21 Μαρτίου 2025

Nâzim Hikmet_ 11 ποιήματα +1 αυτόγραφο

    Nâzim Hikmet Ναζμ Χικμέτ (1902-1963)

Ο Ναζίμ Χικμέτ Ραν — μόλις σε ηλικία 17 ετών έγραψε σε ένα από τα πρώτα του ποιήματα: "Tek din, tek kanun, tek hak: İşçinin hakkı" «Μία θρησκεία, ένας νόμος, ένα δικαίωμα: Το δίκιο του εργάτη»
Πέτρογκραντ  1917
_απόσπασμα
..."Πάνου στο χιόνι, η νύχτα.
     Πάνου στο χιόνι, οι άνεμοι κι αυτοί...
.....Βαδίζουνε προς τα Χειμερινά Ανάκτορα.
....από δω και πέρα τα Χειμερινά Ανάκτορα
κι ολάκερη η Ρουσία είναι περιουσία
του εργάτη και του αγρότη...
...Ο Μπολσεβικος Κίτωφ λέει:
-Σύντροφοι, η ιστορία,
οι τάξεις δηλαδής των εργατών και χωρικών,
ο κόκκινος φαντάρος, δηλαδής,
του λόγου μας δηλαδής,
ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΤΗ ΔΑΔΑ.
Κι ευτύς το σίδερο, και ο κάρβουνο κι η ζάχαρη,
το κόκκινο μπακίρι, και τα υφαντά,
κι ο έρωτας, και η ορμή, και η ζωή,
κι όλοι οι κλάδοι της Βιομηχανίας...
....κι οι πολιτείες όλες,
είχαν αλλάξει μονομιάς την τύχη τους
μέσα σε μια στιγμή της Χαραυγής,
όταν, χιμώντας από τις όχτες της νύχτας,
με τις αρβύλες τους γιοματες χιόνι
πατήσανε τις μαρμαρένιες σκάλες "
Ένα χρέος που εκείνοι έκαναν και τώρα ... περιμένει να δικαιωθεί για να μην σκοτώνονται οι άνθρωποι, για να μην πεθαίνουν από πείνα μέσα στην ορφάνια και την προσφυγιά τα παιδιά _
Μετάφραση: Γιάννη Ρίτσου
                                  Αὐτόγραφο

Φίλοι κι δέλφια τς ψυχς μου. σες πο πέσατε στς φυλακς κα στ νησι τς κόλασης, πο σς κρατν λυσωμένους μς στ στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατ πολεμτε γι τν νεξαρτησία, τ ψωμ κα τ λευτερι το λληνικο λαο, δεχτετε τν γάπη κα τν θαυμασμό μου.
Ο
λαο τς Τουρκίας κα τς λλάδας χουνε τος διους θανάσιμα μισητος χθρούς: τν γγλοαμερικάνικο μπεριαλισμ κα τος ντόπιους λακέδες του.

Ο λαο τς Τουρκίας κα τς λλάδας, φιλιωμένοι νας με τν λλο, μ τ βοήθεια τν φιλειρηνικν λαν λου το κόσμου, θ τσακίσουνε στ τέλος ατος τος χθρούς τους. Ατ τ πιστεύω. δικός σας νδοξος γώνας εναι μία π τς πι λαμπρς ποδείξεις τι θ νικήσει πόθεση τς ερήνης, το ψωμιο κα τς λευτερις.
                                            ________________

Και βέβαια τα μαλλιά σου είναι κόκκινα και τα μάτια σου
άλλοτε πράσινα

και άλλοτε στο χρώμα του μελιού.
        Και τα χέρια σου, το μαθαίνεις τώρα, είναι υπέροχα.

Αγαπημένη μου, έχουμε όμως αποφασίσει

να μη μιλήσουμε για μας, αυτή τη χρονιά το 1941. Υπάρχουν οι άνθρωποι,
        η χώρα μας,

η πείνα και ο θάνατος, ο χωρισμός,

η ελπίδα και η νίκη

και ανάμεσά τους και μαζί με τη χώρα μας, δεμένοι μ’ αυτούς,

εμείς οι δυο τη στιγμή αυτή με το χωρισμό μας και την αγάπη μας.
                        ________________

·       Γι τ ζωή

·       Γι τ ζωή 2

·       Τ τραγούδια τν νθρώπων

·       Στος δεκαπέντε συντρόφους

·       Κλαίουσα τιά

·       Γι τ τραγούδια μου

·       χώρα ατ εναι δική μας

·       Ατ εναι λο

·       Δ μς φήνουν ν τραγουδμε

·       νθρωπος μ τ γαρύφαλο

·       Μονάκριβή μου

"Οι ρομαντικοί" _Όμορφη που ’ναι η ζωή!… είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα που ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατό του. Ακολουθούν αποσπάσματα από την έκδοση του Θεμέλιου (1976 Μετάφραση Κώστας Κοτζιάς).
(…)
Έχω καλεσμένους. Ήρθανε απ’ τις πιο απόμακρες στιγμές της ζωής μου. Ο Αχμέτ χαμογέλασε: «Πόσο έχω ζήσει για να μπορώ να πω: τις πιο απόμακρες στιγμές της ζωής μου;» αναρωτήθηκε. «Ακόμα δεν έζησα ούτε ένα ψίχουλο χρόνου». Σήμερα, ακόμα δε συλλογίστηκε ότι μπορούσε να πεθάνει σκοτωμένος από μια σφαίρα του πιστολιού τού Ισμαήλ, από τις σφαίρες μου, το δικό μου πιστόλι, που εκείνος όμως θα τραβήξει τη σκανδάλη… Αννούσκα, γλυκιά μου, τι κάνεις άραγε τούτη τη στιγμή; Τι κάνεις άραγε τούτη τη στιγμή που εγώ σε ρωτάω: «Τι κάνεις, γλυκιά μου;». Ξαφνικά, ξανακούω το θόρυβο του μοτέρ παφ-παφ-παφ! Τον είχα ξεχάσει τόση ώρα. Όταν ακούς συνέχεια τον ίδιο θόρυβο, παύεις να τον ακούς ή μάλλον τον ξεχνάς. Χάρηκα που τον άκουσα πάλι, όπως χαίρεται κανείς όταν συναντήσει έναν παλιό γνωστό του. Τον ακούω κάμποση ώρα. Ύστερα, πάλι τον ξεχνάω.
__    Τα κίτρινα μάτια τού Κερίμ, τα μαύρα πυκνά φρύδια του κι ύστερα ο ίδιος ο Κερίμ…
Βρισκόμαστε στην Ισταμπούλ στη γέφυρα τού Γαλατά. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Θα βρέξει. Έχουμε έρθει απ’ τη Μόσχα. Πουλάμε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Σφυρί και Δρεπάνι». Λογαριάζαμε να την πουλήσουμε σε χωριστά σημεία, εγώ στη γέφυρα κι ο Κερίμ στου Κασίμπασα κοντά στις δεξαμενές των ναυπηγείων. Όταν όμως φτάσαμε στη γέφυρα, εγώ για να πουλήσω την εφημερίδα κι ο Κερίμ να πάρει, το βαποράκι για του Κασίμπασα, του ζήτησα να μείνει μαζί μου.
    – Γιατί; Φοβάσαι;
    – Να φοβηθώ; Τι να φοβηθώ; Όχι. Μα έχω την εντύπωση πως μου είναι αδύνατο να φωνάξω: Μόλις κυκλοφόρησε… εδώ το "Σφυρί και Δρεπάνι!"
    – Ντρέπεσαι;
    – Ναι, λιγάκι… Δεν έχω ξαναπουλήσει ποτέ μου τίποτα… στο δρόμο…
    – Σάμπως εγώ;
       Θαρρείς πως στην οικογένειά μου εμείς είμαστε μικροπωλητές απ’ τα παππούδικά μου;
    – Μη θυμώνεις… Να, δεν ξέρω πώς να φωνάξω, αν η φωνή μου θ’ ακουστεί…
    – Φίλε μου είσαι αριστοκράτης, είσαι γιός πασά…
    Ο Κερίμ τράβηξε ένα φύλλο απ’ το δέμα, το ανεμίζει, φωνάζει:
    – Εδώ το «Σφυρί και Δρεπάνι». Τελευταία νέα!
    Ο κόσμος που περνάει ούτε γυρίζει να μας δει. Αρχίζει να ψιχαλίζει.
    – Εδώ το «Σφυρί και Δρεπάνι». Μόλις κυκλοφόρησε!
Βγάζω κι εγώ ένα φύλλο απ’ το δέμα. Ο Κερίμ χώνει την εφημερίδα που κρατάει στα μούτρα των περαστικών που βιάζονται να γλιτώσουν τη βροχή.
    – «Σφυρί και Δρεπάνι»! «Σφυρί και Δρεπάνι»!
Ο κόσμος δε δείχνει κανένα ενδιαφέρον. Εκτός από μερικούς που κοιτάζουν με περιέργεια το ντύσιμο τού Κερίμ που δεν μοιάζει με εφημεριδοπώλη. Ίσως γι’ αυτό και δεν τον βρίζουνε. «Όχι φχαριστώ…» τού λένε και απομακρύνονται.
    – Τής μάνας τους το πρ…! Τι διάβολο, μόνο καθήκια περνάνε από τούτη τη γέφυρα; Ούτε ένα φύλλο να μην πουλήσουμε; Θα δεις όμως, στου Κασίμπασα θα πουλιέται σαν ψωμάκι…
Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στον υπότιτλο της εφημερίδας. «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Αρχίζω να σκούζω σα να με σφάζουνε, αφού κι ο ίδιος τα χάνω με το σκούξιμό μου:
    – Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε! Προλετάριοι όλων των χωρών… Το Σφυρί και το Δρεπάνι!…
    – Σκούζω σα να φωνάζω βοήθεια – Ενωθείτε! Το Σφυρί και το Δρεπάνι.
    – Για δώσε μου μία… Να δούμε πώς θα ενωθούνε αυτοί οι προλετάριοι…
    Λίγο ακόμα και θ’ αγκάλιαζα απ’ τη χαρά μου αυτόν τον μεσόκοπο ευπαρουσίαστο κύριο που μού ζήτησε ν’ αγοράσει εφημερίδα. Του απλώνω ένα φύλλο. «Να, πάρε παιδί μου». Τότε μόνο πρόσεξα πως μου έδινε λεφτά. Χαμογελάει.
    – Όταν ήμουνα νέος, στο Παρίσι, θυμάμαι τούς σοσιαλιστές που πουλούσανε έτσι, μόνοι τους, την εφημερίδα τους, μού λέει.
Εκείνη τη μέρα, στη γέφυρα τού Γαλατά, πούλησα σαρανταπέντε φύλλα «Σφυρί και Δρεπάνι». Στου Κασίμπασα, ο Κερίμ, πούλησε διακόσια εικοσιπέντε…

Προχωράμε αργά αργά προς την Κόκκινη Πλατεία. Ολόγυρά μας το πλήθος με σημαίες, λάβαρα, προσωπογραφίες, τραγούδια. Η ομάδα μας τραγουδάει τούρκικα το «Εμβατήριο της Πρωτομαγιάς». Πρωτομαγιά, Πρωτομαγιά!… Να, κι η Αννούσκα που έρχεται μαζί μας. Της έχουμε μάθει το εμβατήριο, το τραγουδάει κι εκείνη τούρκικα. Της κρατάω το χέρι. «Φοβάσαι μην την χάσεις;» μού κάνει ο Κερίμ. «Δεν ξέρω, μα πάντα τρέμω μην τη χάσω ξαφνικά, τρέμω μήπως ξαφνικά μεταβληθεί σε σύννεφο…» – «Μιλάς σοβαρά ή αστειεύεσαι;» – «Σοβαρά!»

– "Νόμιζα πως μόνο στα μυθιστορήματα οι άνθρωποι σκέφτονται τέτοια πράματα…". Τώρα προχωράμε πιο σιγά, σταματήσαμε.. Πίσω μας έρχονται οι Καυκάσιοι. Αμέσως σχηματίζουν ένα ημικύκλιο, ένας βγαίνει στη μέση κι αρχίζει να χορεύει. Είναι ένα παλικάρι απ’ το Νταγκεστάν, το πιο όμορφο παλικάρι τού πανεπιστήμιου. Χορεύει. Η Αννούσκα αφήνει το χέρι μου και προχωράει λίγο να τον δει. Την ακολουθώ. Στην αρχή, το παλικάρι υποκρίνεται με μιμικές κινήσεις μια μουσουλμανική προσευχή. Ξαφνικά η μελωδία αλλάζει. Ο χορευτής πηδάει, τραβάει το μαχαίρι του κι αρχίζει να στριφογυρίζει σα σβούρα. Είναι σβέλτος σαν αστραπή. Εγώ όμως μπούχτισα πιά να βλέπω συνέχεια αυτό το χορό τους. Εκτιμάω πάρα πολύ όλους τους Καυκάσιους, και τού Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας και της Γεωργίας και τού Νταγκεστάν, μα δεν αφήνουν ευκαιρία που να μη χορέψουνε αυτό το χορό, με προσευχή ή χωρίς προσευχή στην αρχή ή με μικρές παραλλαγές.

(…)
Ξεκινήσαμε πάλι. Στους πλαϊνούς δρόμους περιμένουν ολόκληρες φάλαγγες. «Να οι αρτοποιοί μας», φωνάζει ο Κερίμ. Σ’ ένα δρόμο αριστερά αντικρίζω τα παλικάρια μας της Μαύρης Θάλασσας με τις μαύρες κολλητές βράκες και τις κόκκινες σημαίες, άλλες με μισοφέγγαρα κι άλλες χωρίς. Τα πρωτομαγιάτικα συνθήματά τους είναι γραμμένα στα τούρκικα. Οι Λαζοί φουρνάρηδες έχουν ιδρύσει στη Μόσχα κάμποσα αρτέλ, δηλαδή συντεχνίες. Οι Κινέζοι πάλι ασχολούνται με το πλύσιμο και το σιδέρωμα των ρούχων. Οι Κινέζοι κι οι Τούρκοι διατηρούνε την εθνικότητά τους, παίρνουνε όμως μέρος στις εκλογές των Σοβιέτ. Μπορούνε επίσης να είναι υποψήφιοι, να μπούνε στα συνδικάτα ή να γίνουν μέλη τού μπολσεβίκικου κόμματος. Εγώ, παραδείγματος χάρη, είμαι υπήκοος Τούρκος μα αν έβαζα υποψηφιότητα και με ψηφίζανε θα μπορούσα να γίνω και πρόεδρος τού Ανώτατου Σοβιέτ. Ω! πόσο όμορφα αισθάνεσαι να νιώθεις πως υπάρχει μια απέραντη χώρα στον κόσμο όπου κανείς δε σε ρωτάει ούτε ποια είναι η θρησκεία σου ούτε ποια η υπηκοότητά σου. Σε ρωτάνε μονάχα… «Μήπως έζησες εκμεταλλευόμενος τους άλλους; Μήπως ήσουνα παπάς ή χότζας; Μήπως δούλεψες ποτέ στην καπιταλιστική αστυνομία;» Αν απαντήσεις: «Όχι», υπηκοότητα και τα ρέστα δεν ενδιαφέρουν κανένα, γίνεσαι πολίτης αυτής της απέραντης χώρας σα να είχες γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Τι θαύμα που είναι, Αννούσκα, τι θαύμα! Φτάνεις σε μια ξένη χώρα. Δεν ξέρεις ούτε τη γλώσσα ούτε τα έθιμα ούτε τίποτα κι όμως δεν αισθάνεσαι ξένος… Τι θλιβερό που θάναι, αλήθεια, να νιώθεις ξένος κάπου!… Εγώ ευτυχώς δεν τόνιωσα, μα στο γιαλί του παππού μου είχαμε έναν κηπουρό Αλβανό που ζούσε χρόνια στην Ισταμπούλ. Όλο έλεγε και ξανάλεγε: «Όμορφος είναι ο τόπος σας, ο θεός να τον έχει πάντα καλά, μα για μένα εδώ είναι ξενιτιά και τρέμω μην τύχει και πεθάνω χωρίς να ξαναδώ τον τόπο μου».

Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος. Μπροστά μας ανακατωθήκανε οι γραμμές. Στο σημείο ακριβώς που βρίσκονται οι Γιαπωνέζοι. Βουή, φωνές, γιαπωνέζικα. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι τρέχει, οι Γιαπωνέζοι ξαναμπήκανε στη γραμμή. Διακρίνουμε μερικούς αστυνομικούς που κουβαλάνε κάποιον μαζί τους. Οι Γιαπωνέζοι αναγνωρίσανε ένα μούτρο της μυστικής αστυνομίας της πατρίδας τους που τούς φωτογράφιζε κρυφά. Οι περσότεροι έχουν έρθει παράνομα στη Μόσχα. Γι’ αυτό ορμήσανε απάνω σ’ εκείνο το μούτρο. Πρώτα πρώτα του κάνανε κομματάκια τη φωτογραφική μηχανή του. Μού φαίνεται πως τον συγυρίσανε καλά και τον ίδιον. Όταν τον άφησαν απ’ τα χέρια τους ίσως τα μούτρα του να είχαν γίνει… Ρωτήσαμε τον Πετροσιάν και μας είπε πως απλώς του τις βρέξανε λίγο, μα το είπε μ’ ένα περίεργο χαμόγελο στα μάτια. Συνεχίστηκε η παρέλαση προς την Κόκκινη Πλατεία. Δίπλα μας προχωρούσανε επίσης εργάτες κι εργάτριες της Μόσχας, υπάλληλοι με τα παιδιά τους στους ώμους, με σημαίες, λάβαρα, συνθήματα. Αυτοί το 1917 μετατρέψανε τη λευκή Μόσχα των τσάρων στην κόκκινη Μόσχα του σήμερα. Κρατάω το χέρι της Αννούσκας.
(…)

Γι τ ζωή

(πόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
ζω δν εναι παξε-γέλασε
Πρέπει ν
τήνε πάρεις σοβαρά,
πως, ν πομε, κάνει σκίουρος,
Δίχως
π᾿ ξω π πέρα ν προσμένεις τίποτα.
Δ
θά χεις λλο πάρεξ μονάχα ν ζες.
Τ
ς πι μορφες μέρες μας δν τς ζήσαμε κόμα
Κι
χ ,τι πι μορφο θά θελα ν σο π
Δ
στό πα κόμα.

Γιὰ τὴ ζωή

ζω δν εναι παξε-γέλασε

Πρέπει ν τήνε πάρεις σοβαρά,

πως, ν πομε, κάνει σκίουρος,

Δίχως π᾿ ξω π πέρα ν προσμένεις τίποτα.

Δ θά χεις λλο πάρεξ μονάχα ν ζες.

  ζω δν εναι παξε-γέλασε
Πρέπει ν
τήνε πάρεις σοβαρ
Τόσο μ τόσο σοβαρ
Πο τσι, ν πομε, κουμπισμένος σ᾿ ναν τοχο
μ
τ χέρια σου δεμένα

μέσα στ᾿ ργαστήρι

Μ λευκ μπλούζα κα μεγάλα ματογυάλια

Θ ν πεθάνεις, γι ν ζήσουνε ο νθρωποι,

Ο νθρωποι πο ποτ δ θά χεις δε τ πρόσωπό τους

κα θ πεθάνεις ξέροντας καλ

Πς τίποτα πι ραο, πς τίποτα πι ληθιν

π᾿ τ ζω δν εναι.

 Πρέπει ν τηνε πάρεις σοβαρ
Τόσο μ τόσο σοβαρ
Πο θ φυτεύεις, σ ν πομε,
λις κόμα στ βδομντα σου
χι καθόλου γι ν μείνουν στ παιδιά σου
Μ
τσι γιατ τ θάνατο δ θ τόνε πιστεύεις
σο κι ν τν φοβσαι
Μ
τσι γιατί ζω θ ν βαραίνει
                           πιότερο στ
ζυγαριά.

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων

Τ τραγούδια τν νθρώπων

εναι πι μορφα π᾿ τος διους

πι βαρι π λπίδα

πι λυπημένα

πι διαρκ.

Πιότερο π᾿ τος νθρώπους,

τ τραγούδια τους γάπησα.

Χωρς νθρώπους μπόρεσα ν ζήσω,
μως ποτ χωρς τραγούδια·
μο
τυχε ν᾿ πιστήσω κάποτε
στ
ν πολυαγαπημένη μου,
μως ποτέ μου στ τραγούδι
πο
τραγούδησα γι᾿ ατήν·
ο
τε ποτ κα τ τραγούδια
μ
᾿ πατήσανε.

 

ποια κι ν εναι γλσσα τους

πάντοτε τ τραγούδια τ κατάλαβα.

Σ᾿ ατν τν κόσμο τίποτα
π᾿ σα μπόρεσα ν πι
κα ν γευτ
π᾿ σες χρες γνώρισα
π᾿ σα μπόρεσα ν᾿ γγίξω
κα
ν νιώσω
τίποτα, τίποτα
δ
μ᾿ κανε τσι ετυχισμένον
σο τ τραγούδια...

Στοὺς δεκαπέντε συντρόφους

Δ χύνουν δάκρυ
     μάτια πο
συνηθίσαν ν βλέπουνε φωτις
δ
σκύβουν τ κεφάλι ο μαχητς
              κρατ
ν ψηλ τ᾿ στέρι
                             μ
περηφάνεια
δ
ν χουμε καιρ ν κλαμε τος συντρόφους
              τ
τρομερό σας μως κάλεσμα
                            μ
ς στ ψυχή μας
              κι ο
δεκαπέντε σας καρδις
                  θ
ν χτυπνε
                          μαζί μας
              τ
σιγανό σας βόγγισμα
                            σ
ν προσκλητήρι

χτυπ στ᾿ φτιά μας
                 σ
ν τν ντίλαλο βροντς.

      Στάχτη θ γίνεις κόσμε γερασμένε
             σο
ναι γραφτς δρόμος
                            τ
ς συντριβς
      κα
δ μπορες ν μς λυγίσεις
                σκοτώνοντας τ
᾿ δέρφια μας τς μάχης
κα
ν τ ξέρεις
       θ
βγομε νικητς
                κι
ς εναι βαριές μας
                             ο
θυσίες.

Μαύρη σ θάλασσα γαλήνεψε
                         τ
κύματά σου
κα
θά ρθει μέρα ποθητ
            μέρα της ειρήνης
                         τ
ς λευτερις σου
                                 
να θά ρθει     
           
μέρα πο θ᾿ ρπάξουμε τς λόγχες
             πο
μς στ αμα τ δικό μας
                                
χουνε βαφτε.
         ___1921

Κλαίουσα Ἰτιά

Κυλοσε τ νερ
κα στν καθρέφτη του γυαλίζονταν τις
τ
πλούσια τ μαλλιά τους λούζαν λυγερές.
Κα
τ σπαθι τ᾿ στραφτερά τους
χτυπώντας στο
ς κορμος
καλπάζαν κατακόκκινοι μ
ς στος δρυμος
καλπάζαν πρ
ς τ δύση
μεθύσι!...

Κα τότε ξάφνου

σ τ πουλ τ λαβωμένο

τ πληγωμένο

στ φτερό του

γκρεμίστηκ᾿ νας καβαλάρης

π᾿ τ᾿ λογό του.

Δ σκλήρισε
το
ς λλους πού φευγαν δ ζήτησε
τ
βουρκωμένα μάτια του γύρισε
μονάχα γι
ν δε
τ πέταλα πο λάμπαν.

Τ ποδοβολητ σβοσε μς στ φύση
κα
τ᾿ λογα χάνονταν στ δύση!

Καμαρωτο σες καβαλαρέοι

κόκκινοι κι στραφτερο καβαλαρέοι

καβαλαρέοι φτερωτο

καμαρωτο

ραοι!...

Μ᾿ διες φτερογες πέταξη ζω πο έει!
φλοσβος το νερο σταμάτησε
χάθη
ο
σκιοι βυθίστηκαν στο σκοταδιο τ βάθη
τ
χρώματα σβηστκαν
στ
μάτια του τ πένθιμα
τ
πέπλα κατεβκαν
κα
τς τις φυλλωσι
χαϊδεύει τ μαλλιά του!

Μ κλας τιά μου θλιβερ
κα μ βαριοστενάζεις
πάν
᾿ π᾿ τ σκοτειν νερ
τ δάκρυ μ σταλάζεις
μ στενάζεις
μ
σφάζεις.
__         1925

Γιὰ τὰ τραγούδια μου

Δν χω πήγασο μ σέλαν ργυρ
οτε κα πόρους
-
πως τος λέν᾿- δήλους
δ
ν χω μήτε γ
μι σπιθαμ
μονάχα να ποτηράκι μέλι
σ
νά ναι φλόγα λαμπερή.

 

Ατ εναι τ βιός μου

κι εναι κα γι τος φίλους

κι νάντια σ᾿ λους τος χθρος

ντός μου

φυλάγω ατν τν πλοτο μου

να ποτήρι μέλι.

 πομονή, συντρόφοι, πομον
κα θ ρθει μέρα τραν
να θά ρθει!
᾿ ατος πού χουν τ μέλι θ ν ρθε
μέλισσα μι
π᾿ τ Βαγδάτη.
__     1935 

Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μας

χώρα ατ π᾿ ρμ π᾿ τν σία μ καλπασμ
κα πο προβάλλει
τ
᾿ ριο κεφάλι
σ
ν τ πουλάρι
γεμάτο χάρη
πρ
ς τς Μεσόγειος τ νερ
χώρ᾿ ατ εναι δική μας
μ
ματωμένους τος καρπος
δόντια σφιγμένα
πόδια γυμνά.

Σ μεταξένιο τούτη γ μας

εναι χαλί μας

τούτη γ μας

κόλασή μας

τούτ᾿ παράδεισο

εναι δική μας.

 

θέλησή μας

τώρα τρανεύει

νά ναι δική μας

παντοτιν

ν ζομε λεύτεροι σ δέντρα

σ τ δεντρ το διου δάσου

δερφωμένα
γκαλιαστά.
__                  1948

Αὐτὸ εἶναι ὅλο

Ζ στ φεγγοβολ

πο προχωράει

λόγιομα τ χέρια μου

μ πόθους

κι κόσμος εναι μορφος πολ

μοσκοβολάει.

 

Τ μάτια μου λιμπίστηκαν

τ δέντρα

τ δέντρα πο γιόμισαν λπίδες

κα ντύθηκαν τ πράσινη στολ

τ λιόχαρο δρομάκι προχωράει

σ᾿ λόδροσο χαλ

κι π᾿ τ φεγγίτη μ καλε

στς πράσινες νησίδες.

 

Κι οτε μυρίζομαι τ φάρμακα
τ
᾿ ναρρωτήριο πι δ βρωμάει
᾿ νοίξουν τ γαρούφαλα
ρα καλή-

Τί τάχα ν εσαι φυλακή;

Ν μ λυγς!

ατ εν᾿ λο.

Δν εναι λλη συμβουλή.
_            1948

Δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε

Δ μς φήνουν όμπσον ν τραγουδμε
δ
μς φήνουν καναρίνι
πού
χεις φτερ ητο
μαρε δερφέ μου
δόντια πο
χεις
μαργαριτάρια
δ
μς φήνουν ν ψηλώσουμε φωνή.

Φοβονται όμπσον

φοβονται τν αγή,

ν᾿ κούσουνε φοβονται

κα ν᾿ γγίσουν

φοβονται ν᾿ γαπήσουν

φοβονται ν᾿ γαπήσουνε σν τν Φερχτ

(λήθεια θ χετε κι σες ναν Φερχτ

ο νέγροι πς ν τόνε λένε όμπσον;)

Φοβονται τ γεννήματα

τ γς

τ γάργαρο νερ φοβονται τς πηγς

φοβονται
ν
θυμονται
κα
τς χαρές τους
τ
χέρι νς φίλου δν σφιξε ποτέ τους
τ
χέρι τους

ζεστ

σν τ πουλ

χωρς ν θέλει σκόντα

προμήθειες

κάποια ναβολ

στ πλερωμή.

Φοβονται τν λπίδα
φοβο
νται όμπσον ν λπίσουν
φοβο
νται καναρίνι
πού
χεις φτερ ητο
φοβονται τ τραγούδια μας
μ
τος τσακίσουν.
__          χτώβρης 1949

σσ.
Το ποίημα «Μαύρε Αδελφέ μου» έγραψε ο Ναζίμ Χικμέτ για τον βαρύτονο Πόλ Ρόμπσον (γεννήθηκε στις 9 Απρίλη του 1898 στο Νιου Τζέρσι). Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, ενώ έγινε γνωστός ως βαρύτονος και ηθοποιός με παρουσία στο Μπρόντγουεϊ  τις δεκαετίες του 1930 και του ’40.
Σε νεαρή ηλικία αναμείχθηκε στο κίνημα για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Το 1934, στο πλαίσιο περιοδείας του στην Ευρώπη, ταξίδεψε και στη Σοβιετική Ένωση, όπου δήλωσε: «Εδώ δεν είμαι ένας νέγρος, αλλά ένα ανθρώπινο πλάσμα». Εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα ΗΠΑ και το 1952 βραβεύτηκε με το Βραβείο «Στάλιν». Για τη δράση του βρέθηκε στο στόχαστρο της «Επιτροπής Έλεγχου αντιαμερικανικών Ενεργειών» (HUAC) του Μακάρθι. Του αφαιρέθηκε το διαβατήριο, ακυρώθηκαν όλες οι συναυλίες του, ενώ απαγορεύτηκε και η κυκλοφορία των δίσκων του. Το 1958, ήρθη κάθε περιοριστικό μέτρο εναντίον, ενώ πέθανε το 1976 σε ηλικία 77 ετών, έχοντας αναπτύξει, παρά το κυνηγητό, τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις, πλούσια καλλιτεχνική και πολιτική δράση.
Η αναφορά του Χιμέκτ στον Φερχάτ
αναφέρεται στο λαϊκό παραμύθι «Φερχάτ και Σιρίν» (Ferhat ile Şirin), το οποίο εξιστορείται αιώνες στη Μέση Ανατολή, στο Αζερμπαϊτζάν, στο Ιράν, στην Τουρκία και στα Βαλκάνια, έχοντας υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή. Αν και φαινομενικά αποτελεί μια ιστορία αγάπης, η αγάπη του Φερχάτ, αντανακλά τους κόπους που κατέβαλε ο λαός σαν σύνολο προκειμένου να εξασφαλίσει το νερό και άλλα αγαθά.

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο

χω πάνω στ τραπέζι μου
τ
φωτογραφία το νθρώπου
μ
τ᾿ σπρο γαρούφαλο
πο
τν τουφέκισαν
στ
μισοσκόταδο
πρ
ν τν αγ
κάτω π᾿ τ φς τν προβολέων.

Στ δεξί του χέρι

κρατ να γαρούφαλο

πού ναι σ μι φούχτα φς

π τν λληνικ θάλασσα

τ μάτια του τ τολμηρ

τ παιδικ

κοιτάζουν δολα

κάτω π᾿ τ βαρι μαρα τους φρύδια

τσι δολα

πως νεβαίνει τ τραγούδι

σ δίνουν τν ρκο τους

ο κομμουνιστές.

 

Τ δόντια του εναι κάτασπρα

Μπελογιάννης γελ

κα τ γαρούφαλο στ χέρι του

εναι σν τ λόγο πού πε στος νθρώπους

τ μέρα τς λεβεντις

τ μέρα τς ντροπς.

Ατ φωτογραφία
βγ
κε στο δικαστήριο
στερ᾿ π᾿ τ θανατικ καταδίκη.
__          πρίλης 1952 _Στο Νίκο         

Μονάκριβή μου

       (πόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Μονάκριβή μου
σ στν κόσμο
μο
λς στ τελευταο σου γράμμα:
«πάει ν
σπάσει τ κεφάλι μου, σβήνει καρδιά μου,
ν σ κρεμάσουν, ν σ χάσω θ πεθάνω».

Θ ζήσεις, καλή μου, θ ζήσεις,
νάμνησή μου σν μαρος καπνς
θ
διαλυθε στν νεμο.
Θ
ζήσεις, δελφή με τ κόκκινα μαλλι τς καρδις μου
Ο
πεθαμένοι δν πασχολον πιότερο πό να χρόνο
το
ς νθρώπους το εκοστο αώνα.

θάνατος

νας νεκρς πο τραμπαλίζεται στν κρη το σκοινιο

σ τοτον δ τ θάνατο δν ντέχει καρδιά μου.

Μ νά σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,

ν τ μαρο κα μαλλιαρ χέρι νς φουκαρ τσίγγανου

περάσει στ λαιμό μου τ θηλει

δικα θ κοιτνε μς στ γαλάζια μάτια το Ναζμ ν δον τ φόβο.

Στ σούρπωμα το στερνο μου πρωινο

θ δ τος φίλους μου κα σένα.

Κα δ θ πάρω μαζί μου κάτου π τ χμα

παρ μόνο τν πίκρα νς τέλειωτου τραγουδιο.

 

Γυναίκα μου
Μέλισσά μου μ
τ χρυσ καρδι
Μέλισσά μου μ τ μάτια πι γλυκ π᾿ τ μέλι
Τί κάθησα κα
σο γραψα πς ζήτησαν τ θάνατό μου.

δίκη μόλις ρχισε
Δ
ν κόβουν δ κα στ καλ καθούμενα τσι τ κεφάλι
πως να γογγύλι.
λα, λα, μή μου σκς
Α
τ εναι μακριν νδεχόμενα.
ν χεις τίποτα λεφτ
γόρασέ μου να μάλλινο σώβρακο
Μο
μένει κόμα κείνη σχιαλγία στ πόδι

 Κα μν ξεχνς πς γυναίκα νς φυλακισμένου
Δ
ν πρέπει νά χει μαρες γνοιες.