(απ)Ανθίσματα _από διάφορα που κατά καιρούς έχω δημοσιεύσει #ΠΑΠ_ συνήθως ανωνύμως σε γραπτό και ηλεκτρονικό τύπο (αυτό που λέμε _και το εννοούμε, με τη σωστή πλευρά της ιστορίας)
Η ιστορία μιας συγκλονιστικής ... “Ανάστασης”
που έζησαν μαχητές της 2ης
Μεραρχίας του ΔΣΕ, το Πάσχα του 1949
H Ευσταθία Καψή, μαχήτρια του ΔΣΕ ήταν η αδερφή του κομμουνιστή λαϊκού ηγέτη της Ρούμελης και της Εύβοιας Θύμιου Καψή (Ανάποδος) __Θυμίζουμε ότι η 2η Μεραρχία του ΔΣΕ με διοικητή τον Γιάννη Αλεξάνδρου, τον θρυλικό Διαμαντή, συμμετείχε στην κατάληψη του Καρπενησίου 19 - 21 Γενάρη του 1949 που κρατήθηκε λεύτερο 18 μέρες. Στις 2 Απρίλη, λίγες εκατοντάδες μαχητές της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ στα όρια της φυσικής τους αντοχής πραγματοποιούν ηρωική διείσδυση στη Ρούμελη. Εναντίον τους κινητοποιήθηκαν πάνω από 40.000 στρατιώτες. Η καταδίωξη της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ κράτησε κοντά 2 μήνες. Σταδιακά η Μεραρχία αποδεκατίστηκε, ενώ στις 21 Ιούνη σκοτώθηκε και ο Διαμαντής.
Ακολουθεί η αφήγηση:“Πιάσαμε ο καθένας από έναν έλατο τυλιχτήκαμε με τις χλαίνες, βάλαμε προσκέφαλο το άδειο σακίδιο, πήραμε το ντουφέκι αγκαλιά και αφήσαμε τις σκέψεις μας στο κενό σε μια παρανοϊκή πραγματικότητα.
Τώρα είναι τόσο κοντά η ζωή και ο Θάνατος.
Ξεστρατισμένοι απ’ το φυσιολογικό δρόμο της ζωής.
Κανένας μας δεν θυμάται τίποτα. Ούτε αν είναι Μέγα Σάββατο ή ξημερώνει Λαμπρή.
Ένα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας.
Ωστόσο ο μέραρχος μας ο Διαμαντής δεν έχει ύπνο.
Πηγαινοέρχεται ανήσυχος καπνίζοντας αρειμανίως, δεν τον χωράει ο τόπος, δίνει οδηγίες για το αυριανό Πασχαλινό δρομολόγιο.
''Όρθρου βαθέος'' θα περάσουμε τον Μόρνο, στην παρυφή του χωριού Συκιά κι ύστερα θα ανεβούμε στην Μουσουνίτσα, στα Βαρδούσια, κι ύστερα... βλέπουμε.
Μοιάζουμε όλοι γερασμένα λιοντάρια που δεν μπορούν να κονομήσουν την τροφή τους. Μας πήρε ο ύπνος. Μοιάζουμε άδειες σαμπρέλες για πέταμα με την ψυχή βαριά απ’ τον κατατρεγμό και τ’αδιέξοδα.
Ξεκινήσαμε... ημέρα Πάσχα 24 Απρίλη του 1949. Κατηφοριαστό το ρέμα απότομο, γλιστράει, δεν μπορούμε να στεριώσουμε, και μείς ο ένας κοντά τον άλλον μοιάζουμε φαντάσματα πατώντας στα νύχια μην δημιουργήσουμε θόρυβο λές και δεν είμαστε ''εκ του κόσμου τούτου''.
Ο στρατός λουφαγμένος στο Λευκαδίτι δεν θέλει να χαλάσει την πασχαλιάτικη
ευφροσύνη του... Ίσως να έμαθε ότι διαβαίνει ο Διαμαντής …κι ο φόβος φυλάει τα
έρμα.
Περάσαμε τις παρυφές του χωριού και φτάσαμε στον Μόρνο. Το ποτάμι κατέβαινε
ορμητικό σαν θυμωμένο στοιχειό. Άφριζε και βούιζε. Αρμαθιαστήκαμε ομάδα - ομάδα
και ριχνόμαστε στο παγωμένο νερό που μας χτύπαγε κατάστηθα. Μαζί μας και ένας
μεσόκοπος τσοπάνης ο Κουβέλης απ’ το Συγκρέλο, που είχε μαζί του και το μικρό
του γιο το Γιαννάκη 14 χρονών, ένα λιπόσαρκο, αδύνατο πλασματάκι που μας
ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα. Πολλοί από εμάς πρότειναν να πάρουν το Γιαννάκη στον
ώμο τους αλλά ο Κουβέλης ήταν ανένδοτος.
Έβαλε λοιπόν το Γιαννάκη στο δικό του σβέρκο καβάλα και μπήκε στο νερό.
Κάπου όμως παραπάτησε και ο μικρός Γιαννάκης έπεσε καταμεσής στο αφρισμένο
ποτάμι. Το ορμητικό ρεύμα τον άρπαξε σαν να ήταν κουρέλι και με γρηγοράδα τον
ανεβοκατέβαζε στον άγριο κυματισμό του ώσπου χάθηκε απ’ τα μάτια μας στο βάθος
του ποταμιού. Εμείς βγαίνοντας ένας ένας πότε πενήντα πότε εκατό μέτρα παρακάτω
γιατί μας παρέσερνε το ρεύμα του ποταμιού καθόμαστε λίγο να στραγγίσουμε και το
κορμί μας και η ψυχή μας έβραζαν από οργή.
Το πνίξιμο του μικρού Γιαννάκη μας είχε συγκινήσει, κι ο δόλιος πατέρας δεν
είχε το κουράγιο να εκδηλώσει τον πόνο του, ακολουθούσε αναμαλλιασμένος και
σκυφτός απ’ τις κακουχίες και με δάκρυα στα μάτια όλο μουρμούριζε ''Ωχ παιδάκι
μ''' και εμείς όλο ανεβαίνομε το χιονισμένο βουνό έχοντας για μουσική το
βασανισμένο κλάμα του Κουβέλη ''Ωχ Παιδάκι μ’''.
Φτάσαμε στο ελατοδάσος μεταξύ Κονιάκου και Μουσουνίτσας και σταματήσαμε να
πάρουμε μια ανάσα και να συγκεντρωθούμε. Τότε ήταν που ήρθε και σε μας το
μήνυμα της Ανάστασης. Είδαμε το μικρό Γιαννάκη ζωντανό κι όρθιο ανάμεσά μας
αχνό και γελαστό και να πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα του. Κοιτάζουμε όλοι
αποσβολωμένοι...
Κοιτάζουμε! Αναζητούμε τα ''εντάφια σπάργανα'', τους ''τύπους των ήλων'',
Τίποτα! Ο πατέρας κλαίει από χαρά χαϊδεύοντας το κεφάλι του γιου του. Εμείς
μείναμε κοκαλωμένοι... σύξυλοι… στον τόπο. Σε κανένα θέατρο του κόσμου δεν
ξαναπαίχτηκε τόσο τραγική θέαση, όπως σε αυτό το σκηνικό σήμερα. Να που και
εμείς οι καταραμένοι, οι κολασμένοι, οι αποκηρυγμένοι, οι απόβλητοι, είχαμε την
δική μας ΑΝΑΣΤΑΣΗ!
Ο δικός μας Χριστός ήταν μικρούλης χλομός- χλομός βρεγμένος, και
πεινασμένος. Μας κοίταζε όλους χωρίς υποσχέσεις. Τον πλησιάζουμε όλοι και τον
χαϊδεύουμε, κάτω απ’ τα κουρέλια χτυπάει η παιδική του καρδούλα, φωλιάζει μια
ψυχή που γύρισε απ’ το θάνατο. Ψάχνουμε τις τσέπες μας, τα σακίδια μας μην
υπάρχει τίποτα να φιλέψουμε το Γιαννάκη. Τίποτα, Τίποτα, Τίποτα!
Οι σύντροφοι που τον έφεραν μας διηγήθηκαν την Ιστορία. Μια διμοιρία με τον
Κώστα τον Πεντεδέκα απ’ το Δαδί βάδιζε σαν πλαγιοφυλακή δίπλα στο ποτάμι καμιά
πεντακοσαριά μέτρα παρακάτω. Είχε ξημερώσει και πρόσεξαν οι αντάρτες ένα
κουρέλι στην όχθη. Πλησίασαν και είδαν το ανταρτόπουλο ακίνητο, κίτρινο, νεκρό.
Γρήγορα ο Πεντεδέκας το άρπαξε, το σήκωσε με το κεφάλι κάτω και άδειασε το νερό
που είχε πιει (Ο Κώστας ήταν τελειόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας και κάτεχε
από τέτοια).
Το έτριψε, του έκανε μαλάξεις αναπνευστικές και το παιδί άρχισε να
ζωντανεύει, σήκωσε το καλαμένιο κορμάκι του και περπάτησε ακολουθώντας τους
αντάρτες στην ανηφορική πορεία προς τα Βαρδούσια αυτός ''Ο αναστηθείς εκ
νεκρών''.
Και όλοι ρωτούσαμε πώς πέρασε στον Άδη. Ο Κουβέλης έβγαλε λίγο αλεύρι που
φύλαγε στο σακίδιο του, το έβαλε σε ένα άδειο κονσερβοκούτι έριξε και λίγο
χιόνι για νερό και το έδωσε στον Γιαννάκη για να ψυχοπιάσει. Παρακολουθούσαμε
αμίλητοι όλοι το φοβερό θέαμα. Θέλαμε να κλάψουμε μα δεν μπορούσαμε τα δάκρυα
είχαν στεγνώσει στις καρδιές μας και είχαμε χάσει όλοι την δύναμή μας. Δεν
μπορούσα να βρίσω, να ψιθυρίσω έστω ένα στιχάκι!
Ένοιωθα τα σαγόνια μου να τρέμουν απ’ την οργή και το παράπονο. Αφτού
είχαμε φτάσει. Η κούραση και η νύστα μας είχαν διαλύσει. Φτάσαμε επιτέλους στο
Γιδοβούνι, κοντά μεσάνυχτα. Σκάβουμε στο χιόνι, που είναι παγωμένο σαν πέτρα να
βρούμε μαύρη γής. Κόψαμε κλωνάρια απ’ τά έλατα για να φτιάξουμε στρώμα μην μας
γκιάξει το κρύο.
Ένα παρόμοιο μικρό γιατάκι ετοίμασε και ο Κουβέλης και ξάπλωσε μαζί με τον
νεκραναστημένο Γιαννάκη, τον δικό μας Χριστό που αναστήθηκε στο Μόρνο το
σωτήριο έτος 1949, 24 του Απρίλη…”
![]() |
Από ευχετήρια κάρτα φυλακισμένων στην Κέρκυρα|1953
Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές που έχει στήσει η ελληνική ποίηση για την ανάσταση είναι το "Πάσχα των Ελλήνων" του Άγγελου Σικελιανού. Γραμμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η εκτενής αυτή ποιητική σύνθεση εκφράζει μιαν υψηλή ανάταση του λυρικού πνεύματος, που εξυμνεί τα παιδικά χρόνια του Ιησού, βάζοντας εκ παραλλήλου στο προσκήνιο το σεπτό και ασκίαστο πρόσωπο της Παναγιάς. 50+ χρόνια αργότερα (1973) ο Σταύρος Κουγιουμτζής σε (προσαρμοσμένους από τον ίδιο) στίχους Γιώργου Θέμελη βγάζει το βινύλιο "Ηλιοσκόπιο", όπου ο 24χρονος τότε Γιώργος Νταλάρας τραγουδά με χορωδία Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα Πάσχα της αγάπης Πάσχα Πάσχα των αγγέλων Ήλιος κι ανατέλλεις Πάσχα μέγα Πάσχα Ήλιος φωτοδότης των Ελλήνων Πάσχα Οι μορφές του Χριστού και της Μαρίας αποτελούν στο "Πάσχα των Ελλήνων" πηγή χαράς και εκ βάθρων ανανέωσης αφού συνδέονται ευθέως με τη λαμπρότητα του ελληνικού τοπίου και της ελληνικής φύσης, που βρίσκουν την έκφρασή τους στην αμεσότητα του λαϊκού, προφορικού λόγου και τις ειδυλλιακές εικόνες της δημοτικής παράδοσης, παρόλα αυτά δεν αποτελεί έργο ενός παραδοσιακού ποιητή. Ο Σικελιανός είναι ο μυστικιστής που πιστεύει με όλες του τις δυνάμεις στη λυτρωτική δύναμη της τέχνης. Η τέχνη και το λυτρωτικό της όραμα είναι σε θέση γι αυτόν όχι μόνο να ονειρευτούν την οικουμενικότητα του ανθρώπου, αλλά και να συμβάλουν στην απελευθέρωση του κόσμου από τα δεινά των καταστροφικών του συγκρούσεων. Με τη μύησή του στα μυστικά της φύσης και της γλώσσας ο ποιητής καταβάλλει μια τιτάνια προσπάθεια για να συνενωθεί με το σύμπαν, που συναιρεί το γήινο και το θείο σε μιαν αδιαίρετη ολότητα.
Άνεμος, άνεμος χαράς με ζώνει, με κυκλώνει, Μα, στη λαμπρή, τα μάτια μου που κλείνει, ανατριχίλα, Και Σε κοιτάει στο μέτωπο, και Σε κοιτάει στα χέρια: Και Σε κοιτάει στα κράσπεδα, και Σε κοιτάει στα πόδια: Η συνύπαρξη του γήινου και του θεϊκού στοιχείου διατρέχει απ’ άκρου εις άκρον το "Πάσχα των Ελλήνων", παντρεύοντας την πνευματικότητα της υμνογραφίας με την προσήλωση του αρχαιοελληνικού λυρισμού στην υλική βάση της ζωής. Ο Ιησούς και η Θεοτόκος θα συναντήσουν στους στίχους του Σικελιανού την ανάσταση των αρχαίων θεών και του παγανισμού _"Μικρή καμπάνα τρεμάμενη εφώναζε τον Πάνα", ενώ και χριστιανικά ονόματα ή σύμβολα θα αποκτήσουν αίφνης μια καθαρώς σωματική αίσθηση και διάσταση __" Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι". Ο ποιητής θα μιλήσει για τη γέννηση της Μαρίας από τον Ιωακείμ και την Άννα, για τη μνηστεία της με τον Ιωσήφ, όπως και για το μήνυμα ενός λαϊκού Ευαγγελισμού. Σε ό,τι αφορά τον μικρό Ιησού, θα περιγράψει σε υποβλητικούς τόνους το πρώτο του θαύμα, που ήταν να εμφυσήσει πνοή σε δώδεκα περιστέρια τα οποία έφτιαξε από νερό και χώμα και θα συνταιριάξει στην παρουσία του την αθωότητα του παιδιού με τη μεγαλοσύνη του κόσμου. Πολλοί έχουν μεμφθεί κατ΄επανάληψη τον Σικελιανό για εκφραστικό συνωστισμό και υψηγορία: για μια στιχουργική που πνίγει με τις συνεχείς εξάρσεις της τη συγκίνηση και συσκοτίζει το νόημα. Το "Πάσχα των Ελλήνων" αφήνει σίγουρα από την πρώτη στιγμή πίσω του τέτοιες αιτιάσεις και μετατρέπει την Παναγιά και τον Χριστό σε φορείς μιας σπάνιας και απροσποίητης ευφορίας. Οβελίας “λουκούμι” ή “καρκάτσι”; _απλά κόλπα! |
Der Osterhase (που ονομάζεται επίσης Osterhase _Πασχαλινό Κουνέλι ) είναι μια λαογραφική φιγούρα και σύμβολο του Πάσχα __μερικές φορές ντυμένο με ρούχα - που φέρνει πασχαλινά αυγά στους ανθρώπους. Προερχόμενος από τους Γερμανούς Λουθηρανούς, ο "Πασχαλινός Λαγός" αρχικά έπαιζε τον ρόλο ενός κριτή, αξιολογώντας αν τα παιδιά ήταν καλά ή ανυπάκουα στη συμπεριφορά την εποχή του Πάσχα, παρόμοια με τη λίστα "άτακτων ή καλών" που έφτιαχνε ο Άγιος Βασίλης. Ως μέρος του θρύλου, το πλάσμα κουβαλάει χρωματιστά αυγά στο καλάθι του, καθώς και γλυκά, και μερικές φορές παιχνίδια, στα σπίτια των παιδιών. Ως εκ τούτου, το Πασχαλινό Λαγουδάκι δείχνει και πάλι ομοιότητες με τον Άγιο Βασίλη. Το έθιμο αναφέρεται σε ένα γερμανικό κείμενο __"μην ανησυχείτε αν σας ξεφύγει το Πασχαλινό Λαγουδάκι. Αν χάσουμε τα αυγά του, θα μαγειρέψουμε τη φωλιά" και στο De ovis paschalibus __" σχετικά με τα πασχαλινά Αυγά" του Georg Franck von Franckenau (1682), αναφερόμενο σε μια γερμανική λαϊκή πεποίθηση για έναν πασχαλινό λαγό που γεννά αυγά κρυμμένα σε κήπους και θάμνους για να τα βρουν τα παιδιά στο κυνήγι του θησαυρού (αυγών). Η αγάπη για τη ζωή
Το Πάσχα έρχεται κάθε χρόνο, αιώνες τώρα. Τα ίδια έθιμα, ο ίδιος μήνας, οι ίδιες, περίπου, συνήθειες. Και όμως, κάθε φορά που βλέπουμε το Πάσχα να βρίσκεται "προ των πυλών" νιώθουμε μια χαρά, μια ελπίδα, μια προσμονή, ένα χτυποκάρδι, λες και είναι για μας πρώτη η φορά, η πρώτη πασχαλιά, που ζούμε. Μα σαν τελειώσει, χαλαρωμένοι από τις αργίες, κορεσμένοι από τη μαγειρίτσα, τα αβγά, το αρνάκι, τις σούβλες και το χορό, λέμε "Αντε και του χρόνου", τότε μας πλημμυρίζει μια βαθιά, μια απερίγραπτη μελαγχολία. Μια μελαγχολία, που μονάχα ο ξανθός ήλιος και ο γαλανός ουρανός θα κατορθώσουν να την απαλύνουν και, τελικά, να τη σβήσουν. Οι στιγμές της περισυλλογής, της περίσκεψης, της κατάνυξης αλλά και της ανάστασης του εσωτερικού μας κόσμου θα αποτελούν μια γλυκιά ανάμνηση.
Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;
(Εαρινή Συμφωνία | Γιάννης Ρίτσος)
Κώστας Βάρναλης
Οι πόνοι της Παναγιάς __απόσπασμα
Το ποίημα ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927. Ο ποιητής, ακολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, για να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας· η Παναγιά κατέχεται από τα τρυφερότερα συναισθήματα για το παιδί που πρόκειται να γεννήσει, αλλά και από κακά προαισθήματα για την τύχη που το περιμένει.
Που
να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα 'χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
Συ
θα 'χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη
νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Ώχου,
μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ' τους λύκους να κρυφογεννήσω!
Το δώρο...! Το δώρο... "άδωρον" είναι πια. Θα έχει εξανεμιστεί, και αν τις τρομερές Κασσάνδρες πιστέψουμε, τότε σύντομα θα καταργηθεί (σσ. προφήτης μα τί προφήτης). Τι ντροπή. Και μονομιάς από τη μελαγχολία θα περάσουμε στην ανησυχία. Θα αναρωτηθούμε: Με το επόμενο Πάσχα τι γίνεται; Θα το καταργήσουν κι αυτό; Είναι προβληματικό; Χρειάζεται εξυγίανση; Υπάρχει σχέδιο για να "εκσυγχρονιστεί", να ιδιωτικοποιηθεί, να πουληθεί σε ξένες εταιρίες, να εξαφανιστεί, να συγχωνευτεί; Η αρχή έγινε με το κοκορέτσι. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως γνωστόν, με οδηγία της απαγορεύει τη χρήση, τη λήψη και τη χώνεψη του. Για το καλό μας φυσικά... Τα "φαστ φουντ" δε βλάπτουν καθόλου σοβαρά την υγεία!. Ας μη μας ζώνουν τα μαύρα φίδια, μέρες που είναι. Ας ρίξουμε μια ματιά στο παρελθόν και στο παρόν, αφού, το μέλλον ...
![]() |
Απρίλης είναι. Και Απρίλης σημαίνει άνοιγμα. Βγαίνει από το ρήμα Aperio που σημαίνει ανοίγω. Ανοίγει ο καιρός, ανοίγει η καρδιά μας, ανοίγουν οι πόρτες της άνοιξης, ανοίγει το χορτάρι και κάνει χώρο στις μαργαρίτες και τις παπαρούνες να ανθίσουν. Ανοίγει η διάθεσή μας. Κάποτε, πριν ακόμη από μερικά χρόνια, στα χωριά άσπριζαν τους τοίχους των σπιτιών, σήκωναν τις πολύχρωμες κουρελούδες, μπογιάτιζαν τους τενεκέδες που φιλοξενούσαν φλογερά γεράνια. Οι γυναίκες ετοίμαζαν κουλουράκια, τσουρέκια, και έβαφαν τα αβγά. Επλεναν το μοναδικό καλό φόρεμα, που διέθεταν, για να το φορέσουν στην Ανάσταση. Το σπίτι έλαμπε. Γιατί Λαμπρή ερχόταν.
![]() |
| Η Παναγία della Seggiola_71cm του Raffaello (1513-1514) Galleria Palatina – Palazzo Pitti (Φλωρεντία) |
Από την Κυριακή των Βαΐων άρχιζε το πανηγύρι με τις νέες γυναίκες να πρωτοστατούν. Να πρωταγωνιστούν στη μέρα της δόξας αλλά και στη μέρα - σύμβολο της νέας ζωής. Στη μέρα της γονιμότητας. Κουβαλούσαν τα βάγια στην εκκλησία ανύπαντρες ή νιόπαντρες και έπειτα μετά τη λειτουργία έπαιρναν τα βάγια από τον παπά και μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού και χόρευαν. Χορεύοντας και τραγουδώντας έφταναν μέχρι το ρέμα και έριχναν τα κλαδιά. Και όποιας γυναίκας το κλαδί πήγαινε πρώτο γινόταν συντέκνισσα των άλλων. Αυτή έμπαινε επικεφαλής της ομάδας και οδηγούσε τις φίλες στο σπίτι, όπου η μάνα της ετοίμαζε φαγητό για όλες. Και πάλι, χορός και πάλι τραγούδι και πάλι προσμονή. Για ένα παλικάρι ή για ένα παιδί.
Ξημέρωνε Μεγάλη Δευτέρα και ερχόταν ο Νυμφίος. Και ερχόταν η Μεγάλη Τρίτη των "Δέκα Παρθένων", με το τροπάριο της Κασσιανής για να κάνει τα μάτια να υγρανθούν. Και να η αργοκίνητη, η σκυθρωπή και συννεφιασμένη Μεγάλη Πέμπτη με τον Εσταυρωμένο ράγιζε και ραγίζει τις καρδιές, πιστών και μη. Γιατί κάθε άνθρωπος βλέπει πάνω στο σταυρό κάποιον δικό του που σταυρώθηκε, που μαρτύρησε χωρίς να "μαρτυρήσει" ή να αλλαξοπιστήσει. Το αίμα στάζει από τις πληγές, αίμα δίκαιο που χύνεται άδικα. Έχουμε δει πολλούς εσταυρωμένους, ακόμα και εκείνον τον εξαιρετικό εσταυρωμένο του Σαλβαδόρ Νταλί. Όμως, λίγοι από μας είχανε την απίστευτη τύχη να θαυμάσουν στο Βέλγιο τον Εσταυρωμένο του Σταύρου Πυλαρινού,που όμοιός του δεν υπάρχει. Πουθενά. Είναι ένας εσταυρωμένος, μαχητής, αγωνιστής, κομμουνιστής με τη γροθιά σφιγμένη. Και το αίμα του κόκκινο βαθύ, αλλά και φωτεινό. Κόκκινο, όχι της παράδοσης, αλλά το κόκκινο της ανθρωπιάς, της ελπίδας, της μάχης.
Μα ας γυρίσουμε στη Μεγάλη Βδομάδα. Ξημερώνει Μεγάλη Παρασκευή. Αυτή τη μέρα, συνήθως, ο ουρανός συννεφιάζει. Σύμπτωση θα 'ναι. Ο Επιτάφιος ετοιμάζεται τελετουργικά σε κάθε εκκλησία, με πνεύμα ανταγωνιστικό προς τους Επιταφίους των γειτονικών εκκλησιών. Κάθε εκκλησία θέλει ο δικός της να είναι ο ωραιότερος, να κάνει περήφανους εκείνους που θα τον ακολουθήσουν. Το υπέροχο μοιρολόι της μάνας Παναγιάς σκίζει τη σιωπή: "Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατο μου τέκνον". Και ο νους μας πηγαίνει στη Μάνα του Χριστού του Κώστα Βάρναλη, μάνα ανθρώπινη, πονεμένη: "Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! κι ακόμα / σα ρωτήσανε " Ποιος Χριστός;" τι 'πες; " Να με"!/ Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα! / Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ' έμαθα ακόμα!".
![]() |
| Marcus Reichert Σταύρωση Ζ΄ (1991), λάδι και κάρβουνο σε λινό με κολάζ από χαρτί εφημερίδας, 74"|62" |
Άνοιξη και Λαμπρή:
ζωή, έρωτας, ποίηση, ευτυχία, ψυχική
ανάταση, ομορφάδα, λαϊκό γλέντι
Πάθη θεϊκά και ανθρώπινα
Από το Βυζάντιο έως και τον 20ό αιώνα, η θρησκευτική θεματολογία της Μεγάλης Εβδομάδας βρήκε έκφραση στο χρωστήρα και στη σμίλη πολλών καλλιτεχνών. "Η Σταύρωση", "Η Αποκαθήλωση", "Ο νεκρός Χριστός", "Η Ανάσταση" αποδόθηκαν από μεγάλους δημιουργούς, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με τη χρονική στιγμή, τη χώρα, τις παραδόσεις, αλλά και το προσωπικό ύφος του κάθε καλλιτέχνη. Ο Βυζαντινός καλλιτέχνης επιδιώκει να αποδώσει δογματικές αλήθειες, απεικονίζοντας το υπερβατικό στοιχείο. Η καλλιτεχνική έκφραση - άρρηκτα δεμένη με τη θρησκεία - υποτάσσεται σε αυστηρούς κανόνες και σχηματοποιήσεις.
![]() |
| Gero Cross, 10ος αιώνας, Καθεδρικός Κολωνίας |
![]() |
| Η παλαιότερη σταύρωση σε εικονογραφημένο χειρόγραφο, από τα Συριακά Ευαγγέλια Rabbula _586 μ.Χ. |
Με μέσα αμιγώς πλαστικά, αποδίδεται το θείο δράμα στην περίοδο της Ώριμης Αναγέννησης. Λεονάρντο ντα Βίντσι (1459-1519), Ραφαήλ (1483-1520), Μιχαήλ Άγγελος (1475-1564) αποτελούν κορυφαίες μορφές της ιστορίας της τέχνης όλων των εποχών. Με νατουραλιστική ωμότητα αποτυπώνει ο Μαντένια (1431-1506) τον "Νεκρό Χριστό" που βρίσκεται στην Πινακοθήκη Μπρέρα, στο Μιλάνο. Ο ρεαλισμός, που αγγίζει την εξπρεσιονιστική παραμόρφωση και το ύφος του Μαντένια, άσκησε τεράστια επίδραση στους καλλιτέχνες της Βόρειας Ευρώπης.
![]() |
| Σταυρός στον άμβωνα του Καθεδρικού Ναού του Στρασβούργου, 1485 |
Ξεχωριστή θέση στη θεματολογία των ημερών κατέχει η δημιουργία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541-1614). Με ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη, χρησιμοποιεί μία "αυθαίρετη" μεταχείριση των φυσικών μέτρων, επιδιώκοντας να "ενώσει τη γη με τον ουρανό".
Από τα λιγοστά θέματα του 18ου και 19ου αιώνα, που αναφέρονται στη Μεγάλη Εβδομάδα, αναφέρουμε την "Αποκαθήλωση" του Γκόγια (1746-1828). Ο Γκόγια, αξιοποιώντας τη βαθιά λαϊκή του φλέβα, δημιούργησε έργα παράφορου εξπρεσιονισμού. Την αυθαίρετη χρήση χρωμάτων, που προαναγγέλλει χαρακτηριστικά του κινήματος του εξπρεσιονισμού, διαπιστώνει κανείς και στη δημιουργία του Πολ Γκογκέν (1848-1903), ενώ ο "Εσταυρωμένος" του Σαλβαντόρ Νταλί,αλλά και όλη η δημιουργία του Ισπανού καλλιτέχνη αγγίζει τις σουρεαλιστικές αναζητήσεις στον αιώνα μας.
![]() |
| Σταυρός από κράμα χαλκού του δέκατου έβδομου αιώνα, ΛΔ του Κονγκό |
Ξημερώματα Σαββάτου ακούμε τις καμπάνες. Η πρώτη Ανάσταση έγινε. Εμείς όμως κάνουμε τους... ανήξερους και περιμένουμε να 'ρθούν μεσάνυχτα, ακριβώς για να το μάθουμε επισήμως. Και τρέχοντας να φύγουμε με το κερί στο χέρι από το προαύλιο. Γιατί η μαγειρίτσα δεν αστειεύεται και δεν περιμένει. Θα κρυώσει. Το Πάσχα, επιτέλους, ήρθε. Και, το Πάσχα έπεφτε πάντα στις 14 του μήνα Νίσαν. Δηλαδή τη μέρα που έμπαινε η άνοιξη. Πάσχα, Πισσάχ,στα αρχαία Εβραϊκά, σημαίνει "πέρασμα", "μετάβαση", "έξοδος". Σύμφωνα με την αφήγηση (Εξοδος κεφ. 12), δύο ήταν τα συστατικά της μεγαλύτερης γιορτής των Εβραίων για να τιμούν το πέρασμά τους στην Ερυθρά Θάλασσα: του Πάσχα ή των Αζύμων.
![]() |
| Η Σταύρωση, όπως φαίνεται από τον Σταυρό του Γάλλου James Tissot, 1886–1894, όψη από την οπτική γωνία του εσταυρωμένου θεωρείται ως ένα πρώιμο παράδειγμα της μετάβασης στη μοντέρνα τέχνη |
![]() |
| Γλυπτό "Σταθμοί του Σταυρού" _σταθμός 13 Lundeen Sculpture, 2018 |
Το δεύτερο στοιχείο της γιορτής είναι τα άζυμα ψωμιά και τα πικρά χόρτα,που δήλωναν ότι οι Εβραίοι δεν είχαν ξεχάσει πως τότε που επιχείρησαν την Έξοδο οι απόγονοι τους ήταν πάντα σε ετοιμότητα και έπρεπε να βιαστούν.
![]() |
| Κατασκευή _Σταύρωση Φόρος τιμής στον Piet Mondria __1966, από την Barbara Hepworth |
__ευκαιρίας δοθείσης από το Ριζοσπάστη
Τα έθιμα
Όπου υπάρχει σπιθαμή γης που δεν έχει καλυφθεί από μπετόν έχει γεμίσει από αυτοφυή λουλούδια. Πολύχρωμα, μυρωδάτα, αδιάφορα για κάθε είδος πολυτέλειας. Αλητάκια είναι, λίγο θα ζήσουν, αλλά στη σύντομη ζωή τους θα μας χαρίσουνε ένα υπέροχο θέαμα. Πάσχα ήρθε και κάθε επαρχία γιορτάζει με τα δικά της έθιμα. Το έθιμο της Ρόκας είναι γνωστό και απλό με πολλές παραλλαγές. Στο Μοσχοπόταμο και παλαιότερα και σε άλλα έξι χωριά γειτονικά του την Τρίτη του Πάσχα, γίνεται ένα πανηγύρι που κεντρικά πρόσωπα είναι οι γυναίκες. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως "γυναικοκρατικό". Διότι το "ωραίο", το "αδύνατο" φύλο, όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν, πρωταγωνιστεί εκείνη τη μέρα.
Στη Ζάκυνθο
Με ιδιαίτερη πρωτοτυπία και
μεγάλο ενθουσιασμό οι Ζακυνθινοί γιορτάζουν το Πάσχα. Τη Μεγάλη Πέμπτη, στην
εκκλησία του πολιούχου του νησιού, Αγίου Διονυσίου, με λαμπρότητα και συγκίνηση
γίνεται η περιφορά του Εσταυρωμένου. Μεγάλη Παρασκευή και ο
"γολγοθάς" του Εσταυρωμένου συνεχίζεται. Οι κάτοικοι του νησιού και
οι πολυπληθείς επισκέπτες ακολουθούν την πορεία του Εσταυρωμένου από τη
Μητρόπολη στην πλατεία που φέρει το όνομα του εθνικού ποιητή, Δ. Σολωμού. Εκεί
γίνεται η αναπαράσταση της Σταύρωσης και ακούγεται το "Ινα Τι". Η
περιφορά καταλήγει στον Αγ. Νικόλα των Ξένων (Μόλου). Ξημερώνοντας Μεγάλο
Σάββατο αρχίζει η περιφορά του Επιταφίου στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, με
τη συνοδεία γνωστών χορωδιών, όπως η εξαιρετική χορωδία της Φανερωμένης, και
βεβαίως της περίφημης Μπάντας του δήμου. Η πρώτη Ανάσταση έγινε. Και τότε το
συγκεντρωμένο πλήθος στην πλατεία του Αγ. Μάρκου, σχηματίζει έναν κύκλο και
σπάει το "κομμάτι", (σταμνί), στη "χαρά των Χριστιανών".
Αμέσως μετά, πάνω από τις σπασμένες στάμνες περνάει η Φιλαρμονική, παίζοντας τα
πιο χαρμόσυνα, πασχαλινά κομμάτια. Και μονομιάς το πένθος εξαφανίζεται. Τα φώτα
ανάβουν και δίνουν χαρμόσυνο, αναστάσιμο χρώμα, ενώ, οι συγκεντρωμένοι
ανταλλάσσουν λουλούδια και ευχές.
Στη Θράκη
Ω, εκεί γίνεται ο χορός και
το τραγούδι, που μετατρέπει τους ανθρώπους σε θεϊκούς.Οταν εκείνοι χορεύουν και
τραγουδούν αλλοπαίρνονται, μαγεύονται, βγαίνουν από τον εαυτό τους. Κανείς δεν
μπορεί να τους παραβγεί. Περνάει μέσα από τη φωτιά χωρίς φόβο. Ατρόμητος και
ένθεος μοιάζει ο Θράκας. Είναι τόσο δυνατή η φλόγα που μέσα του καίει, που η
δύναμη που του δίνει τον κάνει να ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια.Δεν έχει εκτονωθεί
όλη τη Σαρακοστή, και η ζωή του, που είναι η μουσική και ο χορός, η μελωδία και
η κίνηση, είχε χάσει για πενήντα ολόκληρες μέρες το νόημά της.
Επιμύθιο
Όποιος έχει ζήσει στην
Ευρώπη έχει διαπιστώσει ότι εκεί δεν το γιορτάζουν το Πάσχα, όπως εμείς.
Μερικοί πιστοί πάνε στην εκκλησία για δέκα λεπτά και έπειτα φεύγουν για γουίκ
εντ το Σαββατοκύριακο. Αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει η πένθιμη λύπη που τη
διαδέχεται η ζωική χαρά. Δεν υπάρχει η ίδια γλυκιά άνοιξη. Δεν υπάρχει η ίδια
επιθυμία για χορό και για τραγούδι. Δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει Ανάσταση.
Πάσχα σοβαρό, μετρημένο, τυπικό, αδιάφορο. Για εκείνους φυσικά.
Για μας, Πάσχα σημαίνει
πολλά, πάρα πολλά. Σημαίνει ελευθερία. Σημαίνει ανεξαρτησία από τον τουρκικό
ζυγό. Σημαίνει άνοιξη, σημαίνει έρωτας, σημαίνει αγάπη. Σημαίνει θάνατος, μα
πάνω απ' όλα σημαίνει ανάσταση, δηλαδή, ΖΩΗ.
Και του χρόνου. Και για πολλά χρόνια.
Περιμένοντας τη
... Μεγάλη Ανάσταση
Η πιο μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, που συνδυάζει την αναγέννηση της φύσης, με την αναγέννηση του Θεού. Δεν υπάρχει γωνιά της ελληνικής γης που να μη γιορτάζει με το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Φέτος, όμως, το μήνυμα αυτό σκιάζεται και πονάει εξαιτίας αυτών που δεν επιτρέπουν στα αδέλφια μας στη γείτονα Γιουγκοσλαβία να νιώσουν το μήνυμα της Ανάστασης. Κι ενώ ο φίλος λαός συνεχίζει να σηκώνει το Σταυρό του μαρτυρίου, θα γιορτάσουμε με όση δύναμη μας μένει το Πάσχα, το οποίο συνδέθηκε με ό,τι καλύτερο έχει για να χαρεί στη ζωή ο άνθρωπος τη φύση και την ελευθερία. Γι' αυτό και την τραγούδησε ο λαός μας και τη χόρεψε όσο τίποτε άλλο, ζητώντας με τη μελωδία και το ρυθμό να εκφράσει την ευφροσύνη που τον διακατέχει, ελεύθερο ύστερα από αιώνες δουλείας, να μπορεί να γιορτάσει την Ανάσταση σε όλη τη θρησκευτική και κοινωνική έκταση.Είναι μέρα γενικού πανηγυρισμού και δύσκολα ξεχωρίζει κανείς πού να σταθεί ιδιαίτερα. Γιατί η ιδιαιτερότητα δεν είναι κάτι διαφορετικό. Το ίδιο μήνυμα ακούγεται σε παραλλαγές. Το Πάσχα, στις περισσότερες περιοχές, άρχιζε από το Σάββατο του Λαζάρου. Το πρωί τα παιδιά έβγαιναν για να πουν το τραγούδι του Λαζάρου και τα φίλευαν αυγά.
"Την Τετάρτη την ημέρα/ κίνησε ο Χριστός να πάει
πέρα/ Λάζαρος τον απαντάει/ και τον ημερολογάει/ πες μας Λάζαρε τι είδες/ εις
τον Άδη όπου πήγες; / Είδα πόνους, είδα τρόμους/ είδα βάσανα και πόνους/ Δώστε
μου λίγο νεράκι/ να ξεπλύνω το φαρμάκι/ το φαρμάκι της ψυχούλας/ και το αίμα
της καρδούλας". (Καθενοί Εύβοιας).
"Πού ήσουν Λάζαρε πού ήσουν πετρίτη/ πού ήσουν
σταυραετέ και κυνηγάρη/ Εδέ δω ήμουνα βαθιά θαμμένος/ και με τους νεκρούς
ανταμωμένος...". "Καλώς σας ηύρ' ο Λάζαρος και τώρα και του χρόνου/
με τη Λαμπρή την Πασχαλιά με τον καλόν το λόγο..." (Ήπειρος).
"Ηλθεν ο Λάζαρος/ήλθαν τα
βάγια/Σταυροσταθήτε/Κόκκινα αυγά/και πέντε πίτες/ Δώσ' με θεια τ' αυγό/ να φύγω
από δω" (Θράκη).
Την Κυριακή των Βαΐων έστρωναν στο δάπεδο της
εκκλησίας με φύλλα βάγιας. Κλαδιά από το ίδιο δέντρο κρατούσαν στα χέρια κατά
τη διάρκεια της λειτουργίας. Όταν έβγαιναν από την εκκλησία χτυπούσαν ελαφρά ο
ένας την πλάτη του άλλου με κλαδιά βάγιας. Όλα τα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας,
που άρχιζε από εκείνη την Κυριακή πήγαιναν στην εκκλησία. Τη Μεγάλη Πέμπτη λίγο
πριν ο παπάς βγάλει τον Εσταυρωμένο, ένας δυνατός άντρας μετέφερε στα χέρια τη
μεγάλη πέτρα που στήριζαν τον σταυρό. Τη Μεγάλη Παρασκευή, το πρωί, οι γυναίκες
στόλιζαν τον επιτάφιο με λουλούδια που έφερναν από το σπίτι τους και με
αγριολούλουδα που μάζευαν τα παιδιά από τους αγρούς. Μετά τη μεσημεριανή
λειτουργία και μέχρι το βράδυ περνούσαν όλοι τρεις φορές κάτω από τον επιτάφιο
στα γόνατα. Το βράδυ εν χορώ μαζί με τους ψαλτάδες έψαλαν το "Ζωή εν
Τάφω" και ύστερα γινόταν η περιφορά, την οποία άρχιζαν ακολουθώντας νότια
κατεύθυνση. Η περιφορά γινόταν στις πλάτες τεσσάρων ανύπαντρων ανδρών, γιατί
πίστευαν ότι όποιος τον έπαιρνε θα παντρευόταν την ίδια χρονιά. Όταν τελείωνε η
περιφορά, επέστρεφαν στην εκκλησία από τη νότια πύλη, τον κρατούσαν ψηλά και από
κάτω περνούσε όλο το εκκλησίασμα. Αυτοί που τον κρατούσαν εισέπρατταν από τους
φίλους τους μερικές τσιμπιές για το καλό.
"Σήμερα μαύρος ουρανός.
Σήμερα μαύρη μέρα/ Σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται/ Σήμερα βάλανε
βολή οι άνομοι κι εβραίοι. / Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι/ να λάβει ύπνο
μυστικό για να τον λάβουν όλοι/ η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και ληγώθει/
σταμνιά νερό της ρίξανε για να της έλθει ο νους της/ και σαν της ήλθε ο
λογισμός και σαν της ήλθε ο νους της/ ζητά μαχαίρι να σφαγεί γκρεμό να πάει να
πέσει/ Φωνή της ήλθε απ' τον ουρανό Χαρχαγγέλου στόμα/ Πάψε κυρά τις προσευχές
πάψε και τις μετάνοιες/ τον γιο σου τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε/ και
στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε" (Εύβοια).
"Δε μου μιλείς παιδάκι μου, δε μου μιλείς παιδί μου/ - Τι να σου πω
μανούλα μου που διάφορο δεν έχεις" (θρήνος της Ζακύνθου).
Με αφορμή την
Ανάσταση
Καθαρά ανοιξιάτικη είναι η γιορτή, μια από τις πολλές
μυστικοποιημένες περιπτώσεις του εποχικού κύκλου, με το (φαινομενικό) θάνατο
της φύσης το χειμώνα και την ανάστασή της την άνοιξη. Πεθαίνει ο Ιησούς και
ανασταίνεται. Πέθαιναν και ανασταίνονταν και οι άλλοι "βλαστικοί"
θεοί, οι θεοί της βλάστησης και της γονιμότητας στους λατρευτικούς μύθους των
λαών. Έτσι ο δικός μας παλαιός Διόνυσος. "Οπως οι ομόλογοι βλαστικοί θεοί,
γράφει ο Λεκατσάς, ο Διόνυσος είναι ένας Θνήσκων Θεός, που πεθαίνει και που
ανασταίνεται κάθε χρόνο". Ετσι και ο "ανατολικός θνήσκων θεός"
Αδωνις (της Φοινίκης αρχικά), που ανασταινόταν και αυτός. Ετσι και ο Οσιρις των
Αιγυπτίων. Ομοιώματά τους βρίσκαμε έως πρόσφατα και σε επιβιώσεις λαϊκής
λατρείας στον αγροτικό χώρο, εξωεκκλησιαστικές, έστω και αν μετατοπίζονταν
χρονικά, είτε γιατί είχε λησμονηθεί η αρχική ανοιξιάτικη διάστασή τους είτε γιατί
τοποθετούνταν σε άλλες, ειδικότερες "ενάρξεις" περιόδων της
παραγωγής. Μια τέτοια περίπτωση αποτελούσε ο "Λειδινός" στην Αίγινα
(το έθιμο τελούσαν στη γιορτή της Ύψωσης του Σταυρού). Έφτιαχναν ένα ομοίωμα
ανθρώπου με τονισμένα τα γεννητικά όργανα, το έραιναν οι γυναίκες με λουλούδια
και τα παιδιά το έπαιρναν και πήγαιναν να το κηδεύσουν, ενώ το μοιρολογούσαν,
μ' ένα μοιρολόι εντούτοις που προανάγγελλε ευφρόσυνα την ανάστασή του:
"Ηρθε η ώρα να μας φύγεις, / πάαινε στο καλό, / και με το καλό να έρθεις/
κι όλους να μας βρεις γερούς, / Λειδινέ μου, Λειδινέ μου...". Αυτός ο
παράξενος επιτάφιος θρήνος, που περικλείει μέσα του αξεχώριστα και
προαναγγέλλει και προεξοφλεί τη βεβαιότητα της ανάστασης του πεθαμένου θεού,
είναι που δίνει σ' όλες αυτές τις εκδηλώσεις το χαρμόσυνο χαρακτήρα και
αποτελεί ένα παράδειγμα κορυφαίας διαλεκτικής, μοναδικά επιβλητικής, μέσα στην
ποιητική περιένδυσή της, όπως την πραγματοποιούν οι λατρευτικοί μύθοι.
Είναι εξάλλου εξαιρετικά "διαθέσιμη" πλέον
αυτή η διαλεκτική θανάτου και ανάστασης και προσφέρεται σαν ένα περιεκτικό
πολιτισμικό και ιστορικό σχήμα, που εισδέχεται και τονώνει και διάφορες άλλες
"προσδοκίες αναστάσεως". Πόσες φορές οι Ελληνες δεν εναπόθεσαν κι ένα
άλλο νόημα, για άλλην ανάσταση στην ευχή που διατύπωναν τέτοιες μέρες σε
δύσκολους καιρούς: "Καλήν Ανάσταση"!
Δεν ξέρω αν μια τέτοια μεταφορική ευχή μπορούν να
κάνουν με βάσιμη προσδοκία οι άνθρωποι - όχι μόνο οι Έλληνες - σήμερα, για ένα
κόσμο που είναι προορισμένος να πεθάνει, όχι όμως και να αναστηθεί. Και για να
μη θεωρηθεί ότι με διακατέχει αγιάτρευτη, νοσηρή απαισιοδοξία, σημειώνω πως
εννοώ αυτό που λέω ως εξής: ο κόσμος αυτός, που πεθαίνει, θα αναστηθεί αλλιώς,θα είναι ένας άλλος κόσμος!
Διαχρονικά Ριζοσπάστης

























