέρα του – με το όνομα Λίλο Πέμπαϊτ – έπαιξε τον πρώτο από τους πολλούς ρόλους στις ταινίες του γιου της.
            Θεατρική καριέρα
Σε ηλικία 22 ετών, εντάχθηκε στο πλέον ανενεργό Θέατρο Δράσης του Μονάχου το 1967. Εκεί, δραστηριοποιήθηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Μετά από δύο μήνες έγινε επικεφαλής του θεάτρου. Τον Απρίλιο του 1968, σκηνοθέτησε την παραγωγή του έργου του Katzelmacher, το οποίο αφηγείται την ιστορία ενός ξένου εργάτη από την Ελλάδα που γίνεται αντικείμενο έντονου φυλετικού, σεξουαλικού και πολιτικού μίσους μεταξύ μιας ομάδας Βαυαρών «τεμπέληδων». Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Μάιο του 1968, το Θέατρο Δράσης διαλύθηκε μετά την καταστροφή του από έναν από τους ιδρυτές του. Αμέσως ανασχηματίστηκε ως Αντιθέατρο υπό τη διεύθυνση του Φασμπίντερ, όπου ο θίασος ζούσε και έπαιζε μαζί. Αυτή η δεμένη ομάδα νέων ηθοποιών περιλάμβανε  Φασμπίντερ, Πέερ Ράμπεν, Χάρι Μπάερ και Κουρτ Ράαμπ, οι οποίοι μαζί με την Χάνα Σιγκούλα και την Ιρμ Χέρμαν (σσ. Irmgard Hermann Γερμανίδα ηθοποιός, που εργάστηκε στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τη σκηνή, εμφανιζόμενη σε περισσότερες από 160 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές) έγιναν τα σημαντικότερα μέλη της κινηματογραφικής του εταιρείας. Δουλεύοντας με το Αντιθέατρο, ο Φασμπίντερ συνέχισε να γράφει, να σκηνοθετεί και να παίζει. Σε διάστημα 18 μηνών σκηνοθέτησε 12 θεατρικά έργα. Από αυτά, τέσσερα γράφτηκαν από τον ίδιο, ενώ ξαναέγραψε άλλα πέντε.

Το στυλ της σκηνοθεσίας του έμοιαζε πολύ με αυτό των πρώτων ταινιών του, ένα μείγμα χορογραφημένης κίνησης και πόζες στατικών, εμπνευσμένο από μιούζικαλ, καμπαρέ, και το φοιτητικό κίνημα διαμαρτυρίας. Αφού γύρισε τις πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες του το 1969, όταν ήταν 24 ετών, επικέντρωσε την καριέρα του στη σκηνοθεσία, αλλά διατήρησε μια διακοπτόμενη παρουσία στο θέατρο μέχρι τον θάνατό του. Εργάστηκε σε διάφορες παραγωγές σε όλη τη Γερμανία και έκανε μια σειρά από ραδιοφωνικά έργα στις αρχές της δεκαετίας του 1970. 29χρονος το 1974, ανέλαβε τη σκηνοθεσία του Θεάτρου am Turm (TAT) της Φρανκφούρτης. Όταν το έργο αυτό κατέληξε σε αποτυχία και διαμάχη, άρχισε να ενδιαφέρεται λιγότερο για το θέατρο. Προς τιμήν της Ρόζα φον Πράουνχαϊμ, ο Φασμπίντερ ανέβασε το έργο «Αφιερωμένο στη Ρόζα φον Πράουνχαϊμ».
        Πρώιμες ταινίες και αναγνώριση
Ο Φασμπίντερ χρησιμοποίησε το θεατρικό του έργο ως εφαλτήριο για τη δημιουργία ταινιών. Πολλοί από τους ηθοποιούς και το συνεργείο του Αντιθεάτρου συνεργάστηκαν μαζί του καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του (για παράδειγμα, έκανε 20+20 ταινίες με τις Χάνα Σιγκούλλα και Ιρμ Χέρμαν). Επηρεάστηκε έντονα από το «Verfremdungseffekt» (φαινόμενο αποξένωσης) του Μπρεχτ και τον γαλλικό κινηματογράφο του Νέου Κύματος, ιδιαίτερα τα έργα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Επίσης, επαίνεσε την ταινία «Οι Καταραμένοι» (1969) του Λουκίνο Βισκόντι ως την αγαπημένη του. Άλλοι κινηματογραφιστές που επηρέασαν τον Φασμπίντερ ήταν οι Χάουαρντ Χοκς, Μάικλ Κέρτιζ, Ραούλ Γουόλς και Νίκολας Ρέι.

Ο Φασμπίντερ ανέπτυξε νωρίς τις γρήγορες μεθόδους εργασίας του. Επειδή γνώριζε τόσο καλά τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς του, μπορούσε να ολοκληρώσει έως και τέσσερις ή πέντε ταινίες ετησίως με εξαιρετικά χαμηλό προϋπολογισμό. Αυτό του επέτρεψε να διεκδικήσει με επιτυχία τις κρατικές επιχορηγήσεις που χρειάζονταν για να συνεχίσει να γυρίζει. Σε αντίθεση με τους άλλους σημαντικούς δημιουργούς του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, τον Φόλκερ Σλέντορφ, τον Βέρνερ Χέρτζογκ και τον Βιμ Βέντερς, οι οποίοι ξεκίνησαν γυρίζοντας ταινίες, το σκηνικό υπόβαθρο του Φασμπίντερ ήταν εμφανές σε όλη τη διάρκεια του έργου του. Επιπλέον, έμαθε πώς να χειρίζεται όλες τις φάσεις της παραγωγής, από τη συγγραφή και την υποκριτική έως τη σκηνοθεσία και τη διαχείριση θεάτρου. Αυτή η ευελιξία φάνηκε και στις ταινίες του, όπου, εκτός από ορισμένες από τις προαναφερθείσες ευθύνες, ο Φασμπίντερ διετέλεσε συνθέτης, σχεδιαστής παραγωγής, διευθυντής φωτογραφίας, παραγωγός και μοντέρ. Εμφανίστηκε επίσης σε 30 έργα άλλων σκηνοθετών.
Μέχρι το 1976, ο Φασμπίντερ είχε αποκτήσει διεθνή προβολή, βραβεία σε μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ, πρεμιέρες και αναδρομικές προβολές στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, και είχε δημοσιευτεί μια μελέτη για το έργο του από τον Τόνι Ρέινς. Όλοι αυτοί οι παράγοντες τον βοήθησαν να γίνει γνωστό όνομα στους σινεφίλ και στο κοινό των πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο. Έζησε στο Μόναχο όταν δεν ταξίδευε, νοίκιαζε ένα σπίτι στο Παρίσι με την πρώην σύζυγό του Ίνγκριντ Κάβεν. Συχνά τον έβλεπαν σε γκέι μπαρ στη Νέα Υόρκη, κερδίζοντας τον τίτλο του ήρωα, αλλά και μια αμφιλεγόμενη φήμη μέσα και έξω από τις ταινίες του, που ήταν σταθερά στις αίθουσες τέχνης της εποχής αφότου έγινε διεθνώς γνωστός με την ταινία Άλι: Ο φόβος τρώει την ψυχή. Το 1977, ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής στο 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.
           Κινηματογραφική καριέρα
Ξεκινώντας από την ηλικία των 21 ετών, ο Φασμπίντερ γύρισε σαράντα τέσσερις ταινίες και τηλεοπτικά δράματα σε 15 χρόνια, ενώ σκηνοθέτησε 15 θεατρικά έργα για το θέατρο. Αυτές οι ταινίες γράφτηκαν ή διασκευάστηκαν σε μεγάλο βαθμό για την οθόνη από τον ίδιο. Ήταν επίσης καλλιτεχνικός διευθυντής στις περισσότερες από τις πρώτες, μοντέρ ή συν-μοντέρ σε πολλές από αυτές (συχνά αναφέρεται ως Φραντς Βαλς, όπως είπαμε εισαγωγικά αν και η ορθογραφία ποικίλλει) και έπαιξε σε 19 δικές του ταινίες καθώς και σε αρκετές για άλλους . Έγραψε 14 θεατρικά έργα, δημιούργησε νέες εκδοχές έξι κλασικών θεατρικών έργων και σκηνοθέτησε ή συν-σκηνοθέτησε 25. Έγραψε και σκηνοθέτησε τέσσερα ραδιοφωνικά έργα και έγραψε στίχους τραγουδιών. Επιπλέον, έγραψε 33 σενάρια και συνεργάστηκε με άλλους σεναριογράφους σε άλλα 13,ενώ περιστασιακά έπαιξε πολλούς άλλους ρόλους, όπως διευθυντής φωτογραφίας και παραγωγός. Δουλεύοντας με ένα τακτικό σύνολο ηθοποιών και τεχνικών, ήταν σε θέση να ολοκληρώσει ταινίες νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα και συχνά κάτω από τον προϋπολογισμό και έτσι να ανταγωνιστεί με επιτυχία για κρατικές επιδοτήσεις. Εργαζόταν γρήγορα, συνήθως παραλείποντας πρόβες και επιλέγοντας την πρώτη λήψη.

  • Οι πρώτες δέκα ταινίες του (1969–1971) λέγεται ότι ήταν μια επέκταση της δουλειάς του στο θέατρο, γυρισμένες συνήθως με στατική κάμερα και με σκόπιμα αφύσικους διαλόγους. Από το 1971 έως το 1977, έφεραν τη διεθνή προσοχή, βασισμένες, με ειρωνικό τρόπο, στα μελοδράματα που γύρισε ο Ντάγκλας Σερκ στο Χόλιγουντ τη 10ετία του 1950. Σε αυτές τις ταινίες, ο Φασμπίντερ διερεύνησε πώς οι βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις για τη φυλή, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την πολιτική και την κοινωνική τάξη __εγγενείς στην κοινωνία, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με το χαρακτηριστικό του θέμα, τον καθημερινό φασισμό της οικογενειακής ζωής και της φιλίας.
  • Οι τελευταίες ταινίες, από το 1977 περίπου μέχρι τον θάνατό του, ήταν πιο ποικίλες, με μερικές φορές να χρησιμοποιούνται διεθνείς ηθοποιοί και η χρηματιστηριακή εταιρεία να διαλύεται, αν και τα καστ ορισμένων ήταν ακόμα γεμάτα με τους μόνιμους ηθοποιούς του. Έγινε όλο και πιο ιδιόμορφος όσον αφορά την πλοκή, τη μορφή και το θέμα σε ταινίες όπως Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν (1979), Η Τρίτη Γενιά (1979) και η Querelle (1982). Επίσης, διατύπωσε τα θέματά του στο αστικό περιβάλλον με την τριλογία του για τις γυναίκες στη μεταφασιστική Γερμανία: Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν (1979), Η Ανησυχία της Βερόνικα Βος και η Λόλα.

«Θα ήθελα να χτίσω ένα σπίτι με τις ταινίες μου», παρατήρησε κάποτε ο Φασμπίντερ. «Μερικά είναι τα κελάρια, άλλα οι τοίχοι, άλλα τα παράθυρα. Αλλά ελπίζω στο τέλος να γίνει σπίτι». Το έργο του Φασμπίντερ ως σκηνοθέτη τιμήθηκε στην έκθεση Fassbinder: Berlin Alexanderplatz του 2007, η οποία διοργανώθηκε από τον Klaus Biesenbach στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης Kunst-Werke του Βερολίνου. Για την έκθεσή του στο MoMA, ο Klaus Biesenbach έλαβε το βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης (AICA).

Ταινίες avant-garde _1969–1971)

Εργαζόμενος ταυτόχρονα στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ο Φασμπίντερ δημιούργησε το δικό του στυλ από μια συγχώνευση των δύο μορφών τέχνης. Οι δέκα πρώτες ταινίες του χαρακτηρίζονται από έναν συνειδητό και δυναμικό φορμαλισμό. Επηρεασμένες από τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, τον Ζαν-Μαρί Στράουμπ και τις θεωρίες του Μπέρτολτ Μπρεχτ, αυτές οι ταινίες είναι αυστηρές και μινιμαλιστικές σε στυλ. Αν και επαινέθηκαν από πολλούς κριτικούς, αποδείχθηκαν πολύ απαιτητικές και απρόσιτες για το πλατύ κοινό. Οι γρήγορες μέθοδοι εργασίας του είχαν ξεκινήσει σε αυτό το στάδιο.
       Liebe ist kälter als der Tod
       Η αγάπη είναι πιο ψυχρή από τον Θάνατο __1969
Γυρισμένη ασπρόμαυρη με περιορισμένο προϋπολογισμό Απρίλιο του 1969, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Φασμπίντερ, ήταν μια αποδόμηση των αμερικανικών γκανγκστερικών ταινιών των δεκαετιών του 1930, του 1940 και του 1950. Ο Φασμπίντερ υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Φραντς, ενός μικρομεσαίου νταβατζή που διχάζεται ανάμεσα στην ερωμένη του Τζοάνα, μια ιερόδουλη που υποδύεται η Χάνα Σιγκούλα, και τον φίλο του Μπρούνο, έναν γκάνγκστερ που στάλθηκε να κυνηγήσει τον Φραντς από το συνδικάτο στο οποίο αρνήθηκε να ενταχθεί. Η Τζοάνα ενημερώνει την αστυνομία για μια ληστεία τράπεζας που έχουν σχεδιάσει οι δύο άνδρες. Ο Μπρούνο σκοτώνεται στην ανταλλαγή πυροβολισμών, αλλά ο Φραντς και η Τζοάνα δραπετεύουν. Πρόκειται για ταινία χαμηλών τόνων, μεγάλες σεκάνς, μη νατουραλιστική υποκριτική και λίγους διαλόγους. Η επιτυχία δεν ήταν άμεση (έτυχε και κακής υποδοχής στην πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου). Η ταινία, ωστόσο, ήδη παρουσιάζει τα θέματα που έμελλε να παραμείνουν παρόντα σε όλο το μετέπειτα έργο του σκηνοθέτη: τη μοναξιά, τη λαχτάρα για συντροφικότητα και αγάπη, και τον φόβο και την πραγματικότητα της προδοσίας.
              Katzelmacher _1969
Η δεύτερη ταινία του (σσ. ο τίτλος είναι ένας υποτιμητικός βαυαρικός όρος για έναν ξένο εργάτη από τη Μεσόγειο), έγινε πιο θετικά δεκτή, αποσπώντας πέντε βραβεία μετά το ντεμπούτο της στο Μάνχαϊμ. Παρουσιάζει μια ομάδα νεαρών ζευγαριών χωρίς ρίζες και βαριεστημένα που περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε άσκοπες φλυαρίες, κενές καυχησιές, ποτό, παίζοντας χαρτιά, δημιουργώντας ίντριγκες ή απλώς κάθονται. Η άφιξη του Γιώργου, ενός φιλοξενούμενου εργάτη από την Ελλάδα, οδηγεί σε μια αυξανόμενη περιέργεια από την πλευρά των γυναικών και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ανδρών που ζουν σε ένα προαστιακό συγκρότημα διαμερισμάτων στο Μόναχο. Αυτού του είδους η κοινωνική κριτική, που παρουσιάζει αποξενωμένους χαρακτήρες που αδυνατούν να ξεφύγουν από τις δυνάμεις της καταπίεσης, είναι μια σταθερά σε όλο το έργο του. Το Katzelmacher διασκευάστηκε από το πρώτο θεατρικό του - ένα σύντομο έργο που επεκτάθηκε από σαράντα λεπτά σε μεγάλο μήκος, μεταφέροντας τη δράση από ένα αγροτικό χωριό στο Μόναχο και καθυστερώντας την εμφάνιση του Γιώργου.
            Götter der Pest
            Οι Θεοί της Πανούκλας _1970
Μια ζοφερή γκανγκστερική ταινία με χειμερινό σκηνικό, γυρισμένη κυρίως σε εσωτερικούς χώρους και τη νύχτα. Ο χαρακτήρας του Φραντς (από την πρώτη ταινία του Φασμπίντερ, αλλά τώρα τον υποδύεται ο Χάρι Μπερ) αποφυλακίζεται, αλλά καταλήγει στο λάθος κοινό. Συνεργάζεται με τον καλύτερό του φίλο, έναν μαύρο Βαυαρό εγκληματία που σκότωσε τον αδελφό του, για να κάνουν έφοδο σε ένα σούπερ μάρκετ. Και οι δύο άνδρες προδίδονται από την εγκαταλελειμμένη ερωμένη του Φραντς, Τζοάνα, η οποία ειδοποιεί την αστυνομία. Ο Φραντς σκοτώνεται και η ταινία τελειώνει με τη λακωνική κηδεία του. Παρόμοια σε πλοκή και χαρακτήρες με την ταινία "Η Αγάπη είναι πιο Ψυχρή από τον Θάνατο" (1969) και την "Ο Αμερικανός Στρατιώτης" (1970), το θέμα της ομοερωτικής αγάπης στην ταινία "Θεοί της Πανούκλας" επανεμφανιζόταν επανειλημμένα στις ταινίες του σκηνοθέτη.
               Γιατί ο Κύριος Ρ. Τρέχει με Αμόκ; _1970)
Η τελευταία από τις τέσσερις ταινίες που γύρισε το 1969 (Warum läuft Herr R. Amok?) ήταν η πρώτη του έγχρωμη.  Τη σκηνοθεσία συντόνισε ο Μίκαελ Φένγκλερ (ο φίλος που ήταν ο εικονολήπτης του στην ταινία μικρού μήκους "Το Μικρό Χάος" το 1967). Μόνο τα περιγράμματα των σκηνών σκιαγραφήθηκαν από τον Φασμπίντερ. Ο Φένγκλερ και το καστ αυτοσχεδίασαν στη συνέχεια τους διαλόγους. Ο Φασμπίντερ υποστήριξε ότι αυτό ήταν στην πραγματικότητα έργο του Φένγκλερ και όχι δικό του. Παρ' όλα αυτά, οι δύο έλαβαν από κοινού ένα βραβείο σκηνοθεσίας στον διαγωνισμό του Γερμανικού Βραβείου Κινηματογράφου του 1971 και το έργο έχει πάντα θεωρηθεί μια από τις ταινίες του Φασμπίντερ. Η ταινία απεικονίζει τη ζωή του Χερ Ράαμπ, ενός τεχνικού σχεδιαστή, παντρεμένου και με ένα μικρό παιδί. Οι πιέσεις της μεσοαστικής ζωής τον πλήττουν. Η επίσκεψη μιας γειτόνισσας προκαλεί το περιστατικό που δίνει στην ταινία τον τίτλο της. Ενοχλημένος από την αδιάκοπη συζήτηση μεταξύ της συζύγου του και της φίλης της, ενώ προσπαθεί να δει τηλεόραση, ο Χερ Ράαμπ σκοτώνει τη γείτονα με ένα χτύπημα στο κεφάλι με ένα κερί και στη συνέχεια σκοτώνει τόσο τη σύζυγό του όσο και τον γιο τους. Ο Χερ Ράαμπ αργότερα βρίσκεται κρεμασμένος στην τουαλέτα ενός γραφείου…
               Der Amerikanische Soldat
               Ο Αμερικανός Στρατιώτης _1970
Το κύριο θέμα της γκανγκστερικής ταινίας είναι ότι η βία είναι μια έκφραση απογοητευμένου έρωτα. Ένα ξαφνικό ξέσπασμα καταπιεσμένου πάθους, η αποκάλυψη της επιθυμίας και μιας ανάγκης για αγάπη που έχει ματαιωθεί και έρχεται πολύ αργά είναι κεντρικό εδώ. Ο ομώνυμος εκτελεστής του τίτλου (στην πραγματικότητα ένας Γερμανός, τον οποίο υποδύεται ο Καρλ Ο Scheydt) είναι ένας ψυχρόαιμος πληρωμένος δολοφόνος, ο οποίος επιστρέφει από το Βιετνάμ στην πατρίδα του, το Μόναχο, όπου προσλαμβάνεται από τρεις αποστάτες αστυνομικούς για να ξεφορτωθεί μια σειρά από ανεπιθύμητα πρόσωπα. Τελικά καταλήγει να σκοτώσει την κοπέλα ενός από τους αστυνομικούς με τον φίλο του Franz Walsh (Fassbinder). Η ταινία κλείνει με τη μουσική του τραγουδιού "So much tenderness", που γράφτηκε από τον Fassbinder και ερμηνεύτηκε από τον Gunther Kaufmann. Ο Αμερικανός Στρατιώτης είναι το τρίτο και τελευταίο μέρος της χαλαρής τριλογίας γκανγκστερικών ταινιών του, που σχηματίζεται από τα Η Αγάπη Είναι Πιο Κρύα Από τον Θάνατο» (Liebe ist kälter als der Tod) και Götter der Pest (Θεοί της Πανώλης). Αποτίει φόρο τιμής στο χολιγουντιανό γκανγκστερικό είδος και αναφέρεται επίσης σε αφηγήσεις της γοτθικής φυλής.
               Το Ταξίδι του Niklashausen
               Die Niklashauser Fahrt __1970
Εδώ ο Fassbinder συν-γράφει και συν-σκηνοθετεί με τον Michael Fengler. Αυτή η πρωτοποριακή ταινία, που ανατέθηκε από το τηλεοπτικό δίκτυο WDR, γυρίστηκε τον Μάιο του 1970 και μεταδόθηκε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Το Ταξίδι στο Νίκλασχάουζεν βασίστηκε χαλαρά στην πραγματική ζωή του Χανς Μπέμ, ενός βοσκού που το 1476 ισχυρίστηκε ότι η Παναγία τον κάλεσε για να υποκινήσει μια εξέγερση εναντίον της εκκλησίας και των ανώτερων τάξεων. Παρά την προσωρινή επιτυχία, οι οπαδοί του Μπέμ τελικά σφαγιάστηκαν και αυτός κάηκε στην πυρά. Η πρόθεση του Φασμπίντερ ήταν να δείξει πώς και γιατί οι επαναστάσεις αποτυγχάνουν. Η προσέγγισή του ήταν να συγκρίνει την πολιτική και σεξουαλική αναταραχή της φεουδαρχικής Γερμανίας με εκείνη του κινήματος της αντικουλτούρας και τις διαμαρτυρίες του 1968 μη διευκρινίζοντας το χρονικό πλαίσιο της δράσης, αναμειγνύοντας μεσαιωνικά στοιχεία (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων κοστουμιών, σκηνικών, λόγου και μουσικής) με εκείνα από άλλες χρονικές περιόδους, όπως η Σοβιετική Επανάσταση, η περίοδος του Ροκοκό, η μεταπολεμική Γερμανία και ο Τρίτος Κόσμος. Το «Niklashausen Journey», επηρεασμένο από το «Weekend» του Jean-Luc Godard και το «Antonio das Mortes» του Glauber Rocha, αποτελείται από μόνο περίπου δώδεκα σκηνές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι είτε θεατρικά ταμπλό όπου οι χαρακτήρες δεν κινούνται και η κάμερα πηδάει από ομιλητή σε ομιλητή, είτε είναι πλάνα όπου οι χαρακτήρες περπατούν πέρα ​​δώθε ενώ εκφωνούν επαναστατικούς _κατά Fassbinder λόγους για μαρξιστικούς αγώνες και συζητήσεις για οικονομικές θεωρίες.
             Whity | Γουίτι _1970
Τοποθετημένο το 1876, το Γουίτι επικεντρώνεται στον ομώνυμο χαρακτήρα, έναν μιγάδα που εργάζεται ως δουλοπρεπής υπηρέτης στην έπαυλη μιας δυσλειτουργικής οικογένειας στον αμερικανικό Νότο. Είναι ο νόθος γιος του πατριάρχη της οικογένειας και του μαύρου μάγειρα. Ο Γουίτι προσπαθεί να εκτελέσει όλες τις εντολές τους, όσο υποτιμητικές κι αν είναι, μέχρι που πολλά από τα μέλη της οικογένειας του ζητούν να σκοτώσει μερικούς από τους άλλους. Τελικά τους σκοτώνει όλους και το σκάει στην έρημο με μια πόρνη από το τοπικό μπαρ. Η ταινία γυρίστηκε στην Αλμερία της Ισπανίας, σε widescreen, σε τοποθεσίες που κατασκευάστηκαν για τα γουέστερν που γύρισε ο Σέρτζιο Λεόνε. Η παραγωγή της ήταν ιδιαίτερα τραυματική για το καστ και το συνεργείο. Το Whity, ένα μείγμα μελοδράματος Ευρω-Δύσης και Αμερικανικού Νότου, έτυχε αρνητικής υποδοχής από τους κριτικούς και έγινε η μεγαλύτερη αποτυχία του Φασμπίντερ. Η ταινία δεν προβλήθηκε στους κινηματογράφους, ούτε υπήρξε ενδιαφέρον για τηλεοπτική προβολή (προβλήθηκε μόνο η πρεμιέρα της). Παρέμεινε μη διαθέσιμη μέχρι τη δεκαετία του 1990.

               Rio das Mortes _1971
Μια ιδιότροπη κωμωδία, που ακολουθεί δύο νεαρούς χωρίς προοπτικές που προσπαθούν να συγκεντρώσουν χρήματα για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους να βρουν έναν θαμμένο θησαυρό στο Περού χρησιμοποιώντας έναν χάρτη του Rio das Mortes. Η κοπέλα του ενός από αυτούς βρίσκει την ιδέα ηλίθια και θέλει να την σταματήσει, αλλά τελικά οι δύο φίλοι βρίσκουν μια προστάτιδα για να χρηματοδοτήσει την περιπέτειά τους. Βασισμένο σε μια ιδέα του Volker Schlondorff, γυρίστηκε το 1970 μετά το Why Does Herr R. Run Amok?, αλλά μεταδόθηκε στην τηλεόραση ένα χρόνο αργότερα. Η ταινία δίνει την αίσθηση ότι είναι δομημένη πρόχειρα. Το χιούμορ είναι άνοστο και η πλοκή έχει επικριθεί για την προχειρότητά της και την κακή ανάπτυξη των χαρακτήρων.  Το Rio das Mortes μένει περισσότερο για μια σκηνή που δεν σχετίζεται με την πλοκή, καθώς η κοπέλα, την οποία υποδύεται η Schygulla, χορεύει στο jukebox με το "Jailhouse Rock" του Elvis Presley παρέα με έναν νεαρό με δερμάτινο μπουφάν, τον οποίο υποδύεται ο Fassbinder.
             Πιονιέροι στο Ίνγκολσταντ_1971
Το έργο διασκευάστηκε από ένα ομώνυμο θεατρικό  της Marieluise Fleißer που γράφτηκε το 1927. Ακολουθεί δύο νεαρές γυναίκες των οποίων οι ζωές μεταμορφώνονται όταν οι μηχανικοί του στρατού (οι πρωτοπόροι του τίτλου) φτάνουν στην πόλη τους για να χτίσουν μια γέφυρα. Μία από τις γυναίκες φλερτάρει από στρατιώτη σε στρατιώτη, αλλά η φίλη της ερωτεύεται μόνο και μόνο για να την εγκαταλείψουν. Γυρισμένη τον Νοέμβριο του 1970,  για την τηλεόραση με τον Fassbinder να μεταφέρει την πλοκή της δεκαετίας του 1920 στη σύγχρονη Γερμανία, αλλά οι παραγωγοί, φοβούμενοι μήπως προσβάλουν τον γερμανικό στρατό, αρνήθηκαν. Ένας συμβιβασμός δεν ικανοποίησε καμία από τις πλευρές και στα μέσα του έργου ο Fassbinder έχασε το ενδιαφέρον του. Η ταινία κατατάσσεται μεταξύ των πιο αδύναμων ταινιών του. Οι εντάσεις και η πικρία που περιέβαλαν τη δημιουργία του Whity οδήγησαν τον Φασμπίντερ να διαλύσει το συλλογικό εγχείρημα του Anti-Theater ως εταιρείας παραγωγής. Αντ' αυτού, ίδρυσε τη δική του εταιρεία __ Tango films. Το Pioneers in Ingolstadt, αν και προβλήθηκε πριν από την κυκλοφορία του Beware of a Holy Whore στις αίθουσες, ήταν η τελευταία ταινία που έκανε ο Φασμπίντερ κατά τη διάρκεια της διαμορφωτικής του περιόδου. Την επόμενη χρονιά, το 1971, ο Φασμπίντερ γύρισε μόνο μία ταινία το Der Kaufmann der vier Jahreszeiten (ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών).
             Προειδοποίηση για μια ιερή πόρνη
             Warnung vor einer heiligen Nutte _1971
Βασίστηκε, όπως πολλές από τις ταινίες του, σε μια προσωπική εμπειρία - τα γυρίσματα της προηγούμενης, του αναθεωρητικού γουέστερν Whity (1970). Η ταινία παρουσιάζει έναν εγωπαθή σκηνοθέτη, που βασανίζεται από μια καθυστερημένη παραγωγή, ιδιότροπους ηθοποιούς και ένα απογοητευμένο συνεργείο. Όταν ρωτήθηκε για τι θέμα γυρίζει η ταινία, απάντησε: «βαρβαρότητα». Η ταινία τελειώνει με μια τυπική ειρωνεία τύπου Φασμπίντερ, καθώς το συνεργείο επιτίθεται στον σκηνοθέτη και σηματοδότησε το τέλος της πρωτοποριακής περιόδου του Φασμπίντερ. Παρουσίασε μια τόσο πικραμένη και ριζοσπαστική αυτοκριτική που οι μελλοντικές ταινίες του θα έπρεπε να είναι αρκετά διαφορετικές από αυτές που είχαν γυριστεί πριν. Αφού ολοκλήρωσε δέκα σε όχι περισσότερο από ένα χρόνο (αυτή η ταινία γυρίστηκε λίγους μόνο μήνες μετά το Whity) σε μια ξέφρενη έκρηξη δημιουργικότητας, η αντι-κινηματογραφική του κίνηση κατά του θεάτρου φάνηκε να ολοκληρώνεται.
              Γερμανικά μελοδράματα _1971–1976
Μετά το «Pioneers in Ingolstadt», ο Φασμπίντερ έκανε ένα οκτάμηνο διάλειμμα από την κινηματογράφηση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, στράφηκε ως πρότυπο στο μελόδραμα του Χόλιγουντ, ιδιαίτερα στις ταινίες που γύρισε ο Γερμανός μετανάστης Ντάγκλας Σερκ στο Χόλιγουντ για την Universal-International τη δεκαετία του 1950: Όλα όσα επιτρέπει ο Παράδεισος, Μεγαλοπρεπής Εμμονή και Μίμηση της Ζωής. Προσελκύστηκε από αυτές τις ταινίες όχι μόνο λόγω της ψυχαγωγικής τους αξίας, αλλά και για την απεικόνιση διαφόρων ειδών καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
            Händler der vier Jahreszeiten
            Ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών_1971
Ο Φασμπίντερ σημείωσε την πρώτη του εγχώρια εμπορική επιτυχία. Η ταινία απεικονίζει ένα παντρεμένο ζευγάρι που πωλεί φρούτα. Ο Χανς αντιμετωπίζει την απόρριψη από την οικογένειά του αφού επιτίθεται βίαια στη σύζυγό του επειδή δεν υπακούει στη θέλησή του. Εκείνη τον εγκαταλείπει, αλλά αφού παθαίνει καρδιακή προσβολή, επανενώνονται, αν και τώρα πρέπει να προσλάβει άλλους άντρες. Η περιορισμένη ικανότητά του να λειτουργεί τον οδηγεί να σκεφτεί τη δική του ματαιότητα. Κυριολεκτικά πίνει τον εαυτό του μέχρι θανάτου. Ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών χρησιμοποιεί το μελόδραμα ως στυλ για να δημιουργήσει κριτικές μελέτες της σύγχρονης γερμανικής ζωής για ένα ευρύ κοινό. Ήταν η πρώτη προσπάθεια του Φασμπίντερ να δημιουργήσει αυτό που δήλωσε ότι επιθυμούσε: μια κινηματογραφική δήλωση της ανθρώπινης κατάστασης που θα ξεπερνούσε τα εθνικά σύνορα, όπως είχαν κάνει οι ταινίες των Μικελάντζελο Αντονιόνι, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και Φεντερίκο Φελίνι. Είναι επίσης η πρώτη του συνειδητοποίηση αυτού που έμαθε από τον Σιρκ: ότι οι άνθρωποι, όσο μικροί κι αν είναι, και τα συναισθήματά τους, όσο ασήμαντα κι αν φαίνονται, θα μπορούσαν να είναι μεγάλα στην κινηματογραφική οθόνη (σσ. Hans Detlef Sierck, 1897–1987 __ διακεκριμένος Γερμανός σκηνοθέτης, ευρέως γνωστός για τα πλούσια, συναισθηματικά μελοδράματα που σκηνοθέτησε στο Χόλιγουντ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Οι ταινίες του χαρακτηρίζονται από το έντονο οπτικό τους στυλ, τα εκθαμβωτικά χρώματα, αλλά και την κριτική τους ματιά πάνω στα κοινωνικά πρότυπα της Αμερικής).
                Die bitteren Tränen der Petra von Kant
                Τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ __1972
Η μοναξιά είναι ένα κοινό θέμα στο έργο του Φασμπίντερ, μαζί με την ιδέα ότι η εξουσία γίνεται καθοριστικός παράγοντας σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι χαρακτήρες του λαχταρούν την αγάπη, αλλά φαίνονται καταδικασμένοι να ασκούν έναν συχνά βίαιο έλεγχο στους γύρω τους. Ένα καλό παράδειγμα είναι τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ, το οποίο διασκευάστηκε από τον Φασμπίντερ από τα θεατρικά του έργα. Ο ομώνυμος χαρακτήρας είναι μια σχεδιάστρια μόδας που ζει σε μια ονειρική χώρα που δημιούργησε ο ίδιος και η δράση περιορίζεται κυρίως στην πολυτελή κρεβατοκάμαρά της. Μετά την αποτυχία του δεύτερου γάμου της, η Πέτρα ερωτεύεται απελπισμένα και εμμονικά την Κάριν, μια πονηρή νεαρή γυναίκα της εργατικής τάξης που θέλει να κάνει καριέρα στο μόντελινγκ. Η εκμετάλλευση της Πέτρα από το μοντέλο αντικατοπτρίζει την εξαιρετική ψυχολογική κακοποίηση της σιωπηλής βοηθού της, Μαρλέν, από την Πέτρα. Ο Φασμπίντερ απεικονίζει την αργή κατάρρευση αυτών των σχέσεων ως αναπόφευκτη, και οι ηθοποιοί του (δεν υπάρχουν άντρες στην ταινία) κινούνται με έναν αργό, σαν έκσταση τρόπο που υπονοεί έναν απέραντο κόσμο νοσταλγίας κάτω από την όμορφη, εύθραυστη επιφάνεια.
                 Wildwechsel
                 Δόλωμα Φυλακής _1972
Γνωστό και ως Άγριο Θήραμα, είναι μια ζοφερή ιστορία εφηβικού άγχους, που διαδραματίζεται στη βιομηχανική βόρεια Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1950. Όπως και σε πολλές άλλες ταινίες του, ο Φασμπίντερ αναλύει τη ζωή της κατώτερης μεσαίας τάξης με χαρακτήρες που, ανίκανοι να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, τα θάβουν σε ανούσιες φράσεις και βίαιες πράξεις. Ο έρωτας μετατρέπεται σε μια πάλη εξουσίας εξαπάτησης και προδοσίας. Η ιστορία επικεντρώνεται στην Χάνι, μια πρόωρα ανεπτυγμένη 14χρονη μαθήτρια που ξεκινά μια σχέση με τον Φραντς, έναν 19χρονο εργάτη σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας κοτόπουλου. Το ειδύλλιό τους αντιμετωπίζει την αντίθεση των συντηρητικών γονιών του κοριτσιού. Ο Φραντς καταδικάζεται σε εννέα μήνες φυλάκιση για σεξουαλική επαφή με ανήλικο. Όταν αποφυλακίζεται με αναστολή, συνεχίζουν τη σχέση τους και Η Χάνι μένει έγκυος. Φοβούμενη τον θυμό του πατέρα της, πείθει τον Φραντς να τον σκοτώσει. Όταν ο Φραντς επιστρέφει στη φυλακή για αυτόν τον φόνο, ο Χάνι του λέει ότι το παιδί τους πέθανε κατά τη γέννηση και ότι η αγάπη τους ήταν «μόνο σωματική».
Αρχικά γυρισμένο για τη γερμανική τηλεόραση, το «Δόλωμα της Φυλακής» βασίστηκε σε ένα θεατρικό έργο του Franz Xaver Kroetz (σσ. Γερμανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός), ο οποίος διαφώνησε σφόδρα με την προσαρμογή του Φασμπίντερ, αποκαλώντας το πορνογραφικό. Η μακάβρια χροιά του θέματός του επιδείνωσε την αντιπαράθεση.
                 Welt am Draht
                 Κόσμος σε Σύρμα __1973
Η μόνη του ταινία επιστημονικής φαντασίας _ μια αλλαγή για τον Φασμπίντερ. Προσαρμογή του pulp sci-fi μυθιστορήματος Simulacron-3 του Ντάνιελ Φ. Γκαλούγιε (σσ. Daniel Francis Galouye Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1950-1960, συνεισέφερε νουβέλες και διηγήματα σε περιοδικά επιστημονικής φαντασίας διαφόρων μεγεθών, γράφοντας μερικές φορές με το ψευδώνυμο Louis G. Daniels), έγινε ως παραγωγή δύο επεισοδίων, 205 λεπτών για την τηλεόραση χρησιμοποιώντας φιλμ 16 χιλιοστών κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος από τη μακρά παραγωγή της Έφι Μπριστ. Μια ιστορία πραγματικοτήτων μέσα σε πραγματικότητες, το Welt am Draht ακολουθεί έναν ερευνητή, που εργάζεται στο ινστιτούτο κυβερνητικής και επιστήμης του μέλλοντος, ο οποίος αρχίζει να διερευνά τον μυστηριώδη θάνατο του μέντορά του. Πέφτει βαθιά στο κάλυμμα πίσω από έναν υπολογιστή ικανό να δημιουργήσει έναν τεχνητό κόσμο με μονάδες που ζουν ως ανθρώπινα όντα χωρίς να γνωρίζουν ότι ο κόσμος τους είναι απλώς μια προβολή υπολογιστή. Γυρισμένη στο σύγχρονο Παρίσι, η ταινία εμπνεύστηκε στυλιστικά από το Alphaville (1965) του Jean-Luc Godard και στο θέμα της για τους τεχνητούς ανθρώπους_ρομπότ που θέλουν να φτάσουν στην πραγματική ζωή προμηνύοντας το Blade Runner (1982) του Ridley Scott.
                Ali: Ο φόβος τρώει την ψυχή _1974
Ο Φασμπίντερ γνώρισε για πρώτη φορά διεθνή επιτυχία με το Angst essen Seele auf. Αυτή η ταινία γυρίστηκε σε 15 ημέρες !! τον Σεπτέμβριο του 1973 με πολύ χαμηλό προϋπολογισμό, κατατασσόμενη ανάμεσα στις πιο γρήγορες και φθηνές του. Παρ' όλα αυτά, ο αντίκτυπος στην καριέρα του και στην κυκλοφορία στο εξωτερικό παραμένει εδραιωμένος ως ένα σπουδαίο και επιδραστικό έργο. Κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Κριτικών στις Κάννες και αναγνωρίστηκε από τους κριτικούς παντού ως μία από τις καλύτερες του 1974.
Η ταινία ήταν εμπνευσμένη σε κάποιο βαθμό από την ταινία του Sirk «Όλα όσα επιτρέπει ο ουρανός» (1955). Περιγράφει λεπτομερώς την άγρια
​​αντίδραση της οικογένειας και της κοινότητας σε μια μοναχική ηλικιωμένη λευκή καθαρίστρια που παντρεύεται έναν μυώδη, πολύ νεότερο μαύρο Μαροκινό μετανάστη εργάτη. Οι δυο τους έλκονται ο ένας από τον άλλον λόγω αμοιβαίας μοναξιάς. Όταν η σχέση τους γίνεται γνωστή, βιώνουν διάφορες μορφές εχθρότητας και δημόσιας απόρριψης. Σταδιακά, η σχέση τους γίνεται ανεκτή, όχι από πραγματική αποδοχή, αλλά επειδή όσοι βρίσκονται γύρω από την καλόκαρδη ηλικιωμένη κυρία συνειδητοποιούν ότι η ικανότητά τους να την εκμεταλλευτούν απειλείται. Καθώς οι εξωτερικές πιέσεις στο ζευγάρι αρχίζουν να υποχωρούν, εμφανίζονται εσωτερικές συγκρούσεις.
            Μάρθα _1974
Οι κύριοι χαρακτήρες του Φασμπίντερ τείνουν να είναι αφελείς, είτε άνδρες είτε γυναίκες, που απαλλάσσονται αγενώς, μερικές φορές δολοφονικά, από τις ρομαντικές τους ψευδαισθήσεις. Γυρισμένη σε φιλμ 16 χιλιοστών για την τηλεόραση, η Μάρθα (1974) είναι ένα μελόδραμα για τη σκληρότητα σε έναν παραδοσιακό γάμο. Η πλοκή επικεντρώνεται στον ομώνυμο χαρακτήρα, μια γεροντοκόρη βιβλιοθηκάριο. Λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της, ενώ βρισκόταν σε διακοπές στη Ρώμη, η Μάρθα γνωρίζει έναν πλούσιο πολιτικό μηχανικό, ο οποίος την ξαφνιάζει. Συναντιούνται ξανά σε έναν γάμο στην πόλη της, την Κωνσταντία, και σύντομα παντρεύονται. Ωστόσο, ο έγγαμος βίος τους γίνεται μια άσκηση για τον σύζυγό της να εκφράσει τον σαδισμό του και για τη Μάρθα να υπομείνει τον μαζοχισμό. Ο σύζυγός της εκδηλώνει την επιθυμία του γι' αυτήν βίαια, αφήνοντας σημάδια στο σώμα της. Ελέγχει με εμμονή τη ζωή της, τη διατροφή της, το μουσικό της γούστο και τα ενδιαφέροντά της, μέχρι που περιορίζεται στο σπίτι τους. Η αρχικά θετική επιθυμία της Μάρθα να γίνει αγαπητή στον καταπιεστικό και κακοποιητικό σύζυγό της την ωθεί σε τέτοιο βαθμό που διαταράσσεται, οδηγώντας τη δική της μόνιμη σωματική παράλυση.
            Effi Briest | Έφι Μπριστ __1974
Η Έφι Μπριστ ήταν η ταινία των ονείρων του και αυτή στην οποία αφιέρωσε την περισσότερη δουλειά. Ενώ συνήθως χρειαζόταν μεταξύ εννέα και 20 ημερών !! για να γυρίσει μια ταινία, αυτή τη φορά χρειάστηκαν 58 ημέρες γυρισμάτων, που διαρκούσαν πάνω από δύο χρόνια. Η ταινία είναι ένα έργο εποχής διασκευασμένο από το κλασικό μυθιστόρημα του Theodor Fontane του 1894, που αφορά τις συνέπειες του προδομένου έρωτα. Τοποθετημένη στην κλειστή, καταπιεστική πρωσική κοινωνία της εποχής του Μπίσμαρκ, η ταινία σκιαγραφεί το πορτρέτο της μοίρας μιας γυναίκας, πλήρως συνδεδεμένης με έναν άκαμπτο και εντελώς αδυσώπητο κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Η πλοκή ακολουθεί την ιστορία της Effi Briest, μιας νεαρής γυναίκας που επιδιώκει να ξεφύγει από τον ασφυκτικό γάμο της με έναν πολύ μεγαλύτερο άνδρα, συνάπτοντας μια σύντομη σχέση με έναν γοητευτικό στρατιώτη. Έξι χρόνια αργότερα, ο σύζυγος της Effi ανακαλύπτει τη σχέση της με τραγικές συνέπειες. Η ταινία χρησίμευσε ως παράδειγμα για τη μούσα του Fassbinder Hanna Schygulla, της οποίας το αποστασιοποιημένο στυλ υποκριτικής ταίριαζε στους ρόλους που της δημιούργησε ο σκηνοθέτης. Ο Fassbinder την έκανε σταρ, αλλά με  καλλιτεχνικές διαφορές, ενώ έκανε την Effi Briest, που δημιούργησαν χωρισμό (κράτησε για μερικά χρόνια, μέχρι που ο Fassbinder την κάλεσε πίσω για να αναλάβει τον ρόλο της Maria Braun).
                  Σαν πουλί σε σύρμα _1975
                  Wie ein Vogel auf dem Draht
Τηλεοπτική παραγωγή 40λ με πρωταγωνίστρια την Μπριζίτ Μίρα, την κύρια ηθοποιό στην ταινία «Ο φόβος τρώει την ψυχή», να τραγουδά τραγούδια καμπαρέ και ερωτικές μπαλάντες από τη δεκαετία του 1940 και του 1950. Ανάμεσα στα τραγούδια, πίνει και μιλάει για τους συζύγους της. Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το ομώνυμο τραγούδι του Λέοναρντ Κοέν _Bird on the Wire, με το οποίο τελειώνει το πρόγραμμα. Ο Φασμπίντερ θεώρησε αυτό το έργο «μια προσπάθεια να γίνει μια παράσταση για την εποχή του Αντενάουερ. Για εμάς σίγουρα δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένο. Αλλά η ταινία αποκαλύπτει την απόλυτη απέχθεια και συναισθηματισμό της εποχής», εξήγησε.
                Faustrecht der Freiheit
                Fox and His Friends
               
Το παιχνίδι της τύχης __1975)
Πολλές από τις ταινίες του Φασμπίντερ ασχολούνται με την ομοφυλοφιλία, σύμφωνα με το ενδιαφέρον του για χαρακτήρες που είναι κοινωνικά ξεπερασμένοι, αλλά εδώ απομακρύνθηκε από τις περισσότερες αναπαραστάσεις ομοφυλοφίλων. Σε μια συνέντευξη στο Φεστιβάλ των Καννών το 1975, ο Φασμπίντερ είπε για την ταινία: «Είναι σίγουρα η πρώτη ταινία στην οποία οι χαρακτήρες είναι ομοφυλόφιλοι, χωρίς η ομοφυλοφιλία να παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Σε ταινίες, θεατρικά έργα ή μυθιστορήματα, αν εμφανίζονται ομοφυλόφιλοι, η ομοφυλοφιλία ήταν το πρόβλημα ή ήταν μια κωμική τροπή. Αλλά εδώ η ομοφυλοφιλία παρουσιάζεται ως εντελώς φυσιολογική και το πρόβλημα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, είναι μια ιστορία αγάπης, όπου ένα άτομο εκμεταλλεύεται την αγάπη του άλλου, και αυτή είναι η ιστορία που λέω πάντα». Στην ταινία Ο Φοξ και οι Φίλοι του, ένας γλυκός αλλά απλός ομοφυλόφιλος της εργατικής τάξης κερδίζει το λαχείο και ερωτεύεται τον κομψό γιο ενός βιομηχάνου. Ο τύπος προσπαθεί να τον διαμορφώσει σε έναν επιχρυσωμένο καθρέφτη αξιών της ανώτερης τάξης, ενώ παράλληλα οικειοποιείται τα κέρδη του από το λαχείο για τους δικούς του σκοπούς. Τελικά καταστρέφει τις ψευδαισθήσεις του, αφήνοντάς τον συντετριμμένο και άπορο. Ο Φασμπίντερ εργάστηκε εντός των ορίων του χολιγουντιανού μελοδράματος, αν και η ταινία βασίζεται εν μέρει στην άσχημη κατάσταση του τότε εραστή του Άρμιν Μάιερ (στον οποίο είναι αφιερωμένη η ταινία). Η ταινία είναι αξιοσημείωτη για την ερμηνεία του Φασμπίντερ ως ο άτυχος Φοξ, σε έναν αυτοσκηνοθετημένο πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το Φοξ και οι Φίλοι του έχει χαρακτηριστεί ομοφοβικό από ορισμένους και υπερβολικά απαισιόδοξο από άλλους. Οι ομοφυλόφιλοι της ταινίας δεν διαφέρουν, παραδόξως, σε καμία περίπτωση από τους εξίσου ακόλαστους ετεροφυλόφιλους της ταινίας. Η απαισιοδοξία της ταινίας υπερισχύει κατά πολύ από την κατηγορητικότητα του Φασμπίντερ για τον Φοξ ως ενεργό συμμετέχοντα στη δική του θυματοποίηση, μια γνωστή κριτική που συναντάται σε πολλές από τις ταινίες του σκηνοθέτη.
            Mutter Küsters Fahrt zum Himmel
            Η μητέρα Κύστερς πάει στον παράδεισο _1975
Στο μελόδραμα της Μητέρας Κύστερς, «Ταξίδι στον Παράδεισο», η Έμμα Κύστερς γίνεται το επίκεντρο της δημοσιότητας και της πολιτικής προσοχής, αφού ο σύζυγός της, ένας εργοστασιακός εργάτης, σκότωσε τον προϊστάμενό του και τον γιο του προϊσταμένου του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε, όταν ανακοινώθηκαν απολύσεις. Η ταινία βασίστηκε τόσο στα μελοδράματα του Sirk όσο και στις ταινίες για τους εργάτες της εποχής της Βαϊμάρης, συνδέοντας τα είδη για να αφηγηθεί μια ιστορία πολιτικής ενηλικίωσης για τη Μητέρα Κύστερς, η οποία επιδιώκει να κατανοήσει τι οδήγησε στις πράξεις του συζύγου της και πώς να αντιδράσει. Η ταινία είναι πολύ επικριτική για την πολιτική και τα μέσα ενημέρωσης της εποχής, καθώς οι άνθρωποι στους οποίους στρέφεται η Έμμα Κύστερς εκμεταλλεύονται την ίδια και την εμπειρία της. Τα μέσα ενημέρωσης, οι αναρχικοί, οι κομμουνιστές _φυσικά, ακόμη και τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς της, εκμεταλλεύονται την τραγωδία της για να προωθήσουν τις δικές τους ατζέντες.
                   Angst vor der Angst
                   Φόβος του Φόβου __1975
Γυρισμένο για τη γερμανική τηλεόραση, είναι ένα ψυχολογικό δράμα για μια νοικοκυρά της μεσαίας τάξης, εγκλωβισμένης σε μια βαρετή ζωή με έναν αφηρημένο σύζυγο, δύο μικρά παιδιά και ανοιχτά εχθρικούς συγγενείς. Εθίζεται στο βάλιουμ και το αλκοόλ, κατακλυσμένη από ένα παράλογο άγχος και φόβο για την αδυσώπητη πτώση της στην τρέλα. Το "Φόβος του Φόβου" έχει παρόμοιο θέμα με το "Μάρθα", το οποίο απεικονίζει επίσης την επίδραση ενός δυσλειτουργικού γάμου σε μια καταπιεσμένη νοικοκυρά. Τον κεντρικό ρόλο έπαιξε και πάλι η Μάργκιτ Κάρστενσεν.
                 "Θέλω Μόνο να Με Αγαπάς"
                
Ich will doch nur, daß ihr mich liebt _1976
Το "Θέλω Μόνο να μ΄Αγαπάς",  αφηγείται την ιστορία του Πίτερ, ενός εργάτη οικοδομών που βρίσκεται στη φυλακή για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, με τη ζωή του να τρέχει σε μια σειρά από αναδρομές στο παρελθόν. Ως σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος, ο Πίτερ περνάει τον ελεύθερο χρόνο του χτίζοντας ένα σπίτι για τους ψυχρούς, άστοργους γονείς του. Παντρεύεται και βρίσκει δουλειά σε μια άλλη πόλη, αλλά στην απεγνωσμένη του λαχτάρα για στοργή προσπαθεί να αγοράσει την αγάπη των γύρω του με ακριβά δώρα, κάτι που σύντομα τον βυθίζει σε μια δίνη χρεών. Όταν βλέπει την ανεκπλήρωτη αγάπη του για τους γονείς του να αντανακλάται κατά τη διάρκεια ενός καβγά σε ένα μπαρ, σκοτώνει έναν άντρα που χρησιμεύει ως πληρεξούσιος του πατέρα του. Η ταινία γυρίστηκε για την τηλεόραση κατά τη διάρκεια μιας παύσης κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του "Satan's Brew". Βασισμένη σε μια αληθινή αφήγηση από το "For Life", ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που επιμελήθηκαν οι Κλάους Άντες και Κριστιάνε Έρχαρντ, ήταν οι προσωπικές σκέψεις του Φασμπίντερ για την παιδική ηλικία και την εφηβεία.
                    Satansbraten
                    Το Ζυθοποιείο του Σατανά __1976
Σε μια περίοδο επαγγελματικής κρίσης, ο Φασμπίντερ έκανε το "Ζυθοποιείο του Σατανά" μια ζοφερή, ανήθικη κωμωδία που αποτίει φόρο τιμής στο θέατρο σκληρότητας του Αντονέν Αρτό (σσ. Antoine Marie Joseph Paul Artaud, 1896-1948 Γάλλος ηθοποιός, σκηνοθέτης, ποιητής και θεωρητικός του θεάτρου. Υπήρξε από τα πρώτα μέλη του κινήματος του υπερρεαλισμού και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού La Révolution surréaliste _η σουρεαλιστική επανάσταση. Ο Αρτώ συνέγραψε πλήθος δοκιμίων και μελετών για το θέατρο και τη δραματολογία. Ο ίδιος επινόησε και δημιούργησε το Théâtre de la Cruauté (θέατρο της σκληρότητας). Για μεγάλες περιόδους της ζωής του, ο Αρτώ ήταν έγκλειστος σε ψυχιατρικές κλινικές, ενώ αντιμετώπιζε έντονα ψυχολογικά προβλήματα. Στυλιστικά μακριά από τα μελοδράματα που τον έκαναν γνωστό διεθνώς, το "Ζυθοποιείο του Σατανά" έδωσε τη θέση του σε μια νέα φάση στην καριέρα του. Στο "Ζυθοποιείο του Σατανά", ένας νευρωτικός ποιητής που υποφέρει από συγγραφικό μπλοκάρισμα αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα, ενώ παράλληλα έχει να κάνει με μια απογοητευμένη, μακροχρόνια ταλαιπωρημένη σύζυγο, έναν μισόφρονα αδελφό και διάφορες πόρνες και μαζοχίστριες γυναίκες που μπαινοβγαίνουν στη ζωή του. Πείθει τον εαυτό του να γίνει η μετενσάρκωση του ομοφυλόφιλου ρομαντικού ποιητή Στέφαν Τζορτζ (1868–1933) αφού αντιγράφει το ποίημά του "Ο Άλμπατρος".
                   Διεθνείς ταινίες __1976–1982
Ο ενθουσιασμός για τις ταινίες του Φασμπίντερ αυξήθηκε γρήγορα μετά το "Ο Φόβος Τρώει την Ψυχή". Ο Βίνσεντ Κάνμπι (σσ. Αμερικανός κριτικός κινηματογράφου και θεάτρου, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής κριτικός για τους New York Times από το 1969 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, και στη συνέχεια ο επικεφαλής κριτικός θεάτρου από το 1994 έως το θάνατό του το 2000) απέτισε φόρο τιμής στον Φασμπίντερ ως «το πιο πρωτότυπο ταλέντο από την εποχή του Γκοντάρ». Το 1977, το Θέατρο New Yorker στο Μανχάταν διοργάνωσε ένα Φεστιβάλ Φασμπίντερ. Ωστόσο, καθώς ο ενθουσιασμός για τον Φασμπίντερ μεγάλωνε εκτός Γερμανίας, οι ταινίες του δεν κατάφεραν να εντυπωσιάσουν το γηγενές κοινό. Στην πατρίδα του, ήταν περισσότερο γνωστός για το τηλεοπτικό του έργο και για την ανοιχτή ομοφυλοφιλία του. Σε συνδυασμό με τα αμφιλεγόμενα ζητήματα των ταινιών του - τρομοκρατία, κρατική βία, ρατσισμός, σεξουαλική πολιτική - φαινόταν ότι όλα όσα έκανε ο Φασμπίντερ προκαλούσαν ή προσέβαλαν κάποιον.
Αφού ολοκλήρωσε το 1978 τις τελευταίες του χαμηλού προϋπολογισμού και πολύ προσωπικές επιχειρήσεις __σε ένα έτος με 13 φεγγάρια και η τρίτη γενιά, θα επικεντρωνόταν στη δημιουργία ταινιών που γίνονταν ολοένα και πιο φανταχτερές και στυλιζαρισμένες. Ωστόσο, η τηλεοπτική του σειρά Berlin Alexanderplatz ήταν μια νατουραλιστική διασκευή του δίτομου μυθιστορήματος του Άλφρεντ Ντέμπλιν, το οποίο ο Φασμπίντερ είχε διαβάσει πολλές φορές.
                Chinesisches Roulette
                Κινέζικη Ρουλέτα __1976
Γοτθικό θρίλερ που ακολουθεί ένα 12χρονο κορίτσι, την Άντζελα, που έχει υποστεί σωματική αναπηρία, και λόγω της έλλειψης στοργής των γονιών της, κανονίζει μια συνάντηση με τους αντίστοιχους εραστές τους στο οικογενειακό εξοχικό. Η ταινία κορυφώνεται με ένα παιχνίδι μαντέματος της αλήθειας. Οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες, οι οποίες διαλέγουν με τη σειρά τους ένα μέλος της άλλης πλευράς και του κάνουν ερωτήσεις για ανθρώπους και αντικείμενα. Το παιχνίδι παίζεται κατόπιν πρότασης της Άντζελα, η οποία παίζει εναντίον της μητέρας της. Όταν η μητέρα ρωτάει: «Στο Τρίτο Ράιχ, τι θα ήταν αυτό το άτομο;», η απάντηση της Άντζελα είναι «Διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Μπέργκεν Μπέλσεν». Περιγράφει τη μητέρα της.
             Bolwieser __1977
             Η Σύζυγος του Σταθμάρχη
Δεν υπάρχουν ευτυχισμένα τέλη στις ταινίες του Φασμπίντερ. Οι πρωταγωνιστές του, συνήθως αδύναμοι άνδρες ή γυναίκες με μαζοχιστικές τάσεις, πληρώνουν βαρύ τίμημα για την θυματοποίησή τους. Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα του 1931, «Bolwieser: Το Μυθιστόρημα ενός Συζύγου», του Βαυαρού συγγραφέα Όσκαρ Μαρία Γκραφ (σσ. Oskar Maria Graf, 1894–1967 _διακεκριμένος Γερμανός συγγραφέας και ποιητής, γνωστός για τις ρεαλιστικές, συχνά αυτοβιογραφικές του αφηγήσεις και τα έργα του για τη ζωή των αγροτών στη Βαυαρία). Η πλοκή ακολουθεί την πτώση του Ξάβερ Μπόλβιεζερ, ενός σιδηροδρομικού σταθμού που υποτάχθηκε στη διαθήκη της αυταρχικής και άπιστης συζύγου του, της οποίας οι επαναλαμβανόμενες απιστίες καταστρέφουν ολοσχερώς τη ζωή του Μπόλβιεζερ. Αρχικά μεταδόθηκε ως τηλεοπτική σειρά δύο επεισοδίων, η ταινία «Η Γυναίκα του Σταθμάρχη» συντομεύτηκε σε ταινία μεγάλου μήκους 112λ και κυκλοφόρησε την πρώτη επέτειο από τον θάνατο του Φασμπίντερ. Πρωταγωνιστεί ο Κουρτ Ράαμπ, στενός φίλος του Φασμπίντερ, τον οποίο ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί  ως αξιολύπητο άντρα. Ο Ράαμπ ήταν επίσης σκηνογράφος στις ταινίες του Φασμπίντερ, μέχρι που η φιλία και η επαγγελματική τους σχέση διαλύθηκαν μετά τα γυρίσματα αυτής της ταινίας.
                  Deutschland im Herbst
                  Γερμανία το Φθινόπωρο __1978
Ένα συλλογικό έργο οκτώ Γερμανών σκηνοθετών _ Fassbinder, Alf Brustellin, Volker Schlöndorff, Bernhard Sinkel και Alexander Kluge, του κύριου οργανωτή πίσω από το έργο. Έριξαν μια ματιά στο κύμα ενοχής και παράνοιας που πλήττει την κοινωνία της Δυτικής Γερμανίας και τις αρχές της κατά τους μήνες μεταξύ της απαγωγής και της δολοφονίας του βιομηχάνου Hanns Martin Schleyer από μέλη της Φράξιας του Κόκκινου Στρατού και των θανάτων των Andreas Baader, Gudrun Ensslin και Jan-Carl Raspe στις φυλακές Stammheim. Η ταινία είναι ένα αλά Fassbinder ντοκουμέντο για την τρομοκρατία και τις κοινωνικοπολιτικές της συνέπειες. Ξεκινά με την κηδεία του Schleyer, ένα τμήμα που γυρίστηκε από τους Alexander Kluge και Volker Schlöndorff, και τελειώνει με την ταραχώδη κοινή κηδεία των Baader, Ensslin και Raspe στη Στουτγάρδη.
                     Απελπισία – Ένα Ταξίδι στο Φως __
                    
DespairEine Reise ins Licht __1978
Ο Φασμπίντερ γύρισε τρεις ταινίες στα αγγλικά, μια γλώσσα στην οποία δεν ήταν άριστος: Απελπισία (1978), Λίλι Μάρλιν (1980) και Κερέλ (1982). Και οι τρεις έχουν διεθνείς ηθοποιούς και είναι πολύ φιλόδοξες, ωστόσο η καθεμία αντιμετώπισε καλλιτεχνικά και εμπορικά προβλήματα. Η Απελπισία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ του 1936, σε διασκευή του Τομ Στόπαρντ με πρωταγωνιστή τον Ντιρκ Μπόγκαρντ. Γυρίστηκε με προϋπολογισμό 6.000.000 γερμανικών μαρκών, ξεπερνώντας το συνολικό κόστος των πρώτων 15 ταινιών του
Η Απελπισία αφηγείται την ιστορία του Χέρμαν Χέρμαν, ενός ανισόρροπου Ρώσου μετανάστη και μεγιστάνα της σοκολάτας, του οποίου η επιχείρηση και ο γάμος έχουν γίνει πικρόχολα. Το εργοστάσιο βρίσκεται κοντά στην πτώχευση και η χυδαία σύζυγός του είναι χρόνια άπιστη. Καταστρώνει ένα περίτεχνο σχέδιο για να υιοθετήσει μια νέα ταυτότητα με την πεποίθηση ότι αυτό θα τον απαλλάξει από όλες τις ανησυχίες του. Η ιστορία της πτώσης του Χέρμαν στην τρέλα αντιπαραβάλλεται με την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930.
                    Σε ένα χρόνο με δεκατρία φεγγάρια
                    In einem Jahr mit 13 Monden __1978
Το πιο προσωπικό και ζοφερό έργο του Φασμπίντερ. Η ταινία ακολουθεί την τραγική ζωή της Ελβίρα, μιας τρανσέξουαλ παλαιότερα γνωστής ως Έρβιν. Τις τελευταίες ημέρες πριν από την αυτοκτονία της, αποφασίζει να επισκεφτεί μερικά από τα σημαντικά πρόσωπα και μέρη της ζωής της. Σε μια σκηνή, η Ελβίρα περιπλανιέται στο σφαγείο όπου εργαζόταν ως Έρβιν, αφηγούμενη την ιστορία της ανάμεσα στα πτώματα βοοειδών που είχαν γαντζωθεί από το κρέας, των οποίων οι κομμένοι λαιμοί βρέχουν αίμα στο πάτωμα. Σε μια άλλη, επιστρέφει στο ορφανοτροφείο όπου μεγάλωσε με μοναχές και ακούει την βάναυση ιστορία της παιδικής της ηλικίας. Η κάμερα του Φασμπίντερ παρακολουθεί την μοναχή (την οποία υποδύεται η μητέρα του) να αφηγείται την ιστορία της Ελβίρας. Κινείται με ένα είδος στρατιωτικής ακρίβειας μέσα στον χώρο, αφηγούμενη την ιστορία με εκθαμβωτική λεπτομέρεια, αγνοώντας ότι η Ελβίρα είχε καταρρεύσει και δεν μπορεί πλέον να την ακούσει. Το "Σε ένα Έτος Δεκατρία Φεγγάρια" ήταν σαφώς προσωπικό, μια αντίδραση στην αυτοκτονία του πρώην εραστή του Άρμιν Μάιερ. Εκτός από το σενάριο, τη σκηνοθεσία και το μοντάζ, ο Φασμπίντερ σχεδίασε επίσης την παραγωγή και εργάστηκε ως εικονολήπτης. Όταν η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1979, ο κριτικός Βίνσεντ Κάνμπι (ο οποίος υποστήριξε το έργο του Φασμπίντερ στις Ηνωμένες Πολιτείες) έγραψε: "Το μόνο λυτρωτικό της χαρακτηριστικό είναι η ιδιοφυΐα".
                      Die Ehe der Maria Braun
                      Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν __1979
Με τον Γάμο της Μαρίας Μπράουν, τη μεγαλύτερη επιτυχία του, ο Φασμπίντερ πέτυχε τελικά την λαϊκή αποδοχή που επεδίωκε στο γερμανικό κοινό. Ο ομώνυμος χαρακτήρας είναι μια φιλόδοξη και δυναμική γυναίκα που χωρίστηκε από τον σύζυγό της προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η πλοκή ακολουθεί τη σταθερή άνοδο της Μαρίας Μπράουν ως επιτυχημένης επιχειρηματία κατά την εποχή Αντενάουερ. Το όνειρο της για μια ευτυχισμένη ζωή με τον σύζυγό της παραμένει ανεκπλήρωτο. Τα επαγγελματικά της επιτεύγματα δεν συνοδεύονται από προσωπική ευτυχία. Η ταινία, κατασκευασμένη σύμφωνα με την παράδοση του Χόλιγουντ των «γυναικείων ταινιών» που παρουσιάζουν μια γυναίκα που ξεπερνά τις δυσκολίες, χρησιμεύει επίσης ως παραβολή του οικονομικού θαύματος της Δυτικής Γερμανίας που ενσαρκώνεται στον χαρακτήρα της Μαρίας Μπράουν. Η ιστορία της χειραγώγησης και της προδοσίας της παραλληλίζεται με την εντυπωσιακή μεταπολεμική οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας όσον αφορά το κόστος της σε ανθρώπινες αξίες. Η ταινία ήταν το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με επίκεντρο τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος», η οποία ολοκληρώθηκε με τις ταινίες Lola (1981) και Veronika Voss (1982).
               Η Τρίτη Γενιά
               Die Dritte Generation __1979
Η οικονομική επιτυχία του «Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν» επέτρεψε στον Φασμπίντερ να πληρώσει τα χρέη του και να ξεκινήσει ένα προσωπικό πρότζεκτ (την Τρίτη Γενιά) , μια μαύρη κωμωδία για την τρομοκρατία. Ο Φασμπίντερ δυσκολεύτηκε να εξασφαλίσει οικονομική υποστήριξη για αυτήν την ταινία και τελικά γυρίστηκε με μικρό προϋπολογισμό και δανείστηκε χρήματα. Όπως έκανε και με την ταινία «Σε ένα Έτος Δεκατρία Φεγγάρια», ο Φασμπίντερ εργάστηκε ξανά ως εικονολήπτης ταινίας. Η ταινία αφορά μια ομάδα επίδοξων τρομοκρατών από αριστερό αστικό υπόβαθρο που απαγάγουν έναν βιομήχανο κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, αγνοώντας ότι έχουν χειραγωγηθεί από τον καπιταλιστή και τις αρχές, των οποίων η κρυφή ατζέντα είναι η τρομοκρατία να δημιουργήσει ζήτηση για εξοπλισμό ασφαλείας και να κερδίσει υποστήριξη για αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας. Οι ενέργειες του αναποτελεσματικού πυρήνα των παράνομων τρομοκρατών επικαλύπτονται με ένα soundtrack γεμάτο με δελτία ειδήσεων, φωνητικές εντολές, μουσική και ασυναρτησίες. Το πολιτικό θέμα της ταινίας προκάλεσε διαμάχη.
                Βερολίνο Αλεξάντερπλατς __1980
Κάναμε ήδη αναφορά __
Επιστρέφοντας στις εξερευνήσεις του στη γερμανική ιστορία, ο Φασμπίντερ τελικά πραγματοποίησε το όνειρό του να διασκευάσει  το ομώνυμο  μυθιστόρημα του Άλφρεντ Ντέμπλιν του 1929. Μια τηλεοπτική σειρά διάρκειας άνω των 13 ωρών, με ένα δίωρο coda (κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ ως 15ωρη ταινία), ήταν η κορύφωση των αλληλένδετων θεμάτων του σκηνοθέτη για την αγάπη, τη ζωή και την εξουσία. Η Αλεξάντερπλατς του Βερολίνου επικεντρώνεται στον Φραντς Μπίμπερκοπφ, έναν πρώην κατάδικο και ανήλικο μαστροπό, ο οποίος προσπαθεί να αποφύγει τους μπελάδες, αλλά τον παρασύρει το έγκλημα, η φτώχεια και η διπροσωπία των γύρω του. Ο καλύτερός του φίλος, ο Ράινχολντ, τον κάνει να χάσει το ένα του χέρι και δολοφονεί την πόρνη κοπέλα του Φραντς, Μίζε. Το ερωτικό τρίγωνο του Φραντς, του Ράινχολντ και του Μίζε σκηνοθετείται ενάντια στο αυξανόμενο κύμα του ναζισμού στη Γερμανία. Η ταινία δίνει έμφαση στη σαδομαζοχιστική σχέση μεταξύ του Μπίμπερκοπφ και του Ράινχολντ, τονίζοντας την ομοερωτική της φύση. Ο Φασμπίντερ είχε διαβάσει το βιβλίο στην ηλικία των 14 ετών, αργότερα ισχυριζόμενος ότι τον βοήθησε να επιβιώσει από μια «δολοφονική εφηβεία». Η επιρροή του μυθιστορήματος του Ντέμπλιν μπορεί να φανεί σε πολλές από τις ταινίες του Φασμπίντερ, οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές των οποίων ονομάζονται Φραντς, μερικοί με το επώνυμο Μπίμπερκοπφ, όπως ο αφελής νικητής του λαχείου της εργατικής τάξης στο Fox and His Friends, ο οποίος είναι Λίλι Μάρλιν (1981) Ο Φασμπίντερ ασχολήθηκε με την ναζιστική περίοδο με την ταινία Λίλι Μάρλιν,  μια διεθνή συμπαραγωγή, γυρισμένη στα αγγλικά και με μεγάλο προϋπολογισμό. Το σενάριο βασίστηκε αόριστα στην αυτοβιογραφία της τραγουδίστριας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου Λάλε Άντερσεν, Ο Ουρανός Έχει Πολλά Χρώματα. Η ταινία δομείται ως ένα μεγάλο, δακρυσμένο μελόδραμα του Χόλιγουντ στην απεικόνιση της ανεκπλήρωτης ιστορίας αγάπης μεταξύ μιας Γερμανίδας τραγουδίστριας ποικιλίας που χωρίστηκε από τον πόλεμο από έναν Ελβετοεβραίο συνθέτη. Κεντρικό στοιχείο της ιστορίας είναι το τραγούδι που δίνει στην ταινία τον τίτλο της.
Ο Φασμπίντερ παρουσιάζει την περίοδο της ναζιστικής Γερμανίας ως μια προβλέψιμη εξέλιξη της γερμανικής ιστορίας που σκηνοθετήθηκε ως θέαμα που υποστηρίχθηκε από μίσος. Γυρισμένη με μια νοσηρή νοσταλγία για σβάστικες, λάμψη της showbiz και ως ένα ρομαντικό ειδύλλιο με μανδύα και στιλέτο, το κύριο θέμα της Lili Marleen είναι το ερώτημα: είναι ηθικά δικαιολογημένο να επιβιώνει κανείς υπό τον Εθνικοσοσιαλισμό, όπως κάνει η αφελής τραγουδίστρια έχοντας μια επιτυχημένη καριέρα;
                     Θέατρο σε Έκσταση __1981
Πρόκειται για ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Fassbinder  στο Φεστιβάλ "Θέατρα του Κόσμου". Πάνω από σκηνές από ομάδες όπως το Squat Theatre και το Tanztheater Wuppertal Pina Bausch Fassbinder μίλησε με αποσπάσματα από τον Antonin Artaud καθώς και δικά του σχόλια.
                      Lola __1981
Η Lola αφηγείται την ιστορία ενός έντιμου, νέου επιτρόπου κτιρίων που φτάνει σε μια μικρή πόλη. Ερωτεύεται τη Lola, αγνοώντας αθώα το γεγονός ότι είναι μια διάσημη πόρνη και η ερωμένη ενός αδίστακτου κατασκευαστή. Ανίκανος να συμβιβάσει την ιδεαλιστική του εικόνα για τη Λόλα με την πραγματικότητα, ο επίτροπος βυθίζεται στην ίδια διαφθορά που είχε προσπαθήσει να καταπολεμήσει.
                      Βερόνικα Βος __1982
Ο Φασμπίντερ κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο 32ο  Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου Ο αρχικός γερμανικός τίτλος, Die Sehnsucht der Veronika Voss __«Η λαχτάρα της Βερόνικα Βος». Η ταινία, που διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1950, απεικονίζει τα χρόνια του λυκόφωτος της ομότιτλης ηρωίδας, μιας ξεθωριασμένης Ναζί σταρ. Ένας αθλητικός δημοσιογράφος γοητεύεται από την ανισόρροπη ηθοποιό και ανακαλύπτει ότι βρίσκεται υπό την επιρροή ενός κακού γιατρού που της προμηθεύει τα φάρμακα που λαχταρά, αρκεί να μπορεί να πληρώσει την υπερβολική αμοιβή. Παρά τις προσπάθειες του δημοσιογράφου, δεν μπορεί να τη σώσει από ένα τρομερό τέλος.
                     Querelle __1982
Τελικά  δεν έζησε για να δει την πρεμιέρα της τελευταίας του ταινίας, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ζαν Ζενέ Querelle de Brest. Η πλοκή ακολουθεί τον ομώνυμο χαρακτήρα, έναν όμορφο ναύτη που είναι κλέφτης και απατεώνας. Απογοητευμένος από μια ομοερωτική σχέση με τον ίδιο του τον αδελφό, ο Querelle προδίδει όσους τον αγαπούν και τους πληρώνει ακόμη και με φόνο.
              Προσωπική ζωή
Ο Φασμπίντερ είχε σχέσεις τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες. Σπάνια κρατούσε την επαγγελματική και την προσωπική του ζωή χωριστά και ήταν γνωστός για το ότι επέλεγε την οικογένεια, τους φίλους και τους εραστές στις ταινίες του. Στην αρχή της καριέρας του είχε μια διαρκή αλλά διαλυμένη σχέση με την Ιρμ Χέρμαν, πρώην γραμματέα την οποία ανάγκασε να γίνει ηθοποιός. Ο Φασμπίντερ συνήθως την επέλεγε σε λιγότερο λαμπερούς ρόλους, κυρίως ως την άπιστη σύζυγο στον Έμπορο των Τεσσάρων Εποχών και την σιωπηλή κακοποιημένη βοηθό στα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ. Τη Χέρμαν την έκανε είδωλο, αλλά ο Φασμπίντερ την βασάνιζε και βασανιζόταν κι ο ίδιος για πάνω από μια δεκαετία. Αυτό περιλάμβανε και ενδοοικογενειακή βία: «Δεν μπορούσε να συλλάβει ότι θα τον αρνιόμουν και δοκίμασε τα πάντα. Παραλίγο να με ξυλοκοπήσει μέχρι θανάτου στους δρόμους του Μπόχουμ...»  Το 1977, η Χέρμαν συνδέθηκε "ρομαντικά" με έναν άλλο άντρα και έμεινε έγκυος από αυτόν. Ο Φασμπίντερ της έκανε πρόταση γάμου και της πρότεινε να υιοθετήσει το παιδί. Εκείνη τον απέρριψε.
Το 1969, ενώ υποδυόταν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεοπτική ταινία Baal υπό τη σκηνοθεσία του Φόλκερ Σλέντορφ, ο Φασμπίντερ γνώρισε τον Γκίντερ Κάουφμαν, έναν μαύρο Βαυαρό ηθοποιό που είχε έναν δευτερεύοντα ρόλο στην ταινία. Παρά το γεγονός ότι ο Κάουφμαν ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά, ο Φασμπίντερ τον ερωτεύτηκε παράφορα. Οι δυο τους ξεκίνησαν μια ταραχώδη σχέση που τελικά επηρέασε την παραγωγή του Baal. Ο Φασμπίντερ προσπάθησε να αγοράσει την αγάπη του Κάουφμαν δίνοντάς του σημαντικούς ρόλους στις ταινίες του και αγοράζοντάς του ακριβά δώρα. Ο Κάουφμαν απόλαυσε την προσοχή και έγινε πιο απαιτητικός… ο Φασμπίντερ του αγόρασε τέσσερις Λαμποργκίνι σε διάστημα ενός έτους. Ο Κάουφμαν κατέστρεφε τη μία και πουλούσε τις άλλες αν δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες του. Η σχέση έληξε όταν ο Κάουφμαν συνδέθηκε με τον συνθέτη Πέερ Ράμπεν. Μετά το τέλος της σχέσης τους, ο Φασμπίντερ συνέχισε να βάζει τον Κάουφμαν στις ταινίες του, αν και σε δευτερεύοντες ρόλους (ο Κάουφμαν εμφανίστηκε σε 14 ταινίες του Φασμπίντερ, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Γουίτι _1971).

  • Αν και ισχυριζόταν ότι ήταν αντίθετος στον γάμο ως θεσμό, το 1970 ο Φασμπίντερ παντρεύτηκε την Ίνγκριντ Κάβεν, μια ηθοποιό που εμφανιζόταν τακτικά στις ταινίες του. Η γαμήλια δεξίωσή τους ανακυκλώθηκε στην ταινία που γύριζε εκείνη την εποχή, ο Αμερικανός στρατιώτης. Η σχέση αμοιβαίου θαυμασμού τους επέζησε της πλήρους αποτυχίας του διετούς γάμου τους. "Η δική μας ήταν μια ιστορία αγάπης παρά τον γάμο"
  • Η Κάβεν εξήγησε σε μια συνέντευξη, προσθέτοντας για τη σεξουαλικότητα του πρώην συζύγου της: "Ο Ράινερ ήταν ομοφυλόφιλος που χρειαζόταν κι αυτός μια γυναίκα. Είναι τόσο απλό και τόσο περίπλοκο". Οι τρεις πιο σημαντικές γυναίκες της ζωής του Φασμπίντερ, η Ιρμ Χέρμαν, η Ίνγκριντ Κάβεν και η Τζουλιάν Λόρεντζ __η τελευταία του σύντροφος, δεν διαταράχθηκαν από την ερωτική και σεξουαλική του εμπλοκή με άνδρες.
  • Το 1971, ο Φασμπίντερ ξεκίνησε μια σχέση με τον Ελ Χέντι μπεν Σάλεμ, έναν Μαροκινό Βερβέρο που είχε εγκαταλείψει τη γυναίκα και τα πέντε παιδιά του τον προηγούμενο χρόνο, αφού τον γνώρισε σε ένα ομοφυλοφιλικό λουτρό στο Παρίσι. Κατά τα επόμενα τρία χρόνια, ο Σάλεμ εμφανίστηκε σε αρκετές παραγωγές του Φασμπίντερ. Ο πιο γνωστός του ρόλος ήταν ως Άλι στην ταινία Άλι: Ο φόβος τρώει την ψυχή (1974). Η τριετής σχέση τους σημαδεύτηκε από ζήλια, βία και βαριά χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ. Ο Φασμπίντερ τερμάτισε τελικά τη σχέση το 1974, λόγω του χρόνιου αλκοολισμού του Σάλεμ και της τάσης του να γίνεται βίαιος όταν έπινε. Λίγο μετά τον χωρισμό, ο Σάλεμ μαχαίρωσε τρία άτομα (κανένα δεν θανάσιμα) στο Βερολίνο και αναγκάστηκε να μεταφερθεί λαθραία έξω από την πόλη. Ο Σάλεμ τελικά έφτασε στη Γαλλία όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε. Αυτοκτόνησε κρεμασμένος ενώ βρισκόταν υπό κράτηση το 1977. Η είδηση ​​τηςαυτοκτονίαςτουΣάλεμκρατήθηκεκρυφάαπότονΦασμπίντεργιαχρόνια. Τελικάέμαθεγιατονθάνατοτηςπρώηνερωμένηςτουλίγοπριναπότονδικότουθάνατο το 1982 και αφιέρωσε την τελευταία του ταινία, Querelle, στον Σάλεμ.
  • Ο επόμενος εραστής του Φασμπίντερ ήταν ο Άρμιν Μάιερ. Ο Μάιερ ήταν ένας σχεδόν αναλφάβητος πρώην χασάπης που είχε περάσει τα πρώτα του χρόνια σε ορφανοτροφείο. Εμφανίστηκε επίσης σε αρκετές ταινίες του εκείνη την περίοδο. Μια γεύση από την προβληματική σχέση τους μπορεί να φανεί στο επεισόδιο του Φασμπίντερ για την εκπομπή Germany in Autumn (1978). Ο Φασμπίντερ τερμάτισε τη σχέση το 1978. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των γενεθλίων του Φασμπίντερ, ο Μάιερ κατανάλωσε σκόπιμα τέσσερα μπουκάλια υπνωτικά χάπια και αλκοόλ στην κουζίνα του διαμερίσματος που μοιράζονταν προηγουμένως με τον Φασμπίντερ. Το σώμα του βρέθηκε μια εβδομάδα αργότερα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του Φασμπίντερ, η σύντροφός του ήταν η Τζουλιάν Λόρεντζ (γεννημένη το 1957), η μοντέρ των ταινιών του κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μπορεί να την δει κανείς σε έναν μικρό ρόλο ως γραμματέας του παραγωγού ταινιών στη Βερόνικα Βος. Σύμφωνα με τον Λόρεντζ, σκέφτηκαν να παντρευτούν, αλλά δεν το έκαναν ποτέ. Αν και αναφέρθηκε ότι απομακρύνθηκαν τον τελευταίο χρόνο του, μια κατηγορία που ο Λόρεντζ αρνήθηκε, ζούσαν ακόμα μαζί κατά τη στιγμή του θανάτου του. 
                      Διαμάχες
Τα σκάνδαλα και οι διαμάχες στα μέσα ενημέρωσης διασφάλισαν ότι στη Γερμανία, ο Φασμπίντερ βρισκόταν συχνά στα νέα, κάνοντας προκλητικά σχόλια σε συνεντεύξεις. Το έργο του συχνά λάμβανε ανάμεικτες κριτικές από τους εθνικούς κριτικούς, πολλοί από τους οποίους άρχισαν να τον παίρνουν στα σοβαρά μόνο αφού ο ξένος τύπος τον είχε επαινέσει ως σημαντικό σκηνοθέτη. Υπήρχαν συχνές αποκαλύψεις για τον τρόπο ζωής του στον τύπο και επιθέσεις από όλες τις πλευρές από τις ομάδες που προσέβαλαν οι ταινίες του. Η τηλεοπτική του σειρά Eight Hours Don't Make a Day μειώθηκε από οκτώ σε πέντε επεισόδια μετά από πιέσεις συντηρητικών. Ο θεατρικός συγγραφέας Franz Xaver Kroetz μήνυσε τον Φασμπίντερ για την προσαρμογή του έργου του Jail Bait από τον Φασμπίντερ, ισχυριζόμενος ότι ήταν άσεμνο. Λεσβίες και φεμινίστριες κατηγόρησαν τον Φασμπίντερ για μισογυνισμό (παρουσιάζοντας τις γυναίκες ως συνένοχες στην καταπίεσή τους) στο έργο του "Women's Pictures". Το έργο του " Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ" έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους\ες κριτικούς ως ομοφοβικό και σεξιστικό. Οι ομοφυλόφιλοι κριτικοί επέκριναν επίσης το Fox and His Friends επειδή δεν απεικόνιζαν θετικά την ομοφυλοφιλία στην αστική κοινωνία, θεωρώντας ότι ο Φασμπίντερ τους είχε προδώσει. Οι συντηρητικοί τον επιτέθηκαν για τη σύνδεσή του με την "άκρα αριστερά". Οι "μαρξιστές" είπαν ότι είχε ξεπουλήσει τις πολιτικές του αρχές στις απεικονίσεις του για χειρισμούς της αριστεράς διανόησης στο "Ταξίδι στον Παράδεισο" της Μητέρας Κούστερς και για έναν τρομοκράτη που άνθιζε αργά στην "Τρίτη Γενιά". Η Αλεξάντερπλατς του Βερολίνου μεταφέρθηκε σε τηλεοπτικό σταθμό αργά το βράδυ εν μέσω εκτεταμένων παραπόνων ότι ήταν ακατάλληλη για παιδιά. Η πιο έντονη κριτική ήρθε για το έργο του "Τράσα, η Πόλη και ο Θάνατος", του οποίου η προγραμματισμένη παράσταση στο Θέατρο am Turm στη Φρανκφούρτη ακυρώθηκε στις αρχές του 1975 εν μέσω κατηγοριών για αντισημιτισμό. Μέσα στην αναταραχή, ο Φασμπίντερ παραιτήθηκε από τη διεύθυνση αυτού του διάσημου θεατρικού συγκροτήματος, παραπονούμενος ότι το έργο είχε παρερμηνευτεί. Το έργο αφορά έναν αδίστακτο και πολύ άπληστο Εβραίο επιχειρηματία στη Φρανκφούρτη, ο οποίος χρησιμοποιεί ανελέητα την ενοχή των Γερμανών για το Ολοκαύτωμα για να πλουτίσει. Αν και δημοσιεύτηκε εκείνη την εποχή και αποσύρθηκε γρήγορα, το έργο δεν παρουσιάστηκε παρά πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Φασμπίντερ από το Thieves Theatre το 1987 στο ABC No Rio.
                            Θάνατος
Όταν γύρισε την τελευταία του ταινία, Querelle (1982), ο Φασμπίντερ κατανάλωνε σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών και αλκοόλ. Τη νύχτα της 9ης προς 10η Ιουνίου 1982, ο Βολφ Γκρεμ, σκηνοθέτης της ταινίας Kamikaze 1989 (1982), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Φασμπίντερ, διέμενε στο διαμέρισμά του. Νωρίς το ίδιο βράδυ, ο Φασμπίντερ αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρά του. Δούλευε γράφοντας σημειώσεις για μια μελλοντική ταινία, Rosa L, βασισμένη στη ζωή της επαναστάτριας  Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ο Φασμπίντερ έβλεπε τηλεόραση ενώ διάβαζε όταν, λίγο μετά τη 1 πμ., έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον φίλο και βοηθό του Χάρι Μπάερ. Στις 3:30 π.μ., όταν η Τζουλιάν Λόρεντζ έφτασε σπίτι, άκουσε τον θόρυβο της τηλεόρασης στο δωμάτιο του Φασμπίντερ, αλλά δεν μπορούσε να τον ακούσει να ροχαλίζει. Αν και δεν της επιτράπηκε να εισέλθει στο δωμάτιο απρόσκλητη, μπήκε μέσα και ανακάλυψε το άψυχο σώμα του με ένα τσιγάρο ακόμα ανάμεσα στα χείλη του. Μια λεπτή λωρίδα αίματος έτρεχε από το ένα ρουθούνι…
Ο Φασμπίντερ πέθανε από υπερβολική δόση κοκαΐνης και βαρβιτουρικών. Τα σημειώματα για τη Ρόζα Λ βρέθηκαν δίπλα στο σώμα του. Τα λείψανά του θάφτηκαν στο Bogenhausener Friedhof στο Μόναχο.
         Ο "σκοτεινός άγγελος"
         του μεταπολεμικού γερμανικού σινεμά
              Γράφει η \\ Μυρτώ Ν. _cinephilia
"Θέλω να κάνω χολυγουντιανές ταινίες, δηλαδή ταινίες το ίδιο όμορφες και οικουμενικές, αλλά ταυτόχρονα όχι τόσο υποκριτικές όσο του Hollywood "__
Rainer Werner Fassbinder
Οι ταινίες του κρίθηκαν, απαξιωτικά, ως τίποτα περισσότερο από τυπικά μελοδράματα χολυγουντιανής προέλευσης. Κατηγορήθηκε για αντισημητισμό, αντικομμουνισμό, μισογυνισμό. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που υπόσχεται να αποκαλύψει τη σκανδαλώδη ερωτική ζωή του, την οποία ο ίδιος όσο ζούσε ποτέ δεν έκρυψε, αντιθέτως φρόντιζε να εκθέτει στη δημοσιότητα όσο το δυνατόν περισσότερο. Ούτε λέξη, βέβαια, για τις επιρροές του από τον Bertolt Brecht, τον Antonin Artaud, τον Jean Luc Godard, τον Jean Marie Straub, για το γεγονός ότι γύρισε 43 ταινίες μέσα σε 14 χρόνια, ή ότι καταπιάστηκε με διαφορετικά φιλμικά είδη - κωμωδία, gangster film, επιστημονική φαντασία - ενσωματώνοντας στοιχεία αμερικάνικου μελοδράματος της δεκαετίας του 50 και νεωτερικών κινηματογραφικών τεχνικών με στόχο την κοινωνική κριτική. Για τους σινεφίλ (!) ο Rainer Werner Fassbinder δεν είναι παρά το enfant terrible του Νέου Γερμανικού Σινεμά, εκκεντρικός αλλά και εκτός μόδας, ακολουθώντας τη μοίρα των περισσότερων κινηματογραφιστών της γενιάς του. Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια γυρίστηκε το 1978 και περιγράφει τις τελευταίες μέρες της ζωής ενός transsexual που οδηγείται μέσα από την απόγνωση στην αυτοκτονία. Η ομοφυλοφιλία υπήρξε κεντρικό θέμα πολλών ταινιών του : ας θυμηθούμε τα Πικρά Δάκρυα της Petra Von Kant, το Satan's Brew, το Fox and his friends, τους Θεούς της Πανούκλας, το Querelle. Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια, όπως και το Querelle, το οποίο ολοκλήρωσε δύο μήνες πριν το θάνατό του, αποτελούν τις πιο αυτοβιογραφικές δημιουργίες του - ο ίδιος δεν έκρυψε εξάλλου ποτέ την ομοφυλοφιλία του.
Ο Fassbinder είναι ο σκηνοθέτης της ανθρώπινης σεξουαλικότητας σε κάθε της έκφανση. Όταν η σεξουαλική απελευθέρωση στοιχειοθετεί το κυρίαρχο αίτημα των καιρών, υπό το βάρος των ιδεών του Wilhelm Reich και μέσα από τη θεωρητική συγκρότηση του Michel Foucault και της Simone De Beauvoir, ο κινηματογραφικός λόγος, ακολουθώντας και αυτός το πρόταγμα της νεωτερικότητας, οφείλει να την καταγράψει. Ο διαφωτισμός έφερε μαζί του την ανάγκη για το λόγο, την εκλογίκευση, την εξομολόγηση της σεξουαλικότητας, σαν αυτή να υπάρχει μόνο στο λόγο, διατείνεται ο Foucault στην Ιστορία της Σεξουαλικότητας. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν περισσότερες οι στατιστικές αναλύσεις για την ερωτική συμπεριφορά, συμπληρώνει ο Georges Bataille στις Μελέτες για τον Ερωτισμό. Σ' αυτές τις νεωτερικές κοινωνίες της επιστημολαγνείας και των θεωρητικών κατασκευών, που βρίσκουν την υλοποίησή τους στην καθημερινότητα, όπως η σεξουαλικότητα, ο πανοπτικός φασμπιντεριανός φακός καταγράφει με σκληρότητα την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Αρθρώνει έναν προκλητικό κινηματογραφικό λόγο, που συντίθεται από έμμονες ιδέες, τρέλλα, απόγνωση, αλλοτρίωση, κυνισμό, μοναξιά, θάνατο. Ο Fassbinder είναι ο σκηνοθέτης του θανάτου μέσα στο περιβάλλον της νεωτερικότητας και όσοι έχουμε δει ταινίες του το γνωρίζουμε πολύ καλά.
Σε αντίθεση με τη ζοφερότητα του φετιχιστικού ομοφυλοφιλικού σύμπαντος των φαλλικών συμβόλων που ζωντανεύει στο Querelle, η ιστορία της Elvira (ή πρώην Erwin) θα μπορούσε να θεωρηθεί, στην αφετηρία της, μελό ομοφυλοφιλικό love story χολυγουντιανής έμπνευσης. Κάθε εφτά χρόνια έχουμε τη "χρονιά της σελήνης". Κυρίως όσοι καθορίζονται από το συναίσθημα υποφέρουν τέτοιες χρονιές από κατάθλιψη καθώς και τις χρονιές με 13 πανσελήνους. Αν συμπέσουν, οδηγούν σε προσωπικές συμφορές. Στον 20ό αιώνα υπάρχουν έξι χρονιές μ' αυτή την επικίνδυνη συζυγία. Το 1978 και πιο πριν, το 1908, 1929, 1934 και 1957. Επόμενη επικίνδυνη χρονιά θα είναι το 1992. Ο Fassbinder για μια ακόμα φορά θα παρουσιάσει ιστορίες ανθρώπων βυθισμένων στην απόγνωση, τη μοναξιά, την εξαθλίωση, την περιθωριοποίηση, χρησιμοποιώντας άφθονο υλικό από την προσωπική του ιστορία. Ο κόσμος της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας είναι σκοτεινός, ερεβώδης γεμάτος μύθους και προκαταλήψεις, τόσο σε σχέση με αυτήν καθαυτή την επιθυμία όσο και σχετικά με τον τρόπο έκφρασής της : ζουν για τη λαγνεία, τον έρωτα και ψάχνουν για ευκαιριακούς εραστές. Η αρχική σεκάνς στο πάρκο όπου η Ελβίρα, ντυμένη αντρικά, αποπειράται να "αγοράσει" ένα αγόρι είναι μια σύνθεση από μακρινά και μεσαία κοντινά πλάνα. Η κάμερα παρακολουθεί την περίπτυξη των δύο εραστών, με αποκορύφωμα το μοναδικό κοντινό πλάνο ενός χεριού, μετωνυμία και σύμβολο της βρώμικης επιθυμίας ενός άνδρα για έναν άλλο άνδρα, μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης: "Δεν είμαι πελάτης, είμαι γυναίκα!". Ένας άνδρας με γυναικεία εσώρουχα και μια απελπισμένη κραυγή που προσπαθεί να αποποιηθεί τον πληρωμένο έρωτα, μέσα σε μια σκοτεινή ατμόσφαιρα παράνομης ηδονής, που θα καταλήξει σe άγριο ξυλοδαρμό. Ο Fassbinder θα χειριστεί με εξπρεσσιονιστική ευλάβεια σχεδόν το φωτισμό σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, σε συνδυασμό με την κινηματογράφηση χώρων κελιών, ερμητικά κλειστών, που περικλείουν όλη τη μοναξιά και τη δυστυχία των ανθρώπων των πόλεων - το φιλμ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σε ένα μεγάλο μέρος του, φιλμ δωματίου - προκειμένου να αποδώσει τη μοναξιά, την απόγνωση, τη μη-επικοινωνία στην οποία μέρα με τη μέρα βυθίζεται η ηρωίδα του.
Η Ελβίρα συζεί με τον Κριστόφ, έναν αποτυχημένο πρώην ηθοποιό τον οποίο, βοήθησε να σταθεί ξανά στα πόδια του και να αποκτήσει την αυτοπεποίθησή του. Εκείνος της φέρεται βίαια και την εγκαταλείπει επειδή ντύθηκε άντρας. "Δεν ντρέπομαι τόσο όταν πληρώνω ντυμένος ανδρικά". Ο Fassbinder είναι σκηνοθέτης γυναικών, με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο από ό,τι ήταν για παράδειγμα ο Francois Truffaut. Ο μισογυνισμός για τον οποίο κατηγορήθηκε τόσο έντονα, διαψεύδεται μέσα από τη Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια. Η Ελβίρα, ένα ανδρόγυνο βιολογικά πλάσμα, ενσαρκώνει φιλμικά τη σεξουαλικότητα όπως την είδε ο μεταμοντερνισμός, τουλάχιστον όπως αυτός ανιχνεύεται στα γραπτά ενός J. Baudrillard, στο λυκόφως της σεξουαλικής επανάστασης : ο λόγος για τη σεξουαλικότητα έγινε υπερβολικός, ο λόγος για την ερωτική επιθυμία πολλαπλασιάστηκε ξαφνικά και έγινε τόσο διάφανος και λεπτομερειακός που αυτή εξαφανίστηκε, καταργώντας και κάθε προηγούμενη ανάλυση με κέντρο το φαλλό και την έλλειψή του. Η σεξουαλικότητα μετατοπίστηκε στο επίπεδο των σημείων, των συμβόλων και ένας τραβεστί αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό, το παιχνίδι των φύλων, το παιχνίδι της ερωτικής επιθυμίας που ανάγεται, τελικά, σε παιχνίδι των σημάτων. Είναι μια επίπλαστη, φτιασιδωμένη γυναικεία σεξουαλικότητα (η μεγαλύτερη, ίσως, παρανόηση του φεμινιστικού κινήματος), όπως εξίσου επίπλαστη είναι και η ανδρική, ταυτόχρονη παρουσία, συνύπαρξη και αλληλοκατάργηση.
Η Ελβίρα ετεροπροσδιορίζεται όχι μόνο από τους εκάστοτε εραστές της, αλλά από τα ρούχα που φορά. "Πάλι στουπί είσαι". "Δεν είμαι μεθυσμένη, αντίθετα είμαι μόνη". "Αυτό είναι το άδικό μου ο πόθος. Ο πόθος να με χαϊδέψουν, να με φιλήσουν". "Μυρίζεις σήψη και θάνατο...γι' αυτό χρειάζεσαι αλκοόλ". " Τι σου έχω κάνει για να με μισείς τόσο;". Η στιχομυθία ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού δε διαφέρει σε τίποτα από αυτές των ετερόφυλων. Στην "άλλη πλευρά" δεν υπάρχει μόνο η φιληδονία και ο ναρκισσισμός, το μακιγιάζ των drag queens και τα φώτα των καμπαρέ, αλλά και η αδιάκοπη αναζήτηση της τρυφερότητας, της στοργής, της επικοινωνίας, της αγάπης, της ευτυχίας.
Η Ελβίρα μετά τον χωρισμό της με τον Κριστόφ θα κάνει ένα ταξίδι στο παρελθόν, συντροφιά με μια πόρνη φίλη της. Σε αυτό το ταξίδι, ο Fassbinder θα μας ξεναγήσει στον κόσμο της: έναν κόσμο στο περιθώριο ενός άλλου, που ζει και αναπνέει έξω από τα κοινωνικά συμβάντα και τις πολιτικές αλλαγές, οι οποίες δεν είναι γι' αυτόν τίποτα περισσότερο από μια τηλεοπτική εικόνα. Αυτόν τον κόσμο τον μεταχειρίζεται με σεβασμό : κόκκινο του πάθους, καθρέφτες της ματαιοδοξίας ή της ανθρώπινης δυστυχίας, μεταφυσικά όνειρα για την ευτυχία μέσα από μια λιτή φιλμική αφήγηση, που φτάνει να καθαγιάζει τα πρόσωπα μέσω του μινιμαλισμού, της εσωτερικότητας των ερμηνειών και του μυστικισμού που αναδίδει η φωτογραφία.
Σκοτεινές εικόνες περιθωρίου στον αντίποδα της φωτεινότητας ενός σφαγείου και ενός ορφανοτροφείου: Οι 2 κορυφαίες, ίσως, σεκάνς της ταινίας αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα της βιρτουοζιτέ του δημιουργού. Η Ελβίρα και η φίλη της επισκέπτονται το σφαγείο όπου δούλευε παλιά ως Έρβιν. Μέσα στην καθαρότητα του αίματος των ζώων που σφάζονται, γδέρνονται και τεμαχίζονται διηγείται : τη ζωή της με τον Κριστόφ, το πώς παντρεύτηκε την Irene στα νεανικά της χρόνια για να ξεφύγουν και οι δυο από τη μιζέρια τους, πώς απέκτησε ένα παιδί μαζί της, τη Marie - Ann και πώς κατέληξε στην Καζαμπλάνκα, όπου έκανε την εγχείριση αλλαγής φύλου. Λουσμένη στο φως, η σεκάνς στο σφαγείο με βασικά της χρώματα το άσπρο και το κόκκινο θυμίζει νεκροτομείο, όπου οι ζωντανοί οργανισμοί διαμελίζονται με ακρίβεια. Ο Fassbinder κάνει χρήση της αρχής του ασύγχρονου (ασυμβατότητα ήχου και εικόνας) αρκετές φορές στη διάρκεια της ταινίας, με στόχο να ξαφνιάσει το θεατή, να αποφορτίσει τη σεκάνς από το συναισθηματισμό (ή μελοδραματισμό) της και να κινητοποιήσει τις γνωστικές λειτουργίες προς την αποσυμβολοποίηση των εικόνων του. Μεσαία κοντινά πλάνα αποτυπώνουν με λεπτομέρεια τη σφαγή, η οποία ηχητικά πλαισιώνεται από το λυρισμό της διήγησης της ζωής ενός ανθρώπου, σε ένα φιλμικό αποτέλεσμα που θυμίζει Godard, προδιαγράφοντας ίσως και το τέλος του ήρωα. Στο ορφανοτροφείο θα επισκεφτούν την αδερφή Gudrun, η οποία θα μιλήσει για τα παιδικά χρόνια της Ελβίρας: ο Έρβιν ήταν ένα ήσυχο, συνεσταλμένο ορφανό παιδί το οποίο μεγάλωσε με τη δανεική αγάπη που του προσέφεραν οι καλόγριες, σε αντάλλαγμα για την καλή του διαγωγή. Τη μοναδική του ευκαιρία να αποκτήσει μια οικογένεια κατέστρεψε η μητέρα του που δεν υπέγραψε για την υιοθεσία. Η κάμερα ακολουθεί το στρατιωτικό βηματισμό της καλόγριας, την οποία υποδύεται η μητέρα του Fassbinder, που αφηγείται την ιστορία απρόσκοπτα, θυμίζοντας έντονα θεατρικό μονόλογο. Η θεατρικότητα αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό των ερμηνειών όλων των ηθοποιών του, οι περισσότεροι από τους οποίους συμμετείχαν μαζί του και στο Anti-Theater. Αλλά και η ελλειπτικότητα της κινηματογραφικής γραφής, που διακρίνει όλες τις δημιουργίες του, συνυφαίνεται με μια θεατρική διάταξη των όγκων και των προσώπων, γεννώντας ένα είδος κινηματο - θεάτρου.
Η Ελβίρα συνθλίβεται μέσα στη δυστυχία της. Η μοναξιά της την οδηγεί σταδιακά στη συνειδητοποίηση του τέλματος: χωρίς σύντροφο, χωρίς αγάπη, χωρίς επικοινωνία, η πραγματικότητα είναι αφόρητη και η ευτυχία ανέφικτη. Η εγχείριση αποδεικνύεται μια μάλλον λανθασμένη επιλογή ζωής, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που ο Έρβιν την έκανε χωρίς να είναι καν ομοφυλόφιλος. Ό, τι του απομένει πια είναι η ένταξη στην κοινωνία: η επιστροφή στην " ανδρική " φύση, μια συνακόλουθη απόπειρα επανασύνδεσης με την οικογένεια, που όμως αποτυγχάνει και μια επίσκεψη σε ένα πρόσωπο από το παρελθόν, τον Anton Saitz, που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί. Πρώην εραστής της, πρώην προαγωγός της, πρώην ιδιοκτήτης σφαγείου, πρώην υποστηρικτής του ναζιστικού καθεστώτος είναι τώρα ένας πετυχημένος μεγαλοκαπιταλιστής. Η Ελβίρα θα τον αναζητήσει μέσα στο πολυόροφο κτίριο της επιχείρισής του, όπου μέσα σε έναν από τους διαδρόμους του θα γίνει μάρτυρας της αυτοκτονίας ενός φύλακα.
Η σεκάνς της αυτοκτονίας συνιστά την πεμπτουσία των εκφραστικών μέσων και των φιλμικών κωδίκων που χρησιμοποιεί ο δημιουργός στη συγκεκριμένη ταινία: ντραγιερική κλειστοφοβία, εξπρεσσιονιστική χρήση των φωτοσκιάσεων που συμβολοποιούν τα ψυχικά πάθη, καφκική σεναριακή δομή που ενισχύεται από σουρεαλιστικά δρώμενα - τα πρόσωπα εμφανίζονται ξαφνικά, μιλούν και εξαφανίζονται χωρίς η δράση τους να υπακούει σε γραμμικούς αφηγηματικούς σεναριακούς κανόνες, τραγικότητα, λυρισμός, που ωστόσο ακροβατεί με την τραχύτητα και τον κυνισμό, την απόσταση από την οποία οι ίδιο οι ήρωες δείχνουν να αντικρίζουν την κατάστασή τους την οποία εκλογικεύουν συνεχώς με το λόγο, καθώς ο Brecht συναντά τη nouvelle vague.
Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια δεν είναι, όπως απλοϊκά λέγεται από πολλούς, η ιστορία ενός transsexual που μετανιώνει για τις επιλογές ζωής που έκανε. Η Ελβίρα είναι αυτή η ανοιχτή μορφή, που μέσα στην αυτοαναφορικότητα της τραγικότητας και του kitsch, κατορθώνει με μοναδικά μέσα τον αυτοσαρκασμό και τη θεατρικότητα, μεταξύ των οποίων ισορροπεί συγκλονιστικά η θαυμάσια ερμηνεία του Volker Spengler, να οδηγήσει στην αποστασιοποίηση. O θεατής παρακολουθεί ένα περιθωριοποιημένο από τον αστικό πολιτισμό υποκείμενο, παράγωγο μιας μεταπολεμικής Γερμανίας που υποσχέθηκε το θαύμα αλλά απέτυχε, κατασκεύασε πόλεις - νεκροτομεία για να στεγάσει σε επιχρυσωμένους τάφους τα αδιέξοδα, την απογοήτευση, τη μοναξιά, τη μιζέρια, τη δυστυχία, την απώλεια, τη μη-επικοινωνία, το θάνατο.
Ο γερμανικός κινηματογράφος ποτέ δεν ξεπέρασε τις ναζιστικές ενοχές του και το έργο του Fassbinder αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη γι' αυτό. Κανένας Μάης του '68 δε στάθηκε ικανός να σβήσει το οδυνηρό παρελθόν και καμιά οικονομική ανάπτυξη δε μπόρεσε να γιατρέψει τις πληγές, γιατί δημιούργησε ακόμα περισσότερες: δημιούργησε ανθρώπους-φαντάσματα, σκιές των εαυτών τους που περιφέρονται στους αστικούς χώρους περιμένοντας το ξημέρωμα μιας καλύτερης μέρας που ποτέ δεν έρχεται. Η ιστορία της Ελβίρας ανάγεται σε μια πολιτική αλληγορία για το μεταπολεμικό άνθρωπο που εκτοπίστηκε στο περιθώριο της επιστήμης, της τέχνης, της πολιτικής, των κοινωνικών κινημάτων, με μόνη του παρηγοριά διαμεσολαβημένες πραγματικότητες της τεχνολογίας, μέχρι να οδηγηθεί στη σφαγή. "Ο αυτόχειρ δεν εγκαταλείπει τη θέληση για ζωή αλλά την ίδια, καταστρέφοντας τη μορφή της". Είναι η κατάρα του "μαύρου αγγέλου" του Νέου Γερμανικού Σινεμά, ο οποίος ενσάρκωσε το ασυνείδητο και φορτώθηκε τις ενοχές μιας κινηματογραφίας - και μαζί μιας ολόκληρης κοινωνίας - που αναπολούσε το ένδοξο πεθαμένο παρελθόν της.