Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

01 Μαΐου 2026

ΓΣΕΕ: από ώριμο τέκνο της ανάγκης, στον εργατοπατερισμό και τον 👻 εκφυλισμό | VS 👊 ΠΑΜΕ

1918 Ξεκινά τις εργασίες του στον Πειραιά το 1ο πανελλαδικό πανεργατικό συνέδριο, ιδρυτικό, της ΓΣΕΕ (3-10_Νοε_1918). Σε αυτό παίρνουν μέρος 180 αντιπρόσωποι που εκπροσωπούν 214 εργατικά σωματεία με 60.000 οργανωμένα μέλη. Το αστικό κράτος επενέβη με διάφορους τρόπους στη διαδικασία ενοποίησης του κατακερματισμένου συνδικαλιστικού κινήματος προκειμένου να ελέγξει το βαθμό αυτονομίας και την ιδεολογικοπολιτική του ταυτότητα. Η βενιζελική - ρεφορμιστική πλειοψηφία που αναδείχθηκε στη νεοεκλεγείσα Διοίκηση της ΓΣΕΕ φάνηκε μάλιστα προς στιγμή να δικαιώνει τις προσδοκίες του. Ακολούθως, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Ε. Ρεπούλης ενημέρωνε σε τηλεγράφημά του τον Ε. Βενιζέλο: «Πανεργατικόν Συνέδριον απέβη σύμφωνα ενεργείας ημών. Πνεύμα αντισοσιαλιστικόν!»
Ωστόσο, η διακριτή, «συμπαγής και πειθαρχημένη» παρουσία των σοσιαλιστών, τους επέτρεψε να αφήσουν τη σφραγίδα τους σε μια σειρά κομβικά ζητήματα, όπως π.χ. η υιοθέτηση της αρχής της πάλης των τάξεων. Οι δύο γραμμές στο συνδικαλιστικό κίνημα είχαν ήδη διαμορφωθεί και λάβει θέσεις μάχης
3 Απριλίου 1999
σε Πανελλαδική Συνδιάσκεψη στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, με τη συμμετοχή 230 πρωτοβάθμιων σωματείων, 18 κλαδικών και περιφερειακών οργανώσεων και 2.500 εκλεγμένων συνδικαλιστών ιδρύεται το ΠΑΜΕ
Ευλογώντας και τα γένια μας _Σύνταγμα 1999...2025

Η ίδρυση της ΓΣΕΕ

«Οι εργατικές ενώσεις και τα Turn-outs1 δεν αρκούν για να συντρίψουν την κυριαρχία της αστικής τάξης. Εκείνο, όμως, που προσδίνει στις Ενώσεις, και στα Turn-outs που οργανώνουν, την αληθινή τους σημασία, είναι ότι αποτελούν την πρώτη προσπάθεια των εργατών για να καταργήσουν το συναγωνισμό. Προϋποθέτουν αυτή την πολύ σωστή ιδέα, ότι η κυριαρχία της αστικής τάξης πουθενά αλλού δε στηρίζεται παρά στο συναγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες, δηλαδή στην επ' άπειρον διαίρεση του προλεταριάτου, στη δυνατότητα να αντιπαρατάσσονται εχθρικά ανάμεσά τους οι διάφορες κατηγορίες των εργατών. Και ακριβώς γιατί καταπιάνονται - έστω και κατά τρόπο μονόπλευρο και αρκετά περιορισμένο - με το συναγωνισμό, αυτό το ζωτικό νεύρο της σύγχρονης κοινωνικής τάξης, αποτελούν οι Ενώσεις ένα τέτοιο κίνδυνο γι' αυτή την κοινωνική τάξη. Δε θα μπορούσε να βρει ο εργάτης καλύτερο αδύνατο σημείο απ' αυτό, στο οποίο να χτυπήσει την αστική τάξη και μαζί μ' αυτήν το σύνολο του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος». __Φρ. Ενγκελς2

Από τις 21 έως τις 28 Οκτωβρίου (3-10 Νοεμβρίου) του 1918, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και στον Πειραιά το Α` Πανελλαδικό Εργατικό Συνέδριο, αποτέλεσμα των εργασιών του οποίου ήταν η ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ). Στην Αθήνα, στην αίθουσα του Βασιλικού Θεάτρου, διεξήχθησαν οι εργασίες των πρώτων πέντε ημερών του Συνεδρίου, που συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά3. Σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη» της εποχής4, στο συνέδριο πήραν μέρος 252 αντιπρόσωποι, οι οποίοι εκπροσωπούσαν περίπου 60.000 εργάτες από 20 πόλεις της Ελλάδας και 48 επαγγέλματα, 200 σωματεία, 10 Εργατικά Κέντρα, 2 Ομοσπονδίες και 2 Επαγγελματικές Ενώσεις. Αντίθετα, άλλες πηγές δίνουν διαφορετικά στοιχεία. Ο Κορδάτος, για παράδειγμα, αναφέρει ότι στο συνέδριο πήραν μέρος «44 εργατικά σωματεία που αντιπροσώπευαν καμιά εξηνταριά χιλιάδες εργάτες»5, ενώ ο Αβραάμ Μπεναρόγια υποστηρίζει ότι «έλαβαν μέρος 214 σωματεία, αντιπροσωπεύοντα περί τους 65.000 εργάτας»6. Την ίδια άποψη με τον Μπεναρόγια υποστηρίζει και ο Γ. Γεωργιάδης7, ηγετικό στέλεχος του ΣΕΚΕ ως το 1923. Τέλος, στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ8 αναφέρεται ο αριθμός των 214 σωματείων και των 65.000 εργατών που εκπροσωπήθηκαν στο συνέδριο, αλλά σχετικά με τους αντιπροσώπους αναφέρει 182. Εν πάση περιπτώσει, όποιος κι αν ήταν ο ακριβής αριθμός των αντιπροσώπων, το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται είναι τι εκπροσωπούσαν μέσα στο εργατικό κίνημα της εποχής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο Γ. Γεωργιάδης9 το 1918 υπήρχαν στην Ελλάδα 366 εργατικά σωματεία, εκ των οποίων τα 124 ήταν σε αδράνεια, και η συνολική δύναμη των οργανωμένων εργατών ήταν 79.306. Η οργάνωση των εργατών ήταν τριπλή: «α) εις επαγγελματικά σωματεία, β) επαγγελματικά σωματεία μετά ταμείου αλληλοβοηθείας και γ) εις μεικτά σωματεία αλληλοβοηθείας (εργάται και μικροί εργοδόται μαζί)». Τα καθαρώς επαγγελματικά σωματεία το 1918, μη συμπεριλαμβανομένων και των σωματείων με ταμείο αλληλοβοήθειας, ήταν 319. Από τα στοιχεία αυτά - και εφόσον αφαιρεθούν από το σύνολο των σωματείων αυτά που ήσαν αδρανή - προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι στο Α` Πανελλαδικό Εργατικό Συνέδριο εκπροσωπήθηκε η συντριπτική πλειοψηφία των συνδικαλιζόμενων εργατών. Ομως, πώς φτάσαμε σ' αυτό το συνέδριο;

Η προετοιμασία του Συνεδρίου

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια, ξεχωριστή προσωπικότητα του εργατικού κινήματος, στα πρώτα χρόνια της οργάνωσής του
Η ενοποίηση του κινήματος της εργατικής τάξης, όπως και η εξάπλωση των οργανώσεών του ήταν κεντρικό πρόβλημα τουλάχιστον από τις αρχές της 2ης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Ετσι, η πρώτη προσπάθεια για ίδρυση Πανελλήνιας Εργατικής Ομοσπονδίας καταγράφεται το Δεκέμβρη του 1911, όταν το Εργατικό Κέντρο της Αθήνας αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για συνένωση όλων των εργατικών οργανώσεων της χώρας σε μια κεντρική συνδικαλιστική οργάνωση. Η προσπάθεια εκείνη - όπως μας πληροφορεί ο Κορδάτος10 - έμεινε στα χαρτιά, αλλά η ιδέα που εμπεριείχε δεν εγκαταλείφθηκε. Το ζήτημα της συνένωσης των εργατικών οργανώσεων έγινε πιο επιτακτικό μετά τους βαλκανικούς πολέμους, από τους οποίους νέες περιοχές με πλούσια εργατική κίνηση προστέθηκαν στην ελληνική επικράτεια. «Τώρα - γράφει ο Κ. Μοσκώφ11 - δίπλα στις ολιγάριθμες σοσιαλιστικές ομάδες της Αθήνας, του Πειραιά, του Βόλου, των άλλων επαρχιακών κέντρων, υπάρχει μαζική, δυναμική και με ειδικό βάρος στην κοινωνική ζωή της πόλης η "Φεντερασιόν"- η "Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία" της Θεσσαλονίκης». Μια νέα προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας για Πανελλαδική Εργατική Ομοσπονδία έγινε στα 1914, με πρωτοβουλία των καπνεργατών που οργάνωσαν συνδικαλιστική συνδιάσκεψη στην Αθήνα, όπου και λήφθηκαν οι σχετικές αποφάσεις, οι οποίες, όμως, δεν έμελλε να υλοποιηθούν. Την ίδια τύχη είχε και μια τρίτη απόπειρα, στα 1916, με πρωτοβουλία αυτή τη φορά του Εργατικού Κέντρου Πειραιά12. Ολες αυτές οι προσπάθειες, όπως και όσες ακολούθησαν στη συνέχεια, για ενοποίηση του εργατικού κινήματος σε συνδικαλιστικό επίπεδο, είχαν το χαρακτηριστικό ότι συνοδεύονταν, συνδυάζονταν ή αποτελούσαν μέρος μιας έντονης κινητικότητας για ενοποίηση και των πολιτικών εργατικών οργανώσεων σε ένα ενιαίο εργατικό κόμμα. Τις προσπάθειες αυτές στο σύνολό τους, και στο συνδικαλιστικό και στο πολιτικό επίπεδο, σφράγισε η Ρωσική Επανάσταση. Και η αστικοδημοκρατική του Φλεβάρη, αλλά, πολύ περισσότερο, η σοσιαλιστική του Οκτώβρη 1917. Από το καλοκαίρι του 1917, δόθηκε νέα ώθηση στην προσπάθεια ενοποίησης των εργατικών οργανώσεων, δεδομένου ότι είχε συγκροτηθεί μια οργανωτική επιτροπή για τη διοργάνωση Πανελλαδικού Σοσιαλιστικού Συνεδρίου. Το συνέδριο αυτό ορίστηκε για τις 4 Αυγούστου του ίδιου έτους, αλλά δεν έγινε δυνατό να πραγματοποιηθεί. Από τις αρχές, όμως, του 1918 - και υπό την επίδραση της νίκης των μπολσεβίκων - το ζήτημα της ενοποίησης των εργατικών οργανώσεων, πολιτικών και συνδικαλιστικών, μπαίνει στην τελική ευθεία. Συγκεκριμένα, το Φλεβάρη του 1918, με πρωτοβουλία της Φεντερασιόν, συγκαλείται μυστικά στη Θεσσαλονίκη η Β` Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη, με τη συμμετοχή, εκτός της Φεντερασιόν, σοσιαλιστικών οργανώσεων της Αθήνας, του Πειραιά, του Βόλου και της Κέρκυρας. Η Συνδιάσκεψη αυτή αποφάσισε τη διοργάνωση νέας Συνδιάσκεψης για τον Ιούλη του 1918. Ετσι, στα τέλη Ιουλίου, η Γ` Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη κατέληξε να συγκληθεί το Οκτώβρη του 1918 Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο για την ίδρυση κόμματος της εργατικής τάξης. Παράλληλα, εργατική συνδικαλιστική συνδιάσκεψη - που πραγματοποιείται τον Αύγουστο με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από τα Εργατικά Κέντρα Θεσσαλονίκης, Αθήνας, Πειραιά και το συνδικάτο "Η Πρόοδος" - αποφασίζει τη σύγκληση Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου για τη συνένωση των συνδικαλιστικών εργατικών οργανώσεων. Και οι δύο συνδιασκέψεις ορίζουν από μία επιτροπή για την προετοιμασία του καθενός από τα δύο συνέδρια13.
Η πρώτη έκδοση της ΓΣΕΕ για την ενημέρωση των Ελλήνων εργαζομένων και τη γνωριμία τους με τις αποφάσεις της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς

Με σημαία την πάλη των τάξεων

Στο ιδρυτικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ υπήρχαν τέσσερις, βασικές, τάσεις. Η μία ήταν το «Κόμμα των Πειραιωτών», όπως τους λέγανε, και αποτελούνταν κυρίως από αντιπροσώπους του Πειραιά και των νησιών. Επρόκειτο για ανομοιογενή δεξιά στοιχεία, που ήσαν δεμένα με τα αστικά κόμματα. Η δεύτερη τάση ήταν οι λεγόμενοι κεντριστές ή ανεξάρτητοι, που προέρχονταν κυρίως από αντιπροσώπους της Αθήνας και της Πελοποννήσου. Η τρίτη τάση, που ήταν και η ισχυρότερη του συνεδρίου, αποτελούνταν από τους σοσιαλιστές όλων των περιοχών (Θεσσαλονίκης, Θεσσαλίας, Αθήνας, Πειραιά κλπ.). Ισχυρότερη ομάδα ανάμεσά τους ήταν οι Θεσσαλονικείς. Η τέταρτη τάση ήταν η ομάδα του Γιαννιού, που συνεργαζόταν με τους σοσιαλιστές, αποτελώντας τη δεξιά πτέρυγά τους. Υπήρχε και μία πέμπτη ομάδα, όχι τόσο σημαντική, που την αποτελούσαν οι αναρχοσυνδικαλιστές14. «Η ρευστότης της καταστάσεως - γράφει ο Μπεναρόγια15- επέτρεπε τας παρασκηνιακάς επιρροάς, τας αλληλοεπιδράσεις, τας αλλεπαλλήλους προσκαίρους διαμορφώσεις αυτής. Πολλάκις η ματαίωσις ή η συνέχεια του συνεδρίου εξηρτήθη από το μηδέν. Μόνον η συνετή ομόφωνος, σταθερά και πειστική στάσις των σοσιαλιστών επέτρεψε την περάτωσιν των εργασιών και η Μακεδονία έπαιξε και εδώ πρωτεύοντα ρόλον». Το συνέδριο ίδρυσε τη ΓΣΕΕ, αλλά μεγάλη μάχη δόθηκε στο ζήτημα του προσανατολισμού, που θα είχε η νεοϊδρυόμενη Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδας. «Εις το συνέδριο αυτό - γράφει ο Γεωργιάδης16 - το κράτος και οι εργοδόται προσεπάθουν ν' αφαιρέσουν διά των οργάνων των πάσαν μαχητικήν αξίαν από τη Γενικήν Συνομοσπονδίαν, αποκρούοντες την αναγνώρισιν της αρχής της πάλης των τάξεων. Εν τούτοις, η σταθερά και συνειδητή στάσις των σοσιαλιστών αντιπροσώπων του συνεδρίου επέδρασε εις το να δοθή εις τη Συνομοσπονδίαν ο χαρακτήρας της πολεμικής τακτικής κατά της αστικής τάξεως». Πράγματι, το συνέδριο αποδέχτηκε ως αρχή της ΓΣΕΕ την πάλη των τάξεων, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλη νίκη, ιστορικής σημασίας, όχι μόνο για τους σοσιαλιστές, αλλά και για το σύνολο της εργατικής τάξης, αν εξετάσει κανείς το ζήτημα από τη σκοπιά των αντικειμενικών της συμφερόντων. Αν οι σοσιαλιστές έδειχναν την ίδια σθεναρή στάση και στο ζήτημα της εκλογής της διοίκησης της ΓΣΕΕ, τα αποτελέσματα θα ήταν εξίσου καλά γι' αυτούς. Η υποχωρητικότητά τους όμως, μπρος στον κίνδυνο της διάσπασης του εργατικού κινήματος, είχε ως αποτέλεσμα οι συσχετισμοί στη διοίκηση της ΓΣΕΕ να μην αντανακλούν τους συσχετισμούς του συνεδρίου. Το συνέδριο εξέλεξε 11μελή διοίκηση. Τα 6 μέλη ήταν οπαδοί των Φιλελευθέρων, ενώ κατάφερε να εκλέξει δύο μέλη και η ομάδα του Γιαννιού17. Ομως, παρά αυτό το αποτέλεσμα, η αστική τάξη δεν μπορούσε να είναι ευχαριστημένη, διότι οι σοσιαλιστές είχαν την κύρια επιρροή μέσα στην εργατική τάξη και ειδικότερα στο οργανωμένο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Ετσι, η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων κατέφυγε στις διώξεις, στην τρομοκρατία και στη διαλυτική δουλιά, ούτως ώστε να θέσει υπό τον έλεγχό της τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, κυρίως στη βάση του εργατικού κινήματος. Μάταια, όμως. «Οι σοσιαλιστές - γράφει ο Κορδάτος18 - και τα συνειδητά εργατικά στελέχη κρατήσανε τα πόστα τους μέσα στα συνδικάτα και με την εμπιστοσύνη των εργατών προωθούσαν ολοένα και σταθερότερα τους επαγγελματικούς αγώνες». Πρόκειται για μια σκληρή πάλη, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

1. Εννοεί τις διάφορες εκδηλώσεις των εργατικών ενώσεων

2. Fr. Engels: «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», εκδόσεις ΜΠΑΫΡΟΝ, τόμος β`, σελ. 126

3. Γ. Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», Εκδόσεις «Μπουκουμάνη», σελ. 303,. Την άποψη του Κορδάτου επαναλαμβάνει ο Κ. Μοσκώφ (Βλέπε: Κ. Μοσκώφ: «Εισαγωγή στην Ιστορία του κινήματος της Εργατικής τάξης», εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 399), αλλά και ο Χρ. Τζεκίνης, ο οποίος, όμως, λέει ότι στο συνέδριο έλαβαν μέρος 165 αντιπρόσωποι (Χρ. Τζεκίνη: «1870-1987 Το Εργατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα στην Ελλάδα», εκδόσεις ΓΑΛΑΙΟΣ, σελ. 49-50

4. «Ριζοσπάστης» 17/11/1918 και ΚΜΕ Θεσσαλονίκης: «Η Σοσιαλιστική Οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης 1909-1918», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 244

5. Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 303

6. Αβραάμ Μπεναρόγια: «Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», εκδόσεις «Κομμούνα» 1986, σελ. 116

7. Γ. Γεωργιάδη: «Σοσιαλισμός - Προβλήματα θεωρίας, εφαρμογής και πράξης», εκδόσεις «Παπαζήση», τόμος Α`, σελ. 202

8. «Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις ΣΕ, τόμος Α`, σελ. 78-79

9. Γ. Γεωργιάδη, στο ίδιο, σελ. 201

10. Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός Αιώνας», τόμος XIII, σελ. 503

11. Κ. Μοσκώφ, στο ίδιο, σελ. 387

12. Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 503

13. Βλέπε αναλυτικά: Κ. Μοσκώφ, στο ίδιο, σελ. 397-398, ΚΜΕ Θεσσαλονίκης, στο ίδιο, σελ. 234- 235, Γ. Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», σελ. 294, 299 κ.ά.

14. Α. Μπεναρόγια, στο ίδιο, σελ. 116-117 και Δ. Λιβιεράτου: «Το ελληνικό εργατικό κίνημα», τόμος Α`, σελ. 25-26

15. Α. Μπεναρόγια, στο ίδιο, σελ. 117

16. Γ. Γεωργιάδη, στο ίδιο, σελ. 202-203

17. ΚΜΕ Θεσσαλονίκης, στο ίδιο, σελ. 249

18. Γ. Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», σελ. 308

Η πορεία συγκρότησης της Ενωτικής ΓΣΕΕ

Ιδρύθηκε στις 3 Φλεβάρη 1929 και ήταν γέννημα της σύγκρουσης των δύο γραμμών στο κίνημα. Στις 3 Φλεβάρη 1929 συνήλθε στην Αθήνα το Συνέδριο για την ίδρυση της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Όπως δείχνουν τα γεγονότα που προηγήθηκαν, η δημιουργία της Ενωτικής ΓΣΕΕ προέκυψε στην πορεία της αντιπαράθεσης των δυο γραμμών στο κίνημα: Της ταξικής σύγκρουσης από τη μια και της ταξικής συνδιαλλαγής από την άλλη. Ας δούμε το ιστορικό εκείνης της περιόδου:

Στις 3 Νοέμβρη 1918, έγινε το 1ο Ιδρυτικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ, στο οποίο συμμετείχαν 44 εργατικά σωματεία που εκπροσωπούσαν περίπου 60.000 εργάτες (σχεδόν μια βδομάδα μετά, ιδρύεται το ΣΕΚΕ που μετονομάστηκε σε ΚΚΕ). Βασικά ζητήματα της αντιπαράθεσης στο 1ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ ήταν το καταστατικό, το πρόγραμμα διεκδικήσεων και η διοίκηση της Συνομοσπονδίας. Ύστερα από έντονη διαμάχη, υιοθετήθηκε η αρχή της πάλης των τάξεων με ψήφους 158 υπέρ, 21 κατά, 1 λευκό. Παρ' όλ' αυτά, στην 11μελή Εκτελεστική Επιτροπή της ΓΣΕΕ εκλέχτηκαν 6 φιλοκυβερνητικοί συνδικαλιστές και 5 αγωνιστές, εξαιτίας συμβιβασμών στο όνομα της «ενότητας».

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου απαγόρευσε τις διαδηλώσεις την Πρωτομαγιά του 1919 σε Αθήνα και Πειραιά, δείχνοντας τις προθέσεις της απέναντι στο εργατικό κίνημα. Ο γιορτασμός, ωστόσο, έγινε στα προάστια. Λίγους μήνες αργότερα, η κυβέρνηση επιχείρησε να παρέμβει ανοιχτά στη ΓΣΕΕ. Τον Ιούνη του 1919, οι 6 φιλοκυβερνητικοί συνδικαλιστές καθαίρεσαν «πραξικοπηματικά» τους 5 αγωνιστές, οι οποίοι συνελήφθησαν και εξορίστηκαν στη Φολέγανδρο! Το Εθνικό Συμβούλιο της ΓΣΕΕ συνεδρίασε εκτάκτως, καθαίρεσε τους 6 του Βενιζέλου και ανάθεσε τη διοίκηση στους 5 εξόριστους. Το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) οργάνωσε τον Ιούλη του 1919 την πρώτη πανεργατική απεργία με κεντρικά αιτήματα την απελευθέρωση των εξόριστων, να σταματήσουν η τρομοκρατία και οι κυβερνητικές παρεμβάσεις. Τελικά, η κυβέρνηση απελευθέρωσε τους 4 από τους 5 εξόριστους.

Ωμή παρέμβαση του κράτους

Οι προσπάθειες των αστικών κυβερνήσεων να ελέγξουν το συνδικαλιστικό κίνημα συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Τον Ιούνη του 1925, ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανέτρεψε την τότε κυβέρνηση και επέβαλε δικτατορία. Μεταξύ άλλων, εξαπέλυσε άγρια επίθεση στο συνδικαλιστικό κίνημα με διωγμούς και συλλήψεις. Σε αυτές τις συνθήκες έγινε το 3ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ, το Μάρτη του 1926. Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης ήταν η «αποκομμουνιστικοποίηση» της ΓΣΕΕ. Οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ήταν 457. Από αυτούς, οι 278 (60%) ήταν κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές και οι 179 συνδικαλιστές που κινούνταν στη γραμμή της ταξικής συναίνεσης. Ο δικτάτορας Πάγκαλος συνέλαβε με διάφορα προσχήματα τους 119 από τους 278 αγωνιστές αντιπροσώπους, τους οποίους αμπάρωσε σε φορτηγό πλοίο και τους κράτησε εκεί πέντε μίλια ανοιχτά του Πειραιά μέχρι τη μέρα που έληξαν οι αρχαιρεσίες στη ΓΣΕΕ! Έτσι, μετά από την απροκάλυπτη κρατική παρέμβαση, στην εκλογή της διοίκησης οι δυνάμεις του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού πήραν 179 ψήφους και οι αγωνιστικές δυνάμεις 168.

Η σύγκρουση της περιόδου εκείνης κορυφώθηκε στο 4ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ το Μάη του 1928. Μεταξύ των δύο συνεδρίων, η νόθα πλειοψηφία της ΓΣΕΕ διέγραψε ταξικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και παράλληλα δημιουργούνταν σωματεία με στόχο τη στήριξή της. Από το Συνέδριο με διάφορες μεθοδεύσεις διαγράφηκαν 213 αντιπρόσωποι σαν «κομμουνιστές» και μαζί τους 300 σωματεία με 75.000 μέλη που υπερασπίζονταν την ταξική γραμμή στο κίνημα. Μετά από το βίαιο αποκλεισμό των αγωνιστών αντιπροσώπων, οι Ομοσπονδίες Ηλεκτρισμού, Καπνεργατών, Τύπου, Δέρματος, Οικοδόμων και άλλες πραγματοποίησαν σύσκεψη και εξέλεξαν Πενταμελές Γραφείο των αποκλεισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων με δύο βασικά καθήκοντα: Να οργανώσει και να καθοδηγήσει τους αγώνες των εργαζομένων και, δεύτερο, να αγωνιστεί για τον εκδημοκρατισμό της ΓΣΕΕ και την αποκατάσταση της νομιμότητας.

Μηχανισμοί χειραγώγησης και εξαγοράς

Λίγους μήνες μετά ιδρύθηκε η Ενωτική ΓΣΕΕ. Στο Συνέδριο πήραν μέρος 297 αντιπρόσωποι από 150 οργανώσεις. Οι μεγαλύτερες από αυτές ήταν οι Ομοσπονδίες Καπνεργατών, Τύπου και Βιομηχανίας Χάρτου, Επισιτισμού, Δέρματος, Μηχανουργών, Οικοδόμων κ.ά. Η αντίδραση της τότε κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν χαρακτηριστική. Ψήφισε τρεις νόμους με στόχο να ενισχύσει την κυβερνητική ΓΣΕΕ και να χτυπήσει με κατασταλτικά μέτρα την Ενωτική. Με τον ένα νόμο έδινε το προνόμιο στη διοίκηση της ΓΣΕΕ να υποδεικνύει τέσσερις γερουσιαστές στη Γερουσία. Με το δεύτερο, ίδρυσε την «Εργατική Εστία», στην οποία εξασφάλιζε και τους πόρους ώστε να μπορεί να έχει στη διάθεσή της οικήματα για να στεγάζονται τα σωματεία της κυβερνητικής ΓΣΕΕ.

Στο νόμο αυτό υπήρχε και διάταξη που προέβλεπε τον αποκλεισμό από τα οικήματα της «Εργατικής Εστίας» των συνδικάτων εκείνων που έκαναν «αντικυβερνητική πολιτική». Τέλος, με τον τρίτο αντικομμουνιστικό νόμο «περί Ιδιώνυμου» έβγαζε εκτός νόμου την Ενωτική ΓΣΕΕ.

Αν και εκτός νόμου, η Ενωτική ΓΣΕΕ δεν ανέστειλε τη δράση της. Συνέχισε να λειτουργεί παράνομα και αύξησε την επιρροή της μέσα στους εργάτες. Μάλιστα, στο 7ο Συνέδριο της κυβερνητικής ΓΣΕΕ, το 1934, το 1/3 των συνέδρων υποστήριξε τις προτάσεις της Ενωτικής για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Κάτω από αυτή την πίεση, η καθεστωτική ΓΣΕΕ υποχρεώθηκε τον Ιούλη του 1936 να έρθει σε επικοινωνία με την Ενωτική ΓΣΕΕ και να συμφωνήσει στη σύγκληση συνεδρίου για την αποκατάσταση των δημοκρατικών λειτουργιών στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η επιβολή, όμως, της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου έθεσε τέρμα σε τέτοιου είδους εξελίξεις. Το μεταξικό καθεστώς προχώρησε με ταχύτατους ρυθμούς στη φασιστικοποίηση των συνδικάτων, ενώ γέμισε τις φυλακές και τις εξορίες με κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές συνδικαλιστές.

Ανειρήνευτη σύγκρουση

Τις επόμενες δεκαετίες ακολούθησαν γεγονότα παρόμοιας σημασίας. Τον Απρίλη του 1945, ιδρύθηκε από τους κομμουνιστές και τους συμμάχους τους στο εργατικό κίνημα ο Εργατικός Αντιφασιστικός Συνασπισμός (ΕΡΓΑΣ). Στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτης 1946), ο ΕΡΓΑΣ κατέκτησε μεγάλη πλειοψηφία και γενικός γραμματέας της Συνομοσπονδίας εκλέχτηκε ο κομμουνιστής συνδικαλιστής Μήτσος Παπαρήγας (δολοφονήθηκε από την Ασφάλεια το Φλεβάρη του 1949). Όμως, τον Ιούνη του 1946, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Ακολούθησαν συλλήψεις συνδικαλιστών και διορισμός νέων διοικήσεων - υπηρετών της αστικής τάξης. Το 1963 μορφοποιήθηκε η «Κίνηση των 115» Συνδικαλιστικών Οργανώσεων. Αρχικά, ήταν μια συσπείρωση 55 εργατικών σωματείων που έφτασαν τα 680 μέχρι το 1967, οπότε στις 21 Απρίλη έγινε το πραξικόπημα και η χούντα τερμάτισε τη δράση της. Απέναντι σ' αυτή την Κίνηση βρισκόταν μια ΓΣΕΕ υποχείριο των αστικών κυβερνήσεων. Για πολλά χρόνια επικεφαλής της υπήρξε ο εργατοκάπηλος Μακρής και συμπρωταγωνιστής ο Θεοδώρου, που έλεγχε το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Συμβουλάτορες της ΓΣΕΕ, μεταξύ άλλων, ήταν ο Ιρβινγκ Μπράουν, Αμερικανός συνδικαλιστής και πράκτορας της CIA.

Το 1985 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με μια απευθείας παρέμβαση και με τη βοήθεια των δικαστηρίων καθαίρεσε την αιρετή διοίκηση της ΓΣΕΕ και στη θέση της διόρισε κυβερνητικούς - εργοδοτικούς συνδικαλιστές. Ο λόγος που το έκανε ήταν επειδή η ΠΑΣΚΕ, συνδικαλιστική παράταξη των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ, έχασε την πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ και η κυβέρνηση κινδύνευε να βρεθεί αντιμέτωπη με ισχυρές αντιστάσεις στα αντιλαϊκά μέτρα που προωθούσε εκείνη την περίοδο. Τα παραπάνω αποτελούν ορισμένα μόνο επεισόδια της μακράς ιστορίας του εργατικού κινήματος, που επιβεβαιώνουν τη σύγκρουση των δύο γραμμών στο εσωτερικό του. Η εργοδοσία και οι κυβερνήσεις της πάντα προσπαθούσαν και προσπαθούν να έχουν του χεριού τους το συνδικαλιστικό κίνημα, με στήριγμα τις συνδικαλιστικές δυνάμεις της συναίνεσης και υποταγής. Απέναντί τους στάθηκαν διαχρονικά και στέκονται οι ταξικές δυνάμεις.

Βασικοί σταθμοί από τη διαπάλη
για τον προσανατολισμό
του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος

1. Από την ίδρυση της ΓΣΕΕ
μέχρι το 9ο Συνέδριό της το 1948

Με την ευκαιρία αυτού του αφιερώματος, υπενθυμίζουμε όσα υπογραμμίζονται στα ντοκουμέντα του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ, στην ενότητα για τη σχέση Κόμματος - κινήματος: «Τα συνδικάτα και γενικότερα οι κατώτερες μορφές οργάνωσης επιδρούν, παίζουν ρόλο στην οργάνωση και διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Γι' αυτό και αποτελεί αναγκαιότητα η συνεχής, αποφασιστική παρέμβαση των δυνάμεων του Κομμουνιστικού Κόμματος στη διαπάλη για τον προσανατολισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, σε οποιεσδήποτε συνθήκες, επαναστατικές ή μη.

Αντικειμενικά, δεν υπάρχουν πολιτικά ουδέτερα συνδικάτα. Σε αυτά θα κυριαρχεί είτε η γραμμή της ταξικής συνεργασίας, του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού, είτε η γραμμή του ρεφορμιστικού, οπορτουνιστικού ρεύματος είτε η γραμμή της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής πάλης. Επομένως, η ιδεολογική και πολιτική διαπάλη μέσα στο κίνημα έχει σημασία για την επίτευξη του στόχου της οργάνωσης σημαντικού μέρους της εργατικής τάξης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, για την εμβάθυνση και διεύρυνση των δεσμών της με το Κόμμα».

Η ίδρυση της ΓΣΕΕ

Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία το 1917 έδωσε ώθηση και στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα της Ελλάδας. Τα συνδικάτα που το 1917 δεν ήταν περισσότερα από 200, την επόμενη χρονιά υπολογίζονταν σε περίπου 320. Σε αυτές τις συνθήκες, η «Φεντερασιόν» (Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης) έθεσε θέμα ίδρυσης τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, όπως και ενιαίου σοσιαλιστικού κόμματος.

Το Ιδρυτικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ πραγματοποιείται στις 3 - 10 Νοέμβρη 1918 (21-28 Οκτ 1918 με το παλιό ημερολόγιο - στο εξής θα αναφέρονται οι ημερομηνίες με βάση το ισχύον). Στο συνέδριο πήραν μέρος 252 αντιπρόσωποι από 200 σωματεία, 10 Εργατικά Κέντρα, 2 Ομοσπονδίες και 2 επαγγελματικές ενώσεις, με συνολικό αριθμό 60.000 μελών, από 20 πόλεις και 48 επαγγέλματα.

Σχεδόν μια βδομάδα μετά,
ιδρύεται το ΣΕΚΕ που το 1924 μετονομάστηκε σε ΚΚΕ.

Στο συνέδριο της ΓΣΕΕ εμφανίστηκαν τρεις βασικές τάσεις, οι οποίες εκδηλώθηκαν μέσα από την αντιπαράθεση για τα ζητήματα του καταστατικού, του προγράμματος διεκδικήσεων και της διοίκησης της Συνομοσπονδίας, τα οποία από την άποψη περιεχομένου αφορούσαν στο ζήτημα του ταξικού προσανατολισμού της Συνομοσπονδίας.

Ο Μήτσος Παπαρήγας στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ

Οι τάσεις αυτές ήταν: Η συντηρητική - ρεφορμιστική (βενιζελική), η σοσιαλιστική με επικεφαλής τη «Φεντερασιόν» και η αναρχοσυνδικαλιστική. Η σοσιαλιστική τάση ήταν υπέρμαχη της αναγνώρισης της πάλης των τάξεων και της ίδρυσης ταξικής συνομοσπονδίας. Οι άλλες δύο τάσεις ήταν υπέρμαχες του διαχωρισμού της πολιτικής από το συνδικαλισμό.

Τελικά, ύστερα από έντονη διαμάχη επικράτησε η αρχή της «πάλης των τάξεων» με 158 ψήφους υπέρ, 21 κατά, 1 λευκό. Ωστόσο, εξαιτίας συμβιβασμών στο όνομα της «ενότητας», στην 11μελή Εκτελεστική Επιτροπή της ΓΣΕΕ εκλέχτηκαν 6 βενιζελικοί συνδικαλιστές και 5 σοσιαλιστές, εκ των οποίων οι δύο ήταν ρεφορμιστές, ανήκαν στην ομάδα Γιαννιού, που είχε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με το Φιλελεύθερο Κόμμα (Ελ. Βενιζέλος). Γενικός γραμματέας της ΓΣΕΕ εκλέγεται ο φιλελεύθερος Μαχαίρας.

Συνεχής παρέμβαση του αστικού κράτους

Από την πρώτη στιγμή ίδρυσης της ΓΣΕΕ , μέχρι και σήμερα, η προσπάθεια του αστικού κράτους να την ελέγξει ήταν και είναι συνεχής. Την 1η Μάη του 1919, οι 5 σοσιαλιστές στη διοίκηση της ΓΣΕΕ οργάνωσαν απεργία και συγκέντρωση στου Ρέντη. Ανάμεσα στα αιτήματα της Πρωτομαγιάτικης απεργίας ήταν η απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων από τη σοβιετική Ρωσία και η αναγνώριση της σοβιετικής εξουσίας. Σύμφωνα με το φύλλο του «Ριζοσπάστη» της επόμενης μέρας, η απεργιακή συγκέντρωση στου Ρέντη είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς συμμετείχαν 10.000 εργάτες, ενώ απέργησαν 30.000. Ταυτόχρονα, όπως υπολογίστηκε, οι απεργοί στη Θεσσαλονίκη ήταν 50.000, ενώ Πρωτομαγιάτικες απεργιακές συγκεντρώσεις έγιναν και σε άλλες πόλεις. Ανήμερα της Πρωτομαγιάτικης απεργίας στην Αθήνα συνελήφθησαν τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής της και κλείστηκαν στις φυλακές Αβέρωφ.

Η συνέχεια δόθηκε με τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού να προσπαθούν να εκδιώξουν, με τη συνεργασία του αστικού κράτους, τους σοσιαλιστές από τα συνδικάτα. Η διαπάλη οξύνθηκε τον Ιούνη του 1919, όταν οι 6 βενιζελικοί συνδικαλιστές στη διοίκηση της ΓΣΕΕ καθαίρεσαν «πραξικοπηματικά» τους 5 σοσιαλιστές. Το Εθνικό Συμβούλιο της ΓΣΕΕ συνεδρίασε εκτάκτως, καθαίρεσε τους 6 βενιζελικούς και ανέθεσε τη διοίκηση στους 5 εξόριστους. Για αυτό η νέα διοίκηση της ΓΣΕΕ έμεινε στην Ιστορία ως 5μελής. Η κυβέρνηση Βενιζέλου στις 18 Ιούλη συνέλαβε τα 4 μέλη της πενταμελούς διοίκησης και αργότερα συνέλαβε και το πέμπτο. Οι συλληφθέντες εξορίστηκαν στη Φολέγανδρο. Στις 19 Ιούλη συνελήφθη ο Γ. Πετσόπουλος, διευθυντής του «Ριζοσπάστη». Αμέσως κηρύχθηκε πανελλαδική απεργία με κεντρικά αιτήματα την απελευθέρωση των εξόριστων, τον τερματισμό της τρομοκρατίας και των κυβερνητικών παρεμβάσεων στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα. Τελικά, τον Οκτώβρη του 1919, η κυβέρνηση απελευθέρωσε τους 4 από τους 5 εξόριστους. Στο μεταξύ, ο αριθμός των συνδικάτων κατέγραψε σημαντική αύξηση. Από περίπου 320 το 1918, έφτασαν τα 390 το 1919.

Το Σεπτέμβρη του 1920, οι βενιζελικές συνδικαλιστικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον Μαχαίρα, έχοντας την πλήρη οικονομική στήριξη του αστικού κράτους - και όχι μόνο - πραγματοποιούν μόνες τους ένα συνέδριο - παρωδία της ΓΣΕΕ στον Πειραιά. Σε αυτό συμμετείχαν και οι δύο συνδικαλιστές από την ομάδα Γιαννιού. Στο συνέδριο πήραν μέρος και συνδικάτα - σφραγίδες που δημιουργήθηκαν από το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ οι αποφάσεις του ευθυγραμμίζονταν με τις κυβερνητικές επιλογές. Το συνέδριο εξέλεξε «Διοίκηση της ΓΣΕΕ », η οποία δεν είχε κανένα κύρος και ουσιαστικά έπαψε την όποια δράση της δύο μήνες μετά, όταν το κόμμα των Φιλελευθέρων έχασε στις εκλογές.

Στις 10 Οκτώβρη 1920 συγκλήθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθήνας το 2ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ , στο οποίο πήραν μέρος 137 συνδικαλιστικές οργανώσεις με 54.000 μέλη. Το βασικό θέμα που απασχόλησε το Συνέδριο ήταν οι σχέσεις της ΓΣΕΕ με το ΣΕΚΕ. Υπήρξαν τρεις προτάσεις. Η πρώτη ήταν η συγχώνευση ΓΣΕΕ - ΣΕΚΕ, η δεύτερη η οργανική σύνδεσή τους, η τρίτη η διατήρηση της ΓΣΕΕ μακριά από την επιρροή οποιουδήποτε κόμματος. Με μεγάλη πλειοψηφία υπερψηφίστηκε η δεύτερη πρόταση.

Στη δεκαετία του 1920, συνεχίζονται οι τρομοκρατικές επιθέσεις του αστικού κράτους κατά του εργατικού κινήματος.

Το 1923, βιομήχανοι και εφοπλιστές αξιοποιούν τη μαζική είσοδο των προσφύγων και προχωρούν σε απολύσεις και μειώσεις μισθών. Η ΓΣΕΕ μαζί με το Εργατικό Κέντρο Πειραιά (ΕΚΠ) καλούν τους εργάτες να μη δεχτούν τον εκβιασμό. Υπάρχει αναβρασμός με κέντρο τον Πειραιά. Ξεσπούν απεργίες που εξαπλώνονται. Η κυβέρνηση Πλαστήρα - Γονατά απαντά με καταστολή και με συλλήψεις μελών της διοίκησης των ναυτεργατών, μαζικές συλλήψεις απεργών, ενώ απαγορεύει τα σωματεία της ΓΣΕΕ . Στις 21 Αυγούστου προκηρύσσεται πανεργατική απεργία στον Πειραιά. Η κυβέρνηση στέλνει το Α' Σώμα Στρατού με τανκς και απαγορεύει την κυκλοφορία. Στις 23 Αυγούστου γίνεται συγκέντρωση ΓΣΕΕ - ΕΚΠ στο Πασαλιμάνι. Στρατός και Αστυνομία τη χτυπάνε και την πνίγουν στο αίμα. Εντεκα εργάτες νεκροί, 100 τραυματίες, ενώ τους 500 φτάνουν οι συλληφθέντες. Η εργατική τάξη, με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές, ποτίζει με το αίμα της την άνδρωση του κινήματός της. Παράλληλα, δυναμώνει η κρατική καπιταλιστική επίθεση, για να ελέγξουν τα κορυφαία συνδικαλιστικά όργανα.

Η "αποκομμουνιστικοποίηση"

Τον Ιούνη του 1925, ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανέτρεψε την τότε κυβέρνηση και επέβαλε δικτατορία. Εθεσε εκτός νόμου το ΚΚΕ, προχώρησε στη σύλληψη κομμουνιστών και άλλων προοδευτικών συνδικαλιστών και τους εξόρισε σε νησιά του Αιγαίου.

  • Τον Αύγουστο του 1925, με απόφαση του ΚΚΕ, διακόπτεται η οργανική σύνδεση με τη ΓΣΕΕ , σε ευθυγράμμιση με τις Αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη σχέση των Κομμουνιστικών Κομμάτων με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
  • Στις 27 Μάρτη - 7 Απρίλη 1926 γίνεται το 3ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ , ενώ η κυβέρνηση Πάγκαλου διακηρύσσει το στόχο της «αποκομμουνιστικοποίησής» της.
  • Και σ' αυτό το συνέδριο οι ταξικές δυνάμεις έχουν την πλειοψηφία. Οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ήταν 457. Από αυτούς, οι 278 (60%) ήταν κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές και οι 179 συνδικαλιστές που κινούνταν στη γραμμή της ταξικής συναίνεσης. Ο δικτάτορας Πάγκαλος, με διάφορα προσχήματα, συνέλαβε τους 110 από τους 278, τους οποίους αμπάρωσε σε φορτηγό πλοίο και τους κράτησε σε αυτό πέντε μίλια ανοιχτά του Πειραιά μέχρι τη μέρα που έληξαν οι αρχαιρεσίες στη ΓΣΕΕ ! Ετσι, μετά από την απροκάλυπτη κρατική παρέμβαση, στην εκλογή της διοίκησης, οι δυνάμεις του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού πήραν 179 ψήφους και οι αγωνιστικές δυνάμεις 168. Νέος γενικός γραμματέας της ΓΣΕΕ εκλέχθηκε ο σοσιαλδημοκράτης Δ. Στρατής.

Η σύγκρουση της περιόδου εκείνης κορυφώθηκε στο 4ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ , 8 - 15 Μάη 1928. Η προετοιμασία είχε αρχίσει αμέσως μετά το προηγούμενο συνέδριο , με διαγραφές ταξικών Σωματείων από Εργατικά Κέντρα και Ομοσπονδίες, οπότε και θα εκδιωχθούν οι κομμουνιστές από τη ΓΣΕΕ . Παρ' όλα αυτά, ο συσχετισμός όπως καταγράφηκε την πρώτη μέρα των εργασιών του συνεδρίου ήταν 230 αντιπρόσωποι με ταξικό προσανατολισμό έναντι 136 αντιπροσώπων που συγκροτούσαν το συνασπισμένο μπλοκ συντηρητικών, ρεφορμιστών και σοσιαλδημοκρατών. Για να αλλάξει ο συσχετισμός διαγράφηκαν, με διάφορες μεθοδεύσεις, 213 αντιπρόσωποι και μαζί τους 300 σωματεία με 75.000 μέλη που υπερασπίζονταν την ταξική γραμμή στο κίνημα. Αποκλείστηκαν μεγάλες Ομοσπονδίες, ανάμεσά τους η μεγαλύτερη της χώρας, η Καπνεργατική.

Ίδρυση της Ενωτικής ΓΣΕΕ

Μετά από το βίαιο αποκλεισμό των αγωνιστών αντιπροσώπων από το 4ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ , οι Ομοσπονδίες Ηλεκτρισμού, Καπνεργατών, Τύπου, Δέρματος, Οικοδόμων και άλλες πραγματοποίησαν σύσκεψη και εξέλεξαν Πενταμελές Γραφείο των αποκλεισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων με δύο βασικά καθήκοντα: Να οργανώσει και να καθοδηγήσει τους αγώνες των εργαζομένων και, δεύτερο, να αγωνιστεί για τον εκδημοκρατισμό και την αποκατάσταση της νομιμότητας στη ΓΣΕΕ .

  • Την ίδια περίοδο, το 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ, (Δεκέμβρης 1928), θέτει ως άμεσο καθήκον «τη σύγκληση του εργατικού πανελλαδικού συνεδρίου... τη συγκέντρωση των ταξικών δυνάμεων του συνδικαλιστικού κινήματος, την επανίδρυση του ταξικού κέντρου των συνδικάτων για την οργάνωση και διεξαγωγή των οικονομικών αγώνων της εργατικής τάξης, την καταπολέμηση της πολιτικής συνεργασίας των τάξεων...». Το συνέδριο εκτιμά ότι «για την επιτυχή διεξαγωγή των αγώνων της εργατικής τάξης, επιβάλλεται το ενιαίο μέτωπο όλων των εργατών, ανεξαρτήτως πολιτικών αντιλήψεων», μέτωπο ενάντια στην «κρατικοποιημένη», όπως τη χαρακτηρίζει, ηγεσία της ΓΣΕΕ και στην κεφαλαιοκρατία.
  • Το ΚΚΕ, μπροστά στον επιδιωκόμενο ταξικό αφοπλισμό του κινήματος, παρεμβαίνει έτσι ώστε το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να εξασφαλίσει ταξική ηγεσία, ταξική ενότητα δράσης και προσανατολισμό.

Στις συνθήκες αυτές, στις 3 - 9 Φλεβάρη 1929 συνήλθε στην Αθήνα το Συνέδριο για την ίδρυση της Ενωτικής ΓΣΕΕ (ΕΓΣΕΕ). Στο Συνέδριο πήραν μέρος 237 αντιπρόσωποι από 142 οργανώσεις. Οι μεγαλύτερες από αυτές ήταν οι Ομοσπονδίες Καπνεργατών, Τύπου και Βιομηχανίας Χάρτου, Επισιτισμού, Δέρματος, Μηχανουργών, Οικοδόμων κ.ά. Ακόμα συμμετείχαν 52 αντιπρόσωποι από μειοψηφίες σωματείων και ανοργάνωτους εργάτες. Συνολικά εκπροσωπούνταν οι 35.000 από τους 50.000 συνδικαλιστικά οργανωμένους εργάτες στη χώρα. Στις αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των αντιπροσώπων συμμετείχαν 21.000 εργάτες. Η ίδρυση της ΕΓΣΕΕ αποσκοπούσε στη δημιουργία των προϋποθέσεων ενότητας δράσης πάνω στις αρχές της ταξικής πάλης και της απόκρουσης οποιασδήποτε εξάρτησης από την αστική τάξη και τα κυβερνητικά - κρατικά όργανά της.

Η ΕΓΣΕΕ καθημερινά συσπείρωνε ολοένα και περισσότερο τους εργάτες. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, προκειμένου να ενισχύσει την κυβερνητική ΓΣΕΕ και να χτυπήσει την Ενωτική, προχώρησε στην ψήφιση τριών νόμων. Με τον έναν έδινε το προνόμιο στη διοίκηση της ΓΣΕΕ να υποδείχνει τέσσερις γερουσιαστές. Με τον δεύτερο ίδρυσε την «Εργατική Εστία», στην οποία εξασφάλιζε και τους πόρους, ώστε να μπορεί να έχει στη διάθεσή της οικήματα, στα οποία θα μπορούσαν να στεγάζονται τα σωματεία της κυβερνητικής ΓΣΕΕ . Στο νόμο αυτό υπήρχε και διάταξη που προέβλεπε τον αποκλεισμό από τα οικήματα της «Εργατικής Εστίας» των συνδικάτων εκείνων που έκαναν αντικυβερνητική πολιτική. Όμως, το κύριο μέσο καταστολής ήταν ο αντικομμουνιστικός νόμος «περί ιδιώνυμου». Με αυτόν, η ΕΓΣΕΕ παραπέμφθηκε σε δίκη στις 19 Δεκέμβρη 1929. Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας ήταν μέλος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας, γνωστοί χαφιέδες και σοσιαλδημοκράτες - ρεφορμιστές συνδικαλιστές. Στις 3 Γενάρη 1930 το Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε απόφαση διάλυσης της Ενωτικής ΓΣΕΕ , «επειδή εργάζεται κατά του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος».

Η ΕΓΣΕΕ δεν ανέστειλε τη δράση της. Συνέχισε να λειτουργεί παράνομα και αύξησε την επιρροή της μέσα στους εργάτες. Μάλιστα, στο 7ο Συνέδριο της κυβερνητικής ΓΣΕΕ , το 1934, το 1/3 των συνέδρων υποστήριξε τις προτάσεις της Ενωτικής για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Η θέση για ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος αποτυπώθηκε και στην τότε προγραμματική θέση του ΚΚΕ, στο 6ο Συνέδριό του τον Δεκέμβρη του 1935. Κάτω από αυτήν την πίεση, η καθεστωτική ΓΣΕΕ υποχρεώθηκε τον Ιούλη του 1936 να έρθει σε επικοινωνία με την Ενωτική ΓΣΕΕ και να συμφωνήσει στη σύγκληση συνεδρίου για την αποκατάσταση των δημοκρατικών λειτουργιών στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η επιβολή, όμως, της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου έθεσε τέρμα σε τέτοιου είδους εξελίξεις. Το μεταξικό καθεστώς προχώρησε με ταχύτατους ρυθμούς στη στελέχωση των συνδικάτων με ανθρώπους εξαγορασμένους από το κεφάλαιο και έμπιστους της δικτατορίας, ενώ γέμισε τις φυλακές και τις εξορίες με κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές συνδικαλιστές όλων των βαθμίδων.

Το Εργατικό ΕΑΜ

Στις 16 Ιούλη 1941, στις συνθήκες της ναζιστικής Κατοχής, υπογράφτηκε το συμφωνητικό ίδρυσης του Εργατικού Εθνικοαπελευθερωτικού Μετώπου (ΕΕΑΜ), που συγκρότησαν η Ενωτική ΓΣΕΕ και η ΓΣΕΕ , με γενικό γραμματέα τον Κώστα Λαζαρίδη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους προσχώρησαν και τα «Ανεξάρτητα Συνδικάτα», με γραμματέα τον Δ. Στρατή. Εως τα τέλη του 1943, το ΕΕΑΜ είχε κατακτήσει σχεδόν την καθολική υποστήριξη των εργατών στα συνδικάτα. Την ίδια ώρα, όμως, οι διορισμένοι από τον Μεταξά συνέχιζαν ως προστατευόμενοι από τους ναζί να παριστάνουν την «Εθνική ΓΣΕΕ ». Το ΕΑΜ και το ΕΕΑΜ πρωτοστάτησαν, μεταξύ άλλων, στην οργάνωση του αγώνα του λαού για την επιβίωση, στην πάλη ενάντια στην επιστράτευση που τελικά κατάφερε να τη ματαιώσει, κηρύσσοντας γενική απεργία στις 5 Μάρτη 1943.

Τον Οκτώβρη του 1944, η ΚΕ του ΕΕΑΜ ανέλαβε καθήκοντα προσωρινής διοίκησης της ΓΣΕΕ , η οποία θέτει ως στόχους την αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, τη διενέργεια αρχαιρεσιών στα συνδικάτα και τη σύγκληση γνήσιου συνεδρίου. Τον ίδιο μήνα, οι διορισμένοι του Μεταξά συλλαμβάνονται από τμήμα του ΕΛΑΣ, το οποίο παρέδωσε το κτίριο της ΓΣΕΕ στο Εργατικό ΕΑΜ. Ο Δεκέμβρης του 1944 βρίσκει την προσωρινή διοίκηση της ΓΣΕΕ να δίνει τη μάχη δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό.

Το Γενάρη του 1945, η τότε κυβέρνηση Πλαστήρα έπαυσε τη διοίκηση της ΓΣΕΕ ως συμμέτοχη στην «ανταρσία» και διόρισε πάλι τους κατοχικούς συνδικαλιστές. Η πραξικοπηματική κατάληψη των συνδικαλιστικών οργανώσεων επικυρώθηκε με τη συμφωνία μεταξύ της διορισμένης διοίκησης της ΓΣΕΕ και της αποστολής των βρετανικών συνδικάτων, με επικεφαλής τον Ουόλτερ Σιτρίν (γενικό γραμματέα της βρετανικής συνομοσπονδίας TUC), που είχε αναλάβει κεντρικό ρόλο στην αναδιοργάνωση του ελληνικού συνδικαλισμού. Η συμφωνία αναγνώριζε ως ισότιμους τους εγκάθετους και τη νόμιμη διοίκηση και όριζε ότι θα γίνουν εκλογές στα συνδικάτα. Ούτε αυτή η συμφωνία όμως τηρήθηκε.

Το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ

Το μεταβαρκιζιανό καθεστώς άλλαξε ριζικά το τοπίο. Οι συμμορίες δεν τρομοκρατούσαν μόνο την ύπαιθρο αλλά και τις πόλεις. Σ' αυτό το κλίμα, τον Απρίλη του 1945, ιδρύθηκε ο ΕΡΓΑΣ (Εργατικός Αντιφασιστικός Συνασπισμός), που συγκέντρωσε τους κομμουνιστές συνδικαλιστές και όσους ρεφορμιστές συνδικαλιστές συμμετείχαν στο Εργατικό ΕΑΜ. Ο ΕΡΓΑΣ είχε δομή οργανωτική, πρόγραμμα πάλης, οργάνωνε αυτοτελώς κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, έδινε κατεύθυνση στην εργατική τάξη. Τη χρονιά ίδρυσής του πέτυχε σημαντικές νίκες στις αρχαιρεσίες που έγιναν. Ενδεικτικά: Στην Αθήνα, σε 168 Συνδικάτα με 46.668 ψηφίσαντες, πήρε 33.500 ψήφους. Στον Πειραιά, σε 80 Σωματεία με 20.300 ψηφίσαντες, πήρε 16.539 ψήφους. Παράλληλα, το πρόβλημα με τη ΓΣΕΕ παρέμενε και χρειάστηκαν 4 συμφωνίες για να αρχίσουν οι αρχαιρεσίες των συνδικάτων, που θα οδηγούσαν στο συνέδριο . Οι Βρετανοί και η ομάδα Μακρή, που είχε την κυβερνητική προστασία, ήλπιζαν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.

Στις 1 - 7 Μάρτη 1946, πραγματοποιήθηκε το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ , στο οποίο ψήφισαν 1.436 από τους 1.790 αντιπροσώπους (η παράταξη του Μακρή απείχε από το Συνέδριο ), οι οποίοι εκπροσωπούσαν 258.000 εργαζόμενους. Στο Συνέδριο , την ΠΣΟ αντιπροσώπευσαν ο Γάλλος Λινέ, ο Αγγλος Μπαγκίναλ και ο Σοβιετικός Βοσνικόφ. Για την 7μελή Εκτελεστική Επιτροπή εκλέχθηκαν 5 στελέχη του ΕΡΓΑΣ (Μήτσος Παπαρήγας, Κώστας Θέος, Γιώργης Δημητρίου, Νίκος Αραμπατζής και Σταμάτης Μαστρογιαννάκος) και οι Δημήτρης Στρατής και Γιάννης Καλομοίρης (οι παρατάξεις τους συμμετείχαν σε κοινό ψηφοδέλτιο με τον ΕΡΓΑΣ). Μετά το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στις 10 Μάρτη μεγάλη συγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων εργατών στο γήπεδο του Παναθηναϊκού (Λεωφόρος Αλεξάνδρας). Για άλλη μια φορά, το αστικό κράτος παρενέβη για να αντιμετωπίσει αυτήν τη φορά τη σαρωτική νίκη του ΕΡΓΑΣ. Τον Ιούνη του 1946, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ . Στις 25 Ιούλη 1946, η εκλεγμένη διοίκηση απολύεται. Μέχρι τον Ιούλη του 1947 είχαν συλληφθεί όλοι οι εκλεγμένοι συνδικαλιστές. Πρώτος, ο εκλεγμένος γενικός γραμματέας της ΓΣΕΕ Μήτσος Παπαρήγας, που τελικά δολοφονήθηκε στις 22 Φλεβάρη του 1949 στα μπουντρούμια της Γενικής Ασφάλειας στην Μπουμπουλίνας.

"Αισχρή θεατρική παράσταση"

Στις 28 Μάρτη 1948 πραγματοποιήθηκε το 9ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ το οποίο η σοβιετική εφημερίδα «Πράβντα» χαρακτήρισε «αισχρή θεατρική παράσταση». Το Συνέδριο οργανώθηκε από τους πράκτορες του κεφαλαίου Φώτη Μακρή (επικεφαλής της ΕΡΕΠ και βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος), Δ. Θεοχαρίδη (επικεφαλής του Εθνικού Μετώπου Εργαζομένων, ΕΜΕ), Γιάννη Πασιαντζή, Αριστείδη Δημητράτο (υπουργό της 4ης Αυγούστου) και τον Αμερικανό Ιρβινγκ Μπράουν (ηγέτη των αντικομμουνιστικών αμερικανικών συνδικάτων American Federation of Labor). Παρόντες ήταν και αντιπροσωπείες των πρεσβειών ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας. Ο χώρος του Συνεδρίου ήταν ζωσμένος από αστυνομικούς και η αίθουσα γεμάτη ασφαλίτες και χαφιέδες. Μέσα στη βρωμιά που επικρατούσε ξεχώρισε μόνο η φωνή του ναυτεργάτη Μανώλη Κλεάνθη, μέλους της ΚΟΒ Ναυτών, ο οποίος είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος. Ο κομμουνιστής ναυτεργάτης κατήγγειλε το συνέδριο «γιατί οργανώθηκε από την κυβέρνηση και από ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την εργατική τάξη». Αμέσως τραμπούκοι τον γρονθοκόπησαν, για να μην μπορέσει να συνεχίσει και η αστυνομία τον συνέλαβε.
Το Συνέδριο τελείωσε εκλέγοντας γενικό γραμματέα τον Φ. Μακρή.

Από το 1950 έως τις μέρες μας

Για την "αποτελεσματικότερη αντίσταση στον κομμουνισμό"!
Στις αρχές της δεκαετίας 1950, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η αστική τάξη, εκμεταλλευόμενη τη στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ, το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μελών και των στελεχών του ΚΚΕ είτε είχε πάρει το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς είτε βρισκόταν στις φυλακές και τις εξορίες, όπως και τη δράση σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας όσων κομμουνιστών παρέμεναν ελεύθεροι, προχώρησε σε ολομέτωπη επίθεση στην εργατική τάξη και στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα. Μεταξύ άλλων, συνδικαλιστικές οργανώσεις που είχαν εκλέξει στα ηγετικά τους όργανα συνδικαλιστές μη ελεγχόμενους από το κράτος και την εργοδοσία είχαν αποβληθεί από τη ΓΣΕΕ, στην ηγεσία της οποίας κυριαρχούσαν εργοδοτικές και αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι μέσα σε αυτές τις συνθήκες, στην τακτική του Κόμματος «στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντανακλώνται προβλήματα της στρατηγικής του και της πολιτικής κατεύθυνσης των συμμαχιών του, που οξύνθηκαν από το 1956. (...) Ωστόσο η πολιτική τακτική περιείχε αντιφάσεις. Για παράδειγμα, ενώ στην απόφαση της ΚΕ (14.10.1952) υπογραμμίζονταν η ανάγκη για "ανειρήνευτο αγώνα ενάντια στους εργατοκάπηλους της ΓΣΕΕ και το διασπαστή Στρατή", ταυτόχρονα τονιζόταν η επιδίωξη για "συνεργασία και κοινή πάλη με όλους δίχως εξαίρεση και με τον Στρατή και με ανώτερα στελέχη της ΓΣΕΕ..."» («Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, Β' Τόμος»).

  • Το Δεκέμβρη του 1949, η νεοϊδρυθείσα Διεθνής Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων* (ΔΣΕΣ, όργανο του κεφαλαίου) αποφάσισε με τη συγκατάθεση της ΓΣΕΕ να στείλει αντιπροσώπους της στην Ελλάδα για την προώθηση αλλαγών στη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της ΓΣΕΕ. Για «την καταπολέμηση των προσωπικών και πολιτικών διαφορών με σκοπό την αποτελεσματικότερη αντίσταση στον κοινό εχθρό, τον κομμουνισμό στο συνδικαλιστικό κίνημα» (Εκθεση της Βρετανικής Πρεσβείας για τη συνδικαλιστική κίνηση στην Ελλάδα, 16 Ιούνη 1950). Οι αντιπρόσωποι προέρχονταν από τους δύο βασικούς αμερικανικούς συνδικαλιστικούς οργανισμούς: Την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας (AFL) και το Κογκρέσο Βιομηχανικών Οργανώσεων (CIO).
  • Οι αλλαγές είχαν στόχο να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των εργαζομένων, οι οποίοι είχαν αρχίσει και πάλι την οργανωμένη αντίδραση. Εκδήλωση αυτής της αντίδρασης ήταν η δημιουργία του Ενιαίου Συνδικαλιστικού Κινήματος Ελλάδας (ΕΣΚΕ), στις 15/5/1950, που πρωτοστάτησε στους αγώνες για τα δικαιώματα των εργαζομένων.
  • Στις 13/5/1955 δημιουργήθηκε το Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα (ΔΣΚ), που προήλθε από την ενοποίηση του ΕΣΚΕ και του Κινήματος Ελεύθερου Συνδικαλισμού (είχε δημιουργηθεί το 1948). Η δημιουργία του ήταν έκφραση της ανάγκης να διαμορφωθεί διακριτός συνδικαλιστικός ταξικός πόλος, να αναπτύξει δράση σε σύγκρουση με τη ΓΣΕΕ, ωστόσο η προσπάθεια αυτή αναχαιτίστηκε από τη θέση «ένα σωματείο, μία ομοσπονδία, ένα εργατικό κέντρο, μία ΓΣΕΕ», που «ουσιαστικά εγκλώβιζε τις ταξικές δυνάμεις στη ΓΣΕΕ, με την προσδοκία ότι μπορούσαν να αλλάξουν το συσχετισμό δύναμης στη Γενική Συνομοσπονδία που ήταν μηχανισμός νόθευσης των συσχετισμών και χειραγώγησης των εργατικών δυνάμεων» («Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, Β' Τόμος»).

Σε αυτό το πλαίσιο, το ΔΣΚ λειτούργησε μέχρι τη δικτατορία του 1967. Συνενώνοντας τις συνδικαλιστικές παρατάξεις που αντιπολιτεύονταν τη διοίκηση της ΓΣΕΕ, βοήθησε στην ανασύνταξη των συνδικάτων και στην οργάνωση της πάλης των εργατοϋπαλλήλων για την ικανοποίηση των οικονομικών τους διεκδικήσεων, την αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και τη δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων.

Από την άλλη πλευρά, στη διορισμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ αντιμαχόμενες μερίδες εργατοπατέρων συγκρούονταν εξαιτίας διαφορών στην τακτική χειραγώγησης του συνδικαλιστικού κινήματος και αντιτιθέμενων προσωπικών φιλοδοξιών. «Μήλον της Εριδος» αποτελούσε και η πρόσβαση στη λεηλασία των κρατικών κονδυλίων που δίνονταν στο ελεγχόμενο συνδικαλιστικό κίνημα. Ολοι οι εργατοπατέρες άλλοτε επενέβαιναν ωμά στη λειτουργία των συνδικάτων και άλλοτε επιχειρούσαν ελιγμούς, προκειμένου να παρουσιάσουν ένα περισσότερο φιλεργατικό πρόσωπο, πάντα στο πλαίσιο της αποτελεσματικότερης ενσωμάτωσης και χειραγώγησης του εργατικού κινήματος. Για παράδειγμα, όταν σε ένα σωματείο πλειοψηφούσαν αγωνιστές συνδικαλιστές, σε κάποιες περιπτώσεις διέγραφαν το σωματείο από τις τάξεις της ΓΣΕΕ και σε άλλες προχωρούσαν σε επιλεκτικές διαγραφές αγωνιστών συνδικαλιστών.

"Πιστοποιητικά φρονημάτων",
αποκλεισμοί και προσπάθεια χειραγώγησης

Στην πορεία προς το 10ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ (24/9 - 1/10/1950), καταγράφηκε σωρεία παρεμβάσεων στη διαδικασία εκλογής αντιπροσώπων, με στόχο τη διαμόρφωση συσχετισμού υπέρ του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Ο γγ της ΓΣΕΕ, Φώτης Μακρής, έστειλε σε όλα τα σωματεία και στα Εργατικά Κέντρα «πιστοποιητικά φρονημάτων», τα οποία έπρεπε να υπογραφούν από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους για να τους επιτραπεί η συμμετοχή στο Συνέδριο. Τελικά, μπροστά στις αντιδράσεις που υπήρξαν, υποχρεώθηκε να ανακαλέσει τον όρο ότι ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή. Στο Συνέδριο υιοθετήθηκαν «οι σκοποί και οι υποχρεώσεις της ΔΣΕΣ» και, σύμφωνα με τους «εργατοπατέρες» της εποχής, «η ΓΣΕΕ σώθηκε από τον κομμουνισμό».

  • Τη δεκαετία 1950 πραγματοποιήθηκαν ακόμη τρία συνέδρια της ΓΣΕΕ. Τα δύο πρώτα (11ο και 12ο) χαρακτηρίστηκαν από το σχεδόν ολοκληρωτικό αποκλεισμό της οποιασδήποτε αντιπολίτευσης. Στις 22/12/1954 δημιουργήθηκε η βραχύβια Νέα ΓΣΕΕ από τον Ελευθέριο Γονή, υπουργό Εργασίας στην κυβέρνηση Παπάγου.
  • Οι τροποποιήσεις που έγιναν στο καταστατικό της ΓΣΕΕ, πριν από το 13ο Συνέδριο (15-18 Οκτώβρη 1958), δημιουργούσαν όλες τις προϋποθέσεις ενός νόθου συνεδρίου: Το εκλογικό σύστημα ήταν το πλειοψηφικό. Περιοριζόταν στο 1/3 ο αριθμός των συνέδρων, ενώ είχαν αποκλειστεί με διαγραφές Εργατικά Κέντρα και Ομοσπονδίες. Αποκλείστηκαν ακόμα 40 σύνεδροι από την ψηφοφορία.
  • Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο κλίμα που δημιουργούσαν οι προσπάθειες της κυβέρνησης να αντικαταστήσει τον Μακρή με τον Δημητράτο στη θέση του γγ της Συνομοσπονδίας. Σύμφωνα με έκθεση της βρετανικής πρεσβείας, ένας λόγος που οδήγησε στην εξέλιξη αυτή ήταν και το γεγονός ότι ο Μακρής «έπαψε να είναι ικανοποιητικός ως αντικομμουνιστικός παράγοντας από πλευράς της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CΙΑ)...» (Εκθεση της Βρετανικής Πρεσβείας για το 13ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ, 21/11/1958).

Το Συνέδριο υιοθέτησε αιτήματα όπως αύξηση των αποδοχών 15%, κατάργηση των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων», κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων κ.ά., που δείχνουν την πίεση που δεχόταν η ηγεσία της ΓΣΕΕ, αλλά και την προσπάθειά της να δείξει φιλεργατικό πρόσωπο, ενισχύοντας τη δυνατότητα χειραγώγησης. Στη νέα διοίκηση επανεκλέχθηκε ο Μακρής στη θέση του γενικού γραμματέα.

Η ΚΕ του ΔΣΚ ανέλυσε τη σημασία του Συνεδρίου και κάλεσε τους εργαζόμενους να διαφυλάξουν την ενότητα του κινήματος και να αγωνιστούν για την υλοποίηση των αποφάσεών του. Μετά από το Συνέδριο, εντάθηκε η κατασταλτική πολιτική της κυβέρνησης. Στις 2 Νοέμβρη, σε επιδρομή αστυνομικών δυνάμεων στα γραφεία των Συνεργαζόμενων Εργατικών Οργανώσεων στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθησαν 44 συνδικαλιστές.

Καθώς η ΓΣΕΕ βάδιζε προς το 14ο Συνέδριό της (16/10/1961), η ηγεσία της κήρυσσε ότι «στο 14ο Συνέδριο θα γίνει αναμέτρηση των δυνάμεων του ελεύθερου συνδικαλισμού με τον κομμουνισμό». Παρά το γεγονός ότι δεν έφεραν αποτέλεσμα οι προσπάθειες του Ιρβινγκ Μπράουν (Αμερικανός συνδικαλιστής και πράκτορας της CIA) για συνένωση των συνδικαλιστικών ομάδων του Φώτη Μακρή και του Δημήτρη Θεοδώρου, ο σχεδόν καθολικός αποκλεισμός των αγωνιστικών σωματείων από τις εργασίες του συνεδρίου τούς εξασφάλισε ολοκληρωτική πλειοψηφία.

Αγώνας για εκδημοκρατισμό του συνδικαλισμού

Ο αγώνας για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλισμού πήρε σημαντικές διαστάσεις την περίοδο ανάμεσα στο 14ο και 15ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στις 16/4/1962 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση, με τη συμμετοχή χιλιάδων εργαζομένων, του ΔΣΚ Αθήνας και Πειραιά, για την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και το σεβασμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών.

Στο μεταξύ, με πρωτοβουλία του ΔΣΚ και της Εργατοϋπαλληλικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης που πρόσκεινταν στην Ενωση Κέντρου, δημιουργήθηκε το 1963 η κίνηση των «115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων» (στο εξής «115-ΣΕΟ»). Στην πρώτη συσπείρωση εκπροσωπούνταν 55 συνεργαζόμενες εργατικές οργανώσεις, που μέχρι τον Απρίλη του 1963 έφτασαν τις 82 και στις 18/7/1963 τις 115. Η μαζικοποίηση συνεχίστηκε μέχρι το 1967, όταν τα σωματεία στις γραμμές της Κίνησης έφτασαν περίπου τα 680. Κι αυτό παρότι μετά από τη νίκη της Ενωσης Κέντρου στις εκλογές του Φλεβάρη του 1964, οι συνδικαλιστές της αποχώρησαν από τις «115-ΣΕΟ».

  • Στις 6/4/1964 οι «115-ΣΕΟ» πραγματοποίησαν συγκέντρωση στο Πεδίον του Αρεως και πορεία διαμαρτυρίας με αίτημα το διώξιμο των Μακρή - Θεοδώρου από τη ΓΣΕΕ. Συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι. Ωστόσο, παρά τις σχετικές προεκλογικές εξαγγελίες, η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου δεν έλαβε κανένα μέτρο στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος.
  • Στις 22 και 23 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η πρώτη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη των 115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων, στην οποία εκπροσωπήθηκαν τα βασικότερα Εργατικά Κέντρα της χώρας.
  • Στις 15/12/1964 η κυβέρνηση του «Κέντρου» προχώρησε στην αλλαγή της ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Τον Φ. Μακρή αντικατέστησε ο Ν. Παπαγεωργίου, κυβερνητικός συνδικαλιστής. Από τη νέα διοίκηση αποκλείστηκαν οι εκπρόσωποι των «115». Στις 21/4/1965, μετά από προσφυγή των λεγόμενων «Θεοδωρικών» σε συνεννόηση με τον υπουργό Εργασίας του «Κέντρου» Γεώργιο Μπακατσέλο, το Πρωτοδικείο Αθηνών ανέτρεψε τη διοίκηση της ΓΣΕΕ. Με παρέμβαση και πάλι του Πρωτοδικείου, συγκροτήθηκε στις 19/9/1965 νέα διορισμένη διοίκηση, η οποία παρέμεινε μέχρι το 15ο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας.
  • Το 15ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ συνήλθε στις 24 - 26 Ιούλη 1966, με καθυστέρηση δύο χρόνων. Στο μεσοδιάστημα κλιμακώθηκε ο κρατικός παρεμβατισμός. Παράλληλα, διαμορφώθηκε το «μαύρο συνδικαλιστικό μέτωπο», αφού οι Θεοδώρου (που είχε τον έλεγχο του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης) και Μακρής, παραμερίζοντας τις «διαφορές» τους, ένωσαν τις δυνάμεις τους με σκοπό «την ανασύνταξη του ελεύθερου συνδικαλισμού» και τη «σωτηρία του από τον κομμουνισμό». Οι διαγραφές και οι αποκλεισμοί από τα συνέδρια Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών γενικεύτηκαν μπροστά στο 15ο Συνέδριο. Μαζικές Ομοσπονδίες διαγράφτηκαν από τη δύναμη της ΓΣΕΕ. Στις εργασίες του Συνεδρίου πήραν μέρος 566 αντιπρόσωποι. Εκείνοι που ανήκαν στη Δημοκρατική Συνδικαλιστική Αλλαγή (Ένωση Κέντρου) και στο Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα (ΔΣΚ) αποχώρησαν πρώτοι, καταγγέλλοντας το Συνέδριο ως «νόθο και παράνομο». Στη συνέχεια αποχώρησαν και οι αντιπρόσωποι 9 Ομοσπονδιών και 17 Εργατικών Κέντρων, που προχώρησαν στη δημιουργία της Κίνησης Ανεξάρτητων Συνδικάτων Ελλάδος (ΚΑΣΕ). Συνολικά από τις εργασίες του 15ου Συνεδρίου απείχαν 205 αντιπρόσωποι. Αυτοί που αποχώρησαν από το Συνέδριο εκπροσωπούσαν 69.000 μέλη, ενώ εκείνοι που αποκλείστηκαν πριν από το Συνέδριο 94.000 ψηφίσαντα μέλη. Στο σύνολό τους αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία έναντι των 68.500 (και αυτών αμφισβητούμενων) μελών που εκπροσωπούσαν οι εργοδοτικοί συνδικαλιστές που απέμειναν στο Συνέδριο. Η πραγματική διαφορά στους αντιπροσώπους ήταν ακόμα μεγαλύτερη, αν πάρει κανείς υπόψη τις αυθαιρεσίες και τους αποκλεισμούς στη διαδικασία των εκλογών στα πρωτοβάθμια σωματεία και στα Εργατικά Κέντρα σε πανελλαδικό επίπεδο.

Το επόμενο Συνέδριο της ΓΣΕΕ επρόκειτο κανονικά να συγκληθεί στα μέσα του 1969, αλλά αναβλήθηκε για το επόμενο έτος. Είχαν προηγηθεί η επιβολή της δικτατορίας και η νέα ένταση των διωγμών σε βάρος των πρωτοπόρων αγωνιστών. Παρά την «ομολογία πίστεως» που υπέβαλε η διοίκηση της ΓΣΕΕ προς τη στρατιωτική δικτατορία, η τελευταία προχώρησε στην αντικατάστασή της.

Τον Απρίλη του 1968 συγκροτείται στη Ρώμη η Ενιαία Συνδικαλιστική Αντιδικτατορική Κίνηση (ΕΣΑΚ), που αποτέλεσε τον πόλο συσπείρωσης του ΚΚΕ στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, αφότου το Αντιδικτατορικό Εργατικό Μέτωπο (ΑΕΜ), που είχε συγκροτηθεί τον Αύγουστο του 1967, έγινε μετά τη διάσπαση του Κόμματος (12η Πλατιά Ολομέλεια, 1968) η συνδικαλιστική παράταξη του λεγόμενου «ΚΚΕ εσωτερικού».

Στα πρώτα χρόνια της "μεταπολίτευσης"

Τα πρώτα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκαν από μαζικούς εργατικούς - λαϊκούς αγώνες, απέναντι στους οποίους οι κυβερνήσεις της ΝΔ αντέταξαν τη βίαιη καταστολή, ενώ ο κυβερνητικός - εργοδοτικός συνδικαλισμός βάζει πλάτη στο πέρασμα των αντεργατικών πολιτικών.

Το 1976 γίνεται το 18ο Συνέδριο και το 1978 το 19ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Και για τα δύο υπάρχουν πλήθος καταγγελιών για νοθείες. Σε φύλλα του «Ριζοσπάστη» το 1978 σημειώνεται ότι στο 18ο Συνέδριο από τους 575 αντιπροσώπους περίπου το 50% ήταν «πλασματικοί, προερχόμενοι από σωματεία των 10 και των 20 μελών». Παρομοίως για το 19ο Συνέδριο, σημειώνεται ότι πηγή της πλαστής πλειοψηφίας είναι σωματεία - «σφραγίδες» που υπολογίζεται ότι πλησιάζουν τα 2.000.

Ως προς το περιεχόμενο της δράσης, τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για το ποιον υπηρετεί η ΓΣΕΕ. Χαρακτηριστική είναι η στήριξη που πρόσφερε στον αντεργατικό νόμο 330/1976, ο οποίος χτυπούσε το δικαίωμα στην απεργία, κατοχύρωνε την ανταπεργία (λοκ άουτ), απαγόρευε την πολιτική απεργία. Αυτόν το νόμο η κυβερνητική διοίκηση της ΓΣΕΕ «μελέτησε (...) με αντικειμενικότητα και καλή πίστη, αποδεχόμενη τις θετικές διατάξεις του (...) πέτυχε με τις σωστές και κατάλληλες ενέργειες να βελτιωθούν αισθητά πολλές διατάξεις του νομοσχεδίου» (από την έκδοση της ΓΣΕΕ, «1975 - 1980: Δράση και επιτεύγματα μιας εξαετίας», Αθήνα 1981)! Αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου και τις επόμενες δέκα μέρες, ο «Ριζοσπάστης» καταγράφει 150 απολύσεις συνδικαλιστών που έγιναν με τη χρήση του νόμου.

  • Ακόμα, η ΓΣΕΕ χαιρέτισε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, το Μάη του 1979, σημειώνοντας σε ανακοίνωσή της: «Οι εργαζόμενοι Έλληνες αισθάνονται ότι τους δίνεται μια ιστορική ευκαιρία για να ανεβάσουν το βιοτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους επίπεδο σ' εκείνο των Ευρωπαίων συναδέλφων τους»!
  • Τις εκλογές του 1981 κερδίζει το ΠΑΣΟΚ, που ως κυβέρνηση προωθεί τον συνδικαλιστικό νόμο 1264/1982. Παράλληλα, ψήφισε νόμο που έδινε κίνητρα στο κεφάλαιο για να κάνει επενδύσεις. Με το ένα χέρι νομοθετούσε για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και με το άλλο έδινε νέα προνόμια στους επιχειρηματίες. Ο δε 1264/82 από τη μια κατοχύρωνε μια σειρά συνδικαλιστικές ελευθερίες - κάτω από την πίεση και τους αγώνες των εργαζομένων - και από την άλλη αναπαρήγε τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης του συνδικαλιστικού κινήματος στις νέες συνθήκες.
  • Οι πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα αποκαλύφθηκαν το 1985. Με απευθείας παρέμβαση και με τη βοήθεια των δικαστηρίων, καθαίρεσε την αιρετή διοίκηση της ΓΣΕΕ και στη θέση της διόρισε συνδικαλιστές πιστούς στην κυβέρνηση και το κεφάλαιο. Ο λόγος που το έκανε ήταν επειδή η ΠΑΣΚΕ, συνδικαλιστική παράταξη των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ, έχασε την πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ και η κυβέρνηση κινδύνευσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ισχυρές αντιστάσεις στα αντιλαϊκά μέτρα που προωθούσε.

Συστηματική προώθηση του «κοινωνικού εταιρισμού»Από τη δεκαετία του '90, με ιδιαίτερη ένταση που κλιμακώνεται μέχρι και σήμερα, οι πλειοψηφίες στη διοίκηση της ΓΣΕΕ, συγκροτούμενες από δυνάμεις του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού (ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - «Αυτόνομη Παρέμβαση»/ΜΕΤΑ κ.ά.), συμπρωταγωνιστούν στη συστηματική προώθηση του «κοινωνικού εταιρισμού», σε συνεργασία με τους μηχανισμούς του αστικού κράτους και της ΕΕ, και με τις εργοδοτικές οργανώσεις.

Στις μέρες μας, αποκαλυπτική της αντίληψης αυτής αποτελεί η τοποθέτηση του εργατοπατέρα προέδρου της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλου, σε συνέδριο της ΓΣΕΒΕΕ, όπου αναφερόμενος το ρόλο των «κοινωνικών εταίρων», είπε μεταξύ άλλων: «Ο ρόλος αυτός θεμελιώνεται πάνω σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διαπραγμάτευσης. Η βασική ιδέα του μοντέλου αυτού αφορά το πότε μια καπιταλιστική οικονομία μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά. Όταν το κεφάλαιο και η εργασία μοιράζονται ίσα μερίδια διαπραγμάτευσης και υπερασπίζονται ελεύθερα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν; 'Η όταν υπάρχει ταξική πόλωση και σύγκρουση; Αν και η απάντηση δεν είναι αυτονόητη για όλους (σ.σ. "φωτογραφίζει" τις ταξικές δυνάμεις), τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί η αυτονόητη υπεράσπιση του κοινωνικού διαλόγου». Ο ίδιος πριν από λίγο καιρό δήλωσε ότι «η απεργία έφαγε τα ψωμιά της», εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο το ρόλο των δυνάμεων που πλέον βγαίνουν φανερά για να στηρίξουν την «αποτελεσματικότητα του καπιταλισμού».
Βέβαια ακολούθησαν οι αποκαλύψεις σε βάρος του επικεφαλής της ηγεσίας της ΓΣΕΕ για υπεξαίρεση πολλών εκατομμυρίων ευρώ, μέσα από τα αμαρτωλά προγράμματα κράτους και ΕΕ για την κατάρτιση, φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια την μπόχα και τη δυσωδία του εργατοπατερισμού. Συνδικαλιστές – στελέχη των αστικών κομμάτων έχουν κατσικωθεί στο σβέρκο της εργατικής τάξης και παριστάνουν τους «εκπροσώπους» της, στηρίζοντας κυβερνήσεις και εργοδοσία στην κλιμάκωση της αντεργατικής επίθεσης και στην πολεμική προετοιμασία. Τους ξέρουν καλά όσοι παριστάνουν τώρα τους πεφτοσυννεφάκηδες ή τους όψιμους τιμωρούς. Ο Παναγόπουλος ήταν μέχρι προχτές στέλεχος του ΠΑΣΟΚ (ανέστειλαν την κομματική του ιδιότητα μόλις έγινε γνωστό ότι ελέγχεται) και κεντρικός συνδικαλιστής, χρισμένος από το κόμμα του "ισόβιος" πρόεδρος της ΓΣΕΕ. Μαζί του χαριεντίζονταν η Κεραμέως και ο πρωθυπουργός για να διαφημίσουν την κατάπτυστη "Κοινωνική Συμφωνία", που στη συνέχεια πήρε τη μορφή νομοσχεδίου και τώρα συζητιέται στη Βουλή. Είναι χαρακτηριστικό ότι η είδηση για τον Παναγόπουλο "έσκασε" την ώρα που βρισκόταν στην Επιτροπή της Βουλής για να υπερασπιστεί αυτό ακριβώς το κατάπτυστο νομοσχέδιο!
Οι μόνοι που δεν πέφτουν από τα σύννεφα είναι οι εργαζόμενοι. Ειδικά όσοι συμμετέχουν ενεργά στους αγώνες και στα σωματεία τους, όσοι έχουν γνήσια ανησυχία για το συνδικαλιστικό κίνημα. Δηλαδή, όσοι έχουν δει με τα μάτια τους τη σαπίλα του εργατοπατερισμού, τις νοθείες, τους πλαστούς συσχετισμούς. Ποιος δεν θυμάται ότι το 2020 η κυβέρνηση έστελνε τα ΜΑΤ για να επιβάλει ξανά αυτήν τη σάπια συνδικαλιστική ηγεσία και τη νοθεία της στο συνέδριο της ΓΣΕΕ; Ακόμα και σήμερα, οι ίδιες δυνάμεις επιχειρούν να επιβάλουν ψηφιακές διαδικασίες στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας, προσπαθώντας να "αναπαραχθούν" με τις γνωστές νοθείες και μαϊμουδιές. Αυτός είναι ο κόσμος του κεφαλαίου και των κομμάτων του: Ο κόσμος της εκμετάλλευσης για τα κέρδη, της συνδικαλιστικής σαπίλας, της ρεμούλας με νούμερα που ζαλίζουν, την ίδια στιγμή που «υπογράφουν» την καθήλωση μισθών και δικαιωμάτων. Δυστυχώς γι’ αυτούς υπάρχει και ο άλλος κόσμος: Των πραγματικών συνδικάτων, των περήφανων αγώνων και των διεκδικήσεων, που δεν παίρνουν την άδεια κανενός εργατοπατέρα. Της χειραφέτησης από τη γραμμή εργοδοτών – κυβερνήσεων και των συνδικαλιστών τους. Εκεί βρίσκεται η πραγματική ελπίδα!

Σχόλιο του ΚΚΕ
για τις εξελίξεις στην υπόθεση Παναγόπουλου
__Τα νέα στοιχεία που έρχονται στην επιφάνεια σχετικά με τον εργατοπατέρα ισόβιο πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Παναγόπουλο, αλλά και το πρώην στέλεχος της κυβέρνησης, Στρατινάκη, επιβεβαιώνουν τον ρόλο της συνδικαλιστικής μαφίας της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, ως “δούρειου ίππου” των κυβερνήσεων και της εργοδοσίας μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, απ’ ό,τι φαίνεται με το αζημίωτο» αναφέρει σε ανακοίνωσή του το ΚΚΕ και τονίζει: "Η κυβέρνηση της ΝΔ οφείλει εδώ και τώρα να δώσει εξηγήσεις όχι μόνο για την εμπλοκή βασικού στελέχους του Υπουργείου Εργασίας στην υπόθεση, αλλά και για το γεγονός ότι διαπραγματεύτηκε και συνέγραψε εν κρυπτώ με τον Παναγόπουλο, τον νόμο που βάζει “ταφόπλακα” στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τα αποτελέσματα του οποίου έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται ορατά σε μια σειρά κλάδους".
"Συνιστά τουλάχιστον πρόκληση για τους εργαζόμενους, που βλέπουν τους μισθούς τους να “εξανεμίζονται” πριν τις 20 του μήνα, να μαθαίνουν ότι ο επί 20 χρόνια “εταίρος” και προνομιακός συνομιλητής όλων των κυβερνήσεων και του ΣΕΒ, Παναγόπουλος, ο οποίος μάλιστα έχει βάλει την υπογραφή του για να υπάρχουν σήμερα αυτοί οι μισθοί, “ξέχασε” να δηλώσει ποσά της τάξης των 3,2 εκατομμυρίων ευρώ, μόνο την τελευταία 5ετία. Συνιστά επίσης πρόκληση ότι αυτός και η ομάδα του, όπως και οι παρατάξεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ που τον στηρίζουν, υπηρέτησαν και υπηρετούν τη γραμμή του “κοινωνικού εταιρισμού” στο εργατικό κίνημα, δηλαδή την άποψη ότι εργαζόμενοι και εργοδοσία μπορούν να έχουν κοινά συμφέροντα» επισημαίνει η ανακοίνωση του κόμματος και καταλήγει: Κάθε μέρα που περνάει γίνεται και πιο επιτακτική η ανάγκη οι εργαζόμενοι να απαλλαγούν από αυτή τη συνδικαλιστική μαφία, που αξιοποιούσε τα γνωστά “αμαρτωλά” προγράμματα της ΕΕ για να πλουτίζει, να εξαγοράζει συνειδήσεις και να παράγει “νόθους” αντιπροσώπους, ώστε να εξακολουθεί να κάθεται στις καρέκλες της. Να πάρουν τα συνδικάτα στα δικά τους χέρια, αλλάζοντας τους συσχετισμούς παντού, όπως έγινε πρόσφατα στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας, στην ΑΔΕΔΥ και αλλού".

Η έννοια του «κοινωνικού διαλόγου» εμφανίστηκε επίσημα στην ΕΕ (τότε ΕΟΚ) το 1985. Ντεμπούτο στην Ελλάδα έκανε το 1997, καταλήγοντας στο «Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000». Το «Σύμφωνο» χάραξε το πλαίσιο των αντεργατικών - αντιλαϊκών μέτρων που έρχονταν. Οι ταξικές δυνάμεις από την πρώτη στιγμή είχαν καταδικάσει το «διάλογο» και οργάνωσαν κινητοποιήσεις. Αντίθετα, οι παρατάξεις ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και «Αυτόνομη Παρέμβαση» (ΑΠ - η συνδικαλιστική παράταξη του τότε «Συνασπισμού», η οποία έχει μετονομαστεί σε ΜΕΤΑ) στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ επέλεξαν τη συμμετοχή στον «κοινωνικό διάλογο». Μόνο προς το τέλος του διαφοροποιήθηκαν η ΔΑΚΕ και η ΑΠ, αρνούμενες να υπογράψουν το «Σύμφωνο», χωρίς όμως να αλλάξει η ουσία. Ο Χρ. Πολυζωγόπουλος, τότε πρόεδρος της ΓΣΕΕ και στέλεχος της ΠΑΣΚΕ, έχοντας χάσει μία ψήφο και από την παράταξή του, χρησιμοποίησε διάταξη του καταστατικού της ΓΣΕΕ, σύμφωνα με την οποία η ψήφος του προέδρου της μετριέται διπλή, για να επικυρώσει την αντεργατική κατάληξη.

Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησε τον «κοινωνικό διάλογο» για να νομιμοποιήσει τις επόμενες αντιλαϊκές παρεμβάσεις της. Ενα από τα πρώτα «παιδιά» του «κοινωνικού διαλόγου» ήταν ο νόμος 2639/1998 που πέρασε η κυβέρνηση Σημίτη, με τον οποίο θεσμοθέτησε την εκ περιτροπής εργασία και τα «stage». Στην εισηγητική έκθεση του νόμου μνημονεύεται το «Σύμφωνο»: «Τα μέτρα του νομοσχεδίου αποτελούν προϊόν του κοινωνικού διαλόγου που κατέληξε στο "Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000"»...

Η ίδρυση του ΠΑΜΕ

Στην αντίπερα όχθη, οι κομμουνιστές στο εργατικό κίνημα, συνολικά οι δυνάμεις με ταξικό προσανατολισμό, απάντησαν με την ίδρυση του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου (3 Απρίλη 1999), συμβάλλοντας ουσιαστικά στη γραμμή διαχωρισμού και ρήξης με τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό. Το ΠΑΜΕ, μέτωπο συσπείρωσης Σωματείων, Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, Επιτροπών Αγώνα, συνδικαλιστών, γεννήθηκε από την ανάγκη ανασύνταξης του συνδικαλιστικού κινήματος, για ένα κίνημα ικανό να απαντήσει στην ολομέτωπη και γενικευμένη επίθεση του κεφαλαίου, που δεν θα περιορίζεται στην αντιμετώπιση των συνεπειών, αλλά θα παλεύει στην προοπτική για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης, ζήτημα που προϋποθέτει γραμμή ρήξης και ανατροπής με τα μονοπώλια, τα κόμματα και τους μηχανισμούς που τα υπηρετούν, πάλη για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Σήμερα, ο ρόλος του ως συσπείρωσης συνδικαλιστικών οργανώσεων σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, η συμβολή του στην πάλη σε γραμμή διακριτή τόσο σε σχέση με τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό όσο και με τη γραμμή του ρεφορμιστικού και οπορτουνιστικού ρεύματος, επιβεβαιώνουν πέρα για πέρα την τεράστια σημασία της ίδρυσης και ύπαρξής του για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Η σημασία και η συμβολή αυτή αποτυπώθηκαν και στην 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΠΑΜΕ το Νοέμβρη του 2016, στην οποία συμμετείχαν 536 συνδικαλιστικές οργανώσεις: 12 Ομοσπονδίες, 15 Εργατικά Κέντρα, 457 Συνδικάτα και 52 Επιτροπές Αγώνα.

Το 1945 ιδρύθηκε η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ) με τη συμμετοχή όλων των εθνικών συνδικάτων απ' όλο τον κόσμο, εκφράζοντας την ανάγκη για ενιαία δράση της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο και το φασισμό. Στην ίδρυση της ΠΣΟ συμμετείχαν και όλα τα αμερικανικά συνδικάτα, όπως και στην Εκτελεστική της Επιτροπή. Στην περίοδο 1949 - 1950, με απαίτηση της αμερικανικής κυβέρνησης, τα συνδικάτα της χώρας αποχώρησαν από την ΠΣΟ και ίδρυσαν δική τους διασπαστική παγκόσμια οργάνωση, την οποία προβοκατόρικα ονόμασαν «Διεθνή Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων» (ΔΣΕΣ). Η ΔΣΕΣ, μέχρι και το 1996, αναφερόταν στον ετήσιο οικονομικό προϋπολογισμό της CIA, με ετήσια χρηματοδότηση υπέρογκων ποσών! Σήμερα, μετεξέλιξη της ΔΣΕΣ αποτελεί η λεγόμενη Διεθνής Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία (ITUC).

ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΟ
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΕ
ΤΩΠΟ

«Ώριμο τέκνο της ανάγκης» η συγκρότησή του

Η γραμμή της ανυπακοής που τήρησαν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ βρίσκεται σε άμεση αντιστοιχία με τη συνεπή αγωνιστική πορεία των ταξικών συνδικάτων Ένα χρόνο περίπου μετά το 29ο συνέδριο της ΓΣΕΕ, η συγκρότηση του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου (ΠΑΜΕ) ταράζει τα λιμνάζοντα νερά στο συνδικαλιστικό κίνημα. Από τον Απρίλη του 1999 μέχρι σήμερα, παραμονές του 30ού συνεδρίου της ΓΣΕΕ, το ΠΑΜΕ συσπειρώνοντας στις γραμμές του, σε ταξική πορεία, ευρύτερες συνδικαλιστικές δυνάμεις, βάζει τη δική του αγωνιστική σφραγίδα στις εξελίξεις. Η ίδρυσή του σημαδεύει την περίοδο που διανύσαμε ανάμεσα στο 29ο και 30ό συνέδριο της ΓΣΕΕ. Καταθέτοντας την άποψή του γι' αυτό το γεγονός, ο Δήμος Κουμπούρης, μέλος της Γραμματείας του, σε μια συζήτηση που είχαμε, υπογράμμισε πως η ίδια η ζωή απέδειξε ότι η δημιουργία του, ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη. Ήταν το αναπόφευκτο και «ώριμο τέκνο της ανάγκης». Μια ανάγκη που -όπως εξηγεί ο συνδικαλιστής- γεννήθηκε από τη σφοδρότητα της κυβερνητικής επίθεσης, αλλά και την τακτική και στρατηγική των ηγετικών ομάδων σε ΓΣΣΕ και ΑΔΕΔΥ. Γιατί είναι μια πολιτική που, εξυπηρετώντας τις εντολές του μεγάλου κεφαλαίου και των πολυεθνικών, σε βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων, αφαιρεί καθημερινά, βασικά τους δικαιώματα και κατακτήσεις. Κεντρικός και μακροπρόθεσμος στόχος αυτής της πολιτικής, είναι να γίνει ακόμα πιο φτηνή η εργατική δύναμη, αλλά και εκ των προτέρων να χειραγωγηθεί κάθε δυνατότητα αντίδρασης των εργαζομένων.

Οι συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ αποτελούν το «δούρειο ίππο» μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, για το πέρασμα αυτής της πολιτικής. Και αυτή η υπονομευτική πολιτική δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη. Η παρουσία του ΠΑΜΕ, οι θέσεις του, μα προπαντός η δράση του, στάθηκαν εμπόδιο στον καταστροφικό τους ρόλο. Και ακόμα περισσότερο, το «Μέτωπο» ξαναζωντάνεψε τις αρχές, τις αξίες και τις αγωνιστικές παραδόσεις του κινήματός μας. Κάνοντας μια αποτίμηση του ρόλου του ΠΑΜΕ, ο Δ.Κουμπούρης σημειώνει την αποφασιστική συνεισφορά του στη συγκρότηση του ταξικού ρεύματος μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, βοηθώντας στον απεγκλωβισμό σημαντικού αριθμού εργαζομένων από τη λογική της υποταγής και του συμβιβασμού που καλλιεργούν οι ηγεσίες των κορυφαίων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Οξυνε και βάθυνε την αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυο γραμμές, που αντικειμενικά υπάρχουν στο συνδικαλιστικό κίνημα και προσανατόλισε τους αγώνες των εργαζομένων σε ταξική κατεύθυνση.

Βοήθησε στην ταξική ενότητα της εργατικής τάξης, στην οργάνωση των αγώνων της και στις συμμαχίες της, με τα άλλα λαϊκά στρώματα, για την απόκρουση και την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Πρωτοστάτησε στην κοινή δράση με άλλες δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος για την υπεράσπιση δικαιωμάτων και κατακτήσεων της εργατικής τάξης.

Σε αυτή την πλούσια δραστηριότητα ξεχωρίζουν οι αγώνες που έδωσαν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, για να μην περάσει το πρόσφατο αντεργατικό νομοσχέδιο. Η πάλη για υπογραφή ικανοποιητικών συλλογικών συμβάσεων, οι πρωτότυπες μορφές διαμαρτυρίας για την τιμή των καυσίμων με την κατάληψη του υπουργείου Εμπορίου και των γραφείων του ΙΚΑ για τ' αποθεματικά των Ταμείων. Η ισχυρή παρουσία στις πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις, αλλά και τα μεγάλα συλλαλητήρια στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Στο βρώμικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας τα μέλη και τα στελέχη του ΠΑΜΕ ήταν παρόντες όχι μόνο στα μεγάλα αντιπολεμικά συλλαλητήρια, αλλά και στις «αλυσίδες» του Δούναβη, δείχνοντας έμπρακτα την αλληλεγγύη τους.

Απαντώντας στους ισχυρισμούς που πλασάρονται ότι το ΠΑΜΕ λειτουργεί σαν μια αντι-ΓΣΕΕ ο Δ.Κουμπούρης ξεκαθαρίζει: Το ΠΑΜΕ δεν είναι παράταξη, ούτε μια αντι-ΓΣΕΕ, αυτό είναι γνωστό. Αυτές είναι ανυπόστατες κατηγορίες και το άλλοθι των συμβιβασμένων ηγεσιών και λέγονται για ευνόητους λόγους. Το ΠΑΜΕ είναι ο ταξικός πόλος συσπείρωσης σε πανελλαδικό επίπεδο και συμμετέχουν σ' αυτό συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνδικαλιστές, επιτροπές αγώνα, συντονιστικά σωματείων με ταξικό προσανατολισμό. Και αυτό είναι που πραγματικά «πονάει» την ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ. Γιατί γνωρίζει καλά ότι πολλοί είναι οι εργαζόμενοι που βλέπουν στο ΠΑΜΕ την ελπίδα. Ξέρουν πολύ καλά ότι ενισχύεται και καθημερινά η επιρροή του δυναμώνει και διευρύνεται.

Όσον αφορά τα συνέδρια της ΓΣΕΕ, τα στελέχη του ΠΑΜΕ, προβάλλουν με συνέπεια και σαφήνεια τις θέσεις τους. Στη γραμμή της υποταγής αντιπαραθέτουν τη γραμμή του αγώνα, στην κατεύθυνση της «νομιμοφροσύνης» στην ΟΝΕ προβάλουν την ανάγκη για πλατιά συσπείρωση και ταξικό προσανατολισμό των συνδικάτων. Αποκαλύπτουν παραπέρα στην εργατική τάξη, το ρόλο της ηγεσίας της ΓΣΕΕ στην κατεύθυνση υποταγής του συνδικαλιστικού κινήματος στις επιταγές της κυβέρνησης και των κεφαλαιοκρατών, αλλά και ότι έχει αναλάβει εργολαβικά να είναι ο κυματοθραύστης των αγώνων της εργατικής τάξης. Παράλληλα, δίνουν μάχη, έτσι ώστε οι ταξικές δυνάμεις να βγαίνουν πιο ενισχυμένες σε ψήφους και έδρες.

Συνεχίζουμε για το δίκιο της τάξης μας,
γιατί χωρίς εμάς γρανάζι δε γυρνά!

3 Απρίλη 1999, με τη συμμετοχή εκατοντάδων συνδικαλιστών από δεκάδες σωματεία, ιδρύθηκε ως ανάγκη των καιρών το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο, ανοίγοντας μια νέα σελίδα για το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, συνέχεια των πλούσιων παραδόσεων και των αξιών της εργατικής τάξης της χώρας μας.  Δύο μέρες μετά, στις 5 Απρίλη, οι συνδικαλιστές της ΔΑΣ παραιτούνται από το προεδρείο της ΓΣΕΕ, πατώντας πάνω σε αυτές τις διαθέσεις, ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά της υποταγής στην ηγεσία της Συνομοσπονδίας.

Το ΠΑΜΕ στα 25+ χρόνια ζωής του έχει δώσει σαφή και φανερά δείγματα για το χαρακτήρα του. Ξεπερνώντας απειλές, την τρομοκρατία και βρώμικες επιθέσεις, μπήκε μπροστά στην οργάνωση αγώνων και απεργιών, έδωσε κουράγιο, δύναμη και ενέπνευσε χιλιάδες εργάτες, καθυστέρησε μέτρα, ήταν παρόν σε κάθε εργατική διεκδίκηση. Τόσο στα χρόνια της καπιταλιστικής ανάπτυξης όσο και στα τελευταία, δύσκολα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης, δεν έβαλε νερό στο κρασί του, δεν μπήκε σε «κοινωνικούς διαλόγους», δεν υιοθέτησε απόψεις και ιδεολογήματα του «κοινωνικού εταιρισμού» που έσκαβαν το λάκκο στους εργαζόμενους. Κανείς και ποτέ έως σήμερα δεν μπόρεσε να το βάλει στο χέρι.

Το ΠΑΜΕ απέδειξε στην πράξη πως δεν είναι άθροισμα παρατάξεων αλλά μαχητικό - ταξικό μέτωπο Σωματείων, Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, Επιτροπών Αγώνα, ανένταχτων συνδικαλιστών και εργαζομένων. Δεν αντλεί τη δύναμη και το κύρος του από φανταχτερούς τίτλους και αγώνες της εικόνας, αλλά από την καθημερινή και αταλάντευτη παρουσία του στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα γραφεία και στα εμπορομάγαζα, στα ξενοδοχεία, στα λιμάνια και σε κάθε εργασιακό χώρο, από την πλούσια δράση και τους αγώνες του.

Γι' αυτό και σήμερα, καλούμε σε συμπόρευση, σε κοινό βηματισμό όλα εκείνα τα σωματεία που παρά τις επιφυλάξεις τους προσβλέπουν στην ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος και κατανοούν τη σημασία δυνατού ταξικού πόλου. Απλώνουμε το χέρι σε συνδικαλιστές και εργαζόμενους που δεν αντέχουν τη σαπίλα της συνδικαλιστικής μαφίας, προβληματίζονται, ψάχνουν το αποκούμπι τους.

Το καινούργιο που έφερε το ΠΑΜΕ

Το ΠΑΜΕ από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του έμαθε στα δύσκολα! Δέχτηκε αμέσως την επίθεση από το κεφάλαιο και τους ανθρώπους του. Στην αρχή οι δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ, οι παρατάξεις του ΣΥΝ τότε, σήμερα ΣΥΡΙΖΑ, και άλλων, μιλούσαν για διασπαστική ενέργεια, μετά άλλαξαν τροπάρι και εμφανίζουν το ΠΑΜΕ ως «κομματική παράταξη», με σκοπό να υπονομεύσουν το ΠΑΜΕ και το ρόλο του.

Χρειάζεται διαρκής αγώνας να αποστομώνονται συκοφάντες και διαστρεβλωτές. Αυτό που ενοχλούσε και ενοχλεί είναι η γραμμή πάλης, ο προσανατολισμός με τον οποίο συσπειρώνονται εκατοντάδες σωματεία και επιδιώκουν αυτή η γραμμή να κυριαρχήσει στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Προσανατολισμός και γραμμή πάλης ενάντια στις επιδιώξεις των μονοπωλίων, των επιχειρηματικών ομίλων και εταιρειών, των πολιτικών κομμάτων που τους εκπροσωπούν, της ΕΕ, που την παρουσιάζουν ως μονόδρομο. Με αιτήματα που διαμορφώνονται από το κριτήριο πως αξίζει σήμερα να ζουν και να δουλεύουν οι εργαζόμενοι με βάση τις τεράστιες δυνατότητες της επιστήμης, της ανάπτυξης των παραγωγικών μέσων, τον πλούτο που παράγουν, και όχι με το κριτήριο που έχουν οι εκμεταλλευτές μας, την επιχειρηματικότητα και ανταγωνιστικότητα, το μέγιστο κέρδος. Με κριτήριο την ευημερία των πολλών, που δουλεύουν και υποφέρουν, και όχι την ευημερία των κερδών των λίγων.

Το νέο που έφερε το ΠΑΜΕ είναι η διακριτή συσπείρωση και δράση των οργανώσεων της εργατικής τάξης που απορρίπτουν την επιζήμια για τα συμφέροντα των εργαζομένων θεωρία του «κοινωνικού εταιρισμού», των κοινών δήθεν συμφερόντων εργαζομένων και εργοδοτών που γύρω από ένα τραπέζι θα μοιράζονται δίκαια τον πλούτο που παράγεται, των στημένων «κοινωνικών διαλόγων», της παράδοσης άνευ όρων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Το ΠΑΜΕ πρωτοστάτησε στον αγώνα ενάντια σε όλα τα μνημόνια και τους αντεργατικούς νόμους. Το σύνθημα «Καμία θυσία, την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία» έδωσε τον τόνο για τους αγώνες και την ιδεολογική διαπάλη, κόντρα στη λογική «να βάλουμε όλοι πλάτη», «να μοιραστούμε τα βάρη της κρίσης». Τα συνθήματά του υιοθετήθηκαν από ευρύτερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Το ΠΑΜΕ ενισχύθηκε με νέα συνδικάτα, κλαδικά και επιχειρησιακά, Εργατικά Κέντρα, δυνάμωσε η επιρροή του, εκατοντάδες νέοι εκλεγμένοι συνδικαλιστές δουλεύουν με τη γραμμή του, παλεύουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων σε όλους τους κλάδους, για την ανασύνταξη του κινήματος.

Έκανε βήματα κοινής δράσης εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών, γυναικείων ριζοσπαστικών οργανώσεων και νεολαίας, σε συνθήκες οξύτατης αντεργατικής επίθεσης δυνάμωσε την παρέμβασή του.

Πιστό στις αρχές της προλεταριακής αλληλεγγύης, είχε σταθερό μέτωπο στην ξενοφοβία, το ρατσισμό και το φασισμό. Από την πρώτη στιγμή οργάνωσε την αλληλεγγύη και τον αγώνα για τα δικαιώματα των προσφύγων, των ξεριζωμένων από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις. Ηταν σταθερά στην πρώτη γραμμή για την οργάνωση των μεταναστών στα συνδικάτα, και της κοινής πάλης Ελλήνων και μεταναστών εργατών ενάντια στο κεφάλαιο, γι' αυτό και βρίσκεται μόνιμα στο στόχαστρο της εργοδοσίας και των μαντρόσκυλών της, των χρυσαυγιτών.

Το ΠΑΜΕ, πιστό στις αρχές του διεθνισμού, το 2000 γίνεται μέλος της ΠΣΟ. Η αναγνώριση του ρόλου του ΠΑΜΕ στην ΠΣΟ εκφράζεται και με την ανάθεση της διοργάνωσης του 16ου Συνεδρίου της ΠΣΟ, το 2011 στην Αθήνα.

Το ΠΑΜΕ ιδρύθηκε μέσα στους αγώνες ενάντια στην ιμπεριαλιστική σφαγή στη Γιουγκοσλαβία και τη συμμετοχή της Ελλάδας σ' αυτή τη σφαγή. Σήμερα, όλη η ευρύτερη γειτονιά μας είναι μέσα στη φωτιά! Πέρασαν από το Αιγαίο πάνω από ένα εκατομμύριο θύματα, ξεριζωμένα από πολέμους, γέμισε η θάλασσα νεκρούς και το δράμα των προσφύγων συνεχίζεται αμείωτο.

Αναδεικνύονται παντού οι δύο γραμμές πάλης

Βασική παρακαταθήκη της δράσης του ΠΑΜΕ είναι η ανάδειξη των δύο γραμμών στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η ανάδειξη της ανάγκης για συνδικάτα αγωνιστικά, μαζικά, εργατικά. Συνδικάτα που θα αγωνίζονται για τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενάντια στην εργοδοσία και τους μηχανισμούς της μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συνδικάτα που θα αγωνίζονται για να ζουν οι λαοί χωρίς φτώχεια, ανεργία και πολέμους.

Για τις δυνάμεις που δρουν με ζωντάνια μέσα στους χώρους δουλειάς, που διεκδικούν αγωνιστικά, βάζοντας τις λαϊκές ανάγκες μπροστά, είναι λυμένο πως ο δρόμος της σύγκρουσης με την αντιλαϊκή πολιτική και τη στρατηγική των επιχειρηματικών ομίλων περνάει μέσα από την ασίγαστη πάλη με το πολιτικό και συνδικαλιστικό προσωπικό τους.

Γι' αυτό η σύγκρουση που διεξάγεται και κορυφώνεται αυτήν την περίοδο με τη συνδικαλιστική μαφία είναι όρος για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος! Σε μια περίοδο που η σαπίλα του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού ξεχειλίζει, που η συνδικαλιστική μαφία κάνει τα αδύνατα δυνατά για να διατηρήσει με κάθε τρόπο τη συνδικαλιστική της επιβίωση, προτάσσοντας τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων, το ΠΑΜΕ, με τις θέσεις του, τις πρωτοβουλίες και τη δράση του, επιδιώκει να αναδειχθεί στον κύριο παράγοντα ταξικής συσπείρωσης και της ενότητας της εργατικής τάξης.

Όλα αυτά τα χρόνια δώσαμε και δίνουμε όλες μας τις δυνάμεις, αξιοποιούμε όλους τους τρόπους που διαθέτουμε για να φτάσουμε και στον τελευταίο εργάτη και εργάτρια, να τους τραβήξουμε από τα νύχια της εργοδοσίας, να τους πείσουμε να οργανωθούν, να αγωνιστούν, να διεκδικήσουν την ικανοποίηση των αναγκών τους.

Ο συσχετισμός δυνάμεων δεν ήταν ποτέ μονάχα ένα αποτέλεσμα μιας κάλπης ή ενός συνεδρίου. Εμείς μετράμε διαφορετικά τις δυνάμεις μας, έχουμε άλλα κριτήρια για την οργάνωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Εμείς είμαστε περήφανοι και περπατάμε με το κεφάλι ψηλά, κοιτάμε τους εργαζόμενους στα μάτια. Μπορούμε να τους μιλάμε για τους αγώνες των χαλυβουργών, των οικοδόμων, των εργαζομένων στα τρόφιμα και στα ξενοδοχεία, στο εμπόριο και σε κάθε χώρο δουλειάς.

Όλες αυτές τις μέρες ήρθαμε σε επαφή με εργαζόμενους που μέχρι πριν λίγο καιρό μάς παρακολουθούσαν με σκεπτικισμό. Κανείς δεν συμφωνεί με την απροκάλυπτη παρέμβαση των ίδιων των εργοδοτών μέσα στα σωματεία, τις Ομοσπονδίες, τη ΓΣΕΕ. Αρκετοί μας λένε να μην κάνουμε πίσω! Να καθαρίσουν τα σωματεία από τους νόθους και τους εργοδότες.

Η μάχη θα ενταθεί το επόμενο διάστημα

Η διαπάλη, συνάδελφοι, ανάμεσα στις δύο γραμμές στο συνδικαλιστικό κίνημα δε θα σταματήσει στη Ρόδο, όπως δεν σταμάτησε στην Καλαμάτα, στην Αλεξανδρούπολη και πάει λέγοντας. Η μάχη θα συνεχιστεί και θα ενταθεί. Ομως, απέναντι σε όσα εξελίσσονται αυτήν την περίοδο, οι εργαζόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να ξεπεράσουν πιέσεις και εκβιασμούς και να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να έχουν οργανώσεις ανεξάρτητες από την παρέμβαση της εργοδοσίας και του κράτους! Αυτή είναι και η μεγάλη συνεισφορά του ΠΑΜΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Η απαίτησή μας να καθαρίσει το εργατικό κίνημα από τη βρωμιά τους θα γίνει πράξη από τα Εργατικά Κέντρα, τις Ομοσπονδίες, τα Συνδικάτα και τους εργαζόμενους.

Η ανασύνταξη και η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος δεν αποτελούν για εμάς ένα απλό σύνθημα. Ανασύνταξη του κινήματος χωρίς να θίγονται η κυριαρχία και τα συμφέροντα των μονοπωλιακών ομίλων, χωρίς να αμφισβητείται η στρατηγική της ΕΕ, χωρίς συγκρούσεις με τις αντιλαϊκές πολιτικές, με την εργοδοσία και τους μηχανισμούς της, χωρίς ανατροπές των συσχετισμών δυνάμεων στα συνδικάτα, δεν μπορεί να υπάρξει. Σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις - παραγωγικές, επιστημονικές και τεχνολογικές - για να υπάρχει φιλολαϊκή ανάπτυξη, για να υπάρχει αξιοπρεπής ζωή, δουλειά με δικαιώματα. Εμείς είμαστε αυτοί που παράγουμε όλο τον πλούτο! Τον ιδρώτα μας, τον κόπο μας τον καρπώνονται μια χούφτα μονοπωλιακοί όμιλοι. Αυτό μπορεί να αλλάξει.

Με αγώνα για νέες διεκδικήσεις, για κάλυψη των απωλειών, για μια αξιοπρεπή ζωή, σε συνδυασμό με την πάλη για άλλο δρόμο ανάπτυξης, με αποδέσμευση από τις ενώσεις των ιμπεριαλιστών ΕΕ και ΝΑΤΟ, με την εργατική τάξη και το λαό στο τιμόνι της εξουσίας.

Δεσμευόμαστε πως θα συνεχίσουμε αταλάντευτα, ταξικά. Δεν επιτρέπεται βήμα πίσω. Ανοίγουμε το δρόμο στην επόμενη μέρα, στο αύριο της εργατικής τάξης.

ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ!
Για το δίκιο της τάξης μας, γιατί χωρίς εμάς γρανάζι δε γυρνά!
Ζήτω το ΠΑΜΕ!

Δημήτρης Κουτσούμπας
Μεγάλη κατάκτηση των εργαζομένων το ΠΑΜΕ

Από τη συγκέντρωση - εκδήλωση για τα 20χρονα του ΠΑΜΕ, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Το ΠΑΜΕ είναι μια μεγάλη κατάκτηση των εργαζομένων της χώρας μας. Είκοσι χρόνια δράσης στην πρωτοπορία των αγώνων για τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα, για δουλειά μόνιμη και σταθερή για όλους, για Συλλογικές Συμβάσεις, για αξιοπρεπή μεροκάματα και μισθούς, για περίθαλψη, κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα και Υγεία.

Βρίσκεται στην πρωτοπορία του αγώνα ενάντια στην εργοδοτική και κρατική τρομοκρατία, ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και σε όλη αυτήν τη συνδικαλιστική μαφία που έχει κατσικωθεί στη ΓΣΕΕ, υπηρετώντας τη μεγάλη εργοδοσία και όχι τα συμφέροντα των εργαζομένων. Το ΠΑΜΕ βρίσκεται παντού μπροστά σε αυτόν τον αγώνα. Στηρίζουμε ως ΚΚΕ με όλες μας τις δυνάμεις τη δράση του ΠΑΜΕ, καλούμε σε συμπόρευση όλες τις υγιείς, τις ταξικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας».

Δείτε Πανελλαδική Σύσκεψη ΠΑΜΕ 2024
__  Πανελλαδική Σύσκεψη ΠΑΜΕ 2026