Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Λαμπέτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Λαμπέτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Απριλίου 2025

Έλλη ✨ Το υπέροχο 💥 "κορίτσι με τα μαύρα"


Το ξαναείδαμε για πολλοστή φορά ... ταινία μιας "άλλης" εποχής του ελληνικού σινεμά. Η ιστορία αφηγείται τον παράφορο έρωτα, που γεννιέται ανάμεσα σ' ένα νεαρό συγγραφέα, τον Παύλο, και την κόρη της σπιτονοικοκυράς του. Ένας έρωτας φλογερός, νεανικός, παθιασμένος, καταδικασμένος, όμως _όχι τυχαία, μέσα στα "στενά" δρομάκια της πανέμορφης Ύδρας, έρωτας, που θα συντριβεί από τον πουριτανισμό της επαρχίας που θα "πνιγεί" στα καθαρά νερά του γραφικού λιμανιού του νησιού. Πρόκειται για μια σύγκρουση των αρχαϊκών ηθών μιας κοινωνίας με την "ελευθεριότητα" των πρωτευουσιάνων, των δεσμεύσεων με την γνήσια αγάπη. Το θέμα του σαρκικού πόθου της ενοχής και της εξιλέωσης μέσα από τη θυσία θα πάρουν μια μορφή αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. "Το κορίτσι με τα μαύρα", διακρίθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών (υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα), πήρε Ασημένιο Βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας και Χρυσή Σφαίρα ως καλύτερη ξένη ταινία από την Επιτροπή Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στην Αμερική το 1957, υμνήθηκε από τους κριτικούς και κυρίως αγαπήθηκε από το κοινό (σινεφίλ και μη). Τέλος _σημείο γραφής, είναι ένα έργο που άντεξε στο χρόνο.

Μια σύντομη παρουσίαση του σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη, θα βρείτε στο τέλος της ανάρτησης.
                             Έλλη Λαμπέτη
                  Πλασμένη από υλικό ονείρων
Υπάρχουν φορές που αναρωτιέται κανείς αν η Έλλη Λαμπέτη, έζησε πράγματι ανάμεσά μας…γι' αυτόν τον μύθο που δεν ξεθωριάζει ποτέ, θα βρούμε άραγε κάποιες συντεταγμένες για να τον κατανοήσουμε; Κατανοούνται οι μύθοι ή υπάρχουν μόνο για να μας ταξιδεύουν; Θα καταφέρουμε έστω να υποψιαστούμε το βάθος και το μέγεθος αυτής της μάγισσας, που έζησε μια ζωή βγαλμένη λες από αρχαία τραγωδία; Μια ζωή γεμάτη θάνατο. Πριν χαθεί η ίδια, στα 57 της χρόνια, χάνει από φυματίωση τον 15χρονο δίδυμο αδελφό της, ύστερα την μητέρα της από αδέσποτη σφαίρα στα Δεκεμβριανά, μετά τον πατέρα της το 1953, αλλά και τις δυο αδελφές της από καρκίνο. "Τουλάχιστον αγαπήθηκα πολύ, είναι κάτι κι αυτό. Επίσης, αγάπησα τόσο. Έδωσα και πήρα. Ήταν ένα τίμιο παιχνίδι ", είχε δηλώσει κάποτε. Απίστευτο πλάσμα; Όπως έλεγε ο Παύλος Μάτεσις: "Οποιος δεν έχει γοητευθεί από την Λαμπέτη, θα πάει στην Κόλαση". Τη συνέκριναν με την Σάρα Μπερνάρ και την Γκρέτα Γκάρμπο, ήταν όμως η Λαμπέτη. Μόνο εκείνη. Κι ας μην έπαιξε ποτέ κλασικό ρεπερτόριο και αρχαίο δράμα. Ήταν ένα μοναχικό ιερό τέρας. Μοναχικό ακριβώς επειδή ήταν ιερό, επειδή αρνήθηκε την εποχή του, ένας μάταιος αντάρτης, ένα ανίσχυρο κορμί που πάλευε με μια πανίσχυρη ψυχή, και μ' ένα λεηλατημένο, αλλά νικηφόρο πρόσωπο. "Η Λαμπέτη είναι για το θέατρο ό,τι ο Καβάφης ή ο Κάλβος ή ο Καρυωτάκης στη λογοτεχνία. Ανεπανάληπτη και μοναδική". __Λόγια του Κ. Γεωργουσόπουλου | Σεμίνα Διγενή \ Ριζοσπάστης

Για την μεγάλη θεατρίνα που ακτινοβολούσε στη σκηνή ευαισθησία και που χάρισε ζωή σε τόσα θεατρικά πρόσωπα, η ηθοποιός και αγωνίστρια της Αντίστασης Ολυμπία Παπαδούκα είχε διηγηθεί: "Θυμάμαι πώς αντιδρούσε η Κοτοπούλη βλέποντάς την να παίζει. Μαγευόταν μαζί της, την λάτρευε κι όταν τελείωνε η Άλλη, σηκωνόταν όρθια, τη χειροκροτούσε κι έλεγε: "Μπράβο σου πουλάκι μου, μπράβο σου καρδούλα μου!". Για τη γνωριμία τους στην Κατοχή, η θρυλική ΕΑΜίτισσα είχε αποκαλύψει: "Η Έλλη ήθελε πολύ να μας βοηθήσει κι όλο έψαχνε τρόπους. Εγώ δεν ήθελα να μπλεχτεί μ' αυτά, γιατί ήταν άμαθη, δεν ήταν μπαρουτοκαπνισμένη σαν κι εμάς και δεν θα τα κατάφερνε, θα την πιάνανε αμέσως. Εκείνη όμως με πίεζε κάθε μέρα, ήθελε να αγωνιστεί μαζί μας, επέμενε να προσφέρει στον αγώνα ό,τι μπορούσε".
                      Χορν _Μπελογιάννης
Κάποια στιγμή μπαίνει στη ζωή της ο τυφώνας Χορν. "Με τον Τάκη - έλεγε η Λαμπέτη - ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια - τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: "Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλια". Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα. Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες του χωρισμού μας ". Στη συνέντευξη που μου είχε δώσει ο Χορν το 1993, μου είχε εκμυστηρευτεί πως το πιο δυνατό συναίσθημα που ένιωσε ποτέ για την Λαμπέτη δεν ήταν ο έρωτας, αλλά η ζήλια, όταν τον εγκατέλειψε το 1959, για να παντρευτεί τον Γουέικμαν. " _Ήμουν ταύρος σε υαλοπωλείο", έλεγε τότε. "Ζήλευα ελεεινά. Υπήρξαν φορές που της χτύπαγα το κεφάλι στον τοίχο". Κάποτε της είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, γύρω στο '57 - '58. Της είπε λοιπόν ο Καραμανλής, "ξέρετε, εγώ... επί των ημερών μου, υπάρχουν μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές ". Και του λέει η Λαμπέτη: "Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Και είναι λίγοι; Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!". Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε. Το είχε διηγηθεί ο Φρέντυ Γερμανός στην Εύη Κυριακοπούλου στην εκπομπή της στην ΕΡΤ.

Η ίδια η Λαμπέτη είχε αποκαλύψει στην δημοσιογράφο Φρίντα Μπιούμπι: "Οταν ήμουν είκοσι έξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το 'μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ' άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη - το σώμα - με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ' αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ' αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου. Κι όμως, ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσόκ - δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε στραβώσει. Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.

Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!... Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το "εν ψυχρώ". Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω... Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;".

Για την ηθοποιό που δημιούργησε έναν ιδιόμορφο υποκριτικό κώδικα, που τον υπηρέτησε μέχρι τέλους, αλλά και για το πάθος που είχε για την τέχνη της, ο Κουν έλεγε: "Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο". Ακριβώς αυτό έκανε. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας. Ήταν μια σκηνή στον "Γυάλινο κόσμο" όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της. Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά. Είχε πει: "Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο - η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα". Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός - περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές: "Ερχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό", λέει ο Σικελιανός. "Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου".
Έχει γράψει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος: Η Λαμπέτη κατάγεται από τον άνεμο και τη νεφέλη. Έχει άλλο ήθος, είναι πλασμένη από το υλικό του ονείρου... Είναι τα μάτια της, αυτά τα πελώρια μάτια τα συνεχώς διαπορούντα, τα έκπληκτα, που κάθε φορά κοιτούν τον κόσμο σαν να τον ανακαλύπτουν εκείνη τη στιγμή. Αυτά τα μάτια κανένας ηθοποιός, εκτός από τον Χορν, δεν τα αντιμετώπισε κατάματα. Δεν ξέρω αν το προσέξατε, όσοι συνεργάστηκαν μαζί της στη σκηνή, έπαιζαν συνήθως με χαμηλωμένα τα μάτια ή όταν το κείμενο υποχρέωνε, την κοιτούσαν, αλλά το βλέμμα παράπαιε και λοξοδρόμιζε πότε αριστερά, πότε δεξιά, πότε πάνω από τα μαλλιά της. Ποιος να αντέξει αυτά τα μάτια, τα γεμάτα ερωτηματικά, τα άπληστα, τα λαίμαργα μάτια, τα πλημμυρισμένα υπαρξιακά "γιατί"; Κι αυτά τα ψευδίζοντα χείλη, τι δεν είπαν οι ηλίθιοι για το ψεύδισμά της! Αλλά τι να πουν, όταν δεν συλλαμβάνουν τη ζωή ως αιφνιδιασμό, όπως εκείνη. Η Λαμπέτη δεν ψευδίζει, εγκαινιάζει, κάθε φορά που αρθρώνει, μια νέα επαφή με τη λέξη και μέσα από τη λέξη, μια νέα επαφή με τα πράγματα. Πάνω στη σκηνή το άρτιο λεξιλόγιο των άλλων ηθοποιών, όταν ακούγεται παράλληλα με το ψεύδισμα της Λαμπέτη, γίνεται ψεύτισμα.

              Ηχογραφούσε κασέτες σπαράζοντας
Λίγο πριν πεθάνει, τα είχε βάλει με τον εαυτό της. Ξενυχτούσε κλαίγοντας και ηχογραφώντας σε κασέτες την σπασμένη, την κατεστραμμένη από την αρρώστια φωνή της, να μιλάει στον εαυτό της και να τον κατηγορεί πως σπατάλησε τη ζωή και το ταλέντο του σε ασήμαντα πράγματα, πως δεν έκανε τις επιλογές που έπρεπε, να του θυμώνει, να λέει πικρά λόγια μπερδεμένα με λυγμούς. Η Λαμπέτη μιλούσε, μιλούσε... σ' αυτήν την αλλόκοτη τελευταία παράσταση κι έλεγε με ανατριχιαστικό τρόπο όσα δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν, ηχογραφούσε ολομόναχη, φοβισμένη σ' ένα δωμάτιο, μέχρι να 'ρθουν τα ξημερώματα και να καταρρεύσει από την κούραση και τον πόνο. "Κοιμάμαι ελάχιστα και μόνο με χάπια", έλεγε σε εκείνο το μαγνητόφωνο. "Πονάω αφόρητα. Αργώ πολύ να πεθάνω κι αυτό είναι πολύ δυσάρεστο, γιατί αλλοιώνεται ο χαρακτήρας μου. Το απόθεμα της αγάπης που είχα μέσα μου για τους ανθρώπους, χάνεται. Φτάνει ως εδώ".
                     "
Υπήρξε θαμπωτικό φως"
Κρατάω για το τέλος κουβέντες δυο ανθρώπων που την αγάπησαν και την κατάλαβαν βαθιά. Η Κωστούλα Μητροπούλου έγραψε για εκείνην το 1964: "Η Έλλη Λαμπέτη είναι αυτό ακριβώς που περιμένει κανένας απ' την ποίηση! Αυτή η αισθητική συγκίνηση, η λεπτή και εύθραυστη έκπληξη, αυτό το κάτι, που το περιέχει η παρουσία του ηθοποιού στη σκηνή, τότε που η σκηνή είναι γεμάτη πάντα, είναι ένας κόσμος που λάμπει". Και ο αγαπημένος της Μάριος Πλωρίτης: "Η αληθινή δύναμη, το γνήσιο πάθος, η ουσιαστική επιβολή είναι θέμα και καρπός εσωτερικού παλμού, ψυχικής δόνησης, ηθικού μεγέθους. Και η Έλλη Λαμπέτη, που δίνει την εντύπωση "εύθραυστου", "ευάλωτου" πλάσματος, η Έλλη Λαμπέτη, που παίζει με ημιτόνια και αποχρώσεις, έχει τόσο βάθος και μέγεθος, ώστε τα ημιτόνιά της παίρνουν διαστάσεις απέραντου σπαραγμού κι οι αποχρώσεις της ακτινοβολούν θαμπωτικό φως!".

Έλλη Λαμπέτη, μια από τις κορυφαίες μορφές του νεοελληνικού θεάτρου. Η πρωταγωνίστρια _μαζί με τον Δημήτρη Χορν "Στο κορίτσι με τα μαύρα", γεννήθηκε στα Βίλλια της Αττικής το 1926. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή που είχε ιδρύσει η Μαρίκα Κοτοπούλη και 15χρονη ακόμη μαθήτρια πρωτοεμφανίστηκε στο "Ταξίδι γάμου" του Κάρλος ντε Φρις.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου, το νέο της επώνυμο, το επέλεξε στα πρώτα της βήματα στο θέατρο, από το βιβλίο "Αστραπόγιανος" του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από το 1942 που κάνει τα πρώτα της βήματα στη σκηνή αποκαλύπτεται μια πρωταγωνίστρια. Το αστέρι της μεσουρανεί και κυριεύει τον ελληνικό κινηματογράφο από το 1946. Οι ταινίες με τη συμμετοχή της αποκτούν καλλιτεχνικό κύρος. Είναι ίσως από τις αξιολογότερες του ελληνικού κινηματογράφου. Για την "ιστορία" να αναφέρουμε ότι η τελευταία ταινία της το 1968 -σε σκηνοθεσία και σενάριο του δεύτερου συζύγου της Φρέντερικ Γουέικμαν – αναφερόταν στην Σβετλάνα Στάλιν… υπό το πνεύμα βέβαια της αμερικανικής πολιτικής αξιοποίησης του προσώπου αυτού. Η ταινία γνώρισε παταγώδη εμπορική αποτυχία και επόμενα πολιτική αποτυχία και υπήρξε η τελευταία αλλά και δυσάρεστη επαφή της Λαμπέτη με τον κινηματογράφο.
Η Λαμπέτη έφερε στο νεοελληνικό θέατρο τον αέρα της μοντέρνας υποκριτικής τέχνης. Δεν υποκρινόταν. Ζούσε το ρόλο. Και τον ζούσε με άνεση, με αφέλεια, με ειλικρίνεια, με ρυθμό, με πάθος και, κυρίως, ακολουθούσε το αλάθητο θεατρικό της ένστικτο της, διαθέτοντας μια έντονη, αλλά ταυτόχρονα ανάλαφρη σκηνική παρουσία, μια εξαιρετική χορευτική κίνηση, συνδυάζοντας το ρομαντισμό και το ρεαλισμό σε μια εξαιρετική σύνθεση, που έμοιαζε περισσότερο με ποίημα. Η υποκριτική της συναρπάζει και βρίσκει μιμήτριες αρκετές, ακόμα και στα "ελαττώματα" της άρθρωσής της… Η μίμηση την ενοχλούσε. Η ίδια πάλευε με μανία να βελτιώνει την άρθρωσή της, θεωρώντας πως "εν αρχή" είναι ο λόγος και θύμωνε όταν κακοποιούνταν ο λόγος εσκεμμένα ή από έλλειψη άσκησης. Έστω κι αν επρόκειτο για μια μόνο συλλαβή, μιας λέξης. Η ίδια ασκούσε το κορμί, την έκφρασή της, τη φωνή της και σαν παιδί – με όποιον αισθανόταν άνετα – αυτοσατίριζε τη δυσκολία της να προφέρει το "ρ" σε κάποιες λέξεις, το θαμπό παχύ "σ" της, το κόμπιασμά της. Ξένοι κριτικοί κινηματογράφου την παραλλήλισαν με την Γκάρμπο, για την αίσθηση που άφηνε η μορφή της και η συσσωρευμένη στα μάτια, απέριττη υποκριτική της. Η Έλλη Λαμπέτη είχε παντρευτεί τον Μάριο Πλωρίτη τον Αύγουστο του 1950 και χώρισε τρία χρόνια αργότερα. Για πολύ καιρό, εκείνη και ο Δημήτρης Χορν θεωρήθηκαν το δημοφιλέστερο θεατρικό ζευγάρι στη σκηνή.
Την άνοιξη του 1959, εγκατέλειψε το θέατρο και ακολούθησε στην Αμερική τον Αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέκμαν, τον οποίο παντρεύτηκε. Το 1976 ο γάμος διαλύθηκε και τυπικά. Η Έλλη Λαμπέτη είχε προσβληθεί από καρκίνο το 1966. Ακολούθησε μια περίοδος τραγικών εμπειριών στην προσωπική της, αλλά και οικογενειακή της ζωή. Το κορμί της γίνεται βορά της επάρατης νόσου. Το βελούδινο δέρμα της προσβάλλεται από δερματική ασθένεια. Ο πόθος της να αναθρέψει ένα παιδί συντρίβεται στις συμπληγάδες των νομικών παραλογισμών και κάποιων ιδιαίτερων ανθρώπινων επιδιώξεων και "δικαιωμάτων". Η τελευταία της εμφάνιση ήταν το 1981, στο έργο "Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού", όπου έπαιξε θαυμαστά το ρόλο της κωφάλαλης Σάρας. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε. Έχασε τη φωνή της και τελικά άφησε την τελευταίας της πνοή στις 3-Σεπ-1983, στο αμερικάνικο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν __με στοιχεία και αποσπάσματα από άρθρο της Αριστούλας Ελληνούδη -11/9/1983 – στο Ριζοσπάστη λίγες μέρες μετά το θάνατο της.

Η Έλλη είχε προσβληθεί από καρκίνο το 1966. Ακολούθησε μια περίοδος τραγικών εμπειριών στην προσωπική της, αλλά και οικογενειακή της ζωή και, τέλος, ήρθε - τι άλλο; - το τέλος. Πέθανε το 1983 στη Νέα Υόρκη. Στη μνήμη μας θα μείνει πάντα νέα και δροσερή. Μια γυναικεία φιγούρα με πυκνά μαύρα μαλλιά, με χορευτική κίνηση, με κάποια παράξενη γοητεία στη φωνή και με μάτια δυο τεράστιες σκούρες πεταλούδες. Θα μείνει ως μια μεγάλη ηθοποιός, ως…

Το υπέροχο "κορίτσι με τα μαύρα".

95λ, γυρίστηκε σχεδόν όλο (εκτός από κάποια εξωτερικά πλάνα που είναι γυρισμένα στον Πειραιά και στον Πόρο) στην πατρίδα των μεγάλων προεστών και καραβοκύρηδων της επανάστασης του  Ανδρέα Μιαούλη, Κουντουριώτη, Κριεζή, Τσαμαδό, Σαχίνη, Τομπάζη, Σαχτούρη _με ότι αυτό σημαίνει για τους κατοίκους της εποχής σ΄ ένα αγνώριστο πολιτισμικά σήμερα νησί αλωμένο από την τουριστική ανάπτυξη. Γυρίστηκε χωρίς μέσα και εφέ, με μία μόνο κάμερα, παίζοντας με το ζουμ στα πρόσωπα _πρωταγωνιστές. Κάθε φορά που η κάμερα βρίσκεται έξω, στα πλακόστρωτα του νησιού, στα καφενεία ή στο ανοιχτό πέλαγος, μια ολόκληρη κοινωνία δείχνει το πιο αποκρουστικό πρόσωπό της πάνω στην ανθρώπινη αδυναμία - μια αντίθεση που κάνει την Ύδρα να φαίνεται ακόμη πιο όμορφη, γραφική και εκθαμβωτική μικρογραφία μιας Ελλάδας που πενθεί κάθε δευτερόλεπτο τη μοίρα του να «μαθαίνεις να μην έχεις όνειρα».
Μιχάλης Κακογιάννης (σενάριο και σκηνοθεσία), με πρωταγωνιστές: Έλλη Λαμπέτη, Δημήτρης Χορν, Γιώργος Φούντας, Ελένη Ζαφειρίου, Στέφανος Στρατηγός κά. Μουσική _αν και φέρνει λίγο σε Χατζηδάκι, Αργύρης Κουνάδης, Φωτογραφία Γουόλτερ Λάσαλι (Walter Lassally _1926-2017, Γερμανός κινηματογραφιστής, βρετανικής καταγωγής, περισσότερο γνωστός από την ταινία Αλέξης Ζορμπάς, με την οποία κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας το 1964). Μοντάζ: Αιμίλιος Προβελέγγιος
Η Μαρίνα (Έλλη Λαμπέτη) ζει στην Ύδρα με την μητέρα της Φρόσω (Ελένη Ζαφειρίου) και τον αδερφό της Μήτσο (Ανέστης Βλάχος _εμφανίζεται σε μια δύο σκηνές μόνο). Η μητέρα της, ούσα χήρα, διατηρεί σχέση με τον νεότερό της Πανάγο (Στέφανος Στρατηγός) και γι' αυτό έχει δώσει δικαιώματα στο νησί, κάτι που εξοργίζει το Μήτσο, ο οποίος θεωρεί ότι, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, οφείλει να υπερασπιστεί την τιμή της οικογένειας, πράγμα που επιλέγει κάνει ξυλοκοπώντας τη μητέρα του δημόσια. Στο σπίτι της οικογένειας επικρατεί μια τραγική κατάσταση, την οποία η Μαρίνα δεν μπορεί να διαχειριστεί.

Στο νησί έρχονται για διακοπές δύο φίλοι, ο Παύλος (Δημήτρης Χορν) και ο Αντώνης (Νότης Περγιάλης) και νοικιάζουν δωμάτια στο σπίτι της Μαρίνας. Ο Παύλος αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον προς τη Μαρίνα και οι δύο νέοι ερωτεύονται. Όμως ο Χρήστος (Γιώργος Φούντας), ένας ψαράς του νησιού, ερωτευμένος με τη Μαρίνα, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να την κατακτήσει. Η Μαρίνα τον μισεί, επειδή αυτός ήταν η αιτία για το σκοτωμό της μοναδικής και αγαπημένης μεγαλύτερής της αδερφής. Ο Χρήστος, καταστρώνοντας ένα σχέδιο με τους φίλους του, βγάζει τον πείρο από την βάρκα, με αποτέλεσμα να βυθιστεί και να πνιγούν τρία παιδάκια, από τα πολλά που πήρε για βόλτα ο Παύλος _πηγαίνοντας να συναντήσει την αγαπημένη του.

Ύστερα από το ατύχημα, η Μαρίνα μαθαίνει ποιος ήταν ο υπαίτιος, απευθύνεται στον Χρήστο και τον αναγκάζει να παραδοθεί. Η ομολογία του θα απαλύνει τις τύψεις του Παύλου, αλλά η Μαρίνα _αν και τον αγαπάει τρελά, θα ζητήσει από τον Παύλο να φύγει από το νησί για να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Ο Παύλος θα συμφωνήσει _φαινομενικά, αλλά την επομένη το καράβι φεύγει χωρίς αυτό και ενώ η Μαρίνα ατενίζει με κενά μάτια το πέλαγος την πλησιάζει __τίτλοι τέλους (αφήνοντας υπονοούμενο πως θα ζήσει μαζί με τη Μαρίνα).
Με τη Μαρίνα που αρνείται πως η «αγάπη είναι χαρά», λέγοντας πως «όχι σ' αυτό το σπίτι, μας έχει ρημάξει η ντροπή, το μίσος, ο θάνατος», δεν χρειάζεται κανείς να αναρωτηθεί αν η Ελλάδα της εποχής βρίσκει στο «Κορίτσι με τα Μαύρα» την πιο υψηλή (ακόμη και στα όρια της απόλυτης υπερβολής) μελοδραματική φωνή της, στο πρόσωπο της σπαρακτικής (σε κάθε σπασμό του προσώπου της) Έλλης Λαμπέτη όλη τη θλίψη μιας τραγικής μοίρας και στην κάθε άλλο παρά ηρωική Ύδρα ίσως το πρώτο καλοκαίρι που θα μπορούσε να είναι ξέγνοιαστο... «όσο βαστάει ένας περίπατος».

Διανομή

·         Μαρίνα: Έλλη Λαμπέτη

·         Παύλος: Δημήτρης Χορν

·         Φρόσω: Ελένη Ζαφειρίου

·         Χρήστος: Γιώργος Φούντας

·         Αντώνης: Νότης Περγιάλης

·         Μήτσος: Ανέστης Βλάχος

·         Πανάγος: Στέφανος Στρατηγός

·         κυρ-Αριστείδης: Νίκος Φέρμας

·         χωροφύλακας: Θανάσης Βέγγος

Ο Μανώλης Κρανάκης γράφει στο Flix _πολύ εύστοχα για την Ύδρα: Η Ύδρα του Μιχάλη Κακογιάννη είναι ασπρόμαυρη, μελαγχολική, φτιαγμένη από ανομολόγητα μυστικά και μικρές ανθρώπινες ιστορίες, ένα «κορίτσι με τα μαύρα» από μόνη της, πανέμορφο, αγέρωχο, βαθιά πληγωμένο, παγιδευμένο μέσα σε ένα χωροχρόνο που ορίζεται από το ελληνικό φως για να «φωτίσει» τις σκιές μέσα από τις οποίες αναδύεται κάθε φορά πιο τραυματισμένη η επιθυμία για φυγή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μιχάλης Κακογιάννης φυλάει τις μοναδικές στιγμές ευτυχίας για την ηρωίδα του, όταν αυτή είναι εγκλωβισμένη μέσα στο περασμένης αίγλης αρχοντικό ξενοδοχείο, με τα παράθυρα κλειστά αλλά τα αυτιά ανοιχτά στη δυνατή βοή που έρχεται απ' έξω.

§  «Θεωρώ αναπόφευκτη μια ολική καταστροφή»: Μια άγνωστη συνέντευξη του Μιχάλη Κακογιάννη

§  Μιχάλης Κακογιάννης +
Μιχάλης Κακογιάννης 1955 Αρχείο ντοκιμαντέρ ΕΡΤ))

§  Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης 

Ο Μιχάλης Κακογιάννης γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1922 και σπούδασε νομικά και υποκριτική τέχνη στο Λονδίνο, όπου έμενε αποκλεισμένος από τον πόλεμο. Εργάστηκε στο BBC, εμφανίστηκε ως ηθοποιός στη "Σαλώμη" του Όσκαρ Γουάιλντ και, το 1951, στράφηκε οριστικά προς τη σκηνοθεσία. Η πρώτη ταινία που γύρισε στην Ελλάδα ήταν το υπέροχο "Κυριακάτικο ξύπνημα" και έπειτα ακολούθησε η αλησμόνητη "Στέλλα" που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Με την παρουσίαση της ταινίας του "Το κορίτσι με τα μαύρα" (1956), ο Κακογιάννης καθιερώθηκε διεθνώς ως ο πιο σημαντικός και ο πιο γνωστός Έλληνας σκηνοθέτης. Αργότερα, γύρισε το "Τελευταίο ψέμα", έργο που δείχνει τη στροφή που κάνει ο σκηνοθέτης προς τη σκληρή κριτική και την οδυνηρή ανατομία της ανώτερης αθηναϊκής κοινωνίας, που πασχίζει να κρύψει τα εσωτερικά της, τα μυστικά της, τις ενοχές της, την παρακμή της, πίσω από μια δήθεν αστραφτερή και ψεύτικη επιφάνεια.
Ο Κακογιάννης ασχολήθηκε και με τη θεατρική σκηνοθεσία, τόσο στην Αθήνα, "Μια γυναίκα χωρίς σημασία" του Γουάιλντ, "Γυάλινος κόσμος" του Τένεσι Γουίλιαμς στη Νέα Υόρκη, όσο με την "Ιφιγένεια" εν Αυλίδι και τις "Βάκχες" του Ευριπίδη στο Παρίσι, στο Δουβλίνο και το Σπολέτο.
Πέρα από τη σκηνοθεσία στον κινηματογράφο, σε εγχώριες αλλά και διεθνείς συμπαραγωγές, ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει επίσης σκηνοθετήσει πολλές θεατρικές παραστάσεις και παραστάσεις όπερας στην Ελλάδα, τις Η.Π.Α., τη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Έχει, επίσης, γράψει και έχουν εκδοθεί σενάρια και μεταφράσεις κινηματογραφικών και θεατρικών έργων, ενώ έχει γράψει και στίχους γνωστών ελληνικών τραγουδιών.
Αξιοσημείωτο είναι το ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους που γύρισε στην πατρίδα του, τη μαρτυρική Κύπρο σχετικά με τη βίαιη τουρκική εισβολή "Αττίλας '74". Με θάρρος και υπομονή, κατόρθωσε να αποτυπώσει όλα σχεδόν τα γεγονότα που οδήγησαν στην τραγωδία της Κύπρου. Με συνεντεύξεις από ανθρώπους όπως τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, το Νίκο Σαμψών και άλλους ηγετικούς και μη παράγοντες, όπως και από πλήθος αστέγων και βασανισμένων, εξιστόρησε σχεδόν από την αρχή τα πάθη του Ελληνοκυπριακού λαού, όπως και την τροπή που πήρε η τουρκική εισβολή μετά την επιβολή του πραξικοπήματος στο νησί και την εκδίωξη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από τα ηνία της Κυπριακής κυβέρνησης. Το ντοκιμαντέρ "Αττίλας '74" βραβεύθηκε στη Φλωρεντία ως το καλύτερο Ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για το έτος 1974.
Για την προσφορά και το έργο του, ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό. Έχει τιμηθεί με τον Ταξιάρχη του Χρυσού Φοίνικα (Ελλάδα), τον Ταξιάρχη των Γραμμάτων και Τεχνών (Γαλλία), τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Μακαρίου του Γ’ (Κύπρος) και το Ειδικό Μεγάλο Βραβείο της Αμερικής (Μόντρεαλ, αγγλικά: Special Grand Prix of the Americas). Έχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για την προσφορά του στο έθνος, από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το συνολικό έργο του, για έργο ζωής στα Ιεροσόλυμα, για έργο ζωής από το Αμερικανικό Ελληνικό Ινστιτούτο (American Hellenic Institute) στην Ουάσιγκτον και στο Κάιρο. Έχει ανακηρυχθεί Επίτιμος Δημότης στη Λεμεσό, στο Μονπελιέ (Γαλλία) και στο Ντάλας (Τέξας, Η.Π.Α.) και έχει αναγορευθεί Διδάκτωρ Τεχνών στο Κολέγιο Κολούμπια (Σικάγο, Η.Π.Α.), Επίτιμος Διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου καθώς και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Αναγνωρισμένος και βραβευμένος διεθνώς, ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει να επιδείξει ένα μοναδικό έργο στον Κινηματογράφο, το Θέατρο και την Όπερα. Από το 1950 έως το 2005 σκηνοθέτησε 15 ταινίες, 36 θεατρικά έργα και 7 όπερες στην Ελλάδα, τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη.
"Εγώ κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά κι εμπνέομαι είτε από έργα κλασικά που είναι σύντροφοι της ζωής μου ή από γεγονότα ζωντανά της επικαιρότητας. Δεν υπάρχει μία ενιαία γραφή _στο έργο μου, διότι εγώ προσπαθώ να μη σερβίρω τα έντερά μου στον κόσμο. Υπάρχουν σκηνοθέτες που έχουν μια μυωπική αντίληψη του κόσμου κι αυτήν σερβίρουν κατ' επανάληψη. Κάθε φορά που κάνω ταινία έχω ερέθισμα. Δεν κάνω ταινίες για να τις προσθέσω στο βιογραφικό μου. Αυτό νομίζω ότι βγαίνει σαφώς από την αρχή της καριέρας μου. Και με τη Στέλλα βγαίνει ο φεμινισμός και το Κορίτσι με τα μαύρα δείχνει την καταπίεση στην επαρχία, οι τραγωδίες πάλι είναι πάντα σύγχρονες. Όλες οι ταινίες που σκηνοθέτησα είχαν και έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Και βέβαια, επειδή σέβομαι τρομερά τους μεγάλους συγγραφείς, είναι τιμή μου να συνεργάζομαι μαζί τους. Και με τον Ευριπίδη συνεργάσθηκα και συχνά συνεργάζομαι με τον Σαίξπηρ, γιατί ανεβάζω έργα του στο θέατρο" __ Μιχάλης Κακογιάννης

Ο