05 Ιουνίου 2026

Μικρές Ανάσες_Life In A Beat 👉 Αμέρισσας Μπάστα

Η Λένα είναι είκοσι χρονών και ζει με την οικογένειά της σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δουλεύει σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ και τα βγάζει δύσκολα πέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ένταση, όπου η καθημερινότητα μοιάζει συχνά ασφυκτική. Το μόνο που θέλει είναι να φύγει και να ξεκινήσει τη δική της ζωή…
Η Μπάστα _παλιά μας γνώριμη από το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους της Δράμας με όλη της τη μέχρι τώρα πορεία σταθερά προσανατολισμένη στον κοινωνικό κινηματογράφο έτσι δεν αποτελεί έκπληξη που και η μεγάλου μήκους ταινία της ανήκει εκεί. Ξεκινώντας, να πούμε ότι το σενάριό της είναι ολοκληρωμένο, με δομημένους χαρακτήρες που τους γνωρίζουμε και μέσα από τις αντιφάσεις τους, πραγματικά σύγχρονο τόσο στις θεματικές που την απασχολούν όσο και στους διαλόγους.
Οι μικρές ανάσες της Λένας είναι οι δικές μας μικρές ανάσες. Μιλάει για ένα κορίτσι της εργατικής τάξης που παλεύει να σταθεί όρθια και να ανεξαρτητοποιηθεί και από την οικογένειά της μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες δεν είναι άλλες από την εργασιακή επισφάλεια και το μεροκάματο που δεν φτάνει, το στεγαστικό πρόβλημα και την ενεργειακή κρίση, την υποβάθμιση της Υγείας, συνθήκες δηλαδή που αντιμετωπίζουν όλοι οι σύγχρονοι εργαζόμενοι στη χώρα μας. Η Μπάστα καταφέρνει όλα αυτά να τα περάσει μέσα από μια προσωπική ιστορία, που δεν θιγεί μόνο αυτά αλλά και τη διάλυση των σχέσεων, οικογενειακών και διαπροσωπικών. Ταυτόχρονα όμως το κορίτσι της ιστορίας μας έχει τσαγανό και δεν το βάζει κάτω και αντιπαρατίθεται σε όλους και όλα. Την οικογένεια που πραγματικά «νοσεί», την εργοδοσία που χρησιμοποιεί εναλλάξ μαστίγιο και καρότο, τους συνάδελφους που ξεκινούν τον κοινωνικό κανιβαλισμό, τον έρωτα που είναι κάλπικος.

Ευτυχώς υπάρχει ένα αντίδοτο που λέγεται φιλία και είναι αποκούμπι και αλληλεγγύη, κι αυτό είναι το σημαντικό. Το Μαζί θα μας σώσει, όχι το ο Καθένας χωριστά να βράζει στο ζουμί του. Αυτή η αισιόδοξη ματιά είναι που μας έκανε πέραν των άλλων να αφουγκραστούμε καλύτερα τις μικρές ανάσες της πρωταγωνίστριας που περπατάει ασθμαίνοντας με τους ήχους της Ηχοτοπίας και του Lex στα ακουστικά. Δύσκολο γύρισμα στην καλοκαιρινή Αθήνα, προσεγμένη η φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη και εξαιρετική η Ελίνα Τσιορμπατζή στον πρωταγωνιστικό ρόλο! Το κοινωνικό σύγχρονο ελληνικό σινεμά μας λείπει, ευκαιρία λοιπόν όταν το βρίσκουμε να το ανταμείβουμε με την παρουσία μας στα σινεμά!

Η Αμέρισσα Μπάστα

Μας λέει η Αμέρισσα Μπάστα: Οι "Μικρές Ανάσες" είναι ένα κομμάτι από τη ζωή των ανθρώπων που μένουν δίπλα μας __Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου, παρακολουθώντας τη Λένα, ένα κορίτσι 20 ετών, που ζει με την οικογένειά της σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δουλεύει σε ένα τοπικό σουπερμάρκετ και τα βγάζει δύσκολα πέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ένταση, όπου η καθημερινότητα μοιάζει συχνά ασφυκτική. Το μόνο που θέλει είναι να φύγει και να ξεκινήσει τη δική της ζωή.
Όταν χάνει τη δουλειά της και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, ανακαλύπτει μια πραγματικότητα που δεν είχε φανταστεί. Δεν το βάζει όμως κάτω και αναζητά έναν τρόπο να κρατήσει τον έλεγχο της ζωής της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο απόλυτης αβεβαιότητας, η Λένα αναζητά την δική της ανάσα ελευθερίας και χειραφέτησης, με τη στήριξη του κολλητού της: Μέσα από την Λένα, τον κεντρικό χαρακτήρα που ακολουθούμε, η ταινία θα μπορούσε να μιλήσει για τη ζωή όλων των νέων, που προέρχονται από μη προνομιακό περιβάλλον και να πει ποιες είναι οι επιλογές τους, ποιοι είναι οι προβληματισμοί τους και αν τελικά ο τρόπος και το μέρος και οι συνθήκες που έχουν μεγαλώσει, τους καθορίζουν για πάντα ή αν θα μπορέσουν να κάνουν κάποια διαφορετική επιλογή στο μέλλον τους. Η Λένα είναι ένα πολύ δυνατό παιδί. Έχει αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να αναλάβει πολλές ευθύνες μέσα στην οικογένεια της. Συμβάλλει κιόλας στο σπίτι, στο οποίο ζει.

Έχει όμως και όλα τα όνειρα που έχει ένα παιδί της ηλικίας της. Δηλαδή θέλει να ζήσει μόνη της. Θέλει να κάνει πράγματα. Είναι ένα σύγχρονο παιδί. Ακούει τη μουσική της εποχής της. Απλά είναι τέτοιες οι συνθήκες που δεν της επιτρέπουν να ζήσει, ακριβώς όπως θα ήθελε. Όταν όλα γύρω της στραβώνουν και δεν υπάρχει υποστήριξη, παίρνει ξαφνικά την κατάσταση στα χέρια της και βρίσκει τη δύναμη να τα αντιμετωπίσει. Μια ιστορία ενηλικίωσης και διεκδίκησης της αυτοδιάθεσης με οικείους σε όλους μας χαρακτήρες. Προσεγγίζω _ πιστεύω το θέμα της με τρυφερότητα και ρεαλισμό, φωτίζοντας τα αληθινά προβλήματα μιας γενιάς που παλεύει να επιβιώσει στη σύγχρονη Ελλάδα.
Η Λένα δεν σταματά να κινείται, να περιπλανιέται στην πόλη, αναζητώντας λύσεις στα αδιέξοδά της. Η Αθήνα είναι και αυτή πρωταγωνίστρια στην ταινίας, με τις αντιθέσεις και τα προβλήματά της, που πνίγουν τους κατοίκους της: Η ιστορία στην πραγματικότητα βασίζεται σε πράγματα που με αφορούν προσωπικά και αφηγήσεις που μπορεί να έχουν συμβεί και σε μένα αλλά και σε πολύ κοντινά μου άτομα. Ναι, είναι πολύ ρεαλιστική. Η Λένα είναι ένα πρόσωπο που μένει βασικά δίπλα μας. Θέλω μέσα από αυτήν να μιλήσω για τη σημερινή κατάσταση των νέων. Και παρότι είναι γυρισμένη στις λιγότερο προβεβλημένες και τουριστικές γειτονιές της Αθήνας, όχι στις γειτονιές που συνήθως βλέπουμε στο instagram, θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε μεγάλη πόλη, όπου υπάρχει αυτή η πίεση.

Υπάρχει επίσης πολύ έντονο το θέμα του στεγαστικού, που είναι κάτι πάρα πολύ σημερινό. Το έχουμε βιώσει κι εμείς, αναζητώντας ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει επίσης ο θόρυβος και υπάρχει και πολύ έντονα το εργασιακό ζήτημα και το πώς πλαισιώνει ή δεν πλαισιώνει το κράτος μας και οι επιχειρήσεις ένα νέο άνθρωπο, μια γυναίκα που έρχεται με μια εγκυμοσύνη. Όλα αυτά συμβαίνουν και μάλλον θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Και ναι, πιστεύω ότι τους δίνουμε δύναμη όταν ακούγονται. Γιατί δεν είναι ωραίο στις ταινίες να ασχολούμαστε μόνο με τις προνομιακές καταστάσεις. Πρέπει κάποτε να πέφτει φως και στις περιπτώσεις που δεν είναι τόσο προνομιακές και που η ζωή δεν τους τα έφερε πολύ εύκολα».
Έχω ήδη στο ενεργητικό μου επτά ταινίες μικρού μήκους και ένα ντοκιμαντέρ. Το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο στο μεγάλο μήκος απέσπασε τρία βραβεία στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τα Βραβεία Κοινού στο ελληνικό πρόγραμμα και στο Διαγωνιστικό τμήμα Meet the Neighbours+. Η ταινία συνέχισε τη διεθνή της πορεία σε φεστιβάλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, την Κύπρο και την Ισπανία. Έχει πέντε υποψηφιότητες στα φετινά Βραβεία ΙΡΙΣ, ανάμεσά τους εκείνες της Καλύτερης Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Σεναρίου, Α' Γυναικείου και Β' Ανδρικού Ρόλου.

Παρά το έντονο δραματικό της περιεχόμενο, η ιστορία της Λένας έχει πολύ χιούμορ, αισιοδοξία και πίστη στη δύναμη της φιλίας: Παρότι η ταινία ρίχνει φως σε πολύ σκοτεινές καταστάσεις, πιστεύω ότι παντού υπάρχει μια αχτίδα φωτός και αισιοδοξίας. Υπάρχει χιούμορ ακόμα και στις πιο δραματικές στιγμές που βιώνουμε στην πραγματική μας ζωή. Η ταινία είναι ένα κομμάτι ζωής στην πραγματικότητα. Αυτό θέλαμε να είναι. Ένα ρεαλιστικό κομμάτι από τη ζωή των ανθρώπων, που μένουν δίπλα μας.
Ο λόγος που φωτίζουμε έτσι κάποιες ιδιαίτερες σχέσεις, όπως τη φιλία, γιατί η ταινία είναι και ένας ύμνος με έναν τρόπο στη φιλία, είναι γιατί οι φίλοι είναι η οικογένεια που επιλέγουμε στην πραγματικότητα, όταν η δική μας οικογένεια αδυνατεί να μας στηρίξει. Πραγματικά αυτό θέλω να το βλέπω και να το αναπαράγω σε κάθε ταινία: ότι μπορεί να υπάρχει κάτι θετικό και αισιόδοξο, γιατί αλλιώς δεν θα ζούσαμε. Αν δεν είχαμε αυτή την ελπίδα και αυτή την πίστη, δεν θα μπορούσαμε να πάμε παρακάτω.

  • Σκηνοθεσία: Αμέρισσα Μπάστα
  • Σενάριο: Δημήτρης Νάκος, Αμέρισσα Μπάστα
  • Πρωταγωνιστούν: Ελίνα Τσιορμπατζή, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Τζέο Πακίτσας, Δημήτρης Κίτσος, Luli Bitri, Μαρίνα Μακρή, Γιώργος Πυρπασόπουλος
  • Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χριστίνα Μουμούρη Gsc
  • Κοστούμια: Ματίνα Μαυραγάννη
  • Σκηνογραφία: Rectifier
  • Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης, Gfe Νίκος Καλλιπολίτης
  • Ήχος: Ντίνος Κίττου
  • Final Mix: Κώστας Βαρυμποπιώτης
  • Παραγωγή: Soul Productions
  • Παραγωγοί: Ιωάννα Σουλτάνη, Δημήτρης Νάκος

Συμπαραγωγή: ΕΚΚΟΜΕΔ, ΕΡΤ ΑΕ, Υπουργείο Πολιτισμού Κύπρου/ Πολιτιστικές Υπηρεσίες (ΣΕΚΙΝ), Bulgarian Film Center, North Macedonia Film Center, Montengro Film Center, Breaking Wave Productions, Ars Digital, Kruγ Film, Videa Production 2 Herons Productions, Συμπαραγωγοί: Δέσποινα Μουζάκη, Ivan Tonev, Dejan Krajcevski, Marko Jacimovic, Vincent Michaud, Πάνος Μπίσδας
Μια νέα γυναίκα, η σύγχρονη Ελλάδα, μια διαδρομή από την απογοήτευση προς το φως. Αυτός είναι ο σκελετός της νέας, πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας της Αμέρισσας, της σκηνοθέτιδας που εμείς γνωρίσαμε πριν περίπου μια 15ετία με το μικρού μήκους «Ο Χριστός Σταμάτησε στου Γκύζη», με το «Εβίβα» και που θαυμάσαμε ξανά, πριν λίγα χρόνια, με το «Οχι Αύριο». Στο ίδιο κινηματογραφικό προφίλ, του αφηγηματικού, ανθρωποκεντρικού, ευαίσθητου αλλά με τσαγανό και με αυτόν τον ευρύτερα πολιτικό λόγο που απευθύνεται τώρα  στο ένστικτο και στην ψυχή, με ευτύχημα την επιλογή της πρωταγωνίστριας, μια και όλο το φως πέφτει πάνω στην Ελίνα Τσιορμπατζή, από τη νεότερη γενιά ηθοποιών, όμως έτοιμη να πάρει θέση προεξάρχουσας. Το σινεμά που κάνει η Αμέρισσα, κρίνοντας κι από τις μικρού μήκους ταινίες της κι απ' αυτή, την πρώτη μεγάλη της, είναι ένα σινεμά αφηγηματικό. Τι δυνατότητες της δίνει αυτό το σινεμά, ποιες είναι οι αναφορές που αγαπάει και τι «εργαλεία» θεωρεί ότι είναι τα πιο επιτυχημένα στην ταινία; «Το αφηγηματικό σινεμά σε αφήνει να πλησιάσεις και να μπεις στους χαρακτήρες των ηρώων σου χωρίς να πρέπει να τους εξηγήσεις, ακολουθώντας την εμπειρία και το συναισθηματικό τους ταξίδι,» λέει. «Στο κέντρο το ταξιδιού αυτού είναι το συναισθηματικό βίωμα κάθε ήρωα και ηρωΐδας και ο τρόπος που το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει τον επηρεάζεικαι τον διαμορφώνει. Ο ρυθμός και ο ήχος είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία της ταινίας, συντονίζουν με έναν τρόπο την εμπειρία της θέασης ώστε να βιώνεται από τονθεατή και να μην παρακολουθείται απλά. Η μουσική γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας καθώς σχολιάζει ή υπογραμμίζει τα όσα της συμβαίνουν και ταυτόχρονα είναι το καταφύγιό της και ο ασφαλής χώρος της Λένας, σε αντίστιξη με τον θόρυβο γύρω της. Αντίστοιχα σημαντικές για μένα είναι και οι σιωπές, οι παύσεις και τα βλέμματα των χαρακτήρων, καθώς αφηγούνται και αυτά τη δική τους ιστορία, δημιουργώντας μια πιο βιωματική εμπειρία στον θεατή.»
Ταινίες που κοιτούν βαθιά στα μάτια τους χαρακτήρες τους νομίζω πως με έναν τρόπο αναγκάζουν τον θεατή να συσχετιστεί μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνεί με τις αποφάσεις τους. Είναι δύσκολο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού όταν υπάρχει ειλικρίνεια, αθωότητα.»
Η Ελίνα Τσιορμπατζή
Από την άλλη, την Ελίνα Τσιορμπατζή τη γνωρίσαμε στα «Τσουλάκια» και μέσα σε λίγο χρόνο έχει τον πρώτο της πρωταγωνιστικό κινηματογραφικό ρόλο. Περίμενε αυτή τη γοργή εξέλιξη; Τι σημαίνει για εκείνη υποκριτική στο σινεμά και πόσο σκοπεύει να επιδιώξεις τη δουλειά σε ταινίες στο κοντινό μέλλον; «Δεν περίμενα με τίποτα να έρθει μια τέτοια πρόταση, και μάλιστα τόσο γρήγορα,» λέει. «Τσίριζα από χαρά μαζί με τη μαμά μου, δεν το πίστευα. Οσο για την υποκριτική στο σινεμά, εντάξει, μαγεύτηκα. Στην αρχή ήμουν λίγο σαστισμένη με τη διαρκή παρουσία τηςκάμερας στον χώρο γιατί είναι σαν να απορροφά πολλή ενέργεια χωρίς απαραίτητα να σου την επιστρέφει, όπως συμβαίνει με έναν συμπρωταγωνιστή σου. Χρειάζεταιμια ιδιαίτερη συγκέντρωση και εσωτερική ενέργεια για να μη σε “ρουφήξει” η παρουσία της. Μετά, όταν πάψεις να τη φοβάσαι, αρχίζεις να την ανακαλύπτεις πιο βαθιά. Τους φακούς της, τις αποστάσεις, τις τεχνικές λεπτομέρειες που χρειάζεται να αφουγκραστείς για να μπορέσεις τελικά να παίξεις - με την έννοια του παιχνιδιού, της χαράς! Και ύστερα μπαίνουν στο παιχνίδι τα βλέμματα, οι σιωπές, η ακρίβεια στη λεπτομέρεια, αυτή η μικρο-υποκριτική που λένε, η οποία σε αντίθεση με το θέατρο, συμπυκνώνεται κυρίως στη γεωγραφία του προσώπου. Μια μικρή ανάσα μπορεί να αφηγηθεί μια ολόκληρη συναισθηματική διαδρομή. Με συγκινεί πολύ αυτό και ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία μου. Αυτό το μέσο σού δίνει αυτήν τη δυνατότητα, να ειπωθεί το πιο σπουδαίο σχεδόν ψιθυριστά, μυστικά. Μακάρι να καταφέρω να κάνω κι άλλες ταινίες, να εξελίξω αυτήν τη γλώσσα γιατί αλήθεια πιστεύω ότι το σινεμά ασκεί μια υπερφυσική δύναμη στις ζωές, είναι τρομερό.»
Οι «Μικρές Ανάσες» είναι μια ταινία απόλυτα σημερινή, αλλά και με μια διαχρονική αγάπη για τον άνθρωπο. Ποια πιστεύουν οι δυο συνεργάτιδες ότι είναι η δύναμη μιας ταινίας που κοιτά τους ήρωές της βαθιά στα μάτια; Η Αμέρισσα εξηγεί πως από τις προβολές που έχουν γίνει μέχρι στιγμής στα διάφορα φεστιβάλ, ο κόσμος ταυτίζεται, κλαίει και γελάει, θυμώνει, μοιράζεται δικές του, παρόμοιες ιστορίες. «Είναι πολύ σημαντικό ότι αυτό έχει συμβεί σε προβολές που ως τώρα έχουν γίνει, με εξαίρεση το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκτός Ελλάδας. Νιώθω ότι αυτό συμβαίνει επειδή η ιστορία μας επιδιώκει να επαναφέρει με έναν τρόπο την ανθρώπινηπαρουσία, μας φέρνει τόσο κοντά στους χαρακτήρες που δεν μπορούμε να τους κρίνουμε απλοϊκά, αλλά μπαίνουμε αναγκαστικά στη θέση τους και βιώνουμε την πραγματικότητά τους.»
Η Ελίνα πιστεύει πως «γεννιέται μια δύναμη, μια δυναμική πολύ κοινή με αυτή που προκύπτει όταν κοιτάζονται δύο άνθρωποι βαθιά στα μάτια. Προκύπτει σχέση, ένταση, σύνδεση, κάτι εντελώς σωματικό. Αρχίζεις να συμπαθείς τον χαρακτήρα όταν σου προσφέρεται με τέτοιο τρόπο, με την αλήθεια του, με τις αντιφάσεις του. Μετά φυσικά πρέπει να σου προσφέρει και ο θεατής την συγκέντρωσή του για μιάμιση ώρα. Αλλά ταινίες που κοιτούν βαθιά στα μάτια τους χαρακτήρες τους νομίζω πως με έναν τρόπο αναγκάζουν τον θεατή να συσχετιστεί μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνεί με τις αποφάσεις τους ή βαριέται με τη πλοκή. Είναι δύσκολο να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού όταν υπάρχει ειλικρίνεια, αθωότητα. Οι κινηματογραφιστές που κοιτούν σιωπηλά και χωρίς βιασύνη τους χαρακτήρες τους, αγαπούν πολύ τους ανθρώπους. Τους δίνουν τον χώρο να αποκαλυφθούν μόνοι τους.»
Πώς, όμως, η Αμέρισσα και η Ελίνα συναντήθηκαν, πώς συνεργάστηκαν και ποια ήταν η διαδικασία της προετοιμασίας τους; «Την Ελίνα την είδαμε για πρώτη φορά στην μικρού μήκους ταινία “Τα Τσουλάκια” στο Φεστιβάλ Δράμας και μας άρεσε πολύ η ερμηνεία της,» εξηγεί η Μπάστα.
“Τα Τσουλάκια”
«Μετά γνωριστήκαμε από κοντά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς έμενε και σπούδαζε εκεί. Για αρκετό διάστημα μιλούσαμε και συζητούσαμε την ταινία και τον βασικό ρόλο, αλλά η καθοριστική στιγμή ήταν όταν δοκιμάσαμε κάποιες σκηνές μαζί με τον Δημήτρη Κίτσο και ήταν προφανές ότι αυτή ήταν η Λένα και καμία άλλη. Κάναμε πολλές συζητήσεις και αρκετές πρόβες, μιλήσαμε για τον χαρακτήρα πολύ και δουλέψαμε αρκετά και με τους άλλους ηθοποιούς - με κάθε έναν ξεχωριστά. Η Ελίνα έχει μια αμεσότητα και φυσικότητα που μας κέρδισε από την αρχή καθώς και μια δύναμη εσωτερική που είναι απαραίτητη για το ρόλο της Λένας. Ήταν μια δύσκολη συνθήκη για μια πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό, καθώς εμφανίζεται σε κάθε σκηνή της ταινίας, με την κάμερα πάνω της και έπρεπε να είναι φουλ μέσα στο ρόλο. Η Λένα είναι ένας χαρακτήρας σύνθετος, σκληρός και τρυφερός, γειωμένος βαθιά στην πραγματικότητα αλλά και με μια ελπίδα που δεν αφήνει να της την τσαλακώσουν. Η Ελίνα τα αγκάλιασε όλα αυτά και τα έκανε δικά της και με τα δικά της εκφραστικά μέσα δημιούργησε έναν άνθρωπο αληθινό, μια κοπέλα που κυριολεκτικά μπορεί να ζει δίπλα μας.» Η Λένα είναι ένας χαρακτήρας σύνθετος, σκληρός και τρυφερός, γειωμένος βαθιά στην πραγματικότητα αλλά και με μια ελπίδα που δεν αφήνει να της την τσαλακώσουν. Η Ελίνα τα αγκάλιασε όλα αυτά και τα έκανε δικά της.»
“Τα Τσουλάκια”
«Συνεργαστήκαμε πολύ όμορφα, δημιουργικά και με φροντίδα,» συμπληρώνει η Ελίνα. «Εγώ τότε που γυρίζαμε την ταινία δεν έμενα ακόμη Αθήνα οπότε με είχαν σαν παιδί τους όταν ήρθα. Και η Αμέρισσα και ο Δημήτρης (Νάκος, παραγωγός της ταινίας, σκηνοθέτης κι ο ίδιος). Στην αρχή μιλούσαμε από το τηλέφωνο με τα παιδιά, εγώΘεσσαλονίκη, αυτοί Αθήνα και συζητούσαμε για την Λένα. Θυμάμαι μου είπαν να δω κάποιες ταινίες, όπως την "Rosetta" των αδερφών Νταρντέν, το "Fish Tank" της Αντρεα Αρνολντ, για να παρατηρήσω την κινηματογράφηση, την ενέργεια της πρωταγωνίστριας κλπ. Ηταν υπέροχα. Σαν πιο μοναχική δουλειά, αγόρασα ένα τετράδιο και έγραφα μέσα σκέψεις για τη Λένα αλλά από την πλευρά τη δική της, σαν να τα γράφει αυτή. Ή σκεφτόμουν τι θα ζωγράφιζε στο τετράδιό της φορώντας τα ακουστικά της μετά από κάποια σκηνή που έχει μαλώσει με τον πατέρα της. Με απασχολούσε ιδιαίτερα η μουσική που ακούει στα ακουστικά της γιατί σκεφτόμουν μήπως το περπάτημά της φέρει κάτι από τη μουσική που ακούει. Τελικά δεν την περιορίσαμε σε ένα στυλ μουσικής, αλλά αυτές οι σκέψεις για τη Λένα νομίζω βοήθησαν να σχηματιστεί. Μετάσυναντηθήκαμε με τους συμπρωταγωνιστές μου μέσα στις πρόβες και από εκεί η διαδικασία άνοιξε. Υπήρχε χώρος για συζήτηση, για δοκιμές, για να φέρουμε κι εμείςπροτάσεις. Κάθε σκηνή άρχισε να αποκτά τον ρυθμό της, ειδικά όσο έμπαιναν στη διαδικασία και τα υπόλοιπα τμήματα, το σκηνογραφικό, το ενδυματολογικό, οι φωτισμοί, όλοι οι άνθρωποι της παραγωγής. Ενιωθες ότι όλοι έδιναν πραγματικά το 100% τους και ότι η ταινία χτιζόταν συλλογικά, μέσα από τη φροντίδα και την ενέργεια κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Ολα συμμετείχαν οργανικά στη δημιουργία ενός κόσμου.»
Με το βάρος που προκαλεί η αίσθηση μιας πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας, πώς επέλεξε η Μπάστα τους συνεργάτες της και τι κρατά από αυτές τις συνεργασίες, όπως με τη Χριστίνα Μουμούρη στη φωτογραφία και τον Λάμπη Χαραλαμπίδη και τον Νίκο Καλλιπολίτη στο μοντάζ; «Και η Χριστίνα αλλά και ο Λάμπης με το Νίκο είναι συνεργάτες με τους οποίους έχουμε κοινή αισθητική και έναν κοινό τρόπο να “βλέπουμε” τους χαρακτήρες,» μοιάρζεται η σκηνοθέτης. «Γνωριζόμασταν καιπριν συνεργαστούμε στην ταινία και εκτιμώ τις δουλειές τους πολύ. Με ενδιέφερε στις “Μικρές Ανάσες” μια φωτογραφία πολύ κοντά στο σώμα και στηναναπνοή των ηρώων, ανεπιτήδευτη αλλά με συναισθηματικό βάθος. Η Χριστίνα δημιούργησε εικόνες ωμές και ταυτόχρονα τρυφερές, κάτι που είναι πολύ κοντά στην ψυχή της ταινίας. Με το Νίκο και το Λάμπη δουλέψαμε πολύ πάνω στις παύσεις, στις μικρές μετατοπίσεις του βλέμματος, σε πράγματα που ίσως δεν είναι άμεσα ορατά αλλά επηρεάζουν βαθιά το συναίσθημα της σκηνής. Κρατώ τη διάθεσή τους να ακούσουν την “αναπνοή” των σκηνών, να μη διστάζουν μπροστά στη σιωπή ή τη διάρκεια. Ο κινηματογράφος είναι μια βαθιά συλλογική τέχνη - όλες οι ταινίες γίνονται από μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες που ενώνονται από την ανάγκη να ειπωθεί μια ιστορία. Αυτό που μένει τελικά από τις συνεργασίες δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά το ότι για ένα διάστημα μια ομάδα ανθρώπων δούλεψε μαζί και προσπάθησε να δώσει μορφή και ψυχή σε μια ιστορία.»
Η ταινία, σεναριακά, πραγματεύεται και το τρίγωνο της... απόγνωσης, προβληματικές σχέσεις, έλλειψη χρημάτων, έλλειψη ονείρων. Θεωρούν οι δυο συνεργάτιδες ότι είναι μια πολιτική ταινία μ' αυτή την έννοια; Τι μηνύματα θέλει να μεταφέρει; «Πραγματικά οι σχέσεις περνούν κρίση και τα χρήματα είναι πρακτικά ανύπαρκτα στηνιστορία μας, πάντως κάποια όνειρα υπάρχουν σε όλους τους χαρακτήρες,» λέει η Αμέρισσα. «Από λίγες μέρες διακοπές το καλοκαίρι, μια καινούργια τηλεόραση, ένα αξιοπρεπές σπίτι, την αποδοχή της παρέας στο σχολείο, έναν σύντροφο που να ενδιαφέρεται πραγματικά, όλοι κάτι θέλουν και παρά τις σάπιες συνθήκες που τους περιβάλλουν, με έναν τρόπο το διεκδικούν. Ολο το σινεμά είναι με έναν τρόπο πολιτικό. Η ταινία φωτίζει τις ζωές ανθρώπων που ζουν δίπλα μας. Δεν νιώθω ότι το σινεμά πρέπει να μεταφέρει ένα συγκεκριμένο μήνυμα· αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μιλάμε με ειλικρίνεια και πλησιάζουμε τις ψυχές των ανθρώπων.»
Η Ελίνα προσθέτει, «Δεν ξέρω αν είναι πολιτική ταινία ή όχι. Γενικά νιώθω σήμερα πως υπάρχει μια τεράστια ανάγκη να τοποθετηθείς δημόσια για τα πάντα, ακόμη κι αν η τοποθέτηση αυτή μείνει σε μια επιφάνεια. Και συμβαίνει και στο σινεμά αυτό, να μοιάζει μια ταινία πολιτική επειδή μπορεί να έχει ένα προφανές σχόλιο ή μια εύκολη θέση απέναντι στην εξουσία. Τώρα αν μια ταινία καταφέρει να μπει στον δημόσιο διάλογο, να ανοίξει κάποια κουβέντα μετά την προβολή, αυτό είναι εξίσου δυναμικό. Αυτό το έχει πει ο Κεν Λόουτς, ότι μια ταινία είναι απλώς μια ταινία, το πολύ πολύ να προσθέσει τη φωνή της στη δημόσια συζήτηση. Βέβαια, αυτός είναι αυτός που είναι και έχει το δικαίωμα να το λέει έτσι κυνικά γιατί κάνει τις ταινίες που κάνει. Για μένα πάντως, το πολιτικό στο σινεμά έχει να κάνει και με τον τρόπο που επιλέγεις να κοιτάξεις έναν άνθρωπο και από αυτή την άποψη, είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνει η ταινία με την Λένα. Βάζει μια νεαρή γυναίκα στο επίκεντρο του κινηματογραφικού της σύμπαντος και της επιτρέπει να υπάρχει με την πολυπλοκότητά της, τις αντιφάσεις της, να έχει τη δική της φωνή, να διεκδικεί, να τσακώνεται, να γελάει, να λυπάται, να είναι εύθραυστη και δυναμική μαζί. Μια νεαρή κοπέλα που προσπαθεί να προσδιορίσει τη θέση της στον κόσμο, διεκδικεί την αυτοδιάθεση του σώματός της, τη δουλειά της, τη ζωή της. Από αυτήν τη σκοπιά, νιώθω πως η ταινία παίρνει ξεκάθαρα μια θέση μέσα από το βλέμμα της σκηνοθέτριας. Από το πώς επιλέγει να δείξει τη γυναίκα στο σινεμά. Και αυτό που μου αρέσει πολύ, έτσι όπως εγώ το αισθάνομαι, είναι ότι στην τελική η ταινία δεν αφηγείται μια ιστορία θλίψης ή τιμωρίας για τις αποφάσεις που παίρνει η Λένα, αλλά μια ιστορία ελευθερίας. Μια κοπέλα που παρά τις δυσκολίες και της αντιφάσεις της αντιδρά και κινείται προς τη ζωή.»
Αυτή η δουλειά του ηθοποιού, έχει κάτι βαθιά αντιφατικό. Υπάρχουν περίοδοι που ξεχνάς γιατί το προσπαθείς τόσο. Υπάρχει τεράστια ανεργία, ανασφάλεια, ανταγωνισμός, πράγματα που από μόνα τους γεννούν μια μορφή απαισιοδοξίας. Αλλά μετά συμβαίνουν κάποιες συγκυρίες, όπως αυτή η ταινία, και ξαφνικά λες, "ωπ, κάτι ωραίο συμβαίνει εδώ".»
Ποια θεώρησε η Ελίνα, στα πρώτα της βήματα στο σινεμά, ότι είναι τα σημαντικότερα εφόδια που κέρδισε κάνοντας αυτή την ταινία; «Ηταν πραγματικά ένα πολύ όμορφο και γεμάτο ταξίδι, και ίσως το σημαντικότερο που κέρδισα ήταν οι άνθρωποι που γνώρισα μέσα σε αυτό,» απαντά η ηθοποιός. «Κατάλαβα πόσο δύσκολο αλλάκαι πόσο μαγικό είναι να γυρίζεται μια ταινία, ότι θέλει πολύ υπομονή, συγκέντρωση, εμπιστοσύνη και συλλογική φροντίδα για να δημιουργηθεί κάτι τόσο εύθραυστο καιζωντανό ταυτόχρονα. Εμαθα επίσης πολύ πρακτικά πράγματα για το ίδιο το γύρισμα και την καθημερινότητά του… όπως το ότι καλό είναι να τρως σαλάτα στο μεσημεριανό και όχι παστίτσιο, γιατί μετά δεν μπορείς να κουνηθείς. Επίσης, θεωρώ μεγάλη επιτυχία το ότι χάρη σε αυτήν την ταινία η μαμά μου πήγε και μίλησε στον Γιώργο Χωραφά στην πρεμιέρα της Θεσσαλονίκης. Νομίζω αυτό από μόνο του άξιζε όλο το ταξίδι.»

Είναι η εποχή όπου οι casting directors έχουν διεκδικήσει τη θέση τους στην παραγωγή και στην αγορά, πόσο σημαντική είναι για την Τσιορμπατζή η δουλειά τους; «Η δουλειά ενός casting director είναι καθοριστική γιατί δεν επιλέγει απλώς πρόσωπα αλλά χημείες, ενέργειες, παρουσίες. Χρειάζεται ένστικτο, διεισδυτικό βλέμμα,ενσυναίσθηση, και ουσιαστική κατανόηση των ανθρώπων. Χαρακτηριστικά πολύτιμα και καθόλου αυτονόητα. Και για αυτό είναι σημαντικό αυτή η δουλειά να αναγνωρίζεται και να αμείβεται αναλόγως. Στην Ελλάδα, παρόλο που υπάρχουν άνθρωποι διορατικοί και αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, ακριβώς επειδή το οπτικοακουστικό τοπίο λειτουργεί με περιορισμούς, αυτό συχνά επηρεάζει και το casting. Φαντάζομαι δηλαδή πως όταν μια παραγωγή πιέζεται χρονικά και οικονομικά, η διαδικασία του casting συρρικνώνεται. Παρατηρώ να επαναλαμβάνονται συχνά τα ίδια πρόσωπα σε παραγωγές. Με στεναχωρεί αυτό γιατί πολλοί ηθοποιοί που είναι λιγότερο γνωστοί μένουν διαρκώς εκτός. Είναι ενοχλητικό. Παρ' όλα αυτά τα τελευταία χρόνια νομίζω πως γίνονται πιο τολμηρά castings και δίνεται χώρος σε όλο και περισσότερους νέους ηθοποιούς.»

Τι δυσκολίες αλλά και τι ευχάριστες εκπλήξεις συναντά μια σκηνοθέτης που κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της; Πώς θα χαρακτήριζε η Αμέρισσα το κλίμα στο σημερινό ελληνικό σινεμά; «Η βασική δυσκολία είναι ο τεράστιος χρόνος υλοποίησης της ταινίας - καθώς μέχρι να ολοκληρωθεί το πλάνο χρηματοδότησης και ο προγραμματισμός γυρισμάτων παρεμβάλλεται ένα πραγματικά μεγάλο διάστημα, συχνά 5-7 χρόνια,» εξηγεί η Μπάστα. «Στις ευχάριστες εκπλήξεις θα έβαζα την εξαιρετική συνεργασία με συντελεστές από πέντε διαφορετικές χώρες, τις όμορφες πλευρές της Αθήνας που ξαναανακαλύψαμε και κυρίως την πολύ ζεστή και ενδιαφέρουσα επικοινωνία του σινεφιλικού κοινού στα φεστιβάλ των χωρών που έχει ταξιδέψει η ταινία ως τώρα. Τα πράγματα είναι δύσκολα για τους Ελληνες δημιουργούς - ήταν πάντα δύσκολα, είμαστε μια μικρή αγορά και το κοινό έχει απομακρυνθεί από τις αίθουσες. Έχουμε να ανταγωνιστούμε πλέον μια στρατιά από πλατφόρμες με εύκολα προσβάσιμο και ατέλειωτο content. Ωστόσο βλέπουμε πλέον όλο και πιο συχνά ελληνικές ταινίες που ταξιδεύουν στα φεστιβάλ, βραβεύονται και βρίσκουν τη θέση τους στις ψυχές των θεατών εντός και εκτός Ελλάδας.»
Η ταινία έχει ένα μάλλον ανοιχτό, βαθιά ρομαντικό, μετρημένα αισιόδοξο φινάλε. Ηταν συνειδητή επιλογή της Αμέρισσας αυτό, ένα φιλμ με θετικό πρόσημο κόντρα στη μαυρίλα; «Η Λένα εκφράζει μια γενιά που τα όνειρά της τσαλαπατιούνται καθημερινά καθώς οι σχέσεις, τα εργασιακά, το στεγαστικό θέμα βρίσκονται σε κρίση διαρκείας,» λέει η σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος. «Είναι όμως και η γενιά που θα θέλαμε όλοι να μην το βάλει κάτω και να βλέπει ένα φως στο τέλος τουτούνελ. Είναι σίγουρα συνειδητή επιλογή και είναι και ο τρόπος που εμείς διαλέγουμε να βλέπουμε τα πράγματα για να συνεχίσουμε να ζούμε και να δημιουργούμε.» Εμαθα πολύ πρακτικά πράγματα για το ίδιο το γύρισμα και την καθημερινότητά του… όπως το ότι καλό είναι να τρως σαλάτα στο μεσημεριανό και όχι παστίτσιο, γιατί μετά δεν μπορείς να κουνηθείς. Επίσης, θεωρώ μεγάλη επιτυχία το ότι χάρη σε αυτήν την ταινία η μαμά μου πήγε και μίλησε στον Γιώργο Χωραφά στην πρεμιέρα της Θεσσαλονίκης. Νομίζω αυτό από μόνο του άξιζε όλο το ταξίδι.»

Πού στέκεται η Ελίνα Τσιορμπατζή μπροστά στη ζυγαριά αισιοδοξία - απαισιοδοξία; Επηρεάζει αυτό τις επαγγελματικές επιλογές της; «Δεν στέκομαι απόλυτα σε καμία από τις δύο πλευρές· μάλλον κινούμαι κάπου ανάμεσά τους,» λέει. «Δεν μου αρέσει η μοιρολατρία ή η μιζέρια που είναι παράγωγα της απαισιοδοξίας, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα σε βαραίνει τόσο πολύ που δεν μπορείς εύκολα να τη χωρέσεις μέσα σου. Και τότε αναπόφευκτα σκοτεινιάζεις λίγο. Και αυτή η δουλειά του ηθοποιού, έχει κάτι βαθιά αντιφατικό. Υπάρχουν περίοδοι που ξεχνάς γιατί το προσπαθείς τόσο. Χάνεις τη χαρά του παιχνιδιού, που στην ουσία ήτανκαι ο λόγος που ξεκίνησες. Υπάρχει τεράστια ανεργία, ανασφάλεια, ανταγωνισμός, πράγματα που από μόνα τους γεννούν μια μορφή απαισιοδοξίας. Αλλά μετά συμβαίνουν κάποιες συγκυρίες, όπως αυτή η ταινία, και ξαφνικά λες, "ωπ, κάτι ωραίο συμβαίνει εδώ". Εγώ, ας πούμε, δεν έχω plan b. Αν δεν πετύχει το “ηθοποιός”, δλδ να βιοπορίζομαι αποκλειστικά από αυτό, δεν ξέρω τι θα κάνω. Αρα μάλλον κάπου είμαι αισιόδοξη (και αφελής;) Οσο για τις επαγγελματικές επιλογές, με ενδιαφέρει να υπάρχει σεβασμός και φροντίδα στους συνεργάτες και στην ιστορία που θέλουμε να πούμε.»
Η ταινία «Μικρές Ανάσες» συγκέντρωσε 5 υποψηφιότητες στα φετινά βραβεία Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πόσο σημαντική θεωρούν οι δυο νέες καλλιτέχνιδες την ύπαρξη των βραβείων αυτών, και τι σημαίνει για εκείνες μια βράβευση γενικώς; «Αυτό με τα βραβεία γενικώς είναι λίγο περίεργο,» λέει η Ελίνα, «γιατί από τη μια η ίδια τους ύπαρξη βασίζεται στην ιδέα ότι κάτι είναι “καλύτερο” από κάτι άλλο και δεν θέλω να σκέφτομαι την τέχνη μέσα από αυτή τη λογική της σύγκρισης. Από την άλλη, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πόσο χάρηκα για τις υποψηφιότητές μας στα Ιρις. Φυσικά η αναγνώριση έχει σημασία. Φωτίζει μια διαδρομή, δίνει ελπίδα και φέρνει δουλειές. Και η ύπαρξη της ΕΑΚ είναι σημαντική γιατί η τέχνη χρειάζεται και κοινότητες να τη στηρίζουν, όχι μόνο μοναχικές φωνές. Ειδικά σε μια χώρα όπου ο κινηματογράφος περνά τέτοια κρίση υποχρηματοδότησης και οι άνθρωποί του δουλεύουν συχνά με μεγάλο προσωπικό κόστος, σχεδόν μόνο από αγάπη και επιμονή προς το ίδιο το μέσο, θεωρώ πολύ σημαντικό να υπάρχει ένας συλλογικός φορέας που να μπορεί να στηρίζει, να εκπροσωπεί και να προστατεύει αυτήν την κοινότητα. Δεν μπορεί ο κινηματογράφος να επιβιώνει διαρκώς χάρη στην αυτοθυσία των ανθρώπων του· χρειάζεται και δομές που να δείχνουν ότι ο πολιτισμός είναι κάτι ουσιαστικό και ζωντανό για μια κοινωνία.»
Η Αμέρισσα Μπάστα, με τη σειρά της, απαντά, «Τα βραβεία Ιρις είναι ένας σημαντικός θεσμός, και έχουμε χαρεί ήδη πάρα πολύ και με τις υποψηφιότητες που απέσπασαν οι “Μικρές Ανάσες” μας, καθώς προέρχονται από μια πλατιά βάση επαγγελματιών του χώρου. Κάθε διάκριση είναι σημαντική για την πορείαμιας ταινίας, βοηθάει στο να γίνει περισσότερο ορατή μέσα σε έναν τεράστιο όγκο ελληνικών και ξένων παραγωγών που πλέον έχει στη διάθεσή του το κοινό, αλλά κυρίως είναι σημαντική για να επισφραγίσει την προσπάθεια μιας ομάδας που δούλεψε με την ψυχή της για να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα.»
Τα τελευταία από το FLIX

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ℹ️ Η αντιγραφή και χρήση (αναδημοσίευση κλπ) αναρτήσεων στο σύνολό τους ή αποσπασματικά είναι ελεύθερη, με απλή αναφορά στην πηγή

ℹ️ Οι περισσότερες εικόνες που αναπαράγονται σε αυτόν τον ιστότοπο είναι πρωτότυπες ή μακέτες δικές μας.
Κάποιες που προέρχονται από το διαδίκτυο, αν δεν αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο τις θεωρούμε δημόσιες χωρίς «δικαιώματα» ©®®
Αν υπάρχει πηγή την αναφέρουμε πάντα

Τυχόν «ιδιοκτήτες» φωτογραφιών ή θεμάτων μπορούν ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσουν μαζί μας για διευκρινήσεις με e-mail.


ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ

🔻 Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.
Αν σχολιάζετε σαν «Ανώνυμος» καλό είναι να χρησιμοποιείτε ένα διακριτικό όνομα, ψευδώνυμο, ή αρχικά

🔳 ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ:

Α) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog
Β) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Γ) εκτός θέματος ανάρτησης
Δ) με ασυνόδευτα link (spamming)

Παρακαλούμε τα σχόλια σας στα Ελληνικά - όχι "Greeklings"