Nâzim Hikmet Ναζὶμ Χικμέτ (1902-1963)
..."Πάνου στο χιόνι, η νύχτα.
Πάνου στο χιόνι, οι άνεμοι κι αυτοί...
.....Βαδίζουνε προς τα Χειμερινά Ανάκτορα.
....από δω και πέρα τα Χειμερινά Ανάκτορα
κι ολάκερη η Ρουσία είναι περιουσία
του εργάτη και του αγρότη...
...Ο Μπολσεβικος Κίτωφ λέει:
-Σύντροφοι, η ιστορία,
οι τάξεις δηλαδής των εργατών και χωρικών,
ο κόκκινος φαντάρος, δηλαδής,
του λόγου μας δηλαδής,
ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΤΗ ΔΑΔΑ.
Κι ευτύς το σίδερο, και ο κάρβουνο κι η ζάχαρη,
το κόκκινο μπακίρι, και τα υφαντά,
κι ο έρωτας, και η ορμή, και η ζωή,
κι όλοι οι κλάδοι της Βιομηχανίας...
....κι οι πολιτείες όλες,
είχαν αλλάξει μονομιάς την τύχη τους
μέσα σε μια στιγμή της Χαραυγής,
όταν, χιμώντας από τις όχτες της νύχτας,
με τις αρβύλες τους γιοματες χιόνι
πατήσανε τις μαρμαρένιες σκάλες "
Ένα χρέος που εκείνοι έκαναν και τώρα ... περιμένει να δικαιωθεί για να μην σκοτώνονται οι άνθρωποι, για να μην πεθαίνουν από πείνα μέσα στην ορφάνια και την προσφυγιά τα παιδιά _Μετάφραση: Γιάννη Ρίτσου
Αὐτόγραφο
Φίλοι
κι ἀδέλφια τῆς
ψυχῆς μου. Ἐσεῖς
ποὺ πέσατε στὶς
φυλακὲς καὶ
στὰ νησιὰ
τῆς κόλασης, ποὺ
σᾶς κρατᾶν
ἁλυσωμένους μὲς
στὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατὶ
πολεμᾶτε γιὰ
τὴν ἀνεξαρτησία,
τὸ ψωμὶ
καὶ τὴ
λευτεριὰ τοῦ
ἑλληνικοῦ
λαοῦ, δεχτεῖτε
τὴν ἀγάπη
καὶ τὸν
θαυμασμό μου.
Οἱ λαοὶ
τῆς Τουρκίας καὶ
τῆς Ἑλλάδας
ἔχουνε τοὺς
ἴδιους θανάσιμα μισητοὺς
ἐχθρούς: τὸν
ἀγγλοαμερικάνικο ἰμπεριαλισμὸ
καὶ τοὺς
ντόπιους λακέδες του.
________________
Και
βέβαια τα μαλλιά σου είναι κόκκινα και τα μάτια σου
άλλοτε
πράσινα
και άλλοτε στο χρώμα του
μελιού.
Και τα χέρια σου, το μαθαίνεις τώρα, είναι υπέροχα.
Αγαπημένη μου, έχουμε όμως αποφασίσει
να μη μιλήσουμε για μας,
αυτή τη χρονιά το 1941. Υπάρχουν οι άνθρωποι,
η χώρα μας,
η πείνα και ο θάνατος, ο χωρισμός,
η ελπίδα και η νίκη
και ανάμεσά τους
και μαζί με τη χώρα μας, δεμένοι μ’ αυτούς,
εμείς
οι δυο τη στιγμή αυτή με το χωρισμό μας και την αγάπη μας. ________________
· Γιὰ τὴ ζωή
· Γιὰ τὴ ζωή 2
· Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
· Στοὺς δεκαπέντε συντρόφους
· Κλαίουσα ἰτιά
· Γιὰ τὰ τραγούδια μου
· Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μας
· Αὐτὸ εἶναι ὅλο
· Δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε
· Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο
· Μονάκριβή μου
(…)
Έχω καλεσμένους. Ήρθανε απ’ τις πιο απόμακρες στιγμές της ζωής μου. Ο Αχμέτ χαμογέλασε: «Πόσο έχω ζήσει για να μπορώ να πω: τις πιο απόμακρες στιγμές της ζωής μου;» αναρωτήθηκε. «Ακόμα δεν έζησα ούτε ένα ψίχουλο χρόνου». Σήμερα, ακόμα δε συλλογίστηκε ότι μπορούσε να πεθάνει σκοτωμένος από μια σφαίρα του πιστολιού τού Ισμαήλ, από τις σφαίρες μου, το δικό μου πιστόλι, που εκείνος όμως θα τραβήξει τη σκανδάλη… Αννούσκα, γλυκιά μου, τι κάνεις άραγε τούτη τη στιγμή; Τι κάνεις άραγε τούτη τη στιγμή που εγώ σε ρωτάω: «Τι κάνεις, γλυκιά μου;». Ξαφνικά, ξανακούω το θόρυβο του μοτέρ παφ-παφ-παφ! Τον είχα ξεχάσει τόση ώρα. Όταν ακούς συνέχεια τον ίδιο θόρυβο, παύεις να τον ακούς ή μάλλον τον ξεχνάς. Χάρηκα που τον άκουσα πάλι, όπως χαίρεται κανείς όταν συναντήσει έναν παλιό γνωστό του. Τον ακούω κάμποση ώρα. Ύστερα, πάλι τον ξεχνάω.
__ Τα κίτρινα μάτια τού Κερίμ, τα μαύρα πυκνά φρύδια του κι ύστερα ο ίδιος ο Κερίμ…
Βρισκόμαστε στην Ισταμπούλ στη γέφυρα τού Γαλατά. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Θα βρέξει. Έχουμε έρθει απ’ τη Μόσχα. Πουλάμε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Σφυρί και Δρεπάνι». Λογαριάζαμε να την πουλήσουμε σε χωριστά σημεία, εγώ στη γέφυρα κι ο Κερίμ στου Κασίμπασα κοντά στις δεξαμενές των ναυπηγείων. Όταν όμως φτάσαμε στη γέφυρα, εγώ για να πουλήσω την εφημερίδα κι ο Κερίμ να πάρει, το βαποράκι για του Κασίμπασα, του ζήτησα να μείνει μαζί μου.
– Γιατί; Φοβάσαι;
– Να φοβηθώ; Τι να φοβηθώ; Όχι. Μα έχω την εντύπωση πως μου είναι αδύνατο να φωνάξω: Μόλις κυκλοφόρησε… εδώ το "Σφυρί και Δρεπάνι!"
– Ντρέπεσαι;
– Ναι, λιγάκι… Δεν έχω ξαναπουλήσει ποτέ μου τίποτα… στο δρόμο…
– Σάμπως εγώ;
Θαρρείς πως στην οικογένειά μου εμείς είμαστε μικροπωλητές απ’ τα παππούδικά μου;
– Μη θυμώνεις… Να, δεν ξέρω πώς να φωνάξω, αν η φωνή μου θ’ ακουστεί…
– Φίλε μου είσαι αριστοκράτης, είσαι γιός πασά…
Ο Κερίμ τράβηξε ένα φύλλο απ’ το δέμα, το ανεμίζει, φωνάζει:
– Εδώ το «Σφυρί και Δρεπάνι». Τελευταία νέα!
Ο κόσμος που περνάει ούτε γυρίζει να μας δει. Αρχίζει να ψιχαλίζει.
– Εδώ το «Σφυρί και Δρεπάνι». Μόλις κυκλοφόρησε!
Βγάζω κι εγώ ένα φύλλο απ’ το δέμα. Ο Κερίμ χώνει την εφημερίδα που κρατάει στα μούτρα των περαστικών που βιάζονται να γλιτώσουν τη βροχή.
– «Σφυρί και Δρεπάνι»! «Σφυρί και Δρεπάνι»!
Ο κόσμος δε δείχνει κανένα ενδιαφέρον. Εκτός από μερικούς που κοιτάζουν με περιέργεια το ντύσιμο τού Κερίμ που δεν μοιάζει με εφημεριδοπώλη. Ίσως γι’ αυτό και δεν τον βρίζουνε. «Όχι φχαριστώ…» τού λένε και απομακρύνονται.
– Τής μάνας τους το πρ…! Τι διάβολο, μόνο καθήκια περνάνε από τούτη τη γέφυρα; Ούτε ένα φύλλο να μην πουλήσουμε; Θα δεις όμως, στου Κασίμπασα θα πουλιέται σαν ψωμάκι…
Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στον υπότιτλο της εφημερίδας. «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Αρχίζω να σκούζω σα να με σφάζουνε, αφού κι ο ίδιος τα χάνω με το σκούξιμό μου:
– Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε! Προλετάριοι όλων των χωρών… Το Σφυρί και το Δρεπάνι!…
– Σκούζω σα να φωνάζω βοήθεια – Ενωθείτε! Το Σφυρί και το Δρεπάνι.
– Για δώσε μου μία… Να δούμε πώς θα ενωθούνε αυτοί οι προλετάριοι…
Λίγο ακόμα και θ’ αγκάλιαζα απ’ τη χαρά μου αυτόν τον μεσόκοπο ευπαρουσίαστο κύριο που μού ζήτησε ν’ αγοράσει εφημερίδα. Του απλώνω ένα φύλλο. «Να, πάρε παιδί μου». Τότε μόνο πρόσεξα πως μου έδινε λεφτά. Χαμογελάει.
– Όταν ήμουνα νέος, στο Παρίσι, θυμάμαι τούς σοσιαλιστές που πουλούσανε έτσι, μόνοι τους, την εφημερίδα τους, μού λέει.
Εκείνη τη μέρα, στη γέφυρα τού Γαλατά, πούλησα σαρανταπέντε φύλλα «Σφυρί και Δρεπάνι». Στου Κασίμπασα, ο Κερίμ, πούλησε διακόσια εικοσιπέντε…
Προχωράμε αργά αργά προς την Κόκκινη Πλατεία. Ολόγυρά μας το πλήθος με σημαίες, λάβαρα, προσωπογραφίες, τραγούδια. Η ομάδα μας τραγουδάει τούρκικα το «Εμβατήριο της Πρωτομαγιάς». Πρωτομαγιά, Πρωτομαγιά!… Να, κι η Αννούσκα που έρχεται μαζί μας. Της έχουμε μάθει το εμβατήριο, το τραγουδάει κι εκείνη τούρκικα. Της κρατάω το χέρι. «Φοβάσαι μην την χάσεις;» μού κάνει ο Κερίμ. «Δεν ξέρω, μα πάντα τρέμω μην τη χάσω ξαφνικά, τρέμω μήπως ξαφνικά μεταβληθεί σε σύννεφο…» – «Μιλάς σοβαρά ή αστειεύεσαι;» – «Σοβαρά!»
– "Νόμιζα πως μόνο στα μυθιστορήματα οι άνθρωποι σκέφτονται τέτοια πράματα…". Τώρα προχωράμε πιο σιγά, σταματήσαμε.. Πίσω μας έρχονται οι Καυκάσιοι. Αμέσως σχηματίζουν ένα ημικύκλιο, ένας βγαίνει στη μέση κι αρχίζει να χορεύει. Είναι ένα παλικάρι απ’ το Νταγκεστάν, το πιο όμορφο παλικάρι τού πανεπιστήμιου. Χορεύει. Η Αννούσκα αφήνει το χέρι μου και προχωράει λίγο να τον δει. Την ακολουθώ. Στην αρχή, το παλικάρι υποκρίνεται με μιμικές κινήσεις μια μουσουλμανική προσευχή. Ξαφνικά η μελωδία αλλάζει. Ο χορευτής πηδάει, τραβάει το μαχαίρι του κι αρχίζει να στριφογυρίζει σα σβούρα. Είναι σβέλτος σαν αστραπή. Εγώ όμως μπούχτισα πιά να βλέπω συνέχεια αυτό το χορό τους. Εκτιμάω πάρα πολύ όλους τους Καυκάσιους, και τού Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας και της Γεωργίας και τού Νταγκεστάν, μα δεν αφήνουν ευκαιρία που να μη χορέψουνε αυτό το χορό, με προσευχή ή χωρίς προσευχή στην αρχή ή με μικρές παραλλαγές.
(…)
Ξεκινήσαμε πάλι. Στους πλαϊνούς δρόμους περιμένουν ολόκληρες φάλαγγες. «Να οι αρτοποιοί μας», φωνάζει ο Κερίμ. Σ’ ένα δρόμο αριστερά αντικρίζω τα παλικάρια μας της Μαύρης Θάλασσας με τις μαύρες κολλητές βράκες και τις κόκκινες σημαίες, άλλες με μισοφέγγαρα κι άλλες χωρίς. Τα πρωτομαγιάτικα συνθήματά τους είναι γραμμένα στα τούρκικα. Οι Λαζοί φουρνάρηδες έχουν ιδρύσει στη Μόσχα κάμποσα αρτέλ, δηλαδή συντεχνίες. Οι Κινέζοι πάλι ασχολούνται με το πλύσιμο και το σιδέρωμα των ρούχων. Οι Κινέζοι κι οι Τούρκοι διατηρούνε την εθνικότητά τους, παίρνουνε όμως μέρος στις εκλογές των Σοβιέτ. Μπορούνε επίσης να είναι υποψήφιοι, να μπούνε στα συνδικάτα ή να γίνουν μέλη τού μπολσεβίκικου κόμματος. Εγώ, παραδείγματος χάρη, είμαι υπήκοος Τούρκος μα αν έβαζα υποψηφιότητα και με ψηφίζανε θα μπορούσα να γίνω και πρόεδρος τού Ανώτατου Σοβιέτ. Ω! πόσο όμορφα αισθάνεσαι να νιώθεις πως υπάρχει μια απέραντη χώρα στον κόσμο όπου κανείς δε σε ρωτάει ούτε ποια είναι η θρησκεία σου ούτε ποια η υπηκοότητά σου. Σε ρωτάνε μονάχα… «Μήπως έζησες εκμεταλλευόμενος τους άλλους; Μήπως ήσουνα παπάς ή χότζας; Μήπως δούλεψες ποτέ στην καπιταλιστική αστυνομία;» Αν απαντήσεις: «Όχι», υπηκοότητα και τα ρέστα δεν ενδιαφέρουν κανένα, γίνεσαι πολίτης αυτής της απέραντης χώρας σα να είχες γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Τι θαύμα που είναι, Αννούσκα, τι θαύμα! Φτάνεις σε μια ξένη χώρα. Δεν ξέρεις ούτε τη γλώσσα ούτε τα έθιμα ούτε τίποτα κι όμως δεν αισθάνεσαι ξένος… Τι θλιβερό που θάναι, αλήθεια, να νιώθεις ξένος κάπου!… Εγώ ευτυχώς δεν τόνιωσα, μα στο γιαλί του παππού μου είχαμε έναν κηπουρό Αλβανό που ζούσε χρόνια στην Ισταμπούλ. Όλο έλεγε και ξανάλεγε: «Όμορφος είναι ο τόπος σας, ο θεός να τον έχει πάντα καλά, μα για μένα εδώ είναι ξενιτιά και τρέμω μην τύχει και πεθάνω χωρίς να ξαναδώ τον τόπο μου».
Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος. Μπροστά μας ανακατωθήκανε οι γραμμές. Στο σημείο ακριβώς που βρίσκονται οι Γιαπωνέζοι. Βουή, φωνές, γιαπωνέζικα. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι τρέχει, οι Γιαπωνέζοι ξαναμπήκανε στη γραμμή. Διακρίνουμε μερικούς αστυνομικούς που κουβαλάνε κάποιον μαζί τους. Οι Γιαπωνέζοι αναγνωρίσανε ένα μούτρο της μυστικής αστυνομίας της πατρίδας τους που τούς φωτογράφιζε κρυφά. Οι περσότεροι έχουν έρθει παράνομα στη Μόσχα. Γι’ αυτό ορμήσανε απάνω σ’ εκείνο το μούτρο. Πρώτα πρώτα του κάνανε κομματάκια τη φωτογραφική μηχανή του. Μού φαίνεται πως τον συγυρίσανε καλά και τον ίδιον. Όταν τον άφησαν απ’ τα χέρια τους ίσως τα μούτρα του να είχαν γίνει… Ρωτήσαμε τον Πετροσιάν και μας είπε πως απλώς του τις βρέξανε λίγο, μα το είπε μ’ ένα περίεργο χαμόγελο στα μάτια. Συνεχίστηκε η παρέλαση προς την Κόκκινη Πλατεία. Δίπλα μας προχωρούσανε επίσης εργάτες κι εργάτριες της Μόσχας, υπάλληλοι με τα παιδιά τους στους ώμους, με σημαίες, λάβαρα, συνθήματα. Αυτοί το 1917 μετατρέψανε τη λευκή Μόσχα των τσάρων στην κόκκινη Μόσχα του σήμερα. Κρατάω το χέρι της Αννούσκας.
(…)
Γιὰ τὴ ζωή
(ἀπόδοση:
Γιάννης Ρίτσος)
Ἡ
ζωὴ δὲν
εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει
νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως,
νὰ ποῦμε,
κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως
ἀπ᾿
ὄξω ἢ
ἀπὸ
πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ
θά ῾χεις ἄλλο
πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.
Τὶς
πιὸ ὄμορφες
μέρες μας δὲν τὶς
ζήσαμε ἀκόμα
Κι
ἂχ ὅ,τι
πιὸ ὄμορφο
θά ῾θελα νὰ
σοῦ πῶ
Δὲ
στό ῾πα ἀκόμα.
Γιὰ τὴ ζωή
Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως, νὰ ποῦμε, κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ θά ῾χεις ἄλλο πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.
Ἡ
ζωὴ δὲν
εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει
νὰ τήνε πάρεις σοβαρὰ
Τόσο
μὰ τόσο σοβαρὰ
Ποὺ
ἔτσι, νὰ
ποῦμε, ἀκουμπισμένος
σ᾿ ἕναν
τοῖχο
μὲ
τὰ χέρια σου δεμένα
Ἢ μέσα στ᾿ ἀργαστήρι
Μὲ λευκὴ μπλούζα καὶ μεγάλα ματογυάλια
Θὲ νὰ πεθάνεις, γιὰ νὰ ζήσουνε οἱ ἄνθρωποι,
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ποτὲ δὲ θά ῾χεις δεῖ τὸ πρόσωπό τους
καὶ θὰ πεθάνεις ξέροντας καλὰ
Πὼς τίποτα πιὸ ὡραῖο, πὼς τίποτα πιὸ ἀληθινὸ
ἀπ᾿ τὴ ζωὴ δὲν εἶναι.
Πρέπει
νὰ τηνε πάρεις σοβαρὰ
Τόσο
μὰ τόσο σοβαρὰ
Ποὺ
θὰ φυτεύεις, σὰ
νὰ ποῦμε,
ἐλιὲς
ἀκόμα στὰ
ἑβδομῆντα
σου
Ὄχι
καθόλου γιὰ νὰ
μείνουν στὰ παιδιά σου
Μὰ
ἔτσι γιατὶ
τὸ θάνατο δὲ
θὰ τόνε πιστεύεις
Ὅσο
κι ἂν τὸν
φοβᾶσαι
Μὰ
ἔτσι γιατί ἡ
ζωὴ θὲ
νὰ βαραίνει
πιότερο στὴ
ζυγαριά.
Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ
διαρκῆ.
Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς
ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ
ζήσω,
ὅμως
ποτὲ χωρὶς
τραγούδια·
μοὔτυχε
ν᾿ ἀπιστήσω
κάποτε
στὴν
πολυαγαπημένη μου,
ὅμως
ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ
τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε
ποτὲ καὶ
τὰ τραγούδια
μ᾿
ἀπατήσανε.
Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.
Σ᾿
αὐτὸν
τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿
ὅσα μπόρεσα νὰ
πιῶ
καὶ
νὰ γευτῶ
ἀπ᾿
ὅσες χῶρες
γνώρισα
ἀπ᾿
ὅσα μπόρεσα ν᾿
ἀγγίξω
καὶ
νὰ νιώσω
τίποτα,
τίποτα
δὲ
μ᾿ ἔκανε
ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο
τὰ τραγούδια...
Στοὺς δεκαπέντε συντρόφους
Δὲ
χύνουν δάκρυ
μάτια ποὺ
συνηθίσαν νὰ βλέπουνε φωτιὲς
δὲ
σκύβουν τὸ κεφάλι οἱ
μαχητὲς
κρατᾶν
ψηλὰ τ᾿
ἀστέρι
μὲ
περηφάνεια
δὲν
ἔχουμε καιρὸ
νὰ κλαῖμε
τοὺς συντρόφους
τὸ
τρομερό σας ὅμως κάλεσμα
μὲς
στὴ ψυχή μας
κι οἱ
δεκαπέντε σας καρδιὲς
θὲ
νὰ χτυπᾶνε
μαζί μας
τὸ
σιγανό σας βόγγισμα
σὰν
προσκλητήρι
χτυπᾶ
στ᾿ ἀφτιά
μας
σὰν
τὸν ἀντίλαλο
βροντῆς.
Στάχτη θὰ
γίνεις κόσμε γερασμένε
σοῦ
῾ναι γραφτὸς
ὁ δρόμος
τῆς
συντριβῆς
καὶ
δὲ μπορεῖς
νὰ μᾶς
λυγίσεις
σκοτώνοντας τ᾿
ἀδέρφια μας τῆς
μάχης
καὶ
νὰ τὸ
ξέρεις
θὰ
βγοῦμε νικητὲς
κι ἂς
εἶναι βαριές μας
οἱ
θυσίες.
Μαύρη
ἐσὺ
θάλασσα γαλήνεψε
τὰ
κύματά σου
καὶ
θά ῾ρθει ἡ
μέρα ἡ ποθητὴ
ἡ
μέρα της ειρήνης
τῆς
λευτεριᾶς σου
ὦ
ναὶ θά ῾ρθει
ἡ
μέρα ποὺ θ᾿
ἁρπάξουμε τὶς
λόγχες
ποὺ
μὲς στὸ
αἷμα τὸ
δικό μας
ἔχουνε
βαφτεῖ.
___1921
Κλαίουσα Ἰτιά
Κυλοῦσε
τὸ νερὸ
καὶ
στὸν καθρέφτη του γυαλίζονταν ἰτιὲς
τὰ
πλούσια τὰ μαλλιά τους λούζαν λυγερές.
Καὶ
τὰ σπαθιὰ
τ᾿ ἀστραφτερά
τους
χτυπώντας
στοὺς κορμοὺς
καλπάζαν
κατακόκκινοι μὲς στοὺς
δρυμοὺς
καλπάζαν
πρὸς τὴ
δύση
μεθύσι!...
Καὶ τότε ξάφνου
σὰ τὸ πουλὶ τὸ λαβωμένο
τὸ πληγωμένο
στὸ φτερό του
γκρεμίστηκ᾿ ἕνας καβαλάρης
ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του.
Δὲ
σκλήρισε
τοὺς
ἄλλους πού ῾φευγαν
δὲ ζήτησε
τὰ
βουρκωμένα μάτια του ἐγύρισε
μονάχα
γιὰ νὰ
δεῖ
τὰ
πέταλα ποὺ λάμπαν.
Τὸ
ποδοβολητὸ ἐσβοῦσε
μὲς στὴ
φύση
καὶ
τ᾿ ἄλογα
ἐχάνονταν στὴ
δύση!
Καμαρωτοὶ ἐσεῖς καβαλαρέοι
Ὦ κόκκινοι κι ἀστραφτεροὶ καβαλαρέοι
καβαλαρέοι φτερωτοὶ
καμαρωτοὶ
ὡραῖοι!...
Μ᾿
ἴδιες φτεροῦγες
πέταξη ἡ ζωὴ
ποὺ ῥέει!
Ὁ
φλοῖσβος τοῦ
νεροῦ σταμάτησε
ἐχάθη
οἱ
ἴσκιοι ἐβυθίστηκαν
στοῦ σκοταδιοῦ
τὰ βάθη
τὰ
χρώματα σβηστῆκαν
στὰ
μάτια του τὰ πένθιμα
τὰ
πέπλα κατεβῆκαν
καὶ
τῆς ἰτιᾶς
ἡ φυλλωσιὰ
χαϊδεύει
τὰ μαλλιά του!
Μὴ
κλαῖς ἰτιά
μου θλιβερὰ
καὶ
μὴ βαριοστενάζεις
πάν᾿
ἀπ᾿
τὰ σκοτεινὰ
νερὰ
τὸ
δάκρυ μὴ σταλάζεις
Ὦ
μὴ στενάζεις
μὲ
σφάζεις.
__ 1925
Γιὰ τὰ τραγούδια μου
Δὲν
ἔχω πήγασο μὲ
σέλαν ἀργυρὴ
οὔτε
καὶ πόρους
-ὅπως
τοὺς λέν᾿-
ἀδήλους
δὲν
ἔχω μήτε γῆ
μιὰ
σπιθαμὴ
μονάχα
ἕνα ποτηράκι μέλι
σὰ
νά ῾ναι φλόγα λαμπερή.
Αὐτὸ εἶναι τὸ βιός μου
κι εἶναι καὶ γιὰ τοὺς φίλους
κι ἐνάντια σ᾿ ὅλους τοὺς ἐχθροὺς
ἐντός μου
φυλάγω αὐτὸν τὸν πλοῦτο μου
ἕνα ποτήρι μέλι.
Ὑπομονή,
συντρόφοι, ὑπομονὴ
καὶ
θὰ ῾ρθει
μέρα ἡ τρανὴ
ναὶ
θά ῾ρθει!
-Σ᾿
αὐτοὺς
πού ῾χουν τὸ
μέλι θὲ νὰ
῾ρθεῖ
ἡ
μέλισσα ἡ μιὰ
ἀπ᾿
τὴ Βαγδάτη.
__ 1935
Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μας
Ἡ
χώρα αὐτὴ
π᾿ ὁρμᾶ
ἀπ᾿
τὴν Ἀσία
μὲ καλπασμὸ
καὶ
ποὺ προβάλλει
τ᾿
ὥριο κεφάλι
σὰν
τὸ πουλάρι
γεμάτο
χάρη
πρὸς
τῆς Μεσόγειος τὸ
νερὸ
ἡ
χώρ᾿ αὐτὴ
εἶναι δική μας
μὲ
ματωμένους τοὺς καρποὺς
δόντια
σφιγμένα
πόδια
γυμνά.
Σὰ μεταξένιο τούτη ἡ γῆ μας
εἶναι χαλί μας
τούτη ἡ γῆ μας
ἡ κόλασή μας
τούτ᾿ ἡ παράδεισο
εἶναι δική μας.
Ἡ θέλησή μας
τώρα τρανεύει
νά ῾ναι δική μας
παντοτινὰ
νὰ ζοῦμε λεύτεροι σὰ δέντρα
σὰ τὰ δεντρὰ τοῦ ἴδιου δάσου
ἀδερφωμένα
ἀγκαλιαστά.
__ 1948
Αὐτὸ εἶναι ὅλο
Ζῶ στὴ φεγγοβολὴ
ποὺ προχωράει
ὁλόγιομα τὰ χέρια μου
μὲ πόθους
κι ὁ κόσμος εἶναι ὄμορφος πολὺ
μοσκοβολάει.
Τὰ μάτια μου λιμπίστηκαν
τὰ δέντρα
τὰ δέντρα ποὺ γιόμισαν ἐλπίδες
καὶ ντύθηκαν τὴ πράσινη στολὴ
τὸ λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ᾿ ὁλόδροσο χαλὶ
κι ἀπ᾿ τὸ φεγγίτη μὲ καλεῖ
στὶς πράσινες νησίδες.
Κι
οὔτε μυρίζομαι τὰ
φάρμακα
τ᾿
ἀναρρωτήριο πιὰ
δὲ βρωμάει
-θ᾿
ἀνοίξουν τὰ
γαρούφαλα
ἡ
ὥρα ἡ
καλή-
Τί τάχα ἂν εἶσαι φυλακή;
Νὰ μὴ λυγᾶς!
αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο.
Δὲν
εἶναι ἄλλη
συμβουλή.
_ 1948
Δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε
Δὲ
μᾶς ἀφήνουν
Ῥόμπσον νὰ
τραγουδᾶμε
δὲ
μᾶς ἀφήνουν
καναρίνι
πού
῾χεις φτερὰ
ἀητοῦ
μαῦρε
ἀδερφέ μου
δόντια
ποὺ ἔχεις
μαργαριτάρια
δὲ
μᾶς ἀφήνουν
νὰ ψηλώσουμε φωνή.
Φοβοῦνται Ῥόμπσον
φοβοῦνται τὴν αὐγή,
ν᾿ ἀκούσουνε φοβοῦνται
καὶ ν᾿ ἀγγίσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουνε σὰν τὸν Φερχὰτ
(Ἀλήθεια θὰ ῾χετε κι ἐσεῖς ἕναν Φερχὰτ
οἱ
νέγροι πῶς νὰ
τόνε λένε Ῥόμπσον;)
Φοβοῦνται τὰ γεννήματα
τὴ γῆς
τὸ γάργαρο νερὸ φοβοῦνται τῆς πηγῆς
φοβοῦνται
νὰ
θυμοῦνται
καὶ
τὶς χαρές τους
τὸ
χέρι ἑνὸς
φίλου δὲν ἔσφιξε
ποτέ τους
τὸ
χέρι τους
ζεστὸ
σὰν τὸ πουλὶ
χωρὶς νὰ θέλει σκόντα
προμήθειες
ἡ κάποια ἀναβολὴ
στὴ πλερωμή.
Φοβοῦνται
τὴν ἐλπίδα
φοβοῦνται
Ῥόμπσον νὰ
ἐλπίσουν
φοβοῦνται
καναρίνι
πού
῾χεις φτερὰ
ἀητοὺ
φοβοῦνται
τὰ τραγούδια μας
μὴ
τοὺς τσακίσουν.
__ Ὀχτώβρης 1949
σσ.
Το ποίημα «Μαύρε Αδελφέ μου» έγραψε ο
Ναζίμ Χικμέτ για τον βαρύτονο Πόλ Ρόμπσον (γεννήθηκε στις 9 Απρίλη του 1898 στο
Νιου Τζέρσι). Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, ενώ
έγινε γνωστός ως βαρύτονος και ηθοποιός με παρουσία στο Μπρόντγουεϊ τις δεκαετίες του 1930 και του ’40.
Σε νεαρή ηλικία αναμείχθηκε στο κίνημα για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα
των Αφροαμερικανών. Το 1934, στο πλαίσιο περιοδείας του στην Ευρώπη, ταξίδεψε
και στη Σοβιετική Ένωση, όπου δήλωσε: «Εδώ δεν είμαι ένας νέγρος, αλλά ένα
ανθρώπινο πλάσμα». Εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα ΗΠΑ και το 1952 βραβεύτηκε
με το Βραβείο «Στάλιν». Για τη δράση του βρέθηκε στο στόχαστρο της «Επιτροπής
Έλεγχου αντιαμερικανικών Ενεργειών» (HUAC) του Μακάρθι. Του αφαιρέθηκε το
διαβατήριο, ακυρώθηκαν όλες οι συναυλίες του, ενώ απαγορεύτηκε και η κυκλοφορία
των δίσκων του. Το 1958, ήρθη κάθε περιοριστικό μέτρο εναντίον, ενώ πέθανε το
1976 σε ηλικία 77 ετών, έχοντας αναπτύξει, παρά το κυνηγητό, τους περιορισμούς
και τις απαγορεύσεις, πλούσια καλλιτεχνική και πολιτική δράση.
Η αναφορά του Χιμέκτ στον Φερχάτ
αναφέρεται στο λαϊκό παραμύθι «Φερχάτ και Σιρίν» (Ferhat ile
Şirin), το οποίο εξιστορείται αιώνες στη Μέση Ανατολή, στο Αζερμπαϊτζάν, στο
Ιράν, στην Τουρκία και στα Βαλκάνια, έχοντας υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις,
ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή. Αν και φαινομενικά αποτελεί μια ιστορία
αγάπης, η αγάπη του Φερχάτ, αντανακλά τους κόπους που κατέβαλε ο λαός σαν
σύνολο προκειμένου να εξασφαλίσει το νερό και άλλα αγαθά.
Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο
Ἔχω
πάνω στὸ τραπέζι μου
τὴ
φωτογραφία τοῦ ἀνθρώπου
μὲ
τ᾿ ἄσπρο
γαρούφαλο
ποὺ
τὸν τουφέκισαν
στὸ
μισοσκόταδο
πρὶν
τὴν αὐγὴ
κάτω
ἀπ᾿
τὸ φῶς
τῶν προβολέων.
Στὸ δεξί του χέρι
κρατᾶ ἕνα γαρούφαλο
πού ῾ναι σὰ μιὰ φούχτα φῶς
ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ θάλασσα
τὰ μάτια του τὰ τολμηρὰ
τὰ παιδικὰ
κοιτάζουν ἄδολα
κάτω ἀπ᾿ τὰ βαριὰ μαῦρα τους φρύδια
ἔτσι ἄδολα
ὅπως ἀνεβαίνει τὸ τραγούδι
σὰ δίνουν τὸν ὅρκο τους
οἱ κομμουνιστές.
Τὰ δόντια του εἶναι κάτασπρα
ὁ Μπελογιάννης γελᾶ
καὶ τὸ γαρούφαλο στὸ χέρι του
εἶναι σὰν τὸ λόγο πού ῾πε στοὺς ἀνθρώπους
τὴ μέρα τῆς λεβεντιᾶς
τὴ μέρα τῆς ντροπῆς.
Αὐτὴ
ἡ φωτογραφία
βγῆκε
στο δικαστήριο
ὕστερ᾿
ἀπ᾿
τὴ θανατικὴ
καταδίκη.
__ Ἀπρίλης 1952
_Στο Νίκο
Μονάκριβή μου
(ἀπόδοση:
Γιάννης Ρίτσος)
Μονάκριβή
μου ἐσὺ
στὸν κόσμο
μοῦ
λὲς στὸ
τελευταῖο σου γράμμα:
«πάει
νὰ σπάσει τὸ
κεφάλι μου, σβήνει ἡ καρδιά μου,
Ἂν
σὲ κρεμάσουν, ἂν
σὲ χάσω θὰ
πεθάνω».
Θὰ
ζήσεις, καλή μου, θὰ ζήσεις,
Ἡ
ἀνάμνησή μου σὰν
μαῦρος καπνὸς
θὰ
διαλυθεῖ στὸν
ἄνεμο.
Θὰ
ζήσεις, ἀδελφή με τὰ
κόκκινα μαλλιὰ τῆς
καρδιᾶς μου
Οἱ
πεθαμένοι δὲν ἀπασχολοῦν
πιότερο ἀπό ῾να
χρόνο
τοὺς
ἀνθρώπους τοῦ
εἰκοστοῦ
αἰώνα.
Ὁ θάνατος
Ἕνας νεκρὸς ποὺ τραμπαλίζεται στὴν ἄκρη τοῦ σκοινιοῦ
σὲ τοῦτον ῾δῶ τὸ θάνατο δὲν ἀντέχει ἡ καρδιά μου.
Μὰ νά ῾σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,
ἂν τὸ μαῦρο καὶ μαλλιαρὸ χέρι ἑνὸς φουκαρᾶ ἀτσίγγανου
περάσει στὸ λαιμό μου τὴ θηλειὰ
ἄδικα θὰ κοιτᾶνε μὲς στὰ γαλάζια μάτια τοῦ Ναζὶμ νὰ δοῦν τὸ φόβο.
Στὸ σούρπωμα τοῦ στερνοῦ μου πρωινοῦ
θὰ δῶ τοὺς φίλους μου καὶ σένα.
Καὶ δὲ θὰ πάρω μαζί μου κάτου ἀπὸ τὸ χῶμα
παρὰ μόνο τὴν πίκρα ἑνὸς ἀτέλειωτου τραγουδιοῦ.
Γυναίκα
μου
Μέλισσά
μου μὲ τὴ
χρυσὴ καρδιὰ
Μέλισσά
μου μὲ τὰ
μάτια πιὸ γλυκὰ
ἀπ᾿
τὸ μέλι
Τί
κάθησα καὶ σοῦ
῾γραψα πὼς
ζήτησαν τὸ θάνατό μου.
Ἡ
δίκη μόλις ἄρχισε
Δὲν
κόβουν δὰ καὶ
στὰ καλὰ
καθούμενα ἔτσι τὸ
κεφάλι
ὅπως
ἕνα γογγύλι.
Ἔλα,
ἔλα, μή μου σκᾶς
Αὐτὰ
εἶναι μακρινὰ
ἐνδεχόμενα.
Ἂν
ἔχεις τίποτα λεφτὰ
Ἀγόρασέ
μου ἕνα μάλλινο σώβρακο
Μοῦ
μένει ἀκόμα κείνη ἡ
ἰσχιαλγία στὸ
πόδι
Καὶ
μὴν ξεχνᾶς
πὼς ἡ
γυναίκα ἑνὸς
φυλακισμένου
Δὲν
πρέπει νά ῾χει μαῦρες
ἔγνοιες.






