Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Σεπτεμβρίου 2026

В .Ι. Λένιν 💥 τα καθήκοντα 👊 της επαναστατικής νεολαίας

Πρωτότυπο Φοιτητική Εφημερίδα, Τεύχος 1, Σεπτέμβριος 1903 τόμος 7, σελ. 341-356 | Газета “Студент” №1 Сентябрь 1903 г  Печатается по тексту Газеты “Студент” №1 т. 7. c.341-356
Η συντακτική προβολή του θέματος στη Φοιτητική εφημερίδα, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, αν δεν κάνουμε λάθος, στο τεύχος 4 (28) της Osvobozhdeniye και  παρομοίως έγινε δεκτή από την Iskra, μαρτυρά, κατά τη γνώμη μας, ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στις απόψεις της συντακτικής επιτροπής από την έκδοση του τεύχους _σσ. το Osvobozhdeniye “Απελευθέρωση” ήταν ένα φιλελεύθερο περιοδικό κατά τα τελευταία χρόνια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πριν από το Οκτωβριανό Μανιφέστο (1905 ως απάντηση στην Επανάσταση του 1905). Το περιοδικό ιδρύθηκε το 1902 και  κυκλοφόρησε παράνομα μέχρι το 1905. Εκδιδόταν στη Στουτγάρδη (Γερμανία) και  στο Παρίσι (Γαλλία), διαδοχικά. Η έκδοση εισερχόταν λαθραία στη Ρωσία σε τακτική βάση και  απολάμβανε ευρύ αναγνωστικό κοινό. Στους συνεισφέροντες περιλαμβάνονταν ο Pavel Milyukov, ο οποίος για ένα σύντομο χρονικό διάστημα το 1917 θα γινόταν ΥπΕξ και  ο Pyotr Struve, ο οποίος ίσως είχε τη μεγαλύτερη επιρροή ως εκδότης του Osvobozhdeniye. σσ__ ο Πιότρ (ή Πιότρ ή Πετρ) Μπερνγκάρντοβιτς Στρούβε (Пётр Бернга́рдович Стру́ве1870-1944) ήταν Ρώσος πολιτικός οικονομολόγος, φιλόσοφος, ιστορικός και  εκδότης. Ξεκίνησε την καριέρα του ως μαρξιστής, αργότερα έγινε φιλελεύθερος και  μετά την Μπολσεβίκικη Επανάσταση, εντάχθηκε στους “Λευκούς” _από το 1920, έζησε εξόριστος στο Παρίσι, όπου ήταν εξέχων επικριτής του κομμουνισμού των μπολσεβίκων
Στην εκλεκτή και ψαγμένη σ.σα ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Μυρτώ Ν.
Παγκράτι _
νυν Berlin
με ένα σπιτάκι στην ιστορική Καλοσκοπή
όπου βρήκα προσεχτικά φυλαγμένο ένα αντίγραφο
__Λένιν τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας
Ο κ. Struve δεν έκανε λάθος όταν έσπευσε να εκφράσει τη διαφωνία του με τις απόψεις που εκφράζονται στη δήλωση: αυτές οι απόψεις, πράγματι, αποκλίνουν ριζικά από την τάση του οπορτουνισμού στην οποία το φιλελεύθερο-αστικό όργανο ακολουθεί τόσο σταθερά και  με ζήλο. Έχοντας αναγνωρίσει ότι “το επαναστατικό συναίσθημα από μόνο του δεν μπορεί να δημιουργήσει μια ιδεολογική ενοποίηση των φοιτητών”, ότι “για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητο ένα σοσιαλιστικό ιδανικό, βασισμένο σε μια ή την άλλη σοσιαλιστική κοσμοθεωρία” και , επιπλέον, μια “οριστική, ολοκληρωμένη” κοσμοθεωρία, η συντακτική επιτροπή του “Φοιτητή” έχει ήδη σπάσει κατ’ αρχήν την ιδεολογική αδιαφορία και  τον θεωρητικό οπορτουνισμό, θέτοντας το ζήτημα των μέσων επαναστατικοποίησης των φοιτητών στο σωστό έδαφος. Είναι αλήθεια ότι, από την τρέχουσα άποψη του χυδαίου “επαναστατισμού”, η ιδεολογική ενοποίηση των φοιτητών δεν απαιτεί μια ολιστική κοσμοθεωρία, αλλά την αποκλείει. Η ιδεολογική ενοποίηση σηματοδοτεί μια “ανεκτική” στάση απέναντι σε διάφορα είδη επαναστατικών ιδεών, προϋποθέτει αποχή από την αποφασιστική αναγνώριση οποιουδήποτε συγκεκριμένου κύκλου ιδεών. Με μια λέξη, η ιδεολογική ενοποίηση, από την άποψη αυτών των σοφών της πολιτικής, προϋποθέτει μια ορισμένη έλλειψη ιδεών (φυσικά, καλυμμένη λίγο πολύ επιδέξια από τετριμμένες φόρμουλες για το εύρος των απόψεων, για τη σημασία της ενότητας με κάθε κόστος και  άμεσα, κ.λπ., κ.λπ.). Ένα μάλλον εύλογο και , με την πρώτη ματιά, πολύ πειστικό επιχείρημα υπέρ αυτής της προσέγγισης είναι πάντα το γνωστό και  αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι φοιτητές είναι, και  αναπόφευκτα είναι, χωρισμένοι σε πολύ διαφορετικές ομάδες ως προς τις πολιτικές και  κοινωνικές τους απόψεις. Επομένως, η απαίτηση για μια συνεκτική και  καθορισμένη κοσμοθεωρία αναπόφευκτα θα αποξενώσει ορισμένες από αυτές τις ομάδες – επομένως, εμποδίζοντας την ενοποίηση, προκαλώντας έτσι διχόνοια αντί για αρμονική εργασία, αποδυναμώνοντας έτσι τη συνολική πολιτική ορμή, και  ούτω καθεξής επ’ άπειρον.
Ας εξετάσουμε αυτό το εύλογο επιχείρημα. Πάρτε, για παράδειγμα, τη διαίρεση των φοιτητών σε ομάδες στο τεύχος Νο. 1 του “Student”. Σε αυτό το πρώτο τεύχος, η απαίτηση για μια καθορισμένη και  συνεκτική κοσμοθεωρία δεν είχε ακόμη προβληθεί από τους συντάκτες, οι οποίοι επομένως δύσκολα θα μπορούσαν να υποψιαστούν για προκατάληψη προς τη σοσιαλδημοκρατική “στενότητα”. Το άρθρο σύνταξης στο τεύχος Νο. 1 του “Student” διακρίνει τέσσερις μεγάλες ομάδες μεταξύ των σύγχρονων φοιτητών: 1) “το αδιάφορο πλήθος” – “άτομα που είναι εντελώς αδιάφορα για το φοιτητικό κίνημα”· 2) “ακαδημαϊκοί” – υποστηρικτές των φοιτητικών κινημάτων για αποκλειστικά ακαδημαϊκούς λόγους· 3) «αντιπάλους των φοιτητικών κινημάτων γενικά – εθνικιστές, αντισημίτες κ.λπ.»· 4) «πολιτικοί» – υποστηρικτές του αγώνα για την ανατροπή του τσαρικού δεσποτισμού. «Αυτή η ομάδα, με τη σειρά της, αποτελείται από δύο αντίθετα στοιχεία – από την καθαρά αστική πολιτική αντιπολίτευση, με επαναστατική νοοτροπία, και  – από τη δημιουργία των τελευταίων ημερών (ήταν μόνο οι τελευταίες ημέρες; Ν. Λένιν) – ένα σοσιαλιστικό επαναστατικό προλεταριάτο της διανόησης». Αν λάβουμε υπόψη ότι η τελευταία υποομάδα, όπως όλοι γνωρίζουν, χωρίζεται σε φοιτητές Σοσιαλιστών-Επαναστατών και  φοιτητές Σοσιαλδημοκρατών, αποδεικνύεται ότι το σημερινό φοιτητικό σώμα αποτελείται από έξι πολιτικές ομάδες: αντιδραστικούς, αδιάφορους, ακαδημαϊκούς, φιλελεύθερους, Σοσιαλιστές-Επαναστάτες και  Σοσιαλδημοκράτες.
Στο λιμάνι της Στοκχόλμης,
όπου έχει τοποθετηθεί πλακέτα αφιερωμένη στον Λένιν,
ο Δ. Κουτσούμπας
Τίθεται το ερώτημα: δεν είναι αυτή η ομαδοποίηση απλώς τυχαία; Δεν είναι μια προσωρινή κατανομή συναισθημάτων; Αρκεί να θέσουμε αυτό το ερώτημα άμεσα για όποιον είναι έστω και  λίγο εξοικειωμένος με το θέμα για να απαντήσει αμέσως αρνητικά. Πράγματι, καμία άλλη ομάδα δεν θα μπορούσε να υπάρξει ανάμεσα στους φοιτητές μας, επειδή αποτελούν το πιο ευαίσθητο τμήμα της διανόησης, και  η διανόηση ονομάζεται διανόηση ακριβώς επειδή αντανακλά και  εκφράζει με τον πιο συνειδητό, πιο αποφασιστικό και  πιο ακριβή τρόπο την ανάπτυξη των ταξικών συμφερόντων και  των πολιτικών ομάδων σε όλη την κοινωνία. Το φοιτητικό σώμα δεν θα ήταν αυτό που είναι αν η πολιτική του ομαδοποίηση δεν αντιστοιχούσε στην πολιτική ομαδοποίηση σε ολόκληρη την κοινωνία – «αντιστοιχούσε» όχι με την έννοια της πλήρους αναλογικότητας μεταξύ των φοιτητικών και  κοινωνικών ομάδων ως προς τη δύναμη και  τον αριθμό τους, αλλά με την έννοια της απαραίτητης και  αναπόφευκτης παρουσίας στο φοιτητικό σώμα εκείνων των ομάδων που υπάρχουν στην κοινωνία. Και  για ολόκληρη τη ρωσική κοινωνία, με την εμβρυϊκή (σχετικά) ανάπτυξη των ταξικών ανταγωνισμών, με την πολιτική της παρθενία, με την καταπίεση και  την καταπίεση των τεράστιων και  τεράστιων μαζών του πληθυσμού από τον αστυνομικό δεσποτισμό, ακριβώς αυτές οι έξι ομάδες είναι χαρακτηριστικές: αντιδραστικοί, αδιάφοροι, κουλτουραμιστές, φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές-επαναστάτες και  σοσιαλδημοκράτες. Αντί για «ακαδημαϊκούς» έβαλα εδώ «κουλτουριταριστές», δηλαδή υποστηρικτές της νομικής προόδου χωρίς πολιτικό αγώνα. αγώνα, πρόοδος στη βάση της απολυταρχίας. Τέτοιοι κουλτουραλιστές βρίσκονται σε όλα τα στρώματα της ρωσικής κοινωνίας, και  παντού αυτοί, όπως οι φοιτητές «ακαδημαϊκοί», περιορίζονται σε έναν μικρό κύκλο επαγγελματικών ενδιαφερόντων, βελτιώνοντας δεδομένους τομείς της εθνικής οικονομίας ή της κρατικής και  τοπικής αυτοδιοίκησης. Παντού αποφεύγουν δειλά την «πολιτική», παραλείποντας να διακρίνουν (όπως ακριβώς οι ακαδημαϊκοί δεν διακρίνουν) τους «πολιτικούς» διαφόρων πεποιθήσεων και  αποκαλώντας τα πάντα και  όλους όσους σχετίζονται με… τη μορφή διακυβέρνησης, πολιτική. Το κουλτουραλιστικό στρώμα ήταν πάντα, και  εξακολουθεί να είναι, το ευρύ θεμέλιο του φιλελευθερισμού μας: σε «ειρηνικές» εποχές (δηλαδή, μεταφρασμένο στη «ρωσική» γλώσσα, σε εποχές πολιτικής αντίδρασης), οι έννοιες του κουλτουραλιστή και  του φιλελεύθερου σχεδόν συγχωνεύονται πλήρως, και  ακόμη και  σε περιόδους πολέμου, σε περιόδους αυξανόμενης δημόσιας αίσθησης, σε περιόδους αυξανόμενης πίεσης στην απολυταρχία, η διάκριση μεταξύ αυτών των εννοιών παραμένει συχνά ασαφής. Ένας Ρώσος φιλελεύθερος, ακόμα και  όταν απευθύνεται στο κοινό σε μια δωρεάν ξένη έκδοση με μια άμεση και  ανοιχτή διαμαρτυρία κατά της απολυταρχίας, δεν παύει ποτέ να θεωρεί τον εαυτό του πρωτίστως μια πολιτιστική προσωπικότητα και , ό,τι και  να γίνει, θα αρχίσει να συλλογίζεται δουλικά ή, αν προτιμάτε, νομικιστικά, πιστά ή υποτακτικά: βλέπε "Απελευθέρωση".
Η απουσία μιας σαφώς καθορισμένης και  σαφώς ορατής γραμμής μεταξύ πολιτιστικών προσωπικοτήτων και  φιλελευθέρων είναι χαρακτηριστική ολόκληρης της πολιτικής ομαδοποίησης της ρωσικής κοινωνίας. Θα μπορούσαμε ίσως να μας πουν ότι η παραπάνω διαίρεση σε έξι ομάδες είναι λανθασμένη, επειδή δεν αντιστοιχεί στην ταξική διαίρεση της ρωσικής κοινωνίας. Αλλά μια τέτοια αντίρρηση θα ήταν αβάσιμη. Η ταξική διαίρεση είναι, φυσικά, το βαθύτερο θεμέλιο μιας πολιτικής ομαδοποίησης. Σε τελική ανάλυση, ορίζει πάντα αυτήν την ομαδοποίηση. Αλλά αυτή η βαθιά βάση αποκαλύπτεται μόνο καθώς προχωρά η ιστορική εξέλιξη και  καθώς οι συμμετέχοντες και  οι δημιουργοί αυτής της εξέλιξης γίνονται πιο συνειδητοί. Αυτή η «τελική απολογιστική κρίση» επιτυγχάνεται μόνο μέσω πολιτικού αγώνα — μερικές φορές ως αποτέλεσμα ενός μακρού, επίμονου αγώνα, που μετριέται σε χρόνια και  δεκαετίες, που άλλοτε εκδηλώνεται βίαια σε διάφορες πολιτικές κρίσεις, άλλοτε σβήνει και  φαινομενικά σταματά για ένα διάστημα. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι στη Γερμανία, όπου ο πολιτικός αγώνας παίρνει ιδιαίτερα οξείες μορφές και  όπου η πρωτοποριακή τάξη — το προλεταριάτο — αναδύεται πιο συνειδητά, εξακολουθούν να υπάρχουν κόμματα (και  ισχυρά κόμματα) όπως το κέντρο, τα οποία κρύβουν το ετερογενές (και  γενικά αναμφισβήτητα αντιπρολεταριακό) ταξικό τους περιεχόμενο πίσω από μια ξεχωριστή θρησκευτική διάκριση. Επομένως, είναι λιγότερο περίεργο το γεγονός ότι η ταξική προέλευση των σύγχρονων πολιτικών ομάδων στη Ρωσία επισκιάζεται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική αποστέρηση ολόκληρου του λαού, την κυριαρχία πάνω του από μια αξιοσημείωτα οργανωμένη, ιδεολογικά ενωμένη, παραδοσιακά κλειστή γραφειοκρατία. Θα πρέπει μάλλον να εκπλαγεί κανείς με το ισχυρό αποτύπωμα που η ευρωκαπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας, παρά το ασιατικό πολιτικό της σύστημα, έχει ήδη καταφέρει να αφήσει στην πολιτική ομαδοποίηση της κοινωνίας. Η προηγμένη τάξη κάθε καπιταλιστικής χώρας, το βιομηχανικό προλεταριάτο, έχει ήδη ξεκινήσει το δρόμο ενός μαζικού, οργανωμένου κινήματος στη χώρα μας, υπό την ηγεσία της Σοσιαλδημοκρατίας, υπό τη σημαία ενός προγράμματος που έχει γίνει προ πολλού το πρόγραμμα ολόκληρου του διεθνούς, ταξικά συνειδητού προλεταριάτου. Οι τάξεις αυτών που αδιαφορούν για την πολιτική είναι, φυσικά, ασύγκριτα πιο πολυάριθμες στη Ρωσία από ό,τι σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ακόμη και  εδώ δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για την πρωτόγονη και  αρχέγονη παρθενία αυτών των τάξεων: η αδιαφορία των αταξινόμητων εργατών – και  εν μέρει των αγροτών – δίνει όλο και  περισσότερο τη θέση της σε εκρήξεις πολιτικής αναταραχής και  ενεργητικής διαμαρτυρίας, αποδεικνύοντας ξεκάθαρα ότι αυτή η αδιαφορία δεν έχει τίποτα κοινό με την αδιαφορία της καλοταϊσμένης αστικής τάξης και  της μικροαστικής τάξης. Αυτή η τελευταία τάξη, ιδιαίτερα πολυάριθμη στη Ρωσία δεδομένης της ακόμη σχετικά αδύναμης καπιταλιστικής ανάπτυξής της, αφενός, αρχίζει ήδη αναμφίβολα να παράγει αντιδραστικούς, συνειδητούς και  συνεπείς. Από την άλλη πλευρά, και  ασύγκριτα συχνότερα, εξακολουθεί να διακρίνεται ασθενώς από τη μάζα του γκρίζου και  καταπιεσμένου «εργαζόμενου λαού», βρίσκοντας ιδεολόγους ανάμεσα στα πλατιά στρώματα της διανόησης των Ραζνοτσίντσι, με την εντελώς ασταθή κοσμοθεωρία της, την ασυνείδητη ανάμειξη δημοκρατικών και  πρωτόγονων σοσιαλιστικών ιδεών. Ακριβώς αυτή η ιδεολογία χαρακτηρίζει την παλιά ρωσική διανόηση, τόσο τη δεξιά πτέρυγα του φιλελεύθερου-λαϊκιστικού της τμήματος όσο και  την άκρα αριστερά: τους "σοσιαλιστές επαναστάτες".
Είπα "παλιά" ρωσική διανόηση. Μια νέα αναδύεται ήδη, επίσης, της οποίας ο φιλελευθερισμός έχει σχεδόν πλήρως καθαριστεί (όχι χωρίς τη βοήθεια του ρωσικού μαρξισμού, φυσικά) από τον πρωτόγονο λαϊκισμό και  τον ασαφή σοσιαλισμό. Η διαμόρφωση μιας γνήσιας αστικοφιλελεύθερης διανόησης προχωρά στη χώρα μας με αλματώδη βήματα, ιδιαίτερα χάρη στη συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία τόσο ευέλικτων και  ανταποκρινόμενων σε κάθε μοντέρνα τάση οπορτουνισμού ανθρώπων όπως οι κ.κ. Στρούβε, Μπερντιάγιεφ, Μπουλγκάκοφ και  Σία. Όσον αφορά, τέλος, τα φιλελεύθερα και  αντιδραστικά στρώματα της ρωσικής κοινωνίας που δεν ανήκουν στη διανόηση, η σύνδεσή τους με τα ταξικά συμφέροντα του ενός ή του άλλου Η φύση των ομάδων της αστικής μας τάξης και  των γαιοκτημόνων μας είναι αρκετά σαφής για οποιονδήποτε είναι έστω και  λίγο εξοικειωμένος με τις δραστηριότητες των zemstvo, των συμβουλίων, των χρηματιστηρίων και  των δίκαι ων επιτροπών μας, κ.λπ.
Έτσι, έχουμε καταλήξει στο αναμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η πολιτική ομαδοποίηση των φοιτητών μας δεν είναι τυχαία, αλλά μάλλον αναγκαστικά και  αναπόφευκτα, όπως την περιγράψαμε παραπάνω, σύμφωνα με το τεύχος Νο. 1 της εφημερίδας “Φοιτητής”. Έχοντας διαπιστώσει αυτό το γεγονός, μπορούμε εύκολα να επιλύσουμε το αμφιλεγόμενο ζήτημα του τι ακριβώς εννοείται με την “ιδεολογική ενοποίηση των φοιτητών”, με την “επαναστατικοποίηση” τους, κ.λπ. Με την πρώτη ματιά, φαίνεται εξαιρετικά περίεργο το γεγονός ότι ένα τόσο απλό ερώτημα θα μπορούσε να γίνει αμφιλεγόμενο. Εάν η πολιτική ομαδοποίηση των φοιτητών αντιστοιχεί στην πολιτική ομαδοποίηση της κοινωνίας, τότε αυτό δεν σημαίνει ότι η “ιδεολογική ενοποίηση” των φοιτητών μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως ένα από τα δύο πράγματα: είτε την προσέλκυση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού φοιτητών σε ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο κοινωνικοπολιτικών ιδεών, είτε την επίτευξη της στενότερης δυνατής προσέγγισης μεταξύ των φοιτητών μιας συγκεκριμένης πολιτικής ομάδας και  των εκπροσώπων αυτής της ομάδας εκτός του φοιτητικού σώματος; Δεν είναι αυτονόητο ότι η επαναστατικοποίηση των φοιτητών μπορεί να συζητηθεί μόνο από την οπτική γωνία μιας πολύ συγκεκριμένης άποψης για το περιεχόμενο και  τον χαρακτήρα αυτής της επαναστατικοποίησης; Για έναν σοσιαλδημοκράτη, για παράδειγμα, αυτό σημαίνει, πρώτον, διάδοση σοσιαλδημοκρατικών πεποιθήσεων μεταξύ των φοιτητών και  καταπολέμηση εκείνων των απόψεων που, αν και  ονομάζονται «σοσιαλιστικές-επαναστατικές», δεν έχουν τίποτα κοινό με τον επαναστατικό σοσιαλισμό· και  δεύτερον, προσπάθεια να επεκταθεί, να γίνει πιο συνειδητό και  πιο αποφασιστικό κάθε δημοκρατικό κίνημα, συμπεριλαμβανομένου του ακαδημαϊκού, μεταξύ των φοιτητών.
Το πώς ένα τόσο απλό και  σαφές ζήτημα έγινε συγκεχυμένο και  αμφιλεγόμενο είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και  χαρακτηριστικό επεισόδιο. Η διαμάχη διεξήχθη μεταξύ της «Επαναστατικής Ρωσίας» (Αρ. 13 και  17) και  της «Ίσκρα» (Αρ. 31 και  35) σχετικά με την «ανοιχτή επιστολή» του Συμβουλίου Ένωσης Ενωμένων Περιφερειακών Συλλόγων και  Φοιτητικών Οργανώσεων του Κιέβου (δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13 του «Επαναστατικού Ρωσίας» και  στο τεύχος 1 του «Φοιτητικού»). Το Συμβούλιο της Ένωσης του Κιέβου έκρινε την απόφαση του Δεύτερου Πανρωσικού Φοιτητικού Συνεδρίου του 1902 «στενή» όσον αφορά την επαφή των φοιτητικών οργανώσεων με τις επιτροπές του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, και  το εντελώς προφανές γεγονός της συμπάθειας κάποιου μέρους του φοιτητικού σώματος σε ορισμένες περιοχές προς το «Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα» καλύφθηκε εύλογα από οκτώ «αμερόληπτα» και  πολύ αβάσιμα επιχειρήματα σχετικά με το θέμα ότι «οι φοιτητές, ως τέτοιοι, δεν μπορούν να ενταχθούν πλήρως ούτε στο Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα ούτε «στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα». Η Ίσκρα επεσήμανε την ασυνέπεια αυτής της συλλογιστικής, και  η Επαναστατική Ρωσία, φυσικά, υπερασπίστηκε την, κατηγορώντας τους «φανατικούς της διχόνοιας και  του σχίσματος» της Ίσκρα για «αδιακρισία» και  έλλειψη πολιτικής ωριμότητας.
Παρένθεση __για την ιστορία
Η Ίσκρα (И́скра=Σπίθα) ήταν η πολιτική εφημερίδα που ξεκίνησε το 1900 και καθιερώθηκε σαν το επίσημο όργανο του Ρωσικού Σοσιαλ-Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ_μετέπειτα ΚΚΣΕ), που αρχικά, την διηύθυνε ο Βλαντιμίρ Λένιν, μετακινούμενη όπου μετακινούταν αυτός (το 1905 έγινε διακοπή της έκδοσης __Ακόμη στην εξορία ο Β.Ι. Λένιν είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία μαρξιστικού κόμματος θα παίξει μια πανρωσική πολιτική εφημερίδα και καταπιάστηκε δραστήρια με την οργάνωση της. Γύρισε μια σειρά πόλεις και συνομίλησε με πολλούς σοσιαλδημοκράτες __όρος που χρησιμοποιούνταν τότε για τους κομμουνιστές, προσελκύοντας και συσπειρώνοντας οπαδούς και έφυγε στο εξωτερικό για να οργανώσει εκεί την έκδοση της. Μέλη της σύνταξής της ήταν οι εκπρόσωποι των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων της Ρωσίας: Λένιν, Μάρτοφ, Πότρεσοφ, και τα μέλη της ομάδας “Απελευθέρωση της Εργασίας”: Πλεχάνοφ (μετέπειτα Μενσεβίκος), Αξελρόντ και Ζασούλιτς. Πραγματικός εμπνευστής, οργανωτής και καθοδηγητής της Ίσκρα ήταν φυσικά ο Λένιν.
Η πρώτη έκδοση έγινε στην Λειψία, 1η-Δεκ-1900. Στο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου της ήταν τα επιτακτικά καθήκοντα του κινήματός μας, που το έγραψε ο Β.Ι. Λένιν, καθοριζόταν σαν κύριο καθήκον της εφημερίδας η δημιουργία μαρξιστικού κόμματος. Άλλες εκδόσεις έγιναν στο Μόναχο (1900 – 1902) και στη Γενεύη από το 1903. Όταν ο Λένιν ήταν στο Λονδίνο (1902 – 1903) η εφημερίδα ετοιμαζόταν σε ένα μικρό γραφείο με τον Χένρι Κουέλτς να προετοιμάζει τις αναγκαίες εκτυπωτικές εργασίες Η μέση κυκλοφορία ήταν 8.000. __σσ. ο Henry "Harry" Quelch, 1858 – 1913) ήταν ένας από τους πρώτους Μαρξιστές, εξέχων Βρετανός σοσιαλιστής πολιτικός, δημοσιογράφος και συνδικαλιστής. Υπήρξε από τις κεντρικές φιγούρες του επαναστατικού κινήματος στη Μεγάλη Βρετανία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Το 1903, μετά την διάσπαση του ΡΣΔΕΚ, ο Λένιν έφυγε (αφού η αρχική του πρόταση να μειωθεί η συντακτική επιτροπή σε τρεις – τον ίδιο, τον Γιούλι Μάρτοφ και τον Γκεόργκι Πλεχάνοφ – βρήκε σφοδρή αντίθεση), η εφημερίδα ήρθε υπό τον έλεγχο των Μενσεβίκων και την εξέδιδε ο Πλεχάνοφ μέχρι το 1905.
Το επίγραμμα της Ίσκρα ήταν "Из искры возгорится пламя" __"Ιζ ίσκρι βαζγκορίτσια πλαμιά", σε ελεύθερη απόδοση, "από τη σπίθα να ανάψει η φλόγα" – ένας στίχος από την απάντηση που ο Alexander Ivanovich Odoevsky έγραψε σε ένα ποίημα του Αλεξάντερ Πούσκιν, που απευθύνεται στους φυλακισμένους στη Σιβηρία αντι-τσαρικούς Δεκεμβριστές. Μεγάλο μέρος από το προσωπικό αργότερα συμμετείχαν στην Επανάσταση των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917.
Αρχικά μέλη του προσωπικού ήταν __εκτός από τον Βλαντίμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ: Ντμίτρι Ίλιτς Ουλιάνοφ (μικρότερος αδελφός του Λένιν), ο Πλεχάνοφ, η Vera Zasulich _πρώην αναρχική και μετέπειτα μενσεβίκα και Πάβελ Αξελρόντ (Pinchas Borutsch), Γιούλι Μάρτοφ (Ilija Cederbaum), Αλεξάντρ Πότρεσοφ και αργότερα ο Τρότσκι (Lev Davidovich Bronstein)
Δες _Τέτοια εφημερίδα έγινε η Ίσκρα: η πρώτη παράνομη πανρωσική πολιτική εφημερίδα των επαναστατών μαρξιστών. Ιστορία του ΚΚΣΕ, 4η έκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1976, σελ. 49. __
Μετά από όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ο παραλογισμός μιας τέτοιας συλλογιστικής είναι πολύ προφανής. Μιλάμε για τον ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο των φοιτητών.
Και  έτσι, πρώτα, βλέπετε, πρέπει να κλείσουμε τα μάτια μας στο γεγονός ότι οι φοιτητές δεν είναι αποκομμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία και  επομένως πάντα και  αναπόφευκτα αντανακλούν ολόκληρη την πολιτική ομαδοποίηση της κοινωνίας. Στη συνέχεια, με τα μάτια τους κλειστά, αρχίζουν να συζητούν για τους φοιτητές ως τέτοιους ή για τους φοιτητές γενικά. Το συμπέρασμα είναι… για τη βλάβη της διχόνοιας και  των σχισμάτων που σχετίζονται με την ένταξη σε ένα ή σε άλλο πολιτικό κόμμα. Είναι σαφές σαν μέρα ότι, για να καταλήξουμε σε αυτή την περίεργη συλλογιστική, ήταν απαραίτητο να μεταπηδήσουμε από το πολιτικό στο επαγγελματικό ή εκπαιδευτικό έδαφος. Και  η «Επαναστατική Ρωσία» στο άρθρο «Φοιτητές και  Επανάσταση» (Αρ. 17) κάνει ακριβώς αυτό το είδος τούμπας, αναφερόμενη, πρώτον, στα γενικά φοιτητικά συμφέροντα, στον γενικό φοιτητικό αγώνα και , δεύτερον, στους εκπαιδευτικούς στόχους των φοιτητών, στα καθήκοντα προετοιμασίας για την επερχόμενη κοινωνική δραστηριότητα, στα καθήκοντα ανάπτυξης συνειδητών πολιτικών αγωνιστών. Και  οι δύο αυτές αναφορές είναι αρκετά δίκαι ες – αλλά δεν είναι σχετικές με το θέμα που εξετάζουμε και  μόνο συγχέουν το ζήτημα. Το ερώτημα αφορά την πολιτική δραστηριότητα, η οποία, εκ της ουσίας της, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα των κομμάτων και  αναπόφευκτα απαιτεί την επιλογή ενός συγκεκριμένου κόμματος. Πώς μπορεί κανείς να δικαι ολογήσει αυτήν την επιλογή λέγοντας ότι οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα απαιτεί την πιο σοβαρή επιστημονική προετοιμασία, την «ανάπτυξη» σταθερών πεποιθήσεων ή λέγοντας ότι οποιοδήποτε πολιτικό έργο δεν μπορεί να περιοριστεί σε κύκλους πολιτικών μιας δεδομένης τάσης, αλλά πρέπει να απευθύνονται σε όλο και  ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, πρέπει να συνδέονται με τα επαγγελματικά συμφέροντα κάθε στρώματος, να ενώνουν το επαγγελματικό κίνημα με το πολιτικό, να αναβαθμίζουν το πρώτο στο δεύτερο;; Άλλωστε, το ίδιο το γεγονός ότι οι άνθρωποι πρέπει να καταφεύγουν σε τέτοιες δικαι ολογίες για να υπερασπιστούν τη θέση τους δείχνει ξεκάθαρα σε ποιο βαθμό οι ίδιοι δεν έχουν ούτε σαφείς επιστημονικές πεποιθήσεις ούτε σταθερή πολιτική γραμμή! Ανεξάρτητα από το πώς προσεγγίζετε το θέμα Βλέπετε μια συνεχώς νέα επιβεβαίωση του παλιού τροπαρίου που κηρύττουν εδώ και  και ρό οι Σοσιαλδημοκράτες, επιδιώκοντας την εξισορρόπηση των Σοσιαλιστών Επαναστατών, τόσο σε επιστημονικό-θεωρητικό όσο και  σε πρακτικό-πολιτικό επίπεδο – μεταξύ του Μαρξισμού, αφενός, του δυτικοευρωπαϊκού «κριτικού» οπορτουνισμού, αφετέρου, και  του ρωσικού μικροαστικού λαϊκισμού, αφετέρου.
Πράγματι, φανταστείτε οποιοδήποτε είδος ανεπτυγμένων πολιτικών σχέσεων και  σκεφτείτε την πρακτική διατύπωση του «αμφιλεγόμενου ζητήματός μας». Ας υποθέσουμε ότι έχουμε κόμματα κληρικών, φιλελεύθερων και  Σοσιαλδημοκρατών. Δρουν σε ορισμένες τοποθεσίες, ας πούμε, σε ορισμένα στρώματα του φοιτητικού σώματος και  τουλάχιστον στην εργατική τάξη. Προσπαθούν να προσελκύσουν στο πλευρό τους τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό των πιο επιδραστικών εκπροσώπων και  των δύο. Τίθεται το ερώτημα: είναι πιθανό αυτοί οι εκπρόσωποι να επαναστατήσουν ενάντια στην επιλογή οποιουδήποτε συγκεκριμένου κόμματος με το σκεπτικό ότι υπάρχουν ορισμένα κοινά εκπαιδευτικά και  επαγγελματικά συμφέροντα όλων των φοιτητών και  ολόκληρης της εργατικής τάξης; Θα ήταν το ίδιο με το να αμφισβητούμε την αναγκαι ότητα της κομματικής πάλης επικαλούμενοι την τέχνη της τυπογραφίας, η οποία φέρνει τέτοια οφέλη σε όλα τα κόμματα χωρίς διάκριση. Δεν υπάρχει ούτε ένα κόμμα στις πολιτισμένες χώρες που να μην κατανοεί το τεράστιο όφελος των ευρύτερων και  πιο σταθερά εδραιωμένων εκπαιδευτικών και  συνδικάτων, κι όμως το καθένα προσπαθεί να διασφαλίσει ότι η επιρροή του κυριαρχεί μέσα σε αυτά τα συνδικάτα. Ποιος δεν γνωρίζει ότι οι αναφορές στην μη κομματική φύση ορισμένων θεσμών δεν είναι συνήθως τίποτα περισσότερο από υποκριτικές φράσεις στα χείλη των άρχουσων τάξεων, οι οποίες επιθυμούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι οι υπάρχοντες θεσμοί είναι ήδη εμποτισμένοι, σε 99 περιπτώσεις από τις εκατό, με το πιο σαφές πολιτικό πνεύμα; Κι όμως, οι κύριοι Σοσιαλιστές-Επαναστάτες μας, στην ουσία, επαινούν την «μη κομματική ιδιότητα». Πάρτε, για παράδειγμα, αυτό το οδυνηρό υβρίδιο στην «Επαναστατική Ρωσία» (Αρ. 17): «Τι είδους κοντόφθαλμη τακτική είναι αυτή όταν μια επαναστατική οργάνωση επιμένει να βλέπει σε κάθε άλλη ανεξάρτητη οργάνωση που δεν υποτάσσεται σε αυτήν έναν ανταγωνιστή που πρέπει να καταστραφεί, στη μέση του οποίου πρέπει να ενσταλαχθεί η διχόνοια, η ανομοιομορφία και  η αποδιοργάνωση;» Αυτό ειπώθηκε αναφορικά με την έκκληση της Σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης της Μόσχας του 1896, η οποία κατηγόρησε τους φοιτητές ότι τα τελευταία χρόνια είχαν κλειστεί στον στενό κύκλο των πανεπιστημιακών τους ενδιαφερόντων, και  η οποία «Επαναστατική Ρωσία» διδάσκει ότι η ύπαρξη μιας φοιτητικής οργάνωσης δεν εμποδίζει ποτέ όσους έχουν «αποφασίσει για μια επαναστατική στάση» να αφιερώσουν τις ενέργειές τους στην υπόθεση των εργατών.
Η αφιερωμένη πλακέτα στον Λένιν,
που επισκέφτηκε ο Δ. Κουτσούμπας
Δείτε πόση σύγχυση υπάρχει εδώ. Ο ανταγωνισμός είναι δυνατός (και  αναπόφευκτος) μόνο μεταξύ μιας πολιτικής οργάνωσης και  μιας άλλης, μεταξύ πολιτικών φιλοδοξιών και  άλλων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ μιας εταιρείας αλληλοβοήθειας και  ενός επαναστατικού κύκλου είναι αδύνατος, και  αποδίδοντας στη δεύτερη την επιθυμία να καταστρέψει την πρώτη, η «Επαναστατική Ρωσία» λέει καθαρές ανοησίες. Αλλά αν μια συγκεκριμένη πολιτική φιλοδοξία επρόκειτο να εκδηλωθεί μέσα στην ίδια εταιρεία αλληλοβοήθειας – για παράδειγμα, να μην βοηθήσει τους επαναστάτες ή να αποβάλει παράνομα βιβλία από τη βιβλιοθήκη – τότε ο ανταγωνισμός και  η άμεση πάλη είναι υποχρεωτικά για κάθε έντιμο «πολιτικό». Αν υπάρχουν άνθρωποι που περιορίζουν τους κύκλους σε στενά, πανεπιστημιακά συμφέροντα (και  τέτοιοι άνθρωποι αναμφίβολα υπάρχουν, και  το 1896 υπήρχαν πολύ περισσότεροι!), τότε η πάλη μεταξύ αυτών και  εκείνων που υποστηρίζουν όχι τη στένωση, αλλά τη διεύρυνση των συμφερόντων είναι εξίσου απαραίτητη και  επιτακτική. Άλλωστε, η ανοιχτή επιστολή του Σοβιέτ του Κιέβου, η οποία πυροδότησε τη διαμάχη μεταξύ της «Επαναστατικής Ρωσίας» και  της «Ίσκρα», αφορούσε την επιλογή όχι μεταξύ φοιτητικών και  επαναστατικών οργανώσεων, αλλά μεταξύ επαναστατικών οργανώσεων διαφορετικών τάσεων. Κατά συνέπεια, ακριβώς εκείνοι που είχαν ήδη «αποφασίσει για την επαναστατική θέση» άρχισαν να επιλέγουν, και  οι «σοσιαλιστές επαναστάτες» μας τους σέρνουν πίσω με το πρόσχημα ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ μιας επαναστατικής και  μιας καθαρά φοιτητικής οργάνωσης είναι κοντόφθαλμος… Αυτό είναι πραγματικά ασυνάρτητο, κύριοι! Το επαναστατικό κομμάτι του φοιτητικού σώματος έχει αρχίσει να επιλέγει ανάμεσα σε δύο επαναστατικά κόμματα, και  τους προσφέρεται αυτή η διάλεξη: «όχι επιβάλλοντας» μια «οριστική» (η αβεβαιότητα είναι προτιμότερη, φυσικά…) «κομματική ετικέτα» (για μερικούς μια ετικέτα, για άλλους μια σημαία), «όχι επιβάλλοντας βία στην πνευματική συνείδηση ​​των συμφοιτητών» (ολόκληρος ο αστικός τύπος όλων των χωρών εξηγεί πάντα την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας με τη βία των ηγετών και  των υποκινητών πάνω στη συνείδηση ​​των ειρηνικών συντρόφων…) «επιτεύχθηκε η επιρροή της», δηλαδή η επιρροή του σοσιαλιστικού μέρους του φοιτητικού σώματος πάνω στους υπόλοιπους. Νομίζω ότι κάθε αξιοπρεπής φοιτητής θα εκτιμήσει αυτή την κατηγορία εναντίον των σοσιαλιστών για «επιβολή» ετικετών και  «βιασμό της συνείδησης». Και  αυτοί οι άξεστοι, πλαδαροί και  χωρίς αρχές λόγοι εκφωνούνται στη Ρωσία, όπου οι έννοιες της κομματικής οργάνωσης, της κομματικής αντοχής, της τιμής και  της κομματικής σημαίας είναι ακόμα τόσο ανυπολόγιστα αδύναμες!
Οι "σοσιαλιστές επαναστάτες"» μας προβάλλουν ως πρότυπο για τους επαναστάτες φοιτητές τα προηγούμενα φοιτητικά συνέδρια, τα οποία διακήρυξαν την «αλληλεγγύη» τους. αλληλεγγύη με το γενικό πολιτικό κίνημα, αποσπώντας πλήρως από τη φραξιονιστική διαμάχη που υπάρχει εντός του επαναστατικού στρατοπέδου.” Τι είναι ένα “γενικό πολιτικό” κίνημα; Ένα σοσιαλιστικό συν φιλελεύθερο κίνημα. Το να αφαιρέσουμε από αυτή τη διάκριση ισοδυναμεί με το να τασσόμαστε με το άμεσο και  το εγγύς, δηλαδή, το φιλελεύθερο κίνημα. Και  αυτό ζητούν οι “σοσιαλιστές επαναστάτες”! Άνθρωποι που αυτοαποκαλούνται ξεχωριστό κόμμα ζητούν αποχώρηση από τον κομματικό αγώνα! Δεν δείχνει αυτό ότι ένα τέτοιο κόμμα δεν είναι σε θέση να λαθρεμπορίσει τα πολιτικά του αγαθά υπό τη δική του σημαία, αλλά αναγκάζεται να καταφύγει στο λαθρεμπόριο; Δεν αποκαλύπτει αυτό την έλλειψη οποιασδήποτε συγκεκριμένης προγραμματικής βάσης για αυτό το κόμμα; Θα το δούμε τώρα.

Τα λάθη των σοσιαλιστών επαναστατών στη συλλογιστική τους για τους φοιτητές και  την επανάσταση δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από την παραλογικότητα που προσπαθήσαμε να δείξουμε παραπάνω. Κατά μία έννοια, μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο: η παραλογικότητα της συλλογιστικής τους πηγάζει από το θεμελιώδες λάθος τους. Ως “κόμμα”, κατείχαν μια τέτοια θέση από την αρχή. Μια εσωτερικά αντιφατική θέση, τόσο ολισθηρή που άνθρωποι που ήταν απολύτως ειλικρινείς και  ικανοί για πολιτική σκέψη δεν μπορούσαν να τη διατηρήσουν χωρίς συνεχείς ταλαντεύσεις και  πτώσεις. Εμείς πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι η Σοσιαλδημοκρατία δεν αποδίδει τη ζημιά που προκάλεσαν στην υπόθεση του σοσιαλισμού οι «σοσιαλιστές επαναστάτες» στα διάφορα λάθη αυτού ή εκείνου του συγγραφέα ή εκείνης της προσωπικότητας. Αντίθετα, θεωρεί όλα αυτά τα λάθη ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λανθασμένης προγραμματικής και  πολιτικής θέσης. Σε ένα ζήτημα όπως το φοιτητικό ζήτημα, αυτή η λανθασμένη άποψη είναι ιδιαίτερα εμφανής και  η αντίφαση μεταξύ της αστικοδημοκρατικής άποψης και  της στολής του επαναστατικού σοσιαλισμού γίνεται προφανής. Πράγματι, κοιτάξτε προσεκτικά τη ροή σκέψης στο προγραμματικό άρθρο της «Επαναστατικής Ρωσίας»: «Φοιτητές και  Επανάσταση». Ο συγγραφέας θέτει στην πρώτη γραμμή την «ανιδιοτέλεια και  την καθαρότητα των φιλοδοξιών», τη «δύναμη των ιδανικών κινήτρων» της «νεολαίας». Ακριβώς σε αυτό αναζητά μια εξήγηση για όλες αυτές τις «και νοτόμες» πολιτικές φιλοδοξίες, και  όχι στις πραγματικές συνθήκες της κοινωνικής ζωής στη Ρωσία, οι οποίες, αφενός, δημιουργούν μια ασυμβίβαστη αντίφαση μεταξύ της απολυταρχίας και  πολύ πλατιών και  πολύ ετερογενών στρωμάτων του πληθυσμού, και  αφετέρου, εμποδίζουν εξαιρετικά (σύντομα θα είναι απαραίτητο να πούμε: εμπόδισαν) κάθε εκδήλωση πολιτικής δυσαρέσκειας. εκτός από τα πανεπιστήμια.

Ο συγγραφέας στη συνέχεια επιτίθεται στις προσπάθειες των Σοσιαλδημοκρατών να αντιμετωπίσουν συνειδητά τις διαφορές στις πολιτικές ομάδες εντός του φοιτητικού σώματος, να ενώσουν πιο στενά τις ομοιογενείς πολιτικές ομάδες και  να διαχωρίσουν ό,τι είναι πολιτικά ετερογενές. Δεν είναι ότι ο συγγραφέας επικρίνει την λανθασμένη κάποια από αυτές τις προσπάθειες – θα ήταν γελοίο να ισχυριστεί κανείς ότι όλες αυτές οι προσπάθειες ήταν πάντα επιτυχημένες σε όλα. Όχι, η ίδια η ιδέα ότι η διαφορά στα ταξικά συμφέροντα πρέπει αναπόφευκτα να αντικατοπτρίζεται στις πολιτικές ομάδες, ότι οι φοιτητές δεν μπορούν να αποτελέσουν εξαίρεση σε ολόκληρη την κοινωνία, παρά την ανιδιοτέλεια, την αγνότητα, την ιδεαλιστικότητά τους κ.λπ., ότι το καθήκον ενός σοσιαλιστή δεν πρέπει να παραβλέπει αυτή τη διάκριση, αλλά, αντίθετα, να την εξηγεί στις ευρύτερες δυνατές μάζες και  να την εδραιώνει στην πολιτική οργάνωση. Ο συγγραφέας βλέπει τα πράγματα από την ιδεαλιστική οπτική γωνία ενός αστού δημοκρατικού, όχι από την υλιστική οπτική γωνία ενός σοσιαλδημοκράτη.
Ο συγγραφέας, επομένως, δεν ντρέπεται να παρουσιάσει και  να επαναλάβει το κάλεσμα του επαναστατικού φοιτητικού σώματος για ένα «γενικό πολιτικό κίνημα». Για αυτόν, το κέντρο βάρους βρίσκεται ακριβώς στο γενικό πολιτικό, δηλαδή στο γενικό δημοκρατικό, κίνημα, το οποίο πρέπει να ενωθεί. Αυτή η ενότητα πρέπει να μην ενοχλείται από «καθαρά επαναστατικούς κύκλους», οι οποίοι θα έπρεπε να ομαδοποιούνται «παράλληλα με τη γενική φοιτητική οργάνωση». Από την άποψη των συμφερόντων αυτού του ευρέος και  ενιαίου δημοκρατικού κινήματος, είναι, φυσικά, εγκληματικό να «επιβάλλεις» κομματικές ετικέτες και  να παραβιάζεις την πνευματική συνείδηση ​​των συντρόφων. Έτσι ακριβώς έβλεπε τα πράγματα η αστική δημοκρατία το 1848, όταν οι προσπάθειες να επισημανθεί η αντίφαση μεταξύ των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης και  του προλεταριάτου προκάλεσαν «καθολική» καταδίκη των «φανατικών της διχόνοιας και  της «διαίρεσης». Έτσι ακριβώς την βλέπει η νεότερη ποικιλία αστικής δημοκρατίας – οπορτουνιστές και  αναθεωρητές που διψούν για ένα ενιαίο, μεγάλο δημοκρατικό κόμμα που ακολουθεί ειρηνικά την πορεία της μεταρρύθμισης, την πορεία της ταξικής συνεργασίας. Όλοι τους ήταν πάντα, και  δεν μπορούν παρά να είναι, εχθροί των «παραταξιακών» συγκρούσεων και  υποστηρικτές ενός «γενικού πολιτικού» κινήματος.
Το μαυσωλείο του Λένιν 1925
Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες
το επισκέφθηκαν τον πρώτο μήνα
_________________________________

Βλέπετε: τα επιχειρήματα των Σοσιαλεπαναστάτων, παράλογα και  αντιφατικά σε σημείο που να είναι γελοία από σοσιαλιστική οπτική γωνία, γίνονται απολύτως κατανοητά και  συνεπή από αστική δημοκρατική οπτική γωνία. Αυτό συμβαίνει επειδή το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα δεν είναι, στην ουσία, τίποτα περισσότερο από μια φράξια της αστικής δημοκρατίας, μια φράξια που είναι κυρίως διανοούμενη στη σύνθεσή της, κυρίως μικροαστική στην οπτική της, και  συνδυάζει εκλεκτικά, στη θεωρητική της σημαία, τον νεότερο οπορτουνισμό και  τον παλιομοδίτικο λαϊκισμό.
Η καλύτερη αντίκρουση της ενοποιητικής φρασεολογίας της αστικής δημοκρατίας είναι Η ίδια η πορεία της πολιτικής ανάπτυξης και  του πολιτικού αγώνα αποτελεί τη βάση για τη θέση του δημοκρατικού. Και  στη Ρωσία, η ανάπτυξη ενός γνήσιου κινήματος έχει ήδη οδηγήσει σε μια τέτοια διάψευση. Αναφέρομαι στην εμφάνιση των «ακαδημαϊκών» ως ξεχωριστής ομάδας φοιτητών. Όσο δεν υπήρχε πραγματικός αγώνας, οι ακαδημαϊκοί δεν ξεχώριζαν από τις «γενικές φοιτητικές» μάζες, και  η «ενότητα» ολόκληρου του «σκεπτόμενου μέρους» του φοιτητικού σώματος φαινόταν απαραβίαστη. Μόλις έφτασε η ώρα, η απόκλιση αυτών των ετερόκλητων στοιχείων έγινε αναπόφευκτη. Η πρόοδος του πολιτικού κινήματος και  η άμεση επίθεση στην απολυταρχία σημαδεύτηκε αμέσως από μια σαφέστερη πολιτική ευθυγράμμιση – παρά όλες τις κενές συζητήσεις για την ένωση όλων. Ότι ο διαχωρισμός ακαδημαϊκών και  πολιτικών είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός – σχεδόν κανείς δεν θα το αμφισβήτησε. Αλλά σημαίνει αυτός ο διαχωρισμός ότι οι σοσιαλδημοκράτες φοιτητές θα «σπάσουν» με τους ακαδημαϊκούς; Η «Επαναστατική Ρωσία» το πιστεύει (βλ. Αρ. 17, σελ. 3).
Αλλά αυτό φαίνεται να ισχύει μόνο λόγω της σύγχυσης που αποκαλύψαμε παραπάνω. Μια πλήρης οριοθέτηση των πολιτικών τάσεων δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση «ρήξη» των επαγγελματικών και  ακαδημαϊκών ενώσεων. Ένας σοσιαλδημοκράτης που θέτει ως στόχο να εργαστεί μεταξύ των φοιτητών σίγουρα θα προσπαθήσει, είτε προσωπικά είτε μέσω των πρακτόρων του, να διεισδύσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους «καθαρά φοιτητικούς» και  αυτοδιδακτικούς κύκλους, να προσπαθήσει να διευρύνει τους ορίζοντες όσων απαιτούν μόνο ακαδημαϊκή ελευθερία και  να προσπαθήσει να διαδώσει ένα ειδικά σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα μεταξύ εκείνων που εξακολουθούν να αναζητούν ένα πρόγραμμα.
Συνοψίζοντας: ένα ορισμένο μέρος του φοιτητικού σώματος θέλει να αναπτύξει μια σαφή και  συνεκτική σοσιαλιστική κοσμοθεωρία. Ο απώτερος στόχος αυτής της προπαρασκευαστικής εργασίας – για τους φοιτητές που επιθυμούν πρακτική συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα – μπορεί να είναι μόνο μια συνειδητή και  αμετάκλητη επιλογή μιας από τις δύο τρέχουσες τάσεις που έχουν αναδυθεί στο επαναστατικό περιβάλλον. Όποιος διαμαρτύρεται ενάντια σε μια τέτοια επιλογή στο όνομα της ιδεολογικής ενοποίησης των φοιτητών, στο όνομα της επαναστατικοποίησης τους γενικά κ.λπ., συσκοτίζει τη σοσιαλιστική συνείδηση ​​και , στην πραγματικότητα, δεν κηρύττει τίποτα άλλο παρά την έλλειψη ιδεών. Η πολιτική ομαδοποίηση των φοιτητών δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει την πολιτική ομαδοποίηση της κοινωνίας στο σύνολό της, και  είναι καθήκον κάθε σοσιαλιστή να αγωνίζεται για την πιο συνειδητή και  συνεπή δυνατή οριοθέτηση μεταξύ πολιτικά ετερογενών ομάδων. Η έκκληση που απευθύνεται στους φοιτητές από το Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό Κόμμα – «να διακηρύξουν την αλληλεγγύη τους με το γενικό πολιτικό κίνημα και  να εγκαταλείψουν εντελώς τις φραξιονιστικές συγκρούσεις στο επαναστατικό στρατόπεδο» – δεν είναι, στην ουσία, τίποτα άλλο παρά μια κάλεσμα επιστροφής από μια σοσιαλιστική σε μια αστικοδημοκρατική άποψη. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς το «Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό Κόμμα» «OST G» είναι απλώς μια φράξια της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία. Η ρήξη μεταξύ ενός σοσιαλδημοκράτη φοιτητή και  των επαναστατών και  πολιτικών όλων των άλλων τάσεων δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ρήξη στις φοιτητικές και  εκπαιδευτικές οργανώσεις. Αντίθετα, μόνο με την τήρηση ενός σαφώς καθορισμένου προγράμματος μπορεί και  πρέπει να εργαστεί κανείς εντός των ευρύτερων φοιτητικών κύκλων για να διευρύνει τους ακαδημαϊκούς τους ορίζοντες και  να προωθήσει τον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλαδή τον μαρξισμό.
Υ.Γ. Στις επόμενες επιστολές μου, θα ήθελα να συζητήσω με τους αναγνώστες του «Φοιτητή» τη σημασία του Μαρξισμού για την ανάπτυξη μιας συνεκτικής κοσμοθεωρίας, τις θεμελιώδεις και  τακτικές διαφορές μεταξύ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και  του Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος, ζητήματα φοιτητικής οργάνωσης και  τη στάση του φοιτητικού σώματος απέναντι στην εργατική τάξη γενικότερα.

Δείτε και Ριζοσπάστης __τα καθήκοντα των ενώσεων της νεολαίας _λόγος στο III πανρωσικό συνέδριο της ρώσικης κομμουνιστικής ένωσης νεολαίας | 2-Οκτ-1920
Η έκδοση στα ελληνικά, έχει ελάχιστες αλλαγές και  ένα χρήσιμο παράρτημα στο τέλος _οι πάλαι ποτέ Εκδόσεις “ΑΛΛΑΓΗ ” (Θεμιστοκλέους 3 Αθήνα) δεν υπάρχουν
                                 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
__γραμμένο σε πολυτονικό
Το άρθρο του В .Ι Λένιν “Τά καθήκοντα τής ’Επαναστατικής Νεολαίας ” γράφτηκε τό Σεπτέμβρη τού 1903. Γιά μερικά χρόνια πρίν, τό ρώσικο έργατικό κίνημα ακολουθούσε μιά γοργή ανοδική πορεία. Τό χειμώνα τού 1902 άρχισε νά παίρνει τεράστιες διαστάσεις, και τό καλοκαίρι τού 1903, Αναπτύχτηκε ώς τήν κήρυξη γενικής  πολιτικής απεργίας στίς νότιες περιοχές τής Ρωσίας. Γεγονότα όπως αυτά έδειχναν ότι ή ρώσικη έπανάσταση έχει ώριμάσει και προάγγελαν τό ξεσήκωμα τού 1905.
Αλλά στή Ρωσία δέν υπήρχε μιά θεωρητικά ξεκαθαρισμένη και οργανωτικά προετοιμασμένη επαναστατική ηγεσία τής εργατικής τάξης. Δίχως μιά τέτοια ηγεσία, οί μάζες δέν θά μπορούσαν, στήν επερχόμενη επανάσταση, νά νικήσουν τήν απολυταρχία. Γι’ αυτό, ο Λένιν συγκέντρωνε ἐκεῖνα τά χρόνια τό ενδιαφέρον του και τήν πάλη του στό πρόβλημα τής ένωσης τών διάσπαρτων σοσιαλδημοκρατικών ομάδων σ’ ένα Ενιαίο πανρωσικό Επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα. Ό Λένιν ανάπτυξε κ’ ύπερασπίστηκε τήν Έννοια τής Επαναστατικής οργάνωσης και κομματικότητας, σέ μιά σειρά Έργων, μεταξύ των οποίων κατέχουν ξεχωριστή θέση τό «Άπό ποϋ ν’ Αρχίσουμε;» και τό «Τί νά κάνουμε;», όπου καταπολεμούνται οί θεωρίες τού Μάρτωφ και των άλλων ρώσων “οίκονομιστών”, οί οποίοι, στό όνομα τής “ευρύτητας” τού κινήματος, κήρυσσαν τήν οργανωτική άμορφία και τήν πολιτική σύγχυση.
Από “το βλέμμα του Οδυσσέα” _1995
σε σκηνοθεσία Θόδωρου Αγγελόπουλου

Γι’ αύτή τήν κομματικότητα μιλάει ο Λένιν και αύτήν υπερασπίζεται, σέ σχέση μέ τό φοιτητικό κίνημα, στό παρόν άρθρο. Καταπολεμά τήν Ιδέα τής «άκομματικότητας» πού πρόβαλαν οί ύποστηριχτές τού μικροαστικού κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, Επικαλούμενοι υποκριτικά τά «κοινά συμφέροντα», τά «παμφοιτητικά συμφέροντα» κλπ. Ό Λένιν εξηγεί ότι ή Ιδέα τής άκομματικότητας είναι μιά καθαρή Ασυναρτησία, πού ο βαθύτερος προορισμός της είναι νά τραβήξει τό φοιτητικό κίνημα πρός τά πίσω και νά τό κρατήσει κάτω άπό τήν έπιροή του Αστικού φιλελευθερισμού.
                                                                         Σημειώσεις
  • 1 Τό άρθρο «Τά καθήκονταχήςέπαναστατικήςνεολαίας» γράφτηκε άπό τόν Β.Ι.Λένιν κατά παράκληση τής σύνταξης τής έφημερίδας «Στουντέντ» και δημοσιεύτηκε τό Σεπτέμβρη του 1903 στό φύλλο άρ. 2—3 τής έφημερίδας, στη στήλη «Ελεύθερο Βήμα». Το άρθρο έχει τον υπότιτλο «Γράμμα πρώτο». Τα άλλα γράμματα πάνω σ’ αυτό το θέμα, πού σκόπευε να γράψει ό Λένιν, όπως βγαίνει και από το υστερόγραφο του πρώτου γράμματος και  από το σχέδιο επιστολών σχετικά με τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (βλ. σε τούτο τον τόμο, σελ. 437—438 (έλλ. έκδ., σελ. 433—434), κατά τα φαινόμενα δε γράφτηκαν.
    Το άρθρο «Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας» βγήκε σε ξεχωριστό ανάτυπο της εφημερίδας «Στουντέντ» και  τυπώθηκε (χωρίς το υστερόγραφο) σε ξεχωριστή πολυγραφημένη έκδοση με τον τίτλο: «Προς τούς φοιτητές. Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (ή σοσιαλδημοκρατία και  η διανόηση)». Το άρθρο σε λιθογραφημένη έκδοση τυπώθηκε από τούς φοιτητές του πανεπιστημίου της Μόσχας. Η μπροσούρα κυκλοφόρησε πλατιά στη Ρωσία. Σύμφωνα με όχι πλήρη στοιχεία της αστυνομικής διεύθυνσης για το 1904—1905, αντίτυπα της μπροσούρας είχαν βρεθεί κατά τη διενέργεια συλλήψεων και  ερευνών στο Αίκατερινοσλάβ, στο Νίζνι Νόβγκοροντ, στο Καζάν, στην Οδησσό, στο Σμολένσκ και  στο κυβερνείο του Μινσκ.
  • 2 «Στουντέντ» («Φοιτητής») — εφημερίδα της επαναστατικής φοιτητικής νεολαίας. Βγήκαν συνολικά δύο φύλλα (αρ. 1 και 2—3). Το πρώτο φύλλο άρχισε να τυπώνεται πρώτα στη Ρωσία, κατασχέθηκε όμως στο τυπογραφείο. Ξανατυπώθηκε για δεύτερη φορά τον Απρίλη του 1903 στη Γενεύη. Το φύλλο αρ. 2—3 (διπλό) βγήκε στη Ζυρίχη.
    Η δήλωση της σύνταξης, πού αναφέρεται από τον Λένιν, έλεγε: «Χωρίς να προσχωρεί ακόμη στο ένα ή στο άλλο ρωσικό κόμμα της αντιπολίτευσης… η σύνταξη θεωρεί σκόπιμο να παραχωρήσει τις σελίδες του οργάνου της για μια ήρεμη συζήτηση των θεωρητικών και  πραχτικών προβλημάτων της επαναστατικής πάλης στους εκπρόσωπους και  των πιο αντίθετων ρευμάτων της ρωσικής επαναστατικής σκέψης, έχοντας πάντοτε σαν σκοπό να καλλιεργήσει στη φοιτητική νεολαία μια σαφή και  ολοκληρωμένη πολιτική και  σοσιαλιστική επαναστατική κοσμοαντίληψη, πράγμα που αποτελεί άπαραίτητο και Ισχυρότατο παράγοντα τής Ιδεολογικής της ένότητας».
  • 3 _Ίσкρα — ή πρώτη πανρωσική παράνομη μαρξιστική εφημερίδα πού Ιδρύθηκε από τον Λένιν το 1900 και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία του επαναστατικού μαρξιστικού κόμματος της εργατικής τάξης της Ρωσίας.
    Επειδή ήταν αδύνατο να εκδοθεί επαναστατική εφημερίδα στη Ρωσία εξαιτίας των αστυνομικών διώξεων, ό Λένιν, όντας εξόριστος ακόμα στη Σιβηρία, είχε καταστρώσει σε όλες του τις λεπτομέρειες το σχέδιο έκδοσής της στο εξωτερικό. Μόλις τέλειωσε ή εξορία (Γενάρης 1900) ό Λένιν καταπιάστηκε αμέσως με την εφαρμογή του σχεδίου του. Το Φλεβάρη του 1900 είχε στην Πετρούπολη συνομιλίες με τη Β.Ι.Ζασούλιτς πού είχε έρθει παράνομα από το εξωτερικό, σχετικά με τη συμμετοχή της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλειάς» στην έκδοση της εφημερίδας. (σσ. Βέρα Ιβάνοβνα Ζασούλιτς _Ве́ра Ива́новна Засу́лич, 1849 – 1919 Ρωσίδα Μενσεβίκα επαναστάτρια – μεταστράφηκε στον Μαρξισμό). Στα τέλη του Μάρτη —αρχές του ’Απρίλη 1900, έγινε ή λεγόμενη «Σύσκεψη του Πσκόφ» των В.Ι.Λένιν, Λ. Μάρτοφ (Γ.Ο. Τσεντερμπάουμ), Α.Ν. Πότρεσοφ, Σ.Ι. Ραντσένκο μέ τούς «νόμιμους μαρξιστές» — Π. Μπ. Στρούβε και  Μ.Ι. Τουγκάν—Μπαρανόδσκι, όπου συζητήθηκε το λενινιστικό σχέδιο ανακοίνωσης της σύνταξης της πανρωσική εφημερίδας _Ίσκρα και  του επιστημονικού πολιτικού περιοδικού («Ζάρια»), σχετικά με το πρόγραμμα και  τα καθήκοντα των εκδόσεων αυτών. Το πρώτο εξάμηνο του 1900 ό Λένιν περιόδεψε μια σειρά πόλεις της Ρωσίας (Μόσχα, Πετρούπολη, Ρίγα, Σμολένσκ, Νίζνι Νόβγκοροντ, Ουφα, Σαμάρα, Σιζράν), αποκατάστησε σύνδεση με τις σοσιαλδημοκρατικές ομάδες και  με μεμονωμένους σοσιαλδημοκράτες και  εξασφάλισε, από μέρους τους, την υποστήριξη της μελλοντικής Ίσκρα. Τον Αύγουστο τού 1900, με την άφιξη του Λένιν στην Ελβετία, έγινε σύσκεψη Λένιν—Πότρεσοφ με τα μέλη της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλειάς», με θέμα το πρόγραμμα και  τα καθήκοντα της εφημερίδας και  του περιοδικού, τους πιθανούς συνεργάτες, τη σύνθεση της σύνταξης και  την έδρα της — οι συνομιλίες αυτές παρά λίγο να ναυαγήσουν. Ωστόσο κατά το τέλος των συνομιλιών κατορθώθηκε να επιτευχτεί συμφωνία σε όλα τα επίμαχα ζητήματα.
    Το πρώτο φύλλο της λενινιστικής Ίσκρα βγήκε το Δεκέμβρη τού 1900 στη Λειψία, τα επόμενα φύλλα έβγαιναν στο Μόναχο, από τον Ιούλη του 1902 στο Λονδίνο και  από την άνοιξη του 1903 στη Γενεύη. Μεγάλη βοήθεια για την εγκατάσταση της εφημερίδας (οργάνωση μυστικού τυπογραφείου, εξασφάλιση στοιχείων κτλ.) πρόσφεραν οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες: Κλάρα Τσέτκιν, Άντολφ Μπράουν και  άλλοι, ο πολωνός επαναστάτης Γιούλιαν Μαρχλέφσκι που ζούσε την εποχή εκείνη στο Μόναχο (σσ. Julian Marchlewski, 1866–1925, γνωστός και  με το ψευδώνυμο Κάρσκι, ήταν εξέχων Πολωνός κομμουνιστής πολιτικός, δημοσιογράφος και  θεωρητικός στενός συνεργάτης και  φίλος της Ρόζας Λούξεμπουργκ)., ό Γ. Κβέλτς — ένας από τους ηγέτες της αγγλικής σοσιαλδημοκρατικής ομοσπονδίας __σσ. ο Henry “Harry” Quelch (1858–1913) ήταν  μαρξιστής, συνδικαλιστής και  ιδρυτική προσωπικότητα του βρετανικού σοσιαλιστικού κινήματος. Ως ένας από τους κύριους ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας (SDF), διετέλεσε επί μακρόν συντάκτης της εφημερίδας του κόμματος, Justice, και  εκπροσώπησε τους Βρετανούς σοσιαλιστές σε διεθνή συνέδρια.
    Τη σύνταξη της Ίσκρα την αποτελούσαν οι: Β.Ι.Λένιν, Γ.Β.Πλεχάνοφ, Λ.Μάρτοφ, Π.Μπ. Άξελροντ, Α.Ν.Πότρεσοφ και Β.Ι.Ζασούλιτς. Γραμματέας της σύνταξης αρχικά I. G. Smidovich-Leman, αργότερα, από την άνοιξη του 1901, ή Ν.Κ. Κρούπσκαγια πού κρατούσε και ολόκληρη την αλληλογραφία της Ίσκρα με τις ρωσικές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις.
    Στο κέντρο της προσοχής της Ίσκρα βρίσκονταν τα προβλήματα της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου και όλων των εργαζόμενων τής Ρωσίας ενάντια στην τσαρική απολυταρχία, μεγάλη προσοχή δινόταν στα σοβαρότερα γεγονότα τής διεθνούς ζωής και Ιδιαίτερα του διεθνούς Εργατικού κινήματος. Ό Λένιν ήταν ουσιαστικά ό διευθυντής και καθοδηγητής της Ίσκρα, δημοσίευε άρθρα για όλα τα βασικά ζητήματα τής οικοδόμησης του κόμματος και  τη ταξικής πάλης του προλεταριάτου τής Ρωσίας.
    Η Ίσκρα έγινε το κέντρο συνένωσης των κομματικών δυνάμεων, συγκέντρωσης και διαπαιδαγώγησης των κομματικών στελεχών. Σε πολλές πόλεις τής Ρωσίας (Πετρούπολη, Μόσχα, Σαμάρα και άλλες) δημιουργήθηκαν ομάδες και Επιτροπές του ΣΔΕΚΡ λενινιστικής—ισκρικής κατεύθυνσης. Το Γενάρη του 1902 στο συνέδριο των οπαδών της Ίσκρα στή Σαμάρα, δημιουργήθηκε ή ρωσική όργάνωση τής Ίσκρα. Οι ίσκρικές οργανώσεις συγκροτούνταν και  δούλευαν κάτω άπό τήν άμεση καθοδήγηση τών μαθητών και συνεργατών του Β.Ι. Λένιν —Ν.Ε.Μπάουμαν, Ι.Β.Μπάμπουσκιν, Σ.Ι.Γκούσεφ, Μ.Ι.Καλίνιν, Π.Α.Κράσικοφ, Γ,Μ.Κρδιζανόφσκι, Φ.Β.Λένγκνικ, Π. Ν.Λεπεσίνσκι, I. I. Ραντσένκο και άλλων.
    Μέ πρωτοβουλία τού Λένιν και  με την άμεση συμμετοχή του, η σύνταξη τής Ίσκρα επεξεργάστηκε το σχέδιο προγράμματος του κόμματος (δημοσιεύτηκε στην Ίσκρα άρ.φύλλου 21, της 1ης του Ίούνη 1902) και προετοίμασε τό II συνέδριο του ΣΔΕΚΡ πού συνήλθε στίς 17(30) Ιούλη—10(23) τού Αύγούστου 1903. Στις παραμονές τής σύγκλησης του συνεδρίου οι περισσότερες τοπικές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις της Ρωσίας είχαν προσχωρήσει στην Ίσκρα, ενέκριναν την ταχτική της, το πρόγραμμά της και  το οργανωτικό της σχέδιο και  την αναγνώρισαν σαν καθοδηγητικό τους όργανο. Το συνέδριο με ειδική απόφαση τόνισε τον εξαιρετικό ρόλο της Ίσκρα στην πάλη για το κόμμα και την ανακήρυξε Κεντρικό ’Όργανο του ΣΔΕΚΡ. Στο II συνέδριο Εκλέχτηκε συνταχτική Επιτροπή από τούς Λένιν, Πλεχάνοφ και Μάρτοφ. Ο Μάρτοφ, παρά την απόφαση του συνεδρίου τού κόμματος, αρνήθηκε να μπει στη σύνταξη, επιμένοντας να μείνουν και οι έξι προηγούμενοι συντάχτες και  έτσι τα φύλλα της Ίσκρα 46—51 βγήκαν με συνταχτική Επιτροπή τον Λένιν και  τον Πλεχάνοφ. Ύστερα από λίγο ο Πλεχάνοφ πέρασε στις θέσεις τού μενσεβικισμού και  ζήτησε να μπουν στη σύνταξη τής Ίσκρα όλοι οι παλιοί μενσεβίκοι συντάχτες πού τούς είχε απορρίψει το συνέδριο. Ό Λένιν δεν μπορούσε να συμφωνήσει μ’ αυτό και  στις 19 του Οκτώβρη 1903 αποχώρησε από τη σύνταξη της Ίσκρα, μετά μπήκε στην ΚΕ και  από κει πάλαιβε ενάντια στους οπορτουνιστές μενσεβίκους.
    Το φύλλο 52 της Ίσκρα» βγήκε με μοναδικό συντάχτη τον Πλεχάνοφ. Στις 13(26) Νοέμβρη 1903 ο Πλεχάνοφ προσέλαβε στη σύνταξη της Ίσκρα αυτόβουλα, παραβιάζοντας τη θέληση του συνεδρίου, τούς πρώην μενσεβίκους συντάχτες της. Από το φύλλο 52 οι μενσεβίκοι μετάτρεψαν την Ίσκρα σε όργανό τους.
  • 4 «Οσβομποζντένιγε» _Απελευθέρωση — 15ήμερο περιοδικό πού έβγαινε στο εξωτερικό από τις 18 Ιούνη (1η Ιούλη) 1902 ως τις 5 (18) Οχτώβρη 1905 με διευθυντή τον Π.Μπ.Στρουβε. Το περιοδικό ήταν όργανο τής ρωσικής φιλελεύθερης αστικής τάξης και προπαγάνδιζε με συνέπεια τις Ιδέες τού μετριοπαθούς—μοναρχικού φιλελευθερισμού. Στα 1903 γύρω από το περιοδικό συγκεντρώθηκε (και το Γενάρη του 1904 διαμορφώθηκε) ή «Ένωση ’Απελευθέρωσης», πού έζησε ως τον Οχτώβρη τού 1905. Μαζί με τούς ζεμστβικούς—συνταγματικούς οι οπαδοί του «Όσβομποζντένιγε» αποτέλεσαν τον πυρήνα τού συνταγματικού—δημοκρατικού κόμματος (των καντέτων), πού δημιουργήθηκε τον Οχτώβρη τού 1905 και ήταν το κύριο αστικό κόμμα στη Ρωσία.
  • 5 Στρούβε, Π. Μπ. (Ρ.Ν.Σ.) (1870—1944) — αστός οικονομολόγος και δημοσιολόγος, ένας από τους ηγέτες του φιλελεύθερου μοναρχικού κόμματος των καντέτων. Επιφανής εκπρόσωπος του «νόμιμου μαρξισμού» στη δεκαετία 1890—1900, συνεργάτης και διευθυντής των περιοδικών «Νόβογε Σλόβο» (1897), «Να τσάλο» (1899) και «Ζίζν» (1900). Στην πρώτη κιόλας έργα σία του «Κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης τής Ρωσίας» (1894) ό Στρούβε, κριτικάροντας το ναροντνικισμό, έκανε «συμπληρώσεις» και «κριτική» στην οικονομική και φιλοσοφική διδασκαλία του Κ. Μαρξ, συμφωνούσε με τούς εκπρόσωπους τής χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας, προπαγάνδιζε το μαλθουσιανισμό (σσ. κοινωνικοοικονομική θεωρία που βασίζεται στις ιδέες του Άγγλου οικονομολόγου Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους __1766–1834, ο οποίος υποστήριξε ότι η ανεξέλεγκτη πληθυσμιακή αύξηση θα οδηγήσει τελικά σε παγκόσμια πείνα και εξάντληση των πόρων). Ο Β.Ι. Λένιν ονόμασε τον Στρούβε «Μεγάλο μαέστρο τής αποστασίας» (“Απαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 13ος, σελ. 453). Ό Στρούβε ήταν ένας από τους θεωρητικούς εκπροσώπους και οργανωτές τής αστικοφιλελεύθερης οργάνωσης “_Ένωση Απελευθέρωσης” (1904—1905) και διευθυντής τού παράνομου οργάνου της «Όσβομποζντένιγε» (1902—1905). Όταν το 1905 Ιδρύθηκε το κόμμα των καντέτων, έγινε μέλος τής ΚΕ του. Ύστερα από την ήττα της επανάστασης του 1905—1907 — ηγέτης της δεξιάς πτέρυγας των φιλελευθέρων. Με την έναρξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου — ένας από τούς θεωρητικούς του ρωσικού Ιμπεριαλισμού. Ύστερα από την οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση ο Στρούβε γίνεται φανατικός εχθρός της σοβιετικής εξουσίας, μέλος τής αντεπαναστατικής κυβέρνησης τού Βράγκελ, λευκο—εμιγκρές.
  • 6 «Ρεβολιουτσιόνναγια Ροσσίγια» _«Επαναστατική Ρωσία» — παράνομη εφημερίδα των εσέρων από τα τέλη τού 1900 την έβγαζε στη Ρωσία ή «Ένωση των Σοσιαλιστών— επαναστατών» (το 1ο φύλλο της με χρονολογία 1900, στην πραγματικότητα βγήκε το Γενάρη του 1901). Από το Γενάρη του 1902 ως το Δεκέμβρη τού 1905 έβγαινε στο εξωτερικό (Γενεύη), σαν επίσημο όργανο του κόμματος των έσέρων.
  • 7 Πρόκειται για την έκκληση τής πρώτης μαρξιστικής οργάνωσης της Μόσχας, της «Εργατικής Ένωσης Μόσχας προς τούς φοιτητές, πού βγήκε στις 3(15) Νοέμβρη 1896.

Τέλος φόρμας

 

24 Ιουνίου 2026

Λένιν: Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη...

            Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
Η αστικοδημοκρατική επανάσταση της 27ης Φλεβάρη 1917 επέφερε το γκρέμισμα του τσαρισμού στη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιείται και η πρώτη συνεδρίαση των Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και στρατιωτών στην Πετρούπολη. Στις 2 Μάρτη σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση στη Ρωσία, μια κυβέρνηση αστική που περιελάμβανε στις τάξεις της τόσο εκπροσώπους του παλαιού φεουδαρχικού καθεστώτος, όσο και μεγάλους κεφαλαιοκράτες. Παρά τις αντιδράσεις των μπολσεβίκων, η κυβέρνηση αυτή είχε την υποστήριξη των μενσεβίκων και των εσέρων. Η κατάσταση διαμορφώθηκε έτσι ώστε να σχηματιστεί μια ιδιότυπη δυαρχία στη Ρωσία, όπου από τη μια μεριά ήταν μια αστική κυβέρνηση που αρκούνταν σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις και από την άλλη μεριά ήταν το εξεγερμένο προλεταριάτο και η φτωχή αγροτιά που εκφράζονταν μέσα από τα Σοβιέτ και που έθεταν αιτήματα σοσιαλιστικού χαρακτήρα.

Ριζοσπάστης: Η επιστροφή του Λένιν και οι "Θέσεις του Απρίλη"

Στις 3 Απρίλη 1917 επιστρέφει στην Πετρούπολη, από το εξωτερικό όπου ήταν εξόριστος, ο Λένιν και την επομένη, 4 Απρίλη, δημοσιεύει τις "Θέσεις του Απρίλη"_ "Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανάσταση". Οι "Θέσεις του Απρίλη " συνιστούν ένα πραγματικό μανιφέστο κήρυξης της σοσιαλιστικής επανάστασης και της πορείας του κόμματος των μπολσεβίκων, αναλύοντας ταυτόχρονα και την κατάσταση του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Ιδιαίτερης σημασίας, τόσο από την άποψη της ουσιαστικής πολιτικής πράξης, όσο και από την άποψη της επαναστατικής φλόγας που ως συμβολισμός είναι διαλεκτικά και γι' αυτό άρρηκτα δεμένος με την πράξη, είναι η ακροτελεύτια Θέση με την οποία ο Λένιν υποστηρίζοντας με ατράνταχτα επιχειρήματα να πετάξει το κόμμα "το βρώμικο πουκάμισο, καιρός πια να φορέσουμε καθαρά ασπρόρουχα", προτείνει ότι "πρέπει να ονομαστούμε Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως ονόμαζαν τον εαυτό τους οι Μαρξ και Ένγκελς".

Οι "Θέσεις του Απρίλη" εγκρίθηκαν στην 7η Πανρωσική Συνδιάσκεψη του Κόμματος στις 29 Απρίλη στην Πετρούπολη. Στις 23 Οκτώβρη 1917 η ΚΕ του Κόμματος στην ιστορική συνεδρίασή της αποφάσισε την άμεση εξέγερση, καθώς το Κόμμα είχε κερδίσει την αμέριστη εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς. Στις 25 Οκτώβρη η ένοπλη εξέγερση του προλεταριάτου της Πετρούπολης ανέτρεψε την αστική προσωρινή κυβέρνηση και η εξουσία πέρασε στα Σοβιέτ, αλλάζοντας σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

"Ο μαρξιστής όμως στην εκτίμηση της στιγμής δεν πρέπει να ξεκινά από το πιθανό, αλλά από το πραγματικό» ( Β.Ι. Λένιν)
Ανάμεσα στις 5 και ως τις 13 Απρίλη, ο Λένιν γράφει "τα γράμματα για την τακτική" και αμέσως μετά «τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», δηλαδή το σχέδιο προγράμματος του προλεταριακού κόμματος, το οποίο τελειώνει στις 28 Μάη 1917 σε ξεχωριστή μπροσούρα (ειδικό φυλλάδιο). Η επιμονή του Λένιν, πράγμα στο οποίο συμφωνούσε και η πλειοψηφία του κόμματος, ήταν ότι η επανάσταση του Φλεβάρη έπρεπε να προχωρήσει με γοργά βήματα στη σοσιαλιστική επανάσταση. Γράφει σχετικά: «Η κρατική εξουσία στη Ρωσία πέρασε στα χέρια μιας νέας τάξης, δηλαδή της αστικής τάξης και των αστικοποιημένων τσιφλικάδων. Από αυτή την άποψη, η αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε.» Μ’αυτό τον τρόπο αντιμετώπιζε έγκαιρα τον Κερένσκι που ήταν εκπρόσωπος των τρουντοβίκων. (Οι Τρουντοβίκοι –μικροαστοί δημοκράτες στη ρώσικη Δούμα-βουλή σχηματίστηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, πήραν σοβινιστική φιλοτσαρική θέση, υποστήριξαν την αστική κυβέρνηση τον Φλεβάρη 1917 και ήσαν εχθροί της Οκτωβριανής Επανάστασης). Ο Λένιν με οξυδέρκεια και αποφασιστικότητα καταγράφει τα βασικά ρεύματα μέσα στην αριστερά της εποχής του, δηλαδή μέσα στο σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα. Διακρίνει:

• α) το σοσιαλσοβινιστικό ρεύμα που συντάχτηκε ανοιχτά με τις αστικές κυβερνήσεις «του» στον πόλεμο
• β) το ρεύμα του κέντρου, «το βασίλειο της καλοκάγαθης μικροαστικής φρασεολογίας και του διεθνισμού στα λόγια» που έχει σαν ηγέτη τον Γερμανό Καρλ Κάουτσκι, τον λεγόμενο «πάπα του μαρξισμού» και προδότη της Β΄ Διεθνούς, άνθρωπο των πιο αξιοθρήνητων ταλαντεύσεων και προδοσιών.
• γ) για τον Λένιν το γ΄ ρεύμα είναι οι διεθνιστές στην πράξη που τους εκφράζει πιο πιστά η Αριστερά του Τσίμερβαλντ (σύσκεψη σοσιαλιστών το 1915 στην ελβετική πόλη Τσίμερβαλντ) και όπου χαρακτηριστικά της ήσαν ο αγώνας ενάντια στο κέντρο του Κάουτσκι, ο αμείλικτος αγώνας ενάντια στο σοσιαλπασιφισμό, η αρχή πως «ο κύριος εχθρός είναι στη χώρα μας» και τέλος ο συνδυασμός της αποτροπής του πολέμου με τη σοσιαλιστική επανάσταση. Να σημειώσουμε ότι ο Λένιν σημειώνει πως στο Τσίμερβαλντ η πλειοψηφία πήρε μία μεσοβέζικη ταλαντευόμενη κεντριστική και «Καουτσκική» θέση, γι’αυτό χρεωκόπησε, λόγω της αδυναμίας της να σταθεί απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ο Β.Ι.Λένιν προτείνει στη θέση του ταλαντευόμενου κέντρου να φτιαχτεί μια νέα Διεθνής: «Να ιδρύσουμε χωρίς αργοπορία, μία νέα επαναστατική προλεταριακή Διεθνή, ή πιο σωστά να μη φοβόμαστε να δηλώσουμε μπροστά σε όλο τον κόσμο ότι η Διεθνής αυτή είχε ήδη ιδρυθεί και δράσει». Επίσης, ο Λένιν με απόλυτη αποφασιστικότητα γράφει πως «Καλύτερα να μείνουμε δύο, όπως ο Λίμπνεχτ (στη Γερμανία), παρά να ενωθούμε με τους οπορτουνιστές.» Βέβαια, τα γεγονότα στη Ρωσία από τον Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη 1917 τρέχουν με τρομαχτικά ασύλληπτους ρυθμούς και μόνο η επαναστατική οξυδέρκεια του Λένιν και το συγχρονισμένο όπλο του κόμματος των μπολσεβίκων, αυτός ο ακριβής συνδυασμός, μπορούσε να οδηγήσει σ’ένα χρόνο το πέρασμα από την αστικοδημοκρατική, στη σοσιαλιστική επανάσταση. Στο πέρασμα από τον Φλεβάρη στον Οκτώβρη, στη μετακίνηση όλων των μαζών προς τ’αριστερά και τους μπολσεβίκους, στην απόρριψη της προσωρινής κυβέρνησης των Λβοφ-Κερένσκι και τέλος, στη θρυλική εφόρμηση στα Χειμερινά Ανάκτορα στις 25 Οκτώβρη. Στον επίλογο της μπροσούρας για τις θέσεις του Απρίλη, που έβαζαν τα θεμέλια για την Οκτωβριανή επανάσταση, ο Λένιν γράφει πως «η μπροσούρα μου πάλιωσε λόγω της οικονομικής εξάρθρωσης και της κακής λειτουργίας των τυπογραφείων της Πετρούπολης». Στην ενότητα «θέσεις του Απρίλη» παρουσιάζεται η εισήγηση του Λένιν στη συγκέντρωση των μπολσεβίκων που πήραν μέρος στην πανρωσική σύσκεψη των σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών στις 4 Απρίλη 1917.
Πρακτικά, στις θέσεις του Απρίλη ο Λένιν δεν ρίχνει το σύνθημα της ανατροπής της προσωρινής κυβέρνησης, αλλά το κέρδισμα της πλειοψηφίας των Σοβιέτ. Με μια ελευθερία λόγου θα μπορούσε να το πει κάποιος «ειρηνική μετεξέλιξη της επανάστασης του Φλεβάρη». Ωστόσο, στις 18 Απρίλη ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Μιλιουκόφ, πλήρως προσδεδεμένος στον αγγλογαλλικό άξονα, ανακοινώνει πως η συμμετοχή της Ρωσίας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο θα συνεχιστεί.
Ως αποτέλεσμα της φιλοπόλεμης δήλωσης, οργανώνονται αντιπολεμικές διαδηλώσεις στις μεγαλύτερες ρώσικες πόλεις. Ο στρατηγός Κορνίλοφ διατάζει «πυρ», αλλά οι στρατιώτες αρνούνται να εκτελέσουν την προσταγή. Αρχίζει -ανοιχτά πλέον- η κρίση στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Απότοκος των λαϊκών συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων, είναι η αποπομπή των Μιλιουκόφ-Κερένσκι από το κόμμα των εσέρων. Στις 24 Απρίλη (7 Μάη)  συνέρχεται η 7η συνδιάσκεψη των Μπολσεβίκων με 133 αντιπροσώπους και 18 με συμβουλευτική ψήφο, που αντιπροσωπεύουν 80.000 μέλη (το διπλάσιο του Φλεβάρη).
Στην 7η Συνδιάσκεψη, ο Λένιν αναπτύσσει τις θέσεις του για τους δυο σταθμούς (ή φάσεις) της επανάστασης, το αστικοδημοκρατικό και το σοσιαλιστικό στάδιο. Στην 7η Συνδιάσκεψη υιοθετείται το ιστορικό –πλέον- σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» ως άμεσο καθήκον των εργαζόμενων μαζών στη Ρωσία.
Στην 7η συνδιάσκεψη ο Ι.Β Στάλιν εισηγείται «το εθνικό ζήτημα» με κεντρικό πυρήνα τη δυνατότητα της αυτοδιάθεσης κάθε έθνους από την πολυεθνική Ρωσία. Η συνδιάσκεψη ψηφίζει την εισήγηση του Στάλιν κι απομονώνει την ομάδα Μπουχάριν-Πιατακόφ. Στηριγμένο στις αποφάσεις της 7ης Συνδιάσκεψης το μπολσεβίκικο κόμμα περνά στη διαφώτιση των μαζών και στη λαϊκή προπαγάνδα. Εξειδικεύει τα συνθήματα του κόμματος στους χώρους δουλειάς, στα σοβιέτ και στο μέτωπο. Για τους φαντάρους εκδίδεται η εφημερίδα «Οκόπναγια Πράβντα» (Η αλήθεια των χαρακωμάτων) και αρχίζει να γίνεται πράξη η πολιτική γραμμή των μπολσεβίκων  για «δυσπιστία προς την Προσωρινή κυβέρνηση».
Παρ’όλα αυτά, όταν στις 3 (16) Ιούνη συνέρχεται το Α΄ Πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ, οι εσερομενσεβίκοι έχουν περίπου 800 συνέδρους ενώ οι μπολσεβίκοι μόνο 100.
Εκείνο που αξίζει -εκτός των άλλων- να συγκρατήσει κάποιος από την «πύκνωση του χρόνου» ανάμεσα στο διάστημα Φλεβάρης-Οκτώβρης 1917, είναι πως η συνείδηση των μαζών δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα αλλά αλματικά και πως το πέρασμα από ένα κατώτερο ιστορικό σημείο σ’ένα ανώτερο δε γίνεται με σημειωτόν αλλά γοργά. Οι μπολσεβίκοι διαφωτίζουν τις μάζες με βάση το τρίπτυχο ειρήνη-γη-ψωμί, με το οποίο άλλωστε έγινε η κίνηση των μαζών και η Οκτωβριανή επανάσταση. Τόσο απλά, τόσο λιτά και τόσο επαναστατικά. Όταν στις 18 Ιούνη (1η Ιούλη) 1917, 400.000 διαδηλωτές φωνάζουν «κάτω ο πόλεμος», «κάτω οι 10 καπιταλιστές υπουργοί», «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», είναι φανερό πως ο χρόνος δουλεύει για τους μπολσεβίκους. Παρ’όλα αυτά η μυωπική Προσωρινή κυβέρνηση, πισθάγκωνα δεμένη στους Αγγλογάλλους, διατάζει το στρατό της σε επίθεση. Ένα στράτευμα κουρασμένο, πεινασμένο και μ’ανεπαρκή πολεμοφόδια. Πρόκειται για οικτρή αποτυχία. Δυο μέρες μετά (3 Ιούλη) και ενώ οι μπολσεβίκοι δεν είναι υπέρ της ένοπλης –ακόμα- εξέγερσης, χιλιάδες διαδηλωτές βγαίνουν στους δρόμους της Πετρούπολης και της Μόσχας ενάντια στον καταστροφικό πόλεμο. Από την κυβέρνηση ασκείται άγρια τρομοκρατία.
Οι εφημερίδες των μπολσεβίκων κλείνονται, υπογράφεται ένταλμα σύλληψης του Λένιν, οι υπεύθυνοι των διαδηλώσεων διώκονται. Ο Λένιν, που περνά στην παρανομία, γράφει: «η δυαδική εξουσία τελείωσε». Αναπτύσσει το σκεπτικό του λέγοντας πως η κατάσταση ισορροπίας (δυαδική εξουσία) δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ. Στην περίπτωσή μας η αστική τάξη πήρε την εξουσία.
Στο 6ο συνέδριο των μπολσεβίκων (το προηγούμενο είχε γίνει το 1907 στο Λονδίνο) στην Πετρούπολη, ο ηγέτης της επικείμενης επανάστασης «μιλούσε» μέσω Στάλιν-Μολότοφ-Σβερντλόφ και Οτζορνικίτζε στους 157 συνέδρους που αντιπροσώπευαν πλέον 240.000 μέλη. Το κόμμα έβγαζε 41 εφημερίδες στα ρώσικα, 12 σε άλλες γλώσσες, απέσυρε το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», ψήφισε τον Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό ως τρόπο λειτουργίας του, δέχτηκε τον Τρότσκι και την κεντριστική ομάδα του «Μισραγιόντσι» ως μέλη του κόμματος και έβαλε στόχο την οργάνωση της ένοπλης επανάστασης ως πολιτικό καθήκον __σσ. οι Μισραγιόντσι (межрайонцы, Μεζραγιόντσυ) ήταν μια βραχύβια ριζοσπαστική μαρξιστική οργάνωση των Ρώσων Σοσιαλδημοκρατών, γνωστή για την επιδίωξή της να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε Μπολσεβίκους και Μενσεβίκους. Η ομάδα ιδρύθηκε το 1913 στην Πετρούπολη και συγχωνεύτηκε επίσημα με τους Μπολσεβίκους τον Αύγουστο του 1917, λίγο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση__
Ως αντιπερισπασμό του 6ου συνεδρίου οι αστοί της Προσωρινής Κυβέρνησης οργανώνουν (12 Αυγούστου) στη Μόσχα συνδιάσκεψη παραγόντων, που παίρνουν μέρος μενσεβίκοι και εσέροι. Επρόκειτο για προπέτασμα καπνού καθώς ο στρατηγός Κορνίλοφ, με πρόσχημα «να σώσει την πατρίδα», ετοιμάζει στρατιωτικό πραξικόπημα. Στις 25 Αυγούστου κινάει ενάντια στη Μόσχα. Η απάντηση του λαού είναι ηρωϊκή. Εργάτες, στρατιώτες, ναύτες  με την καθοδήγηση των μπολσεβίκων βρίσκονται επί ποδός. Οι επαναστατικές Επιτροπές συντρίβουν τον στρατό του Κορνίλοφ. Ο στρατηγός Κρίμοφ αυτοκτονεί. Οι αγρότες απαλλοτριώνουν τη γη και τα σοβιέτ στρέφονται ακόμα περισσότερο στους μπολσεβίκους. Με ομόφωνη απόφασή του στις 25 Σεπτέμβρη, το σοβιέτ της Μόσχας προσχωρεί στους μπολσεβίκους, ενώ πολιτικές αναταράξεις, διασπάσεις, αποχωρήσεις, έχουμε σ’όλα τα κόμματα ακόμα και στους αναρχικούς.Ο Απρίλης του 1917 είναι από τους κρίσιμους μήνες της επανάστασης. Στις 3 του μήνα επρόκειτο να επιστρέψει ο Λένιν στη Ρωσία. Μόλις έφτασε η είδηση για την επικείμενη άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη, η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και η Επιτροπή της Πετρούπολης πήραν επειγόντως μέτρα για να ειδοποιήσουν σχετικά όλες τις περιοχές, τις επιχειρήσεις, τις στρατιωτικές μονάδες της πρωτεύουσας, της Κρονστάνδης και των προαστίων. Ήταν Πάσχα. Τα εργοστάσια δεν λειτουργούσαν. Οι εφημερίδες δεν βγήκαν. Όμως, στις περιοχές της Πετρούπολης Βίμποργκ, Μοσκβά, Νάρβα, του Νησιού Βασιλίεφκσι, Πετρογκράντ και Λιτόφ της πρωτεύουσας τη μέρα αυτή έγιναν συνελεύσεις των μπολσεβίκων, όπου και ανακοινώθηκε η προσεχής άφιξη του Λένιν. Οι μπολσεβίκοι της Πλευράς του Βίμποργκ περιφέρονταν τους δρόμους της περιοχής με την αφίσα: "Σήμερα μας έρχεται ο Λένιν!" Στο νησί Βασιλίεφσκι τοιχοκολλήθηκαν προκηρύξεις που υπόδειχναν την ώρα και το μέρος της συγκέντρωσης για την πορεία προς τον Φινλανδικό Σταθμό. Στην περιοχή Νάρβας περνούσαν από τα σπίτια των εργατών για να τους ειδοποιήσουν. Οι μπολσεβίκοι της περιοχής Μοσκόφσκι οργάνωσαν επειγόντως συλλαλητήριο, για να χαιρετίσουν στην επικείμενη άφιξη του Λένιν.
Το βράδυ, όπως έγραψε η "Πράβντα", στον Φινλανδικό Σταθμό ήρθαν για να υποδεχτούν τον Λένιν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι και πρώτ' απ' όλα εργάτες. Ντυμένοι γιορταστικά, συγκεντρώνονταν γύρω από τις σημαίες των εργοστασίων τους. Η Κρονστάνδη έστειλε ένα μεικτό απόσπασμα για την πανηγυρική υποδοχή και περιφρούρηση του ιδρυτή του κόμματος των μπολσεβίκων. Δίπλα στην εργατική πολιτοφυλακή και τους κοκκινοφρουρούς στέκονταν οι στρατιώτες.
Επικεφαλής της υποδοχής ήταν αντιπροσωπεία της Κεντρικής Επιτροπής, της Επιτροπής της Πετρούπολης, καθώς και της συντακτικής επιτροπής της «Πράβντα».

Σε άρθρο της εφημερίδας, αφιερωμένο στην υποδοχή στον Φινλανδικό Σταθμό, αναφερόταν: "Στις 11.10' μ.μ. πλησίασε το τρένο. Βγήκε ο Λένιν, τον οποίο χαιρετούσαν φίλοι και παλιοί του συναγωνιστές. Κάτω από τις σημαίες του Κόμματος κατευθύνθηκε στο σταθμό, ενώ ο στρατός παρουσίαζε όπλα. Προχώρησε πιο πέρα, κατά μήκος του μετώπου των στρατιωτών, που ήταν παραταγμένοι στο σταθμό και παρουσίαζαν όπλα, και πέρασε δίπλα από την εργατική πολιτοφυλακή. Παντού γινότανε δεκτός με θαυμασμό".
Στην αίθουσα του σταθμού τον Λένιν περίμεναν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, της Επιτροπής της Πετρούπολης, οι καθοδηγητές των Αχτιδικών Οργανώσεων των μπολσεβίκων, αντιπροσωπεία του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Εξ ονόματος του Σοβιέτ της Πετρούπολης απηύθυνε χαιρετισμό ο Τσχεΐντζε. Η παρουσία του ηγέτη των μενσεβίκων, προέδρου του μεγαλύτερου Σοβιέτ της χώρας, που έπαιξε την εποχή εκείνη το ρόλο του πανρωσικού κέντρου των Σοβιέτ, έδειχνε ότι οι συμβιβαστές δεν μπορούσαν να μην πάρουν υπόψη τους την ολοένα και πιο πλατιά επιρροή του μεγαλύτερου πολιτικού κόμματος της χώρας. Δεν μπορούσαν να μην υποδεχτούν τον αρχηγό του. Ο Λένιν άκουσε τον Τσχεΐντζε και μίλησε κι αυτός, απευθύνοντας όμως το λόγο του στους μπολσεβίκους της Πετρούπολης, στους εκπροσώπους των εργοστασίων, των επιχειρήσεων, των στρατιωτικών μονάδων. Μετά βγήκε στην πλατεία. Είχαν προβλέψει να χρησιμοποιηθεί σαν βήμα ένα αυτοκίνητο, αλλά ήρθε τόσος πολύς κόσμος να δει τον Λένιν, ώστε αναγκάστηκε ν' ανεβεί σ' ένα τεθωρακισμένο.
         "Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση! "
Μπροστά στο τεράστιο πλήθος, που είχε έρθει να υποδεχτεί τον αρχηγό του, ο Λένιν έβγαλε λόγο, με τον οποίο χαιρετούσε το επαναστατικό ρωσικό προλεταριάτο και τον επαναστατικό στρατό, που κατόρθωσαν όχι μόνο να απελευθερώσουν τη Ρωσία από τον τσαρικό δεσποτισμό, αλλά και να θέσουν τη βάση για την κοινωνική επανάσταση σε διεθνή κλίμακα. Ο Λένιν τέλειωσε το λόγο του με το σύνθημα: "Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση!" Χιλιάδες άνθρωποι στην πλατεία επανέλαβαν τα λόγια του. Κοντά στο αρχοντικό της Κσεσίνσκαγια, όπου στεγαζόταν τότε η KΕ και η Επιτροπή Πετρούπολης του ΣΔΡΚΡ (μπ), πραγματοποιήθηκε νέο συλλαλητήριο. Ο Λένιν επανειλημμένως μίλησε από το μπαλκόνι. Μέσα είχαν συγκεντρωθεί φίλοι και σύντροφοί του, τα μέλη της KΕ και της Επιτροπής Πετρούπολης των μπολσεβίκων, δραστήρια στελέχη της κομματικής οργάνωσης της Πετρούπολης. Ο Λένιν εκφώνησε λόγο, που κράτησε μιάμιση ώρα, με βάση προσχέδιο των θέσεων, που είχε γράψει στη διάρκεια του ταξιδιού του. Πρόκειται για την αρχική παραλλαγή των περίφημων Θέσεων του Απρίλη.
Ο Β. Ι. Λένιν
διακηρύσσει τις "Θέσεις του Απρίλη"
στα Ταυρικά Ανάκτορα στην Πετρούπολη
Η επόμενη μέρα ήταν η πρώτη εργάσιμη μέρα του Λένιν στη Ρωσία ύστερα από πολύχρονη αναγκαστική απουσία. Τη μέρα αυτή, το προλεταριάτο της Πετρούπολης τιμούσε την πέμπτη επέτειο των γεγονότων του Λένα (πυροβολισμός των εργατών το 1912 στα ορυχεία του Λένα). Σε πολλά εργοστάσια και επιχειρήσεις έγιναν συλλαλητήρια και διαδηλώσεις. Στο Πεδίο του Αρεως, κοντά στους τάφους των πεσόντων στην επανάσταση του Φλεβάρη, εργάτες εκφωνούσαν λόγους. Ακούγονταν επαναστατικά τραγούδια. Στις 12 περίπου το μεσημέρι, ο Λένιν έρχεται στα Ταυρικά Ανάκτορα στη συγκέντρωση των μπολσεβίκων αντιπροσώπων στην Πανρωσική Σύσκεψη των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών. Εδώ ακριβώς αντήχησαν μ' όλη τους την πειστικότητα οι θέσεις του Λένιν, μέσα από τις οποίες έκανε σαφή εκτίμηση της κατάστασης, έδειξε τους στόχους που έπρεπε να επιδιώξουν και το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσουν.
            Οι "Θέσεις του Απρίλη"
Αποσπάσματα από το άρθρο του Β. Ι. Λένιν "Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανάσταση" που πέρασε στην Ιστορία σαν "οι Θέσεις του Απρίλη":
1. Στη στάση μας απέναντι στον πόλεμο, που από την πλευρά της Ρωσίας και με τη νέα κυβέρνηση του Λβοφ και Σία παραμένει αναμφισβήτητα ληστρικός, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, εξαιτίας του καπιταλιστικού χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης, είναι απαράδεκτες και οι παραμικρές παραχωρήσεις στον «επαναστατικό αμυνιτισμό». Για έναν επαναστατικό πόλεμο, που πραγματικά δικαιολογεί τον επαναστατικό αμυνιτισμό, το συνειδητό προλεταριάτο μπορεί να συμφωνήσει μόνο με τον όρο:
α) Περάσματος της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου και των πιο φτωχών τμημάτων της αγροτιάς που κλίνουν προς αυτό.
β) Παραίτησης από όλες τις προσαρτήσεις στην πράξη και όχι στα λόγια.
γ) Ολοκληρωτικής ρήξης στην πράξη με όλα τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Παίρνοντας υπόψη την αναμφισβήτητη καλοπιστία των πλατιών στρωμάτων των μαζικών εκπροσώπων του επαναστατικού αμυνιτισμού, που παραδέχονται τον πόλεμο μόνο από ανάγκη και όχι χάρη των κατακτήσεων, παίρνοντας υπόψη την εξαπάτησή τους από την αστική τάξη, πρέπει να τους εξηγούμε το λάθος τους πολύ διεξοδικά, επίμονα και υπομονετικά, να τους εξηγούμε την αδιάρρηκτη σύνδεση του κεφαλαίου με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να τους αποδείχνουμε ότι χωρίς την ανατροπή του κεφαλαίου ο πόλεμος δεν μπορεί να τελειώσει με μια ειρήνη αληθινά δημοκρατική, όχι εξαναγκαστική.
Οργάνωση της πιο πλατιάς προπαγάνδας αυτής της άποψης στον μάχιμο στρατό.

2. Η ιδιομορφία της σημερινής στιγμής στη Ρωσία βρίσκεται στο πέρασμα από το πρώτο στάδιο της επανάστασης που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη, εξαιτίας της ανεπαρκούς συνειδητότητας και οργάνωσης του προλεταριάτου, στο δεύτερο στάδιό της που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς.
Το πέρασμα αυτό χαρακτηρίζεται, από το ένα μέρος, από ένα μέγιστο όριο νομιμότητας (από όλες τις εμπόλεμες χώρες η Ρωσία είναι σήμερα η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο), από το άλλο μέρος, από την έλλειψη βίας πάνω στις μάζες και, τέλος, η ανεπίγνωστα καλόπιστη στάση των μαζών απέναντι στην κυβέρνηση των καπιταλιστών, των χειρότερων εχθρών της ειρήνης και του σοσιαλισμού.
Η ιδιομορφία αυτή απαιτεί από μας ικανότητα προσαρμογής στις ιδιαίτερες συνθήκες της κομματικής δουλειάς μέσα στις πρωτάκουστα πλατιές μάζες του προλεταριάτου, που μόλις τώρα ξύπνησαν στην πολιτική ζωή.

3. Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση, να εξηγούμε ότι είναι πέρα για πέρα ψεύτικες όλες οι υποσχέσεις της, ιδιαίτερα η υπόσχεση για παραίτηση από τις προσαρτήσεις. Ξεσκέπασμα, αντί της απαράδεκτης «απαίτησης» - που σπέρνει αυταπάτες - να πάψει η κυβέρνηση αυτή, κυβέρνηση καπιταλιστών, να είναι ιμπεριαλιστική.

4. Αναγνώριση του γεγονότος ότι στα περισσότερα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών το κόμμα μας είναι μειοψηφία, και για την ώρα αποτελεί αδύνατη μειοψηφία απέναντι στο συνασπισμό όλων των μικροαστικών, οπορτουνιστικών στοιχείων, που βρίσκονται κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης και που διοχετεύουν την επιρροή της στο προλεταριάτο.
Να εξηγήσουμε στις μάζες ότι το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών είναι η μόνη δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης και ότι γι' αυτό, όσο η κυβέρνηση αυτή θα βρίσκεται κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης, το καθήκον μας μπορεί να είναι μόνο η υπομονετική, συστηματική, επίμονη και προσαρμοσμένη στις πρακτικές ιδιαίτερα ανάγκες των μαζών, εξήγηση των λαθών της τακτικής τους.

5. ΟΧΙ κοινοβουλευτική δημοκρατία - επιστροφή από τα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών σ' αυτή θα ήταν βήμα προς τα πίσω - αλλά δημοκρατία των Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών σε όλη τη χώρα, από τα κάτω ως τα πάνω.

6. Στο αγροτικό πρόγραμμα μεταφορά του κέντρου βάρους στα Σοβιέτ των βουλευτών εργατών γης. Εθνικοποίηση όλων των γαιών της χώρας, διάθεση γης από τα τοπικά Σοβιέτ των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών. Συγκρότηση Σοβιέτ βουλευτών από τους φτωχούς αγρότες. Δημιουργία από κάθε μεγάλο κτήμα (με έκταση από 100 έως 300 περίπου ντεσιατίνες, ανάλογα με τις τοπικές και άλλες συνθήκες και κατά την κρίση των τοπικών οργάνων) ενός υποδειγματικού νοικοκυριού κάτω από τον έλεγχο του Σοβιέτ των βουλευτών εργατών γης και για λογαριασμό της κοινωνίας.

7. Άμεση συγχώνευση όλων των τραπεζών της χώρας σε μια πανεθνική τράπεζα και άσκηση ελέγχου πάνω σ' αυτήν από την πλευρά του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών.

8. ΟΧΙ «εφαρμογή» του σοσιαλισμού σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων από μέρους του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών.

"Το ζήτημα του πολέμου μπαίνει μονάχα επαναστατικά"

Τις "Θέσεις του Απρίλη" ο Λένιν τις επανέλαβε στην αίθουσα των Ταυρικών Ανακτόρων, όπου είχαν συγκεντρωθεί μπολσεβίκοι, μενσεβίκοι και οι εκτός ομάδας σοσιαλδημοκράτες που συμμετείχαν στην Πανρωσική Σύσκεψη των Σοβιέτ, εκπρόσωποι των κομματικών κέντρων, των Οργανώσεων της Πετρούπολης, των Εθνικών Οργανώσεων και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης, των σοσιαλδημοκρατικών εφημερίδων και τα πρώην μέλη της σοσιαλδημοκρατικής ομάδας της Κρατικής Δούμας. Ο Λένιν, πρώτα απ' όλα, στάθηκε πάλι στη θέση για τον πόλεμο, υπογραμμίζοντας τρία κύρια σημεία:
1. Τη διατήρηση του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου από μέρους της Ρωσίας και μετά την ανατροπή της απολυταρχίας,
2. Την αδυναμία αποπεράτωσης του πολέμου με μια ειρήνη αληθινά δημοκρατική, όχι εξαναγκαστική, χωρίς ανατροπή του κεφαλαίου,
3. Την αναγκαιότητα της πάλης κατά του «επαναστατικού αμυνιτισμού».

Το ζήτημα του πολέμου και του αμυνιτισμού δεν τέθηκε τυχαία πρώτο. Σ' αυτό ακριβώς εκφραζόταν με τον πιο σαφή τρόπο η διαφορά ανάμεσα στους ρεφορμιστές και τους επαναστάτες. Όποιος περιορίζεται στο να "απαιτεί" από τις αστικές κυβερνήσεις να κλείσουν ειρήνη ή να "εκφράσουν τη θέληση των λαών για ειρήνη" κ.λπ., έγραφε ο Λένιν μερικές μέρες μετά την ομιλία του στο ανάκτορο της Ταυρίδας, "αυτός κατρακυλά, στην πράξη, στις μεταρρυθμίσεις. Επειδή, αντικειμενικά, το ζήτημα του πολέμου μπαίνει μονάχα επαναστατικά". Και πιο πέρα υπογράμμιζε: "Δεν υπάρχει διέξοδος από τον πόλεμο προς μια δημοκρατική ειρήνη, και όχι ειρήνη βίας, προς την απελευθέρωση των λαών από την υποδούλωση στα δισεκατομμύρια τόκους των κυρίων καπιταλιστών που πλούτισαν από τον ^πόλεμο^, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος εκτός από την επανάσταση του προλεταριάτου".

Η ιδιομορφία της τρέχουσας στιγμής, όπως την είχε προσδιορίσει ο Λένιν στη δεύτερη Θέση, βρισκότανε ακριβώς «στο πέρασμα από το πρώτο στάδιο της επανάστασης, που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη εξαιτίας της ανεπαρκούς συνειδητότητας και οργάνωσης του προλεταριάτου, στο δεύτερο στάδιό της, που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς».

Στις επόμενες εργασίες του, αναπτύσσοντας τις θέσεις αυτές, ο Λένιν εξηγούσε: «Η επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς πραγματοποιήθηκε ήδη. Προέκυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα, πρωτοείδωτη σύμπλεξη... Υπάρχουν δίπλα, μαζί, ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρνηση του Λβοφ και του Γκουτσκόφ) και η επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει θεληματικά την εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπεται θεληματικά σε εξάρτημά της». Υποδεικνύοντας τις πιο χαρακτηριστικές ιδιομορφίες της μεταβατικής περιόδου, το μέγιστο όριο νομιμότητας στη Ρωσία, την έλλειψη βίας ενάντια στις μάζες και την καλόπιστη στάση τους απέναντι στην κυβέρνηση της αστικής τάξης, ο Λένιν απαιτούσε την άρνηση κάθε υποστήριξης προς την Προσωρινή Κυβέρνηση, το ξεσκέπασμα των γεμάτων απάτη υποσχέσεών της, το ξεκαθάρισμα στις μάζες ότι τα Σοβιέτ αποτελούν τη μοναδική δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης.

Το σύνθημα "_Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ! " έδινε τη δυνατότητα να καταργηθεί με ειρηνικό τρόπο η δυαδική εξουσία στη χώρα. Η κριτική των λαθών των Σοβιέτ και η αλλαγή της σύνθεσής τους με επαναληπτικές εκλογές θα οδηγούσαν βαθμιαία και στην αλλαγή της πολιτικής και της ουσίας τους σαν οργάνων εξουσίας. Από όργανα της επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς θα γίνονταν όργανα της δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτικής φτωχολογιάς, τα μοναδικά εντεταλμένα όργανα εξουσίας στη χώρα, που θα εκτελούσαν τις εντολές των εργαζομένων. Χωρίς την υποστήριξη των μαζών, η Προσωρινή Κυβέρνηση θα παραχωρούσε την εξουσία στη νέα επαναστατική κυβέρνηση των Σοβιέτ.

Αποκρούοντας τις κατηγορίες ότι οι μπολσεβίκοι με το σύνθημα αυτό παραιτούνταν από το δικό τους αίτημα για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, ο Λένιν διευκρίνιζε: "Στη Ρωσία ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος τέλειωσε, τώρα περνάμε στον δεύτερο πόλεμο - ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και στον ένοπλο λαό, και σ' αυτή τη μεταβατική περίοδο, όσο η ένοπλη δύναμη βρίσκεται στα χέρια των στρατιωτών, όσο ο Μιλιουκόφ και ο Γκουτσκόφ δεν έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη βία, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος μετατρέπεται για μας σε ειρηνική, μακρόχρονη και υπομονετική ταξική προπαγάνδα". Και παρακάτω: "Πρέπει να ξέρουμε να ακολουθούμε την άποψη του μαρξισμού, που λέει πως η μετατροπή αυτή, του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, στηρίζεται πάνω σε αντικειμενικές και όχι υποκειμενικές προϋποθέσεις. Εμείς για την ώρα παραιτούμαστε από αυτό το σύνθημα, αλλά μόνο για την ώρα. Τα όπλα σήμερα βρίσκονται στα χέρια των στρατιωτών και των εργατών και όχι των καπιταλιστών. Όσο η κυβέρνηση δεν έχει αρχίσει τον πόλεμο, εμείς θα διεξάγουμε την προπαγάνδα μας ειρηνικά".

Τα γεγονότα πολύ σύντομα έδειξαν ότι ο Λένιν είχε δίκιο τόσο στην εκτίμηση της πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης και του χαρακτήρα του συνεχιζόμενου πολέμου, όσο και στον προσδιορισμό των καθηκόντων του επαναστατικού προλεταριάτου στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί Εισαγωγή στην έκδοση της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη», που κυκλοφόρησε το 2019 και που περιλαμβάνει κείμενα του Β. Ι. Λένιν εκείνης της κρίσιμης περιόδου που οι Μπολσεβίκοι πάλεψαν και κατάφεραν να οδηγήσουν την εργατική τάξη της Ρωσίας στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης

"Η τακτική μας: Πλήρης δυσπιστία, καμία υποστήριξη στη νέα κυβέρνηση, ιδιαίτερα υποπτευόμαστε τον Κέρενσκι, εξοπλισμός του προλεταριάτου - μοναδική εγγύηση".1

Αυτές τις σύντομες οδηγίες τηλεγράφησε ο Λένιν από τη Ζυρίχη προς τους μπολσεβίκους, που ετοιμάζονταν να περάσουν από τη Στοκχόλμη στην επαναστατημένη Πετρούπολη, λίγες μέρες μετά από το ξέσπασμα της επανάστασης του Φλεβάρη, το γκρέμισμα του τσαρισμού και το σχηματισμό στις αρχές Μάρτη της λεγόμενης Προσωρινής Κυβέρνησης, με επικεφαλής αρχικά τον πρίγκιπα Λβοφ και στη συνέχεια τον εσέρο Α. Κέρενσκι. Το τηλεγράφημα μεταφέρθηκε και λίγες μέρες αργότερα, στις 13 (26) Μάρτη, διαβάστηκε στη συνεδρίαση του Ρωσικού Γραφείου της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ και, την ίδια μέρα, στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Επιτροπής Πετρούπολης του Κόμματος.

Το τηλεγράφημα αυτό, το οποίο επιλέχθηκε ως το εναρκτήριο κείμενο της παρούσας συλλογής, αποτέλεσε ένα από τα πρώτα κείμενα άμεσων κατευθύνσεων του Λένιν σχετικά με τη στάση των μπολσεβίκων μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη.

Στις συνοπτικές αυτές οδηγίες βλέπουμε, ήδη, να διατυπώνονται δύο βασικές κατευθύνσεις που θα παίξουν κρίσιμο ρόλο: Η στάση πλήρους δυσπιστίας και καμίας υποστήριξης προς την αστική Προσωρινή Κυβέρνηση που συγκροτήθηκε και, στον αντίποδα, η πλήρης υποστήριξη στη μαζική επαναστατική δράση του προλεταριάτου, που αποτυπωνόταν εκείνη την περίοδο στη δράση των επαναστατημένων Σοβιέτ εργατών και στρατιωτών.

Η συλλογή κειμένων που παρουσιάζουμε, περιλαμβάνει κείμενα του Λένιν από τη συγκλονιστική αυτήν περίοδο που μεσολάβησε από την επανάσταση του Φλεβάρη μέχρι τον κοσμοϊστορικό Οκτώβρη του 1917. Αποτελείται από κρίσιμα κείμενα που αποτέλεσαν ορόσημα για τη διαμόρφωση της γραμμής των μπολσεβίκων, από κείμενα εισηγήσεων, κομματικών επεξεργασιών και αποφάσεων του Μπολσεβίκικου Κόμματος, από ομιλίες, γράμματα, τηλεγραφήματα και οδηγίες του Λένιν, καθώς και τις αγωνιώδεις επιστολές - εκκλήσεις του προς την ΚΕ για τα μέτρα άμεσης οργάνωσης της εξέγερσης του Οκτώβρη.

Μέσα από τα κείμενα της συλλογής, αναδεικνύεται η μεγαλοφυής ανάπτυξη της πολιτικής γραμμής των μπολσεβίκων με επικεφαλής τον Λένιν. Ξεδιπλώνονται μπροστά στον αναγνώστη τα πλούσια γεγονότα αυτής της ρευστής περιόδου, ενώ αναδεικνύεται η ζωντανή διαμόρφωση της επαναστατικής πολιτικής, η ικανότητα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, βήμα προς βήμα, να μελετά τη ζωντανή πορεία της ταξικής πάλης και να διαμορφώνει μέσα στη φωτιά των εξελίξεων κατάλληλη γραμμή για το κέρδισμα των επαναστατημένων μαζών.

Αυτοί οι οκτώ, περίπου, μήνες αποτέλεσαν μια περίοδο εξαιρετικά πυκνού πολιτικού χρόνου, επιβεβαιώνοντας τη λενινιστική διαπίστωση:"Κάποτε μερικοί μήνες επανάστασης διαπαιδαγωγούν πιο γοργά και πιο πλέρια τους πολίτες, απ' ό,τι δεκαετίες πολιτικής στασιμότητας".2

Και είναι αλήθεια ότι μέσα σε αυτούς τους συγκλονιστικούς μήνες η πορεία της ταξικής πάλης δίδαξε και διαπαιδαγώγησε τις μάζες. Χρησιμοποιώντας ξανά τα λόγια του Λένιν: "Κάθε επανάσταση σημαίνει μια απότομη μεταβολή στη ζωή πλατύτατων μαζών του λαού. Αν δεν έχει ωριμάσει μια τέτοια μεταβολή, δεν μπορεί να γίνει αληθινή επανάσταση. Και όπως κάθε μεταβολή στη ζωή οποιουδήποτε ανθρώπου τού διδάσκει πολλά, τον αναγκάζει να ζήσει και να νιώσει πολλά, έτσι και η επανάσταση δίνει σε όλο το λαό, μέσα σε λίγο καιρό, τα πιο περιεκτικά και πολύτιμα διδάγματα. Τον καιρό της επανάστασης, εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι διδάσκονται κάθε βδομάδα περισσότερα απ' ό,τι σ' ένα χρόνο συνηθισμένης νυσταλέας ζωής".3

Οι λενινιστικές επεξεργασίες
αποτέλεσαν το υπόβαθρο για τη νίκη
της Οκτωβριανής Επανάστασης

Η νίκη όμως του Οκτώβρη δεν ήρθε ξαφνικά. Είχε προηγηθεί μια πολυετής και σύνθετη προσπάθεια θεωρητικής, πολιτικής και πρακτικής επαναστατικής δράσης με επικεφαλής τον Λένιν. Ενα τεράστιο έργο, συνέχεια του έργου των Μαρξ και Ενγκελς, το οποίο επέτρεψε στους μπολσεβίκους να οδηγήσουν στη νίκη το ρωσικό προλεταριάτο.

Ασφαλώς, η μεγάλη αυτή θεωρητική και πολιτική εργασία του Λένιν δεν ήταν έργο μιας πράξης, αλλά καρπός σύνθετης και απαιτητικής προσπάθειας, συνδυασμού της πρωτοπόρας θεωρητικής δουλειάς με την πρωτοπόρα μαχητική επαναστατική δράση.

Οι μπολσεβίκοι νίκησαν γιατί κατάφεραν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους ως επαναστατικής πρωτοπορίας. Αποτέλεσαν πρωτοπορία σκέψης και δράσης, επαναστατικής θεωρίας και επαναστατικής πολιτικής πράξης.

Το Κόμμα των Μπολσεβίκων κατέκτησε την ικανότητα να αντλεί συμπεράσματα από την ταξική πάλη και την επαναστατική πρωτοβουλία που ανέπτυσσαν οι μάζες. Σε κάθε φάση ανάπτυξης της ταξικής πάλης, επέδειξε χαρακτηριστική ικανότητα εξυπηρέτησης της στρατηγικής με την ανάλογη πολιτική, με συμμαχίες, συνθήματα, ελιγμούς, καθώς και εύστοχη αντιπαράθεση με τους μενσεβίκους και τις υπόλοιπες οπορτουνιστικές δυνάμεις. Αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο τη μαχητική πείρα που απέκτησαν τα μέλη του στις σκληρές ταξικές μάχες ολόκληρης της περιόδου 1905-1917. Η θεωρητική ετοιμότητα και η μαχητική πρακτική ικανότητα έδιναν στο Κόμμα των Μπολσεβίκων τη δυνατότητα να σφυρηλατεί επαναστατικούς δεσμούς με τις εργατικές - λαϊκές δυνάμεις και να μην υποκύπτει στις πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη δράση του, όπως η κρατική και η παρακρατική βία.

Αυτή η πορεία θεωρητικής και πολιτικής ωρίμανσης του Κόμματος των Μπολσεβίκων είχε ως θεμέλιο τις λενινιστικές επεξεργασίες.

Στο κομβικής ιστορικής σημασίας έργο του, γραμμένο στα χρόνια του πολέμου, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», ο Λένιν μελέτησε βαθιά την εξέλιξη και ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας και οικονομίας, που τον κύριο ρόλο πια παίζει το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Ανέδειξε ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός σημαίνει βάθεμα της βασικής αντίθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, τον παρασιτικό ρόλο του μετόχου - καπιταλιστή, ότι ο ιμπεριαλισμός έχει πια περάσει σε μια «αντίδραση σε όλη τη γραμμή» και δεν μπορεί να προσφέρει αξιοποίηση των δυνατοτήτων που έχουν αναπτυχθεί προς όφελος της κοινωνικής προόδου. Τεκμηρίωσε ότι στον μονοπωλιακό καπιταλισμό οξύνονται όλες οι αντιθέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και ταυτόχρονα αναπτύσσεται ολόπλευρα η κοινωνικοποίηση της παραγωγής, γίνεται η «υλική προετοιμασία» για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής.

Στο έργο του "Κάτω από ξένη σημαία" συνοψίζει ως εξής την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού: "Η εποχή που μόλις αρχίζει βάζει την αστική τάξη στην ίδια κατάσταση που βρίσκονταν οι φεουδάρχες στην πρώτη εποχή (δηλαδή την εποχή της επαναστατικής ανόδου της αστικής τάξης, με τη Γαλλική αστική Επανάσταση του 1789). Είναι η εποχή του ιμπεριαλισμού και των ιμπεριαλιστικών κλονισμών, καθώς και των κλονισμών που απορρέουν απ' τον ιμπεριαλισμό".

Ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός αποτελεί την ολόπλευρη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, την παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Ταυτόχρονα, μελετώντας την ανισομετρία της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των διάφορων χωρών την εποχή του ιμπεριαλισμού, κατέληξε πως μπορεί να διαφοροποιείται ο χρόνος διαμόρφωσης των πολιτικών προϋποθέσεων για την εκδήλωση της επανάστασης στις διάφορες χώρες. Οι επεξεργασίες αυτές ανέδειξαν τις δυνατότητες που δημιουργούσαν η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη και η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ώστε να σπάσει η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στον αδύναμο κρίκο της και να ξεκινήσει η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα ή ομάδα χωρών. Οι επεξεργασίες αυτές συνέβαλαν καθοριστικά ώστε ο Λένιν, αναπτύσσοντας τη στρατηγική των μπολσεβίκων, να ξεπεράσει στην πράξη τις θέσεις που κυριαρχούσαν έως τότε στο μαρξισμό (Πλεχάνοφ, Κάουτσκι κ.ά.), όπως και των μενσεβίκων, που θεωρούσαν ότι η Ρωσία έπρεπε να περάσει ένα στάδιο «ωρίμανσης» του καπιταλισμού και μετά να τεθεί το θέμα της εργατικής εξουσίας.

Ο Λένιν φώτισε την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, τη δημιουργία μονοπωλιακών ομίλων στις μεγάλες πόλεις και τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αναδείκνυε τη δυνατότητα εκδήλωσης και νίκης της επανάστασης στη Ρωσία, η οποία χαρακτηριζόταν από βαθιά ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη, συγκριτικά με άλλες καπιταλιστικές χώρες.

Παράλληλα, η θεωρητική εργασία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού αποτέλεσε το υπόβαθρο που έδωσε τη δυνατότητα στους μπολσεβίκους να διαμορφώσουν επαναστατική γραμμή ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Με την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πόλεμου ο Λένιν προσανατόλισε το Μπολσεβίκικο Κόμμα σε γνήσια διεθνιστική θέση, που καλούσε την εργατική τάξη να παλέψει για την έξοδο από τον πόλεμο με ανατροπή της αστικής τάξης της Ρωσίας. Αυτή η κατεύθυνση, παρά τις δυσμενείς συνθήκες, ήταν σχεδόν μοναδική στο διεθνές εργατικό κίνημα και έδωσε στους μπολσεβίκους τις απαραίτητες προϋποθέσεις και την ικανότητα ώστε να ηγηθούν της πάλης για την επανάσταση κατά τη διάρκεια του πολέμου και κατά τη λήξη του, αξιοποιώντας την επαναστατική κατάσταση που αντικειμενικά προέκυψε.

Η στάση απέναντι στον πόλεμο αποδείχθηκε ζήτημα κορυφαίας σημασίας για να μπορέσουν οι μπολσεβίκοι να διαμορφώσουν επαναστατική γραμμή. Ο Λένιν ανέδειξε ότι το κύριο ζήτημα για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα του πολέμου βρίσκεται στην απάντηση του ερωτήματος ποια τάξη διεξάγει τον πόλεμο και για ποιο σκοπό. Εξόπλισε θεωρητικά την εργατική τάξη και προσανατόλισε στο καθήκον μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πάλη για την εξουσία, εξασφαλίζοντας την πολιτική ανεξαρτησία του προλεταριάτου. Ασκησε σφοδρή πολεμική στη διολίσθηση της ηγεσίας των συμβιβασμένων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, των οποίων η αναθεώρηση εξελίχθηκε σε ανοιχτή προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πόλεμου.

Το σχίσμα ανάμεσα στις συμβιβασμένες και τις επαναστατικές δυνάμεις, που προκλήθηκε από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν βαθύ και ουσιαστικά αποτέλεσε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης των Κομμουνιστικών Κομμάτων και ομάδων που αποσπάστηκαν από τη χρεοκοπημένη σοσιαλδημοκρατία.

Η επανάσταση του Φλεβάρη
& η νέα φάση της ταξικής πάλης στη Ρωσία

Η είσοδος της Ρωσίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις. Οι επανειλημμένες ήττες του ρωσικού στρατού στο μέτωπο, οι απώλειες εδαφών (π.χ. Πολωνίας, Βαλτικών Χωρών) προκάλεσαν σημαντική δυσαρέσκεια, όχι μόνο στους εργάτες και τους αγρότες που υπέφεραν από τις καταστροφές του πολέμου, αλλά και στην αστική τάξη της Ρωσίας. Το γεγονός ότι οι κύκλοι του τσαρισμού άρχισαν να προσανατολίζονται προς τη Γερμανία και στο ενδεχόμενο της σύναψης ξεχωριστής ειρήνης πυροδότησε την αντίδραση της αστικής τάξης, αντίδραση που υποβοηθήθηκε από την Αγγλία και τη Γαλλία και οδήγησε στην οργάνωση σχεδίων για την ανατροπή του τσάρου.

Οι επιδιώξεις αυτές συνδέθηκαν με μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και απεργίες, που πραγματοποιήθηκαν τον Φλεβάρη του 1917, ως αποτέλεσμα των ελλείψεων σε τρόφιμα, της μαζικής ανεργίας και της ραγδαίας όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων. Η διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης, η μαζική πολιτική δράση των οργανωμένων στα Σοβιέτ εργατών και αγροτών, η αποσύνθεση στις γραμμές του στρατού οδήγησαν τελικά στην επαναστατική ανατροπή του τσάρου.

Η επαναστατική κατάσταση γεννήθηκε στο έδαφος μιας σύνθετης διαδικασίας, που περιλάμβανε μια σειρά σημαντικούς παράγοντες: Την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, τα δεινά που ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε συσσωρεύσει τα προηγούμενα 3 χρόνια στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων, τον κλονισμό της συμμαχίας του τσαρισμού με την αστική τάξη, που δεν επέτρεπε πια στους «πάνω» να κυβερνούν όπως πριν, την πολιτική και οργανωτική δουλειά των μπολσεβίκων πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου στις γραμμές της εργατικής τάξης και των στρατιωτών.

Η απότομη όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ αστικής τάξης και τσαρισμού σε συνθήκες κρίσης και ιμπεριαλιστικού πολέμου, το αναπόφευκτο του οποίου είχαν επισημάνει οι μπολσεβίκοι, είχε ως αποτέλεσμα η αστική τάξη να πάρει το πάνω χέρι στην επανάσταση του Φλεβάρη.

Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση συγκροτήθηκε από εκπροσώπους των αστικών φιλελεύθερων κομμάτων της Ρωσίας και αποτέλεσε όργανο της αστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, όμως, η μαζική πολιτική πάλη των εργατών και των αγροτών έφερε στην επιφάνεια την οργάνωση των ένοπλων μαζών που συμμετείχαν στην ανατροπή του τσάρου μέσω των Σοβιέτ.

Στα Σοβιέτ εκείνη την περίοδο κυριαρχούσαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι, οι οποίοι έθεταν ως καθήκον τη στήριξη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Εμφανίστηκε, λοιπόν, μια κατάσταση που ο Λένιν χαρακτήρισε ως «δυαδική εξουσία», για να περιγράψει μια μεταβατική στιγμή της επαναστατικής διαδικασίας, όπου η αστική τάξη είχε μεν πάρει την εξουσία, όμως δεν ήταν τόσο ισχυρή για να διαλύσει την οργάνωση των λαϊκών μαζών που ήταν ένοπλη (π.χ. τα Σοβιέτ είχαν δικές τους φρουρές).

Ο Λένιν, διαπιστώνοντας το συμβιβασμό ανάμεσα στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και τα Σοβιέτ, θεωρούσε ότι έπρεπε να ξεδιπλωθεί μια συγκεκριμένη πολιτική, για να πειστούν οι εργάτες μέσα από την πείρα τους για την ανάγκη: α) Να μη στηρίξουν την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, η οποία ήταν κυβέρνηση της αστικής τάξης. β) Να συνειδητοποιήσουν ότι ο πόλεμος που συνεχιζόταν ήταν ιμπεριαλιστικός, ληστρικός και άδικος. γ) Να εγκαταλείψουν τους μενσεβίκους και τους εσέρους, για να αλλάξει ο συσχετισμός υπέρ των μπολσεβίκων στα Σοβιέτ. δ) Τα Σοβιέτ να πάρουν την εξουσία ως προϋπόθεση για να λυθούν όλα τα φλέγοντα αιτήματα των λαϊκών στρωμάτων (ειρήνη, ψωμί, γη).

Η ιστορική σημασία των «Θέσεων του Απρίλη»

Ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία στις 3 Απρίλη. Η μέρα εκείνη μετατράπηκε σε πραγματική γιορτή για την επαναστατημένη Πετρούπολη. "Μόλις έφτασε η είδηση για την επικείμενη άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη, η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και η Επιτροπή της Πετρούπολης πήραν επειγόντως μέτρα για να ειδοποιήσουν όλες τις περιοχές, τις επιχειρήσεις, τις στρατιωτικές μονάδες (...). Οι μπολσεβίκοι της περιοχής του Βίμποργκ βγήκαν στους δρόμους της περιοχής με την αφίσα: ''Σήμερα, μας έρχεται ο Λένιν!". Στην περιοχή του νησιού Βασίλιεφσκι τοιχοκολλήθηκαν προκηρύξεις που ενημέρωναν για την ώρα και το μέρος της συγκέντρωσης για την πορεία προς τον Φινλανδικό Σταθμό όπου και θα έφτανε ο Λένιν".4

Μπροστά σε ένα τεράστιο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί για να τον υποδεχτεί και ανεβασμένος σ' ένα τεθωρακισμένο, ο Λένιν χαιρέτισε το επαναστατημένο προλεταριάτο και τον επαναστατημένο στρατό. Τελείωσε την ομιλία του με το σύνθημα: «Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση!». Κοντά στο αρχοντικό Κσεσίνσκαγια, που μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη είχε γίνει η έδρα της Κεντρικής Επιτροπής και της Επιτροπής Πετρούπολης των μπολσεβίκων, πραγματοποιήθηκε νέα συγκέντρωση, στην οποία ο Λένιν εκφώνησε ομιλία στηριγμένη στο προσχέδιο θέσεων που έγραψε στη διάρκεια του ταξιδιού του. Πρόκειται για την αρχική παραλλαγή των περίφημων «Θέσεων του Απρίλη».

Οι «Θέσεις του Απρίλη» με την ανάλυση του Λένιν και τον νέο τρόπο τοποθέτησης των προβλημάτων κατέπληξαν πολλούς, ακόμα και στελέχη των μπολσεβίκων.

Ο Λένιν ουσιαστικά εισηγήθηκε ένα σύνολο θέσεων που αποτελούσαν πλαίσιο για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος σε νέα βάση και διαμόρφωνε τη στρατηγική του Κόμματος των Μπολσεβίκων με τη νίκη της επανάστασης του Φλεβάρη. Οι «Θέσεις του Απρίλη» καλούσαν σε πλήρη διαχωρισμό και ανεξαρτησία του επαναστατικού εργατικού κινήματος από το παλιό οπορτουνιστικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα σε καμία παροχή στήριξης προς την Προσωρινή Κυβέρνηση και σε συνέχιση της επαναστατικής δραστηριότητας των μαζών με στόχο την εργατική εξουσία. Το καθήκον που μπήκε στην ημερήσια διάταξη ήταν αυτό της προετοιμασίας για τη σοσιαλιστική - προλεταριακή επανάσταση. Οι «Θέσεις του Απρίλη» αποτέλεσαν υλικό για την πραγματοποίηση της κομματικής Συνδιάσκεψης των μπολσεβίκων στο τέλος του μήνα.

Ο Λένιν έθεσε ζήτημα αλλαγής του Προγράμματος του Κόμματος των Μπολσεβίκων, και ιδιαίτερα στα σημεία που αφορούσαν τον ιμπεριαλισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τη δικτατορία του προλεταριάτου κ.ά. Οπως χαρακτηριστικά σημείωνε: «Πρέπει να αναθεωρήσουμε ολόκληρο το Πρόγραμμα, επειδή έχει ολότελα παλιώσει, πράγμα που στους κομματικούς κύκλους τονιζόταν πολύ πριν τον πόλεμο».5 Εθεσε επίσης ζήτημα αλλαγής του ονόματος του Κόμματος σε Κομμουνιστικό και καλούσε στη συγκρότηση μιας νέας Διεθνούς, αφού η συμβιβασμένη Β' Διεθνής είχε χρεοκοπήσει ολοκληρωτικά. Καλώντας σε προγραμματική ανασύνταξη το επαναστατικό εργατικό κίνημα, κάλεσε επιπλέον το κόμμα του να εγκαταλείψει την ονομασία του ως σοσιαλδημοκρατικό: "Πρέπει να ονομαστούμε Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως ονόμαζαν τον εαυτό τους ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Πρέπει να επαναλάβουμε ότι είμαστε μαρξιστές και παίρνουμε για βάση το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", που η σοσιαλδημοκρατία το πρόδωσε και το διαστρέβλωσε (...). Καιρός πια να πετάξουμε το βρόμικο πουκάμισο, καιρός πια να φορέσουμε καθαρά ασπρόρουχα".6

Απέναντι στις θέσεις του Λένιν, μια ομάδα στελεχών των μπολσεβίκων (Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ, Ρίκοφ, Καλίνιν κ.ά.), οι λεγόμενοι «παλιοί μπολσεβίκοι» (επειδή υπερασπίζονταν την «παλιά» γραμμή) υποστήριξαν τη θέση ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν είχε ολοκληρωθεί, ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί μια σειρά αιτήματα και στόχοι όπως η Συντακτική Συνέλευση, η αγροτική μεταρρύθμιση κ.λπ., και πρόβαλαν την προηγούμενη επεξεργασία των μπολσεβίκων για τη "δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς", που αφορούσε την περίοδο της επανάστασης του 1905, όταν έμπαινε αντικειμενικά ως ζητούμενο η ανατροπή του τσαρισμού. Ο Λένιν απαντούσε ότι το κύριο ζήτημα σε κάθε επανάσταση ήταν το ζήτημα της εξουσίας και ότι με αυτήν την έννοια η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε τελειώσει, αφού η αστική τάξη είχε πάρει την εξουσία. Σημείωνε χαρακτηριστικά: "Η επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς έχει ήδη πραγματοποιηθεί στη ρώσικη επανάσταση, γιατί η "διατύπωση" αυτή προβλέπει μόνο το συσχετισμό των τάξεων και όχι το συγκεκριμένο πολιτικό θεσμό, που πραγματώνει αυτόν το συσχετισμό... ", εξηγώντας ότι αυτό έχει πραγματωθεί ουσιαστικά μέσα από τα Σοβιέτ Εργατών και Στρατιωτών.

Όποιος καθοδηγείται στη δράση του μόνο από τη διατύπωση: "Η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει τελειώσει", είναι σαν να εγγυάται έτσι πως οι μικροαστοί είναι ασφαλώς ικανοί να τραβήξουν ανεξάρτητα από την αστική τάξη. Αυτός παραδίνεται έτσι ανίσχυρος τη στιγμή αυτή στο έλεος των μικροαστών (...). Το λάθος του σ. Κάμενεφ είναι ότι αυτός και στα 1917 βλέπει μόνο το παρελθόν της επαναστατικής - δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Ενώ στην πράξη άρχισε ήδη γι' αυτήν το μέλλον».7

Ο Λένιν, αναγνωρίζοντας ότι σε εκείνη την περίοδο οι μάζες ακόμη έδειχναν ευπιστία προς την Προσωρινή Κυβέρνηση, θεωρούσε ότι έπρεπε να ξεδιπλωθεί μια ευέλικτη και υπομονετική τακτική από τους μπολσεβίκους, με σκοπό να πειστούν οι εργάτες μέσα από την πείρα τους. Και γι' αυτό απαιτούσε την άρνηση κάθε υποστήριξης προς την Προσωρινή Κυβέρνηση, το ξεσκέπασμα των γεμάτων απάτη υποσχέσεών της, το ξεκαθάρισμα στις μάζες ότι τα Σοβιέτ αποτελούν τη μοναδική δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης.

Το σύνθημα "Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ" προβλήθηκε ως στόχος, αλλά και ως σύνθημα ζύμωσης με σκοπό να αποκαλυφτεί η στάση των μενσεβίκων και των εσέρων, στάση ουράς στην αστική τάξη. Προβλήθηκε η ανάγκη δουλειάς για αλλαγή των συσχετισμών στα Σοβιέτ υπέρ των μπολσεβίκων.

Οι μπολσεβίκοι ξεκίνησαν κατευθείαν μια εντατική και τιτάνια δουλειά για το κέρδισμα των επαναστατημένων μαζών. Έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην οργάνωση του προλεταριάτου. Καλούσαν στη συγκρότηση Σοβιέτ σε όλη τη Ρωσία και δούλεψαν δραστήρια για τη συγκρότηση Σοβιέτ Εργατών και Στρατιωτών, επιτροπών στο στρατό, αγροτικών οργανώσεων στο χωριό, συγκρότησαν τις πρώτες Κόκκινες Φρουρές από εργάτες. Παράλληλα, από την πρώτη στιγμή δόθηκε βάρος στην παρέμβαση στο στρατό. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της επανάστασης για την καθοδήγηση της κομματικής δουλειάς στο στρατό ιδρύθηκε δίπλα στην ΚΕ και στην Επιτροπή Πετρούπολης η "Στρατιωτική Οργάνωση" _"Βοένκα", με επικεφαλής τον Ν. Ι. Ποντβόικσκι.8

Η νέα επεξεργασία του Λένιν που επανεξόπλιζε στρατηγικά το Κόμμα, παρά τις αρχικές δυσκολίες που συνάντησε γα να γίνει πλήρως αποδεκτή, μέσα σε διάστημα μερικών βδομάδων συσπείρωσε γύρω της τη συντριπτική πλειοψηφία του Κόμματος. Αξίζει να παραθέσουμε την παραδοχή του ίδιου του Ι. Β. Στάλιν, που ήταν από τα στελέχη των μπολσεβίκων που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση.

"Χρειαζόταν ένας νέος προσανατολισμός του Κόμματος μέσα στις νέες συνθήκες πάλης. Το Κόμμα (η πλειοψηφία του) προσπαθούσε ψηλαφητά να φτάσει στον νέο αυτό προσανατολισμό. Υιοθέτησε μια πολιτική πίεσης των Σοβιέτ πάνω στην Προσωρινή Κυβέρνηση στο ζήτημα της ειρήνης, δεν αποφάσιζε όμως να κάνει ένα βήμα προς τα μπρος από το παλιό σύνθημα της δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, στο νέο σύνθημα της εξουσίας των Σοβιέτ. Αυτή η μεσοβέζικη πολιτική απέβλεπε στο να δώσει στα Σοβιέτ τη δυνατότητα να δουν, με βάση τα συγκεκριμένα ζητήματα της ειρήνης, τον αληθινό ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Προσωρινής Κυβέρνησης και να τα αποσπάσει έτσι από αυτήν. (...) Αυτήν τη λαθεμένη θέση την συμμεριζόμουν και εγώ μαζί με άλλους συντρόφους του Κόμματος και την εγκατέλειψα ολοκληρωτικά στα μέσα του Απρίλη, όταν τάχθηκα με τις θέσεις του Λένιν. Χρειαζόταν ένας νέος προσανατολισμός. Τον νέο αυτό προσανατολισμό τον έδωσε στο Κόμμα ο Λένιν στις περίφημες Θέσεις του Απρίλη".9
Στη Συνδιάσκεψη του Κόμματος, που έγινε στα τέλη του Απρίλη,10 αποτυπώθηκε η συσπείρωση της συντριπτικής πλειοψηφίας γύρω από τις θέσεις του Λένιν.
Απαντώντας ξανά στη θέση ότι η Ρωσία δεν ήταν αρκετά "ώριμη" για τη σοσιαλιστική επανάσταση, ο Λένιν απάντησε στον Ρίκοφ χαρακτηριστικά: "Ο σ. Ρίκοφ λέει πως ο σοσιαλισμός πρέπει να έλθει από άλλες χώρες με πιο ανεπτυγμένη βιομηχανία. Αυτό όμως δεν είναι σωστό. Δεν μπορούμε να πούμε ποιος θα αρχίσει και ποιος θα τελειώσει. Αυτό δεν είναι μαρξισμός, αλλά παρωδία του μαρξισμού".11
Η ιστορική σημασία της Συνδιάσκεψης έγκειται στο γεγονός ότι ενέκρινε το Πρόγραμμα του Λένιν, πρόβαλε την αξίωση του περάσματος όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ και καθόρισε την πολιτική γραμμή για την προλεταριακή επανάσταση.

Η κλιμάκωση του αγώνα
ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση
και το κρίσιμο καλοκαίρι του 1917

Όλους αυτούς τους μήνες οι μπολσεβίκοι με ξεχωριστή μαεστρία ανέπτυξαν σταθερή γραμμή αντιπαράθεσης με την αστική Προσωρινή Κυβέρνηση, ξεσκεπάζοντας παράλληλα τον συμβιβαστικό ρόλο των εσέρων και των μενσεβίκων, οι οποίοι, πλειοψηφώντας στα Σοβιέτ, τα καθήλωναν σε ρόλο υποστηρικτή της Προσωρινής Κυβέρνησης, ενώ κλιμάκωναν τις μορφές πάλης και τα συνθήματα με βάση τις εξελίξεις.

Το αρχοντικό της Κσεσίνσκαγια, φωτογραφία του Απρίλη 1917

Η Προσωρινή Κυβέρνηση, εκφράζοντας τα συμφέροντα της αστικής τάξης, δεν μπορούσε να δώσει λύση στα τεράστια προβλήματα των λαϊκών μαζών, την πείνα, την εξαθλίωση, τη θέληση για σταμάτημα του πολέμου. Η αστική τάξη ήθελε πάση θυσία να συνεχίσει τη διεξαγωγή του πολέμου, ενάντια στις διαθέσεις των εργατών, αγροτών και στρατιωτών που επιθυμούσαν να σταματήσει η αιματοχυσία. Στις 18 Απρίλη, ο υπουργός Εξωτερικών Π. Μιλιουκόφ εξουσιοδότησε τους Ρώσους πρεσβευτές να μεταβιβάσουν στις κυβερνήσεις των συμμαχικών κρατών τη διαβεβαίωση ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση «σπεύδει να συνενώσει τη φωνή της με τη φωνή των συμμάχων» και ότι «ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι τη νίκη». Η διακοίνωση του Μιλιουκόφ ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Στα εργοστάσια και στους στρατώνες οργανώθηκαν συλλαλητήρια κατά της εξωτερικής πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης. Οι μπολσεβίκοι κάλεσαν το λαό να διαδηλώσει κάτω από τα συνθήματα: «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ», «Κάτω ο πόλεμος». Και η αστική τάξη από τη δική της μεριά κινητοποιήθηκε, οργανώνοντας αντιδιαδηλώσεις υπέρ της υποστήριξης της Προσωρινής Κυβέρνησης, με αντιμπολσεβίκικα συνθήματα.

Αναφερόμενος στα γεγονότα αυτά, ο Λένιν εκτίμησε: "Στις 20 και 21 του Απρίλη, η Πετρούπολη βρισκόταν σε αναβρασμό. Ο λαός είχε πλημμυρίσει τους δρόμους (...). Η αστική τάξη πιάνει τη λεωφόρο Νιέφσκι, "λεωφόρο Μιλιουκόφ", σύμφωνα με την έκφραση μιας εφημερίδας, και τους γειτονικούς χώρους της πλούσιας Πετρούπολης, της Πετρούπολης των καπιταλιστών και των δημοσίων υπαλλήλων. Οι αξιωματικοί, οι φοιτητές, οι "μεσαίες τάξεις", διαδηλώνουν υπέρ της Προσωρινής Κυβέρνησης, ανάμεσα στα συνθήματά τους ξεχωρίζει συχνά γραμμένο στις σημαίες το σύνθημα "Κάτω ο Λένιν".
Το προλεταριάτο ξεσηκώνεται από τα δικά του κέντρα, από τα εργατικά προάστια, και οργανώνεται γύρω από τις εκκλήσεις και τα συνθήματα της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματός μας. Οι εργατικές διαδηλώσεις πλημμυρίζουν τις μη πλούσιες, λιγότερο κεντρικές συνοικίες της πόλης, και ύστερα κατά τμήματα διεισδύουν στη λεωφόρο Νιέφσκι. Από τις διαδηλώσεις των αστών ξεχωρίζουν χτυπητά οι διαδηλώσεις των προλετάριων που είναι πιο μαζικές, πιο συσπειρωμένες. Από τα συνθήματα που είναι γραμμένα στις σημαίες, ξεχωρίζει το σύνθημα: "Ολη η εξουσία στο Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών"__.12

Λεπτομέρεια του πίνακα "Ο Λένιν και η διαδήλωση" του Ι. Μπρόντσκι

Τα γεγονότα του Απρίλη αποτελούσαν
την πρώτη πολιτική κρίση μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη.

Οι υπουργοί Μιλιουκόφ και Γκουτσκόφ αναγκάστηκαν σε απομάκρυνση από την κυβέρνηση, ενώ αποδείχθηκε πιο καθαρά ο ρόλος της εσερο-μενσεβίκικης πλειοψηφίας των Σοβιέτ, τα οποία, ενώ στις συνθήκες του λαϊκού ξεσηκωμού θα μπορούσαν να πάρουν την εξουσία, συνέχιζαν να δείχνουν εμπιστοσύνη προς την Προσωρινή Κυβέρνηση και να της παραδίδουν οικειοθελώς την εξουσία.

Το επόμενο βήμα των εσέρων και μενσεβίκων ήταν η συμμετοχή τους στην Προσωρινή Κυβέρνηση, η οποία στις 5 Μάη άλλαξε σύνθεση με τη συγκρότηση της λεγόμενης «κυβέρνησης συνασπισμού». Στην κυβέρνηση αυτή συμμετείχαν: Οι μενσεβίκοι I. Τσερετέλι - υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλεγραφείων και Μ. Σκόμπελεφ - υπουργός Εργασίας, οι σοσιαλιστές - επαναστάτες: Β. Τσερνόφ - υπουργός Γεωργίας και Α. Κέρενσκι - υπουργός Στρατιωτικών και Ναυτικού, ο τρουντοβικός Π. Περεβέρζεφ - υπουργός Δικαιοσύνης και ο αρχηγός του Κόμματος των «Λαϊκών Σοσιαλιστών» Α. Πεσεχόνοφ - υπουργός Επισιτισμού.

Η συμμετοχή στην κυβέρνηση παρουσιάστηκε από τους εκπροσώπους των εσέρων και των μενσεβίκων (οι όποιοι υπενθυμίζουμε ότι χαρακτηρίζονταν ως «σοσιαλιστικά» κόμματα) ως σύμφωνη με τους όρους του Συνεδρίου του Αμστερνταμ της Β' Διεθνούς, που επέτρεπε την είσοδο σοσιαλιστών σε αστική κυβέρνηση σε «εξαιρετικές» περιπτώσεις.

Ο Λένιν εκτίμησε ως εξής το σχηματισμό της "κυβέρνησης συνασπισμού": Οι καπιταλιστές, καλύτερα οργανωμένοι, πιο έμπειροι στο έργο της ταξικής πάλης και της πολιτικής, διδάχτηκαν πιο γρήγορα απ' τους άλλους. Βλέποντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρατηθεί, κατέφυγαν σε μια μέθοδο, που μετά το 1848 την εφάρμοζαν ολόκληρες δεκαετίες οι καπιταλιστές των άλλων χωρών για να ξεγελούν, να διαιρούν και να αδυνατίζουν τους εργάτες. Η μέθοδος αυτή είναι η λεγόμενη κυβέρνηση "συνασπισμού", δηλαδή μια κοινή, ενωμένη κυβέρνηση, αποτελούμενη από την αστική τάξη και τους λιποτάκτες του σοσιαλισμού. (...) Οι "σοσιαλιστές" ηγέτες, μπαίνοντας στην κυβέρνηση της αστικής τάξης, αποδείχνονται κατά κανόνα ανδρείκελα, μαριονέτες, προκάλυμμα για τους καπιταλιστές, όργανο εξαπάτησης των εργατών.13

Σε πολλά εργοστάσια αλλά και τοπικά και περιφερειακά Σοβιέτ πάρθηκαν αποφάσεις καταδίκης της συμμετοχής των εσέρων και μενσεβίκων στην κυβέρνηση, απαιτώντας να περάσει όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Ενδεικτικά, μια από αυτές τις αποφάσεις ανέφερε: Εμείς, οι εργάτες και υπάλληλοι των "Ενωμένων Εργοστασίων Καλωδίων", στη γενική μας συνέλευση, στις 3 του Μάη, όπου πήραν μέρος 2.500 άτομα, αφού ακούσαμε τους εκπροσώπους του Κεντρικού Σοβιέτ σχετικά με την επιθυμία της Προσωρινής Κυβέρνησης και της πλειοψηφίας του Σοβιέτ να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού, που να έχει την εμπιστοσύνη του λαού, αποφασίσαμε να εκφράσουμε αρνητική στάση απέναντι στην κυβέρνηση συνασπισμού, που αποτελεί προπέτασμα για τις ενέργειες της αστικής κυβέρνησης. Απαιτούμε την παράδοση της εξουσίας, ολοκληρωτικά, στο Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων.14

Κρίσιμη καμπή για την πορεία της ταξικής πάλης αποτέλεσε ο Ιούλης του 1917. Στα τέλη Ιούνη η Προσωρινή Κυβέρνηση, παρά την εναντίωση και τις διαθέσεις των εργατών και στρατιωτών, εξέδωσε διαταγή έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων στο νοτιοδυτικό μέτωπο. Η επίθεση των ρωσικών στρατευμάτων απέτυχε, οξύνοντας ακόμη περισσότερο τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Στις 4 Ιούλη πραγματοποιήθηκε μεγαλειώδης διαδήλωση στην Πετρούπολη, στην οποία συμμετείχαν 500 χιλιάδες εργάτες, στρατιώτες και ναύτες. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, όμως, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα όπλα ενάντια στους διαδηλωτές. Με τις διαδηλώσεις να έχουν χαρακτηριστεί ως «μπολσεβίκικη συνωμοσία» και «ανταρσία», στρατιωτικά τμήματα πιστά στην Προσωρινή Κυβέρνηση άνοιξαν πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν περισσότερα από 400 άτομα. Η κυβέρνηση κήρυξε την Πετρούπολη σε κατάσταση πολιορκίας. Η αντεπανάσταση περνούσε σε ανοιχτή επίθεση.

Στις 8 Ιούλη η Προσωρινή Κυβέρνηση αναδιοργανώθηκε με νέα σύνθεση και αυτοανακηρύχθηκε ως κυβέρνηση για τη "σωτηρία της επανάστασης", στην οποία πρωθυπουργός ανέλαβε ο Α. Κέρενσκι, διατηρώντας παράλληλα και τα καθήκοντά του ως υπουργός Στρατιωτικών και Ναυτικών. Την επόμενη μέρα η κοινή συνεδρίαση των Εκτελεστικών Επιτροπών των Σοβιέτ ανέφερε ότι «η χώρα και η επανάσταση» βρίσκονταν σε κίνδυνο και αναγνώριζε απεριόριστα δικαιώματα στη νέα κυβέρνηση. Ουσιαστικά είχε παραδώσει την εξουσία πλήρως στην αντεπαναστατική Προσωρινή Κυβέρνηση.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση εξαπέλυσε διώξεις εναντίον των μπολσεβίκων. Κλείστηκαν τυπογραφεία και εφημερίδες των μπολσεβίκων, στρατιωτικές μονάδες - που σύμφωνα με τη γνώμη της κυβέρνησης είχαν «μολυνθεί με το μικρόβιο του μπολσεβικισμού» - διαλύθηκαν, εργατικά αποσπάσματα αφοπλίστηκαν, ξεκίνησαν έρευνες και συλλήψεις, ενώ δόθηκε διαταγή εκκένωσης του αρχοντικού Κσεσίνσκαγια, που στέγαζε την έδρα του Κόμματος. Εκδόθηκε διαταγή σύλληψης του Λένιν, ο οποίος πέρασε στην παρανομία και μετακινήθηκε με απόφαση του Κόμματος σε ένα προάστιο της Πετρούπολης, στο Ραζλίφ, όπου εξασφαλίστηκε συνεχής σύνδεση με την Κεντρική Επιτροπή.

Εκτιμώντας την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και το ρόλο του Μπολσεβίκικου Κόμματος στα γεγονότα του Ιούλη, ο Λένιν έγραφε: «Το κίνημα της 3ης και 4ης του Ιούλη ήταν μια τελευταία προσπάθεια να παρακινηθούν τα Σοβιέτ μέσω μιας διαδήλωσης να πάρουν την εξουσία. Από εκείνη τη στιγμή τα Σοβιέτ, δηλαδή οι εσέροι και οι μενσεβίκοι που κυριαρχούν σ' αυτά, παραδίνουν ουσιαστικά την εξουσία στην αντεπανάσταση, καλώντας αντεπαναστατικά στρατεύματα στην Πετρούπολη, αφοπλίζοντας και διαλύοντας τα επαναστατικά συντάγματα και τους εργάτες, επιδοκιμάζοντας και ανεχόμενοι την αυθαιρεσία και τη βία ενάντια στους μπολσεβίκους, την επιβολή της θανατικής ποινής στο μέτωπο κ.λπ.

Τώρα η στρατιωτική, συνεπώς και η κρατική εξουσία, ουσιαστικά έχει περάσει πια στα χέρια της αντεπανάστασης που αντιπροσωπεύεται από τους καντέτους και υποστηρίζεται από τους εσέρους και τους μενσεβίκους. Τώρα (...) η Ιστορία βάζει έτσι το ζήτημα: Είτε πλήρης νίκη της αντεπανάστασης, είτε νέα επανάσταση».15

Με βάση τη νέα κατάσταση, ο Λένιν προσανατολίζει τους μπολσεβίκους σε νέες, προωθημένες μορφές μαζικής ένοπλης πάλης. Αποφασίζει ότι αφού η ηγεσία των Σοβιέτ πέρασε σε ενεργό και άνευ όρων στήριξη της αστικής κυβέρνησης, το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ» πρέπει να αποσυρθεί, τονίζοντας παράλληλα την αναγκαιότητα δραστήριας πολιτικής δουλειάς για το κέρδισμα της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ. «Το σύνθημα για το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ θα ηχούσε σήμερα σαν δονκιχωτισμός ή σαν κοροϊδία. Αντικειμενικά, το σύνθημα αυτό θα ήταν εξαπάτηση του λαού, θα του καλλιεργούσε την αυταπάτη πως τα Σοβιέτ και τώρα ακόμη μπορούν να πάρουν την εξουσία φτάνει να το θελήσουν ή να το αποφασίσουν, ότι στα Σοβιέτ υπάρχουν τάχα ακόμη κόμματα που δε φέρουν το στίγμα της συνεργασίας με τους δήμιους, ότι μπορεί τάχα να ξεγίνει αυτό που έγινε».16

Το νέο σύνθημα που μπαίνει είναι «προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης». Θεμελιώνοντας το αναπόφευκτο και την αναγκαιότητα της ένοπλης εξέγερσης στη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, ο Λένιν απαιτούσε την προσεκτική και ολόπλευρη προετοιμασία της. Οι θέσεις αυτές του Λένιν τέθηκαν ως βάση για το 6ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ (μπ.), το οποίο συνήλθε στις 24 Ιούλη σε συνθήκες ημιπαρανομίας.

Ακολουθώντας τις υποδείξεις του Λένιν, το Συνέδριο απέσυρε το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ», ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η προσωρινή άρση του συνθήματος αυτού δεν σήμαινε απάρνηση των Σοβιέτ γενικά. Ο I. Στάλιν, απαντώντας σε ερωτήσεις αντιπροσώπων, ανέφερε στην εισήγησή του σχετικά: «Αν εμείς προτείνουμε να αποσυρθεί το σύνθημα "Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!", απ' αυτό δε βγαίνει καθόλου το συμπέρασμα ότι προτείνουμε "Κάτω τα Σοβιέτ!" (...). Τώρα δεν πρόκειται για την κατάκτηση της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ, πράγμα αυτό καθαυτό πολύ σπουδαίο, αλλά για το γκρέμισμα της αντεπαναστατικής δικτατορίας».17Στον απολογισμό για την οργανωτική δουλειά, ο Γ. Μ. Σβερντλόφ ανέφερε ότι μέσα στους τρεις μήνες που μεσολάβησαν από τη Συνδιάσκεψη του Απρίλη το Κόμμα τριπλασίασε τις δυνάμεις του, διαθέτοντας πλέον 240 χιλιάδες μέλη.18 Με τις αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου το Κόμμα προσανατολίστηκε ενιαία στο στόχο της προετοιμασίας των μαζών για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Μετά από τα γεγονότα του Ιούλη η αντεπανάσταση αποθρασύνεται όλο και περισσότερο, σχεδιάζοντας να δώσει τελειωτικό χτύπημα στην επανάσταση.
Τον Αύγουστο εκδηλώνεται απόπειρα αντεπαναστατικού πραξικοπήματος από τον στρατηγό Λ. Κορνίλοφ. Ο κίνδυνος που απειλούσε την επανάσταση ξεσήκωσε τις λαϊκές μάζες, επικεφαλής των οποίων μπήκε το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Το κάλεσμα του Κόμματος προς τους εργάτες και τους στρατιώτες να πάρουν στα χέρια τους την υπεράσπιση της επανάστασης, βρήκε θερμή απήχηση. Οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν όχι μόνο να δώσουν παλλαϊκή έκταση στον αγώνα κατά του Κορνίλοφ, αλλά και να ξεσκεπάσουν ολόπλευρα τον Κέρενσκι σαν καλυμμένο κορνιλοφικό, που εφάρμοζε το ίδιο επίσης αντεπαναστατικό πρόγραμμα με άλλα μέσα. Η ΚΕ κάλεσε τους εργάτες και τους στρατιώτες να αποδείξουν πως αυτοί είναι ισχυρότεροι από την αστική αντεπανάσταση.

Συλλαλητήρια
στην πλατεία του Αγίου Ισαάκ
Πετρούπολη | 18 Απρίλη 1917

Η Πετρούπολη προέταξε περίπου 60 χιλιάδες κοκκινοφρουρούς, στρατιώτες και ναύτες για την υπεράσπιση της επανάστασης. Αποφασιστικά αποκρούστηκαν οι κορνιλοφικοί και στα μέτωπα. Οι στρατιωτικές επιτροπές εγκαθιστούσαν έλεγχο στα επιτελεία, συγκροτούσαν μεικτά τμήματα για τον αγώνα κατά της ανταρσίας.19

Χάρη στην κινητοποίηση των εργατών και στρατιωτών υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων, η απόπειρα συντριβής της επανάστασης απέτυχε παταγωδώς.

Οι μερικές μέρες αγώνα κατά του κορνιλοφισμού επιτάχυναν σημαντικά την πολιτική ωρίμανση ευρύτερων τμημάτων του λαού. Ο Λένιν έγραψε: «Εφτασε όμως να φυσήξει το "δροσερό αεράκι" του κορνιλοφισμού, που προμήνυε μεγάλη φουρτούνα, για να εξανεμιστεί για ένα διάστημα καθετί το μουχλιασμένο που υπήρχε στα Σοβιέτ και να αρχίσει να εκδηλώνεται η πρωτοβουλία των επαναστατικών μαζών σαν κάτι το μεγαλειώδες, το ρωμαλέο, το ακατάβλητο».20

Οι συγκλονιστικές μέρες του Οκτώβρη

Ο αγώνας ενάντια στον Κορνίλοφ αποτέλεσε κρίσιμη καμπή, καθώς ισχυροποίησε την επιρροή του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτέμβρη αρχίζει να αλλάζει ο συσχετισμός στα Σοβιέτ υπέρ των μπολσεβίκων.

Στις 31 Αυγούστου το Σοβιέτ της Πετρούπολης, για πρώτη φορά από την ίδρυσή του, υπερψήφισε την πρόταση της ομάδας των μπολσεβίκων, καταδικάζοντας την πολιτική συμβιβασμού με την αστική τάξη και καλώντας να περάσει όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Στις 5 Σεπτέμβρη υπερψηφίζεται ανάλογη απόφαση από το Σοβιέτ της Μόσχας. Ηγετική δύναμη στα δύο κρίσιμα αυτά Σοβιέτ αποτελούν οι μπολσεβίκοι.

Οι μπολσεβίκοι επαναφέρουν στις νέες συνθήκες το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ» με καινούργιο περιεχόμενο. Οχι όπως προηγουμένως, ως σύνθημα που θα αποκάλυπτε το συμβιβασμό, τη συμφιλίωση των μενσεβίκων με την αστική κυβέρνηση και θα διευκόλυνε την αλλαγή του συσχετισμού, αλλά ως σύνθημα ανατροπής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, ως σύνθημα επαναστατικής εξέγερσης.

Αναλύοντας το σύνολο των γεγονότων στη χώρα, ο Λένιν συμπέρανε ότι είχε φτάσει η ώρα για την άμεση προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης: Στις 3 και 4 του Ιούλη η εξέγερση θα ήταν λάθος: Δε θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία ούτε υλικά ούτε πολιτικά. Υλικά, παρά το ότι υπήρχαν στιγμές που η Πετρούπολη ήταν στα χέρια μας, γιατί οι εργάτες και οι στρατιώτες μας δε θα πολεμούσαν, δε θα πέθαιναν τότε για την Πετρούπολη: δεν υπήρχε τέτοια "μανία'', τέτοιο άσβεστο μίσος ούτε απέναντι στον Κέρενσκι, ούτε απέναντι στους Τσερετέλι - Τσερνόφ (...) Πολιτικά δε θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία στις 3 και 4 του Ιούλη, γιατί ο στρατός και η επαρχία, πριν τον κορνιλοφισμό, μπορούσαν να βαδίσουν και θα βάδιζαν ενάντια στην Πετρούπολη.

Τώρα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μας ακολουθεί η πλειοψηφία της τάξης που είναι η εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, η εμπροσθοφυλακή του λαού, που είναι ικανή να συναρπάσει τις μάζες. Μας ακολουθεί η πλειοψηφία του λαού (...) Η νίκη μας είναι σίγουρη γιατί ο λαός έχει πια φτάσει πολύ κοντά στην απόγνωση, κι εμείς προσφέρουμε σε όλο το λαό μια σίγουρη διέξοδο, γιατί του δείξαμε "στις κορνιλοφικές μέρες" τι αξίζει η καθοδήγησή μας (...) Μέση λύση δεν υπάρχει. Δεν μπορούμε να περιμένουμε. Η επανάσταση χάνεται.21

Ο Λένιν πρωτοστατεί σε αυτήν την κατεύθυνση με ακλόνητη αποφασιστικότητα. Στις 29 Σεπτέμβρη προειδοποιεί: "Η κρίση ωρίμασε. Ολόκληρο το μέλλον της ρωσικής επανάστασης παίζεται κορώνα - γράμματα. Κρίνεται η τιμή ολόκληρου του Μπολσεβίκικου Κόμματος". Απαντώντας σε δισταγμούς που εκφράζονταν από στελέχη των μπολσεβίκων που θεωρούν ότι δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί άμεσα η επαναστατική εξέγερση και να υπάρξει αναμονή μέχρι τη σύγκληση του Συνεδρίου των Σοβιέτ απαντάει πως η αναμονή θα δώσει χρόνο προετοιμασίας στην αντεπανάσταση: "Στην ΚΕ μας και στην ανώτατη ηγεσία του Κόμματος υπάρχει ένα ρεύμα ή μια γνώμη υπέρ της αναμονής του Συνεδρίου των Σοβιέτ, κατά της άμεσης κατάληψης της εξουσίας, κατά της άμεσης εξέγερσης. Πρέπει να κατανικηθεί αυτό το ρεύμα ή αυτή η γνώμη (...) έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι "αν περιμένουμε" το Συνέδριο των Σοβιέτ και αφήσουμε να χαθεί τώρα η στιγμή χαντακώνουμε την επανάσταση".22

Στις 10 του Οκτώβρη σε μια ιστορική συνεδρίαση της ΚΕ των Μπολσεβίκων με την παρουσία του Λένιν, επικυρώθηκε (παρά τις αντιρρήσεις που πρόβαλλαν στελέχη όπως οι Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ) η απόφαση να προετοιμαστεί όλο το Κόμμα για την άμεση εξέγερση.

Οι μπολσεβίκοι προχώρησαν σε συγκρότηση στρατιωτικού επαναστατικού κέντρου υπό την ευθύνη της ΚΕ (στο οποίο συμμετέχουν μέλη της ΚΕ όπως οι Ι. Β. Στάλιν, Α. Μπουμπνόφ, Γ. Σβερντλόφ, Μ. Ουρίτσκι κ.ά.), ενώ επίσης συγκροτούν Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή (ΣΕΕ) μέσα στο πλαίσιο του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Η ΣΕΕ θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία, συγκέντρωση, συντονισμό και καθοδήγηση των δυνάμεων για την ένοπλη εξέγερση. Στέλνει σε όλες τις μονάδες επιτρόπους, ώστε τα στρατεύματα να υπακούν σε εκείνη και όχι στην Προσωρινή Κυβέρνηση.

Το βράδυ της 24ης Οκτώβρη, ο Λένιν απευθύνεται μ' ένα αποφασιστικό γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ, καλώντας το Κόμμα να περάσει σε άμεση δράση. "Η κατάσταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Είναι ολοκάθαρο ότι πραγματικά τώρα πια κάθε καθυστέρηση της εξέγερσης ισοδυναμεί με θάνατο (...). Η υπόθεση πρέπει να κριθεί το δίχως άλλο σήμερα το βράδυ ή τη νύχτα. Η Ιστορία δε θα συγχωρήσει την καθυστέρηση στους επαναστάτες που θα μπορούσαν να νικήσουν σήμερα (και σίγουρα θα νικήσουν), αλλά θα κινδύνευαν να χάσουν πολλά αύριο, θα κινδύνευαν να τα χάσουν όλα (...). Η κυβέρνηση κλονίζεται. Πρέπει να την αποτελειώσουμε με κάθε θυσία! Η καθυστέρηση της δράσης ισοδυναμεί με θάνατο".23

Τη νύχτα ο Λένιν έφτασε στο Σμόλνι αναλαμβάνοντας την καθοδήγηση της εξέγερσης.

Ο μπολσεβίκος Β. Αντόνοφ - Οφσέενκο, ένας από τους καθοδηγητές της στρατιωτικής εφόδου στα Χειμερινά Ανάκτορα, αναφέρει σε μια γλαφυρή αφήγηση: "Στο άλλο δωμάτιο βρίσκουμε μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων, που παρίσταναν την Προσωρινή Κυβέρνηση. Κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και μοιάζουν μ' έναν τρεμουλιαστό γκριζόχρωμο λεκέ. "Στο όνομα της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής σάς συλλαμβάνω!" τους δηλώνω. Οι πρώην υπουργοί παραδίδουν τα έγγραφα και τα όπλα που τους απόμειναν. Η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν υπάρχει πια".24

Η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε θριαμβεύσει, ανοίγοντας μια νέα σελίδα στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Λίγες μέρες μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον Νοέμβρη του 1917, κυκλοφόρησε το κεφαλαιώδες έργο του Λένιν «Κράτος και Επανάσταση». Το έργο αυτό γράφτηκε το καλοκαίρι του 1917 και όσο ο Λένιν είχε καταφύγει στην παρανομία, δουλεύοντας το υλικό που είχε συγκεντρώσει από τις μελέτες των Μαρξ - Ενγκελς για το κράτος. Ο Λένιν σκόπευε να συμπεριλάβει στο έργο του και ένα κεφάλαιο για την πείρα από τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917 στη Ρωσία, πράγμα όμως που δεν έγινε κατορθωτό, καθώς η εργασία του «διακόπηκε» από τα πολιτικά καθήκοντα της εξέγερσης του Οκτώβρη. Οπως ο ίδιος γράφει στον επίλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου (με ημερομηνία 30 Νοέμβρη 1917): Η μπροσούρα αυτή γράφτηκε τον Αύγουστο με Σεπτέμβρη του 1917. Είχα ήδη καταρτίσει το σχέδιο του επόμενου, έβδομου κεφαλαίου: "Η πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και του 1917''. Εκτός όμως από τον τίτλο δεν τα κατάφερα να γράψω ούτε μια αράδα από το κεφάλαιο αυτό: Με "εμπόδισε" η πολιτική κρίση, η παραμονή της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Από ένα τέτοιο "εμπόδιο" μπορείς μόνο να χαίρεσαι. (...). Είναι πιο ευχάριστο και χρήσιμο να πραγματοποιείς την "πείρα της επανάστασης'', παρά να γράφεις γι' αυτήν.

Σημειώσεις

  • 1. Β. Ι. Λένιν, «Τηλεγράφημα προς τους μπολσεβίκους που φεύγουν για τη Ρωσία», Απαντα, τόμ. 31, σελ. 7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 2. Β. Ι. Λένιν, «Επαναστατικός στρατός και επαναστατική κυβέρνηση», Απαντα, τόμ. 10, σελ. 341-342, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 3. Β. Ι. Λένιν, «Τα διδάγματα της επανάστασης», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 55, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 4. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, 1917. «Η πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα», σελ. 77-78, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017
  • 5. Β. Ι. Λένιν, «Εισήγηση πάνω στο ζήτημα της αναθεώρησης του Προγράμματος του Κόμματος», Απαντα, τόμ. 31, σελ. 410, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 6. Β. Ι. Λένιν, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Απαντα, τόμ. 31, σελ. 179-183
  • 7. Β. Ι. Λένιν, «Γράμματα για την τακτική», Απαντα, τόμ. 31, σελ. 134, 141, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 8. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», σελ. 225, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1976
  • 9. Ι. Β. Στάλιν, Απαντα, τόμ. 6, σελ. 380-381, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 10. Πρόκειται για την 7η Πανρωσική Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ (μπ.) που ξεκίνησε στις 24 Απρίλη και ήταν η πρώτη συνδιάσκεψη του Κόμματος σε νόμιμες συνθήκες.
  • 11. Β. Ι. Λένιν, «Εισήγηση για την τρέχουσα στιγμή», Απαντα, τόμ. 31, σελ. 363, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  • 12. Β. Ι. Λένιν, «Διδάγματα από την κρίση», Απαντα, τόμ. 31, σελ. 324, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 13. Β. Ι. Λένιν, «Τα διδάγματα της επανάστασης», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 63, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 14. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα», σελ. 102, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017
  • 15. Β. Ι. Λένιν, «Απάντηση», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 29, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 16. Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με τα συνθήματα», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 12, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 17. Ι. Β. Στάλιν, Απαντα, τόμ. 3, σελ. 207.
  • 18. Ιστορία ΚΚΣΕ, σελ. 247, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1976
  • 19. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα», σελ. 172, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017
  • 20. Β. Ι. Λένιν, «Ενα από τα θεμελιακά ζητήματα της επανάστασης», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 204, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 21. Β. Ι. Λένιν, «Ο μαρξισμός και η εξέγερση», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 244-247, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 22. Β. Ι. Λένιν, «Η κρίση ωρίμασε», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 280, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 23. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ», Απαντα, τόμ. 34, σελ. 435-436, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»
  • 24. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα», σελ. 216-217, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017