Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Δεκεμβρίου 2025

Νίκος Μπελογιάννης: ανδριάντες δόξας και τιμής

 

Abstract: Το Μνημείο βρίσκεται (από το 1952) στην περιοχή Karlshorst του Βερολίνου, οδός Treskowallee 8, στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών (HTW Berlin), το οποίο παλαιότερα στέγαζε τη Σχολή Οικονομικών Επιστημών της Ανατολικής Γερμανίας (DDR_GDR). Πρόκειται για ένα χάλκινο άγαλμα ύψους 4 μέτρων (μαζί με την από μάρμαρο | γρανίτη βάση του), έργο του γλύπτη René Graetz
Στη βάση αναγράφεται στα γερμανικά: "Αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για τον σκοπό αυτό παλεύουμε και, αν χρειαστεί, θυσιάζουμε και τη ζωή μας!". Στην ίδια περιοχή (Römerweg 39) υπάρχει επίσης αναμνηστική πλακέτα προς τιμήν του.
 

Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια,
ίδιος μ' αυτά περήφανος, στητός
αχούν απ' τη φωνή του τα ρουμάνια
μπρος για τη νίκη, για το κόμμα εμπρός.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας.
Ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές.
Ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.
Ζει σ' όλους τους καιρούς, σ' όλους τους τόπους
το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.

Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους
που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.
Και στο τραπέζι της χαράς της πρώτης
στης νίκης της ειρήνης τη γιορτή
ο Μπελογιάννης θάν' πανηγυριώτης
με κόκκινο γαρούφαλο στ' αφτί.

Μ' ένα γαρούφαλο άλικο δικό μας
σαν της γλυκιάς μας άνοιξης δροσιά
πανώριο ματωμένο κι ακριβό μας
απ' την τρανή της γης λαοαπλωσιά.
Ο Μπελογιάννης ζει άσβεστη δάδα.
Ο Μπελογιάννης ζει μες στις καρδιές
στον κόσμο ειρήνη, ειρήνη στην Ελλάδα
στο μήνυμά του εμπρός κομμουνιστές.
         Στίχοι: Δημήτρης Ραβάνης _Ρεντής
         Μουσική: Λάκης Χατζής

Το ΚΚΕ -σεμνή υπογραφή στις λεωφόρους του μέλλοντος, γεννάει Μπελογιάννηδες


Ο δίκαιος και ανυποχώρητος αγώνας του κομμουνιστή ήρωα Νίκου Μπελογιάννη, η αλύγιστη στάση του μέσα στα δικαστήρια του αστικού κράτους και απέναντι στις θανατικές καταδίκες μέχρι και την εκτέλεσή του μαζί με τους συντρόφους του στις 30 Μάρτη του 1952, ενέπνευσαν ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας τον Μπελογιάννη παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Με αφορμή την εκτέλεση του _καθώς και των συντρόφων του, δημοσιεύουμε το ποίημα που έγραψε για αυτόν η σημαντική μούσα της Βραζιλίας, Λίλα Ριπόλ.

Μπαλάντα
της Λίλα Ριπόλ*

Εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη.
Τον Μπελογιάννη εκτελέσαν.

Ακουμπήσαν το κορμί του
που τόσες μάχες έδωσε
στον σκούρο πέτρινο μαντρότοιχο

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.
Το πρόσωπό του ξάσπρισε,
αλλά τίποτα δεν το άλλαξε.

Δεν του έκλεισαν τα μάτια,

ολόρθο το κορμί του έστεκε.

Προχωρούσε η αυγή,
όμως σκιές κυκλώναν τη γη.

Συνέβαινε το έγκλημα,
που κανείς δεν ήξερε ούτε φανταζόταν.

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.
Οι δήμιοί του δείλιασαν,
σφίγγοντας τα όπλα στα χέρια τους.

Να κοιτάξει κατάματα το πρόσωπό του,
το πρόσωπο που ξάσπρισε,
αλλά τίποτα δεν το άλλαξε
ποιος μπορούσε, ποιος τολμούσε;

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.

Έσβησαν τα αστέρια.

Μόλις αχνοφαίνονταν η αυγή.

Τ’ ανοιξιάτικο αγέρι,
έστειλε έναν αναστεναγμό στον μαντρότοιχο.
Ο Μπελογιάννης, αδάμαστος,
ξεκινά ένδοξο τραγούδι,
αψηφώντας τον θάνατο για τα ιδανικά του.

«Σύντροφοι! Σύντροφοι,
το Κόμμα μας δεν πεθαίνει
…»
Έτσι έσβησε η ηρωική φωνή του.

Οι λέξεις του, άνθη,
που τα σκόρπισε το αγέρι.

Συνέβαινε το έγκλημα,
που κανείς δεν ήξερε ούτε φανταζόταν.

Το ηρωικό του αίμα
έβαψε τον σκούρο πέτρινο μαντρότοιχο
Το όνομά του, του Κομμουνιστή,
ολόκληρος ο Κόσμος το κράτησε.

Ήταν παγωμένη εκείνη η άνοιξη,
Που χάθηκε το κορμί του.

Μπελογιάννη! Μπελογιάννη!

Θα ‘ρθει ξανά η Άνοιξη
Ο λαός κρατά τ’ όνομά σου!
Τις λέξεις σου,
που σκόρπισε τ’ αγέρι
Ο ανοιξιάτικος άνεμος
τις έσπειρε στη Γη.

Η Lila Ripoll (Quaraí, 12-Αυγ-1905 _ Porto Alegre, 7- Φεβ-1967) ήταν Βραζιλιάνα κομμουνίστρια ποιήτρια και πιανίστρια. Καταλανικής καταγωγής, το 1927, σε ηλικία είκοσι δύο ετών, η Λίλα άφησε την πατρίδα της και μετακόμισε στο Πόρτο Αλέγκρε για να σπουδάσει πιάνο στο Ωδείο Μουσικής, στο τότε Instituto Livre de Belas Artes. Ως φοιτήτρια, δημοσίευσε ποιήματα στο Revista Universitária (πανεπιστημιακή εφημερίδα). Το 1930 έγινε δασκάλα τραγουδιού και ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ήρθε κοντά με συγγραφείς και διανοούμενους από το Ρίο Γκράντε ντο Σουλ όπως οι Reinaldo Moura, Manuelito de Ornelas, Dyonélio Machado, Carlos Reverbel και Cyro Martins, οι οποίοι αποτελούν τη λεγόμενη Γενιά των 30.
Το 1934, με τη δολοφονία του ξαδέλφου της Waldemar Ripoll, δημοσιογράφου και μέλους του ποοδευτικού Κόμματος Libertador, κατόπιν εντολής σκοτεινών κύκλων η Lila Ripoll αποφάσισε να συμμετάσχει στον πολιτικό αγώνα και στην κομμουνιστική υπόθεση. Συμμετείχε στο Μέτωπο Διανοούμενων του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας (PCB) και στην Ένωση Εργατών Μετάλλου, επικεφαλής του πολιτιστικού τμήματος του.
Το 1938, η Ripoll έκανε το ντεμπούτο της βιβλίο, De Mãos Postas _με σταυρωμένα χέρια, το οποίο έτυχε θετικής υποδοχής από τους κριτικούς. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε το το Céu Vazio _ Άδειος ουρανός, που τιμήθηκε με το το βραβείου Olavo Bilac, από την Ακαδημία Γραμμάτων της Βραζιλίας. Το 1944, η Λίλα παντρεύτηκε τον Alfredo Luís Guedes, επίσης πολιτικό μαχητή. Με τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, τον επόμενο χρόνο, άρχισε να αγωνίζεται πιο ενεργά για τα αιτήματα των εργαζομένων και, ταυτόχρονα, δημοσίευσε κείμενα στο περιοδικό A Província de São Pedro _ Η επαρχία του Αγίου Πέτρου και συνεργαστηκε επίσης με το πορτογαλο-βραζιλιάνικο περιοδικό Atlântico.

Το 1949, έχασε τον άνδρα της, αλλά δεν το έβαλε κάτω _συνέχισε να συμμετέχει σε πολιτικές μάχες της εποχής και σε ειρηνιστικές εκστρατείες. Ήταν και υποψήφια βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1950. Το 1951, συνεργάστηκε με το περιοδικό Horizonte, δημοσιεύοντας ποιητές της Λατινικής Αμερικής, όπως ο Pablo Neruda και η Gabriela Mistral. Την ίδια χρονιά, δημοσίευσε το βιβλίο  Novos Poemas _Νέα Ποιήματα, που τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Pablo Neruda, στην Πράγα της Τσεχοσλοβακίας. Το 1954 κυκλοφόρησε το μακροσκελές ποίημα Primeiro de Maio _Πρωτομαγιά που έχει ως θέμα του τη σφαγή κατά την Εργατική Πρωτομαγιά στην πόλη του Ρίο Γκράντε. Το 1958, το θεατρικό της έργο, Um Colar de Vidro _ Ένα γυάλινο κολιέ παρουσιάστηκε στο Theatro São Pedro.

Το 1964, λίγο μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, η Λίλα Ρίπολ συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερη λόγω της υγείας της — έπασχε από προχωρημένο στάδιο καρκίνου. Το τελευταίο της ποιητικό έργο ήταν το Águas Móveis (κινούμενα _τρεχούμενα νερά 1965). Πέθανε στο Πόρτο Αλέγκρε, σε ηλικία εξήντα ενός ετών, και η σορός του θάφτηκε από τους συμπατριώτες της στο νεκροταφείο Santa Casa de Misericórdia. Προς τιμήν της, δημιουργήθηκε το 2005 το Βραβείο ομώνυμο Ποίησης _ ανοιχτό σε όσους εκφράζονται σε θέματα κοινωνικά και φύλου

_συνειρμικά
_Στο Βερολίνο, μπορεί να έχω πάει και 50 φορές (εεε… καλά, μην υπερβάλεις μου λέει η εκλεκτή φίλη Μυρτώ.Ν της ΠΕΑΕΑ ΔΣΕ νυν πολιτογραφημένη γερμανίδα … ΟΚ ρε Μυρτώ _που λέει ο λόγος) πρώτη το 1967 (19χρονος) επί της ιστορικής _πάλαι ποτέ ανατολικής (DDR) _τα καλύτερά μας χρόνια όπως λένε και αργότερα στο δυτικό. Δέσποζαν τότε ο πύργος της τηλεόρασης το Weltzeituhr (παγκόσμιο ρολόι), η πλατεία Alexanderplatz ήταν ανθρώπινη και φιλική και το Palast der Republik (η Βουλή της Λ.Δ.Γ) δεν είχε κατεδαφιστεί. 4η ή 5η φορά ήμουν με την αντιπροσωπεία της ΚΝΕ στο 10ο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών (1973) _παρεμπιπτόντως, εμπνευσμένη από αυτό η ΚΝΕ, δημιούργησε το θεσμό του Φεστιβάλ μας.

Πλακάτ - αφιέρωμα στον Κόκκινο Στρατό
Το palais της Δημοκρατίας (Palast der Republik) στην πλατεία Marx-Engels-Platz
Μάζωξη των πιονιέρων
Ένα από τα 100άδες πολιτιστικά κέντρα

ΤΙΜΗ και ΔΟΞΑ στα τιμημένα τέκνα του γερμανικού προλεταριάτου!

Marx-Engels-Platz: ένα ακόμη πολιτιστικό κέντρο για το λαό ...
Εκεί ήταν ένας βομβαρδισμένος χώρος (1η φωτο)
"από την Alexanderplatz στο παλιό Lindencorso το χειμώνα, ήταν σαν μια πορεία στην Αρκτική
Και το καλοκαίρι έρημος Σαχάρα"
Διεθνιστική βοήθεια της DDR - Μοζαμβίκη

Φιλίες, γλέντια και έρωτες ανεμολάμνοντας τότε σήμερα σχεδόν 70 χρόνια μετά βρισκόμαστε στο αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει και πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί _οψόμεθα, άλλη η ηλικία η δική μας και άλλη της ιστορίας. Στο πανεπιστήμιο που βρίσκεται στο ανατολικό διαμέρισμα Karlshorst του Βερολίνου,  μπροστά από το κτίριο της διοίκησης, στέκεται επιβλητικά ο μπρούτζινος ανδριάντας. Στην αναμνηστική πλακέτα είναι γραμμένα τα εξής: Νίκος Μπελογιάννης \ Γεννημένος το 1915 \ στην Αμαλιάδα της Πελοποννήσου \ εκτελέστηκε στις 30.3.1952 \ στο Γουδί της Αθήνας. Και από κάτω: «Αγωνιζόμαστε για να έρθουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Για αυτό το σκοπό αγωνιζόμαστε και αν χρειαστεί, θα θυσιάσουμε ακόμη και τη ζωή μας».
Τα κοντά 75 χρόνια έχουν αφήσει έντονα τα σημάδια τους στη επιφάνεια του γλυπτού, χωρίς όμως να αφαιρεί το παραμικρό από τη μεγαλοπρέπειά του _αντίθετα, αλλά κάποιες εργασίες συντήρησης του μνημείου είναι πλέον απαραίτητες. Στη βάση του υπάρχουν πάντα τα υπολείμματα από λίγα γαρίφαλα που άφησαν κάποιοι επισκέπτες του, ενώ στην επέτειο της εκτέλεσης κάποια παλιοί πολιτικοί πρόσφυγες αλλά και νεότεροι μετανάστες δηλώνουν παρών.

Στη βάση αναγράφεται στα γερμανικά:
"Αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες
χωρίς πείνα και πόλεμο.
Για τον σκοπό αυτό παλεύουμε και,
αν χρειαστεί, θυσιάζουμε και τη ζωή μας!".

Η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη στις 30 Μάρτη 1952 προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις... εκατοντάδες οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, με τα δικά τους «όπλα», έδωσαν χρώμα σε αυτό το κίνημα (με πιο γνωστό το έργο του Πικάσο «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο»). Αίσθηση και συγκίνηση προκάλεσε η στάση του Νίκου Μπελογιάννη στους Ανατολικογερμανούς και ειδικά στους διανοούμενους και καλλιτέχνες. Η νεαρή τότε ΓΛΔ _
Die Toten mahnen uns -| Οι νεκροί μας προειδοποιούν όπου ζούσαν πλέον ως πολιτικοί πρόσφυγες αρκετοί μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ, πρωτοστατεί κι αυτή στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και συμπαράστασης. Πολυάριθμες ήταν οι εκδηλώσεις σε όλη τη χώρα και μεγάλος ο αριθμός των τηλεγραφημάτων προς την ελληνική κυβέρνηση για αποτροπή του μοιραίου. Συνεχείς οι αναφορές στον Τύπο. Η εκτέλεση προκαλεί νέο κύκλο αντιδράσεων. Η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε οργή, αγανάκτηση και αποτροπιασμό. Η «Neues Deutschland» την 1 Απριλίου, στην πρώτη της σελίδα, δίπλα από μια φωτογραφία του Μπελογιάννη, φέρει τον τίτλο: “Ο φόνος του Μπελογιάννη εξεγείρει την υφήλιο“. Τα δημοσιεύματα και οι αντιδράσεις συνεχίζονται για αρκετό καιρό. Σχολεία εργοστάσια φορείς νεολαιίστικες οργανώσεις συνδικάτα εκδίδουν ανακοινώσεις καταδίκης και διαμαρτυρίας. Πολλές οι μορφές απόδοσης τιμής στον Έλληνα κομμουνιστή μάρτυρα. Πλατείες, δρόμοι, σχολεία, ανώτερες σχολές, εργοστάσια, μπριγάδες εργατών ακόμη και μηχανήματα αποκτούν τιμητικά το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη.

Στις 21 Νοεμβρίου 1952, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου υπέγραψε συμβόλαιο με τον γλύπτη René Graetz για το άγαλμα του Νίκου Μπελογιάννη το οποίο θα στηνόταν στον προαύλιο χώρο του πανεπιστημίου. Στη σχολή αυτή εκπαιδεύονταν τα μελλοντικά στελέχη των διαφόρων κρατικών επιχειρήσεων της χώρας ενώ φιλοξενούνταν και πολλοί σπουδαστές αδελφών σοσιαλιστικών χωρών από όλη την υφήλιο. Το σκεπτικό της επιλογής ήταν, ότι σε ένα τέτοιο χώρο, το μνημείο θα συνείσφερε επιπλέον στη σφυρηλάτηση ενός πνεύματος διεθνισμού στις νεότερες γενιές. Όπως παραδέχεται και η Barbara Barsch (#), ιστορικός τέχνης που έχει γράψει διατριβή για τον René Graetz: «Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για την εποχή. Για πρώτη φορά καλλιτέχνης της Ανατολικής Γερμανίας ασχολούνταν με ένα διεθνιστικό θέμα και κυρίως: έφτιαχνε άγαλμα για κάποιον που δεν ήταν Γερμανός». Ο René Graetz (2-Αυγ-1908 _Βερολίνο 17-Σεπ-1974), γνώριζε ήδη την υπόθεση Μπελογιάννη και δέχθηκε με ενθουσιασμό, γιατί ήταν στρατευμένος (με τη σωστή πλευρά της ιστορίας). Και το γεγονός ότι εκτελέστηκε ένας αγωνιστής, επειδή δεν ήθελε να αρνηθεί την ιδιότητα του κομμουνιστή τον είχε συγκλονίσει. Είχε όμως να αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα. Έπρεπε η αναπαράσταση του ήρωα να είναι, όσο γινόταν περισσότερο ρεαλιστική, πράγμα όχι εύκολο, αφού το μόνο στοιχείο που είχε στη διάθεση του ήταν κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τον τύπο της εποχής. Επιπλέον, το έργο θα έπρεπε στη τελική του μορφή να αρέσει όχι μόνον στους γερμανούς υπεύθυνους αλλά και στους εκπροσώπους των Ελλήνων προσφύγων, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχαν γνωρίσει προσωπικά τον ήρωα. Γι’ αυτό από το ξεκίνημα της δουλειάς του αναζήτησε τη συμβουλή και τη γνώμη του παλαίμαχου δημοσιογράφου του Ριζοσπάστη Θανάση Γεωργίου (##), ο οποίος «θυμάται ότι ο καλλιτέχνης του ζήτησε τη γνώμη για μια πιθανή αναπαράσταση του Μπελογιάννη, κατά τη στιγμή της εκτέλεσης, με τα χέρια του δεμένα πισθάγκωνα. Η στάση αυτή δεν άρεσε στον ερωτώμενο, αφού τη θεώρησε κατά κάποιο τρόπο ηττοπαθή και μειωτική για τον ήρωα. Έτσι προτιμήθηκε η τωρινή, σαν μια πιο θαρραλέα στάση του σώματος, με τα χέρια σχεδόν απελευθερωμένα από τα δεσμά, γεμάτα αποφασιστικότητα και δύναμη».

Το γύψινο πρωτότυπο του αγάλματος εκτίθεται το καλοκαίρι του 1954, σε μια έκθεση βερολινέζων καλλιτεχνών, στο Μουσείο της Περγάμου. Λίγους μήνες μετά, στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το πρωτότυπο γύψινο μοντέλο έβρισκε το δρόμο του προς το χυτήριο. Οι εργασίες κράτησαν οκτώ περίπου βδομάδες και στις 29-Δεκ-1954 ο μπρούτζινος ανδριάντας του Μπελογιάννη έφτανε πλέον με τρένο στο σταθμό Ostbahnhof του Βερολίνου και από εκεί με φορτηγό στη Σχολή. Ο δημιουργός του έκανε τις τελευταίες διορθώσεις και βελτιώσεις και διαμορφώθηκε το βάθρο. Προστέθηκαν και τα στοιχεία της επιγραφής σε συνεργασία με τους Έλληνες εκπροσώπους των πολιτικών προσφύγων. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν την παραμονή της Πρωτομαγιάς του 1956. Στο πρωτομαγιάτικο φύλλο της εφημερίδας Neues Deutschland» υπάρχει η είδηση με τίτλο «Αποκαλυπτήρια του Μνημείου – Μπελογιάννη στο Βερολίνο» όπου αναφέρεται ότι έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου «του Έλληνα πατριώτη και προλεταριακού αγωνιστή Νίκου Μπελογιάννη» παρουσία αντιπροσωπείας του ΚΚΕ. Στην εκδήλωση τοποθέτησης του ανδριάντα η διευθύντρια της Σχολής Eva Altmann έκανε την ομιλία, ενώ «στο όνομα της ελληνικής εργατικής τάξης» ο Καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης ευχαρίστησε τη Σχολή για την εκτίμηση της προσφοράς του Μπελογιάννη για την απελευθέρωση του Ελληνικού λαού». Κάποιες μέρες μετά, στην εφημερίδα Sonntag της 27ης Μαΐου 1956, αρθρογράφος με αρχικά Κ.Η. θα σχολιάσει για το μνημείο: «Το μνημείο για τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Έλληνα αγωνιστή της Ελευθερίας, ένα μπρούτζινο γλυπτό του René Graetz, αποτελεί μια καλή και αισθησιακή παρουσία μέσα στο προαύλιο της Ανωτέρας Σχολής Οικονομικών στο Karlshorst . Εκατοντάδες φοιτητές περνούν καθημερινά μπροστά από τον μπρούτζινο ανδριάντα του αλύγιστου, υπερήφανου ανθρώπου, που θυσίασε τη ζωή του για την ελευθερία του λαού του. Τα χέρια του είναι δεμένα, όμως η σφιγμένη γροθιά του αριστερού του χεριού συγκρατεί την τεράστια ενέργεια αυτού του αγωνιστή, που ξέρει ότι δεν είναι μόνος, ενώ η ανοιχτή δεξιά παλάμη του ετοιμάζεται με βία και σιγουριά να εκδηλώσει την αντίστασή του ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας, τους εχθρούς της ειρήνης, τους εχθρούς της κοινωνικής προόδου. Ο άνδρας στέκεται λίγο πριν την εκτέλεσή του, με το δεξί του πόδι προτεταμένο, έχοντας συνείδηση των ορίων της δράσης του τη στιγμή αυτή, δεν προχωρεί πλέον, παραμένει αλυσοδεμένος ακίνητος, στέκεται με αισιοδοξία πάνω στο έδαφος που το μοιράζεται με όλους τους ομοϊδεάτες του στον κόσμο, οι οποίοι θα συνεχίσουν τον αγώνα του. Ο René Graetz, σε ένα ώριμο και δυνατό έργο τέχνης, μορφοποίησε αυτόν το μοναχικό ήρωα του ελληνικού λαού, όπως αυτός τιμάται εδώ, σε ένα σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία όλων των ανθρώπων και λαών που αγαπούν την ειρήνη, σε μια ζωντανή, πειστική και διαρκώς γόνιμη πραγματικότητα».

         Ο γλύπτης René Graetz

Ο René Graetz έχει μια περιπετειώδη βιογραφία και ένα ιδιαίτερο στίγμα στην Τέχνη. Γεννήθηκε το 1908 στο Βερολίνο τυχαία. Στο ταξίδι εξορίας του Ρώσου πατέρα, τυπογράφος στο επάγγελμα συνάντησε την όμορφη Ιταλο-Ιρκανδή μητέρα του. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε στη Γενεύη, όπου εκπαιδεύτηκε και αυτός ως τυπογράφος με ειδίκευση στη βαθυτυπία. Στην Ελβετία παρέμεινε ως το 1929, χρονιά που κέρδισε το πρώτο βραβείο της αγγλικής εφημερίδας «Times», ως καλύτερος τυπογράφος και στη συνέχεια μετοίκησε στο Cape Town της Νότιας Αφρικής. Εκεί δούλεψε ως μηχανικός σε μεγάλη εκτυπωτική εταιρεία στην ίδρυση της οποίας συνέβαλε. Εκεί έζησε και εργάστηκε στο επάγγελμά του έως το 1938. Στο διάστημα αυτό άρχισε να δραστηριοποιείται πολιτικά, ως μέλος του εκεί συνδικάτου τυπογράφων, ενώ το 1932 ξεκίνησε τις σπουδές του στη γλυπτική, στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1935 δημιουργήθηκαν τα πρώτα γλυπτά έργα του, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει, το μέχρι τότε επάγγελμά του. Το 1938, μετά από διώξεις για την πολιτική του δραστηριότητα, θέλησε να επιστρέψει στην Ευρώπη. Αν και δεν τον συνδέει τίποτα με τη φασιστική Γερμανία, πήρε γερμανικό διαβατήριο επειδή γεννήθηκε στο Βερολίνο. Επέστρεψε και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι, στη Ζυρίχη για να καταλήξει το 1939 στο Λονδίνο.

Με το ξέσπασμα του Πολέμου εγκλείστηκε, λόγω του γερμανικού διαβατηρίου του, μαζί με εκατοντάδες άλλους γερμανούς που ζούσαν στη Μ. Βρετανία, σε ένα ειδικό στρατόπεδο περιορισμού στον Καναδά. Μέχρι τότε δεν είχε καμία σχέση με τη Γερμανία ή τους Γερμανούς. Γλώσσες του ήταν η γαλλική και τα αγγλικά. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με Γερμανούς κομμουνιστές και αντιφασίστες, με άλλους καλλιτέχνες, όπως οι Theo Balden, Heinz Worner, κ.ά. και εισχώρησε στην παράνομη ομάδα του Γερμανικού ΚΚ. Η περίοδος αυτή τον διαμόρφωσε σε έναν στρατευμένο καλλιτέχνη με καθαρούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Το 1941, μετά την απόλυση όλων των αντιφασιστών κρατούμενων από το στρατόπεδο, επέστρεψε στο Λονδίνο όπου συμμετείχε στον εκεί ενεργό σύνδεσμο Γερμανών καλλιτεχνών και διανοουμένων Freier Deutscher Kulturbund. Την εποχή εκείνη γνώρισε και τον Henry Moore, τον οποίο επισκεπτόταν τακτικά στο ατελιέ του. Από το 1944 ήταν παντρεμένος με την Ιρλανδέζα Elizabeth Shaw, γραφίστρια και αργότερα διάσημη συγγραφέα παιδικών βιβλίων στη ΛΔΓ. Μετά τον πόλεμο, το 1946, εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους εξόριστους στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, με σκοπό τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της χώρας.

Στο ευρύτερο κοινό έγινε γνωστός με τη συμμετοχή του, στη δημιουργία των μνημείων του Buchenwald, το 1958, με τρία ανάγλυφα στηλών, και του Sachsenhausen, το 1959, με τη μεγαλόσωμη ομάδα γλυπτών με τίτλο “Απελευθέρωση“. Ανάμεσα στα έργα του είναι και ένα αγαλματίδιο αφιερωμένο στη Ρόζα Λούξεμπουργκ (1973). Εκτός των διάφορων γλυπτών δημιούργησε επίσης πολλά έργα ζωγραφικής (ακουαρέλες) και κεραμικής. Το 1973 τιμήθηκε με το Βραβείο Käthe-Kollwitz της Ακαδημίας των Τεχνών και με το Αργυρούν Πατριωτικό Μετάλλιο Προσφοράς της ΛΔΓ, ενώ είχε επίσης βραβευτεί, το 1959, για τη συμμετοχή του στο Μνημείο του Buchenwald, με το Εθνικό Βραβείο της χώρας. Ο René Graetz πέθανε απροσδόκητα στις 17 Σεπτεμβρίου 1974, στη μικρή κωμόπολη του Graal-Müritz της Ostsee, κατά τη διάρκεια αποθεραπευτικών διακοπών.

(#)
Barbara Barsch
Βιογραφικά στοιχεία από το εγχειρίδιο "Ποιος ήταν ποιος στη ΛΔΓ;": Γεννήθηκε στο Βερολίνο. Ο πατέρας του Φριτς Χ. ήταν Αιγυπτιολόγος. Η μητέρα του Ούρσουλα Χ. ήταν Αφρικανίδα. Σπούδασε ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου (1970–74), πτυχιούχος. 1974–87 εκδότης του περιοδικού "Bildende Kunst" (Καλές Τέχνες). 1977–90 μέλος της KB (Ένωσης Εικαστικών Καλλιτεχνών), 1978–90 μέλος της VBK (Ένωσης Εικαστικών Καλλιτεχνών). 1982 διδακτορικό. 1985–90 μέλος της ηγεσίας του τμήματος Καλλιτεχνικών Σπουδών της περιφερειακής ένωσης VBK στο Βερολίνο. 1988 ερευνητικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Αισθητικής και Καλλιτεχνικών Σπουδών της Ακαδημίας Επιστημών. 1989/90 ελεύθερη εργασία.
Μάιος–Δεκέμβριος 1990 επικεφαλής τμήματος στο τμήμα Καλών Τεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού. Από το 1991, Διευθυντής του γραφείου IFA στο Βερολίνο του Ινστιτούτου Εξωτερικών Πολιτιστικών Σχέσεων στη Στουτγάρδη, Διευθυντής της Πινακοθήκης IFA του Βερολίνου· από το 1993, μέλος του γερμανικού τμήματος της AICA· από το 1995, μέλος ΔΣ του Νέου Συνδέσμου Τέχνης του Βερολίνου· από το 1995, Αναπληρωτής Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την «Τέχνη στην Αρχιτεκτονική» για τις Κατασκευές και τις Κατοικίες· 1995–97, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Αρχαιολογικής Εταιρείας του Σουδάν· 1996–99, μέλος της Διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής του Ιδρύματος George Soros, Νέα Υόρκη.

Δημοσιεύσεις: «Η τέχνη ανάμεσα στη μαγεία και το Maggi – για τις εκφραστικές και ενδιάμεσες τάσεις στη νέα τέχνη στη ΛΔΓ». Στο: Όλα έχουν την ώρα τους. Festschrift για τον Erhard Frommhold στα 60ά γενέθλιά του. Δρέσδη 1988. Ακόμα κι αν κάποιος αντιτίθεται σε ένα κίνημα, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του (παρατίθεται από τον Picasso), Σημειώσεις για το 10ο Συνέδριο του VBK. Στο: Gillen, E., Feist, G. (επιμ.): Art Documentation SBZ/GDR. Κολωνία 1996. Το "Ποιος Ήταν Ποιος στη ΛΔΓ;" είναι ένα βιογραφικό έργο αναφοράς που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1992 από τον Ch. Links Verlag. Οι πρώτες εκδόσεις επιμελήθηκε ο ιστορικός Jochen Cerny και περιελάμβαναν περίπου 1.500 καταχωρίσεις για δημόσιες προσωπικότητες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR ΛΔΓ). Η εγκυκλοπαίδεια σημειώνει τη θέση κάθε ατόμου στο κοινωνικό σύστημα της ΛΔΓ και παρέχει μια σύντομη περίληψη της ζωής του. Τα αρχικά του συγγραφέα επιτρέπουν στους χρήστες να αναζητήσουν τον συγγραφέα κάθε σύντομης βιογραφίας. Το 1996, δημοσιεύτηκε μια ψηφιοποιημένη έκδοση που περιείχαν 2.146 βιογραφίες για την ιστορία της ΛΔΓ, τις οποίες επιμελήθηκε ο ιστορικός Bernd-Rainer Barth. Με την πάροδο των ετών, το λεξικό "Ποιος Ήταν Ποιος στη ΛΔΓ;" έχει αναθεωρηθεί εννοιολογικά και έχει επεκταθεί σημαντικά. Το 2010, δημοσιεύτηκε, ενημερωμένη έκδοση, που περιείχε σχεδόν 4.000 βιογραφίες.

(##)
Θανάσης Γεωργίου
Ο Θανάσης (Αθανάσιος) Γεωργίου (1914–2014) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, μεταφραστής και στέλεχος του KKE, ο οποίος από το 1949 έζησε και εργάστηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μικρότερος αδερφός του δημοσιογράφου Βάσου Γεωργίου (1910-2003), σπούδασε Νομική στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου υπέστη διώξεις από τo αστικό κράτος λόγω της δημοσιογραφικής του δράσης στον αντιστασιακό Τύπο του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Αφού, στο μεταξύ, εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής για τον Δημοκρατικό Στρατό, ο Γεωργίου έφτασε, μέσω Πράγας, στο Ανατολικό Βερολίνο το 1948/49. Εκεί ανέλαβε τον ρόλο συνδέσμου μεταξύ του ΚΚΕ και του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, SED). Συνόδευε, μεταξύ άλλων, τους εκπροσώπους της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας κατά την επίσκεψή τους στη Σοβιετική ζώνη και συμμετείχε ενεργά στην, οργανωμένη από τον Πέτρο Κόκκαλη (1896-1962), μεταφορά ανηλίκων προσφύγων του εμφυλίου στο Ράντεμποιλ της Σαξονίας. Συγχρόνως, ανέπτυξε έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα για τη Γερμανική Υπηρεσία Ειδήσεων (Allgemeiner Deutscher Nachrichtendienst, ADN) της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ εργάστηκε και ως ξένος ανταποκριτής για τον Ριζοσπάστη. Στο Βερολίνο γνώρισε και τη συντρόφισσα στη ζωή του, Γκέρντρουντ, μέλος του ΚΚ (Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος), με την οποία απόκτησε τρία παιδιά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας δούλεψε για ένα διάστημα στην εφημερίδα «Ελεύθερη Πατρίδα» στο Λονδίνο ως αρχισυντάκτης, με διευθυντή τον κομμουνιστή δημοσιογράφο και συγγραφέα Τάκη Αδάμο. Ο σύντροφος Θανάσης πάλεψε από το μετερίζι του δημοσιογράφου για τη διατήρηση των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών του Κόμματος, για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Υπήρξε ακούραστος, οξυδερκής και πάντα στρατευμένος στην πάλη για τη νίκη του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Στους αναγνώστες του «Ριζοσπάστη», με τη συμβολή του για δεκαετίες ως ανταποκριτής της εφημερίδας στη Γερμανία, έμεινε γνωστός με το ψευδώνυμο «Θανάσης Βόρειος».

Εκτός από τα παραπάνω, ο Γεωργίου συμμετείχε και σε διάφορα έργα βασισμένα σε βιβλία, όπως στο Hellas ohne Götter (Ελλάδα χωρίς Θεούς, 1959) του σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ Καρλ Γκας (1917–2009) και το Griechenland (Ελλάδα). Συμμετείχε, επίσης, και στο έργο Land und Leute (Χώρα και Άνθρωποι, 1958) του φίλου του, Δημήτρη Χατζή, στου οποίου την ανθολογία Antigone lebt (Η Αντιγόνη ζει, 1960) συνέβαλε με μεταφράσεις. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε στενά με τον εκδοτικό οίκο Volk und Welt, μέσω του οποίου κυκλοφόρησε και η ανθολογία αυτή, ως κριτικός και μεταφραστής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σε αυτόν τον εκδοτικό οίκο δημοσιεύθηκαν μεταφράσεις έργων, όπως Το τέλος της μικρής μας πόλης (Das zerstörte Idyll, 1965) του Δημήτρη Χατζή, Οι ρίζες του κόσμου (Die Wurzeln der Welt, 1975) του Γιάννη Ρίτσου, καθώς και έργων του Κώστα Βάρναλη, όπως Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (Die wahre Apologie des Socrates, 1965) και Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (Das Tagebuch der Penelope, 1975).

Εργάστηκε, ακόμα, ως μεταφραστής από τα γερμανικά στα ελληνικά. Στο πλαίσιο αυτό, συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στην ελληνική μετάφραση του έργου Aus meinem Leben [Από τη ζωή μου, 1985] του Έριχ Χόνεκερ, την οποία, μάλιστα, ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου τίμησε με πρόλογο. Οι εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή του ΚΚΕ δημοσίευσαν μεταφράσεις έργων, όπως το  Griechenland unter dem Hakenkreuz [Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό, 1991] του Μάρτιν Ζέκεντορφ και Die Königin von Zypern [Η βασίλισσα της Κύπρου, 1996 ] του Χάινριχ Μαν.

Αν και ο ίδιος έκρινε το τέλος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ως «αντεπανάσταση», o Γεωργίου παρέμεινε στη «δεύτερη πατρίδα» του και μετά το 1989 (Georgiou, 2009, 62f.), όπου και πέθανε το 2014 σε ηλικία 100 ετών.

 

 


30 Μαρτίου 2024

Αφιέρωμα στην κομουνίστρια ποιήτρια Lila Ripoll

Ο δίκαιος και ανυποχώρητος αγώνας του κομμουνιστή ήρωα Νίκου Μπελογιάννη, η αλύγιστη στάση του μέσα στα δικαστήρια του αστικού κράτους και απέναντι στις θανατικές καταδίκες μέχρι και την εκτέλεσή του μαζί με τους συντρόφους του στις 30 Μάρτη του 1952, ενέπνευσαν ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας τον Μπελογιάννη παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Με αφορμή τη σημερινή συμπλήρωση 72 χρόνων από την εκτέλεση του _καθώς και των συντρόφων του, δημοσιεύουμε το ποίημα που έγραψε για αυτόν η σημαντική μούσα της Βραζιλίας, Λίλα Ριπόλ.

Μπαλάντα
της Λίλα Ριπόλ*

Εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη.
Τον Μπελογιάννη εκτελέσαν.

Ακουμπήσαν το κορμί του
που τόσες μάχες έδωσε
στον σκούρο πέτρινο μαντρότοιχο

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.
Το πρόσωπό του ξάσπρισε,
αλλά τίποτα δεν το άλλαξε.

Δεν του έκλεισαν τα μάτια,

ολόρθο το κορμί του έστεκε.

Προχωρούσε η αυγή,
όμως σκιές κυκλώναν τη γη.

Συνέβαινε το έγκλημα,
που κανείς δεν ήξερε ούτε φανταζόταν.

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.
Οι δήμιοί του δείλιασαν,
σφίγγοντας τα όπλα στα χέρια τους.

Να κοιτάξει κατάματα το πρόσωπό του,
το πρόσωπο που ξάσπρισε,
αλλά τίποτα δεν το άλλαξε
ποιος μπορούσε, ποιος τολμούσε;

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.

Έσβησαν τα αστέρια.

Μόλις αχνοφαίνονταν η αυγή.

Τ’ ανοιξιάτικο αγέρι,
έστειλε έναν αναστεναγμό στον μαντρότοιχο.
Ο Μπελογιάννης, αδάμαστος,
ξεκινά ένδοξο τραγούδι,
αψηφώντας τον θάνατο για τα ιδανικά του.

«Σύντροφοι! Σύντροφοι,
το Κόμμα μας δεν πεθαίνει
…»
Έτσι έσβησε η ηρωική φωνή του.

Οι λέξεις του, άνθη,
που τα σκόρπισε το αγέρι.

Συνέβαινε το έγκλημα,
που κανείς δεν ήξερε ούτε φανταζόταν.

Το ηρωικό του αίμα
έβαψε τον σκούρο πέτρινο μαντρότοιχο
Το όνομά του, του Κομμουνιστή,
ολόκληρος ο Κόσμος το κράτησε.

Ήταν παγωμένη εκείνη η άνοιξη,
Που χάθηκε το κορμί του.

Μπελογιάννη! Μπελογιάννη!

Θα ‘ρθει ξανά η Άνοιξη
Ο λαός κρατά τ’ όνομά σου!
Τις λέξεις σου,
που σκόρπισε τ’ αγέρι
Ο ανοιξιάτικος άνεμος
τις έσπειρε στη Γη.

Η Lila Ripoll (Quaraí, 12-Αυγ-1905 _ Porto Alegre, 7- Φεβ-1967) ήταν Βραζιλιάνα κομμουνίστρια ποιήτρια και πιανίστρια. Καταλανικής καταγωγής, το 1927, σε ηλικία είκοσι δύο ετών, η Λίλα άφησε την πατρίδα της και μετακόμισε στο Πόρτο Αλέγκρε για να σπουδάσει πιάνο στο Ωδείο Μουσικής, στο τότε Instituto Livre de Belas Artes. Ως φοιτήτρια, δημοσίευσε ποιήματα στο Revista Universitária (πανεπιστημιακή εφημερίδα). Το 1930 έγινε δασκάλα τραγουδιού και ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ήρθε κοντά με συγγραφείς και διανοούμενους από το Ρίο Γκράντε ντο Σουλ όπως οι Reinaldo Moura, Manuelito de Ornelas, Dyonélio Machado, Carlos Reverbel και Cyro Martins, οι οποίοι αποτελούν τη λεγόμενη Γενιά των 30.
Το 1934, με τη δολοφονία του ξαδέλφου της Waldemar Ripoll, δημοσιογράφου και μέλους του ποοδευτικού Κόμματος Libertador, κατόπιν εντολής σκοτεινών κύκλων η Lila Ripoll αποφάσισε να συμμετάσχει στον πολιτικό αγώνα και στην κομμουνιστική υπόθεση. Συμμετείχε στο Μέτωπο Διανοούμενων του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας (PCB) και στην Ένωση Εργατών Μετάλλου, επικεφαλής του πολιτιστικού τμήματος του.
Το 1938, η Ripoll έκανε το ντεμπούτο της βιβλίο, De Mãos Postas _με σταυρωμένα χέρια, το οποίο έτυχε θετικής υποδοχής από τους κριτικούς. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε το το Céu Vazio _ Άδειος ουρανός, που τιμήθηκε με το το βραβείου Olavo Bilac, από την Ακαδημία Γραμμάτων της Βραζιλίας. Το 1944, η Λίλα παντρεύτηκε τον Alfredo Luís Guedes, επίσης πολιτικό μαχητή. Με τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, τον επόμενο χρόνο, άρχισε να αγωνίζεται πιο ενεργά για τα αιτήματα των εργαζομένων και, ταυτόχρονα, δημοσίευσε κείμενα στο περιοδικό A Província de São Pedro _ Η επαρχία του Αγίου Πέτρου και συνεργαστηκε επίσης με το πορτογαλο-βραζιλιάνικο περιοδικό Atlântico.

Το 1949, έχασε τον άνδρα της, αλλά δεν το έβαλε κάτω _συνέχισε να συμμετέχει σε πολιτικές μάχες της εποχής και σε ειρηνιστικές εκστρατείες. Ήταν και υποψήφια βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1950. Το 1951, συνεργάστηκε με το περιοδικό Horizonte, δημοσιεύοντας ποιητές της Λατινικής Αμερικής, όπως ο Pablo Neruda και η Gabriela Mistral. Την ίδια χρονιά, δημοσίευσε το βιβλίο  Novos Poemas _Νέα Ποιήματα, που τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Pablo Neruda, στην Πράγα της Τσεχοσλοβακίας. Το 1954 κυκλοφόρησε το μακροσκελές ποίημα Primeiro de Maio _Πρωτομαγιά που έχει ως θέμα του τη σφαγή κατά την Εργατική Πρωτομαγιά στην πόλη του Ρίο Γκράντε. Το 1958, το θεατρικό της έργο, Um Colar de Vidro _ Ένα γυάλινο κολιέ παρουσιάστηκε στο Theatro São Pedro.

Το 1964, λίγο μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, η Λίλα Ρίπολ συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερη λόγω της υγείας της — έπασχε από προχωρημένο στάδιο καρκίνου. Το τελευταίο της ποιητικό έργο ήταν το Águas Móveis (κινούμενα _τρεχούμενα νερά 1965). Πέθανε στο Πόρτο Αλέγκρε, σε ηλικία εξήντα ενός ετών, και η σορός του θάφτηκε από τους συμπατριώτες της στο νεκροταφείο Santa Casa de Misericórdia. Προς τιμήν της, δημιουργήθηκε το 2005 το Βραβείο ομώνυμο Ποίησης _ ανοιχτό σε όσους εκφράζονται σε θέματα κοινωνικά και φύλου

                                            Ποίηση

·       e Mãos Postas (και σταυρωμένα χέρια _1938)

·       Céu Vazio (άδειος ουρανός 1941);

·       Por quê? Γιατί; (1947)

·       Novos Poemas _Νέα Ποιήματα (1951);

·       Primeiro de Maio _Πρωτομαγιά (1954);

·       Poemas e Canções Ποιήματα και τραγούδια (1957);

·       Coração Descoberto Η αποκαλυφθείσα Καρδιά (1961);

·       Águas Móveis _Τρεχούμενα νερά (1965);

    Θέατρο

        Um Colar de Vidro _Ένα γυάλινο κολιέ (1958)

Μεταφράσεις

        Canto da Camponesa τραγούδι της αγρότισσας (1942), της Orfila Bardesio.
        Um Poeta _ο ποιητής (1951), του Nazım Hikmet
        Balada para o que Cantou no Suicídio Μπαλάντα για αυτό που τραγούδησε στο Suicide (1951), του Louis Aragon.

Δεδομένου πως η επαφή μας με το κίνημα στη Βραζιλία (εξαιτίας πιθανά και της στριφνής πορτογαλικής γλώσσας) _πολιτικά και γενικότερα (κουλτούρα κλπ) είναι περιορισμένη, δείτε καταρχήν _Ριζοσπάστης “Ο Λούλα επανέρχεται στο τιμόνι της καπιταλιστικής διαχείρισης” προχωράμε με ένα αφιέρωμα, στη ζωή και το έργο της κομμουνίστριας _διεθνίστριας, που χάθηκε πρόωρα (Quaraí, 12-Αυγ-1905 _ Porto Alegre, 7- Φεβ-1967) _

                                 Πορτρέτο (χλευαστική αυτοπαρουσίαση)

Φτάνω στον καθρέφτη. Κοιτάζω το πρόσωπό μου.
Πορτρέτο ενός κοριτσιού χωρίς ομορφιά.
Δύο μεγάλα λυπημένα μάτια σαν τον Αύγουστο,
κοιτάζοντας τα πάντα με λύπη!

Μικρό οβάλ πρόσωπο. κλειστά χείλη
για να μην αποκαλύψω το μυστικό μου...
Εμφάνιση μαλλιών, χωρίς φροντίδα,
Μερικές άσπρες κλωστές που έφτασαν νωρίς.
Το μακρύ ανοιχτό μέτωπο, στοχαστικό.
Στη μέση μια γραμμή, ελαφριά, κάθετη,
υποδηλώνοντας μια πολύ ζωντανή ιδέα
και οι σοβαρές σκέψεις: — κακό να μ΄εύρει!...

Το σώμα πολύ λεπτό και κοκκαλιάρικο.
—Επτά _σχεδόν πιθαμές ψηλή, σίγουρα. —
Φάτσα αγορίστικη
παρά την ηλικία, έχουμε μείνει στην αβεβαιότητα!

σσ. palmos στα πορτογαλέζικα _”παλάμη” είναι παλιά μονάδα ανθρωπομετρικού μήκους_ύψους: η μέτρηση μεταξύ του άκρου του αντίχειρα και του άκρου του μικρού δακτύλου με το χέρι σε έκταση. Στην Ισπανία τυποποιήθηκε στα 20.873 εκατοστά. στη Νάπολη, στα 26.367 εκ. άρα το ύψος της ήταν 1,46 ίσως και λίγο παραπάνω

Και τίποτα άλλο. Η ψυχή; Κανείς δεν την βλέπει.
Η καρδιά; Αουτσάιντερ! είναι πολύ άρρωστη!!
Δεν αγαπά, αλλά μην την μισήσεις. Δεν πιστεύει κιόλας; Και ζει αγνοώντας τα πάντα, αδιάφορη;

Το πορτρέτο μου. Εδώ είναι: το ίδιο.
Ο καθρέφτης είναι φίλος μου. Ποτέ δε λέει ψέματα.
Στο δωμάτιό μου, είναι το πιο παλιό έπιπλο.
Και ξέρετε πόσο καιρό είμαι σε δυσπιστία! ...

Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο De Mãos Postas (με σταυρωμένα χέρια _1938) _Ripoll Lila. Δύσκολο νησί: ποιητική ανθολογία _επιλογές και παρουσίαση Maria da Glória Bordini (σσ. πανεπιστημιακός γεννημένη το 1945). Porto Alegre: εκδ da Universidade/UFRGS, 1987 _Η ποίηση της Lila Ripoll ήταν μια μαρτυρία των αντιφάσεων της εποχής της _Πηγή: Περιοδικό Princípios nº 30 Aug-Oct 1993 σελίδες 32 έως 37

"Το κακό δεν είναι να μιλάς για τη θλίψη ή την αγωνία. Το κακό δεν είναι να βρίσκεις διέξοδο από την απόγνωση" — αυτά τα λόγια, της ποιήτριας Λίλα Ρίπολ, είναι εξαιρετικά επίκαιρα σήμερα, όταν πολλοί μπερδεύουν την καλλιτεχνική έκφραση με την απαξίωση στην αναζήτηση λύσεεων στα ανθρώπινα προβλήματα.

Χωρίς την εύκολη ρητορική εκείνων που, στολίζοντας τα γραπτά τους με κόκκινες σημαίες, νομίζουν ότι τραγουδούν την επανάσταση, η ποίηση της Gaúcha de Quarai _Lila Ripoll ήταν πάντα μια σφοδρή μαρτυρία —ακατανόητη, όπως είπε ο κριτικός Walmir Ayala— των αντιφάσεων της εποχής της. «Ο ποιητής είναι πρώτα απ' όλα άνθρωπος», είπε σε μια περίσταση, σχολιάζοντας τη φαινομενική αντίθεση μεταξύ λυρικής και πολιτικής ποίησης. «Δεν τα διαχωρίζω από τη ζωή, ούτε από την ευθύνη που αναλαμβάνω, ως άτομο, απέναντι στην κοινωνία», κατέληξε, ορίζοντας μια πρωτοποριακή πλευρά πρόγραμμα για την ποίηση: την έκφραση της «ζωής γενικά», με τον πολύπλευρο πλούτο της. Που απορρίπτει αυτή την ανοησία που είναι η αναζήτηση της ομορφιάς για χάρη της ομορφιάς, στόχος όσων βλέπουν την τέχνη ως απλώς διασκεδαστική, διακοσμητική, ανίκανη να την κατανοήσουν ως ουσιαστική και αναντικατάστατη έκφραση της ζωής του ανθρώπου και μορφή γνώσης που αναφέρεται σε πτυχές της πραγματικότητας που ξεφεύγουν από την επιστημονική συστηματοποίηση, χωρίς ωστόσο να αποτυγχάνουν να εντυπωσιάσουν την ανθρώπινη ευαισθησία. «Υπάρχει ζωή / Εδώ είναι το όνειρο», έγραψε στο ποίημα Contradição _ Αντίφαση, δίνοντας έναν υπαινιγμό αυτής της πλούσιας και αντιφατικής μορφής γνώσης που είναι εκείνη η ποίηση, της οποίας ήταν απολύτως κυρίαρχη.

Μετά το 1964, η Λίλα Ρίπολ κυνηγήθηκε άγρια από τα αστικό κράτος, εμπλεκόμενη στα πλοκάμια της στρατιωτικής αστυνομίας και πέθανε το 1967, αλλά και μετά τον θάνατό της, συνέχισαν να χτυπούν οι ίδιοι βασανιστές. Σε κάθε επέτειο του θανάτου της, δεν μπορούμε παρά να φέρουμε στη μνήμη μας τις σελίδες του A Classe Operária _η εργατική τάξη, που διακινήθηκε στην παρανομία ή  το γεγονός ότι τα περισσότερα αντίτυπα ποιμάτων της, χαρακτηριστικό εκείνων των άγριων χρόνων, είχαν  σκισμένες σελίδες. Μελετώντας αυτό το υλικό, καθώς και όσα είχε ήδη, και κάποια αποκόμματα εφημερίδων, ο Clóvis Moura (σσ. Βραζιλιάνος κοινωνιολόγος, δημοσιογράφος, ιστορικός και συγγραφέας) άρχισε να γράφει ένα άρθρο, αλλά διακόπηκε από πυροβολισμούς που, τις πρώτες πρωινές ώρες του Δεκεμβρίου 1976, στοίχισαν τη ζωή του Pedro Pomar και άλλων συντρόφων του. γειτονιά da Lapa, στο Σάο Πάολο (σσ. Η Chacina da Lapa ή Massacre da Lapa (16-Δεκ-1976) ήταν μια τρομοκρατική δολοφονική επιχείρηση του βραζιλιάνικου στρατού ενάντια στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ Βραζιλίας (PCdoB), όπου πέθαναν πολλοί _ανάμεσά τους και τρία μέλη της ΚΕ. Τότε _για πολλαπλή φορά, το PCdoB ήταν στην παρανομία. Για την ιστορία αυτό στάθηκε δυνατό όταν το μέλος του Κόμματος Manoel Jover Telles πιάστηκε και πρόδωσε τους συντρόφους του _μάλιστα πήρε και αδρή αμοιβή.

Αυτή η αρχή του άρθρου, ένα ντοκουμέντο από μια εποχή βαριάς παρανομίας, δημοσιεύεται για πρώτη φορά σε αυτή την έκδοση του Princípios, μαζί με δύο αχρονολόγητες επιστολές της ποιήτριας — που απευθύνονται στους συντρόφους της στο Κόμμα

Ο θάνατος της ποιήτριας Lila Ripoll πέρασε σχεδόν απαρατήρητος στις ειδήσεις των εφημερίδων και των περιοδικών. Στο Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, όπου είχε μετακομίσει μετά από μια παραμονή στη Γκουαναμπάρα σε μια προσπάθεια να θεραπευτεί, η Λίλα πέθανε όπως ζούσε πάντα: συνεπής με τον εαυτό της και την ποίησή της. Μια συνοχή που την οδηγούσε συχνά σε τολμηρές ενέργειες που κανείς δεν πίστευε δυνατές σε ένα τόσο εύθραυστο πλάσμα. Όπως πάντα οι αστικές εφημερίδες, οι ίδιες που δίνουν τόσο μεγάλο έπαινο σε μεγάλα πλάνα και ασήμαντες φιγούρες, άφησαν το γεγονός να περάσει. Σίγουρα ένα σύμπτωμα αυτών των δύσκολων καιρών που ζούμε όπου η αντιστροφή των αξιών είναι σταθερή. Ήταν ποιήτρια μέχρι την τελευταία στιγμή. Λίγα λεπτά έμειναν για να μπει σε κώμα από το οποίο δεν θα συνήλθε ποτέ και υπαγόρευσε, τραυλίζοντας, με σχεδόν ανεπαίσθητη φωνή το τελευταίο της μήνυμα:

Τους ευχαριστώ όλους για όλα.
Δεν άξιζα τόσα πολλά.
Πες το στους φίλους σου
Έχω αυτή τη μοναδική λαχτάρα: να τα αφήσω όλα...

Στους φίλους μου θέλω να αγκαλιάσω
συν τους νέους που γνωρίσαμε
και στους αμέτρητους που δεν ξέρουμε
Μου λείπετε πολύ.

Ήταν 5 Φεβρουαρίου 1967, έσβηνε και είναι σαφές ότι ένα μήνυμα σαν αυτό που μεταγράφουμε δεν μπορεί να αναλυθεί μέσα από απλούς δοκιμαστικούς σωλήνες αισθητικής, αλλά πρέπει να γίνει αισθητό ως ντοκουμέντο ανθρώπινης θαλπωρής, μαχητικής αδερφοσύνης, διεθνισμού, αξιοπρέπειας, τελικά. Λίγο πριν πεθάνει, η Lila Ripoll πάλευε ενάντια σε πολλά αστικά φόρουμ ενάντια στους αγωνιστές διανοούμενους χωρίς ποτέ να πτοηθεί ή να αποδυναμωθεί.
                                       ★

Με την αρρώστια μέσα της που θα την οδηγούσε στον τάφο, αλλά ακόμα κι έτσι, οι γενναίοι στρατιώτες του χριστιανικού πολιτισμού δεν το έβαλαν κάτω ανακρίνοντάς την. Υπήρχαν και άλλα: όταν μια ομάδα διανοουμένων από το Ρίο Γκράντε ντο Σουλ αποφάσισε να της αποτίσει φόρο τιμής —όλοι γνώριζαν ότι θα ήταν ο τελευταίος φόρος κατά τη διάρκεια της ζωής της— αλλά εμποδίστηκαν με ντου από την πολιτική αστυνομία. Αυτή η εύθραυστη γυναίκα, ικανή να θέσει σε κίνδυνο τους θεσμούς, είχε μόνο την αξιοπρέπεια και την ποίησή της ως όπλα.

Και ποια ήταν η ποίησή της; Ένα όργανο βασισμένο σε TNT, ικανό να τινάξει στρατώνες από τον αέρα; Και ναι και όχι και το αντίθετο. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι ακριβώς η ηρεμία της. Ηρεμία που πηγάζει από την εμπιστοσύνη. Ας θυμηθούμε τη Λίλα Ρίπολ μέσα από την ποίησή της, εκείνη την ίδια ποίηση που ήταν τρομακτικά δυναμική...  Ένα από τα χαρακτηριστικά της είναι η φινέτσα και η ισορροπία της. Σε όλη την ποιητική της καριέρα, η Λίλα εξελίχθηκε χωρίς να αποδεχτεί μια σειρά από ρεύματα που εμφανίστηκαν και εξαφανίστηκαν. Εκείνη, σίγουρη στα αιώνια νερά του μεγάλου ποιητικού ποταμού, έδωσε σταγόνα ομορφιάς μέσα στο σχέδιο που διάλεξε. Η τραγουδισμένη ποίηση, με έναν ασυνήθιστο λυρισμό, έφερε τέτοια πράγματα στο τραγούδι μας:

Η μοναξιά παίζει ένα παιχνίδι κρυφτού μαζί μου.
Εξαφανίζεται για μια στιγμή και εμφανίζεται από που δεν ξέρω.
Η μοναξιά κρύβεται και επιστρέφει, συντρίβει τη ζωή, τα όνειρα, την αγάπη.
Ω! Παιχνίδι κρυφτό, κρύψτε, κρύψτε και τον πόνο.

Η ποίησή της κατεξοχήν μουσική: Δεν ξέρω αν οφειλόταν στο ότι η Lila Ripoll είχε μεγάλη μουσική κουλτούρα —έτοιμη για καλλιτέχνης συναυλιών, αφήνοντας αργότερα την καριέρα της για προσωπικούς λόγους— το σίγουρο είναι ότι οι στίχοι της είναι πάντα απαλοί και μουσικοί. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι ο θεματικός της πλούτος.

Η Lila Ripoll, την ίδια εποχή που έγραφε στίχους λυρισμού και μοναξιάς, έγραψε στίχους για σπουδαία θέματα της εποχής μας. Η καρδιά της έκαιγε για τα μεγάλα θέματα. Είναι αλήθεια ότι, όπως παραδέχτηκε και η ίδια, η ποίησή της πάνω σε αυτά τα συχνά δεν έφτανε στο επίπεδο που επιθυμούσε. Ίσως υπερβολική απαιτητικότητα από την ίδια; Ίσως προσωπική αδυναμία _Είπε:

Μην βλέπεις,
που ο χρόνος μου σκλήρυνε το καρδιά.
Είμαι ποιητής. Υποχρεωτικό είναι το όνειρο για μένα.
Δώσε μου το δικαίωμα να ονειρεύομαι.

Ο ορίζοντας της είδε τα χέρια να της απλώνουν στον κόσμο όλο, στους λαούς. Μα τι χέρια ήταν αυτά; Να σφίξει όλα τα χέρια; Η Λίλα δεν σκέφτηκε, ότι όσοι δεν δίνουν στον ποιητή το δικαίωμα να ονειρεύεται δεν έχουν δικαίωμα να του σφίξουν το χέρι.


Αγαπητοί φίλοι και φίλες:
Εδώ λοιπόν βρίσκομαι αντιμέτωπη με τους κακούς ανέμους και με την υγεία μου αρκετά κλονισμένη, αλλά πάντα με την ίδια στάση απέναντι στη ζωή και τα γεγονότα. Θα πω περισσότερα: αν κάτι μπορεί ακόμα να με κάνει να δονούμαι, είναι η ελπίδα να παρακολουθήσω και, κατά κάποιο τρόπο, να συμμετάσχω στη μεγάλη παράσταση.
Μου λείπει όλο και περισσότερο η συνύπαρξή μας. Μια λαχτάρα που μερικές φορές με κάνει να νιώθω άδικη με άλλους φίλους και συντρόφους, τόσο συχνές είναι οι αναμνήσεις που ξυπνάω.
Και εσύ; Ευτυχισμένη; Βλέποντας καθαρά το μέλλον και επομένως αναμένοντας προβλήματα και βιώνοντας μια οικεία χαρά που λίγοι μπορούν να καταλάβουν; Ξέρω ότι έτσι είναι και ο θαυμασμός μου «μεγαλώνει» με τη φιλία μας. Φιλιά πολλά σε όλους και όλες.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες:
Είχα στιγμές πραγματικής ευτυχίας, διαβάζοντας το φιλικό σου γράμμα. Γράμμα γεμάτο όμορφα, γενναιόδωρα λόγια, γεμάτα υγιή και αδελφική ενθάρρυνση. Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή για όσους —όπως εγώ— πέρασαν μια δύσκολη χρονιά, με συνεχείς ανησυχίες για την υγεία, πέρα
​​από τις άλλες κοινές σε όλους μας.
Το μόνο που μπορώ να πω στους φίλους μου είναι ότι συνεχίζω με τα ίδια όνειρα και την ίδια διάθεση για συνεργασία, ώστε κάποτε να γίνουν η πραγματικότητα που επιθυμούμε.
Κάνω ένα διάλειμμα από τη λογοτεχνική δουλειά. Αυτό συμβαίνει γιατί έγραψα πάρα πολλά τον τελευταίο μήνα. Με έπιασε ηπατίτιδα, αποτέλεσμα της μετάγγισης αίματος, στη χειρουργική μου επέμβαση. Άλλες 45 ημέρες ανάπαυσης, μετά απόλυτα — υποχρεωτικό κρεβάτι. Αποτέλεσμα: 33 νέα ποιήματα. Ένα νέο βιβλίο ποίησης. Τώρα, μια κάποια κούραση. Ένα προσωρινό κενό. Ένα απαραίτητο διάλειμμα.

Χάρηκα με την είδηση ότι τα ποιήματά μου εκτιμήθηκαν από εσάς. Θα βάλω τα δυνατά μου για να συνεχιστεί ο ενθουσιασμός που παρακίνησε την εμφάνισή τους.
Τα νέα εδώ θα μεταδοθούν ζωντανά από την Τερέζα μας, που περνάει τη μέρα μαζί μου σήμερα. Όλοι προχωρούν, αν και χωρίς τα αποτελέσματα που θα θέλαμε να πετύχουμε. Οι διανοούμενοί μας, ακολουθώντας τα παραδείγματα εκεί, ωριμάζουν λίγο περισσότερο. Και αναδύονται νέα στοιχεία, με νέα νοοτροπία και κάποια αξιόλογη διάθεση για αγώνα.

Φιλιά για μένα σε όλους τους φίλους που μου έστειλαν τις αναμνήσεις τους και σε άλλους που δεν είχαν την ίδια ευκαιρία. Ελπίζω να κερδίσω τη μάχη με τη ζωή, αλλά ακόμα κι αν όχι ονειρεύομαι να σας μιλήσω, μακροχρόνια και αδερφικά.

Στοργική αγκαλιά \
Δύο Λυρικές Στιγμές

   Εγώ
Μια νύχτα θα περπατήσουμε κάτω από το φεγγάρι
περιτριγυρισμένοι από συναίσθημα.
Από κάθε αστέρι, μια αχνή λάμψη
θα κατέβει στη γη.

Τα χείλη σου θα είναι βαριά από τη σιωπή,
γιατί οι λέξεις θα είναι κλειστές στην καρδιά σου.

Δίπλα σου, διορατική και πικρή,
Θα πατήσω τις πέτρες και τα λουλούδια.
Η σιωπή θα είναι υποχρεωτική ανάμεσά μας
και χωρίς να χρειάζονται ορισμοί.

Στον καθρέφτη του προσώπου σου,
θα αντανακλώνται διατεταγμένες σκέψεις.
Η ησυχία του ουρανού και η ησυχία των πουλιών
θα βοηθήσει τον σιωπηλό διάλογο.

Τα πόδια μας θα μας πάνε όπου θέλουν,
γιατί θα επιπλέουμε ανάμεσα στα σύννεφα,
καμία αίσθηση χρόνου ή τόπου.

Όλα μέσα μας θα προοιωνίζουν
τον αναπόφευκτο αποχαιρετισμό.

Το δικό μου και το χέρι σου θα συναντηθούν
ξαφνικά σιωπηλά.
Και τα λόγια θα είναι περιττά,
η λάμψη των αστεριών,
και τα λουλούδια που δείχνουν τα πέταλά τους που γεννήθηκαν.

II
Ξέρω ότι είναι άνοιξη,
οι ροδακινιές είναι ανθισμένες
και τα μονοπάτια είναι καθαρά στο φως του φεγγαριού.

Ξέρω ότι η αγάπη είναι σύντομη,
τα λουλούδια ξεθωριάζουν
και οι ώρες δεν περνούν ποτέ ξανά.

Ξέρω ότι το χαμένο τραγούδι δεν θα επιστρέψει,
ότι η ποίηση είναι μια στιγμή,
σαν την αγάπη.

Αλλά μην του ζητήσετε να τραγουδήσει αυτή τη στιγμή,
που κρατά τα μάτια μου στα λουλούδια
και νιώσε τη φρεσκάδα του.

Ξέρω ότι αυτή η στιγμή δεν θα έρθει ποτέ ξανά,
με αυτόν τον ίδιο ουρανό,
με αυτό το μπλε,
και τα λόγια που ζωγράφισαν τα χείλη σου.

Ξέρω ότι η ροή της ζωής είναι αδιάκοπη,
Ξέρω ότι η αγάπη φθείρεται με τον καιρό:
Όλοι ξέρουν ότι τους άρεσε!
Αλλά υπάρχει μια σοβαρή σκέψη μέσα μου
που με απομακρύνει από σένα.

Σε δύσκολο νησί έφτασες φίλε μου!
Αφήστε τον χρόνο να κυλά,
σχετικά με μένα!

Αντίφαση

Υπάρχει ζωή.
Εδώ το όνειρο.
Είμαι χαμένη ανάμεσα στα δύο.
Ξεσκίζω τον εαυτό μου και συνενώνομαι ξανά.

Κλείσε λοιπόν την αγκαλιά,
κι ας είναι η αγάπη μακριά.
Ο χώρος είναι τόσο μικρός.
Η κραυγή μου είναι τόσο χαμένη!

Σειρά

Μη μου μιλάς για θλίψη
την ξέρω από καρδιάς.
Πες μου για τη χαρά,
που έχει καλύτερη γεύση.

Της λύπης — το καρδιά μου
πέρασε χρόνια κλαίγοντας.
Σε μια πορεία θλίψεων,
Κανείς δεν μπορεί να με διδάξει.

Λεκέδες

_       Εγώ
Ήταν πάντα θλίψη. Απόμακρη θλίψη, που έρχεται από ποιος ξέρει πού.
Απελπισμένες παρακλήσεις, εξορία ονειρεύομαι.
Τι ακρωτηριασμένο μεγαλείο.
Και ήταν και μοναξιά. Μυστική μοναξιά.

Απαράβατη μοναξιά μιας απελπισμένης γυναίκας.
Στον χαρούμενο και πολύχρωμο δρόμο, ήταν ένας λεκές
της άχρηστης ασυμφωνίας.

Κανείς δεν ένιωσε την τραγωδία του.
Η απουσία του γέλιου σου.
Το σχεδόν οριστικό σχήμα του προσώπου σου.
Μια μέρα έγειρα πάνω της
σαν κάποιος που κοιτάζει στον καθρέφτη.

Τα μάτια χαμογέλασαν για λίγο. Μόνο τα μάτια.
Επειδή το στόμα παρέμεινε στη θλιβερή γραμμή,
που το συνέθεσε.
Και περπατούσε αργά.

Υπερασπισμένο από τα χείλη,
που ήταν το φρούριο της σιωπής του.

II
Δεν είναι δική μου αυτή τη στιγμή. Είναι δική σας. Ποίηση.
Και δική σου αυτή η εξωπραγματική μελαγχολία
που γλιστράει από τη νύχτα, από τα αστέρια,
από τα ανοιχτά παράθυρα για να τα δεις.

Η στιγμή που φυτρώνει, δεν είναι δική μου
μιας παλιάς θλίψης.
Ούτε η σκιά που με χωρίζει στα δύο
στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ούτε καν σταυρωμένα χέρια,
όπου βρίσκονται σε μοναξιά.
Πολλαπλασιάζεις το πρόσωπό σου απόψε,
αλλά σε αναγνωρίζω:
— στο κρύο κρεβάτι, από πεταμένα φύλλα,
σε ουράνιες μορφές,
στο κορίτσι με τα μαύρα, δίπλα στα τριαντάφυλλα.

III
Έντυσαν το νεκρό κορίτσι στα μπλε
και το σκοτάδι σκέπασε τα μάτια του,
με εκείνο το σκούρο μαντίλι
πάνω από το πρόσωπο.

Ευτυχώς που ο ήλιος έσπασε τα παράθυρα
και το κασκόλ
και κατέβηκε στο ασφυκτικό του πρόσωπο.

Ποίημα

Η διαμαρτυρία είναι άχρηστη.
Άχρηστος ο ανθισμένος εκφωνητής
της άνοιξης.

Μην με βλέπεις,
που ο χρόνος μου σκλήρυνε την καρδιά.
Είμαι ποιητής. Επιτακτικός

Είναι το όνειρο για μένα.
Δώσε μου το δικαίωμα
να ονειρεύομαι _και να ονειρεύεσαι.

Θέλω να σταθώ στο παράθυρο της ζωής,
το κεφάλι στην κοιλότητα των χεριών μου,
γνωρίζοντας ότι η ελπίδα είναι άχρηστη,
αλλά στριμώχτηκε κοντά μου.
Υπάρχει!!

Το φεγγάρι ανατέλλει ψηλά, ψηλά στον ουρανό.
Αυτή τη στιγμή γεννιούνται φτερά,
βρόχοι βαρύτητας,
μυστικές στιγμές
του τρεμοπαίζουν.

Το χέρι μου δεν απλώνει.
Πεσμένα λείψανα,
σαν μαραμένη στεφάνη.
Ο ποιητής ονειρεύεται.

Η γυναίκα πετάει το τριαντάφυλλο
για τον κόσμο!

Τραγουδάω
στην Elisa Branco

Βαριές μπάρες, δύσκαμπτες και σκοτεινές,
σταματούν
και βλέπω
τα παράθυρα του σκοτεινού κελιού,
που κρύβει την Ελίζα — αυτή με το απλό όνομα,
με ξεκάθαρο λευκό όνομα,
αυτήν με καθαρή ψυχή.

Περνούν στρατιώτες,
στρατιώτες επιστρέφουν,
και τα γλυκά μάτια του κρατούμενου
είναι καθαρά νερά που δεν θολώνουν.

Βαριές μπάρες,
άκαμπτες και σκοτεινές,
ακίνητες και προφίλ
σαν στρατιώτες
δίπλα στα παράθυρα.

Ελίζα Μπράνκο
— στο σκοτεινό κελί —
περιβάλλεται από σκέψεις
καθαρό και καθαρό όπως το όνομά της.

Τι αξία έχουν οι μπάρες στα παράθυρα;
και όσοι στρατιώτες περνούν, περνούν;
και οι σκοτεινοί ήχοι
αυτό το σημάδι,
τα σκληρά βήματα των φρουρών;

Η Ελίζα Μπράνκο
χαμογελάει και περιμένει.

Δεν αισθάνεται το βάρος των σκοτεινών ράβδων,
ούτε ακούσει την πορεία των σκληρών βημάτων,
εκείνη τη μέρα και τη νύχτα,
τις νύχτες και μέρες,
που περνού και περνούν …
δίπλα στα παράθυρα του σκοτεινού κελιού.
Η Ελίζα Μπράνκο είναι πιστή  και περιμένει —

Απλή Ελίζα,
με ξεκάθαρο όνομα,
με λευκό όνομα,
με καθαρή ψυχή.

Δυο παραλλαγές στο ίδιο θέμα

Εγώ...
Είμαι μόνη και τα χέρια μου άδεια.
Αλλά τα μάτια μου δεν κλαίνε
και το τραγούδι μου είναι της ελπίδας.

Η γη είναι κεντημένη με έντομα και λουλούδια
και ο άνεμος είναι ένα παραπέτασμα αρώματος.
Σε κάποια γωνιά της γης
περπάτησε το βήμα σου,
κάτω από τα ψηλά αστέρια που λάμπουν.

Το τολμηρό και μακρύ βήμα σου στους δρόμους,
μετατρέποντας τις σκέψεις σας σε πράξη.
Λατρεύω τη νύχτα που φεύγει,
και τη γη και τους ανθρώπους,
και το μονοπάτι που άνοιξες μπροστά μου.

Είμαι μόνη και τα χέρια μου άδεια.
Αλλά τα μάτια μου δεν κλαίνε
και το τραγούδι μου είναι της ελπίδας.

II
Τα λόγια που πέφτουν από τα χείλη μου
— σαν παράξενα φρούτα — σήμερα το απόγευμα,
Πότε τα έγραψα;
Γιατί έγραψα;

Και τι μάτια έπεσαν πάνω τους;
«Τα σύννεφα, αυτός ο ήλιος, αυτά τα παιδιά,
που θα σταματήσουν;
σε ποια διεύθυνση;
Ποιος διοικεί αυτό το απελπισμένο πλοίο;»

Πότε έγραψα;
Γιατί έγραψα;

Και τώρα, γιατί ο κόσμος είναι πιο όμορφος;
και τα λουλούδια, ο ήλιος;
άνθρωποι και σύννεφα…
και τα πλοία ταξιδεύουν γεμάτα σιγουριά…

Ποιος φύτεψε αυτή τη χαρά στο απαλλαγή μου;
Ποιος με έμαθε να κοιτάζω και να καταλαβαίνω;
Που άλλαξε το νόημα των στίχων μου
και έδωσε σιγουριά στα βήματά μου,
και έδωσε φως στα μάτια μου;

Ήσουν εσύ, Κόμμα μου, ήσουν εσύ
Σου οφείλω αυτή τη συνάντηση με τη ζωή
και τη σαφή κατεύθυνση των σκέψεών μου.
Σου χρωστάω το χαμόγελο εμπιστοσύνης
που ανοίγει τα χείλη μου όταν βλέπω
τα παιδιά να περνούν από το δρόμο.

Αυτή η απλότητα με την οποία ζω,
το βλέμμα που εκτείνεται σήμερα στο μέλλον,
το καμάρι της δουλειάς και τα νέα τριαντάφυλλα,
που στην καρδιά μου ανθίζουν,
Ήταν ένα μάθημα που παίρνουμε μαζί μας.

Σε σένα οφείλω αυτή τη συνάντηση με τη ζωή,
και την αδερφοσύνη
με την οποία μοιράζεται το ψωμί στο τραπέζι μου.

σσ.
Η Elisa Branco Batista _Ελίζα Μπράνκο Μπατίστα (29 Δεκεμβρίου 1912 – 8 Ιουνίου 2001) ήταν Βραζιλιάνα κομμουνίστρια και ακτιβίστρια της ειρήνης, η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν το 1953.

Γεννήθηκε στο Μπαρέτος _στη φτωχή περιφέρεια του Σάο Πάολο από Πορτογάλο πατέρα που είχε οικοτροφείο. Παιδί, ακόμη ο πατέρας της πέθανε και η οικογένεια αναγκάστηκε να νοικιάσει τα δωμάτια του σπιτιού  σε πρόσφυγες που έφταναν από την Ευρώπη για να επιβιώσουν. Μετακόμισε στο Σάο Πάολο το 1948 όπου έμαθε ραπτική και πήρε αρχικά μέρος σε ειρηνιστικές εκστρατείες, όταν   ανακάλυψε και εντάχθηκε μαχητικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας μετά τη σύλληψη του Λουίς Κάρλος Πρέστες (σσ. Ο Luís Carlos Prestes _3-Ιαν-1898 \ 7-Μαρτ-1990) ήταν Βραζιλιάνος επαναστάτης, γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας από το 1943 έως το 1980 και γερουσιαστής _ παρατσούκλι ο Ιππότης της Ελπίδας. Επί χρόνια κυνηγημένος και φυλακισμένος)

Η Elisa Branco Batista εντάχθηκε στην Ομοσπονδία Γυναικών του Σάο Πάολο (Federação das Mulheres de São Paulo) της οποίας έγινε ένα από τα πρωτοκλασάτα στελέχη και οργάνωσε δράσεις διαμαρτυρίας κατά της αποστολής Βραζιλιάνων στρατιωτών στην Κορέα, ενώ παράλληλα, ήταν αντιπρόεδρος του Κινήματος Ειρήνης της Βραζιλίας.

Στις 7-Σεπ-1950, κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Ανεξαρτησίας της Βραζιλίας στο Vale do Anhangabaú στο Σάο Πάολο, συμμετείχε σε μια συγκέντρωση κρατώντας ένα πανό που έγραφε: "Os soldados, nossos filhos não irão para a Coréia" «Οι στρατιώτες, τα παιδιά μας δεν θα πάνε στην Κορέα») διαμαρτυρόμενη για την στήριξη της Βραζιλίας στις ΗΠΑ αναφορικά με τον πόλεμο της Κορέας. Συνελήφθη, καταδικάστηκε σε 4 χρόνια +3 μήνες φυλάκιση, την οποία πέρασε στις φυλακές Τιραδέντες. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής της, ο δικηγόρος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας κατέθεσε ένα habeas corpus, το οποίο φυσικά απορρίφθηκε. Στη φυλακή, διδάσκει στους συγκρατούμενούς της να διαβάζουν …να ράβουν και να τηρούν την υγιεινή του σώματος. Τελικά αποφυλακίζεται τον Οκτώβριο του 1951.

Το 1953, έφυγε για την Ευρώπη για να παρακολουθήσει το Συνέδριο Ειρήνης στη Μόσχα όπου έλαβε το Βραβείο Λένιν. Από το 1951 έως το 1965, ήταν μέλος του Παγκόσμιου Συμβουλίου για την Ειρήνη.
Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος της Βραζιλίας του 1964, συνελήφθη ξανά, το 1971 ξανά και ξανά και πέθανε στις 8-Ιουλ-2001, στο Σάο Πάολο, σε ηλικία 88 ετών.