Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΚΕ Αλύγιστοι Ταξικής Πάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΚΕ Αλύγιστοι Ταξικής Πάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

03 Μαρτίου 2025

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ: Η ομαδική σφαγή περισσότερων από 300 φαντάρων το 1948


«Σε τούτα τα βράχια τουφεκίστηκαν οι 300 του Α’ Τάγματος
τούτα τα φύκια είναι μια τούφα μαλλιά
ξεκολλημένα μαζί με το πετσί
απ’ το καύκαλο ενός συντρόφου που αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση»
            
Γιάννης Ρίτσος

«Μακρονήσι, σεμνό σκαπανέων σχολειό,
τιμημένε ναέ ανθρωπιάς μεγαλείου»

σσ. Το δίστιχο είναι από το προκλητικό σκοταδιστικό εμβατήριο «Μακρόνησος»,
σύμφωνα με τον ιστορικά ασυγχώρητο χαρακτηρισμό του κολαστηρίου της Μακρονήσου,
από τον Π. Κανελλόπουλο, ως «νέου Παρθενώνα».

Τέτοιες μέρες ήτανε. Τη μια μέρα ήτανε χειμώνας, την άλλη έμπαινε η άνοιξη.
Όχι, όμως και στο Μακρονήσι.
Εδώ, ο τροχός γυρνούσε αντίστροφα. Στη θέση ενός φωτεινού κόσμου, του κόσμου της αντίστασης και της λευτεριάς, επιχειρούνταν να στηθεί το βασίλειο του τρόμου.
Πεντέμισι χιλιάδες φαντάροι, που η αστική τάξη εκτιμούσε ότι είναι στο παραπέντε να περάσουν με το μέρος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, είχαν κλειστεί στο σύρμα της Μακρονήσου, για να «αναμορφωθούν» και να σταλούν στο μέτωπο να χτυπήσουν τους συντρόφους τους.
Αυτοί οι 5.500 φαντάροι δεν ήταν όποιοι κι όποιοι. Ηταν οι αμετανόητοι που είχαν ξεδιαλεχτεί από τα άλλα τάγματα. Στο νησί εκείνη την περίοδο υπήρχαν τρία τάγματα σκαπανέων. Τα Α, Β και Γ. Τα Β και Γ λειτουργούσαν ως φίλτρα. Οι αμετανόητοι μεταφέρονται στο Α τάγμα. 5.500 ψυχές έτοιμες για τη μεγάλη σφαγή.
Ηταν 29 του Φλεβάρη κι ερχόταν η 1 Μάρτη του 1948.

Αυτό που γινόταν δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Η αστική τάξη είχε ήδη αποκτήσει εμπειρία, από τον εγκλεισμό στο «σύρμα» στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική 15.000 αντιφασιστών Ελλήνων στρατιωτών. Είχε ήδη μέχρι τις αρχές του 1947 μαντρώσει 5.809 κρατούμενους στα νησιά της εξορίας και άλλους 11.244 κρατούμενους τους είχε σε φυλακές και στρατόπεδα να περιμένουν την εκτόπισή τους.

Είχε έρθει η ώρα για να ξεκινήσει η εκκαθάριση του ανασυγκροτούμενου αστικού στρατού. Κατά χιλιάδες οι φαντάροι απομονώνονται από το κυρίως σώμα του αστικού στρατού και συγκροτούνται τα τάγματα σκαπανέων.

Ήταν η εποχή που έχει ήδη ανακοινωθεί το Σχέδιο Μάρσαλ και διακηρυσσόταν το Δόγμα Τρούμαν. Η εποχή που μετά την αποτυχία των ναζί να συντρίψουν τη Σοβιετική Ενωση, ο ιμπεριαλισμός σούμπιτος έβαζε πλώρη για να αντιμετωπίσει το σοσιαλιστικό σύστημα που είχε βγει τροπαιούχο από τον Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο.

Η αστική τάξη στη χώρα μας γνώριζε πολύ καλά τι έκανε και πού πήγαινε. Ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Π. Κανελλόπουλος δήλωνε: «Η ιστορία θα γράψει πως η στροφή της παγκοσμίου καταστάσεως εδώ άρχισε, στη Μακρόνησο. Στο ξερονήσι αυτό, υπέροχον σχολείον αναβαπτίσεως των ασώτων υιών του έθνους, εβλάπτισεν σήμερον η Ελλάς ωραιοτέρα παρά ποτέ» (δήλωση υπουργού Στρατιωτικών Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που έδωσε συγχαρητήρια στους επιτελείς των ταγμάτων στη Μακρόνησο, ηχητικό ντοκουμέντο από το ντοκιμαντέρ του Λ. Βαρδαρού «Μακρόνησος. Τόποι πολιτικής εξορίας και ιστορικής μνήμης»).

Όλη η χώρα μια φυλακή

Είναι η εποχή που στην Ελλάδα αναπτύσσεται ο ένοπλος ταξικός αγώνας και η χώρα μετατρέπεται από άκρη σε άκρη σε μια απέραντη φυλακή. Αντλούμε στοιχεία από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμος Β2:

Απλώθηκαν και λειτούργησαν σε όλη την επικράτεια δεκάδες φυλακές και τόποι εξορίας με κρατούμενους κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης. Στα τέλη του 1946 με αρχές του 1947 καταμετρώνται σε όλη τη χώρα 49 φυλακές και 35 τόποι εξορίας. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων που χρησιμοποίησε ο αστικός στρατός, καθώς και τα κρατητήρια και τμήματα που χρησιμοποίησαν η Χωροφυλακή και η Ασφάλεια, στα οποία κρατήθηκαν και ανακρίθηκαν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Υπήρξαν επίσης 21 νοσοκομεία στα οποία κρατούνταν ασθενείς αγωνιστές, όπως το «Σωτηρία» και το «Αγιος Παύλος».

Ακόμα, γι’ αυτήν την περίοδο αναφέρονται τουλάχιστον 5 κρατητήρια «παρακρατικών» συμμοριών, όπως οι στάβλοι του Μπαντουβά στο Ηράκλειο Κρήτης και τα κρατητήρια της ΕΑΟΚ στις Κροκεές Λακωνίας.

Η Μακρόνησος ήταν το πλέον συμβολικό στρατόπεδο. Εδώ οι μηχανισμοί καταστολής τελειοποιήθηκαν, η βία συστηματοποιήθηκε και οι πολιτικά διωκόμενοι γνώρισαν τη μεγαλύτερη αναμέτρησή τους με τον ταξικό αντίπαλο.

Η δημιουργία της Μακρονήσου υπήρξε οργανωμένο σχέδιο των Βρετανών και Αμερικανών, σε συνεργασία με το ελληνικό αστικό κράτος, για την εξουδετέρωση μιας μεγάλης μερίδας του λαϊκού κινήματος, πρωταρχικά με σκοπό την εκκαθάριση του κυβερνητικού στρατού από δυνάμεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εξεγέρσεις σε μονάδες, σε συνδυασμό με την αποστέρηση του ΔΣΕ από πολύτιμες εφεδρείες. Ταυτόχρονα, επιδιώχτηκε το ηθικό τσάκισμα των κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών μέσα από την υπογραφή δηλώσεων αποκήρυξης του ΚΚΕ και της ιδεολογίας του, ώστε αυτό να λειτουργήσει αρνητικά στο ηθικό του λαού.

Η ίδρυση του στρατοπέδου της Μακρονήσου αποφασίστηκε στις 19 Φλεβάρη 1947, σε συνεργασία με τους αμερικάνους, ενώ ξεκίνησε να λειτουργεί στις 28 Μάη 1947, με τον εκτοπισμό σε αυτήν των πρώτων 100 μόνιμων αξιωματικών και 600 εφέδρων.

Το στρατόπεδο της Μακρονήσου συγκροτήθηκε από: Το Α Τάγμα Σκαπανέων, που είχε μεταφερθεί από τον Αγιο Νικόλαο Κρήτης, με διοικητή τον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο, τον οποίο αντικατέστησε το 1948 ο ταγματάρχης Αντώνιος Βασιλόπουλος. Το Β Τάγμα, που μεταφέρθηκε από τη Λάρισα στην Παιανία και από εκεί στο Πόρτο Ράφτη, απ’ όπου έφυγε για τη Μακρόνησο (25 Μάη 1947), με διοικητή τον Ηλία Στολιόπουλο και αργότερα τον Γεώργιο Τζανετάτο. Το Γ Τάγμα, που συγκροτήθηκε το 1946 στη Μίκρα Θεσσαλονίκης, με διοικητή τον Παναγιώτη Σκαλούμπακα. Τον Σεπτέμβρη του 1947 μεταφέρθηκαν στο Γ Κέντρο Αξιωματικών Μακρονήσου οι μάχιμοι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ. Διοικητής του ήταν ο Σταύρος Χριστοδουλάκης και μετά ο Νίκος Δαούλης, που έκανε και χρέη διοικητή της Μακρονήσου. Υπεύθυνος για τη Μακρόνησο από την πλευρά του ΓΕΣ ήταν ο συνταγματάρχης Γεώργιος Μπαϊρακτάρης.

Στα τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (ΕΤΟ), τα Α ΕΤΟ, Β ΕΤΟ και Γ ΕΤΟ, κρατούνταν κομμουνιστές και άλλοι ΕΠΟΝίτες φαντάροι, ανάλογα με το βαθμό επικινδυνότητας, που προέκυπτε από το φάκελο που είχε στη διάθεσή του το Γραφείο Ασφαλείας (Α2) του νησιού. Στο Α ΕΤΟ, το λεγόμενο και «Κόκκινο Τάγμα», κρατούνταν οι πιο επικίνδυνοι οπλίτες, στο Β ΕΤΟ οι «συμπαθούντες» και στο Γ ΕΤΟ οι «ύποπτοι».

Εκτός από τα παραπάνω τάγματα, υπήρχαν και χώρος κράτησης πολιτών και ορισμένες μικρές μονάδες υποστηρικτικών υπηρεσιών.
Στο νησί αρχικά λειτούργησαν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), στις οποίες κρατούνταν «επικίνδυνοι πολίτες» (υπόδικοι στρατοδικείων) και οι οποίες μετονομάστηκαν το 1949 σε Ειδικό Σώμα Αναμόρφωσης Ιδιωτών (Α και Β ΕΤΟ-ΕΣΑΙ), που αργότερα ονομάστηκε Δ ΕΤΟ.
Συνολικά στο νησί κρατήθηκαν, κατά μια εκδοχή, πάνω από 100.000 άτομα, πολίτες ή στρατιωτικοί. Ανάμεσά τους και 300 ανήλικα παιδιά.

Η βία και τα ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια υπήρξαν καθημερινό φαινόμενο στη Μακρόνησο. Ηδη με την άφιξή τους στο νησί, οι εξόριστοι ξυλοκοπούνταν από άντρες της Αστυνομίας Μονάδας (ΑΜ) και όσοι δεν υπέγραφαν δηλώσεις αποκήρυξης στέλνονταν στο Γραφείο Α2 για περαιτέρω βασανιστήρια και ανακρίσεις. Οι εξόριστοι που δεν υπέγραφαν συνήθως απομονώνονταν και βασανίζονταν αδιάκοπα, ενώ οι υπογράφοντες δήλωση τοποθετούνταν σε ξεχωριστούς κλωβούς, όπου η μεταχείρισή τους ήταν σχετικά ήπια.

Βασανιστήρια όπως το ξύλο με σύρματα, καδρόνια και ξύλα μπαμπού, η φάλαγγα, η ψυχρολουσία, η έκθεση στον ήλιο και το κρύο και το κάψιμο με πυρωμένα σίδερα και τσιγάρα, συνδυάζονταν με ώρες καψονιών όπως η ορθοστασία, το κουβάλημα βράχων και η ακινησία, προκειμένου να αποσπαστούν δηλώσεις. Παράλληλα, εφαρμόζονταν ψυχολογικές μέθοδοι βασανισμού, όπως η άσκοπη εργασία, ο δημόσιος εξευτελισμός και τα πολύωρα «μαθήματα» εθνικής διαπαιδαγώγησης (μεταδίδονταν από τα μεγάφωνα του στρατοπέδου εθνικιστικοί ύμνοι και ανακοινώσεις 24 ώρες το 24ωρο).

🔻🔻🔻

Κολοφώνα της βίας στη Μακρόνησο αποτέλεσε η ομαδική σφαγή στο Α ΕΤΟ περισσότερων από 300 φαντάρων (29 Φλεβάρη 1948 — 1 Μάρτη 1948).
Το έγκλημα χαρακτηρίστηκε από το ΓΕΣ και τον αστικό Τύπο ως «στάση» των φαντάρων και πολλοί από τους επιζήσαντες δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο ως «στασιαστές». Τους νεκρούς του Α ΕΤΟ τους έριξαν στη θάλασσα με άκρα μυστικότητα, στη βραχονησίδα Σαν Τζιόρτζιο, μέσα σε συρμάτινα δίχτυα. Εως σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί και προσωποποιηθεί ο ακριβής αριθμός τους. Ο καπετάνιος του καϊκιού που μετέφερε τα πτώματα στο Σαν Τζιόρτζιο έχει δηλώσει πως καταμέτρησε ο ίδιος 350 νεκρούς. Παράλληλα, όμως, έχουν καταγραφεί πολλές μαρτυρίες για ομαδικούς τάφους στο Λαύριο και πέρα απ’ αυτό.

 

Συμπληρώνονται φέτος, 77 χρόνια από τη Μεγάλη Σφαγή κρατουμένων κομμουνιστών και αγωνιστών της Εαμικής Εθνικής Αντίστασης στο Α ΕΤΟ Μακρονήσου, από τα διατεταγμένα εγκληματικά όργανα του αστικού κράτους και των Αγγλοαμερικάνικων στηριγμάτων του και σε ανακοίνωσή της η Πανελλήνια Ενωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ), αναφέρει:

«Ήταν Σάββατο 29/02/1948 όταν οι φαντάροι που κρατούνταν κάτω από συνθήκες ανείπωτων βασανιστηρίων μέχρι θανάτου, επειδή δεν αποκήρυσσαν τις ιδέες τους, τους αγώνες τους και το ΚΚΕ, ο ανθός της νεολαίας, της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, που είχαν δώσει την ψυχή και τη ζωή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους φασίστες καταχτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, έπεφταν νεκροί από τις σφαίρες των άνανδρων ανθρωποφυλάκων του λόχου ασφαλείας της Μακρονήσου. Ήταν η αρχή της μεγάλης σφαγής!

Μιας σφαγής που συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα με μεγαλύτερη σφοδρότητα, όταν όλα τα μυδράλια από την ακταιωρό που μετέφερε από το Λαύριο τον Διοικητή του Στρατοπέδου Μπαϊρακτάρη κτύπησαν ανελέητα τους άοπλους περήφανους και ανυπότακτους στρατιώτες, που στέκονταν αλύγιστοι σε θέση προσοχής, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο, με μόνο όπλο την παλικαριά, την συντροφική αλληλεγγύη, την πίστη τους στα ιδανικά της λαοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.
77 χρόνια από τότε κανένας δεν μπόρεσε να τη σβήσει από τη μνήμη του λαού μας και από τις επόμενες γενιές που θέλουν να συνεχίσουν στα ίδια βήματα του αγώνα με όσους χάθηκαν στο δίκαιο αγώνα για την ανατροπή της κοινωνίας της εκμετάλλευσης.

Η μεγαλειώδης αντίσταση των άοπλων, κρατούμενων, κομμουνιστών και δημοκρατικών φαντάρων, ο ηρωικός θάνατος των 300 από αυτούς, αποκάλυψε το ωμό, δολοφονικό πρόσωπο των αγγλοαμερικάνων ιμπεριαλιστών (που αυτοπροβάλλονταν ως δημοκρατικές και φιλειρηνικές δυνάμεις) για την εδραίωση της συμμάχου τους μισαλλόδοξης ελληνικής αστικής εξουσίας, καθώς και το απάνθρωπο πρόσωπο των δεσμωτών της Μακρονήσου προκειμένου να τσακίσουν σωματικά και ψυχικά τους αγωνιστές σε μια περίοδο όξυνσης της ταξικής πάλης με την ηρωική εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού στην κορύφωσή της. Ανέδειξε όμως και το μήνυμα της Αντίστασης, της Λεβεντιάς, της Αξιοπρέπειας και της Πίστης στα Ιδανικά της ταξικής απελευθέρωσης.

Εβδομήντα επτά χρόνια μετά, η ηρωική στάση των κομμουνιστών στρατιωτών αποτελεί ακόμη φάρο αντίστασης στη βαρβαρότητα των ιμπεριαλιστικών κέντρων που πολτοποιούν τους λαούς κάτω από τη μπότα των οικονομικών συμφερόντων των εθνικών αστικών τάξεων, σπέρνοντας στο όνομα της δημοκρατίας και της ειρήνης πολέμους και ανείπωτη εξαθλίωση, ξεθάβοντας ταυτόχρονα από τα ματωμένα τους θησαυροφυλάκιά τους το φάντασμα του φασισμού..

Μας καλεί να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία της Επανάστασης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της κομμουνιστικής κοινωνίας όπως την ύψωσαν και την κράτησαν οι αλύγιστοι της Μακρονήσου.

ΑΘΑΝΑΤΟΙ!

 ____________________________

Αφηγήσεις για τη μεγάλη σφαγή σε πρώτο πρόσωπο

Για τη μεγάλη σφαγή στη Μακρόνησο στο τρίτομο έργο με τίτλο «Μακρόνησος — Ιστορικός Τόπος», που εκδόθηκε από το ΚΚΕ (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή») έχουν συγκεντρωθεί από πολλές πηγές δεκάδες μαρτυρίες. Παραθέτουμε σήμερα αποσπάσματα από ορισμένες από αυτές.

Η πρώτη μέρα της σφαγής

Ο Νίκος Παπανδρέου αναφέρει: «Πρωινή αναφορά πήρε ο υπασπιστής του Τάγματος υπολοχαγός Καστρίτσης. Αμέσως μετά διέταξε το Τάγμα να κατευθυνθεί συντεταγμένο προς το αμφιθέατρο. Ανάμεσά μας τριγυρίζει ο ανθυπολοχαγός Καρδάρας που έλεγε: “Σήμερα θα μιλήσει ο Χριστός με το πιστόλι”. Ολοι βάλαμε τα γέλια, γιατί όλοι ξέραμε πως ο άνθρωπος αυτός είχε κάποια σημάδια παρανόησης. Επειδή, όμως, ήταν Κυριακή δεν αποκλείσαμε να έρθει κάποιος παπάς από το Λαύριο ή την Αθήνα για λειτουργία και κήρυγμα, όπως είπε και κάποια άλλη φορά. Μετά το μακελειό, ο Ιωαννίδης με τους αλφαμίτες μπρος στα αιμόφυρτα κορμιά εκβιάζουν για δήλωση: “Σκύψε κομμούνα να ιδείς, τα τίναξαν οι πουτάνες.
                              Σειρά σου τώρα, καθάριζε…”».

Ο Νίκος Μανδράκος: «Το ντουφεκίδι κράτησε δευτερόλεπτα. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο (…) Η μικρότερη μάζα, γύρω στους δύο χιλιάδες άνδρες, που βρέθηκαν στην πλαγιά του θεάτρου, δέχτηκε τα πυρά. Είδε να σωριάζονται αιμόφυρτα παλικάρια δίπλα της και συνειδητοποίησε από την πρώτη στιγμή πως πρόκειται για δολοφονία.
Εξαλλοι και αναστατωμένοι σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν: “Αίσχος… Ντροπή σας… Δολοφόνοι… εγκληματίες… δειλοί…”.

Μερικοί, ενεργώντας αμήχανα, σύρθηκαν προς το βάθος της χαράδρας. Οι περισσότεροι, όμως, αντιμετώπισαν το απαίσιο έγκλημα με ψυχραιμία και αποφασιστικά. Στάθηκαν όρθιοι και βλέποντας τους δολοφόνους (περίπου εκατό μέτρα τους χώριζαν), το Λόχο Ασφαλείας, φώναζαν τις λέξεις που προαναφέραμε (…) Οι κρατούμενοι που ήταν στο θέατρο σχημάτισαν με τις παλάμες τους (αριστερά — δεξιά) φορεία. Τοποθέτησαν ευλαβικά τα θύματα και σιγά σιγά κατηφόρισαν στο γήπεδο. Πέντε νεκροί και πολλοί τραυματίες. Ολοι με πυροβόλα και όπλα. Από τους τραυματίες καμιά εικοσαριά βαριά. Αλλοι με τραύματα στο θώρακα, στο κεφάλι, στα χέρια, στα πόδια. Το αίμα έτρεχε αστείρευτο».

Η δεύτερη μέρα της σφαγής

Γράφει ο \\ Διονύσης Γεωργάτος:
«Η ώρα είναι περίπου 11. Από τα μεγάφωνα του περιπολικού, που πλέει δίπλα στους βράχους, ακούμε: “Προσοχή — Προσοχή”. Και ύστερα από δύο με τρία λεπτά: “Προσοχή — Προσοχή. Στρατιώται του Α’ Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης”.
Το πολεμικό προχωρεί, περνούν πάλι δύο — τρία λεπτά. Σφυρίζει και τα μεγάφωνα επαναλαμβάνουν και συνεχίζουν: “Στρατιώται του Α’ Τάγματος, εκάματε μιαν απερισκεψία. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σάς παρέσυραν σε στάσιν κατά της πατρίδος. Οσοι από εσάς δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον Λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει”.
Ολοι σχεδόν οι στρατιώτες, από όλους τους λόχους του στρατοπέδου, βγήκαν έξω απ’ τις σκηνές τους. Μερικοί ρωτούν, τι είπε το μεγάφωνο; “Δεν άκουσες συνάδελφε. Εμείς, λέει, κάναμε στάση, εμείς είμαστε δολοφόνοι”. Οσοι ήταν έξω απ’ τις σκηνές φωνάζουν: “Αίσχος. Αίσχος. Δολοφόνοι. Φασίστες”. Σηκώνουν τα χέρια και ομαδικά μουντζώνουν με κατεύθυνση το πολεμικό (…)

Το περιπολικό, κατά μικρά διαστήματα, απομακρύνεται από την ακτή, για να επανέλθει με νέες οδηγίες και συμβουλές. “Στρατιώται, το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει. Θα επιβάλει τον νόμον. Θα τιμωρήσει διά την στάσιν τους υπαίτιους. Εγκαταλείψετε τους κομμουνιστάς και μεταμεληθείτε. Η πατρίς θα σας συγχωρέσει…”.
Αυτή η δραστηριότητα για κάμποση ώρα του πολεμικού είναι για να μας τσακίσει τα νεύρα και να δημιουργήσει μέσα στους συναδέλφους μας το κλίμα της υποταγής και της ντροπής, να περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή, να εγκαταλείψουμε και να απαρνηθούμε τους νεκρούς μας, που τιμητικά περιφρουρούσαμε στη σκηνή τους, να πάμε στη χαράδρα του 7ου Λόχου, δίπλα από το Λόχο Διοίκησης και να υπογράψουμε εκεί τις δηλώσεις μετανοίας, επειδή πολεμήσαμε στην Αντίσταση τους κατακτητές και επειδή από “απερισκεψία” χθες κάναμε τάχα στάση στο στρατόπεδο.
Ολο το Τάγμα διαισθάνεται τι πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει. Ακούει από τα μεγάφωνα του πολεμικού, βλέπει τις πολεμικές προετοιμασίες που γίνονται στο γήπεδο, οσμίζεται τη θύελλα που έρχεται. Με σφιγμένη όμως την καρδιά και καθαρή τη συνείδησή του στέκει όρθιο και περιμένει. Δε λυγίζει (…) Κανείς δεν κινείται προς τον 7ο Λόχο. Το Α’ Τάγμα αυτοπειθαρχημένο, μετρά τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του”».

Ο Τάκης Παπανικολάου: «Εκδηλώθηκε επίθεση με όπλα εναντίον μας. Είχανε φέρει από το Γ’ Τάγμα επίλεκτους και μας χτυπούσαν. Κόλαση πυρός. Σειόταν το νησί. Οι φαντάροι αντίκριζαν το χάρο και μέσα στην αναστάτωσή τους κατευθύνονταν προς τα μαγειρεία. Μπροστά μου κι όξω από το γραφείο του 1ου Λόχου έπεσαν τραυματισμένοι θανάσιμα δύο φαντάροι. Ταραγμένος προσπάθησα να τους προσφέρω κάποια βοήθεια, μα ξεψύχησαν στα χέρια μου».

Ο Δημήτρης Διαμαντής: «Βλέπω ξαφνικά το φίλο μου τον κιθαρίστα το Θεσσαλονικιό, τον Αμυράλη Βενιζέλο, μέσα σε κείνο το καμίνι να στέκεται όρθιος. Ηταν μπλεγμένος ανάμεσα σε δυο σκηνές και γραδωμένος σε κάτι τριχιές. Βάζω δυνατή φωνή: “Βενιζέλο, σκύψε θα σε βρει βόλι”. Μα ο Βενιζέλος δεν αποκρίθηκε, έμεινε ολόρθος, έτσι όπως σ’ άλλες εποχές, όταν έπαιζε κιθάρα και μας τραγουδούσε. Με τρόπο τον ζύγωσα. Πάγωσα. Ηταν νεκρός κι απ’ το λαρύγγι του έτρεχε αίμα».

Ο Χρυσόστομος Μαυρίδης: «Μέσα σε κείνη την κόλαση της φωτιάς μαζί με δυο άλλους στρατιώτες κουβαλούσαμε στο ιατρείο του στρατοπέδου έναν τραυματία με σπασμένα από ριπή πόδια (…) Ενας εθνοφρουρός από την Κοκκινιά ξαπλωμένος στο χώμα σπαρταρούσε σαν ψάρι. Μπροστά μου ένας σκοτωμένος, που η σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι και του είχε σπάσει το κρανίο. Τα μυαλά του είχαν χυθεί απέξω, όπως το αυγό, που σπάει στο βράσιμο και είχαν ανακατωθεί με αίμα και χώμα. Πόσους τραυματίες κουβαλήσαμε; Πόσους σκοτωμένους; Πόσα αυτοκίνητα φορτώσαμε; Μέσα μου όλα ήταν ανάκατα, μηχανικά φόρτωνα τ’ αυτοκίνητα, που γιόμιζαν νεκρούς».

Οι νεκροί

Η μαρτυρία του γιατρού Λεωνίδα Γεωργιλάκου είναι αποκαλυπτική:

«Την άλλη μέρα, Δευτέρα 1η Μάρτη, εκεί στο Γ’ Τάγμα ακούγαμε τις συνεχείς ομοβροντίες όπλων και οπλοπολυβόλων, κλεισμένοι μέσα στις σκηνές. Ολοι μας, και οι στρατιώτες, που ήσαν κοντά μας, σκεφτόμασταν και συζητούσαμε για το σκοτωμό των παιδιών που γινόταν στο Α΄ Τάγμα.
Την Τρίτη το πρωί πήγα στο Α΄ Τάγμα. Ο διοικητής Βασιλόπουλος μαζί με τον ανθυπολοχαγό της Στρατολογίας Αλιμπράντη μάς κάλεσε και έδωσε εντολή να πάμε στο Γ’ Τάγμα, στο διοικητή Σκαλούμπακα, να διαπιστώσουμε το θάνατο στρατιωτών και να συντάξουμε και υπογράψουμε το πρωτόκολλο θανάτου τους. Μας ζήτησε άκρα εχεμύθεια, επαναλαμβάνοντας και τονίζοντας σε μας αυτή την υποχρέωση.
Στο Γ’ Τάγμα ο Σκαλούμπακας μας διέθεσε Αλφαμίτες που μας οδήγησαν στο καΐκι, στο οποίο ήταν στοιβαγμένα πτώματα στρατιωτών. Ηταν ένα τρομερό θέαμα.
Οι Αλφαμίτες μας φέρνανε έναν έναν τους νεκρούς και διαπιστώναμε το θάνατό τους και την ταυτότητά τους. Σε συνέχεια μας έφεραν νεκρούς, που είχαν σε μεγάλες σκηνές. Καταμετρήσαμε 180 νεκρούς στρατιώτες.

Μετά την καταμέτρηση οι Αλφαμίτες παίρνανε τα πτώματα και τα τοποθετούσαν στοιβαγμένα στο καΐκι. Ο Σκαλούμπακας συνεχώς παρακολουθούσε από κοντά όλη αυτή τη διαδικασία.
Φτιάξαμε την κατάσταση — πρωτόκολλο θανάτου των στρατιωτών, το υπογράψαμε και το απόγευμα, που γυρίσαμε στο Α΄ Τάγμα, το παραδώσαμε στο διοικητή μας Βασιλόπουλο. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η προσωπική μου οδυνηρή εμπειρία για τη σφαγή στο ΑΕΤΟ».

🔻🔻🔻

Πολύτιμη είναι η μαρτυρία του Μίμη Βρονταμίτη, καπετάνιου του καϊκιού που μετέφερε τους νεκρούς:

«Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου “Αγιος Νικόλαος”, επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου τη λέξη “νεκρός”. Ητανε δίπλα στον γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί.

Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες Χούμης και Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.
Λέω στον Σκαλούμπακα: “Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι”. Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ‘κανα; Το πιστόλι σε παγώνει…
Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό.
Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι — όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν — έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί.
Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».

 

17 Σεπτεμβρίου 2023

#Makronisos & Μακρονήσια τιμής και μνήμης των αλύγιστων της ταξικής πάλης

 __Η "είδηση"-"ερώτημα" _ρητορικό της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ_ τίτλος #Makronisos
Πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται η ιστορική μνήμη; Με ένα
σεβασμό που προσιδιάζει σε μια θρησκευτικού τύπου λατρεία βάσει της οποίας δεν αγγίζουμε “τα ιερά και τα όσια”; Ή φέρνοντάς τη στο τώρα, μπολιάζοντάς τη με τη ματιά του σήμερα (ή ακόμη και του αύριο), σεβόμενοι πάντοτε την αποτίμηση μιας διαδρομής;

Το ημερολόγιο έγραφε 30 Σεπτέμβρη του 1947, όταν τη Μακρόνησο επισκέφθηκαν, οι υπουργοί Στρατιωτικών και Δημόσιας Τάξης (Γ. Στράτος & Κ. Ρέντης). Και επιστρέφοντας, προέβησαν σε δηλώσεις στον Τύπο, οι οποίες δεν ήταν τίποτε άλλο από ύμνος για το κολαστήριο και προχώρησαν σε διαψεύσεις των δημοσιευμάτων που έλεγαν ότι η Μακρόνησος είναι Νταχάου. "Το Νταχάου, όπως αποκαλείται η Μακρόνησος - είπε - τόσον μισεί την κυβέρνησιν, ώστε μόλις εφτάσαμε εκεί, μας εσήκωσαν εις τα χέρια και μας μετέφεραν έτσι περί τα χίλια μέτρα, ζητωκραυγάζοντες υπέρ του έθνους, του βασιλέως και της κυβερνήσεως". Στη συνέχεια, παραδέχτηκε ότι στο στρατόπεδο λειτουργούσαν τρία τάγματα, όπου στο πρώτο τοποθετούνταν οι χαρακτηριζόμενοι "ως μη εμπνεόμενοι από πατριωτικά αισθήματα" για να υποστούν την "κατάλληλον εθνικήν διδασκαλία". Όσοι περνούσαν ...επιτυχώς το στάδιο της "εθνικής διδασκαλίας", μεταφέρονταν στο Δεύτερο Τάγμα. Κι όσοι από το Β Τάγμα επιδείκνυαν "μιαν επίδοσιν εθνικής κατανοήσεως", μετατίθονταν στο Τρίτο Τάγμα. Οι υπουργοί εκθείασαν τις συνθήκες διαβίωσης των οπλιτών: "Δεν παρουσιάζουν - είπε - εικόνα κρατουμένου εκεί οι στρατιώται. Δεν κάνουν γυμνάσια, αλλά σουηδική γυμναστική και κατασκευάζουν έργα".

Την 1η Οκτώβρη, ο Τύπος φιλοξένησε τις δηλώσεις των υπουργών, με το "Ρίζο" να τιτλοφορεί το ρεπορτάζ των δηλώσεων στην πρώτη σελίδα του - ειρωνικά: "“Παράδεισος” το Μακρονήσι! Κυνικές δηλώσεις του κ. Στράτου". Στο τέλος του ρεπορτάζ, η εφημερίδα ρωτούσε: "Γιατί διάλεξαν τον ξερόβραχο του Μακρονησιού ως τόπο "εκπαιδεύσεως" των χιλιάδων στρατιωτών που παρουσιάζουν ως "εθνικόφρονες; Γιατί δεν πήραν μαζί τους οι δύο υπουργοί δημοσιογράφους να θαυμάσουν κι αυτοί τον παράδεισο του Μακρονησιού;". Η "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ" - επίσης στην πρώτη σελίδα της - έγραφε: "Ο κ. Στράτος εγύρισε από τη Μακρόνησο. Και είναι ενθουσιασμένος από το Κάτεργο. Το Λαϊκό Κόμμα εμμένει στην πολιτική της διατηρήσεως των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, της σωματικής βίας και του ψυχολογικού καταναγκασμού. Η κυβέρνηση του κ. Σοφούλη υιοθετεί τα χιτλερικά συστήματα;"

Στις 2 Οκτώβρη, ο "Ρίζος" επανέρχεται στο θέμα στην πρώτη του σελίδα. Ο τίτλος ήταν: "Το αληθινό Μακρονήσι. Απάντηση στους Γκαίμπελς - Στράτο και Ρέντη". Το ίδιο κάνει και η "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ", ενώ κι ο αστικός τύπος εξαναγκάζεται σε καυστικά σχόλια: "Εάν κρίνωμεν από τας ανακοινώσεις των υπουργών Στρατιωτικών και Δημοσίας Τάξεως, που επεσκέφθησαν προχθές την Μακρόνησον, το στρατόπεδον που είναι εγκατεστημένον εκεί δεν έχει καμίαν σχέσιν με την κόλασιν, όπως η κοινή φήμη το παρίστανε. Εχει όμως σχέσιν με το καθαρτήριον. Διότι πρέπει να περάσουν από εκεί και μάλιστα βαθμιαίως από τρεις διαφορετικάς ζώνας - τάγματα οι υπό κάθαρσιν οπλίται, που αργότερα και από τη διαγωγήν των θα κριθούν κατάλληλοι ή ακατάλληλοι να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις την πατρίδα. Προφανώς ο οργανωτής του Στρατοπέδου το ενεπνεύσθη από τον Φλωρεντιανόν ποιητήν, ο οποίος μεταξύ Κολάσεως και Παραδείσου τοποθετεί το Πουργατόριον. Πιθανότατα δε, όπως και το Πουργατόριον του Δάντη, δεν είναι απαλλαγμένον των δοκιμασιών και των στερήσεων πάσης ειλικρινούς μετανοίας, έτσι και το καθαρτήριον της Μακρονήσου προβλέπει έναν ιδιαίτερον και αυστηρότερον στρατιωτικόν κανονισμόν, τον οποίο άλλωστε δεν αρνούνται οι κ. κ. Στράτος και Ρέντης" (το ΒΗΜΑ)

Τέτοιες μέρες του 1947 η "ΜΑΧΗ" (του κόμματος ΣΚΕΛΔ _Τσιριμώκου - Σβώλου), ύστερα από επίσκεψη συντάκτη της στο Μακρονήσι, αφού ζωγραφίζει με χοντρές πινελιές την εικόνα του στρατοπέδου, ο καταλήγει: "Νταχάου; Όχι, βέβαια. Εκεί υπήρχαν εργοστάσια που 'καναν σαπούνι τα πτώματα και κρεματόρια που εξαφάνιζαν τις ανθρώπινες υπάρξεις. Εδώ είναι ένα καινούριο εργοστάσιο, που ξεριζώνει και ξεσκίζει ανθρώπινες καρδιές και κάνει τον αντίπαλο του φασισμού, που λυγίζει μπρος στα σωματικά μαρτύρια, κουρέλι και φασιστικό ρομπότ".

Φλεβάρης 1950 και οι αρχές του στρατοπέδου μέσω του “Σκαπανεύς Μακρονήσου” δημοσιεύουν ένα ακόμη “πόνημα” …

Ο δεκάλογος του Μακρονησιώτη

1.          Μόνο στην Ελλάδα ανήκω και γι' αυτήν αγωνίζομαι. Μισώ τον κομμουνισμό γιατί απεργάζεται την καταστροφή μου.

2.          Ακατάσχετη είν' η ορμή μου στον αγώνα για τη διάσωση των ιερών και των οσίων της Φυλής.

3.          Κρατώντας ψηλά τον πυρσό της ελευθερίας βαδίζω σταθερά προς το μέλλον που προσμένει από μένα πολλά.

4.          Ρωμαλέος στο σώμα και την ψυχή θα ανταποκριθώ στις προσδοκίες της μεγάλης μου πατρίδος.

5.          Οδηγός στις πράξεις μου στέκει η πείρα του παρελθόντος και τα διδάγματα της Μακρονήσου.

6.          Νίκησα την αμφιβολία και το δισταγμό. Τα νέφη της πλάνης μου διαλύθηκαν και μια νέα ζωή άρχισε για μένα.

7.          Η ζωή μου είναι συνδεδεμένη με τις ιερές έννοιες της Πατρίδος, της Θρησκείας και της Οικογενείας.

8.          Στη Μακρόνησο γνώρισα τη στοργή της Πατρίδος, ατσάλωσα την πίστη μου στα εθνικά ιδανικά κι έγινα τέλειος Έλλην.

9.          Ορκίζομαι να φανώ αντάξιος της Πατρίδος και να σταθώ άγρυπνος φρουρός της ειρήνης και πρωτεργάτης της ανοικοδομήσεως.

10.     Σεβαστή στους φίλους και τρομερή στους εχθρούς. Έτσι υπόσχομαι την Ελλάδα μας.

Από τότε “νερό στ΄ αυλάκι” άφθονο:  Το "Παράδεισος" το Μακρονήσι!.. δεν “παίζει” πια (αν και επανέρχεται κάθε τόσο): στις 29-Φεβ\1η Μάρτη 1948..., τη μέρα της μεγάλης σφαγής στο στρατόπεδο οι έγκλειστοι φαντάροι πληροφορούνταν ότι εκείνη η ημέρα ήταν ... γιορτινή.

Ίσως να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα
ν' αντέξω την καταφρόνια ή τη συγγνώμη ή και τη λησμονιά των άλλων.

Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί;
κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας;
γράφει και συνεχίζει, εξηγώντας ταπεινά στους συντρόφους του, που οι περισσότεροι δεν τα κατάφεραν να αντέξουν, τη μεγάλη αλήθεια του:
Ξέρω πως θα μπορούσε να είμαι στη θέση σας, αδέλφια μου που φύγατε,

γιατί ξέρω όπως κι εσείς τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ' τον πόνο και το φόβο σας,
όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα το φόβο της ψυχής μου...
Όλα είναι τόσο δύσκολα,
κι ίσως για τούτο ν' αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα
να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου.

            Συγχωράτε με. Γεια σας.

Γιάννης Ρίτσος __Ο Αποχαιρετισμός - βασισμένος σε βιώματα του ποιητή από το κολαστήριο της Μακρονήσου - φαίνεται πως αποτελεί ποιητική επεξεργασία εσωτερικών του διεργασιών σε μια δραματική στιγμή, που έχει καταγραφεί στη μαρτυρία κάποιου συναγωνιστή του. Είναι η στιγμή που οι δεσμοφύλακές του τον περιμένουν στην κεντρική σκηνή του Διοικητηρίου, στην κορυφή ενός λόφου, για να υπογράψει δήλωση μετάνοιας κι αποκήρυξης του κομμουνισμού, με τους τηλεγραφητές και τα επιτελεία της εθνικής ραδιοφωνίας σε επιφυλακή για τη θριαμβευτική αναμετάδοση της είδησης στο πανελλήνιο και στο εξωτερικό.

«Μακρονήσι, σεμνό σκαπανέων σχολειό,
τιμημένε ναέ ανθρωπιάς μεγαλείου»

σσ. Το δίστιχο είναι από το προκλητικό σκοταδιστικό εμβατήριο «Μακρόνησος»,
σύμφωνα με τον ιστορικά ασυγχώρητο χαρακτηρισμό του κολαστηρίου της Μακρονήσου,
από τον Π. Κανελλόπουλο, ως «νέου Παρθενώνα».

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ: Η ομαδική σφαγή περισσότερων από 300 φαντάρων το 1948 

Και στον Μακρονησιώτη _και όχι μόνο πατέρα που «έφυγε» _πάνε 4 χρόνια, νωρίς πρωτομαγιά, σε ό,τι με αφορά -τελευταίος των Μοϊκανών και της δρακογενιάς της Εθνικής Αντίστασης -άνθρωπος, φίλος, συμπαραστάτης και πολύτιμος σύμβουλος στα δύσκολα και στα καθημερινά, ονειροπόλος και αιθεροβάμων, «πολυσυλλεκτικός», πότε …με «το κόμμα της Αυτοδιοίκησης» και πότε σε διάλογο με τον κομμουνιστή (;) μανδαρίνο στο απέραντο σινικό τείχος και πάντα (πλην) χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Μέχρι την τελευταία στιγμή στοχοπροσηλωμένος στον ιταλό αντάρτη Μάριο, που το 1944, κατά την απελευθέρωση της Καλαμάτας από τον ΕΛΑΣ,  βάδιζε με το ακορντεόν του στις γραμμές του τρένου τραγουδώντας «avanti popolo Bandiera Rossa»

Έχασε τον κομμουνιστή μεγαλύτερο αδελφό του Γιάννη ως «λοχία πολυβόλων» στην Αλβανία, έγινε ο ίδιος μέλος της ΟΚΝΕ και κατά τη διάρκεια της κατοχής ΕΠΟΝίτης μέλος της Νομαρχιακής επιτροπής Μεσσηνίας.

Εκεί γνωρίστηκε με τη «Δημοπλίτσα»  Ιουλία (η μάνα Giulia «έφυγε» το 2017), την 75 χρόνια σύντροφο της ζωής του, αφανή ήρωα και φύλακα άγγελο του.

Τέλειωσε τη Νομική, αλλά λίγο πρόλαβε να ασχοληθεί με τη δικηγορία -με δυσκολία «αγόρασε» κάποια ένσημα για να βγάλει μια μικρή μειωμένη σύνταξη.
Κυνηγήθηκε ανελέητα για τις ιδέες του εξορίστηκε, φυλακίστηκε βγαίνοντας -παλικαρίσια με το κεφάλι ψηλά -πάντα με τους τελευταίους, χωρίς ποτέ να υπογράψει «δήλωση» -αυτό το είχα παντού με
bold, γιατί αποτέλεσε το σημείο γραφής μιας ολόκληρης ζωής για τον πατέρα
Όπως αναφέρει πολύ σεμνά σε ένα βιβλίο του «ωςδείγμα μιας εποχής του αιώνα που πέρασε», «έμεινα "εκτός κυκλοφορίας" κρατούμενος και εξόριστος, περιοδικά περί τα 20 χρόνια …στο Μακρονήσι, στην Ικαρία, στη Γυάρο και τη Λέρο …και δεν μετανιώνω για τίποτα»

Ιστορική Μνήμη

(ερώτημα _ρητορικό της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ_ τίτλος #Makronisos)
Πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται η ιστορική μνήμη; Με ένα
σεβασμό που προσιδιάζει σε μια θρησκευτικού τύπου λατρεία βάσει της οποίας δεν αγγίζουμε “τα ιερά και τα όσια”; Ή φέρνοντάς τη στο τώρα, μπολιάζοντάς τη με τη ματιά του σήμερα (ή ακόμη και του αύριο), σεβόμενοι πάντοτε την αποτίμηση μιας διαδρομής;

Το ερώτημα βασανίζει ιστορικούς και φιλοσόφους της Ιστορίας. Ειδικά όταν ως ιστορική μνήμη λογίζεται ένας τόπος του μαρτυρίου. Η τεράστια αυτή συζήτηση εκκινεί εδώ από τη βιντεοσκοπημένη επίσκεψη του κ. Κασσελάκη στη Μακρόνησο… Πολλοί είδαν το βίντεο ως την επέλαση του Instagram lifestyle σε ένα χώρο όπου άλλοτε βασανίζονταν μέχρι τρέλας και θανατώνονταν άνθρωποι.
Σαν αλεξιπτωτιστής έπεσε ο Στέφανος Κασσελάκης στη Μακρόνησο, – σύμβολο του
λεγόμενου ηθικού πλεονεκτήματος της ελληνικής Αριστεράς.
Βεβήλωση, ιεροσυλία; (κλπ. κλπ)

Ντράπηκε και η ντροπή…

Σαν Αμερικανός επισκέπτης σε τουριστικά αξιοθέατα περιφέρεται πάνω στον ιερό τόπο της Μακρονήσου ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ Κασσελάκης, για τις ανάγκες της προεκλογικής του καμπάνιας, διαβάζοντας ένα σενάριο με ανιστόρητες αρλούμπες και κάνοντας χειραψίες με τον πρώην υπουργό Άμυνας του ΣΥΡΙΖΑ (και παραλίγο και της ΝΔ) Αποστολάκη.

Θα πει κανείς: «Τι πιο σύνηθες» από τον ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθεί να «λερώσει» τους αγώνες που έδωσε ο λαός μας σε άγριες εποχές με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές; Το «προσόν» αυτό είναι κάτι σαν προαπαιτούμενο για να αναλάβεις το τιμόνι της βρώμικης σοσιαλδημοκρατίας.

Η ιστορία μάλιστα επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αν θυμηθούμε τον Τσίπρα να καταθέτει λουλούδια στο θυσιαστήριο της Καισαριανής, λίγο πριν υπογράψει μνημόνια και συμφωνίες με την ΕΕ και τον «διαβολικά καλό» Τραμπ στο όνομα του… «ρεαλισμού».

Δεν μπορούμε πάντως να μην επισημάνουμε μερικές περίεργες «συμπτώσεις»:

·       Το κολαστήριο της Μακρονήσου φτιάχτηκε με τα λεφτά και την «καθοδήγηση» του περιβόητου «σχεδίου Μάρσαλ», δηλαδή στο πλαίσιο του «δόγματος Τρούμαν», που πήρε το όνομά του από τον Δημοκρατικό μακελάρη Πρόεδρο των ΗΠΑ. Το λαομίσητο άγαλμά του στην Αθήνα ήταν αυτό που προστάτευε πριν από μερικά χρόνια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καθ’ υπόδειξη του πρέσβη Πάιατ, χτυπώντας με γκλοπ και χημικά νεολαίους διαδηλωτές. Ισως λοιπόν ο Κασσελάκης, που στις ΗΠΑ «δούλευε» στο επιτελείο του Μπάιντεν, να πήγε στη Μακρόνησο για να τιμήσει τις «παραδόσεις» των Αμερικανών Δημοκρατικών, τις οποίες έτσι κι αλλιώς μοιράζεται διαχρονικά ο ΣΥΡΙΖΑ.

·       Το κολαστήριο της Μακρονήσου δεν φτιάχτηκε μόνο από το «μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς», όπως λέει ο Κασσελάκης, αλλά από το μετεμφυλιακό κράτος που υπηρέτησαν όλα μαζί τα αστικά κόμματα, «φιλελεύθερα», δεξιά και «κεντρώα». Μάλιστα, τα δύο από τα οχτώ χρόνια εκείνης της περιόδου, λειτούργησε με κυβέρνηση του «δημοκράτη» Πλαστήρα, που τόσο περί πολλού τον έχουν στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως μας θύμισαν και στις πρόσφατες εθνικές εκλογές. Το «καλύτερο» δε απ’ όλα είναι το προεκλογικό σύνθημα που είχε ο Πλαστήρας εκείνη την εποχή: «Αλλαγή»!

·       Όσο για τα σεμινάρια πολιτικής επικοινωνίας εκ των ΗΠΑ, που «ανακατεύουν» τους διεκδικητές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ με …τον Ρίτσο και τον Θεοδωράκη, όσο να ‘ναι, μας ξεπερνάνε. Αλλά ποιος έχασε την ντροπή για να τη βρουν αυτοί…

Η οργάνωση της Αντίστασης –της ΕΑΜικής αποτέλεσε την ουσία το περίγραμμα και την Ψυχή του ιστορικού Χρέους. Την ίδια στιγμή που σύσσωμος ο ελληνικός λαός ξεσηκωνόταν να αντισταθεί στον ιταλικό φασισμό, στις φυλακές της Ακροναυπλίας οι κρατούμενοι κομμουνιστές, ο ανθός της τότε κομμουνιστικής διανόησης, ζητούσαν να καταταγούν ως απλοί στρατιώτες στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η πορεία των γεγονότων γνωστή. Τη χαρά της αντιφασιστικής νίκης διαδέχτηκε η πικρή ήττα στο δεύτερο μέτωπο από το γερμανικό ναζισμό. Η αυλαία της πρώτης πράξης του ιστορικού δράματος έπεσε φέρνοντας την αντάρα της υποδούλωσης ενός λαού που στην ιστορία του έδειξε ότι ήξερε να κατακτά την ελευθερία. Τότε ήταν που ξεπρόβαλε η δεύτερη πράξη σε μια επίπονη, πεισματική κι αιματοβαμμένη πορεία.

Σ' εκείνο τον αγώνα κοσμοπολίτες δεν υπήρχαν. Ήταν κρυμμένοι στα λαγούμια της Αιγύπτου που είχαν φροντίσει από την αρχή να μεταβούν αφήνοντας το λαό των Ελλήνων βορά στις ορέξεις του κατακτητή. Τότε ήταν που φάνηκε η θέληση της ψυχής του ανθρώπου, της ψυχής του κομμουνιστή. Τότε ήταν που σε πείσμα των βασανισμών και των εκτελέσεων «βρόντηξε ο Ολυμπος κι άστραψε η Γκιώνα». Ήταν τότε που σεμνές και ταπεινές μορφές γλίστρησαν σα σκιές στην κορυφή του Ολύμπου, μίλησαν με τους θεούς και πήραν τα νάματα της αλήθειας. Τότε οι λίγοι άγνωστοι και ταπεινοί έγιναν χιλιάδες, απλώθηκαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας κι όρθωσαν από την προσωρινή νάρκη την εθνική συνείδηση των Ελλήνων.

Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστικὴ τὰ παιδιὰ καὶ λάβανε τὴν ἀπόφαση, ἐπειδὴ τὰ κακὰ μαντάτα πλήθαιναν στὴν πρωτεύουσα, νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μιὰ παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτὶ πουκάμισο, μὲ τὶς μαῦρες τρίχες καὶ τὶ σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου εἶχε κράτος κι ἐξουσία ἡ Ἄνοιξη…

Καὶ ἐπειδὴ σίμωνε ἡ μέρα ποὺ τὸ Γένος εἶχε συνήθειο νὰ γιορτάζει τὸν ἄλλο Σηκωμό, τὴ μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιὰ τὴν Ἔξοδο. Καὶ νωρὶς ἐβγήκανε καταμπροστὰ στὸν ἥλιο, μὲ πάνου ὡς κάτου ἀπλωμένη τὴν ἀφοβιὰ σὰν σημαία, οἱ νέοι μὲ τὰ πρησμένα πόδια ποὺ τους ἔλεγαν ἀλήτες. Καὶ ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, και γυναῖκες, καὶ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια. Ὅπου ἔβλεπες ἄξαφνα στὴν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού `λεγες εἴχανε περάσει μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Καὶ φορὲς τρεῖς μὲ τὸ μάτι ἀναμετρῶντας τὸ ἔχει τους, λάβανε τὴν ἀπόφαση νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μία πήχη φωτιὰ κάτω ἀπ’ τὰ σίδερα, μὲ τὶς μαῦρες κάννες καὶ τὰ δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτὲ δὲν ἔβγαλαν. Καὶ χτυπούσανε ὅπου νά `ναι, σφαλῶντας τὰ βλέφαρα μὲ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τους κυρίευε. Σὰν νὰ μὴν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλάκερη τὴ γῆ γιὰ νὰ περάσει ἡ Ἄνοιξη παρὰ μονάχα αὐτός, καὶ νά τον εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολὺ μακριά, πέρ’ ἀπ’ τὴν ἄκρη τῆς ἀπελπισίας, τὴ Γαλήνη ποὺ ἔμελλαν νὰ γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, καί οἱ ἄντρες, καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια.

Καὶ περάσανε μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα. Καὶ θερίσανε πλῆθος τὰ θηρία, καὶ ἄλλους ἐμάζωξαν. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐστήσανε στὸν τοῖχο τριάντα.
Η μεγάλη έξοδος – 1964  (Μίκης Θεοδωράκης από το album Το Άξιον Εστί σε στίχους Οδυσσέα Ελύτη _απαγγέλει ο Μάνος Κατράκης).

Έμελλε να μπουν στα κιτάπια της άγραφης, ανεπίσημης ελληνικής ιστορίας και να δεσπόζουν κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για εκείνη την περίοδο. Κοιτάζοντας κανείς πίσω σ' εκείνη τη ματοβαμμένη ιστορική λύτρωση, γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον αυτής της πατρίδας. Ταυτόχρονα, γεμίζει από αίσθημα αηδίας, ζώντας τη σημερινή πραγματικότητα. Η αγοραία κοσμοπολίτικη ελευθεροφροσύνη από τη μια κι η ντούρα αρχέγονη εθνικοφροσύνη από την άλλη συναποτελούν τις δυο όψεις ενός ξεπερασμένου αντιδραστικού παρελθόντος.

Έβγαλε βρωμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Κι ήθελε ακόμη

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα.

Μανόλης Αναγνωστάκης:
θα ῾ρθει μια μέρα που
δε θα ῾χουμε πια τι να πούμε;

 


Έβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.


Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους

Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία

Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα


Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,

Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο

Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω

Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

Υπάρχουν μέρη που νιώθεις το ιστορικό βάρος τους –μαζί με τον πόνο και την αντρειοσύνη των επώνυμων και ανώνυμων ηρώων, πριν καν πατήσεις το πόδι σου εκεί.
Το «μυρίζεις» -αρκεί να έχεις «μύτη» Το έργο - Μνημείο «Σκιές», είναι εκείνο που δεσπόζει πλέον, στο «Νταχάου της Μεσογείου» –πλάι στο «Δεσμώτης Μακρονησιώτης», χάρη στο ΚΚΕ, που ξέρει πως να γράφει την ιστορία Το μνημείο, όπως εξήγησε σε πρώτο πρόσωπο ο δημιουργός Μάρκος Γεωργιλάκης, αποτελείται από δύο μέρη.

Το ένα είναι αυτό που φαίνεται. Πέντε δυσδιάστατες ανθρώπινες μορφές, μια γυναικεία και τέσσερις ανδρικές που λες και σηκώθηκαν μέσα από τη γη της Μακρονήσου. Πέντε σκιές που μας περιμένουν να βρεθούμε ανάμεσά τους, να τις ακουμπήσουμε, να συνομιλήσουμε μαζί τους. Έτσι όπως συμβαίνει κάθε φορά που ανακαλούμε στη μνήμη μας αγαπημένα πρόσωπα και καταστάσεις. Το δεύτερο μέρος είναι αυτό που δεν φαίνεται.

Δεν απευθύνεται στις αισθήσεις μας, αλλά αφορά τους νεκρούς της Μακρονήσου. Είναι οι πέντε μεταλλικές μήτρες μέσα από τις οποίες αποσπάστηκαν οι πέντε αυτές μορφές - «σκιές». Είναι θαμμένες στο χώμα, η κάθε μία κάτω από την αντίστοιχη μορφή. Οι μήτρες αυτές είναι τα αποτυπώματα των μορφών - σκιών αυτών μέσα στη γη. Όπως πάνω της υπάρχουν και τα αποτυπώματα των ποδιών, τα ίχνη των χεριών τους, τα σημάδια από ό,τι έχει συμβεί σε αυτόν εδώ τον τόπο. Η ΣΧΕΣΗ των δύο μερών, που αποτελούν μια ενιαία γλυπτική σύνθεση,

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ η σχέση μήτρας και φόρμας, είναι εν τέλει η σχέση που έχουμε ΕΜΕΙΣ, οι επόμενες γενιές με αυτές των εξορίστων. ΤΟ ΟΡΑΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΕ ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ, ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΚΤΟ ΚΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. Μέσα από το έργο αυτό, οι ΣΚΙΕΣ, οι ΨΥΧΕΣ των Μακρονησιωτών πήραν ΜΟΡΦΗ και ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ. Κάθε φορά που θα ερχόμαστε, ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΛΩΣΟΡΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ

ΘΑ ΑΚΟΥΜΠΑΜΕ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ, όπως ακουμπάμε στις πιο βαθιές αναμνήσεις μας.
Όσο για το επίσημο ΑΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ; Πλήρης εγκατάλειψη, με το γκρεμισμένο -βγαίνοντας στο «λιμάνι» πλίνθινο κτίσμα και παραπάνω το εγκαταλελειμμένο βανάκι πάντα στη θέση τους μαζί με την ταμπέλα που σε ενημερώνει ότι είσαι στον δήμο Κέας…

«Μακρονησιώτες σύντροφοί μας που εδώ περάσατε τα πάνδεινα, αλλά βγήκατε όρθιοι. Δεν σας ξεχνάμε! Σας τιμάμε κάθε μέρα με την πάλη μας! Καμία θυσία δεν πήγε χαμένη! Γιατί η σπορά που αφήσατε είναι πολύ δυνατή και είναι σήμερα εδώ. Γιατί όπως καθένας σας «είχε στον ώμο του την κούραση δώδεκα ωρών από πέτρα» και «την απόφαση μίας ολόκληρης ζωής», σήμερα κάθε κομμουνιστής, αγωνιστής, φίλος του ΚΚΕ, έχει στον ώμο του την πολύτιμη παρακαταθήκη, την τιμή και την αξιοπρέπεια, που εσείς αποδείξατε μέχρι πού μπορεί να φτάσει.

Γιατί τα όσα διδάξατε με τη στάση σας, αλλά και τα όσα αισχρά τόλμησε η άρχουσα τάξη της χώρας πάνω στα σώματά σας, θα μείνουν και μένουν με όλους τους τρόπους, για πάντα», υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος Δημήτρης Κουτσούμπας, μιλώντας στην εκδήλωση της ΚΕ. Ορισμένοι αναρωτιούνται δήθεν αθώα, αφελώς: «Μίσος υπάρχει μόνο όταν γιορτάζουν οι νικητές;», «όταν κάνουν εκδηλώσεις οι ηττημένοι», εννοώντας το Κόμμα μας και την ΚΝΕ, «δεν υπάρχει μίσος;». Ξεκάθαρα τους απαντάμε: Οι εκδηλώσεις φασιστοειδών είναι εκδηλώσεις μίσους απέναντι στο λαό μας και τους αγώνες του.

Είναι εκδηλώσεις μίσους, γιατί μιλάμε για την περίοδο των πιο άγριων τρομακτικών διώξεων, ενάντια σε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια που δεν δεχόταν να είναι κυνηγημένοι και βασανισμένοι, αυτοί που έδωσαν την ψυχή τους, που έδωσαν τα πάντα για την απελευθέρωση από τους ναζί κατακτητές. Ενάντια σε όσους δεν δέχονταν μεταπολεμικά, αντί να δικαιώνεται ο λαός μας και η πάλη του, να δικαιώνονται οι συνεργάτες των ναζί και οι απόντες από τον αγώνα. Γιατί η νίκη της άρχουσας τάξης στέριωσε πάνω στη Μακρόνησο και στις απαίσιες μεθόδους βασανισμού που έλαβαν χώρα σ' αυτόν εδώ το βράχο και τους άλλους τόπους μαρτυρίου.

Στέριωσε πάνω στις σφαγές, όπως εδώ στο Α' Τάγμα. Στέριωσε όμως και στα απροκάλυπτα λόγια: «ΣΤΡΑΤΗΓΕ ΙΔΟΥ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΑΣ»!!! Στον όρκο υποταγής δηλαδή στους ιμπεριαλιστές συμμάχους της, που έριξαν βόμβες "Ναπάλμ" ενάντια στον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό. Αυτά τα λόγια ντροπής, βέβαια, δείχνουν ότι η εξουσία του κεφαλαίου, μόνο ως «στάχτη στα μάτια του λαού» χρησιμοποιεί τα εθνικά - πατριωτικά συνθήματα. Ότι η αστική τάξη της Ελλάδας ήταν πάντα "νύχι - κρέας" με το βρετανικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό.