Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04 Αυγούστου 2022

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ευγενικός δακρυσμένος φρουρός της Ποίησης και της Ελευθερίας



Τ' όνομά σου: ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι\
Τ' όνομά σου: ομιλία ρυακιών μεταξύ τους\
Τ' όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο...  

Στίχοι όμορφοι και αγαπημένοι του Νικηφόρου Βρεττάκου, του ποιητή και Ακαδημαϊκού που τον Αύγουστο του 1991, αποχαιρετούσε τη ζωή και μαζί της τον Ταϋγετο, που τόσο αγάπησε –έχοντας αφήσει παρακαταθήκες στα ελληνικά Γράμματα και όχι μόνο, γιατί εκτός από ποιητής, υπήρξε και άνθρωπος - ΑΝΘΡΩΠΟΣ που αγωνίστηκε για να έρθουν στον κόσμο πιο όμορφες μέρες.

Αν η τέχνη είναι «μια βαθιά αλληλεγγύη» στη ζωή, αυτό απαντάται και στο έργο του, που κι αυτός, όπως και ο Ρίτσος, στεγάστηκε στην κατηγορία «κοινωνικοί ποιητές». Τα έργα του αναδύουν έναν γνήσιο ανθρωπιστικό τόνο, έναν βαθύ και αληθινό οίκτο για τον ανθρώπινο πόνο. Σήμερα 4 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 31 χρόνια από το θάνατό του (4/8/1991).

Γεννήθηκε Πρωτοχρονιά του 1912 στην Πλούμιτσα Κροκεών της Σπάρτης. Το 1928 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομικά, βρήκε όμως το δρόμο του στη Λογοτεχνία και εγκατέλειψε τις σπουδές του. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1929, με τον τίτλο «Κάτω από σκιές και φώτα». Κατόρθωσε να κατακτήσει με την ποίησή του μια από τις καλύτερες θέσεις στο Πάνθεον της Νεότερης Ελληνικής Ποίησης. Τιμήθηκε 2 φορές με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956). Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 13 γλώσσες.

Οργανωμένος από τα ίδια του τα αισθήματα

«Ελεύθερα Γράμματα»,
την εποχή που ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού
Η κήρυξη του ιταλοελληνικού πολέμου τον βρήκε στα σύνορα, απλό στρατιώτη. «Επέζησα», γράφει ο ποιητής, «χωρίς να το υπολογίσω από πριν, χωρίς να το περιμένω πως θα επιζήσω. Επέζησα έχοντας κερδίσει μια σπουδαία εμπειρία. Γύρισα μ' έναν απέραντο θαυμασμό για τον ελληνικό λαό, "αυτόν καθ' εαυτόν" το λαό, τον ακέφαλο, τον οργανωμένο από τα ίδια του τα αισθήματα, από την ίδια του τη φύση, μέσα από την αγραμματοσύνη του και τη στέρησή του. Να ένα θαυμαστό καταφύγιο. Γυρίζοντας θα πήγαινα μαζί του».

«Προλάβετε το μάταιο τούτο έργο / Δεσπόσετε στην κατάρα σας / Προσευχηθείτε να περάσει αυτό το σύννεφο / που πάει να γίνει πεπρωμένο μας» («Το μεσουράνημα της Φωτιάς», 1940).

Αθήνα 1944: «Κρεμάλες, μαύρα σύννεφα, θάνατος. Κι εσύ, πάνω / Στης ιστορίας το Ζάλογγο χορεύεις τραγουδώντας / Μες στην παγκόσμια νύχτα τα συνθήματα του αιώνα σου! / Κάθε κουρέλι νηστικού σου παιδιού / Σηκώνει την υπόληψη της πατρίδας / Στενάζουνε τα παλικάρια σου μέσα στην περηφάνια τους / Να μην τ' ακούσει άλλος κανείς εκτός από τη λευτεριά / Που έγινε πια μητέρα τους και τα κοιμίζει όλα μαζί πάνω στο ίδιο προσκέφαλο / Που τα σκεπάζει όλα μαζί με τον αστερισμό του μαντύα της / Στα πεζοδρόμια, στα στρατόπεδα, στις φυλακές / Αθήνα! Αθήνα! / Το αίμα σου αγγίζει την καρδιά της γης".

Με τον τρόπο του και τη μεγάλη ευαισθησία του παίρνει θέση απέναντι σε όσα συντελούνται γύρω του. Στα δύσκολα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης, στάθηκε στο πλευρό του μαχόμενου λαού.

Ιστορικό κυρίως χαρακτήρα έχει και το κείμενο του Νικηφόρου Βρεττάκου με τίτλο «33 ημέρες», που δημοσιεύτηκε το 1945 σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», όργανο του πολιτικού συνασπισμού των κομμάτων του ΕΑΜ. Πρόκειται για ένα ιστορικό αφήγημα που δίνει με λεπτομέρειες την εξέλιξη των γεγονότων, καθώς και το πολιτικό παρασκήνιο από την Απελευθέρωση μέχρι και τα γεγονότα του Δεκέμβρη του '44. Στην κριτική του στα «Ελεύθερα Γράμματα», ο Ασημάκης Πανσέληνος το ονομάζει «αισθητικό χρονικό». Ο λόγος του ορμητικός και γλαφυρός μαζί, επιθετικός κάποιες φορές, γεμάτος οργή για την αδικία.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια με τα οποία ξεκινάει: «Ενας πελώριος τάφος, μια κροκοδείλια πτωματολογία είναι για την ενσυνείδητη αντίδραση ο Δεκέμβριος. Η μοναδική ενσάρκωση του κακού. Ο Βελζεβούλ πάνω από την πρωτεύουσα και τον Πειραιά!». Και παρακάτω συνεχίζει: «...εκείνο που έγινε το Δεκέμβριο ήτανε μια ελεεινή σκευωρία των δυνάμεων της φασιστικής και δοσιλογικής Ελλάδας, που μαζί με τα όπλα του Τσώρτσιλ επιζητούσε να αποκεφαλίσουνε την Ελλάδα της ηρωικής Αντίστασης. Να της αφαιρέσουνε το γέρας, να θάψουνε τα δικαιώματα και τα κατορθώματά της. Στην ελεεινή αυτή συνωμοσία ο λαός απήντησε με ένοπλη άμυνα. Αυτός είναι ο Δεκέμβριος!». Ενα τόσο καταιγιστικό κείμενο δεν θα μπορούσε να κλείνει απαισιόδοξα. «Απέναντι σε περίπου 30.000 όπλα στα χέρια Ελλήνων αντιδραστικών και προδοτών κάθε κατηγορίας καθώς και αγγλικά, ο ΕΛΑΣ παρέταξε μια δύναμη από 15.000 όπλα. Μ' αυτά κράτησε 33 μέρες έναν τιτάνιο αγώνα από τον οποίο βγήκε ουσιαστικά νικητής (...) Σάρκα από τις σάρκες του λαού, κόκαλο από τα κόκαλά του ο ΕΛΑΣ ύψωσε τη γενεά μας ίσαμε το ανάστημα της γενεάς του '21 και ακόμα πιο πάνω. Απόδειξε τι θησαυρούς κρύβει μέσα της η λαϊκή μάζα, τι πολεμικές οργανωτικές και ηθικές αρετές».

Το φως πλημμυρίζει το έργο του

Η τόσο καθαρή ανάγκη του Νικηφόρου Βρεττάκου για αγάπη και ειρήνη συνοδεύει το έργο του. Η ποίησή του, πλημμυρισμένη από βαθύ ανθρωπισμό, συνδυάζει το ρεαλισμό με τη λυρική έξαρση και τη βαθυστόχαστη κριτική ματιά, με την απόλυτη συναίσθηση ότι ασκεί υπεύθυνα ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό λειτούργημα, το λειτούργημα του πνευματικού δημιουργού. Το φως που πλημμυρίζει το έργο του δεν ήταν για εκείνον μόνο το φως του ήλιου, αλλά και «το φως κάθε δίκαιας πράξης».

Ο ίδιος πίστευε πως «ο ποιητής δεν είναι ένα άτομο ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο... Δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη ζωή, από τα φαινόμενα, από τα γεγονότα, από τις παραστάσεις της. Είτε το θέλει είτε όχι είναι φτιαγμένος από τη "μοίρα" του να είναι ο ευαίσθητος δέκτης τους». Και αυτό το αποδεικνύει μέσα από το μεγάλο έργο του.

Οι σκέψεις, η αγωνία του ποιητή απέναντι στη βαριά «μοίρα» του άνεργου ή του εργάτη μέσα σ' ένα εκμεταλλευτικό σύστημα, βρίσκουν έκφραση σε στίχους όπως:

«Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο. Εχει
στο μέσο δυο κάγκελα. Πίσω απ' τα κάγκελα
δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει
την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ' έξω -
μια σειρά σταυρωμένα χέρια και πρόσωπα.

Κάνουν μια κίνηση όλοι μαζί,
στυλώνουν τ' αυτιά, κρατούν την ανάσα ν' ακούσουν.
"Μεσημέριασε. Ο κύριος διευθυντής δεν θα ρθει.
Αύριο πάλι. Πρωί. Πιο πρωί".
Και φεύγουν σκυφτοί. Περπατώντας, κοιτάζουνε γύρω τους,
σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο – Όχι
να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.
                      
Να ρίξουν τα χέρια τους» («Άνεργοι», 1959).

Περίσσευμα ψυχής

Από τις πιο μεγάλες στιγμές της ποίησής του είναι το «Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη» και η συγκλονιστική ποιητική του σύνθεση «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ». Δημοσιεύτηκε το 1954, χρονιά δικαστικής δίωξης του Αμερικανού φυσικού Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, γνωστού ως «πατέρα της ατομικής βόμβας» με χρήση ουρανίου, επειδή, έχοντας δει τον όλεθρο που έσπειρε η βόμβα του στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, αντιτάχθηκε στην απόφαση της πανίσχυρης «Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας» για κατασκευή και βόμβας υδρογόνου.

«Φίλε Οπενχάιμερ,
λάβαμε
τις τελευταίες ειδήσεις σας.
Φορτωμένα τις μέρες αυτές, τα ερτζιανά κ' οι ασύρματοι
πάνε και φέρνουν, σ' όλο τον κόσμο, τη σιωπή και τη θλίψη σας.

Αλλά, φίλε Οπενχάιμερ, όχι,
δεν προσθέσατε τίποτα στην καρδιά μας. Η πράξη σας
έμεινε πράξη. Η σελίδα σας έκλεισε.
Τ' ανάλαφρο σαν αστέρι όνομά σας
έγινε στάχτη στη Χιροσίμα.

Τι να σας κάνουμε; Πού
να σας κρύψουμε; Οπου
κι αν σας βάλει κανείς
σαν πύργος πανύψηλος
θα κρύβετε πάντοτε
ένα μέρος του ήλιου...».

Και ναι, αυτός ο ποιητής, ο άνθρωπος, είχε περίσσευμα αγάπης για τον άνθρωπο, για το δίκιο, για τη ζωή: «Και μόνο που υπάρχω, έχω περίσσευμα. Υπάρχουνε πλούσιοι ενδεείς κι ενδεείς πολύ πλούσιοι, όπως εγώ. Το σώμα μου έτυχε να 'ναι γεμάτο παράθυρα χύθηκε μέσα μου ήλιος πολύς κι ο χρυσός μου περίσσεψε» (ανέκδοτο Νικηφόρου Βρεττάκου ).

* Ο τίτλος της ανάρτησης από τους στίχους
που τελειώνει το ποίημα του
Γιάννη Ρίτσου που έγραψε στις 25 Ιούνη 1974
για να τιμήσει
τον ποιητή, φίλο και συναγωνιστή του, Νικηφόρο Βρεττάκο.

«...Γιατί ποιητής της ρίμας κι αν γεννήθηκα
Εχω κι ωραίος στρατιώτης γεννηθεί.

Με την πληγή του στήθους μου πορεύομαι,
να κρύψω ενός πλανήτη την πληγή»

«Στους "ευγενείς"», από τη συλλογή «Οι γκριμάτσες του ανθρώπου»

Για τον ίδιο, «η ποίηση είναι μια καρδιά φορτωμένη όλο τον κόσμο». Αυτή είναι και η βασική ιδέα που πλημμυρίζει την ποίησή του και την καθιστά συλλογική πράξη. «Στον παρόντα και τον ερχόμενο άνθρωπο» επιδίωκε να μιλήσει με τα έργα του. Αλλωστε, κεντρικός πυρήνας της ποίησής του είναι ο άνθρωπος. Και αυτή η πίστη στον εργαζόμενο άνθρωπο είναι που τον βοήθησε να ισορροπήσει «στους κλυδωνισμούς αυτούς της ζωής» και να τους ξεπεράσει, όπως είχε αναφέρει στον «Ριζοσπάστη».

Ο ίδιος πίστευε πως «ο ποιητής δεν είναι ένα άτομο ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο... Δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη ζωή, από τα φαινόμενα, από τα γεγονότα, από τις παραστάσεις της. Είτε το θέλει είτε όχι είναι φτιαγμένος από τη "μοίρα" του να είναι ο ευαίσθητος δέκτης τους». Και στάθηκε πάντα δεμένος με τον κόσμο, με τη ζωή και τα φαινόμενά της και σαν ευαίσθητος δέκτης τους έγινε αληθινός εκφραστής τους. Και αυτό το αποδεικνύει μέσα από το μεγάλο έργο του, που συνέβαλε στην αφύπνιση και χειραφέτηση της εργατικής τάξης και του λαού μας. Οι περισσότεροι φιλόλογοι, κριτικοί λογοτεχνίας τον παρουσιάζουν ως έναν υπερρεαλιστή, λυρικό ποιητή, που με την ποίησή του υμνεί τη φύση, την αγάπη και την ειρήνη, τον άνθρωπο - γενικά και αόριστα σαν ιδέα. Ο ίδιος όμως τα χρησιμοποιεί ως συμβολισμούς για να τραγουδήσει τη δύναμη του ανθρώπου του μόχθου, «αυτού που χτίζει, αυτού που οργώνει, αυτού που κατεβαίνοντας ανοίγει δρόμους στης γης τα έγκατα κι ανεβάζει το κάρβουνο στους ώμους του». Τραγουδά τον άνθρωπο που έχει τη δύναμη να υπερνικήσει όχι μόνο τους φυσικούς, αλλά και τους κοινωνικούς καταναγκασμούς.

Η μεγάλη ταξική αναμέτρηση τον Δεκέμβρη του 1944 και ο αγώνας του λαού της Αθήνας να διαφεντέψει τη μοίρα του γίνονται η πηγή έμπνευσης της σύνθεσής του «33 μέρες» - γραμμένη σε πεζό - που αποτελεί ύμνο στους αγώνες του θρυλικού λόχου σπουδαστών «Λόρδος Βύρων», που «κοιτώντας τα σύννεφα γύρευε διέξοδο μέσα στο μέλλον...».

...Κ' οι λαβωμένοι βουτούσαν τις σημαίες στο αίμα
και πηδώντας απάνω στα σπασμένα τους γόνατα τις σηκώναν ψηλότερα.
Κι άλλοι πέφτανε μπρούμυτα πάνω στην άσφαλτο.

Και τραγουδώντας οι άλλοι τη λευτεριά και το δίκιο, τους τράβαγαν στις άκρες του δρόμου.
Και ξαπλωνόταν ένας - ένας ανάσκελα, διπλωνόταν στη ματωμένη
σημαία του κ' έσφιγγε τις γροθιές του στο στήθος και πέθαινε.

Κι έτσι βασίλεψε ο ήλιος στις 3 του Δεκέμβρη...

💠 Μερικά από τα βιβλία του εδώ

🔶 Δείτε -Ριζοσπάστης
Νικηφόρος Βρεττάκος -  Οραματίστηκε τη συναδέλφωση των λαών
Αποτυπώματα - Εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννησή του