Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεγγάρι μάγια μου΄κανες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεγγάρι μάγια μου΄κανες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Αυγούστου 2022

Οδηγίες προς ναυτιλόμενους φεγγαρολάμνοντες

 

(αν είστε βιαστικοί-ές
«ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε»
μην ασχοληθείτε καθόλου …)

Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει φωτογραφίσει το φεγγάρι -έστω και μία φορά…  

Ειδικά από τότε που βγήκαν τα smart_phones χαμός σε ΜΚΔ –μερικοί μερικές βάζοντας και selfie με τη φάτσα τους… περιμένοντας και μετρώντας likes.

 

 

Ευθύς εξαρχής να πω πως αν περιμένειςμια καλούτσικη έστω, φωτογραφία με το κινητόκαλύτερα άσ’ το (ακόμα κι αν έχεις τα Ultra των χιλιάδων ευρώ με ψηφιακό ζουμ 80-100x).

Όπως και να χει ενώ βλέπεις το φεγγάρι πεντακάθαρα –φάτσα κάρτα με τα μάτια σου, πατάς το κουμπί και …τζίφος αποτέλεσμα, βλέποντας κάτι εντελώς απογοητευτικά θολό και με τόσο «κόκκο» -Film Grain και  αναρωτιέσαι μα γιατί;

Film_Grain | κόκκος φιλμ

Ο υποφαινόμενος –ψώνιο της φωτογραφίας και του σκοτεινού θάλαμου, από τότε που δεν υπήρχε καν η έγχρωμη, την «πάτησε» πολλές φορές μέχρι να μάθει τα κόλπα –τόσο με φιλμ, όσο και με τις ψηφιακές, που σήμερα με κόστος το 1/5 ενός καλού κινητού κάνουν (σχεδόν) τα πάντα.


Αν και ξεκίνησα με μια βαρειά τσάντα που περιείχε αρχικά made in CCCP-USSR Lubitel… μετά τη (συλλεκτική σήμερα) Зени́т (Zenit) 11, αργότερα τη «δημοσιογραφική» Minolta «μαύρο σώμα» …Cosina C3 (φ. 35-70) -Nikon F70 - Olympus OM 707 (φ. 35-70-200!) -Balda Juwella 6X9 - Bronica ETR SI 6X4.5 + Prisma AE-II, Canon EOS 5, Asahi Pentax K2DMD + 6X7 μέχρι και Mamiya RZ67, σήμερα -45 χρόνια μετά το παλεύω με μια Nikon DSLR D3500 AF-P DX Ζουμ -(οπτικό) 18–55-90 VR Black και μια compact Black Sony DSCHX400VB -20.4 Megapixels και -οπτικό πάντα, Ζουμ 50x, με τη βοήθεια και του φίλου Γεράσιμου (Γιαννάτου) στην Εμμ. Μπενάκη

Οπότε:
Μια «κανονική» μηχανή, κατά προτίμηση DSLR με έναν ικανό φακό zoom (εστιακή απόσταση). Ξέχνα τα ψηφιακά zoom, γιατί αυτό που θέλεις είναι «γυαλί», δηλαδή οπτικό και μόνο! Αν είσαι τρεμουλιάρης-α ένα υποτυπώδες ή επαγγελματικό τρίποδο είναι σχεδόν απαραίτητο (εκτός και πάρεις «τη βοήθεια» -όχι από «το κοινό» -κατά τις προσφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά … από βράχους, πεζούλια ή τοίχους). Υπόψη πως όσο πιο μεγάλο το zoom, τόσο πιο δύσκολο είναι να κρατήσεις τη μηχανή σταθερή με το χέρι -πρακτικά αδύνατον.

Καλό –αλλά όχι απαραίτητο, είναι να τσεκάρεις το μέρος με μια βόλτα την προηγούμενη νύχτα, για να δεις που θα στηθείς, πώς θα πας. Αν θέλεις μόνο φεγγάρι χωρίς τοπίο ΟΚ!… πήγαινε οπουδήποτε. Σε κάθε περίπτωση μακριά από σημεία υπερφωτισμένα γύρω-γύρω.

Προετοιμασία ...

Ξαναθυμήσου τις ρυθμίσεις τα διάφορα modes της μηχανής σου, μια και μιλάμε για φωτο manual… μάθε πώς γυρνάς στα διάφορα προγράμματα, πώς θα ρυθμίσεις αντιστάθμιση, κλείστρο, το ISO του αισθητήρα, το διάφραγμα 

–κάνε και δοκιμές τις προηγούμενες μέρες και τέλος…

Πάτα το κουμπί - όταν έρθει η ιερή εκείνη στιγμή… απλά βγάλε φωτογραφίες –πολλές, όσες περισσότερες μπορείς, αν θες, δοκίμασε να βάλεις το timer της μηχανής στο 1sec για να βγει φωτογραφία χωρίς να πατάς εσύ το κουμπί, γιατί ακόμη και σε τρίποδο ή «βοηθήματα», το χέρι σου μπορεί να κουνήσει ανεπαίσθητα

Στο στρατό «τότε» με τα Μ1 λέγαμε «βολή κατά βολή» και «βολή κατά ριπάς»: χρησιμοποιήστε τη λειτουργία ριπής στην κάμερα σα να φωτογραφίζετε κινούμενο θέμα ώστε να τραβήξετε πολλές φωτογραφίες υψηλής ταχύτητας και να έχετε μια μεγάλη γκάμα

(επανάληψη προς εμπέδωση)
Όπως είπαμε… τα κινητά δεν είναι για τέτοιες δουλειές – αν και κάποια μοντέλα τελευταίας εσοδείας το παλεύουν. Η αλήθεια, όμως, είναι πως τόσο οι μικροσκοπικοί αισθητήρες όσο και οι μικροί φακοί δε μπορούν να συλλέξουν αρκετό φως για αυτή τη δουλειά, ενώ και ο θόρυβος κάνει τις φωτογραφίες να μη βλέπονται.

Αν βέβαια έχεις τηλεσκόπιο, τότε έχεις πιάσει το jackpot με έναν adaptor των 15€ βάζεις το κινητό σου μπροστά στον προσοφθάλμιο φακό και ω! του θαύματος! πας για βραβείο Πούλιτζερ

Έτοιμος-η; Η σελήνη είναι πάντα εκεί και σε περιμένει να την αποθανατίσεις, ολόγιωμη ή ξάπλα (με ορθό τον καπετάνιο σε όλη της την ομορφιά και μεγαλοπρέπεια. Μην το σκέφτεσαι άλλο! απλά κάν’ το!

Απλά κόλπα_ζόρικα, που κάνουν στις Ινδίες
δαχτυλίδια, που με λίγα €υρώ 2πλασιάζουν το (αναλογικό) ζουμ

Τέλος -επειδή κάποια χρώματα -ειδικά το πολύ μωβ, πιθανά "μας χαλάνε", η ίδια η μηχανή -αλλά (στοιχειωδώς) και το κινητό μπορεί να τα διορθώσει, μέσα από το 👁️  "κορεσμός"💦

Ξωχώρι \ Καρδαμύλη ψηλά_ψηλά Αύγουστος 2020

Ο γιος της σελήνης 

Κάποτε, ήταν –λένε, μια μοναχική τσιγγάνα χωρίς αγάπη και σύντροφο.
Κάθε νύχτα εκλιπαρούσε κλαίγοντας το φεγγάρι, παρακαλώντας το πριν ανατείλει ο ήλιος να της στείλει μια αγάπη «δική της» από τσιγγάνικο αίμα.
Ο καιρός, περνούσε κι ήρθε η νύχτα, που η σελήνη αποφάσισε να της χαρίσει τη συντροφιά που ζήταγε, με σκληρό όμως αντάλλαγμα: το ίδιο το παιδί της, το πρώτο που θα φερνε στο κόσμο.
Όμως –συμβαίνουν αυτά, από τον έρωτά της με τον μελαχρινό τσιγγάνο ήρθε στον κόσμο ένα αγόρι με γκρίζα μάτια και δέρμα τόσο λευκό σαν το χιόνι.
Ο πατέρας, παίρνοντας κατάκαρδα την (υποτιθέμενη;) γυναικεία απιστία, της παίρνει τη ζωή με μαχαίρι. Ύστερα εγκαταλείπει το αγόρι ψηλά στο βουνό για να πεθάνει, μη μπορώντας να φανταστεί ότι έτσι, εκπλήρωσε ένα «πεπρωμένο», κάνοντας τη σελήνη μάνα.
Από τότε, τις νύχτες που το αγόρι γελάει, το φεγγάρι ολόγιομο φωτίζει την πλάση… μετά γίνεται κούνια, για να το κοιμίσει κι όταν κλαίει σβήνει.

  • Και το κόκκινο φεγγάρι μου μιλάει για σένα, το ρωτάω αν με περιμένεις, και εκείνο απαντά: "Αν θες να ξέρεις…Ccá nun ce sta nisciuna"...

    Και το κόκκινο φεγγάρι μου μιλάει για σένα, το ρωτάω αν με περιμένεις κι εκείνο απαντά…

    Περπατάω έρημος και μόνος κι έρμος,
    μάτια κρυμμένα κάτω από το καπέλο, χέρια στις τσέπες, γιακάς ανασηκωμένος.

    Σφυρίζω στ΄αστέρια που αχνοφάνηκαν.

    Και το κόκκινο φεγγάρι μου μιλάει για σένα, το ρωτάω αν με περιμένεις, κι εκείνο απαντά: «Αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχει καμιά εδώ»…
    Και γω το όνομα φωνάζω για να ρθεις, όμως όλος ο κόσμος μιλώντας για σένα, μου φωνάζει: «Είναι αργά πια τι θέλεις να μάθεις; δεν υπάρχει καμιά εδώ».

    (σφύριγμα του μουσικού μοτίβου)
    Κόκκινο φεγγάρι, ποιος θα είναι ειλικρινής μαζί μου;
    Κόκκινο φεγγάρι, την έχασα χτες βράδυ χωρίς να ειδωθούμε.

    Εγώ όμως λέω ότι με περιμένει, έξω στο μπαλκόνι απόψε στις τρεις η ώρα, και προσεύχεται στους αγίους να μπορέσει να με δει.
    Αλλά όχι …όχι δεν …

    (κατά λέξη μετάφραση του στίχου)
    Είχα χίλια και περισσότερα ραντεβού, τόσα πολλά και περισσότερα τσιγάρα άναψα, πολλά φλιτζάνια καφέ που ήπια,
    φίλησα χιλιάδες πικρά χείλη.
    (συνεκδοχικά)
    Χιλιάδες συναντήσεις, τόσα και παραπάνω τσιγάρα άναψα και φλιτζάνια καφέ ήπια, χιλιάδες οι πίκρες … τίποτα.

    Και το κόκκινο φεγγάρι μου διηγείται για σένα,
    Κόκκινο φεγγάρι,
    (σφύριγμα του μουσικού μοτίβου)

  • Hijo de la luna –Ο γιος της σελήνης & η Tammurriata Nera 

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ |
και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω ...

Κόκκινο φεγγάρι, θάλασσες τεκίλα
φύλλα πεταμένα στη φωτιά
κόκκινο φεγγάρι, κόκκινο λιμάνι
κάτι μου ‘χεις κάνει

Είδα πολλούς που ζήσανε για πλάκα
είδα και άλλους που το πήραν σοβαρά
και τραβηχτήκανε και άσχημα τραβιούνται
και το πληρώσανε στο τέλος ακριβά

Με τα μαύρα ρούχα, αμίλητοι καπνίζουν, οι φίλοι
κι ονειρεύονται να φύγουν μακριά
οι φίλοι που δε βρήκανε τίποτα ν’ αγαπήσουν
που δεν πιστεύουν τίποτα, κανέναν, πουθενά

Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να τρελαθείς
υπάρχουν και άλλοι τόσοι για να λες υπομονή
όμως για μένα είναι αργά να τρελαθώ
και είναι ακόμα πιο αργά να κάνω υπομονή

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ
και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω
θα περιμένω άλλες μέρες

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας από τη «μοναξιά του σχοινοβάτη» (1992)



 

 

 

19 Δεκεμβρίου 2021

Ο Γιάννης που -πάντα μόνος πίστεψε πως ήταν "λιποτάκτης"

             Αυλαία...

Τέτοιες μέρες Δεκέμβρη του 1996  κοντά  στη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου –σίγουρα όχι σαν "λιποτάκτης", όπως ο ίδιος πιθανά πίστευε, ο αδερφός του Μίκη Γιάννης Θεοδωράκης.

Ο Γιάννης ήταν «παλιός»: έβγαλε στον αέρα πτυχές της δράσης του παρακράτους - όντας ένας από τους δημοσιογράφους που αποκάλυψε τους δολοφόνους του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Έκανε τα πρώτα δημοσιογραφικά του βήματα στους «Δρόμους της Ειρήνης», στη συνέχεια στην (προδικτατορική) «Αυγή» και αργότερα στον «Ριζοσπάστη» μετά την επανέκδοσή του, το Σεπτέμβρη του 1974.
Ποιητικά του έργα: Λιποτάκτες - τέσσερα τραγούδια: Όμορφη Πόλη, Αυγή Αφράτη, Δακρυσμένα Μάτια, Χάθηκα - που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος μελοποίησε επίσης τα ποιήματα Λειτουργία - στην ενότητα Αρχιπέλαγος - Βγάλε τα μαύρα πανιά, Μελαχρινό αγόρι - Οκτώβρης '98 - Μενεξεδένια τα βουνά -Ταξίδι μέσα στη Νύχτα - Νύχτα μαγικιά, Κάνε κουράγιο, Η αγάπη ζει με τ' όνειρο, Μη με προδώσεις, Χωρίσαμε - Χαιρετισμοί - κ.ά.
Έχουν επίσης εκδοθεί σε βιβλία τα ποιητικά του έργα Πλημμύρα, Ένα τραγούδι του καιρού, καθώς και τα πεζά Υπέρ Βωμών και Αστειών, όπου διακωμωδεί το παρακράτος.

Γεννήθηκε το 1932 στα Γιάννενα και έκανε τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά της Αριστεράς στη δύσκολη περίοδο της φασιστικής βίας και τρομοκρατίας, αψηφώντας διώξεις και κινδύνους.

Στις 10 Νοέμβρη 1996 έστειλε από το κρεβάτι του πόνου (δημοσιεύθηκε στο "Ριζοσπάστη"), ένα τελευταίο κείμενό του με αφορμή το βιβλίο του Β. Αποστολόπουλου για τον ΔΣΕ στη Ρούμελη. Τέλειωνε με τη φράση "Ναι... Μπορούμε και πάλι να ελπίζουμε" !
Στα ποιήματά του έγραφε "θάμαι πάντα μόνος", αλλά έφυγε –όπως του έπρεπε, περιτριγυρισμένος με αγάπη, δίνοντας τη μάχη μέχρι το τέλος γενναία, με πολύ κουράγιο και καλή διάθεση.

Η οικογένεια Θεοδωράκη
Όρθιος ο Γιάννης _καθιστοί από δεξιά Μίκης
η μάνα Ασπασία & ο πατέρας Γιώργος

"Όμορφη πόλη" (+θα γίνεις δικιά μου) σε στίχους του –κατά Δάντη «καταραμένου», Γιάννη (κύκλος «Λιποτάκτες» –βγήκε και σε 45άρι και, αργότερα, το 1966 ενσωματώθηκε και στο άλμπουμ «Μικρές Κυκλάδες»)

Όμορφη πόλη φωνές μουσικές
απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές
ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα
βουνά και γιαπιά πελάγη απλωμένα
Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα
τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα
θα γίνεις δικιά μου


Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν
η νύχτα έπεσε οι δρόμοι χαθήκαν

Οι "Λιποτάκτες" περιλαμβάνουν τέσσερα μελοποιημένα ποιήματα (πιθανά μεταξύ 1952-1954) και όπως εξομολογείται ο ίδιος ο Μίκης, τα ποιήματα αυτά «τα μάζευε από πεταμένα χαρτάκια που έβρισκε στον κήπο τους στα Χανιά», όπου τα σκορπούσε ο αδερφός του…