Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το φως που καίει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το φως που καίει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιουλίου 2022

Θάλασσα! -Να σ’ αγναντεύω θάλασσα …

Η ποίηση από πάντα μου προκαλούσε θαυμασμό και απορία για την ικανότητα... των μυστών χωρίς περιφραστικές προτάσεις, επεξήγηση και ιδιαίτερη ανάλυση, διαλόγους και πολλές σελίδες να γράφουν του κόσμου την αλήθεια, τα συναισθήματα και τη σωστή πλευρά της Ιστορίας … 

 Αν κάνεις μια αναζήτηση «Θάλασσα» (εικόνα) θα πήξεις στο γαλαζοπράσινο –συνήθως συνοδεία γλάρων, κάπου -κάπου και με δελφίνια –υπάρχει κι αυτή η πλευρά, που επιδιώκουμε και απολαμβάνουμε.
              Εγώ μένω πεισματικά ΚΑΙ στις άλλες -κι όσο πιο παγωμένη τόσο το καλύτερο...

Το Φως που Καίει και μαζί του ο Βάρναλης με μάγευε πάντα –ήταν κι από τα αγαπημένα του πατέρα (είχαμε μια έκδοση του 1945 –εκδόσεις “Ζαχαρόπουλος”, που φυλάω ως κόρη οφθαλμού...)
Αμεσότητα, μηνύματα δύο εκπρόσωποι των θεών \ ανθρώπων, ο Προμηθέας και ο Χριστός, ο σκεπτόμενος Μώμος, η ιδιοτελής πόρνη Αριστέα και ο\η δουλοπρεπής Μαϊμού, όλος ο κόσμος που ζούμε δηλαδή, μια ανθρωπότητα καρφωμένη και εξαπατημένη, μέσα από ένα έργο που θυμίζει αρχαία τραγωδία, όλοι μαζί εξεγερμένοι, γελασμένοι και μοιραίοι

(παρένθεση)
Η θάλασσα είναι ένα από τα στοιχεία μου (και στοιχειά μου). Βουτηχτής –χωρίς μπουκάλες όσο με παίρνει πια …τελευταία νους ισχυρός σώμα ασθενές… ιστιοπλόος σε Αιγαίο και Ιόνιο, περιπέτειες και με τη "
FataMorgana" του captain Σταμάτη (τη “Χίμαιρά” του δεν την πρόλαβα) και πολλά ακόμη -αρχόμενων από όταν 7χρονος διάβασα τους πειρατές του Αγίου Φραγκίσκου (για όσους –και φυσικό είναι, δεν το γνωρίζουν είναι του μεγάλου Τζακ Λόντον, των «οι ευνοούμενοι του Μίδα», «Μάρτιν Ίντεν»  «η σιδερένια φτέρνα» -σιδερένιο τακούνι στη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, «το κάλεσμα της άγριας φύσης», «ο ασπροδόντης»…) και 100άδες ΝΑΙ! 100άδες άλλα. Του από 20 ετών σοσιαλιστή (ο Πόλεμος των Τάξεων -1905, Επανάσταση και άλλα δοκίμια – 1910, ενώ υπέγραφε τις επιστολές του με το «Ημέτερος για την Επανάσταση»)."

Έτσι να στέκω θάλασσα παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά …

 «Να σ' αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ' το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να 'ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ', όντας
μετ' άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ' τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδέβουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι
ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Παίκτες του μπέιζμπολ στη παραλία, 1928 – Πάμπλο Πικάσο

Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορεφτικά
τα πέφκα, τα χρυσόπεφκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα - κι αφτά μες τ' όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω θάλασσα παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να 'ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ απ' τη μάβρη τούτη Κόλαση,
μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους...».

🔥  Κώστας Βάρναλης βλ. Ριζοσπάστης
👊 2005 ~ Ο Οδηγητής Ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης και
🎈🎈 Κ. Βάρναλης: Φως που πάντα καίει...

Τρέξιμο κατά μήκος της παραλίας, 1908 – Χουακίν Σορόλλα


💥 Γιάννης Ρίτσος,
Υπολογισμένη αναβολή

(Καρλόβασι, 29. VI. 87.)

Ωραία που βγαίνει το πλοίο απ’ το λιμάνι. Ρόδινος ο καπνός του
μες στη χρυσόσκονη του δειλινού. Λοιπόν,
όσες φορές κι αν σε αρνήθηκαν ή κι αν αρνήθηκες,
ένα άσπρο σπίτι πάνω στο λόφο ζητάει τη ματιά σου,
ένα παιδί βρέχει τα πόδια του στη θάλασσα χαμογελώντας,
ένα πουλί τη νύχτα τραγουδάει και για σένα.

Λοιπόν, ας αναβάλουμε και πάλι˙ ας ενθρονίσουμε
αυτή τη μικρή πεταλούδα στο ραγισμένο τζάμι.

«Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται» (Ελύτης)
«Τη θάλασσα τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;» (Σεφέρης)
“Θάλασσα πλατιά” \ Θάλασσα πλατιά
σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά…

Και κάθετα αντίθετος με το φίλο Στρατή που υποστήριζε πάντα εκείνο το "γιατί να μπαίνεις μέσα στη θάλασσα, όταν μπορείς κάλλιστα να την απολαμβάνεις απέξω"... 

Νίκος Καββαδίας - FATA MORGANA
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Μπλε ΙΙ, 1961 – Ζουάν Μιρό

(πεζό)
Ανδρέας Καρκαβίτσας | “Η Θάλασσα”
(Διήγημα από τα “Λόγια της Πλώρης”)
(…)

Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε – δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.
– Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ’ τ’ άτιμο στοιχειό!
Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει.

Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι, που ο πατέρας, ο πάππος, ο πρόπαππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν τα έλεγε μόνον αυτός, αλλά κι οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα, και οι νιότεροι, που είχαν ακόμη τους κάλλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν τον ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν:

– Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου.

Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, άλλα νησί ολάκερο μπορούσαν ν’ αποχτήσουν με τα χρήματα τους. Μα όλα τα έριχναν στη θάλασσα. Παράβγαιναν ποιος να χτίσει μεγαλύτερο καράβι, ποιος να πρωτογίνει καπετάνιος. Και γω που άκουα συχνά τα λόγια τους και τα έβλεπα τόσο ασύμφωνα με τα έργα τους δε μπορούσα να λύσω το μυστήριο. Κάτι, έλεγα, θεϊκό ερχόταν κι έσερνε όλες εκείνες τις ψυχές και τις γκρέμιζε άβουλες στα πέλαγα, όπως ο τρελοβοριάς τα στειρολίθαρα.

Αλλά το ίδιο κάτι μ’ έσπρωχνε και μένα εκεί. Από μικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήματα μου να ειπείς, στο νερό τα έκαμα. Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουμίνια μ’ ένα ξυλάκι ορθό στη μέση για κατάρτι, με δυο κλωστές για παλαμάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και με την πύρινη φαντασία μου που το έκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα με καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήμουν και γω εκεί μέσα. Μόλις όμως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάμω άλλο μεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιμανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ’ ακολούθησα κολυμπώντας ως την εμπατή του λιμανιού που το πήρε το ρέμα μακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύμπι πρώτος, τα λέπια μου έλειπαν.

Παραλία, 1949 – Καρλ Κναθ

Νίκος Καρούζος Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας

Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός… Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα – ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.

Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια… Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο μη στέργοντας το ίδιο στασίδι – μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα. Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη τα ερεβώδη γεγονότα δίχως του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη. Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο τον αναμάρτητο με τ’ άστρα. Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα, το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα την έχει στη δική του τυραννίδα την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει του ποιήματος ο ήχος.

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης K. Καρυωτάκης

(Ι)
Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό. Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Άστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της. Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί. Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες. Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ' άλλα _ ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος _ ένα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.

(ΙΙ)
Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. (Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. «μαντάμα» μετράει απογοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. νέος νομάρχης, μ μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους. Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10 δρχ., ποτά γυναικών 32,50 δρχ.) Σταν άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κι έρχεται μπροστά μας. Όλα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιώνια. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια της. Με τη βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχ του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. Η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης. Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και πόνος μας την έκφρασή του.
(πηγή)


16 Δεκεμβρίου 2021

Ο επαναστάτης κομμουνιστής Κώστας Βάρναλης μας άφησε το άσβεστο φως που πάντα καίει...

 (μικρό αφιέρωμα)

Κώστας Βάρναλης: Ο κομμουνιστής ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και δημοσιογράφος που στράτευσε το ταλέντο, την τέχνη και τη ζωή του στον αγώνα για τη μόρφωση του λαού και την απελευθέρωσή του από τα δεσμά της ταξικής σκλαβιάς, αφήνοντας πίσω του έργο τεράστιας αισθητικής και νοηματικής αξίας, άρρηκτα συνδεδεμένο με την αταλάντευτη στάση ζωής του, γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας στις 14 Φλεβάρη 1884 και έφυγε από τη ζωή 16 Δεκέμβρη 1974, σε ηλικία 90 χρόνων...
«Ποιητή, σ' είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη» - είχε γράψει γι αυτόν ο Γιάννης Ρίτσος, στα 1956, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων παρουσίας του στα ελληνικά Γράμματα. "Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ' είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ' αυτί, για ν' αφουγκράζεσαι πίσω απ' τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μάς έδειξες"!

Μόσχα, 1934.
Ο Κ. Βάρναλης με τον Δ. Γληνό και τον Θ. Κανονίδη,
στο Α’ Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων

Ο τιμημένος με το Βραβείο «Λένιν» για την Ειρήνη (1959) Κώστας Βάρναλης , σε εκδήλωση στη Μόσχα, αναφερόμενος στην κατηγόρια ότι ανήκει στη «στρατευμένη Τέχνη», απάντησε με αυτά τα σταράτα λόγια:
«...το δόγμα "η Τέχνη δεν κάνει πολιτική" διαψεύδεται από τα πράγματα. Ο Αριστοφάνης, ο Ντάντες, ο Θερβάντες, ο Ζολά, ο Τολστόι κάνουνε πολιτική. Πολιτική κατά των "κακώς κειμένων".
Πολιτική έξω απ' τα δόντια. Ποιος μυθολόγος της εξωπολιτικής Τέχνης θα 'χει το κουράγιο να υποστηρίξει πως αυτοί οι ήλιοι του πνευματικού στερεώματος δεν είναι μέγιστοι δημιουργοί του λόγου; Να λοιπόν, μια απόδειξη πως η Τέχνη μπορεί να κάνει πολιτική, χωρίς να πάψει να 'ναι Τέχνη και μάλιστα τρισμεγάλη. Ζήτημα, λοιπόν, υπάρχει μόνο για το ποια πολιτική δίνει ζωή και δύναμη στην Τέχνη και την απλώνει στο χώρο και στο χρόνο και ποια πολιτική τη χαλάει, τη σκοτώνει και τη μεταβάλλει σε καπνό χωρίς φλόγα...».

«Μη χτυπάς τον αδερφό σου, τον αφέντη τον κουφό σου! Και στον ίδρο το δικό, γίνε συ τ’ αφεντικό. (…) «Άιντε θύμα άιντε ψώνιο | άιντε σύμβολο αιώνιο, αν ξυπνήσεις μονομιάς θα ’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς. Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει, έχει η πλάση κοκκινίσει, άλλος ήλιος έχει βγει σ’ άλλη θάλασσα, άλλη γη»…

Το καράβι που μετέφερε εξόριστους στον Άη Στράτη.
Στην κάτω σειρά, με τον μπερέ ο Δ. Γληνός και με την τραγιάσκα ο Κ. Βάρναλης

Ο Βάρναλης συντάχθηκε με τους πρωτοπόρους διανοούμενους, τους φοιτητές, τους εργάτες και η μαρξιστική ιδεολογία άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίησή του. Ο ποιητής πλαστουργός μιας «νιας ζωής» που με το όραμα και τον αγώνα μεταμορφώνει τις συνειδήσεις και τις διαπαιδαγωγεί. Συνήθως, ο λόγος περιστρέφεται γύρω από τον Βάρναλη ποιητή, ή και τον πεζογράφο. Όμως, πίσω από το λογοτέχνη βρίσκεται ο φιλόσοφος, ο στοχαστής αγωνιστής, ο οποίος από τη στιγμή που εγκαταλείπει τη διονυσιακή, την αισθησιακή τάση, δίνει στην ποίησή του αποκλειστικά κοινωνικό περιεχόμενο.

«Σ' όλη τη ζωή του δασκάλου, του λογοτέχνη και
του δημοσιογράφου, ποτέ ούτε έκανα ούτε έγραψα
τίποτα παρά τη συνείδησή μου ή εναντίον του λαού,
εναντίον της ελευθερίας του και των δικαιωμάτων του»
(
από το γράμμα του, το 1966, στη βράβευσή του από τους δημοσιογράφους).

Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική η πορεία του. Γνωρίζουμε πόσο συνεπής στάθηκε, στα ιδανικά του. Διώξεις, εξορία, άρνηση κάθε αναγνώρισης, λοιδορίες, ήταν το τίμημα της πίστης στα υψηλά ιδανικά της κομμουνιστικής ιδεολογίας.
Αυτός ήταν ο Βάρναλης, ο πιο ριζοσπαστικός ποιητής της νεότερης Ελλάδας. Ο σοφός πνευματικός δημιουργός, ένας γνήσιος κι αληθινός άνθρωπος, ο μπάρμπα - Κώστας, ο φίλος του λαού και των προλετάριων. Με την τέχνη του πολέμησε το κοινωνικό κατεστημένο, κατήγγειλε τις αδικίες, την ανισότητα και τις αθλιότητές του.

Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, | οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι

Όχι με λόγια, μ' έργα τ' Άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ' άδικο μ' αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ' αδερφού
η λευτεριά η δικιά του θάναι λευτεριά σου,
κι ανάγκη πια δεν θα 'χεις κανενός Θεού!..
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή απ' την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, χίλιες θα σε σταυρώσουν.

«Δεν είμ' εγώ σπορά της τύχης,
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ 'μαι τέκνο της Ανάγκης,
κι ώριμο τέκνο της Οργής
»...

1959. Ο Κώστας Βάρναλης, στη Μόσχα, κατά την απονομή του «Βραβείου Λένιν για την Ειρήνη»

Ξεφυλ(λ)ίζοντας \ Κώστας Βάρναλης: Η Γυναίκα 

1 Πόσες φορές σε κάλεσα κι όχι για μένα, Θε μου! Λείπεις από τον τρίσβαθο ουρανό και μέσαθέ μου. Του Τέκνου σου που δέχτηκες το γαίμα να σε βάψει, ποιά σου βουλή στο λάκκο αυτό σωρό μάς έχει θάψει; 

5 Κρίμα δικό μας ή βουλή δικιά σου, τί μας μέλει! Ελέησε και γρηγόρεψε του καθενού τα τέλη. Ω γυναικούλες, που ποτές δεν είδε μάτι ξένο, στήθη βγαλτά κι ώς την κοιλιά φουστάνι ανασυρμένο!
Ο πεσημός σου είναι πολύς, όσο πολλοί ’ναι οι πόνοι, 10 πικρή ψυχή, που όσο βυθάς, τόσο η ντροπή στομώνει! Ω δίχως δάκρυ κλάηματα και δίχως βόγκο αγκούσα! Για της ζωής την ξαγορά τί να δεχτώ μπορούσα!
Δεν το ’ξερα τόσο πολλοί κι αργοί οι θανάτοι να ’ναι!

Οι πεθαμένοι αποβραδίς για νέα θανή ξυπνάνε! 15 Δεν είναι οι πόνοι, που πονώ, κι η πείνα, που με κόβει, εσάς φοβάμαι, της νυχτός μεγαλωμένοι φόβοι! Ώς με το νώμο ξύλιασε το χέρι, που σε σφίγγει, παιδάκι μου, με τ’ ανοιχτό, καθώς πουλιού, λαρύγγι. Και συ σιωπάς μες στην κοιλιά, σπόρε, που όλο σκιρτούσες. 20 Ω δίχως δάκρυ κλάηματα και δίχως βόγκο αγκούσες! 

2_II Φτερούγας άξαφνης συρμένε αθέρα στο κορμί μου, ερωτικό ανατρίχιασμα, ποιός σ’ έχει στείλει; Κοίμου, πικρή ψυχή, σαν άλλοτες, και στ’ όνειρό σου ιδές τα τα περασμένα στην παλιά, καλοσυνάτη ζέστα! 25 Κρεβάτι εσύ, όπου γνώρισα το μέγα σκίρτημα, άξο της Άγιας Τράπεζας μικρή αδερφή να σε φωνάξω· πάτωμα με νωπό φουσκί και μ’ άχερα στρωμένο, προσηλιακό παράθυρο με τζάμι ραγισμένο· στο παραγώνι κρεμαστή φασκομηλιά απ’ το δάσο  κι έτοιμη ευωδερή φακή, για να την κατεβάσω. 

Και να σε βλέπω να γυρνάς, καλέ μου, απ’ το χωράφι, μπροστά σου βόδια κόκκινα, πίσω ουρανός χρυσάφι. Στη σιδερήν αγκάλη σου, γεμάτη νότια κρύα, να γεύομαι σκλάβα πιστή την άγια ελευτερία. 

3 Κι όπως χορεύεις αψηλά στα μπράτσα σου τ’ αγόρι να βλέπεσαι περήφανος στο γελαστό του θώρι. Ούτε περσότερη χαρά κι ούτε πιο λίγον πόνο, άλλο δεν ελαχτάρησα, φωλιά μου, εσένα μόνο. Άκου τον ξάστερο ουρανό, πώς οι καμπάνες σειούνε. 40 Όπου καρδιά, χαρμόσυνες λαχτάρες απαντούνε. Ανάστασ’ είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι κόκκινο αβγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι. Όσ’ άστρα ’ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα. Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα. 45 Της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι. Ειρήνη! ειρήνη! φιληθείτε οχτροί μαζί και φίλοι. 

.….….….….….….….……

Στον ουρανό σου κρούσταλλο, με ποιόνε να ’σαι, Θε μου; Ο σκοτωμένος σε πονά, ο φονιάς σ’ ευφραίνει; Πε μου!

O Bάρναλης τάσσεται στη διάθεση της εργατικής τάξης αντιμέτωπος με τον παλιό αστικό κόσμο που πριν ανήκε. Γι' αυτό και θα αρνηθεί το έργο της πρώτης του περιόδου. Θα κριτικάρει σκληρά τον εαυτό του και θα ανοίξει ανανεωμένος, φρέσκος την καινούργια περίοδο. Από την καινούργια θέση του κοίταξε πια πίσω του, για να δει και να καταδικάσει τον παλιό εαυτό του και μαζί να καταδικάσει την προηγούμενη ιδεαλιστική του ποίηση. Για να φτάσει να καταδικάσει έτσι την παλιά του τέχνη «των μωρών, των τσαρλατάνων» χρειάστηκε να καταδικάσει αδίσταχτα τον παλιό εαυτό του:

Είπα: «Ξεφορτώσου
τον παλιό εαυτό σου
και ξαναγεννήσου
να 'σαι, όπως δεν είσουν
...

Και συ, Νόμε, των άνομων ασπίδα
σαν τη μαϊμού από κλώνο σ’ άλλον πήδα
κι απ’ την κορφή με την ουρά κρεμάσου,
να μη γλέπει ο Λαός τα πισινά σου
.
Κ. Βάρναλης (Ελεύθερος Κόσμος, Πρόλογος)