16 Ιουνίου 2022

Δεν έχεις γέρους κι άρρωστους, μικρά παιδιά να σφάζεις, μηδέ κορίτσια ντροπαλά, ούτε χωριά να κάψεις - Μανάδες για να τυραννάς στη μέση στο παζάρι, έχεις μπροστά σου σήμερα τον Καπετάνιο Άρη…

Κοντά τέτοιες μέρες, στις 16 Ιούνη του 1945, έδωσε τέλος στη ζωή του ο Θανάσης Κλάρας - Αρης Βελουχιώτης, περικυκλωμένος στο φαράγγι του Φάγγου (Μεσούντα Αρτας) από δυνάμεις του αστικού στρατού. Πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, που η ζωή του έγινε μύθος καθώς συνδέεται με σημαντικές στιγμές του ΕΛΑΣίτικου αγώνα για την αποτίναξη του ναζιστικού ζυγού, αλλά και για τη σωστή επιμονή του να αντιμετωπιστεί εν τη γενέσει της η αγγλική επικυριαρχία.

Τίμησε ως το τέλος
το ένοπλο επαναστατικό κίνημα

Η ζωή του ήταν ταυτισμένη με το ΚΚΕ, παρότι γόνος εύπορης οικογένειας της Λαμίας. Γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905, σπούδασε στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή της Λάρισας, διορίστηκε γεωπόνος στη Γεωργική Υπηρεσία, υπηρέτησε στη Δράμα και τα Τρίκαλα. Ηρθε σε σύγκρουση με τους προϊσταμένους του και παραιτήθηκε. Κατέβηκε στην Αθήνα, όπου ήρθε σε επαφή με τον συμπατριώτη του κομμουνιστή Τάκη Φίτσιο και άρχισε η σχέση του με το ΚΚΕ. Το 1922 έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και το 1925 μέλος του ΚΚΕ. Ακολουθεί η στρατιωτική θητεία του, αρχικά ως δεκανέας πυροβολικού. Τον ξηλώνουν γρήγορα και τον στέλνουν στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου. Το 1927 κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Αναλαμβάνει διάφορες κομματικές δουλειές και τον βρίσκουμε συντάκτη στην εφημερίδα «Νεολαία» και μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Αθήνας της Οργάνωσης, να δουλεύει στο κομματικό «Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο» και στη συνέχεια συντάκτη του «Ριζοσπάστη».

Η δικτατορία του Μεταξά τον εξορίζει στη Γαύδο, ενώ τον Ιούνη του 1939 τον στέλνουν στις φυλακές της Κέρκυρας. Βγαίνει με δήλωση, παίρνει μέρος στο αλβανικό μέτωπο και μετά την κατάρρευσή του επιστρέφει στην Αθήνα. Τον Ιούλη 1941 συνδέθηκε με την ΚΕ, η οποία τον αποκατέστησε στο Κόμμα.

Πρωτοκαπετάνιος

Αναστενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει
το δόλιο το μικρό χωριό και πάλι ανταριάζει.
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά, πέφτουν τουφέκια ανάρια
ο Άρης κάνει πόλεμο με αντάρτες παλληκάρια.

Έλα βρε άπιστε Ιταλέ, κορόϊδο Μουσολίνι
να μετρηθούμε εδώ μαζί να δεις το τι θα γίνει.

Δεν έχεις γέρους κι άρρωστους, μικρά παιδιά να σφάζεις,
μηδέ κορίτσια ντροπαλά, ούτε χωριά να κάψεις.
Μανάδες για να τυραννάς στη μέση στο παζάρι,
έχεις μπροστά σου σήμερα τον Καπετάνιο Άρη.

Που γρήγορος σαν τον αετό, σαν το γοργό τ’ αγέρι
προδότες έσφαξε πολλούς με δίκοπο μαχαίρι.

Μετά την ίδρυση του ΕΑΜ, με οδηγία της ΚΕ του Κόμματος, το Νοέμβρη του 1941 στάλθηκε στη Λαμία για να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση και το έδαφος ανάπτυξης του ένοπλου αγώνα. Στη Λαμία, από τις 14 του Μάη 1941, είχε ιδρυθεί ομάδα «Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας», η οποία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μετά την ένταξη σε αυτό κομμουνιστών που είχαν αποδράσει από τόπους εξορίας, ιδιαίτερα με τη δράση του τσαγκάρη Γιαταγάνα, κομματικού στελέχους με ευρύ κύρος στην περιοχή. Σε εκείνη την οργάνωση στηρίχτηκε ο Αρης για να ξεκινήσει το αντάρτικο στη Φθιώτιδα. Και μπόρεσε, με τα αδιαμφισβήτητα ηγετικά γνωρίσματα που διέθετε, το οργανωτικό ταλέντο στη διοίκηση στρατού διαφορετικού από τον τακτικό, με τη γνώση της ψυχολογίας των χωρικών εκείνων των περιοχών, αλλά και με την ανδρεία του, να αναγνωριστεί και να αναδειχτεί στη θέση του πρωτοκαπετάνιου.

Είχαν προηγηθεί η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1 - 3 του Ιούλη 1941) «για την υποστήριξη κάθε συνεπούς αντιφασιστικής δύναμης με όλα τα μέσα» και η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (πρώτο 10ήμερο του Γενάρη 1942), που αποφάσισε ότι «οι κομμουνιστές πρέπει να οργανώσουν, να μαζικοποιήσουν και να επεκτείνουν το αντάρτικο κίνημα στην ύπαιθρο», ότι «ο εθνικοαπελευθερωτικός μας ανταρτοπόλεμος έχει πρωτεύουσα σημασία για την απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό». Στο ενδιάμεσο είχαν πυκνώσει οι προετοιμασίες για τη δημιουργία του ΕΛΑΣ από τις σκόρπιες αντάρτικες ομάδες που είχαν δημιουργηθεί σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και από νέες που έπρεπε να συγκροτηθούν.

Η προσφορά του Βελουχιώτη στη δημιουργία των πρώτων ΕΛΑΣίτικων ομάδων, αλλά και στη σύσταση αργότερα των αρχηγείων του ΕΛΑΣ υπήρξε σημαντική, με την αναμφισβήτητη συμβολή και του Στέφανου Σαράφη. Στον Αρη αποδίδονται η έμπνευση και αποκρυστάλλωση των οργανωτικών δομών του ΕΛΑΣ, καθώς και η θέσπιση μιας σειράς στρατιωτικών και ηθικών κανόνων λειτουργίας του αντάρτικου. Δημιουργήθηκε έτσι μια ηθική, πολιτική και οργανωτική σχέση αλληλεγγύης μεταξύ του νεοϊδρυθέντος λαϊκού απελευθερωτικού στρατού και των φτωχών λαϊκών μαζών και υπεράσπισής τους από την αδικία. Το γεγονός αυτό θα αποβεί ιδιαίτερα θετικό στην τόνωση του ηθικού των δεύτερων, καθώς και στην ανάπτυξη των γραμμών και του κύρους του πρώτου.

Οι στρατιωτικές επιτυχίες του ΕΛΑΣ (όπως αυτή στο Γοργοπόταμο κ.ά.) και η σταδιακή εκκαθάριση ευρύτερων τμημάτων της επαρχιακής Ελλάδας από τους τοπικούς αντιπροσώπους της κατοχικής κυβέρνησης έδωσαν το έναυσμα και αποτέλεσαν τη βάση για την ανάδειξη της λαϊκής αυτοδιοίκησης. Οι αντικειμενικά αυξανόμενες ανάγκες συντονισμού του ραγδαία αναπτυσσόμενου ΕΛΑΣ οδήγησαν, το Μάη του 1943, στη συγκρότηση του Γενικού Στρατηγείου. Ο Βελουχιώτης επωμίστηκε την ευθύνη του καπετάνιου του ΓΣ του ΕΛΑΣ, με στρατιωτικό αρχηγό τον στρατηγό Στέφανο Σαράφη και πολιτικό αντιπρόσωπο του ΕΑΜ τον Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη).


Από τη Ρούμελη ο Βελουχιώτης στάλθηκε στην Πελοπόννησο και πολέμησε επικεφαλής του ΕΛΑΣ της περιοχής εναντίον των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, που αποτελούσαν τις δυνάμεις ασφαλείας των κατοχικών κυβερνήσεων. Ιδιαίτερα αιματηρές για τα Τάγματα Ασφάλειας, αλλά και για τον ΕΛΑΣ, ήταν οι συγκρούσεις που έγιναν σε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου μετά το Σεπτέμβρη του 1944, όταν άρχισαν να αποχωρούν οι Γερμανοί. Στο τέλος Σεπτέμβρη 1944, ο Βελουχιώτης, με τη μεσολάβηση του υπουργού της εξόριστης κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, δέχθηκε να αναστείλει τη λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο και έφυγε για τη Ρούμελη τον επόμενο μήνα, τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα. Το Νοέμβρη του 1944 σε σύσκεψη καπετάνιων του ΕΛΑΣ πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ για την αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους: «Αν ζήσει κανένας σας να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει».

Είχε δίκιο

Ο Αρης Βελουχιώτης αντιτάχθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας και τη χαρακτήρισε λαθεμένη. Στο διάστημα Φλεβάρης - Απρίλης 1945 ανέλαβε με δική του ευθύνη πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση νέου αντάρτικου στρατού, παρά την αντίθετη απόφαση του ΚΚΕ, του οποίου η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (Απρίλης 1945) τον διέγραψε. Αργότερα, κυρίως από την αρχή της δεκαετίας του 1960, εκ μέρους του Κόμματος υπήρξαν πράξεις πολιτικής αποκατάστασης του Αρη. Αυτό αποτυπώθηκε και στον Α' τόμο Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918 - 1949, που γράφει: «Ο Αρης, ζυμωμένος και ατσαλωμένος στο ΚΚΕ και στο λαϊκό κίνημα, αναδείχτηκε, με την ηρωική δράση του, σε ατρόμητο πολεμιστή και σε γνήσιο λαϊκό ηγέτη. Η τραγική θυσία του συγκίνησε βαθιά τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και όλους τους πατριώτες».

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη στις 16 Ιούλη 2011 αποφάσισε την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Παράλληλα, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δε δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ.

Παράλληλα, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη κατήγγειλε την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας, που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Οπως σημειώνει, «στη λαϊκή συνείδηση, ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν».

«Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:

- Τον ξέρεις τον Άρη;
- Ναι, μου λέει. Τον ξέρω.

- Τον είδες ποτέ σου;

- Όχι. Μα τόνε ξέρω.

- Πώς είναι;
- Τρεις βολές πιο αψηλός απ' τον πατέρα μου. Κι έχει ένα μεγάλο-μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον ακολουθάει πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία.

Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα ένα “αετόπουλο” που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού.

- Γιωργή, τον ξέρεις τον Άρη;

- Τόνε ξέρω.

- Τον είδες ποτέ σου;

- Τον είδα με τα μάτια μου.

- Πώς είναι;

- Έχει μακριά γένια κι ένα αληθινό άστρο στο μαύρο σκούφο του. Κι άμα μιλάει -κι ας χιονίζει ακόμα- γίνεται μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε το όνομά του οι Γερμανοί κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα.
Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας αητός με μια σημαία, ένα άστρο αληθινό, πολλή ζέστα -αυτός είναι ο Άρης των παιδιών και των μεγάλων.
Και γω που δυο φορές όλο-όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ»
                    ___Γιάννης Ρίτσος, Το υστερόγραφο της δόξας - Άρης Βελουχιώτης

Διαβάτη που περνάς γονάτισε,
σφίξε τη γροθιά σου κι ορκίσου εκδίκηση...

Για την πολιτική αποκατάσταση
του Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα)

Ο Άρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905 στη Λαμία. Το 1922 έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και το 1925 μέλος του ΚΚΕ. Ως στρατιώτης οδηγήθηκε στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου. Μετά την απόλυσή του ανταποκρίθηκε σε διάφορες κομματικές χρεώσεις και διώχθηκε κατά καιρούς από το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά εξορίστηκε στη Γαύδο και φυλακίστηκε στην Αίγινα (1938). Το 1939 μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα. Υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε. Στη διάρκεια της Κατοχής βρέθηκε στην Αθήνα, όπου τον Ιούλιο 1941 συνδέθηκε με την ΚΕ, η οποία τον αποκατέστησε στο Κόμμα. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους του ανέθεσε να συγκροτήσει αντάρτικο στρατό. Αυτό το καθήκον ο Αρης το έφερε σε πέρας με τον καλύτερο τρόπο. Τον Μάη 1943 με τη δημιουργία του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ ανέλαβε καπετάνιος του.

Ο Αρης Βελουχιώτης αντιτάχθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας και τη χαρακτήρισε λαθεμένη. Στο διάστημα Φεβρουάριος - Απρίλιος 1945 ανέλαβε με δική του ευθύνη πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση νέου αντάρτικου στρατού, παρά την αντίθετη απόφαση του ΚΚΕ.

Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (Απρίλιος 1945) διέγραψε τον Άρη και τον αποκήρυξε, δίχως να δώσει την απόφαση στη δημοσιότητα.

Στις 16 Ιουνίου 1945, την ημέρα που ο Άρης αυτοκτόνησε περικυκλωμένος από τον αστικό στρατό, στον «Ριζοσπάστη» δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση του ΠΓ που κατήγγειλε τον Βελουχιώτη, κάνοντας αναφορά και στην απόφαση της 11ης Ολομέλειας. Τρεις μέρες μετά την αυτοκτονία του, στις 19 Ιουνίου 1945, ο «Ριζοσπάστης» σε άρθρο με τίτλο «ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ» έγραψε για τον Αρη: «Ο τόσο τραγικός θάνατος του Αρη Βελουχιώτη προκαλεί θλίψη ανάμεσα στους πραγματικούς πατριώτες, αγωνιστές της εθνικής ιδέας. Γιατί ανεξάρτητα από τη θέση που πήρε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, θέση που αντικειμενικά εξυπηρετούσε την αντίδραση, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ξεχνάει κανείς ότι ο Αρης Βελουχιώτης ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αγώνα της Αντίστασης και από τους πρωταθλητές στην οργάνωση του αντάρτικου κινήματος...».

Μετά το θάνατο του και μέχρι την 7η Ολομέλεια της ΚΕ (1950) το ΚΚΕ δεν είχε τοποθετηθεί εναντίον της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την αποκαλούσε «αναγκαίο ελιγμό».
Το Μάρτιο του 1962 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέος Κόσμος» άρθρο μέλους του τότε ΠΓ, στο οποίο γινόταν λόγος για αποκατάσταση σειράς στελεχών του ΚΚΕ, ανάμεσά τους και του Αρη. Το άρθρο ανέφερε:

«Η ΚΕ ακύρωσε αποφάσεις της παλιάς καθοδήγησης για διαγραφή ή καθαίρεση μελών της ΚΕ, που αποδείχτηκαν αβάσιμες και αδικαιολόγητες. Ταυτόχρονα αποκατέστησε τη μνήμη των συντρόφων [...] Αρη Βελουχιώτη [...] κ.ά.».
Σχετική απόφαση δεν έχει βρεθεί στο Αρχείο του ΚΚΕ.

Γενικότερα, από την αρχή της δεκαετίας του 1960 και περισσότερο μετά το παραπάνω δημοσίευμα, εκ μέρους του Κόμματος υπήρξαν πράξεις πολιτικής αποκατάστασης του Αρη, που ουσιαστικά απέρριπταν τις κατηγορίες σε βάρος του ως προβοκάτορα κ.ά.

Αυτό αποτυπώνεται και στον Α' τόμο Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, που γράφει:

«Ο Άρης ζυμωμένος και ατσαλωμένος στο ΚΚΕ και στο λαϊκό κίνημα αναδείχτηκε με την ηρωική δράση του, σε ατρόμητο πολεμιστή και σε γνήσιο λαϊκό ηγέτη. Η τραγική θυσία του συγκίνησε βαθιά τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και όλους τους πατριώτες».

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Παράλληλα η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δε δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Άρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Άρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ.
Στη λαϊκή συνείδηση, ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας.
Ο Άρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν.

                             16 Ιούλη 2011».

Βλ Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, Α' τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 517.

Απόφαση
της πανελλαδικής συνδιάσκεψης
για την κομματική αποκατάσταση
του Άρη Βελουχιώτη

Στην Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης (16 Ιούλη 2011) «Για την Πολιτική Αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη», αναφερόταν μεταξύ άλλων:

«Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Παράλληλα, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Άρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση της κομματικής του ιδιότητας.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας, που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν».

Στο διάστημα που πέρασε από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 2011, η όλη διαδικασία για τη συγγραφή του Α' τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας, ιδιαίτερα της περιόδου 1939 - 1949, έδωσαν τη δυνατότητα μεγαλύτερης εμβάθυνσης στη δράση και την κατάσταση του ΚΚΕ στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μελετήθηκαν παραπέρα η λειτουργία του Κόμματος και η σχέση του με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.

Τεκμηριώνεται το συμπέρασμα ότι η συλλογική λειτουργία των καθοδηγητικών οργάνων (ΠΓ και ΚΕ) ήταν ανεπαρκής, με ανάλογη επίδραση σε όλη τη δομή του ΚΚΕ. Αυτή η ανεπάρκεια εκφράστηκε ακόμα περισσότερο στο διάστημα της απελευθέρωσης και το Δεκέμβρη του 1944, έως την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, περίοδο κατά την οποία παραγκωνίστηκε ταυτόχρονα το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ.

Η υποβάθμιση της συλλογικής λειτουργίας του ΠΓ και της ΚΕ συνεχίστηκε και μετά από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ενώ εκφράστηκε χαρακτηριστικά και στον τρόπο αντιμετώπισης του Άρη Βελουχιώτη από το ΠΓ. Δίχως να δικαιώνεται η απειθαρχία του, συνάγεται ότι η διαρρηγμένη συλλογική λειτουργία όχι μόνο δεν προσέφερε στον Άρη, καθώς και σε χιλιάδες άλλα κομματικά μέλη, πεδίο για μια ουσιαστική συζήτηση, αλλά και τροφοδοτούσε εξ αντικειμένου φυγόκεντρες κινήσεις, που βεβαίως είχαν πολιτική βάση. Προκάλεσε τη μαζική αντίδραση των μελών του Κόμματος και ΕΛΑΣιτών στη Συμφωνία της Βάρκιζας, που γρήγορα ανατράπηκε από τη ζωή.

Τα παραπάνω ενισχύουν το σκεπτικό ότι η μη κομματική αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη δεν εναρμονίζεται με την πολιτική του αποκατάσταση που έγινε το 2011.

Ήταν οι πρώτες μέρες του Μάη του 1941, ο Θανάσης Κλάρας, μετά τη συνθηκολόγηση, κατεβαίνει στην Αθήνα. Στα σχέδιά του και στις προτεραιότητές του η προσπάθεια για ανασυγκρότηση και οργάνωση των κομμουνιστών, παλιών και νέων και το στήσιμο παράνομου τυπογραφείου.

Ευθύς εξαρχής έστρεψε την προσοχή του στους φαντάρους, που γύριζαν από το μέτωπο, εγκαταλειμμένοι, νηστικοί, εξαθλιωμένοι … Μια μέρα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα επεισόδιο που είχε δημιουργηθεί στην πλατεία Λαυρίου. Ήταν παρέα με τον ζωγράφο Δημήτρη Μεγαλίδη.
Ένας αστυφύλακας χτύπησε κάποιον φαντάρο. Αμέσως ξεσηκώθηκε ένα κύμα οργής ανάμεσα στους περαστικούς κι έπηξε ο τόπος από παλιούς πολεμιστές του μετώπου, που όλοι μαζί φώναζαν αγανακτισμένοι, έτοιμοι να λυντσάρουν τον αστυνομικό για τη βαναυσότητά του. Ο Θανάσης δεν έχασε καιρό. Ανέβηκε σ’ ένα σκαλί της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου κι άρχισε να μιλάει με αγωνιστικό πνεύμα στους συγκεντρωμένους:

Μη γυρίζετε στους δρόμους και ζητιανεύετε, τους είπε. Πρέπει να παλέψουμε για να ζήσουμε και να ελευθερωθούμε. Μην παραδίνετε τα όπλα σας. Θα τα πάρουν οι κατακτητές και τα όργανά τους και θα τα χρησιμοποιήσουν εναντίον σας. Κρύψτε τα! Θα χρειασθούν μια μέρα. Γιατί τώρα αρχίζει ένας νέος αγώνας για την πατρίδα».

Ο Θανάσης Κλάρας καταλήγει στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας, στη γνώριμή του Καισαριανή. Παράλληλα με την προσπάθεια για την κομματική ανασυγκρότηση προγραμμάτισε πλατιές συσκέψεις αγνών πατριωτών και λαϊκών αγωνιστών, με σκοπό και χαρακτήρα αντιστασιακό.

Από τα σημαντικότερα ίσως γεγονότα των πρώτων ημερών της γερμανικής κατοχής είναι η πραγματοποίηση σύσκεψης, την Πέμπτη 15 Μάη 1941, στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας, που την συγκάλεσε ο Άρης. Η σύσκεψη έγινε στη δεξιά όχθη του Ηριδανού – που οι μικρασιάτες πρόσφυγες, πρώτοι κάτοικοι της Καισαριανής, τον ονόμαζαν Ντερέ (σσ. τούρκικο λήμμα = ρέμα), ανάμεσα στη Καισαριανή (σήμερα όρια δήμου) και τα Ιλίσια.
Σ’ αυτή τη σύσκεψη, γνωστή σαν «Σύσκεψη της Καισαριανής», ο Άρης μίλησε για πρώτη φορά σχετικά με τη αναγκαιότητα και την δυνατότητα ένοπλου αγώνα κατά των κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους.

      Ο Γιάννης Χατζηπαναγιώτου, ο μετέπειτα Καπετάν Θωμάς στον ΕΛΑΣ Κεντρικής Στερεάς, δίπλα στον Αρη, που συμμετείχε σ’ αυτή την σύσκεψη, περιγράφει σε βιβλίο του:
«15 Μαΐου 1941. Στο δασύλλιο μεταξύ Ζωγράφου – Καισαριανής – Κουπονίων στην Αθήνα. Λίγοι φίλοι μαζεμένοι ανάμεσα σε πυκνά πεύκα, κι ένας κοντός, αδύνατος, ξερακιανός, μα γεμάτος δύναμη και νεύρο, να μας μιλεί. Ο Θανάσης Κλάρας, ο κατοπινός Άρης Βελουχιώτης. Παλιός αγωνιστής και φίλος. Δεν είναι παρά λίγες μέρες, που γύρισε από το μέτωπο, και να, μας επιμένει πως:

                 ·   Ο Πόλεμος συνεχίζεται. Ναι, συνεχίζεται. Θέλω να πω – εξηγεί – πως πρέπει να συνεχιστεί. Με το όπλο στο χέρι.

»Τα λόγια του, σαν παράξενα μας φάνηκαν. Μετά την κατάρρευση στο αλβανικό και το μακεδονικό μέτωπο κάθε ελληνική αντίσταση είχε σταματήσει, για να αντηχήσουν βαριά οι χιτλερικές μπότες μέσα στη πρωτεύουσα. Οι δισταγμοί μας δεν λείπουν. Η ξένη βία κυριαρχεί. Φόβος και αγωνία κατέχουν τις καρδιές μας. Ποιος θα βρεθεί να στρωθεί στον ένοπλον αγώνα; Μεγάλες οι πληγές, που άφησαν ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος. Γεμάτα τα νοσοκομεία ανάπηρους και τραυματίες. Μαυροφορεμένες μανάδες, κι αδελφές. Η ίδια η κυβέρνηση είχε φροντίσει να παραδοθούν σιδηροδέσμιοι στις φυλακές και στις εξορίες οι αγωνιστές του λαού.

»Ο Θανάσης Κλάρας διακρίνει τους δισταγμούς και γίνεται πιο ορμητικός και πειστικός.

·        Ακόμα και τα καρυοφύλλια των προγόνων μας του Εικοσιένα – μας λέει — θα ξεθάψουμε. Θα συμμαζέψουμε κι όσα μπορούμε όπλα από την κατάρρευση του μετώπου. Τα πιο πολλά θα τ’ αρπάξουμε απ’ τους κατακτητές.

»Τα λόγια του δίνουν θερμή πνοή. Ζεσταίνουν τις καρδιές μας. Μας συγκινούν προπαντός, όταν διαλαλεί ότι:

·  Την ιστορία δεν την δημιουργούν οι «ημίθεοι», αλλά οι πρωτοπόρες δυνάμεις του Εθνους. Ο ίδιος ο λαός. Εμείς και όλοι οι άλλοι, που θα ακολουθήσουν. Θα οργανωθεί ο λαός. Και θα ανασυντάξει όλες τις δυνάμεις του για να ορθωθεί το λαϊκό κίνημα. Μην αμφιβάλλετε – προσθέτει – πως γρήγορα θα το σκάσουν και τα παλληκάρια του Κόμματος από τα ξερονήσια και τις φυλακές και θα βρεθούν στις πρώτες γραμμές του εθνικολαϊκού αγώνα, που θα αρχίσουμε».

Η ομιλία του Θανάση Κλάρα στη Σύσκεψη της Καισαριανής επικεντρώθηκε σε τέσσερα σημεία:

1.    Ο πόλεμος συνεχίζεται. Πρέπει να συνεχιστεί με το όπλο στο χέρι, ως την απελευθέρωση της πατρίδας από τους κατακτητές.

2.    Τα όπλα του αγώνα θα εξασφαλιστούν από τα όπλα των στρατιωτών που δεν τα παράδωσαν αλλά τα πιο πολλά θα τα αρπάξουμε από τους ίδιους τους κατακτητές.

3.    Ο ένοπλος αγώνας θα πρέπει να στραφεί κατά των κατακτητών και των προδοτών συνεργατών τους.

4.    Ο αγώνας για τη λευτεριά έχει κι άλλο χαρακτήρα. Η νίκη του λαού μας ενάντια στον κατακτητή θα είναι και μια νίκη ενάντια στον ντόπιο φασισμό. Ο λαός με τον αγώνα του και τη νίκη του θα εξασφαλίσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα και τις ελευθερίες του. Ο αγώνας είναι για τη λευτεριά αλλά και για να μην υπάρξει γυρισμός στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας.

Στη σύσκεψη πήραν μέρος γύρω στους 12 αγωνιστές, παλιοί γνώριμοι οι πιο πολλοί, του Θανάση Κλάρα, από τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ:

·  Μανώλης Τσάφος, που τον ακολούθησε πιστά ως το τέλος, για να σκοτωθεί σε μάχη, τον Απρίλη του 1945, λίγες μέρες πριν αυτοκτονήσει ο Αρης.
·  Στέφανος (Στεφανής) Τσάφος, αδελφός του Μανώλη, μαχητής του Β’ λόχου ΕΛΑΣ Καισαριανής, έπεσε στη μάχη με τους ταγματασφαλίτες στις 16 Ιούνη 1944, κοντά στο Μοναστήρι Καισαριανής.
·  Ο Γιάννης Χατζηπαναγιώτου (μετέπειτα Καπετάν Θωμάς), αργότερα Καπετάνιος  της VII Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ.
· Ο Νίκος Θεοδωρίδης, από την Μικρά Ασία, στέλεχος του ΚΚΕ και συνεργάτης του Άρη Βελουχιώτη και  του Γιάννη Χατζηπαναγιώτου από το 1938.
· Ο επίσης μικρασιάτης Θόδωρος Κουλίτσος-Νικολαΐδης, στέλεχος του ΚΚΕ, Οργανώθηκε από τους πρώτους στο ΕΑΜ Καισαριανής και στον ΕΛΑΣ. Στις 21 Απρίλη 1944τραυματίστηκε  και αναφέρθηκε ως νεκρός, χωρίς ωστόσο να χάσει τελικά την ζωή του.
· Ο Ιγνάτης Δρακούλης «Πάγκαλος», γεννημένος στην Μικρά Ασία, στέλεχος του ΚΚΕ.
· Ο αδελφός του Ιγνάτη, Δημήτρης Δρακούλης, στέλεχος του ΚΚΕ.
· Ο γερμανομαθής Κορίνθιος δικηγόρος Αθανάσιος Λαζανάς, που όταν τον έπιασαν οι Γερμανοί αρνήθηκε να τους μιλήσει στη γλώσσα τους και τον εκτέλεσαν.
· Ο γεννημένος στην Κέρκυρα Γιώργος Τζώνης,  στέλεχος του ΚΚΕ και συνεργάτης του Αρη Βελουχιώτη και  του Γιάννη Χατζηπαναγιώτου από το 1939.
· Ο Δημήτρης Χαραλάμπους.
· Κι ανάμεσά τους μια γυναίκα. Η Ελπίδα Κουρουνιώτη, Αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης.
· Είναι πολύ πιθανό να συμμετείχαν και άλλοι, ίσως ανάμεσά τους ο αδελφός του Θανάση Κλάρα, ο Μπάμπης Κλάρας και ο ζωγράφος Δημήτρης Μεγαλίδης.

ℹ️  Ο Άρης  φιλοξενήθηκε, τις μέρες της παραμονής του στην Καισαριανή, στο σπίτι της Χρύσας Κατσαρέλη.  

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ αποφασίζει να αποκατασταθεί ολόπλευρα ο Άρης Βελουχιώτης.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη εκτιμά ότι το ΚΚΕ διαθέτει την απαραίτητη ωριμότητα να κρίνει τα ιστορικά γεγονότα αντικειμενικά και εξάγοντας συμπεράσματα, ένα από τα οποία είναι η ανάγκη τήρησης των αρχών της συλλογικότητας, της σταθερής προσήλωσης στις αρχές λειτουργίας του.

23/06/2018


Ο Αρης Βελουχιώτης μιλά στη Λαμία
Εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την ίδρυση του ΕΛΑΣ

 



 

 

 

15 Ιουνίου 2022

Οι κερασιές άνθισαν και φέτος –και του χρόνου και πάντα!

«Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Από κει και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε».

Δύο στενοί φίλοι, ο Ευγενής Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, μοιράζονται τη φτώχεια και την απελπισία και φουντώνουν από αγανάκτηση για την αδικία που κυβερνάει αυτό τον κόσμο, προσπαθώντας να την εξηγήσουν ο καθένας απ' τη μεριά του. Κάποτε θα συναντήσουν τυχαία -ή μήπως όχι;- τον γερο-Ραματά. Αυτός, στον παλιό καφενέ του, θα γίνει ο πατέρας τους, συντροφεύοντάς τους καθώς θα έρχονται αντιμέτωποι με τις επιλογές τους. Ώσπου μια μέρα θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας, "Για λίγο ουρανό", που χωρίς να το περιμένουν θ' αλλάξει τελικά τη ζωή τους. Πρόσωπα που θα τα φέρει κοντά η τύχη, ίσως και το πεπρωμένο, τα οποία ανακαλύπτουν πως τελικά «οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος»...


«Νύσταξα να σε καρτερώ, έρωτα, και να λειώνω
μπρος στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα, έστω, πρωί,
χίλια θε να 'δινα πρωινά να ζούσα εκείνο μόνο!»

Τον Απρίλη του '40 ένα γράμμα ήρθε να με βρει. . . αποστολέα δεν είχε. . . Ήταν γραμμένο με απόγνωση - ένα χέρι που υψώνεται απ' το νερό ζητώντας βοήθεια. . . Με παρακαλούσε να σώσω όλα τα σαν και κείνην πλάσματα που χάσανε την ελπίδα τους, να ρίξω λίγο φως στο δρόμο που πήραν ολομόναχα. . . Την αντάμωσα το άλλο πρωί. Ήταν ένα πουλί με λερωμένα φτερά, που με περίμενε να σπάσω τα κάγκελα του κλουβιού του. Την έλεγαν Φούγια...

«Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος… και φέτος θα γεμίσουν γλυκούς καρπούς, άνθη και φύλλα, και μοσκοβολιά. Κι όλα θα γίνουν όπως πάντα. Όπως το περασμένο, όπως το περσινό κι όπως το τωρινό καλοκαίρι… κι όπως κάθε καλοκαίρι όσο θα υπάρχουν στον κόσμο καλοκαίρια και κερασιές.
Και τα στόματα θα επιθυμούν τον έρωτα, όσο θα υπάρχουν στον κόσμο κόκκινα στόματα.
Μα τα κεράσια και τα στόματα, μα τα καλοκαίρια και τ’ άνθη – όλη αυτή η πλουμιστή λιτανεία του καιρού- για κείνον έγιναν ό,τι έγιναν κι ό,τι είναι για να γίνουν, γιατί χωρίς αυτόν δε θα χρειαζότανε αυτή η μοσκοβολημένη γιορτή της ζωής, ούτε ο ήλιος για να τη χρυσώσει, κι ούτε κι ένα νεανικό χέρι να τη γράψει.

Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος, για να τις χαρούν τα στραφτερά μάτια, να τις μυρίσουν οι νέες αισθήσεις και για να στεφανώνουν στιλπνά μέτωπα κι ολόμαυρα κεφάλια.
Οι κερασιές θα καρπίσουν και φέτος, για να δροσίσουν διψασμένα χείλη και να στολίσουν ρόδινα αφτιά και καπελίνα.
(…)
Τώρα η παλιά άνοιξη έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς.»

Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος στην αυλή
και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι.
Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Άνοιξε το παράθυρο στην πρωινή γιορτή,
για νάμπουν οι μοσκοβολιές από το περιβόλι.
Αχ, κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι,
είναι για σε, ποιητή!

Πικρή  που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Κουράστηκα  να σε καρτερώ, Έρωτα, και να λιώνω,
πα’ στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
Μ’ αν ήτανε να ‘ρχόσουνα για ένα έστω πρωί
χίλια θε να ‘δινα πρωινά να ζούσα εκείνο μόνο!

Πικρή  που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ‘ν’ η ζωή!


Πρόλογος της πρώτης έκδοσης

Πολλές στάθηκαν, αγαπητέ αναγνώστη, οι περιπέτειες αυτού του βιβλίου που κρατάς στα χέρια σου. Άρχισε να γράφεται το ’40 για να διακοπεί το ’41 με την εισβολή των Γερμανών. Συνεχίστηκε μετά το ’42 και τελείωσε το ’43. Ένα χρόνο όμως αργότερα κάηκε σ’ ένα μπλόκο. Nέο γράψιμο ξανάρχισε το 1947, μα οι νέες περιπέτειες του συγγραφέα του το πήραν μαζί τους.
Ξανάρχισε να γράφεται το ’53 όταν κάποιες καλές μέρες άρχιζαν ν’ ανατέλλουν.

Οι ελπίδες όμως αυτές στάθηκαν απατηλές, γιατί –και βιβλίο και συγγραφέας– χάσανε το φως της λευτεριάς. Tο 1955 άρχισε το τέταρτο και τελευταίο γράψιμο.
Το χιλιογκρεμισμένο γεφύρι δοκίμαζε να ξαναστηθεί. Και σήμερα μπαίνει στο λιμάνι του τυπογραφείου.
Θα κάνει πια άραγε τώρα αποκεί πανιά;
Οι χιλιοφυλλορροημένες κερασιές θ’ ανθίσουν, επιτέλους, φέτος; Θα το δούμε...
O συγγραφέας τους δεν είναι προληπτικός. Αποφασίζει όμως να πιστέψει ότι αν, ύστερα από τόσην Οδύσσεια, το πολύπαθο τούτο βιβλίο βρει λίγη γαλήνη σ’ αυτό τον κόσμο, τότε ίσως τη συμμεριστεί κι ο δημιουργός του.

Το αρχικό σχέδιο έμεινε άθικτο. Πολλά κεφάλαια ξαναμπήκαν ατόφια, αν και χρειάστηκε πολύς βασανισμός της μνήμης. Εύχομαι κανείς ποτέ –συγγραφέας ή βιβλίο– να μη δοκιμάσει αυτούς τους επάλληλους θανάτους και νεκραναστάσεις. Είναι πικρό.
Μ.Λ. -1956

Τον Απρίλη του 1940 ένα γράμμα με μολύβι ήρθε να με βρει σ’ ένα κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Το γύρισα να βρω τον αποστολέα· δεν είχε…

Οι κερασιές θ΄ανθίσουν και φέτος

Ο Ευγένης Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, φίλοι αδερφικοί, συμπορεύονται στη φτώχεια, στην απελπισία, μα και στην αγανάκτησή τους για το άδικο του κόσμου, που προσπαθούν να το εξηγήσουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Ώσπου θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας, που απρόσμενα θα αλλάξει την πορεία της ζωής τους. Πρόσωπα που θα τα συνδέσει η τύχη, ίσως και το πεπρωμένο, που θα ανακαλύψουν πως, τελικά, «οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος» Νύσταξα να σε καρτερώ, έρωτα, και να λιώνω, μπρος στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή! Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα, έστω, πρωί, χίλια θε να δινα πρωινά, να ζούσα εκείνο μόνο!

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή, εγκαθίστανται οικογενειακώς στην Πέλλα. Στην εφηβεία του αναγκάζεται να εργαστεί ως λαντζιέρης, λούστρος, ακόμη και στα έργα του Γαλλικού ποταμού. Στη Δ τάξη του Γυμνασίου αποβάλλεται από όλα τα γυμνάσια της χώρας «για πολιτικούς λόγους». Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, φτάνει στην Αθήνα όπου διορίζεται βιβλιοθηκάριος το 1938, τη χρονιά που θα τιμηθεί και με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.
Την ίδια εποχή θα γίνει μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Στην Κατοχή θα πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις τάξεις του ΕΑΜ. Στον Εμφύλιο συλλαμβάνεται για εσχάτη προδοσία εξορίζεται στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. Το 1958 δικάζεται, καταδικάζεται και εκπατρίζεται έπειτα στο Βουκουρέστι το 1967 τού αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια, έως το 1976 που επιστρέφει στην Ελλάδα. Ένα χρόνο αργότερα πεθαίνει από καρδιακή προσβολή. Τα βιβλία του «πιο πολυδιαβασμένου Έλληνα λογοτέχνη μετά τον Καζαντζάκη» μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ακόμη και στα κινεζικά και τα βιετναμέζικα.


(…)
Είχε όμως μια διεύθυνση. Ήταν γραμμένο με απόγνωση ένα χέρι που υψώνεται απ το νερό ζητώντας βοήθεια. Το διάβαζα ολόκληρη τη νύχτα. Με φώναζε με το μικρό μου όνομα, πιο πολύ όμως καλούσε σε βοήθεια έναν άνθρωπο. Με παρακαλούσε να σώσω όχι πια κείνην για κείνην ήταν αργά, μα να σώσω όλα τα σαν και κείνην πλάσματα, που χάσανε την ελπίδα τους, να ρίξω λίγο φως στο δρόμο που πήραν ολομόναχα. Bαριά αποστολή για ένα νέο συγγραφέα που ως χτες ήταν έφηβος. Ήξερα όμως και τότε τι ανελέητοι ανθρωποκυνηγοί είναι μερικές φορές οι άντρες, και το ξέρω ακόμα και τώρα ποια άγρια ενδοχώρα φωλιάζει μες στα σπλάχνα τους.
H γυναίκα είναι γι αυτούς σκέτη λεία, και πιο πολύ, η γυναίκα η ολομόναχη. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που κορίτσια πέρασαν αυτόν τον ωκεανό της αγριότητας χωρίς να βραχούν. Θα έπρεπε να έχουν πολεμική ψυχή. Και πού να την έβρουν. H μικρή ναυαγός μου ήταν μια απ αυτές που παρακαλούσε να τη σώσω. Παιδιάστικη προσδοκία
«Σας λέω πατέρα, αδερφό, άντρα μου. Είστε η μικρή ελπίδα που έφτασε στο υπόγειό μου. Γράφω σε σας γιατί ξέρω πως πονέσατε, αν και, πολλές φορές, οι πιο άπονοι είναι αυτοί που πόνεσαν.
Μενέλαε, έχασα τα βήματά μου. Φοβάμαι να το φωνάξω δυνατά μη μ ακούσουν οι λύκοι και ξανάρθουν. Γι αυτό σας καλώ κρυφά. Ελάτε, αν και θα είναι ανώφελο. Είναι αργά. Δεν έχω πια δύναμη να κάνω ούτε και τη μικρή κίνηση της αναπνοής. Έπηξαν τα πόδια μου μες σε μια λάσπη που ξεράθηκε. Να βγω είναι αδύνατο. Μα κι αν ακόμα το πετύχαινα, θα πεφτα στην υγρή λάσπη, που είναι πιο γλιστερή»
Την αντάμωσα το άλλο πρωί. Ήταν ένα πουλί με λερωμένα φτερά, που με περίμενε να σπάσω τα κάγκελα του κλουβιού του.
Tην έλεγαν Φούγια Δεν ήταν πολύ αργά…

Μερος 1ο | Kεφ. 1ο
Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος και φέτος θα γεμίσουν γλυκούς καρπούς, άνθη και φύλλα, και μοσκοβολιά. Κι όλα θα γίνουν όπως πάντα. Όπως το περασμένο, όπως το περσινό κι όπως το τωρινό καλοκαίρι κι όπως κάθε καλοκαίρι όσο θα υπάρχουν στον κόσμο καλοκαίρια και κερασιές.
Και τα στόματα θα επιθυμούν τον έρωτα, όσο θα υπάρχουν στον κόσμο κόκκινα στόματα. Μα τα κεράσια και τα στόματα, μα τα καλοκαίρια και τ΄άνθη όλη αυτή η πλουμιστή λιτανεία του καιρού για κείνον έγιναν ό,τι έγιναν κι ό,τι είναι για να γίνουν, γιατί χωρίς αυτόν δε θα χρειαζότανε αυτή η μοσκοβολημένη γιορτή της ζωής, ούτε ο ήλιος για να τη χρυσώσει, κι ούτε κι ένα νεανικό χέρι για να τη γράψει.
Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος, για να τις χαρούν τα στραφτερά μάτια, να τις μυρίσουν οι νέες αισθήσεις και για να στεφανώσουν στιλπνά μέτωπα κι ολόμαυρα κεφάλια. Οι κερασιές θα καρπίσουν και φέτος, για να δροσίσουν διψασμένα χείλη και να στολίσουν ρόδινα αυτιά και καπελίνα.

Ύστερα το βουερό καλοκαίρι θα μισέψει κι ο χειμώνας θα μας κυρτώσει τις ράχες, και θα χιονίσει θα χιονίσει αλύπητα πάνω απ τα κεφάλια μας. Κι όταν θα φύγει κι αυτός, οι κερασιές, ναι, θ΄ανθίσουν και πάλι, μα κάποιες απ τις νιφάδες του χιονιού του θα χουν ξεχαστεί στα μαλλιά μας

Τώρα η παλιά άνοιξη έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς. Μα τώρα είναι ακόμα μακριά. H πόλη είναι σκεπασμένη από χειμώνα. Οκνές τουλίπες από καπνούς και σύννεφα φυλλορροούνε πάνω στις στέγες. Όξω, μακριά, στα λευκά κρόσσια της μεγάλης κι άνοιαστης πολιτείας, ληθαργούνε τα φτωχόσπιτα με κλειστά τζάμια. Περιμένουν να ζεστάνει ο καιρός για ν ανοίξουν. Μα ο καιρός αργεί Γιατί όπου βασιλεύει η φτώχεια, ο καιρός αργεί, αργεί πάντα, πολύ.

 

Βέβαια οι σόμπες είναι γεμάτες καλοκαίρι, μα οι σόμπες χωρίς ξύλα είναι κρύα σίδερα, που παγώνουν τα λόγια και τις ατέλειωτες ώρες της αναμονής. Όξω στους κήπους, οι κερασιές (που θ΄ ανθίσουν) τουρτουρίζουν τώρα γυμνές σαν τα ξυλιασμένα φτωχοκόριτσα. Ζητιανεύουν ένα ψίχουλο ήλιο, μια σταλίτσα ζεστή νοτιά. Κι ο ήλιος πίσω απ τα σύννεφα, χωμένος μέσα στις βαριές του γούνες, χαίρεται τη ζέστα του και τη γυαλάδα του, που ευφραίνεται σαν τον καλοταϊσμένο αφέντη. Κι όλα συμβαίνουν εκεί ψηλά, όπως συμβαίνουν εδώ χαμηλά. Μόνο που εδώ πεθαίνουν χωρίς να το θέλουν και να φταίνε, ενώ δεν πεθαίνουν διόλου, γιατί είναι αθάνατοι (πεθαμένοι). Εκεί πάνω δεν υπάρχει ζωή. Και δεν υπάρχει ούτε κι ευτυχία, γιατί δεν υπάρχει, επίσης, ζωή. Σ΄ αυτόν τον παραζαλισμένο κόσμο, που οι άνθρωποι ξεφυτρώνουν απ τη γη σαν τους ασπάλακες για να βλάψουν και να ξαναμπούνε στη γη, η συμφορά είναι παλιά όσο και το χώμα. O κόσμος όλος είναι ξεχειλισμένος από ασκήμιες που τις έκαναν οι άνθρωποι σε στιγμές που ξεχάσανε το θάνατο. Mα πίσω απ αυτή τη στοιβαγμένη αθλιότητα λάμπουν και μερικές ομορφιές οι λιγοστές ομορφιές που έκαναν κάποιοι άνθρωποι, οι μόνοι άνθρωποι που το ξεραν πως θα πεθάνουν. Αλλά εμείς τώρα δεν πρόκειται να μιλήσουμε για όσους ξέχασαν ή θυμήθηκαν το θάνατο. Θα μιλήσουμε για μερικά ανθρώπινα σπουργίτια που τα ξέχασε η ζωή, και που ξέχασαν κι αυτά κείνην. Αυτή τη στιγμή μπαίνουμε στη φωλιά τους. Από μέσα δεν ακούγεται τίποτα. Οι κάτοικοί της είναι άσημοι, καταθλιπτικά άσημοι, γιατί ποτέ δεν τα κατάφεραν να βλάψουν. Οι κάμαρές τους είναι μικρά άδυτα. Όλα είναι αμίλητα μέσα τους, και τα στόματα επίσης. Αν κολλούσες τ αυτί σου στην πόρτα τους, δε θ άκουγες τίποτα. Μερικές μόνο φορές ακούονται κάτι θροΐσματα παράξενα, σαν ξεφυλλίσματα ξερών φύλλων, ή κάτι πνιχτά συρσίματα ρούχων Και αραιά αραιά, κάποιο βαθύ, κρυφό στέναγμα ή κανένας ασθενικός βήχας. Και πάλι το θρόισμα και πάλι ο βήχας και πάλι η σιωπή, η μέχρι τρέλας σιωπή. Πώς ζούσαν; (Πού να το ξέρει κι αυτό κανείς; Δεν έβγαζαν ποτέ μιλιά.) Έμαθε κανείς ποτέ τι κάνουν μες στις μονιές τους τ΄αμίλητα αγρίμια; H αφέντισσα αυτού του αλλόκοτου σπιτιού, η κοσμοκαλόγρια κυρία Αυγή, δεν ήξερε περισσότερα απ τους άλλους.


Μουσική Σπύρος Σαμοΐλης
Ποίηση: Μενέλαος Λουντέμης
Ερμηνεία: Ισιδώρα Σιδέρη
Από το δίσκο "Κραυγή στα πέρατα" με 5 τραγούδια σε ποίηση Μ.Λουντέμη -
Στον ίδιο δίσκο ο ποιητής διαβάζει στίχους του από το ''Είμαι καλά"
Κυκλοφόρησε το 1976 από την Lyra
με ερμηνευτές τον Χρήστο Στυλιανέα και την Ισιδώρα Σιδέρη.


Το πρωί ένα ένα ξετρύπωναν απ τις κούρνιες τους τα παράξενα αυτά ζωντανά, χαιρετούσαν βουβά, κυλούσαν καμπουριασμένα στους διαδρόμους, κατηφόριζαν μουλωχτά τις σκάλες και ξεπροβάλλανε στο δρόμο. Φορούσαν ρούχα παλιά και παμπάλαιου συρμού. Τα παλτά τους ήταν κάποτε μαύρα, μα απ΄την πολυκαιρία έπαιρναν μια απόχρωση λαδιά προς το κροκάτο. Δεν ήταν ποτέ φρεσκοξουρισμένοι και ποτέ πολύ αξούριστοι. Το λεξιλόγιό τους ήταν μικρό και περιορισμένο σε τρεις μονάχα λέξεις: «Kαλημέρα καλησπέρα καληνύχτα». Καλή (μέρα σπέρα νύχτα), κι ας ήταν κι η μέρα κι η εσπέρα και η νύχτα κακή κι ανώφελη. Το φοβερότερο πάθος των ανθρώπων αυτών ήταν το κρύψιμο. Κρύψιμο απ΄τον κόσμο κι απ τον εαυτό τους. Zούσαν πίσω απ τη ζωή, σαν να κουβαλούσαν στις ράχες τους την ταφόπετρά τους. Ως κι η σπιτάρισσά τους, ακόμα ως κι αυτή, είχε κολλήσει την αρρώστια τους. Σαν να ήπιε μαζί τους κάποιο περίεργο φίλτρο που σκοτώνει τη διάθεση και αφαιρεί τη μιλιά. Ζούσε μαζί τους «υπό εχεμύθειαν», κουρντισμένη πάνω στο ίδιο τέμπο, συγκαταβατική, απαραξένευτη σαν να τα παν όλοι τους όλα, και να χόρτασαν και να τελείωσαν απ την πρώτη στιγμή που βρεθήκανε.

Το πρόσωπό της ήταν σπαρμένο από ολόκληρα διχτυωτά με ρυτίδες. Ήταν σχεδόν αφανισμένο απ αυτές, σε σχήμα που ζωγραφίζουν στους χάρτες τους ποταμούς με τα παρακλάδια τους, ή σαν τις σκασιματιές της απότιστης γης. Τα μάτια, επίμονα πρησμένα σαν να κοιμόταν ή να κλαιε διαρκώς πράματα απίθανα και τα δυο. Μα, πάλι, ποιος μπορούσε να ήταν σίγουρος; Και ποιος εκεί μέσα ήταν σίγουρος για τον άλλον, αφού ούτε για τον εαυτό του δεν ήταν; Στο περίεργο αυτό σπίτι παιζότανε μια πρωτάκουστη παντομίμα με νικημένους ιππότες. O καθένας τους κομπολόγιαζε τη δική του ζωή, σιγουρεμένος μες στους τέσσερις τοίχους του, ρουφώντας αχόρταγα και ένοχα την παρθενική μοναξιά του, απροσπέλαστος στην ξένη περιέργεια, άπληστος στην αποκλειστική της απόλαυση. Γύρω απ το σπίτι θρασομανούσε η λάσπη, μια θάλασσα από λάσπη. Kι αυτό, σαν το αφορεσμένο νησί, ησύχαζε με τα κατάκλειστα παράθυρά του, όπως ένα νυσταλέο ζώο του βάλτου που αγρυπνά ύπουλα με κλειστά τα βλέφαρα. Tη νύχτα φωσφόριζαν λίγο τα μάτια του, μα κατόπιν ξανάσβηναν και κείνο παραδινότανε, χωνευότανε μες στους νυχτερινούς ίσκιους και στην ίδια τη νύχτα. Το πρωί, για δυο στιγμούλες, άνοιγαν τα παράθυρά του και χασμουριότανε με όλα κείνα τα στόματα για δυο μόνο στιγμούλες. Σε λίγο τα παράθυρα πάλι ξανάκλειναν σαν να κλειναν έξω τον κόσμο. Τα πατώματά του ήταν τρία και τα γερασμένα του θεμέλια τα σήκωναν με φιλοσοφία και υπομονή, σίγουρα πως αυτά κάποτε θα κουραστούν και κείνα θα πέσουν. Κάθε πάτωμα είχε κι από τέσσερις κάμαρες με αριθμούς που ζωγράφισαν στην πόρτα τους με πράσινη λαδομπογιά. Στο ένα καθόταν ένας, στο δύο πάλι ένας, και στο τρία επίσης, και στο καθένα από ένας. Μόνο στο έντεκα του τρίτου η μονοτονία έσπαζε. Τα πράματα εδώ άλλαζαν. Τούτο το έντεκα ήταν η μόνη όαση του σιγαλού αυτού περιστεριώνα, ένας πνεύμονας, μια ευεργετική παραλλαγή μέσα στην άρρωστη μονοτονία. Το κατοικούσαν δυο σαραντάρηδες με μερικές γκρίζες πινελιές στους κροτάφους, εργένηδες, με βουνά από όνειρα κι από χαρτιά. Τα ρούχα τους κι αυτονών, παλιά, που σε μερικά τους σημεία εργάστηκε αλύπητα το βελόνι.

Το περίεργο είναι που οι δυο αυτοί άνθρωποι, που τόσο στενά έδεσαν τις τύχες τους, δεν είχαν τίποτε το κοινό μεταξύ τους. O ένας, λυγισμένος κάτω απ το βάρος των απατημένων ονείρων του, σκληρά μαστιγωμένος απ τη ζωή, παράδερνε μέσα στις τελευταίες του προσπάθειες κι ο άλλος, αλέγρος, ετερόφωτος, προικισμένος μ ένα εύθυμο πνεύμα, θαρραλέος, κεφάτος και χωρίς ανώφελες επιδιώξεις. O πρώτος έγραφε ανόρεξα, ο δεύτερος τον παρακινούσε με όρεξη. Zούσαν με το μισθό του ενός κι επειδή δεν τα φερναν βόλτα, ζούσαν κι αλλιώτικα πότε πουλώντας κάτι και πότε ξαναγοράζοντας «αυτό το κάτι» και ξαναπουλώντας το ακριβότερα. Πότε γράφοντας στα χρωματιστά περιοδικά «γνήσια» ισπανικά μυθιστορήματα, ή «αυθεντικές» ινδιάνικες παροιμίες, κι άλλοτε μονομερίτικα θεατρικά έργα που έπεφταν απ τη δεύτερη μέρα, κι άλλοτε μην κάνοντας τίποτα και κλαίοντας ή βρίζοντας απλώς τη μοίρα τους. Και σ όλο αυτό το διάστημα, και κάθε διάστημα, το «ένα», το «δύο» και το «τρία» και ολόκληρη η δωδεκάδα των αριθμών, βουλιαγμένοι μέσα στο λαβύρινθο της σιωπής τους, υπηρετούσαν την ασκητική θητεία της μοναξιάς τους και βάραιναν τον αέρα.

Οι άνθρωποι λοιπόν του έντεκα ήσαν δυο. Δυο μονάδες που έκαναν έναν αριθμό. Ένας Δον Κιχώτης κι ένας Σάντσος σε σύγχρονο μέγεθος με μοντέρνα περιβολή και παμπάλαια όνειρα. O Κιχώτης λεγότανε Βεργωλής, Άρης Bεργωλής, κι ο Σάντσος Eυγένιος Bενετός. O Σάντσος μιλούσε, μιλούσε. O Κιχώτης έγραφε, έγραφε, έγραφε… O πρώτος μιλούσε για να τρώει, ο δεύτερος έγραφε για να τρώει και δεν κατάφερναν κι οι δυο παρά ο ένας να φάει τον καιρό του κι ο άλλος τα νιάτα του. H νύχτα ήταν η προτιμημένη ώρα του Bεργωλή. Έγραφε, έσκιζε, ώσπου δεν είχε τι να σκίσει, κι αποκοιμότανε με θλίψη και στενάγματα αντίκρυ στο ντιβάνι, όπου ο γερός και ξένοιαστος φίλος του ροχάλιζε μελωδικά. Και δε θα ήθελε παρά να μπορεί να είναι τέτοιος. Πολλές απ αυτές τις νύχτες τύχαινε ο Βενετός να ξυπνήσει και τότε σαν τον έβλεπε να παραδέρνει άγρυπνος πάνω στα χαρτιά θύμωνε και τον κατσάδιαζε. Υποστήριζε πως όταν δεν έχει ή δεν μπορεί να κάνει τίποτα τη νύχτα, πρέπει να κοιμάται. Και τη μέρα και τη μέρα επίσης, όταν δεν μπορεί να κάνει ό,τι και τη νύχτα, να κοιμάται και τη μέρα. Και στην επιμονή του άλλου πως η έμπνευση έρχεται τη νύχτα, απαντούσε, με ανυπόφορη κυνικότητα, πως η έμπνευση δε βρίσκει το δρόμο την ημέρα και θα τον βρει τη νύχτα; H έμπνευση δεν είναι τυφλή! τον αντίκοβε ο άλλος.

Είναι, αγαπητέ μου, είναι. Αν δεν ήταν τυφλή, θα βλεπε πόσο έχουμε την ανάγκη της και θα ρχότανε O άλλος κουνούσε θλιβερά το κεφάλι. Έχουμε την ανάγκη της, γι αυτό δεν έρχεται.
Σ αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε. Μας λείπει, γι αυτό το θέλουμε! Αν είχαμε όσα θέλαμε, τι θα μας έλειπε; Κι αν δε μας έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσαμε; Και τι αξία θα χε η ζωή χωρίς πεθυμιές; Όχι, να μου απαντήσεις! O άλλος τον κοιτούσε και σώπαινε. Είχε ένα ύφος μεμψίμοιρο, σαν του άρρωστου παιδιού που διώχνει τα φάρμακα που του δίνουν. Φυσικά, η έμπνευση, ούτε με τα παράπονα του ενός, ούτε με τους αφορισμούς του άλλου, ερχότανε. Και η λάμπα τη νύχτα έκαιε μάταια και μάταια το τραπέζι είχε χαρτιά και μελάνι.

H έμπνευση, αυτή η άπιαστη αλκυόνα, το ανήμερο αυτό πουλί, έχει την παραξενιά να διαλέγει τον κυνηγό του. Κι ο κυνηγός του πρέπει να χει χέρι γρήγορο και σταθερό, αλλιώς με την πρώτη άστοχη τουφεκιά σ αφήνει και πάει να βρει αλλού φονιά. Ήταν όμως και νύχτες που ο Βενετός, μόλο που ποτέ δε θα το περίμενε κανείς, φερνότανε αλλιώτικα, αλλόκοτα. Δεν έβγαζε μιλιά. Ούτε κουράγιο, ούτε επίπληξη. Άναβε τσιγάρο και καθόταν να παρακολουθεί αμίλητος το φίλο του με κάτι το απόκοσμο στο βλέμμα του. H μυστική και ανεξήγητη αυτή έκσταση κρατούσε ως το πρωί. Και το πρωί καμιά λέξη, κανένας υπαινιγμός πάνω σ αυτό. Τρώγανε κάτι στεγνό, αναθεματίζοντας τη φτώχεια, και κάνανε την πρωινή τους κυκλοφορία, ο ένας στις εφημερίδες, στα θέατρα, στους εκδότες κι ο άλλος στα χρηματιστηριακά γραφεία όπου δούλευε σαν «αντικριστής», για να μην αποκομίσουν τίποτα παρά μονάχα πικρίες, υποσχέσεις και σκώμματα. Και το βράδυ έφτανε, κι άλλο βράδυ περνούσε. Και τα λαμπρά σχέδια μες στα κεφάλια τους φύτρωναν το ένα κατόπι στ άλλο για να καταρρεύσουν με την ίδια σειρά και τάξη την επομένη.

Πλάι σ αυτό το έντεκα δωμάτιο υπήρχε, φυσικά, το δώδεκα. Αυτό το δωμάτιο δεν είδε ποτέ του αέρα και ήλιο. Έμοιαζε με μερικές κάμαρες πατριαρχικών σπιτιών, που οι άνθρωποι σωρεύουν μέσα τις αναμνήσεις τους, τις θάβουν, τις κλειδώνουν κι αφήνουν κάπου το κλειδί για να το φάει η σκουριά. Εδώ έγινε κάτι περισσότερο: O άνθρωπος θάφτηκε κι ο ίδιος μαζί με τις αναμνήσεις του. Εκεί μέσα υπήρχε μια ατμόσφαιρα πολλών, πάρα πολλών χρόνων, και μέσα σ αυτήν ένα παμπάλαιο ανθρωπάκι αρθριτικό και μισερό. Ήταν λευκό, μικροκαμωμένο και ήμερο. Δεν είχε ξεστομίσει ποτέ πικρό λόγο. Το επάγγελμά του ήταν πολυλογάδικο, φανφαρονικό ήταν ηθοποιός, μα εκείνος έμεινε άσπιλος μέσα σ αυτόν τον παραφουσκωμένο και ψεύτικο συρφετό, και μόνο τους καλύτερούς του ρόλους αγάπησε κι απ΄αυτούς μόνο τις καλύτερες φράσεις ξεδιάλεγε. H μνήμη του ήταν γεμάτη από μεγάλα λόγια. Όλα γι αυτόν, κι αυτός μαζί, ήταν παρελθόν. Ζούσε μες στις αναθυμιάσεις αυτού του παρελθόντος, με τους παλιούς του τρόπους και τα φερσίματα, αναπνέοντας έναν αέρα φορτωμένο απ την αποφορά των παλιών ρούχων, και πνιγμένον απ την παλιά του αναπνοή.

Ο ένοικος της κάμαρας αυτής ήταν μια αμυδρή έννοια ανθρώπου που έχασε οριστικά την προσγείωσή του με τη ζωή, ξεχασμένος μέσα στις σελίδες του παλιού καιρού, αρκούμενος στο να μη λέει τίποτε και να ζει με το τίποτε.
Αν τύχαινε να ξεστομίσει κάποτε κάτι, το λεγε περισσότερο προς τα μέσα του, παρά για τους έξω ακροατές γιατί ακροατής του εαυτού του ήταν μόνο αυτός. Κάποτε, στο θέατρο, τον παρακίνησαν να πει κάποιο κομμάτι από ένα ρόλο του. Τους κοίταξε λυπημένος: «Δεν τους συγκινώσι τα παλαιά δράματα. Οι σημερινοί άνθρωποι υποφέρουσι πλέον αλλέως. Άλλοτε έκαμνα εκείνους και έκλαιον Τώρα φοβούμαι πως θα κλαύσω εγώ!». Κάπου και κάποτε μονάχα ιστορούσε κάποια αντιφεγγίσματα απ τις παλιές του δόξες, μερικά μισοσβησμένα κομμάτια (που δεν τα πρόσεχε κανένας) απ το παραμύθι της ζωής του, που ήταν εξαίσιο όπως όλα τα παραμύθια που είναι έξω απ τη ζωή. H μέρα του περνούσε μέσα στη βαριά, ατέλειωτη σκοτεινιά της κάμαράς του, και τη νύχτα, όταν κατακάθιζε η βουή των δρόμων, ξεπόρτιζε βιαστικά κι έτρεχε στο θέατρο να προφτάσει την παράσταση. Μα ποιο θέατρο; Ποια παράσταση; Το σανίδι είχε χρόνια και χρόνια ν ακούσει τη λαλιά του, γιατί 23 χρόνια και χρόνια ήταν απόμαχος. Τι σημασία όμως είχαν όλα αυτά; Εκεί τον περίμενε η χλαλοή, τα καρφώματα, τα σούρτα φέρτα των παρασκηνίων. Τον ηδόνιζε η μυρωδιά της πομάδας, τον έθρεφε των καμαρινιών η μπόχα, η ρουχίλα, τον μεθούσε της κουίντας το πασπάτεμα. Τα έργα αν τύχαινε να δει κανένα τα παρακολουθούσε ανάποδα, από μέσα. Και αργά, στις μικρές ώρες, όταν έσβηναν τα φώτα, κινούσε σαν μύστης κι έφτανε στον απομαχώνα του και κλειδωνότανε εκεί ως την άλλη νύχτα. Και το σπίτι κοιμότανε, έξω απ το ρυθμό κι έξω απ την περιοχή της εποχής, σαν ένα θρυμματάκι απ το πολυάνθρωπο τέρας της πολιτείας, που αποσπάσθηκε απ το άρρυθμο και οργιαστικό ρεύμα της κι απολιθώθηκε στην όχθη του Σαν ένα καράβι, που ταξιδεύει τρίζοντας και βογκώντας μέσα στον τυφώνα της ζωής, έχοντας πλώρη το τέλος του κόσμου τραβώντας για μια πολιτεία άναρθρη και διαλυμένη στο χάος που λέγεται: Συντέλεια…

Δείτε και ευτυχώς... Το ρολόι του κόσμου δεν χτυπά ακόμη μεσάνυχτα !