Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Σεπτεμβρίου 2026

Αλέξης Πάρνης: Να θυμάσαι το Γράμμο μας, του λαού το λημέρι

Φύλαξε το πρόσωπό σου / το σωστό κι αληθινό σου /
όπως το 'φτιαξε η δική σου η εποχή
Σ' αυτούς τους στίχους, γραμμένους πολλά χρόνια αργότερα από την ταξική σύγκρουση του ΔΣΕ, συμπυκνώνεται η ουσία της πορείας του Αλέξη Πάρνη, που διαμορφώθηκε με αντιφάσεις σε δεκαετίες θύελλας και σκληρών δοκιμασιών.
Ο Αλέξης Πάρνης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Σωτήρη Λεωνιδάκη) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1924. Η τριπλή φασιστική κατοχή τον βρήκε μαθητή Γυμνασίου. Μαζί με τον πατέρα του έκρυψε μια οικογένεια Εβραίων και στη συνέχεια εντάχθηκε στην ΕΑΜική Αντίσταση και στο ΚΚΕ.
Στη διάρκεια της ταξικής αναμέτρησης του Δεκέμβρη του '44 πολέμησε ως καπετάνιος λόχου του εφεδρικού ΕΛΑΣ και τραυματίστηκε σοβαρά. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Ρουμπίκ (Αλβανία) και στο Μπούλκες (Γιουγκοσλαβία), μαζί με άλλους καταδιωκόμενους του αστικού κράτους. Εκεί έγραψε και τα πρώτα του θεατρικά έργα, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο "Ξερόβραχος"» που ανέβηκε στη σκηνή την άνοιξη του 1947.
                           
🔺🔺
                   Με πληροφορίες
                   από δημοσίευμα του Γιώργου Μηλιώνη,
                   μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ __
                   "Ριζοσπάστης" του Σαββατοκύριακου

Αλέξης Πάρνης           ***
Την άνοιξη του 1948 εντάχθηκε στον ΔΣΕ και ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε για εκείνον να γράφει θεατρικά έργα. Εκείνος, ωστόσο, ήθελε να καταγράφει την εποποιία των μαχών, και γι' αυτόν τον λόγο απευθύνθηκε στον ίδιο τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, και όπως αφηγείται: "Ηταν η πρώτη φορά που θα μάθαινε για την ύπαρξή μου ο τόσο πολυάσχολος εκείνη την εποχή ηγέτης. Φαίνεται ωστόσο ότι με πήρε σοβαρά και με καλό μάτι, γιατί σε λιγότερο από μια βδομάδα βρισκόμουν κιόλας στο Βίτσι. Άρχισα τη θητεία μου ως πολεμικός ανταποκριτής στη 18η Ταξιαρχία του Π. Βαϊνά που ξεκίνησε μια μεγάλη διείσδυση στα μετόπισθεν του αντίπαλου με βάση εξόρμησης το όρος Σινιάτσικο και πρώτη επιχείρηση την κατάληψη της Σιάτιστας. Από 'κει θα 'στελνα την πρώτη ανταπόκριση ξεκινώντας μια τακτική συνεργασία στην εφημερίδα του Γενικού Αρχηγείου και της Προσωρινής Κυβέρνησης ¨Προς τη Νίκη¨".
Εκείνη την περίοδο έγραψε και το ποίημα "Σ' έναν καινούριο σύντροφο". Γράφτηκε στο Βουνό (ίσως στα τέλη του 1948) και περιλήφθηκε στη συλλογή "Τραγούδια της Αντίστασης
" __εκδόσεις "Νέα Ελλάδα", Οκτώβρης 1951:
"Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή \ Ενας καινούριος πάτησε στο κατώφλι του κόμματος.\ Ήταν ένας πολεμιστής του Βίτσι \ Με το παράσημο της νιότης στην καρδιά \ Με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια. \ Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή. \ Ένας Επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φισεκλίκια \ Που 'χε δει το κόκκινο λάβαρο \ Ν' ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας \ Όταν η μαύρη θύελλα μάνιαζε να το κουρελιάσει \\
Ένας επίτροπος αρματωμένος με τη στερνή παραγγελιά των νεκρών μας \ Που 'χε δει την Άνοιξη \ Στο γελαστό στόμα του μελλοθάνατου Σουκατζίδη. \\
Ένας επίτροπος με τα χέρια σημαδεμένα από τις χειροπέδες της ασφάλειας \ Που 'χε είκοσι χρόνια θητεία \ Στο στράτευμα της λευτεριάς \ Άνοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια \ Έσφιξε το καινούριο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του \ και είπε:
\\ Καλώς όρισες σύντροφε! \ Εδώ που 'ρθες να 'σαι δίκαιος σαν τον ήλιο \ π' ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους. \ Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια σαν τη βαριά \ Για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες.\ Εδώ που 'ρθες πρέπει να 'χεις τα χέρια απαλά \ Για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας. \ Καλώς όρισες σύντροφε! \ Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία του κόσμου \ Όπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς \ Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης".
Το 1949 το εκδοτικό του ΔΣΕ εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων του "Είμαι μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού".
Ο Πάρνης, όμως, δεν ήταν μόνο πολεμικός ανταποκριτής. Στα έργα του, όπου το "Βουνό" κατέχει περίοπτη θέση, μας δίνει πολλές εικόνες από την καθημερινή ζωή των μαχητών του ΔΣΕ, μια από τις οποίες είναι και τα βιβλία που διάβαζαν στην ανάπαυλα των μαχών: "Ο Αληθινός Παλαμάς" μελέτη του Ν. Ζαχαριάδη, "Πώς δενότανε τ' ατσάλι" του Ν. Οστρόφσκι, "Ιστορία ενός πραγματικού ανθρώπου" του Μπ. Πολεβόι, "Η δημοσιά του Βολοκόλαμσκ" του Αλ. Μπεκ, "Ανθρωποι με καθαρή συνείδηση" του Π. Βερσιγκορά…
Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ πήρε τον δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς και εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν. Το 1951 ξεκίνησε η φοίτησή του στο Λογοτεχνικό Πανεπιστήμιο "Μαξίμ Γκόργκι" της Μόσχας και το 1955 τιμήθηκε με το Α' Βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας της Βαρσοβίας για το επικό ποίημά του "Μπελογιάννης". Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν οι Πάμπλο Νερούδα, Ναζίμ Χικμέτ, Ιόρις Ιβενς __
Joris Ivens (George Henri Anton) και Nicolás Guillén.
Και στο ποίημα αυτό υπάρχουν στροφές που αναφέρονται στην τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ.
    "Μπελογιάννης"
    Επικό ποίημα του Αλέξη Πάρνη \ απόσπασμα
    Λόγος της Μάνας
    Κυματοπαίζει το παιδί στ’ ανέμελο ακρογιάλι
    το γαλανό κι εκεί βουτά.
    Και ξάφνου βλέπεις το σγουρό κι ατίθασο κεφάλι
    να ξεπροβάλει κάπου στ’ ανοιχτά.
    Ποιος άνθρωπος να τ’ άνοιξε την ατσαλένια πύλη
    στης νέας πίστης το ιερό;
    Πότε και πού με την ψυχή σαν έτοιμο φυτίλι
    ζύγωσε της μπαρούτης το σωρό;
    Ήταν πολλοί που ανέμιζαν την κόκκινη παντιέρα
    στην πόλη μας από παλιά.
    Κάποιος τον πήρε απ’ το σχολείο που πήγαινε, μια μέρα
    για να τον πάει σ’ άλλα σχολειά.
    Θυμάμαι… Κείνη τη χρονιά τριγύρω μας τη χώρα
    την πνίξαν οι νεροποντές.
    Και πιο πολύ την έπνιγεν η δακρυσμένη μπόρα
    μες στου κοσμάκη τις ματιές.
    Κυλούσαν μαύροι χείμαρροι, σκορπίσαν τη σταφίδα
    που λιάζονταν στη γη.
    Κι αντάμα ρούχου και ψωμιού σκορπίσαν την ελπίδα
    και αφήσαν μόνο την οργή.
    Κι ό,τι απ’ το ρέμα το θολό πρόφτασαν να γλιτώσουν
    οι δόλιοι δουλευτές,
    ήρθαν να τους το πάρουνε σαν κλέφτες όσο κι όσο
    κράτος, εμπόροι δανειστές.
    Γίνανε κάστρα τα χωριά, τ’ άδικο πολεμούσαν
    μέχρι και τα μικρά παιδιά.
    Έδωσαν κείνη τη χρονιά σ’ αίμα, δάκρυ κι αγκούσα
    τη μεγαλύτερη σοδειά.
    Τ’ αγώνα πρωτοκάθεδρη πήρε φωτιά κι η πόλη
    κι απ’ την αντίπερη γραμμή,
    οι σταυρωτές γι’ απόκριση το μαύρο δώσαν βόλι
    στα στόματα που ζήταγαν ψωμί.
"__Σαν πας στην Καλαμάτα…" Πώς άλλαξε κείνη η μέρα
    και λόγια και ρυθμό.
    Αντί μαντίλι δέσανε ματόβρεχτη παντιέρα
    στου κόσμου το λαιμό.
    Φοβόμουν για τον άντρα μου κι έτρεξα με τα ρίγη
    της αγωνίας στην καρδιά.
    Ο Νίκος δε με φόβιζε – το πρωινό είχε φύγει
    να πάει σχολειό με τ’ άλλα τα παιδιά…
    Και ξάφνου τριγυρίζοντας στης πόλης την αντάρα
    τον είδα να μιλάει απ’ τα σκαλιά
    στο πλήθος… Και ν’ ακούγονται σαν κεραυνοί τα σμπάρα
    και να τον βρίζουνε του νόμου τα σκυλιά.
    Πόνεσα όπως στη γέννα του, στριγγά φώναξα: "Νίκο!"
    Κι ο κόσμος είχε γκρεμιστεί…
    Αλλά στην τρυφερή καρδιά της μάνας είπε "Σήκω"
    η μάνα του πολεμιστή,
    που πρόβαλε περήφανη στην κρίσιμη την ώρα
    για να με κάνει δυνατή.
    Με βάφτισε συντρόφισσα… Κι έτσι από δω και τώρα,
    μπήκα στ’ αγώνα το στρατί.
   
¾¾¾¾¾¾
    Λόγος του Τραγουδιστή
    Στου Κολοκοτρωναίικου Μοριά το μετερίζι
    τρυγάει τώρα ο πόλεμος κι ο θάνατος θερίζει.
    Απ’ το πρανές του Πάρνωνα στου Μαίναλου το λόγγο
    με τον παππού Ταΰγετο να ’χει τον πρώτο λόγο,
    μανιάζει η μάχη και μιλά τ’ ατσάλι με τ’ ατσάλι
    κι η μια πλευρά μ’ αντίμαχη φωτιά μιλάει στην άλλη.
    Αποσπερίτη Αρματολέ κι Αυγερινέ Ελασίτη
    μαζί χτυπάτε το Ναζί και τον ταγματαλήτη!
    Πισωπατάν οι σταυρωτές, γίναν χίλια κομμάτια
    και από τους κάμπους στα βουνά στρέφει ο λαός τα μάτια,
    να δει τη μεραρχία του, να δει το Μπελογιάννη…
    Στην Καλαμάτα λυτρωτής όπου και να ναι φτάνει.
    Κι αν ευτυχία είναι να μπεις μες στην Αμαλιάδα
    σαν γιος και λυτρωτής: __"Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα"!
    φέρνοντας με τη Λευτεριά και μια παγκόσμια ελπίδα,
    τότε θα πω: κατάματα την ευτυχία την είδα.
    Και μέσα απ’ το λαρύγγι του και την ψυχή του μέσα
    βγαίνουν κραυγές Νικηταρά, φοβέρες Παπαφλέσσα
    που σμίγουν τη μανία τους με το δικό του μένος:
   "Βάλτε φωτιά στους Γερμανούς και τους προσκυνημένους"!
    Άχαρος είναι ο πόλεμος κι έχει μόνο μια χάρη:
    Βοηθάει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.
    Φυλάχτε σαν τα μάτια σας τη Λαϊκή Εξουσία,
    έτσι θα πιάσει μοναχά ο αγώνας κι η θυσία.
    Τους ήρωες και τους μάρτυρες του τόπου το χρυσάφι
    μη τους αφήσετε παιδιά πάλι να πάνε στράφι.
    Γονάτισε όλο το χωριό κι η Ελλάδα πέρα ως πέρα
    και στο κοντάρι τ’ ουρανού κυμάτισε η παντιέρα
    της Λευτεριάς… Αντάρτικη φορώντας τώρα χλαίνη
    τον Ύμνο της τραγούδησε – αυτόν που πάντα παίρνει
    νέες στροφές μέχρι να ‘ρθει κάποιος καιρός να βάλει
    στεφάνι τη στερνή στροφή στης νίκης το κεφάλι.
Έπειτα από τη «δεξιά οπορτουνιστική στροφή» του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ και την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη, και αυτό καθόρισε τη στάση του απέναντι στο Κόμμα και οδήγησε στη διαγραφή του.
Με τον Νίκο Ζαχαριάδη συνδέθηκε με πολύχρονη φιλία, που αποτυπώθηκε και στο έργο του "Γεια χαρά, Νίκος", το οποίο περιέχει τμήμα της αλληλογραφίας του με τον Ν. Ζαχαριάδη. Το 1960 το θεατρικό έργο του "Νησί της Αφροδίτης", που ήταν αφιερωμένο στους αγώνες του κυπριακού λαού, παίχτηκε σε δεκάδες θέατρα της ΕΣΣΔ και άνοιξε τον δρόμο για τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα. Έως το τέλος της ζωής του συνέχισε να συγγράφει ποιήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα ιδιαίτερης αισθητικής αξίας.
Στα κείμενα του Αλέξη Πάρνη όσο και άλλων λογοτεχνών, δεν ήταν ξεκάθαρος ο χαρακτήρας του ΔΣΕ, ως αντανάκλαση της προβληματικής στρατηγικής του ΔΚΚ και του ΚΚΕ τότε.
Ετσι, βλέπουμε κείμενα να ταλαντεύονται ανάμεσα στον ταξικό αγώνα και στο αντιφασιστικό - εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο ενάντια στον "μοναρχοφασισμό" και στην "αμερικανοκρατία" και τη λογική της συμφιλίωσης και ομαλής μετάβασης.
Ενίοτε οι συνθήκες οδηγούν τη γραφή τους σε πιο ταξικές θέσεις. Γράφει ο Αλ. Πάρνης: "Ο αγώνας να νικήσει, ν' ανοίξουν τα εργοστάσια, να μαζευτούμε στο σπίτι μας και άλλο τι θέλω; Τα χέρια μου θα τα 'χω, αφεντικό δε θα υπάρχει να με κλέβει. Τι άλλο χρειάζεσαι για να ζήσεις μ' όλα σου τα καλά; Ετσι δεν είναι;
". Σε κάθε περίπτωση, τόνιζε ότι τα καλύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού σμιλεύτηκαν και αναδείχθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ.
"Ο μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού και γενικά ο λαϊκός αγωνιστής εκείνου του καιρού (και μόνο τους χιλιάδες εκτελεσμένους και εθελοντές μελλοθανάτους να σκεφτείς αναρριγάς) είχε ως μοναδικό κίνητρο την ηθική αμοιβή, το αίσθημα της καθαρής συνείδησης και την περηφάνια της λυτρωτικής απεξάρτησης από το καταραμένο σύνδρομο του "ραγιά" που το 'χαν εμφυτέψει τόσο βαθιά στη ρωμαίικη ψυχή και στο υπέδαφος ακόμα του υποσυνείδητου οι τέσσερεις αιώνες της Τουρκοκρατίας. Δυστυχώς για την κακιά μας μοίρα συνέχισαν να καλλιεργούν αυτό το επάρατο σύνδρομο οι Δυτικοί προστάτες, με μια νέα, πιο τελειοποιημένη δολιότητα, την επομένη κιόλας της ίδρυσης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους".
¾¾¾¾¾¾¾¾¾
Στα έργα του θα παραδεχτεί μια "ιδεολογική Οδύσσεια" μέσα στο καμίνι της εποχής, ενώ εκείνο που δεν αποδεχόταν με τίποτα ήταν το τσαλαπάτημα του φιλότιμου του "Ελληνα" από οποιονδήποτε και ο ίδιος αναλογιζόμενος την εποχή, μέσα από τη σκέψη ενός ήρωά του, έγραφε ότι "ανεξάρτητα αν θα γινόταν κάποτε ένας ιστοριογράφος της γενιάς του, θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόησή της τουλάχιστον σαν ¨διερμηνέας¨. Γι' αυτό ήταν απόλυτα βέβαιος! Οσο έπρεπε ώστε να νιώθει απόλυτα αρμόδιος για να παρατηρεί και να κρίνει... ".
Έκρινε στα έργα του και μάλιστα πολύ αυστηρά τους πάντες, μηδενός εξαιρουμένου, διατηρώντας, από την άλλη, μια επιφύλαξη μήπως ήταν πολύ άδικος στις ιδιαίτερα έντονες επικρίσεις του απέναντι στο Κόμμα και την ΕΣΣΔ. Οι αντιφάσεις στη στρατηγική του ΔΚΚ και του ΚΚΕ τότε ίσως εμπόδισαν και τον ίδιο να ερμηνεύσει υπαρκτές, ορισμένες φορές, αρνητικές καταστάσεις και προβλήματα. Στα έργα του, επίσης, είναι διάχυτη η νοσταλγία για την Ελλάδα, για την πατρίδα που τα υψηλά ιδανικά του λαού της αλλά και τις ελπίδες του στις στροφές της Ιστορίας αντιπροσωπεύει στον 20ό αιώνα ο "Γράμμος".
"Να θυμάσαι το Γράμμο μας, του λαού το λημέρι \ που κρατάει στον κόρφο του ζωντανή την ελπίδα \ και προσμένει τον άνεμο που ξανά θα σε φέρει \ για να δώσεις καινούργια φτερά στην πατρίδα.
Να θυμάσαι το χώμα του, τη φωτιά, τον αέρα \ όσα φύτεψες όνειρα και τα πότισες αίμα \ να θυμάσαι τους ήρωες που κοιμούνται εκεί πέρα \ να θυμάσαι τι σου 'λεγε το στερνό τους το βλέμμα.
Να θυμάσαι τα κάτεργα, τα κελιά, τους δεσμώτες \ την αντίπερα όχθη της ψυχής και της γης σου \ όπου τόσοι και τόσοι κυκλωμένοι στρατιώτες \ πολεμάν τα σκοτάδια και φωνάζουν "θυμήσου".
Να θυμάσαι το χτες που σε ψήλωσε τόσο \ ν' ακονίζεις του σήμερα τη μάχιμην ώρα \ ν' αρματώνεις το μέλλον, τον πιστό σύμμαχό σου \ τραγουδώντας τον ήλιο μες στη δίσεχτη μπόρα\

Ιστορικά στελέχη του ΚΚΕ στην κηδεία του
αριστερά ο Αντώνης Καλαμπόγιας της Νικαριάς
στο μέσον η Αλέκα _δεξιά ο Χαρίλαος
Και για να εξηγούμαστε: Πολύ μελάνι και χολή, τόμοι των αστικών ΜΜΕ, με “αφιερώματα” στο Κόμμα _ που “τρώει τα παιδιά του” με αναφορές στο Νίκο Ζαχαριάδη, γέννημα της ταξικής πάλης & του ΚΚΕ _δείτε σχετικά και
Νίκος Ζαχαριάδης, γέννημα της ταξικής πάλης & του ΚΚΕ     
Δείτε τα Video_ΚΚΕ & ΚΝΕ
από την εκδήλωση τιμής και μνήμης
για τον Νίκο Ζαχαριάδη
            Η Οδύσσεια των διδύμων
Ο Καστρινός, ΕΛΑΣίτης αντάρτης και μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, βρίσκεται πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, στα τέλη του 1949, και προσπαθεί να προσαρμοστεί με την οικογένειά του στις νέες συνθήκες. Γίνεται αυτόπτης μάρτυρας συνταρακτικών ιστορικών γεγονότων: Από τη σταλινική εποχή στην περίοδο του Χρουστσιόφ, την επέμβαση της σοβιετικής ηγεσίας στο ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα και την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη. Όμως, η συστράτευσή του με τον Ζαχαριάδη, οδηγεί τον Καστρινό στα γκουλάγκ, και τον φέρνει αντιμέτωπο με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Απ' τον Γράμμο μέχρι την Τασκένδη, κι απ' την Καστέλα ώς τη Μόσχα και τη Σιβηρία, ο Αλέξης Πάρνης, με βάση μνήμες και βιώματα, διασταυρώνει την ιστορία με τη μυθοπλασία, για να δώσει το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής. Αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της συγκλονιστικής εποποιίας που γράφτηκε από την Αριστερά των αντιφασιστικών αγώνων, της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής δημοκρατίας, από εκείνους που κατάφεραν, μέχρι το τέλος, να "πετούν με τα φτερά της συνείδησής τους". __Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου
Γεια χαρά, Νίκος
η αλληλογραφία μου με το Νίκο Ζαχαριάδη
"Αγαπητέ Αλέξη, Το προηγούμενο γράμμα σου που πήρα είνε 20.10. Είνε αφτό που το αρχίζεις έτσι: "Χτες με διέγραφαν απ τό κόμμα". Άλλο γράμμα σου δεν πήρα. Ώστε λείπουν τα δυο γράμματα που γράφεις ότι μούστειλες. Δεν κάνει ναργάς έτσι, γιατί, όπως αίρεις, αποτελείς το μοναδικό κάβο που κρατώ ζωντανή επαφή με τον έξω κόσμο..." (Από γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη προς τον Αλέξη Πάρνη, το Δεκέμβρη του 1956) Το Γεια χαρά - Νίκος είναι μια λυρική αυτοβιογραφία του Αλέξη Πάρνη κι έχει ως κεντρικό άξονα την αλληλογραφία του με τον καθαιρεμένο και εκτοπισμένο στο Μποροβίτσι της βόρειας Ρωσίας ηγέτη του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη. Η σχέση τους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ηθική, πολιτική και λογοτεχνική διαμόρφωση του συγγραφέα. Μέσα από την αλληλογραφία τους αναβιώνει μια συνταρακτική εποχή για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τη Σοβιετική Ένωση και το ΚΚΕ. Φωτίζονται πρόσωπα και καταστάσεις, και δίνονται νέες ερμηνείες σε γεγονότα που φάνταζαν μέχρι σήμερα ακλόνητα.
Ο ρυθμός του κόσμου
Ο ρυθμός του κόσμου είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του Αλέξη Πάρνη, που άρχισε με την Οδύσσεια των διδύμων και συνεχίστηκε με το Ο άλλος εμφύλιος. Ένα μυθιστόρημα όπου οι ήρωες αναζητούν τον πνευματικό ηθικό άθλο που θα δώσει ανθρώπινη διάσταση στο τυφλό ένστικτο της αυτοσυντήρησης. 

·       Περιεχόμενα

§    Το τίμημα της τιμής

§    Συνάντηση με την Αντιγόνη

§   "Λάζαρος"

§  "Φύλαξε το πρόσωπό σου"

§   Obligatio in solidum

§   Το ράγισμα του ονείρου

§   Συμπόσιο

§   Ο χρόνος και το υφάδι του

§  "Θερμοπύλες"

§   Ο λαβωμένος Απρίλης

§   Η μοίρα του Προμηθέα

§   Το πνεύμα της ομοψυχίας

§  "Επέσατε θύματα"

§  "Εδώ Πολυτεχνείο"

§   Νοσταλγία

§   Ο κλαυσίγελος της Ιστορίας

§   Χαρισάμενες μέρες

§   Τα παιδιά του Παρθενώνα

§   Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός

§   Σεισμική ακολουθία

§   Οικογενειακό εμβατήριο

§   Βιογραφικό & Εργογραφία Αλέξη Πάρνη

              Ο άλλος εμφύλιος
Ο Γιάννης Δερβένης, που πολέμησε στον Εμφύλιο με τον κυβερνητικό στρατό, φεύγει το 1951 για την Αμερική, για να ασχοληθεί με το μεγάλο πάθος του, τον κινηματογράφο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε ήδη απαθανατίσει κάποια σημαντικά γεγονότα, όπως την ανατίναξη του κτηρίου της φιλοχιτλερικής οργάνωσης ΕΣΠΟ απ' την πατριωτική οργάνωση ΠΕΑΝ. Το γεγονός αυτό γίνεται αφορμή της γνωριμίας του στις ΗΠΑ με τον σημαντικό ομογενή Σπύρο Σκούρα, αφεντικό της "Τουέντιθ Σέντσουρι Φοξ", που φιλοδοξεί να κάνει μια ταινία για το πρώτο μεγάλο αντιστασιακό σαμποτάζ στην κατεχόμενη Ευρώπη. Στην προσπάθειά του αυτή, θέλει να αναλάβει το σενάριο ο ίδιος ο Δερβένης και να εντάξει στην ταινία τα αυθεντικά φιλμ της ανατίναξης. Τότε ο Δερβένης βρίσκεται μπροστά στη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Αρχίζει η γνωριμία του με την αμερικανική πραγματικότητα, η επαφή του με τον απόδημο Ελληνισμό και τους καημούς του, αλλά και η αποτίμηση της εμφύλιας τραγωδίας με πιο αξιόπιστα κριτήρια. Ένα παιχνίδι της μοίρας όμως τον αναγκάζει να επανέλθει στην Ελλάδα, όπου θα εμπλακεί σε μια απίστευτη σκοτεινή ιστορία που θα αλλάξει τη ζωή του για πάντα.

22 Δεκεμβρίου 2025

Νίκος Μπελογιάννης: ανδριάντες δόξας και τιμής

 

Abstract: Το Μνημείο βρίσκεται (από το 1952) στην περιοχή Karlshorst του Βερολίνου, οδός Treskowallee 8, στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών (HTW Berlin), το οποίο παλαιότερα στέγαζε τη Σχολή Οικονομικών Επιστημών της Ανατολικής Γερμανίας (DDR_GDR). Πρόκειται για ένα χάλκινο άγαλμα ύψους 4 μέτρων (μαζί με την από μάρμαρο | γρανίτη βάση του), έργο του γλύπτη René Graetz
Στη βάση αναγράφεται στα γερμανικά: "Αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για τον σκοπό αυτό παλεύουμε και, αν χρειαστεί, θυσιάζουμε και τη ζωή μας!". Στην ίδια περιοχή (Römerweg 39) υπάρχει επίσης αναμνηστική πλακέτα προς τιμήν του.
 

Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια,
ίδιος μ' αυτά περήφανος, στητός
αχούν απ' τη φωνή του τα ρουμάνια
μπρος για τη νίκη, για το κόμμα εμπρός.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας.
Ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές.
Ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.
Ζει σ' όλους τους καιρούς, σ' όλους τους τόπους
το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.

Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους
που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.
Και στο τραπέζι της χαράς της πρώτης
στης νίκης της ειρήνης τη γιορτή
ο Μπελογιάννης θάν' πανηγυριώτης
με κόκκινο γαρούφαλο στ' αφτί.

Μ' ένα γαρούφαλο άλικο δικό μας
σαν της γλυκιάς μας άνοιξης δροσιά
πανώριο ματωμένο κι ακριβό μας
απ' την τρανή της γης λαοαπλωσιά.
Ο Μπελογιάννης ζει άσβεστη δάδα.
Ο Μπελογιάννης ζει μες στις καρδιές
στον κόσμο ειρήνη, ειρήνη στην Ελλάδα
στο μήνυμά του εμπρός κομμουνιστές.
         Στίχοι: Δημήτρης Ραβάνης _Ρεντής
         Μουσική: Λάκης Χατζής

Το ΚΚΕ -σεμνή υπογραφή στις λεωφόρους του μέλλοντος, γεννάει Μπελογιάννηδες


Ο δίκαιος και ανυποχώρητος αγώνας του κομμουνιστή ήρωα Νίκου Μπελογιάννη, η αλύγιστη στάση του μέσα στα δικαστήρια του αστικού κράτους και απέναντι στις θανατικές καταδίκες μέχρι και την εκτέλεσή του μαζί με τους συντρόφους του στις 30 Μάρτη του 1952, ενέπνευσαν ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας τον Μπελογιάννη παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Με αφορμή την εκτέλεση του _καθώς και των συντρόφων του, δημοσιεύουμε το ποίημα που έγραψε για αυτόν η σημαντική μούσα της Βραζιλίας, Λίλα Ριπόλ.

Μπαλάντα
της Λίλα Ριπόλ*

Εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη.
Τον Μπελογιάννη εκτελέσαν.

Ακουμπήσαν το κορμί του
που τόσες μάχες έδωσε
στον σκούρο πέτρινο μαντρότοιχο

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.
Το πρόσωπό του ξάσπρισε,
αλλά τίποτα δεν το άλλαξε.

Δεν του έκλεισαν τα μάτια,

ολόρθο το κορμί του έστεκε.

Προχωρούσε η αυγή,
όμως σκιές κυκλώναν τη γη.

Συνέβαινε το έγκλημα,
που κανείς δεν ήξερε ούτε φανταζόταν.

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.
Οι δήμιοί του δείλιασαν,
σφίγγοντας τα όπλα στα χέρια τους.

Να κοιτάξει κατάματα το πρόσωπό του,
το πρόσωπο που ξάσπρισε,
αλλά τίποτα δεν το άλλαξε
ποιος μπορούσε, ποιος τολμούσε;

Ήθελαν να του κλείσουν τα μάτια,
μα ο Μπελογιάννης αρνήθηκε.

Έσβησαν τα αστέρια.

Μόλις αχνοφαίνονταν η αυγή.

Τ’ ανοιξιάτικο αγέρι,
έστειλε έναν αναστεναγμό στον μαντρότοιχο.
Ο Μπελογιάννης, αδάμαστος,
ξεκινά ένδοξο τραγούδι,
αψηφώντας τον θάνατο για τα ιδανικά του.

«Σύντροφοι! Σύντροφοι,
το Κόμμα μας δεν πεθαίνει
…»
Έτσι έσβησε η ηρωική φωνή του.

Οι λέξεις του, άνθη,
που τα σκόρπισε το αγέρι.

Συνέβαινε το έγκλημα,
που κανείς δεν ήξερε ούτε φανταζόταν.

Το ηρωικό του αίμα
έβαψε τον σκούρο πέτρινο μαντρότοιχο
Το όνομά του, του Κομμουνιστή,
ολόκληρος ο Κόσμος το κράτησε.

Ήταν παγωμένη εκείνη η άνοιξη,
Που χάθηκε το κορμί του.

Μπελογιάννη! Μπελογιάννη!

Θα ‘ρθει ξανά η Άνοιξη
Ο λαός κρατά τ’ όνομά σου!
Τις λέξεις σου,
που σκόρπισε τ’ αγέρι
Ο ανοιξιάτικος άνεμος
τις έσπειρε στη Γη.

Η Lila Ripoll (Quaraí, 12-Αυγ-1905 _ Porto Alegre, 7- Φεβ-1967) ήταν Βραζιλιάνα κομμουνίστρια ποιήτρια και πιανίστρια. Καταλανικής καταγωγής, το 1927, σε ηλικία είκοσι δύο ετών, η Λίλα άφησε την πατρίδα της και μετακόμισε στο Πόρτο Αλέγκρε για να σπουδάσει πιάνο στο Ωδείο Μουσικής, στο τότε Instituto Livre de Belas Artes. Ως φοιτήτρια, δημοσίευσε ποιήματα στο Revista Universitária (πανεπιστημιακή εφημερίδα). Το 1930 έγινε δασκάλα τραγουδιού και ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ήρθε κοντά με συγγραφείς και διανοούμενους από το Ρίο Γκράντε ντο Σουλ όπως οι Reinaldo Moura, Manuelito de Ornelas, Dyonélio Machado, Carlos Reverbel και Cyro Martins, οι οποίοι αποτελούν τη λεγόμενη Γενιά των 30.
Το 1934, με τη δολοφονία του ξαδέλφου της Waldemar Ripoll, δημοσιογράφου και μέλους του ποοδευτικού Κόμματος Libertador, κατόπιν εντολής σκοτεινών κύκλων η Lila Ripoll αποφάσισε να συμμετάσχει στον πολιτικό αγώνα και στην κομμουνιστική υπόθεση. Συμμετείχε στο Μέτωπο Διανοούμενων του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας (PCB) και στην Ένωση Εργατών Μετάλλου, επικεφαλής του πολιτιστικού τμήματος του.
Το 1938, η Ripoll έκανε το ντεμπούτο της βιβλίο, De Mãos Postas _με σταυρωμένα χέρια, το οποίο έτυχε θετικής υποδοχής από τους κριτικούς. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε το το Céu Vazio _ Άδειος ουρανός, που τιμήθηκε με το το βραβείου Olavo Bilac, από την Ακαδημία Γραμμάτων της Βραζιλίας. Το 1944, η Λίλα παντρεύτηκε τον Alfredo Luís Guedes, επίσης πολιτικό μαχητή. Με τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, τον επόμενο χρόνο, άρχισε να αγωνίζεται πιο ενεργά για τα αιτήματα των εργαζομένων και, ταυτόχρονα, δημοσίευσε κείμενα στο περιοδικό A Província de São Pedro _ Η επαρχία του Αγίου Πέτρου και συνεργαστηκε επίσης με το πορτογαλο-βραζιλιάνικο περιοδικό Atlântico.

Το 1949, έχασε τον άνδρα της, αλλά δεν το έβαλε κάτω _συνέχισε να συμμετέχει σε πολιτικές μάχες της εποχής και σε ειρηνιστικές εκστρατείες. Ήταν και υποψήφια βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1950. Το 1951, συνεργάστηκε με το περιοδικό Horizonte, δημοσιεύοντας ποιητές της Λατινικής Αμερικής, όπως ο Pablo Neruda και η Gabriela Mistral. Την ίδια χρονιά, δημοσίευσε το βιβλίο  Novos Poemas _Νέα Ποιήματα, που τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Pablo Neruda, στην Πράγα της Τσεχοσλοβακίας. Το 1954 κυκλοφόρησε το μακροσκελές ποίημα Primeiro de Maio _Πρωτομαγιά που έχει ως θέμα του τη σφαγή κατά την Εργατική Πρωτομαγιά στην πόλη του Ρίο Γκράντε. Το 1958, το θεατρικό της έργο, Um Colar de Vidro _ Ένα γυάλινο κολιέ παρουσιάστηκε στο Theatro São Pedro.

Το 1964, λίγο μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, η Λίλα Ρίπολ συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερη λόγω της υγείας της — έπασχε από προχωρημένο στάδιο καρκίνου. Το τελευταίο της ποιητικό έργο ήταν το Águas Móveis (κινούμενα _τρεχούμενα νερά 1965). Πέθανε στο Πόρτο Αλέγκρε, σε ηλικία εξήντα ενός ετών, και η σορός του θάφτηκε από τους συμπατριώτες της στο νεκροταφείο Santa Casa de Misericórdia. Προς τιμήν της, δημιουργήθηκε το 2005 το Βραβείο ομώνυμο Ποίησης _ ανοιχτό σε όσους εκφράζονται σε θέματα κοινωνικά και φύλου

_συνειρμικά
_Στο Βερολίνο, μπορεί να έχω πάει και 50 φορές (εεε… καλά, μην υπερβάλεις μου λέει η εκλεκτή φίλη Μυρτώ.Ν της ΠΕΑΕΑ ΔΣΕ νυν πολιτογραφημένη γερμανίδα … ΟΚ ρε Μυρτώ _που λέει ο λόγος) πρώτη το 1967 (19χρονος) επί της ιστορικής _πάλαι ποτέ ανατολικής (DDR) _τα καλύτερά μας χρόνια όπως λένε και αργότερα στο δυτικό. Δέσποζαν τότε ο πύργος της τηλεόρασης το Weltzeituhr (παγκόσμιο ρολόι), η πλατεία Alexanderplatz ήταν ανθρώπινη και φιλική και το Palast der Republik (η Βουλή της Λ.Δ.Γ) δεν είχε κατεδαφιστεί. 4η ή 5η φορά ήμουν με την αντιπροσωπεία της ΚΝΕ στο 10ο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών (1973) _παρεμπιπτόντως, εμπνευσμένη από αυτό η ΚΝΕ, δημιούργησε το θεσμό του Φεστιβάλ μας.

Πλακάτ - αφιέρωμα στον Κόκκινο Στρατό
Το palais της Δημοκρατίας (Palast der Republik) στην πλατεία Marx-Engels-Platz
Μάζωξη των πιονιέρων
Ένα από τα 100άδες πολιτιστικά κέντρα

ΤΙΜΗ και ΔΟΞΑ στα τιμημένα τέκνα του γερμανικού προλεταριάτου!

Marx-Engels-Platz: ένα ακόμη πολιτιστικό κέντρο για το λαό ...
Εκεί ήταν ένας βομβαρδισμένος χώρος (1η φωτο)
"από την Alexanderplatz στο παλιό Lindencorso το χειμώνα, ήταν σαν μια πορεία στην Αρκτική
Και το καλοκαίρι έρημος Σαχάρα"
Διεθνιστική βοήθεια της DDR - Μοζαμβίκη

Φιλίες, γλέντια και έρωτες ανεμολάμνοντας τότε σήμερα σχεδόν 70 χρόνια μετά βρισκόμαστε στο αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει και πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί _οψόμεθα, άλλη η ηλικία η δική μας και άλλη της ιστορίας. Στο πανεπιστήμιο που βρίσκεται στο ανατολικό διαμέρισμα Karlshorst του Βερολίνου,  μπροστά από το κτίριο της διοίκησης, στέκεται επιβλητικά ο μπρούτζινος ανδριάντας. Στην αναμνηστική πλακέτα είναι γραμμένα τα εξής: Νίκος Μπελογιάννης \ Γεννημένος το 1915 \ στην Αμαλιάδα της Πελοποννήσου \ εκτελέστηκε στις 30.3.1952 \ στο Γουδί της Αθήνας. Και από κάτω: «Αγωνιζόμαστε για να έρθουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Για αυτό το σκοπό αγωνιζόμαστε και αν χρειαστεί, θα θυσιάσουμε ακόμη και τη ζωή μας».
Τα κοντά 75 χρόνια έχουν αφήσει έντονα τα σημάδια τους στη επιφάνεια του γλυπτού, χωρίς όμως να αφαιρεί το παραμικρό από τη μεγαλοπρέπειά του _αντίθετα, αλλά κάποιες εργασίες συντήρησης του μνημείου είναι πλέον απαραίτητες. Στη βάση του υπάρχουν πάντα τα υπολείμματα από λίγα γαρίφαλα που άφησαν κάποιοι επισκέπτες του, ενώ στην επέτειο της εκτέλεσης κάποια παλιοί πολιτικοί πρόσφυγες αλλά και νεότεροι μετανάστες δηλώνουν παρών.

Στη βάση αναγράφεται στα γερμανικά:
"Αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες
χωρίς πείνα και πόλεμο.
Για τον σκοπό αυτό παλεύουμε και,
αν χρειαστεί, θυσιάζουμε και τη ζωή μας!".

Η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη στις 30 Μάρτη 1952 προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις... εκατοντάδες οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, με τα δικά τους «όπλα», έδωσαν χρώμα σε αυτό το κίνημα (με πιο γνωστό το έργο του Πικάσο «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο»). Αίσθηση και συγκίνηση προκάλεσε η στάση του Νίκου Μπελογιάννη στους Ανατολικογερμανούς και ειδικά στους διανοούμενους και καλλιτέχνες. Η νεαρή τότε ΓΛΔ _
Die Toten mahnen uns -| Οι νεκροί μας προειδοποιούν όπου ζούσαν πλέον ως πολιτικοί πρόσφυγες αρκετοί μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ, πρωτοστατεί κι αυτή στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και συμπαράστασης. Πολυάριθμες ήταν οι εκδηλώσεις σε όλη τη χώρα και μεγάλος ο αριθμός των τηλεγραφημάτων προς την ελληνική κυβέρνηση για αποτροπή του μοιραίου. Συνεχείς οι αναφορές στον Τύπο. Η εκτέλεση προκαλεί νέο κύκλο αντιδράσεων. Η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε οργή, αγανάκτηση και αποτροπιασμό. Η «Neues Deutschland» την 1 Απριλίου, στην πρώτη της σελίδα, δίπλα από μια φωτογραφία του Μπελογιάννη, φέρει τον τίτλο: “Ο φόνος του Μπελογιάννη εξεγείρει την υφήλιο“. Τα δημοσιεύματα και οι αντιδράσεις συνεχίζονται για αρκετό καιρό. Σχολεία εργοστάσια φορείς νεολαιίστικες οργανώσεις συνδικάτα εκδίδουν ανακοινώσεις καταδίκης και διαμαρτυρίας. Πολλές οι μορφές απόδοσης τιμής στον Έλληνα κομμουνιστή μάρτυρα. Πλατείες, δρόμοι, σχολεία, ανώτερες σχολές, εργοστάσια, μπριγάδες εργατών ακόμη και μηχανήματα αποκτούν τιμητικά το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη.

Στις 21 Νοεμβρίου 1952, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου υπέγραψε συμβόλαιο με τον γλύπτη René Graetz για το άγαλμα του Νίκου Μπελογιάννη το οποίο θα στηνόταν στον προαύλιο χώρο του πανεπιστημίου. Στη σχολή αυτή εκπαιδεύονταν τα μελλοντικά στελέχη των διαφόρων κρατικών επιχειρήσεων της χώρας ενώ φιλοξενούνταν και πολλοί σπουδαστές αδελφών σοσιαλιστικών χωρών από όλη την υφήλιο. Το σκεπτικό της επιλογής ήταν, ότι σε ένα τέτοιο χώρο, το μνημείο θα συνείσφερε επιπλέον στη σφυρηλάτηση ενός πνεύματος διεθνισμού στις νεότερες γενιές. Όπως παραδέχεται και η Barbara Barsch (#), ιστορικός τέχνης που έχει γράψει διατριβή για τον René Graetz: «Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για την εποχή. Για πρώτη φορά καλλιτέχνης της Ανατολικής Γερμανίας ασχολούνταν με ένα διεθνιστικό θέμα και κυρίως: έφτιαχνε άγαλμα για κάποιον που δεν ήταν Γερμανός». Ο René Graetz (2-Αυγ-1908 _Βερολίνο 17-Σεπ-1974), γνώριζε ήδη την υπόθεση Μπελογιάννη και δέχθηκε με ενθουσιασμό, γιατί ήταν στρατευμένος (με τη σωστή πλευρά της ιστορίας). Και το γεγονός ότι εκτελέστηκε ένας αγωνιστής, επειδή δεν ήθελε να αρνηθεί την ιδιότητα του κομμουνιστή τον είχε συγκλονίσει. Είχε όμως να αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα. Έπρεπε η αναπαράσταση του ήρωα να είναι, όσο γινόταν περισσότερο ρεαλιστική, πράγμα όχι εύκολο, αφού το μόνο στοιχείο που είχε στη διάθεση του ήταν κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τον τύπο της εποχής. Επιπλέον, το έργο θα έπρεπε στη τελική του μορφή να αρέσει όχι μόνον στους γερμανούς υπεύθυνους αλλά και στους εκπροσώπους των Ελλήνων προσφύγων, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχαν γνωρίσει προσωπικά τον ήρωα. Γι’ αυτό από το ξεκίνημα της δουλειάς του αναζήτησε τη συμβουλή και τη γνώμη του παλαίμαχου δημοσιογράφου του Ριζοσπάστη Θανάση Γεωργίου (##), ο οποίος «θυμάται ότι ο καλλιτέχνης του ζήτησε τη γνώμη για μια πιθανή αναπαράσταση του Μπελογιάννη, κατά τη στιγμή της εκτέλεσης, με τα χέρια του δεμένα πισθάγκωνα. Η στάση αυτή δεν άρεσε στον ερωτώμενο, αφού τη θεώρησε κατά κάποιο τρόπο ηττοπαθή και μειωτική για τον ήρωα. Έτσι προτιμήθηκε η τωρινή, σαν μια πιο θαρραλέα στάση του σώματος, με τα χέρια σχεδόν απελευθερωμένα από τα δεσμά, γεμάτα αποφασιστικότητα και δύναμη».

Το γύψινο πρωτότυπο του αγάλματος εκτίθεται το καλοκαίρι του 1954, σε μια έκθεση βερολινέζων καλλιτεχνών, στο Μουσείο της Περγάμου. Λίγους μήνες μετά, στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το πρωτότυπο γύψινο μοντέλο έβρισκε το δρόμο του προς το χυτήριο. Οι εργασίες κράτησαν οκτώ περίπου βδομάδες και στις 29-Δεκ-1954 ο μπρούτζινος ανδριάντας του Μπελογιάννη έφτανε πλέον με τρένο στο σταθμό Ostbahnhof του Βερολίνου και από εκεί με φορτηγό στη Σχολή. Ο δημιουργός του έκανε τις τελευταίες διορθώσεις και βελτιώσεις και διαμορφώθηκε το βάθρο. Προστέθηκαν και τα στοιχεία της επιγραφής σε συνεργασία με τους Έλληνες εκπροσώπους των πολιτικών προσφύγων. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν την παραμονή της Πρωτομαγιάς του 1956. Στο πρωτομαγιάτικο φύλλο της εφημερίδας Neues Deutschland» υπάρχει η είδηση με τίτλο «Αποκαλυπτήρια του Μνημείου – Μπελογιάννη στο Βερολίνο» όπου αναφέρεται ότι έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου «του Έλληνα πατριώτη και προλεταριακού αγωνιστή Νίκου Μπελογιάννη» παρουσία αντιπροσωπείας του ΚΚΕ. Στην εκδήλωση τοποθέτησης του ανδριάντα η διευθύντρια της Σχολής Eva Altmann έκανε την ομιλία, ενώ «στο όνομα της ελληνικής εργατικής τάξης» ο Καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης ευχαρίστησε τη Σχολή για την εκτίμηση της προσφοράς του Μπελογιάννη για την απελευθέρωση του Ελληνικού λαού». Κάποιες μέρες μετά, στην εφημερίδα Sonntag της 27ης Μαΐου 1956, αρθρογράφος με αρχικά Κ.Η. θα σχολιάσει για το μνημείο: «Το μνημείο για τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Έλληνα αγωνιστή της Ελευθερίας, ένα μπρούτζινο γλυπτό του René Graetz, αποτελεί μια καλή και αισθησιακή παρουσία μέσα στο προαύλιο της Ανωτέρας Σχολής Οικονομικών στο Karlshorst . Εκατοντάδες φοιτητές περνούν καθημερινά μπροστά από τον μπρούτζινο ανδριάντα του αλύγιστου, υπερήφανου ανθρώπου, που θυσίασε τη ζωή του για την ελευθερία του λαού του. Τα χέρια του είναι δεμένα, όμως η σφιγμένη γροθιά του αριστερού του χεριού συγκρατεί την τεράστια ενέργεια αυτού του αγωνιστή, που ξέρει ότι δεν είναι μόνος, ενώ η ανοιχτή δεξιά παλάμη του ετοιμάζεται με βία και σιγουριά να εκδηλώσει την αντίστασή του ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας, τους εχθρούς της ειρήνης, τους εχθρούς της κοινωνικής προόδου. Ο άνδρας στέκεται λίγο πριν την εκτέλεσή του, με το δεξί του πόδι προτεταμένο, έχοντας συνείδηση των ορίων της δράσης του τη στιγμή αυτή, δεν προχωρεί πλέον, παραμένει αλυσοδεμένος ακίνητος, στέκεται με αισιοδοξία πάνω στο έδαφος που το μοιράζεται με όλους τους ομοϊδεάτες του στον κόσμο, οι οποίοι θα συνεχίσουν τον αγώνα του. Ο René Graetz, σε ένα ώριμο και δυνατό έργο τέχνης, μορφοποίησε αυτόν το μοναχικό ήρωα του ελληνικού λαού, όπως αυτός τιμάται εδώ, σε ένα σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία όλων των ανθρώπων και λαών που αγαπούν την ειρήνη, σε μια ζωντανή, πειστική και διαρκώς γόνιμη πραγματικότητα».

         Ο γλύπτης René Graetz

Ο René Graetz έχει μια περιπετειώδη βιογραφία και ένα ιδιαίτερο στίγμα στην Τέχνη. Γεννήθηκε το 1908 στο Βερολίνο τυχαία. Στο ταξίδι εξορίας του Ρώσου πατέρα, τυπογράφος στο επάγγελμα συνάντησε την όμορφη Ιταλο-Ιρκανδή μητέρα του. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε στη Γενεύη, όπου εκπαιδεύτηκε και αυτός ως τυπογράφος με ειδίκευση στη βαθυτυπία. Στην Ελβετία παρέμεινε ως το 1929, χρονιά που κέρδισε το πρώτο βραβείο της αγγλικής εφημερίδας «Times», ως καλύτερος τυπογράφος και στη συνέχεια μετοίκησε στο Cape Town της Νότιας Αφρικής. Εκεί δούλεψε ως μηχανικός σε μεγάλη εκτυπωτική εταιρεία στην ίδρυση της οποίας συνέβαλε. Εκεί έζησε και εργάστηκε στο επάγγελμά του έως το 1938. Στο διάστημα αυτό άρχισε να δραστηριοποιείται πολιτικά, ως μέλος του εκεί συνδικάτου τυπογράφων, ενώ το 1932 ξεκίνησε τις σπουδές του στη γλυπτική, στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1935 δημιουργήθηκαν τα πρώτα γλυπτά έργα του, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει, το μέχρι τότε επάγγελμά του. Το 1938, μετά από διώξεις για την πολιτική του δραστηριότητα, θέλησε να επιστρέψει στην Ευρώπη. Αν και δεν τον συνδέει τίποτα με τη φασιστική Γερμανία, πήρε γερμανικό διαβατήριο επειδή γεννήθηκε στο Βερολίνο. Επέστρεψε και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι, στη Ζυρίχη για να καταλήξει το 1939 στο Λονδίνο.

Με το ξέσπασμα του Πολέμου εγκλείστηκε, λόγω του γερμανικού διαβατηρίου του, μαζί με εκατοντάδες άλλους γερμανούς που ζούσαν στη Μ. Βρετανία, σε ένα ειδικό στρατόπεδο περιορισμού στον Καναδά. Μέχρι τότε δεν είχε καμία σχέση με τη Γερμανία ή τους Γερμανούς. Γλώσσες του ήταν η γαλλική και τα αγγλικά. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με Γερμανούς κομμουνιστές και αντιφασίστες, με άλλους καλλιτέχνες, όπως οι Theo Balden, Heinz Worner, κ.ά. και εισχώρησε στην παράνομη ομάδα του Γερμανικού ΚΚ. Η περίοδος αυτή τον διαμόρφωσε σε έναν στρατευμένο καλλιτέχνη με καθαρούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Το 1941, μετά την απόλυση όλων των αντιφασιστών κρατούμενων από το στρατόπεδο, επέστρεψε στο Λονδίνο όπου συμμετείχε στον εκεί ενεργό σύνδεσμο Γερμανών καλλιτεχνών και διανοουμένων Freier Deutscher Kulturbund. Την εποχή εκείνη γνώρισε και τον Henry Moore, τον οποίο επισκεπτόταν τακτικά στο ατελιέ του. Από το 1944 ήταν παντρεμένος με την Ιρλανδέζα Elizabeth Shaw, γραφίστρια και αργότερα διάσημη συγγραφέα παιδικών βιβλίων στη ΛΔΓ. Μετά τον πόλεμο, το 1946, εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους εξόριστους στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, με σκοπό τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της χώρας.

Στο ευρύτερο κοινό έγινε γνωστός με τη συμμετοχή του, στη δημιουργία των μνημείων του Buchenwald, το 1958, με τρία ανάγλυφα στηλών, και του Sachsenhausen, το 1959, με τη μεγαλόσωμη ομάδα γλυπτών με τίτλο “Απελευθέρωση“. Ανάμεσα στα έργα του είναι και ένα αγαλματίδιο αφιερωμένο στη Ρόζα Λούξεμπουργκ (1973). Εκτός των διάφορων γλυπτών δημιούργησε επίσης πολλά έργα ζωγραφικής (ακουαρέλες) και κεραμικής. Το 1973 τιμήθηκε με το Βραβείο Käthe-Kollwitz της Ακαδημίας των Τεχνών και με το Αργυρούν Πατριωτικό Μετάλλιο Προσφοράς της ΛΔΓ, ενώ είχε επίσης βραβευτεί, το 1959, για τη συμμετοχή του στο Μνημείο του Buchenwald, με το Εθνικό Βραβείο της χώρας. Ο René Graetz πέθανε απροσδόκητα στις 17 Σεπτεμβρίου 1974, στη μικρή κωμόπολη του Graal-Müritz της Ostsee, κατά τη διάρκεια αποθεραπευτικών διακοπών.

(#)
Barbara Barsch
Βιογραφικά στοιχεία από το εγχειρίδιο "Ποιος ήταν ποιος στη ΛΔΓ;": Γεννήθηκε στο Βερολίνο. Ο πατέρας του Φριτς Χ. ήταν Αιγυπτιολόγος. Η μητέρα του Ούρσουλα Χ. ήταν Αφρικανίδα. Σπούδασε ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου (1970–74), πτυχιούχος. 1974–87 εκδότης του περιοδικού "Bildende Kunst" (Καλές Τέχνες). 1977–90 μέλος της KB (Ένωσης Εικαστικών Καλλιτεχνών), 1978–90 μέλος της VBK (Ένωσης Εικαστικών Καλλιτεχνών). 1982 διδακτορικό. 1985–90 μέλος της ηγεσίας του τμήματος Καλλιτεχνικών Σπουδών της περιφερειακής ένωσης VBK στο Βερολίνο. 1988 ερευνητικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Αισθητικής και Καλλιτεχνικών Σπουδών της Ακαδημίας Επιστημών. 1989/90 ελεύθερη εργασία.
Μάιος–Δεκέμβριος 1990 επικεφαλής τμήματος στο τμήμα Καλών Τεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού. Από το 1991, Διευθυντής του γραφείου IFA στο Βερολίνο του Ινστιτούτου Εξωτερικών Πολιτιστικών Σχέσεων στη Στουτγάρδη, Διευθυντής της Πινακοθήκης IFA του Βερολίνου· από το 1993, μέλος του γερμανικού τμήματος της AICA· από το 1995, μέλος ΔΣ του Νέου Συνδέσμου Τέχνης του Βερολίνου· από το 1995, Αναπληρωτής Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την «Τέχνη στην Αρχιτεκτονική» για τις Κατασκευές και τις Κατοικίες· 1995–97, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Αρχαιολογικής Εταιρείας του Σουδάν· 1996–99, μέλος της Διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής του Ιδρύματος George Soros, Νέα Υόρκη.

Δημοσιεύσεις: «Η τέχνη ανάμεσα στη μαγεία και το Maggi – για τις εκφραστικές και ενδιάμεσες τάσεις στη νέα τέχνη στη ΛΔΓ». Στο: Όλα έχουν την ώρα τους. Festschrift για τον Erhard Frommhold στα 60ά γενέθλιά του. Δρέσδη 1988. Ακόμα κι αν κάποιος αντιτίθεται σε ένα κίνημα, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του (παρατίθεται από τον Picasso), Σημειώσεις για το 10ο Συνέδριο του VBK. Στο: Gillen, E., Feist, G. (επιμ.): Art Documentation SBZ/GDR. Κολωνία 1996. Το "Ποιος Ήταν Ποιος στη ΛΔΓ;" είναι ένα βιογραφικό έργο αναφοράς που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1992 από τον Ch. Links Verlag. Οι πρώτες εκδόσεις επιμελήθηκε ο ιστορικός Jochen Cerny και περιελάμβαναν περίπου 1.500 καταχωρίσεις για δημόσιες προσωπικότητες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR ΛΔΓ). Η εγκυκλοπαίδεια σημειώνει τη θέση κάθε ατόμου στο κοινωνικό σύστημα της ΛΔΓ και παρέχει μια σύντομη περίληψη της ζωής του. Τα αρχικά του συγγραφέα επιτρέπουν στους χρήστες να αναζητήσουν τον συγγραφέα κάθε σύντομης βιογραφίας. Το 1996, δημοσιεύτηκε μια ψηφιοποιημένη έκδοση που περιείχαν 2.146 βιογραφίες για την ιστορία της ΛΔΓ, τις οποίες επιμελήθηκε ο ιστορικός Bernd-Rainer Barth. Με την πάροδο των ετών, το λεξικό "Ποιος Ήταν Ποιος στη ΛΔΓ;" έχει αναθεωρηθεί εννοιολογικά και έχει επεκταθεί σημαντικά. Το 2010, δημοσιεύτηκε, ενημερωμένη έκδοση, που περιείχε σχεδόν 4.000 βιογραφίες.

(##)
Θανάσης Γεωργίου
Ο Θανάσης (Αθανάσιος) Γεωργίου (1914–2014) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, μεταφραστής και στέλεχος του KKE, ο οποίος από το 1949 έζησε και εργάστηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μικρότερος αδερφός του δημοσιογράφου Βάσου Γεωργίου (1910-2003), σπούδασε Νομική στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου υπέστη διώξεις από τo αστικό κράτος λόγω της δημοσιογραφικής του δράσης στον αντιστασιακό Τύπο του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Αφού, στο μεταξύ, εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής για τον Δημοκρατικό Στρατό, ο Γεωργίου έφτασε, μέσω Πράγας, στο Ανατολικό Βερολίνο το 1948/49. Εκεί ανέλαβε τον ρόλο συνδέσμου μεταξύ του ΚΚΕ και του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, SED). Συνόδευε, μεταξύ άλλων, τους εκπροσώπους της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας κατά την επίσκεψή τους στη Σοβιετική ζώνη και συμμετείχε ενεργά στην, οργανωμένη από τον Πέτρο Κόκκαλη (1896-1962), μεταφορά ανηλίκων προσφύγων του εμφυλίου στο Ράντεμποιλ της Σαξονίας. Συγχρόνως, ανέπτυξε έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα για τη Γερμανική Υπηρεσία Ειδήσεων (Allgemeiner Deutscher Nachrichtendienst, ADN) της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ εργάστηκε και ως ξένος ανταποκριτής για τον Ριζοσπάστη. Στο Βερολίνο γνώρισε και τη συντρόφισσα στη ζωή του, Γκέρντρουντ, μέλος του ΚΚ (Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος), με την οποία απόκτησε τρία παιδιά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας δούλεψε για ένα διάστημα στην εφημερίδα «Ελεύθερη Πατρίδα» στο Λονδίνο ως αρχισυντάκτης, με διευθυντή τον κομμουνιστή δημοσιογράφο και συγγραφέα Τάκη Αδάμο. Ο σύντροφος Θανάσης πάλεψε από το μετερίζι του δημοσιογράφου για τη διατήρηση των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών του Κόμματος, για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Υπήρξε ακούραστος, οξυδερκής και πάντα στρατευμένος στην πάλη για τη νίκη του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Στους αναγνώστες του «Ριζοσπάστη», με τη συμβολή του για δεκαετίες ως ανταποκριτής της εφημερίδας στη Γερμανία, έμεινε γνωστός με το ψευδώνυμο «Θανάσης Βόρειος».

Εκτός από τα παραπάνω, ο Γεωργίου συμμετείχε και σε διάφορα έργα βασισμένα σε βιβλία, όπως στο Hellas ohne Götter (Ελλάδα χωρίς Θεούς, 1959) του σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ Καρλ Γκας (1917–2009) και το Griechenland (Ελλάδα). Συμμετείχε, επίσης, και στο έργο Land und Leute (Χώρα και Άνθρωποι, 1958) του φίλου του, Δημήτρη Χατζή, στου οποίου την ανθολογία Antigone lebt (Η Αντιγόνη ζει, 1960) συνέβαλε με μεταφράσεις. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε στενά με τον εκδοτικό οίκο Volk und Welt, μέσω του οποίου κυκλοφόρησε και η ανθολογία αυτή, ως κριτικός και μεταφραστής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σε αυτόν τον εκδοτικό οίκο δημοσιεύθηκαν μεταφράσεις έργων, όπως Το τέλος της μικρής μας πόλης (Das zerstörte Idyll, 1965) του Δημήτρη Χατζή, Οι ρίζες του κόσμου (Die Wurzeln der Welt, 1975) του Γιάννη Ρίτσου, καθώς και έργων του Κώστα Βάρναλη, όπως Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (Die wahre Apologie des Socrates, 1965) και Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (Das Tagebuch der Penelope, 1975).

Εργάστηκε, ακόμα, ως μεταφραστής από τα γερμανικά στα ελληνικά. Στο πλαίσιο αυτό, συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στην ελληνική μετάφραση του έργου Aus meinem Leben [Από τη ζωή μου, 1985] του Έριχ Χόνεκερ, την οποία, μάλιστα, ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου τίμησε με πρόλογο. Οι εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή του ΚΚΕ δημοσίευσαν μεταφράσεις έργων, όπως το  Griechenland unter dem Hakenkreuz [Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό, 1991] του Μάρτιν Ζέκεντορφ και Die Königin von Zypern [Η βασίλισσα της Κύπρου, 1996 ] του Χάινριχ Μαν.

Αν και ο ίδιος έκρινε το τέλος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ως «αντεπανάσταση», o Γεωργίου παρέμεινε στη «δεύτερη πατρίδα» του και μετά το 1989 (Georgiou, 2009, 62f.), όπου και πέθανε το 2014 σε ηλικία 100 ετών.