Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικοδόμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικοδόμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Νοεμβρίου 2025

1η Δεκέμβρη 1960: η μέρα που οι οικοδόμοι 💥 έκαναν πέρα το φόβο και ξήλωναν τα πεζοδρόμια

Από τις 8 το πρωί οι απεργοί οικοδόμοι συρρέουν από όλους τους δρόμους προς το Εργατικό Κέντρο Αθηνών. Μέσα σε λίγη ώρα ολόκληρη η περιοχή από την πλατεία Κουμουνδούρου μέχρι την οδόν Ζήνωνος έχει κατακλυσθεί από απεργούς. Μια πραγματική ανθρωποθάλασσα που πάλλεται από ενθουσιασμό για την απόλυτη επιτυχία της απεργίας. Από τα μεγάφωνα του Εργατικού Κέντρου ανακοινώνεται ότι σ' ολόκληρη την Ελλάδα η απεργία εσημείωσε τεράστια επιτυχία και ότι σε όλα τα Εργατικά Κέντρα της χώρας πραγματοποιούνται την ίδια στιγμή μεγαλειώδεις πανοικοδομικές συγκεντρώσεις. Για την απεργία στην Αθήνα γίνεται γνωστό ότι όλα τα γιαπιά έχουν νεκρωθεί και ότι αστυνομικές δυνάμεις απεστάλησαν σ' όλες τις μεγάλες οικοδομές. Αγανάκτηση προκάλεσε στους συγκεντρωμένους η είδησις ότι η αστυνομία το πρωί διενήργησε συλλήψεις απεργών οι οποίοι κρατούνται σε διάφορα αστυνομικά τμήματα...»

1η Δεκέμβρη 1960. Είναι η μεγάλη απεργία των οικοδόμων που πέρασε στην Ιστορία σαν η μέρα που οι οικοδόμοι ξήλωσαν τα πεζοδρόμια! Είναι η εποχή που η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου επικαλούμενη «νοικοκύρεμα των ασφαλιστικών ταμείων» αυξάνει με το νόμο 4104/60 τα ένσημα για την κατώτερη σύνταξη από τα 2.050 στα 4.050. Για τους οικοδόμους αυτό σήμαινε ότι θα έβγαιναν στη σύνταξη στα 65, αν κατόρθωναν να μαζέψουν τα ένσημα. Καθώς η οργή στα γιαπιά βράζει, οι εργατοπατέρες της εποχής προσπαθούν να ησυχάσουν τα πνεύματα μιλώντας για διάλογο με την κυβέρνηση. Τα ταξικά σωματεία των οικοδόμων συγκροτούν τη Συντονιστική Επιτροπή που αφήνει στην άκρη την διοίκηση της Ομοσπονδίας και αρχίζουν έναν παρατεταμένο απεργιακό αγώνα, κορυφαία στιγμή του οποίου είναι η απεργία της 1ης Δεκέμβρη του 1960. Παραθέτουμε αποσπάσματα από το χρονικό της απεργίας, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του Αναστάση Γκίκα «Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (*).

Κείνη τη μέρα η αστυνομία βρίσκονταν από το πρωί σε πρωτοφανή κινητοποίηση. Σ' όλους τους δρόμους γύρω από το Εργατικό Κέντρο έχουν εγκατασταθεί μεγάλες ομάδες αστυφυλάκων εν στολή. Ομάδες επίσης αστυνομικών έχουν λάβει θέσεις μέχρι την Ομόνοια, ενώ αστυνομικά αυτοκίνητα πλήρη ανδρών σταθμεύουν σε διάφορα σημεία της περιοχής. Γενικά η συγκέντρωσις, πριν ακόμη αρχίσουν οι ομιλίες, ήταν ασφυκτικά πολιορκημένη από ζώνες αστυνομικών...

«Κατέβηκα στο ΕΚΑ κι οι Οικοδόμοι είχαν κιόλας γεμίσει τους γύρω δρόμους. Μέσα στα σωματεία πατείς με - πατώ σε. Αλλοι γράφονταν σαν καινούργια μέλη κι άλλοι πλήρωναν συνδρομές. Τα μεγάφωνα είχαν στηθεί στους γύρω δρόμους. Το μικρόφωνο βρισκόταν στο πρώτο πάτωμα του κτιρίου. Ο Λυκιαρδόπουλος (σ.σ. ο εργατοπατέρας πρόεδρος της τότε Ομοσπονδίας Οικοδόμων) βρισκόταν εκεί και κουβέντιαζε με στελέχη του ΕΚΑ... Γύρω - γύρω, τριγύριζαν αξιωματούχοι της Συνδικαλιστικής Ασφάλειας, με τους κατώτερούς τους. Ανήσυχοι όλοι αυτοί οι κύριοι, για τις χιλιάδες των Οικοδόμων που έρχονταν σαν ποτάμια απ' όλους τους δρόμους... Ο Λυκιαρδόπουλος θα μιλούσε από μέρους της Ομοσπονδίας, πρώτος. Μόλις πήρε το μικρόφωνο στο χέρι και φάνηκε στο παράθυρο, ακούστηκαν λίγα χειροκροτήματα. Οταν άρχισε να μιλάει περί υπουργού, περί υποσχέσεων αρμοδίων υπηρεσιών και "περί καλής θελήσεως", για τους σκληρούς αγώνες της Ομοσπονδίας, άρχισαν από κάτω να τον γιουχαΐζουν. Του φώναζαν "έμπα μέσα προδότη", "φύγε εργατοπατέρα", "να βγει η Συντονιστική να μας μιλήσει". Κρύος ιδρώτας τους έκοψε όλους.» (θυμάται ο Δ. Πατρέλης).

Μετά τις ομιλίες αντιπροσωπεία ξεκίνησε να πάει στο υπουργείο Εργασίας για να καταθέσει τα αιτήματα. «Την στιγμή ακριβώς αυτή οι αστυνομικοί που βρίσκονται στην οδό Κολωνού και Αγησιλάου βγάζουν ως εκ συνθήματος τα κλομπς και εφορμούν εναντίον της συγκεντρώσεως κτυπώντας ανηλεώς τους απεργούς. Επακολουθούν σκηνές πρωτοφανούς αγριότητος. Οι απεργοί πέφτουν αναίσθητοι από τα κτυπήματα των κλομπς, ποδοπατούνται από τους αστυνομικούς, ενώ άλλων απεργών τους στρίβουν τα χέρια, τους ακινητοποιούν και τους χτυπούν στο πρόσωπο, στο στομάχι, στην κοιλιά. Οι απεργοί υποχωρούν προς το κτίριο του Εργατικού Κέντρου, ενώ χάμω στον δρόμο σφαδάζουν τραυματίαι οικοδόμοι καταματωμένοι, με σπασμένα κεφάλια και σχισμένα πρόσωπα.

Η επίθεση και η αντεπίθεση

Η εντελώς απρόκλητη αυτή επίθεσις των αστυνομικών εναντίον ενός πλήθους που διαδήλωνε ειρηνικά την αγανάκτησή του για τον εμπαιγμό που υφίσταται, προκαλεί φοβερή οργή. Γυναίκες που από τα παράθυρα των γύρω σπιτιών παρακολουθούν τις σκηνές φωνάζουν: "Χειρότερα από τους Γερμανούς"! Ενώ η επίθεσις των αστυνομικών συνεχίζεται εναντίον των εργατών που κουβαλούν στους ώμους τους τραυματισμένους συναδέλφους τους, η μάζα των απεργών ανασυντάσσεται μπροστά στο Εργατικό Κέντρο και όταν οι αστυνομικοί επιτίθενται εκ νέου για να τους διαλύσουν οι οικοδόμοι αμύνονται απεγνωσμένα και προσπαθούν με τα σώματά των να συγκρατήσουν την επίθεση. Τα κτυπήματα με τα κλομπς δεν σταματούν ούτε στιγμή. Αστυνομικά αυτοκίνητα σφυρίζοντας δαιμονισμένα φθάνουν στον τόπο των επεισοδίων και αδειάζουν συνεχώς αστυνομικούς. Στην οδόν Πειραιώς, στο ύψος της πλατείας Ωδείου, καταφθάνουν μεγάλα στρατιωτικά αυτοκίνητα γεμάτα στρατό. Οι στρατιώτες κατέρχονται και προχωρούν με τα όπλα προταγμένα και σε σχηματισμό μάχης...

Σε μια στιγμή ακούγονται πυροβολισμοί από την πλευρά της οδού Πειραιώς και η κραυγή των υποχωρούντων απεργών "μας σκοτώνουν", "ρίχνουν στο ψαχνό". Η αγανάκτησις φθάνει στο αποκορύφωμά της. Οι οικοδόμοι αρπάζουν τα ξύλα που βρίσκουν μέσα σε μια αποθήκη της οδού Αγησίλαου, ξηλώνουν τις πλάκες των πεζοδρομίων και ετοιμάζονται να αμυνθούν ενεργητικά υπερασπιζόμενοι τη ζωή τους... Οι αστυνομικοί επιχειρούν νέα, βιαιότερη επίθεση. Αυτή την φορά οι δυνάμεις των αστυνομικών αποκρούονται από τους οικοδόμους. Πέφτουν οι πρώτες πέτρες και οι αστυνομικοί οπισθοχωρούν προσπαθώντας να καλυφθούν στις παρόδους της οδού Αγησιλάου η οποία καταλαμβάνεται και πάλι από τους απεργούς. Σε λίγο όμως και ενώ στο μεταξύ έχουν καταφθάσει ενισχύσεις η αστυνομία εκ νέου εφορμά.

Οι απεργοί καλυπτόμενοι πίσω από τα αυτοκίνητα Ι.Χ. που βρίσκονται στην οδό Αγησιλάου ρίχνουν πέτρες και τούβλα κατά των επιτιθέμενων. Οι αστυνομικοί φθάνουν μέχρι τα αυτοκίνητα αλλά είναι αδύνατον να προχωρήσουν. Τώρα αρπάζουν και αυτοί από χάμω πέτρες και τις ρίχνουν κατά των απεργών. Ενας φοβερός πετροπόλεμος αρχίζει. Ισχυρή αστυνομική δύναμις επιτίθεται από την οδό Βούλγαρη και κόβει τους απεργούς σε δύο τμήματα. Νέα μεγάλη μάχη αρχίζει. Οι αστυνομικοί απωθούν τους οικοδόμους κάτω από το Εργατικό Κέντρο. Στο μεταξύ από την πλευρά της οδού Κολοκυνθούς εκδηλώνεται άλλη επίθεσις των αστυνομικών οι οποίοι φορούν κράνη και αντιασφυξιογόνες προσωπίδες. Ενας αστυνόμος βγάζει το περίστροφό του και πυροβολεί. Ενας νέος εργάτης πέφτει αιμόφυρτος. Η επίθεσις των αστυνομικών συνεχίζεται και στις δύο πλευρές. Βροχή από πέτρες εξαπολύεται και από τις δύο πλευρές. Μεταξύ των απεργών και των αστυνομικών έχει τώρα δημιουργηθεί μια "νεκρή ζώνη". Στην οδό Κεραμικού αστυφύλακες σπάζουν και αυτοί πλάκες των πεζοδρομίων και εφοδιάζουν τους συναδέλφους τους.Σε μια στιγμή πλάι στα αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα ξεπηδά μια λουρίδα φωτιάς. "Δακρυγόνα'!... Η φωτιά από τα δακρυγόνα μεταδίδεται στη βενζίνη που έχει χυθεί από ένα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο το οποίο αναφλέγεται.

Οι υποχωρούντες απεργοί επιδιώκουν να φθάσουν στο κτίριο του ΕΚΑ. Στη "μάχη" που εξακολουθεί οι αστυνομικοί τρέπονται εις φυγήν αφήνοντας την οδό Αγησιλάου ελεύθερη. Ο δρόμος παρουσιάζει ένα άγριο θέαμα καθώς είναι καλυμμένος από πέτρες, φέιγ - βολάν, από αίματα και από καπέλα αστυφυλάκων και αστυνόμων που τα εγκατέλειψαν κατά την φυγήν των. Το πανδαιμόνιο που κάνουν οι σειρήνες των αστυνομικών αυτοκινήτων, των πυροσβεστικών αντλιών και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων που αρχίζουν να καταφθάνουν, οι κραυγές διαμαρτυρίας των απεργών, οι οιμωγές των τραυματισμένων δημιουργούν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα».

"Με αρτίαν οργάνωσιν, αναπτύξαντες πρωτοφανή μαχητικότητα, οι κομμουνισταί προκάλεσαν χθες αιματηράς ταραχάς εις Αθήνας " _
“Καθημερινή”, 2 Δεκεμβρίου 1960.

Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού βασιζόταν σε σημαντικό βαθμό και στην κατασκευή, ως συνέπεια της ανάγκης κάλυψης τεράστιων στεγαστικών αναγκών, τόσο των εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων της υπαίθρου, τα σπίτια των οποίων είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο, όσο και των εκατοντάδων χιλιάδων που συνέρρεαν από την ύπαιθρο στις πόλεις και ιδιαίτερα στο λεκανοπέδιο, προκειμένου να ξεφύγουν από την εξαθλίωση αλλά και από το κλίμα τρομοκρατίας που επέβαλε ο πανταχού παρών χωροφύλακας και τα ΤΕΑ. Λίγο πριν την περίοδο της αντιπαροχής, η αλματώδης ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας αποτελούσε ήδη εξαιρετικά επικερδή τοποθέτηση κεφαλαίων για την αναδυόμενη μεγαλοαστική (και μεσοαστική) τάξη, που είχε ανάγκη αναβάπτισης από τη μαύρη αγορά και το δωσιλογισμού της στα χρόνια της φασιστικής κατοχής, με κύριο πολιτικό εκφραστή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (λίγο πριν την "κοπανήσει " για Γαλλία).

Η οικοδομή, που απασχολούσε ~50.000 εργαζόμενους το 1950, το 1960 έφτασε ~150.000, ενώ ο αριθμός τους εκτοξεύτηκε στις 250.000 το 1970. Στον οικοδομικό κλάδο εντάσσονταν κάθε χρόνο χιλιάδες νεοφερμένοι από την επαρχία, κυρίως εργάτες και πρώην αγρότες νεαρής ηλικίας, πολλοί από τους οποίους έφερναν μαζί τους και τις μνήμες από τους σχετικά πρόσφατους, τότε, μεγάλους αγώνες του ΕΑΜικού κινήματος, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Παράλληλα, σε μια εποχή που η εξεύρεση δουλειάς ακόμη και στα περισσότερα εργοστάσια απαιτούσε προσκόμιση του διαβόητου "Πιστοποιητικού Κοινωνικών Φρονημάτων", ήταν πολλές εκατοντάδες οι παλιοί αγωνιστές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, που βγαίνοντας από τις φυλακές και τις εξορίες εργάζονταν στην οικοδομή.

Το συνδικαλιστικό κίνημα των οικοδόμων, παραδοσιακά συνδεδεμένο, ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, με το ΚΚΕ, είχε αναδείξει αριστερές διοικήσεις στις οργανώσεις του σε ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμη και από την περίοδο της Κατοχής και μέχρι το 1946. Με την έναρξη του Εμφυλίου, οι εκλεγμένες διοικήσεις καθαιρέθηκαν, δεκάδες σωματεία διαλύθηκαν, εκατοντάδες οικοδόμοι συνδικαλιστές φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν και δεκάδες απ’ αυτούς εκτελέστηκαν. Στις διοικήσεις όσων σωματείων απέμειναν, καθώς και των νέων που ιδρύθηκαν, ως σωματεία-σφραγίδες (χωρίς πραγματική υπόσταση), τοποθετήθηκαν με δικαστικές αποφάσεις ή και με αμφισβητούμενης νομιμότητας "αρχαιρεσίες", εγκάθετοι καθεστωτικοί "συνδικαλιστές ", οι περισσότεροι από τους οποίους μετέτρεψαν τη θέση τους σε αντικομμουνισμό και χαφιεδισμό ως _μεταξύ άλλων προσοδοφόρο επάγγελμα. Κορυφαία μορφή αυτού του "εργατοπατερικού συνδικαλισμού" αναδείχτηκε ο Κωνσταντίνος Λυκιαρδόπουλος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, η ένταξη στην οποία απαιτούσε από κάθε σωματείο την υπογραφή δήλωσης αποκήρυξης του κομμουνισμού. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έγιναν οι πρώτες προσπάθειες ανασυγκρότησης του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, με την ίδρυση σωματείων εκτός Ομοσπονδίας, κυρίως από κομμουνιστές που επέστρεφαν από τις φυλακές και τις εξορίες. Το 1957 τα σωματεία αυτά συγκρότησαν στην Αθήνα και τον Πειραιά, αλλά και στη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, Συντονιστικές Επιτροπές, τόσο για τη διεξαγωγή διεκδικητικών αγώνων όσο και για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την ένταξή τους στην Ομοσπονδία. Ιδιαίτερη ώθηση στην αγωνιστική διάθεση των οικοδόμων έδωσε η μεγάλη εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ, που αναδείχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση με το 24,4% το 1958. Οι διαδικασίες ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος εντάθηκαν τα αμέσως επόμενα χρόνια, ενώ κλιμακώθηκε από την άλλη πλευρά και η κρατική καταστολή και οι διώξεις κατά των πρωτοπόρων αγωνιστών του κλάδου.

Στα τέλη του 1960 η κυβέρνηση Καραμανλή έφερε για ψήφιση στη Βουλή τον νόμο 4104, με τον οποίο επιχειρούνταν η "αναμόρφωση " του συστήματος των κοινωνικών ασφαλίσεων, που απέβλεπε, στην πραγματικότητα, στην αφαίρεση κατακτήσεων των εργαζομένων, σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης ακόμη πιο ευνοϊκών όρων για την καπιταλιστική κερδοφορία. Ανάμεσα σ’ αυτά που πρόβλεπε ο νόμος ήταν και η αύξηση των ενσήμων που απαιτούνταν για τη σύνταξη των οικοδόμων, από τα 2.500 στα 4.050 ένσημα και ο καθορισμός της συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια. Καθώς το ΙΚΑ δεν λειτουργούσε ακόμη και κατά τη δεκαετία του ’50 σε όλη την Ελλάδα, ενώ ακόμη και σε περιοχές όπου λειτουργούσε (κυρίως στις μεγάλες πόλεις) μεγάλος αριθμός ενσήμων δεν επικολλούνταν (τα περίφημα "υπέρ αγνώστων "), ήταν ευνόητο ότι ελάχιστοι οικοδόμοι θα μπορούσαν να συμπληρώσουν τα 4.050 ένσημα που απαιτούνταν για σύνταξη. Ταυτόχρονα, οι σκληρές συνθήκες εργασίας στην οικοδομή, σε μια εποχή που η εκμηχάνιση των οικοδομικών εργασιών βρισκόταν στα σπάργανα, καθιστούσαν απαγορευτική την απασχόληση για όσους ξεπερνούσαν κάποια ηλικία, πόσο μάλλον όταν πλησίαζαν τα 65 χρόνια. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση προκάλεσαν την αντίδραση του κλάδου, που εκφράστηκε με την άσκηση πίεσης από τις Συντονιστικές Επιτροπές προς την Ομοσπονδία για κήρυξη απεργίας. Η αντίδραση ήταν τέτοιας έκτασης ώστε, πράγματι, η εργατοπατερική Ομοσπονδία του Λυκιαρδόπουλου προκήρυξε απεργία για την 1η Δεκεμβρίου.
Τη μέρα εκείνη τα γιαπιά νέκρωσαν και 15.000+ οικοδόμοι συγκεντρώθηκαν έξω από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας. Όταν ο Λυκιαρδόπουλος θέλησε να μιλήσει στους συγκεντρωμένους, εκθειάζοντας την κυβέρνηση και εκφράζοντας την πεποίθησή του πως τα μέτρα που αφορούν στον οικοδομικό κλάδο θα τα αποσύρει ο "φιλεργάτης υπουργός ", αντιμετώπισε την οργή του πλήθους, που με επικεφαλής τους συνδικαλιστές της Συντονιστικής Επιτροπής ξεκίνησε πορεία προς το Υπουργείο Εργασίας. Πριν ακόμη αρχίσει η πορεία, χιλιάδες αστυνομικοί, ενισχυμένοι με το μηχανοκίνητο της Αστυνομίας Πόλεων (μετεξέλιξη των διαβόητων "μπουραντάδων " της Κατοχής), εξαπέλυσαν άγρια επίθεση, κάνοντας και χρήση δακρυγόνων. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνταν χημικά για τη διάλυση λαϊκής κινητοποίησης στην Ελλάδα. Εντούτοις, οι δυνάμεις καταστολής βρέθηκαν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι τότε, οι οικοδόμοι όχι μόνο δεν διαλύθηκαν, αλλά πέρασαν και σε αντεπίθεση, στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες, καδρόνια, τούβλα από παρακείμενα γιαπιά, ακόμη και σπασμένες πλάκες από τα πεζοδρόμια, κατά των αστυνομικών, υποχρεώνοντάς τους σε αλλεπάλληλες υποχωρήσεις. Οι μάχες σταμάτησαν μετά από πολλές ώρες και ο απολογισμός ήταν 120 τραυματίες (οι τρεις από σφαίρες αστυνομικών) και 173 προσαγωγές (139 οικοδόμοι και οι υπόλοιποι αλληλέγγυοι, κυρίως νέοι). 22 από τους προσαχθέντες παραπέμφθηκαν σε δίκη.
Η βιαιότητα των συγκρούσεων και το ξάφνιασμα από την ηρωική αντίσταση των οικοδόμων στις αστυνομικές επιθέσεις, προκάλεσαν ταραχή στον αστικό πολιτικό κόσμο. Ο υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Καραμανλή, ο διαβόητος Αριστείδης Δημητράτος (που κατείχε την ίδια θέση και στη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά), μίλησε για ταραχές που "κατευθύνονται από γνωστά κομμουνιστικά στοιχεία ", ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος θυμήθηκε τα Δεκεμβριανά του 1944: "Το δράμα ", είπε στη Βουλή, "βαρύνει εκείνους οι οποίοι και προ δεκαέξι ακριβώς ετών αιματοκύλισαν την πόλιν των Αθηνών ". Με απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής, την οποία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί και η Ομοσπονδία, πραγματοποιήθηκε απεργία διαμαρτυρίας και την επόμενη μέρα. Ως εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους οικοδόμους, απήργησαν επίσης και μια σειρά άλλοι κλάδοι στην Αθήνα και τον Πειραιά, όπως οι μηχανουργοί, οι υποδηματεργάτες, οι λογιστές, οι τυπογράφοι, οι εργαζόμενοι στο Φωταέριο, οι οδηγοί και εισπράκτορες στα λεωφορεία κ.λπ.

Στην απεργιακή συγκέντρωση συμμετείχαν αυτή τη φορά τριπλάσιοι οικοδόμοι, περίπου 45.000, και δεν έλειψαν και πάλι οι συγκρούσεις με την αστυνομία, αν και σε περιορισμένη έκταση. Με τη μεγάλη απεργία της 1ης Δεκεμβρίου 1960 σηματοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, που έφερε στα 1964-65 την Ελλάδα στην πρώτη θέση, παγκοσμίως, από την άποψη της απεργιακής δραστηριότητας.  Μόνο το κατέβασμα των τεθωρακισμένων και η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, το 1967, μπόρεσε να ανακόψει αυτό το κίνημα. Το οποίο, εντούτοις, άφησε μια μεγάλη ιστορική παρακαταθήκη, πηγή έμπνευσης για τους μετέπειτα κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες του λαού μας.

Μία από τα ίδια
-οι αστοί δεν αλλάζουν
Ρίζος _15 χρόνια μετά
23-7-1975

           Ψάχνανε και τότε υποκινητές

Στο κτίριο του ΕΚΑ καταφτάνει ο Ρακιτζής, αστυνομικός διευθυντής Αθηνών που δίνει «λόγο τιμής» ότι δεν θα γίνουν συλλήψεις. Μόλις, όμως, άρχισαν να βγαίνουν οι διαδηλωτές άρχισαν και οι συλλήψεις. Ο απολογισμός της κατασταλτικής μανίας του αστικού κράτους: 173 συλλήψεις και 66 τραυματίες (3 από σφαίρες).

Σε ένα κρεσέντο αντικομμουνισμού το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου, μαζί τους και οι εργατοπατέρες, ρίχνουν την ευθύνη για τα γεγονότα στους κομμουνιστές. Ο υπουργός Εργασίας Α. Δημητράτος μιλά για απεργούς «οι οποίοι κατευθύνονται από γνωστά κομμουνιστικά στοιχεία» και απειλεί πως «δεν θα ανεχθεί "έκνομους ενέργειας" και "κομμουνιστικήν δράσιν" στα συνδικάτα». Την επομένη 2 Δεκέμβρη, 45.000 οικοδόμοι δίνουν απάντηση με νέα απεργία και διαδήλωση που χτυπιέται επίσης από τον στρατό και την αστυνομία. Στο πλευρό τους τάχθηκαν με ψηφίσματα και απεργίες αλληλεγγύης δεκάδες οργανώσεις: Τυπογράφοι, Μηχανουργοί, Υποδερματεργάτες και Λογιστές της Αθήνας, οι εργαζόμενοι στο Φωταέριο και την Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς, οι Οδηγοί και Εισπράκτορες Λεωφορείων, οι Λογιστές, Μηχανουργοί, Νοσηλευτές, Αρτεργάτες και Υαλουργοί του Πειραιά, κ.ά.

Η σημασία της απεργίας, όχι μόνο για τους οικοδόμους, αλλά και για την εργατική τάξη της χώρας μας συνολικότερα, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. «Ο πρώτος ιστορικός σταθμός για την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και του δημοκρατικού κινήματος στη χώρα μας», αναφέρει στη μαρτυρία του ο παλαίμαχος οικοδόμος Β. Κατσαρός, «είναι το 1960, όταν οι οικοδόμοι πλέον ξέσπασαν, έβγαλαν τελείως κάθε φόβο από πάνω τους και έφτασαν στο σημείο πλέον να κάνουνε ολόκληρη, όχι μόνο την ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη, να κοιτάει στο πρόσωπό τους μπροστά σ' αυτήν την τεράστια κίνηση που κάνανε». «Ηττήθησαν για πρώτη φορά οι δυνάμεις του κράτους από το εγχώριο προλεταριάτο», σημειώνει από τη μεριά του ο Θ. Σταυρόπουλος (συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη των οικοδόμων). «Ηταν μεγίστης σημασίας αυτό το γεγονός. Διότι πριν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1960 όλα τα "'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά", από την άποψη της πολιτικής τρομοκρατίας». «Οι οικοδόμοι», έγραφε ο «Νέος Κόσμος», «έσπασαν τη φοβία που επικρατούσε και έγιναν το αγωνιστικό παράδειγμα για όλους τους άλλους κλάδους, αναδείχθηκαν στην πρωτοπορία των κλαδικών αγώνων».

(*)
Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα

Το παρόν έργο αποτελεί μια σύνοψη της πείρας του κινήματος των οικοδόμων, όπως αυτή συσσωρεύτηκε μέσα από δεκαετίες αγώνων. Το βιβλίο διατρέχει όλους τους σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του κλάδου: από τα πρώτα βήματα της ταξικής αφύπνισης και συνδικαλιστικής οργάνωσης, στους σκληρούς αγώνες του Μεσοπολέμου, τη συμβολή των οικοδόμων στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, τις προκλήσεις της δεκαετίας του 1950 και την ανάπτυξη του κινήματος στη δεκαετία του 1960, έως την αντιδικτατορική πάλη και τη νίκη των ταξικών δυνάμεων επί του κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού το 1976-1977.

Πρόκειται για μια πείρα, η οποία αποτελεί χρήσιμο, αν όχι απαραίτητο, εργαλείο για κάθε εργάτη - οικοδόμο και μη - για κάθε έναν που θέλει να διερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η ταξική πάλη, η διαπάλη με τον κυβερνητικό - εργοδοτικό συνδικαλισμό, αλλά και τις δυνάμεις του συμβιβασμού, της ταξικής συνεργασίας στο εργατικό κίνημα. Ταυτόχρονα αποτελεί ένα φόρο τιμής στους χιλιάδες αγωνιστές του κλάδου, που με την ακούραστη και ανιδιοτελή δράση τους πάλεψαν σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για να ξημερώσει ένα καλύτερο αύριο, όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και την εργατική τάξη της χώρας μας συνολικότερα.

Σε μια περίοδο, όπου οι κατακτήσεις δεκαετιών δέχονται λυσσαλέα επίθεση, ποδοπατιούνται και ξηλώνονται μία-μία, η μελέτη της πείρας του κινήματος, δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Γιατί, αν υπάρχει ένα διαχρονικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή είναι πράγματι πως "τίποτα δε χαρίζεται, όλα κατακτιούνται". Το Βιβλίο κυκλοφορεί από τη "Σύγχρονη Εποχή".