Ο σύντροφος Γιάννης γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1952 και μεγάλωσε στον Πειραιά και το Μοσχάτο, όταν παντρεύτηκε, μετακόμισε στο Μαρούσι_ τον γνώρισα εκεί. Πήρε πτυχίο στη φαρμακευτική και φυσικοχημεία στο ΑΠΘ _με διδακτορικό, όπου από τα μέσα της 10ετίας του 1990 εργάστηκε ως μέλος ΔΕΠ μετακομίζοντας μόνιμα στη Σαλονίκη στο τμήμα Χημείας. ΚΝίτης από το 1974 και αμέσως μετά στο Κόμμα. Στη συμπρωτεύουσα μέλος της ΕπΠόλης και στη συνέχεια της Επιτροπής Περιοχής Κεντρικής Μακεδονίας, μέλος του Γραφείου Περιοχής της ΚΟ, Νομαρχιακός Σύμβουλος Θεσσαλονίκης και Περιφερειακός Σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας (2002-2017), βουλευτής (2007-2012), αταλάντευτος το 1989-1991 απέναντι στον οπορτουνισμό. Μεγάλωνε ηλικιακά και ΜΕΓΑΛΩΝΕ σαν ΑΝΘΡΩΠΟΣ, μένοντας όμως το απλό άτομο της “διπλανής πόρτας”. Βρισκόμασταν με κάθε ευκαιρία _όχι τόσο πυκνά τώρα τελευταία κουβεντιάζοντας για το Κόμμα, την κοινωνία και τους “σεισμούς που πρόκειται να έρθουν” επιμένοντας πως “η σημαία της λογικής έχει χρώμα κόκκινο”. Με το κουπόνι στο χέρι, από “πάντα” __τελευταία προς τιμή του 22ου παρ΄όλες τις δυσκολίες της υγείας του. Παρών στο οργανωμένο κίνημα των πανεπιστημιακών και τελευταία ως συνταξιούχος
ΟΡΘΟΣΤΑΤΩΝ-ΟΡΘΟΒΑΔΙΖΩΝ στην πρώτη γραμμή της δράσης στο “ιερό πεζοδρόμιο”
Α-Θ-Α-Ν-Α-Τ-Ο-Σ
🚩🚩 Κόκκινο νήμα
Ναι, η πιο μεγάλη
πράξη της ζωής μας
είναι η απόφαση του θανάτου μας,
όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις,
και συ τον διαλέγεις σαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,
πιο πέρα απ' τις ανάγκες σου.
Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του
νικάει και το θάνατο...
_Γ. Ρίτσος, «Αποχαιρετισμός»
_ Δείτε
Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ
ΑΛΤ.gr Συζήτηση με το Γιάννη Ζιώγα
(…) Έχω καλεσμένους. Ήρθανε απ’ τις πιο απόμακρες στιγμές της ζωής μου. Ο Αχμέτ χαμογέλασε: «Πόσο έχω ζήσει για να μπορώ να πω: τις πιο απόμακρες στιγμές της ζωής μου;» αναρωτήθηκε. «Ακόμα δεν έζησα ούτε ένα ψίχουλο χρόνου». Σήμερα, ακόμα δε συλλογίστηκε ότι μπορούσε να πεθάνει σκοτωμένος από μια σφαίρα του πιστολιού τού Ισμαήλ, από τις σφαίρες μου, το δικό μου πιστόλι, που εκείνος όμως θα τραβήξει τη σκανδάλη… Αννούσκα, γλυκιά μου, τι κάνεις άραγε τούτη τη στιγμή; Τι κάνεις άραγε τούτη τη στιγμή που εγώ σε ρωτάω: «Τι κάνεις, γλυκιά μου;». Ξαφνικά, ξανακούω το θόρυβο του μοτέρ παφ-παφ-παφ! Τον είχα ξεχάσει τόση ώρα. Όταν ακούς συνέχεια τον ίδιο θόρυβο, παύεις να τον ακούς ή μάλλον τον ξεχνάς. Χάρηκα που τον άκουσα πάλι, όπως χαίρεται κανείς όταν συναντήσει έναν παλιό γνωστό του. Τον ακούω κάμποση ώρα. Ύστερα, πάλι τον ξεχνάω.Τα κίτρινα μάτια τού Κερίμ, τα μαύρα πυκνά φρύδια του κι ύστερα ο ίδιος ο Κερίμ…
Βρισκόμαστε στην Ισταμπούλ στη γέφυρα τού Γαλατά. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Θα βρέξει. Έχουμε έρθει απ’ τη Μόσχα. Πουλάμε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας "Σφυρί και Δρεπάνι". Λογαριάζαμε να την πουλήσουμε σε χωριστά σημεία, εγώ στη γέφυρα κι ο Κερίμ στου Κασίμπασα κοντά στις δεξαμενές των ναυπηγείων. Όταν όμως φτάσαμε στη γέφυρα, εγώ για να πουλήσω την εφημερίδα κι ο Κερίμ να πάρει, το βαποράκι για του Κασίμπασα, του ζήτησα να μείνει μαζί μου.
– Γιατί; Φοβάσαι;
– Να φοβηθώ; Τι να φοβηθώ; Όχι. Μα έχω την εντύπωση πως μου είναι αδύνατο να
φωνάξω: Μόλις κυκλοφόρησε… εδώ το "Σφυρί και Δρεπάνι!"
– Ντρέπεσαι;
– Ναι, λιγάκι… Δεν έχω ξαναπουλήσει ποτέ μου τίποτα… στο δρόμο…
– Σάμπως εγώ; Θαρρείς πως στην οικογένειά μου εμείς είμαστε μικροπωλητές απ’ τα
παππούδικά μου;
– Μη θυμώνεις… Να, δεν ξέρω πώς να φωνάξω, αν η φωνή μου θ’ ακουστεί…
– Φίλε μου είσαι αριστοκράτης, είσαι γιός πασά…
Ο Κερίμ τράβηξε ένα φύλλο απ’ το δέμα, το ανεμίζει,
φωνάζει:
– Εδώ το "Σφυρί και Δρεπάνι". Τελευταία νέα!
Ο κόσμος που περνάει ούτε γυρίζει να μας δει. Αρχίζει
να ψιχαλίζει.
– Εδώ το "Σφυρί και Δρεπάνι". Μόλις κυκλοφόρησε!
Βγάζω κι εγώ ένα φύλλο απ’ το δέμα. Ο Κερίμ χώνει την εφημερίδα που κρατάει στα μούτρα των περαστικών που βιάζονται να γλιτώσουν τη βροχή.
– "Σφυρί και Δρεπάνι"! "Σφυρί και Δρεπάνι"!
Ο κόσμος δε δείχνει κανένα ενδιαφέρον. Εκτός από μερικούς που κοιτάζουν με
περιέργεια το ντύσιμο τού Κερίμ που δεν μοιάζει με εφημεριδοπώλη. Ίσως γι’ αυτό
και δεν τον βρίζουνε. «Όχι φχαριστώ…» τού λένε και απομακρύνονται.
– Τής μάνας τους το πρ…! Τι διάβολο, μόνο καθήκια περνάνε από τούτη τη γέφυρα;
Ούτε ένα φύλλο να μην πουλήσουμε; Θα δεις όμως, στου Κασίμπασα θα πουλιέται σαν
ψωμάκι…
Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στον υπότιτλο της
εφημερίδας. «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Αρχίζω να σκούζω σα να με
σφάζουνε, αφού κι ο ίδιος τα χάνω με το σκούξιμό μου:
– Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε! Προλετάριοι όλων των χωρών… Το Σφυρί και
το Δρεπάνι!…
– Για δώσε μου μία… Να δούμε πώς θα ενωθούνε αυτοί οι προλετάριοι…
Λίγο ακόμα και θ’ αγκάλιαζα απ’ τη χαρά μου αυτόν τον
μεσόκοπο ευπαρουσίαστο κύριο που μού ζήτησε ν’ αγοράσει εφημερίδα. Του απλώνω
ένα φύλλο. «Να, πάρε παιδί μου». Τότε μόνο πρόσεξα πως μου έδινε λεφτά.
Χαμογελάει.
– Όταν ήμουνα νέος, στο Παρίσι, θυμάμαι τούς σοσιαλιστές που πουλούσανε έτσι,
μόνοι τους, την εφημερίδα τους, μού λέει. Εκείνη τη μέρα, στη γέφυρα τού
Γαλατά, πούλησα σαρανταπέντε φύλλα "Σφυρί και Δρεπάνι". Στου Κασίμπασα, ο
Κερίμ, πούλησε διακόσια εικοσιπέντε… Προχωράμε αργά αργά προς την Κόκκινη Πλατεία. Ολόγυρά
μας το πλήθος με σημαίες, λάβαρα, προσωπογραφίες, τραγούδια. Η ομάδα μας
τραγουδάει τούρκικα το «Εμβατήριο της Πρωτομαγιάς». Πρωτομαγιά, Πρωτομαγιά!…
Να, κι η Αννούσκα που έρχεται μαζί μας. Της έχουμε μάθει το εμβατήριο, το
τραγουδάει κι εκείνη τούρκικα. Της κρατάω το χέρι. «Φοβάσαι μην την χάσεις;»
μού κάνει ο Κερίμ. «Δεν ξέρω, μα πάντα τρέμω μην τη χάσω ξαφνικά, τρέμω μήπως ξαφνικά
μεταβληθεί σε σύννεφο…» – «Μιλάς σοβαρά ή αστειεύεσαι;» – «Σοβαρά!»
– «Νόμιζα πως μόνο στα μυθιστορήματα οι άνθρωποι σκέφτονται τέτοια πράματα…». Τώρα προχωράμε πιο σιγά, σταματήσαμε.. Πίσω μας έρχονται οι Καυκάσιοι. Αμέσως σχηματίζουν ένα ημικύκλιο, ένας βγαίνει στη μέση κι αρχίζει να χορεύει. Είναι ένα παλικάρι απ’ το Νταγκεστάν, το πιο όμορφο παλικάρι τού πανεπιστήμιου. Χορεύει. Η Αννούσκα αφήνει το χέρι μου και προχωράει λίγο να τον δει. Την ακολουθώ. Στην αρχή, το παλικάρι υποκρίνεται με μιμικές κινήσεις μια μουσουλμανική προσευχή. Ξαφνικά η μελωδία αλλάζει. Ο χορευτής πηδάει, τραβάει το μαχαίρι του κι αρχίζει να στριφογυρίζει σα σβούρα. Είναι σβέλτος σαν αστραπή. Εγώ όμως μπούχτισα πια να βλέπω συνέχεια αυτό το χορό τους. Εκτιμάω πάρα πολύ όλους τους Καυκάσιους, και τού Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας και της Γεωργίας και τού Νταγκεστάν, μα δεν αφήνουν ευκαιρία που να μη χορέψουνε αυτό το χορό, με προσευχή ή χωρίς προσευχή στην αρχή ή με μικρές παραλλαγές.
(…) Ξεκινήσαμε πάλι. Στους πλαϊνούς δρόμους περιμένουν ολόκληρες φάλαγγες. «Να οι αρτοποιοί μας», φωνάζει ο Κερίμ. Σ’ ένα δρόμο αριστερά αντικρίζω τα παλικάρια μας της Μαύρης Θάλασσας με τις μαύρες κολλητές βράκες και τις κόκκινες σημαίες, άλλες με μισοφέγγαρα κι άλλες χωρίς. Τα πρωτομαγιάτικα συνθήματά τους είναι γραμμένα στα τούρκικα. Οι Λαζοί φουρνάρηδες έχουν ιδρύσει στη Μόσχα κάμποσα αρτέλ, δηλαδή συντεχνίες. Οι Κινέζοι πάλι ασχολούνται με το πλύσιμο και το σιδέρωμα των ρούχων. Οι Κινέζοι κι οι Τούρκοι διατηρούνε την εθνικότητά τους, παίρνουνε όμως μέρος στις εκλογές των Σοβιέτ. Μπορούνε επίσης να είναι υποψήφιοι, να μπούνε στα συνδικάτα ή να γίνουν μέλη τού μπολσεβίκικου κόμματος. Εγώ, παραδείγματος χάρη, είμαι υπήκοος Τούρκος μα αν έβαζα υποψηφιότητα και με ψηφίζανε θα μπορούσα να γίνω και πρόεδρος τού Ανώτατου Σοβιέτ. Ω! πόσο όμορφα αισθάνεσαι να νιώθεις πως υπάρχει μια απέραντη χώρα στον κόσμο όπου κανείς δε σε ρωτάει ούτε ποια είναι η θρησκεία σου ούτε ποια η υπηκοότητά σου. Σε ρωτάνε μονάχα… «Μήπως έζησες εκμεταλλευόμενος τους άλλους; Μήπως ήσουνα παπάς ή χότζας; Μήπως δούλεψες ποτέ στην καπιταλιστική αστυνομία;» Αν απαντήσεις: «Όχι», υπηκοότητα και τα ρέστα δεν ενδιαφέρουν κανένα, γίνεσαι πολίτης αυτής της απέραντης χώρας σα να είχες γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Τι θαύμα που είναι, Αννούσκα, τι θαύμα! Φτάνεις σε μια ξένη χώρα. Δεν ξέρεις ούτε τη γλώσσα ούτε τα έθιμα ούτε τίποτα κι όμως δεν αισθάνεσαι ξένος… Τι θλιβερό που θάναι, αλήθεια, να νιώθεις ξένος κάπου!… Εγώ ευτυχώς δεν τόνιωσα, μα στο γιαλί του παππού μου είχαμε έναν κηπουρό Αλβανό που ζούσε χρόνια στην Ισταμπούλ. Όλο έλεγε και ξανάλεγε: «Όμορφος είναι ο τόπος σας, ο θεός να τον έχει πάντα καλά, μα για μένα εδώ είναι ξενιτιά και τρέμω μην τύχει και πεθάνω χωρίς να ξαναδώ τον τόπο μου».
Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος. Μπροστά μας ανακατωθήκανε οι γραμμές. Στο σημείο ακριβώς που βρίσκονται οι Γιαπωνέζοι. Βουή, φωνές, γιαπωνέζικα. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι τρέχει, οι Γιαπωνέζοι ξαναμπήκανε στη γραμμή. Διακρίνουμε μερικούς αστυνομικούς που κουβαλάνε κάποιον μαζί τους. Οι Γιαπωνέζοι αναγνωρίσανε ένα μούτρο της μυστικής αστυνομίας της πατρίδας τους που τούς φωτογράφιζε κρυφά. Οι περσότεροι έχουν έρθει παράνομα στη Μόσχα. Γι’ αυτό ορμήσανε απάνω σ’ εκείνο το μούτρο. Πρώτα πρώτα του κάνανε κομματάκια τη φωτογραφική μηχανή του. Μού φαίνεται πως τον συγυρίσανε καλά και τον ίδιον. Όταν τον άφησαν απ’ τα χέρια τους ίσως τα μούτρα του να είχαν γίνει… Ρωτήσαμε τον Πετροσιάν και μας είπε πως απλώς του τις βρέξανε λίγο, μα το είπε μ’ ένα περίεργο χαμόγελο στα μάτια. Συνεχίστηκε η παρέλαση προς την Κόκκινη Πλατεία. Δίπλα μας προχωρούσανε επίσης εργάτες κι εργάτριες της Μόσχας, υπάλληλοι με τα παιδιά τους στους ώμους, με σημαίες, λάβαρα, συνθήματα. Αυτοί το 1917 μετατρέψανε τη λευκή Μόσχα των τσάρων στην κόκκινη Μόσχα του σήμερα. Κρατάω το χέρι της Αννούσκας. (…)
__Επίλογος
1. Στην Ισταμπούλ : οι χαρακιές της ασφάλειας
Βγάλανε τον
Ισμαήλ άπ’ το κελί. Τώρα κοιμάται στο διάδρομο» σ’ ένα ράντζο, χωρίς κουβέρτα.
Πόσους μήνες βρίσκεται κλεισμένος εκεί μέσα; Κι εδώ τραβάει στον τοίχο
χαρακιές. Στο διάδρομο δεν υπάρχει πια κανένας. Άλλους αφήσανε κι άλλους τούς
κατεβάσανε στα κελιά του Ισόγειου. Δεν ανακρίναμε τον Ισμαήλ άλλη φορά ύστερα
από κείνη τη μέρα πού τούς είχαν δείρει μαζί με τον Κερίμ. Να έγιναν άραγε νέες
συλλήψεις; Ούτε ξέρει. Μάλλον όχι όμως, θα το μάθαινε αφού βρίσκεται στο
διάδρομο τρεις μέρες. Κι ο Αγκόπ ο
οδοντογιατρός μεταφέρθηκε σε κελί.
Σε κάποιο
κελί, κοντά στο ράντζο του, έχουν έναν κρατούμενο — δεν ξέρει ποιός είναι — τον
κρατάνε θεονήστικο. Τη νύχτα ο Ισμαήλ του χώνει κομμάτια τυρί και κρέας κάτω
από την πόρτα του, οι χαφιέδες δεν παίρνουν είδηση.
Πέρασε μια
βδομάδα από τότε πού τον εγκαταστήσανε στο διάδρομο. Μια νύχτα τον ξυπνάνε. Από
πάνω του στεκότανε δ διευθυντής, ο αστυνόμος με τα γυαλιά κι ένας ασφαλίτης με
πολιτικά.
— Προχώρα.
Στρίψανε αριστερά
στο διάδρομο, ο αστυνόμος με τα γυαλιά άνοιξε μια πόρτα. Ό Ισμαήλ αντικρίζει
μπροστά του τον Ζήγια. Ήτανε ολόγυμνος μέσα σ’ ένα άδειο κελί, ακριβώς κάτω από
ένα σιδερόφραχτο παράθυρο χωρίς τζάμια. Έξω έβρεχε. Ήταν μια ανοιξιάτικη βροχή.
Τα χέρια του ήτανε δεμένα πίσω στις πλάτες με χειροπέδες. Οι αστράγαλοι του επίσης
είναι δεμένοι μ΄ ένα σκοινί, το σκοινί περνάει κάτω άπ’ τις αμασχάλες και την
άκρη του σκοινιού την έχουνε τεντώσει και δέσει ψηλά στη σιδεριά του παράθυρου.
Η κοιλιά του Ζήγια βαθουλώνει, φουσκώνει, βαθουλώνει, φουσκώνει. Όλοι οι μυς του
κορμιού τεντώνονται. Ο Ζήγια στηριζότανε στις μύτες των ξυπόλυτων ποδιών του.
Μόλις πήγαινε ν’ αφεθεί, το σκοινί του χωνότανε στο κρέας. Το κεφάλι του
μοιάζει σαν μπηγμένο μέσα στους ώμους κι έχει γείρει προς τα πίσω. Τα μάτια του
είναι ορθάνοικτα. Η βροχή τον μαστιγώνει στις πλάτες.
—Τον
γνώρισες ποιός είναι; ρώτησε δ διευθυντής τον Ισμαήλ.
—Είναι αυτός
πού έδωσε τη γραφομηχανή και το χαρτί.
—Κανείς δε
μόδωσε τίποτα.
Ο διευθυντής
πλησίασε κοντά στον Ζήγια και του έδειξε τον Ισμαήλ.
—Τον
γνωρίζεις;
—Όχι. Δε τον
γνωρίζω.
Η φωνή του
Ζήγια, ή γνώριμη γλυκιά φωνή του!
—Σ΄ αυτόν δεν
έδωσες το...
Ό Ζήγια τον
διακόπτει.
—Δεν έδωσα
τίποτα σε κανένα.
Ο διευθυντής
ούτε θυμώνει ούτε τον βρίζει. Κούνησε μόνο το κεφάλι του. Βγήκανε.
Ο Ισμαήλ επέστρεψε στο ράντζο του. Τα καθάρματα, σταυρώσανε τον Ζήγια.
—
Ένιωσε μια απέραντη λύπηση. Για πρώτη φορά από τη σύλληψή του αισθάνεται την ανάγκη
να κλάψει.
— Τον σταυρώσανε όπως ο σουλτάνος Μουράτ διέταξε και σταυρώσανε τον
Μουσταφά Μπεϊρκλουτζέ... (σσ. ο Mustafa Börklüce έζησε γύρω στις αρχές του 14ου/15ου
αιώνα και κήρυξε ένα σύστημα που μπορεί να συγκριθεί με τον σύγχρονο
κομμουνισμό. Μεταξύ 1415-1416 συγκέντρωσε Τούρκους αγρότες, Έλληνες ναυτικούς
και Εβραίους εμπόρους στη χερσόνησο Καραμπουρούν για να επαναστατήσουν ενάντια
στους υψηλούς φόρους και άλλες αδικίες) — καθάρματα...
— Ξαφνικά συλλογίστηκε κάτι
άλλο: —Γιατί εμένα δεν με υποβάλανε στα μαρτύρια πού υποβάλανε τον Κερίμ και τον
Ζήγια; Ο διευθυντής το είπε, ξέρουνε πολύ καλά ότι εγώ πήρα άπ’ το Ζήγια τη
γραφομηχανή και το χαρτί και τα έδωσα ύστερα στον Κερίμ. Μα από που το μάθανε; Στο
σπίτι του Κερίμ δε βρήκανε τίποτα, ούτε χαρτί ούτε γραφομηχανή... να γιατί τον
βασανίζουν έτσι... — Δεν ξέρει πώς ο Κερίμ τρελάθηκε. — Και το Ζήγια τον βασανίζουνε,
τον σταυρώσανε, γιατί είναι υπεύθυνο στέλεχος και θα πρέπει να ξέρει σε ποιόν
έδωσε ο Κερίμ τη γραφομηχανή και το χαρτί... Το χαρτί, τη γραφομηχανή: δηλαδή
λίγα πάκα χαρτιού και μια γραφομηχανή σαράβαλο. Το "δ" της είναι
χαλασμένο...
2. Το X
Ο Αχμέτ
κοιτάζει το ποτήρι με το νερό πού κρατάει στο χέρι του. Πίνει γουλιά γουλιά. Ακούμπησε
το ποτήρι στο τραπέζι και πήγε να ξανανοίξει τη βρυσούλα του μικρού ντεπόζιτου
πού πλένονται. — Τη βρυσούλα τούτη στο ντεπόζιτο την τοποθέτησε ο Ζήγια. —
Κλείνει τη βρύση. Εχτές την ώρα πού έπλενε το πρόσωπό του, ο θόρυβος του νερού του
προκάλεσε έναν ξαφνικό τρόμο. Ναι, τρόμο. Εχτές δεν έβαλε στο στόμα του ούτε
γουλιά νερό. Σήμερα όμως το πρωί πλύθηκε ήρεμος και να πού πίνει νερό. Μπορεί επίσης
και αντικρίζει το νερό. Χώνει πάλι το θερμόμετρο κάτω άπ’ τη μασχάλη του: 36,8.
Δεν έχει πονοκέφαλο ούτε ζάλες. Αναμέτρησε τις χαρακιές στην πόρτα: 32. Πήρε την
κιμωλία και τράβηξε τρεις μεγάλες κάθετες χαρακιές απάνω στις τριανταδύο. Από
πάνω μέχρι κάτω. Τις κοιτάζει. "Ύστερα τραβάει ένα μεγάλο Χί στις
χαρακιές, ένα Χί πελώριο πού οι άκρες του φτάνανε ως τις τέσσερεις γωνιές της
πόρτας. Χαμογέλασε. Κάθησε να περιμένει τον Ισμαήλ, ακούγοντας τον ήχο του
μοτέρ.
3. Στην Ισταμπούλ:
πλατεία Εμινεϊνού, στη στάση τού τραμ
Οι ανοιξιάτικες
βροχές πέφτουνε πάνω στην Ισταμπούλ— τώρα είναι χλιαρές. Ή Νεριμάν στέκεται στη
στάση του τραμ, στην πλατεία Εμινεϊνού. Έχει ανοίξει την ομπρέλα της. Τα τραμ
περνάνε συνέχεια. Πέρασε και το τραμ του Άκσαράι πού περιμένει ή Νεριμάν. Δεν την
ένοιαξε πού τόχασε. Χαμογελάει. Σιγοψιθυρίζει κάποιο σκοπό. Τα τραμ του Άκσαράι
περνάνε τόνα ύστερα από τάλλο μπροστά από τη μύτη της. Αύριο θα δω τον Ισμαήλ. Μου
το υποσχεθήκανε. Αύριο, θα πάρω μαζί μου και την Έμινέ.
Οι ανοιξιάτικες
βροχές βρέχουνε τούς τρούλους του Μεγάλου Τζαμιού, τούς μιναρέδες, τον Κεράτιο
κόλπο, τις μαούνες, τη γέφυρα του Γαλατά. Μια παρόμοια
βροχερή μέρα ο Άχμέτ κι ο Κερίμ πουλάγανε το "Σφυρί και Δρεπάνι", ή μάλλον όχι,
έβρεχε πιο σιγά εκείνη τη μέρα κι δ ’Αχμέτ στην αρχή ντρεπότανε να πουλήσει εφημερίδες. Η Νεριμάν
ένιωσε ξαφνικά την καρδιά της να σφίγγεται. Η αδελφή του Κερίμ έμαθε πώς τον αδελφό
της τον βάλανε στο τρελοκομείο. Η δύστυχη, λιποθύμησε μόλις τ’ άκουσε, εκεί,
μπροστά στην πόρτα με τα δύο μισοφέγγαρα. Κρατούσε, όπως πάντα, ατά χέρια της
τέσσερα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Ή ανοιξιάτικη
βροχή πέφτει πάνω στην ψαραγορά, στην πλατεία Έμινεϊνού, στο μεγάλο ρολόι της
πλατείας, στη στάση του τραμ, στις σκεπές, στην ομπρέλα της Νεριμάν. Τα τραμ του
Άκσαράι πάνε κι έρχονται. Η Νεριμάν ένιωσε ξαφνικά έναν πόνο. Δαγκώνεται να μη
φωνάξει. Σα να της μπήξανε ένα μαχαίρι στην κοιλιά, στους βουβώνες. Αύριο θα δω
τον Ισμαήλ. Ο! πόνοι επαναλαμβάνονται. Φωνάζει ένα ταξί. Ευτυχώς στάθηκε τυχερή
να βρει ταξί αμέσως με τέτοια βροχή.
Τρεις ώρες
αργότερα, στο δωμάτιό της στο Άκσαράι, ή Νεριμάν γέννησε, με τη βοήθεια μιας
μαμής πού καθότανε δίπλα τους, ένα κοριτσάκι. Την κόρη του Ισμαήλ. Οι γείτονες
τρέξανε αμέσως στο μπακάλικο να τηλεφωνήσουνε του Όσμάν - μπέη. Νάτον, κάνει
βόλτες έξω άπ’ το δωμάτιο κρατώντας άπ’ το χέρι την Έμινέ. Η Νεριμάν
καταδάγκωσε τα χείλια της να μην την ακούσει ο αδερφός της ή κανείς άλλος. Δε
θέλει ούτε "άχ" ν’ ακουστεί άπ’ το στόμα της. Έσκισε τα σεντόνια.
Γέννησε κοριτσάκι. Την κόρη του Ισμαήλ.
Οι ανοιξιάτικες
βροχές πέφτουνε πάνω στην Ισταμπούλ. Η ανοιξιάτικη βροχή πέφτει απάνω στο σπίτι
της Νεριμάν, στο ξύλινο σπιτάκι με τις βεράντες και τα καφασωτά στα παράθυρα.
4. Στο τραίνο
Μόλις ο
Ισμαήλ μπήκε στην καλύβα, ο Άχμέτ του έδειξε την πόρτα.
—Κοίτα!...
Ό Ισμαήλ
κοιτάζει, κατάλαβε. Αγκαλιαστήκανε.
—Δεν
περίμενα να γίνουνε σαράντα ή σαρανταμία.
—Καλά έκανες.
Εξάλλου... —Δεν αποτέλειωσε τη φράση του.· —Πάω ν΄ αγοράσω μια μπουκάλα ρακί, φιλαράκο.
—Αύριο,
Ισμαήλ, θα πάω στο Μπαλικεζίρ, στο σπίτι του Ζήγια.
—Όπως
θέλεις, μα ...
—Δεν μπορώ ακόμα
να γυρίσω στην Ισταμπούλ. Πρέπει να πάω να δω τον Ζήγια. Πρέπει κάτι να βρούμε για
να χρησιμοποιήσουμε αυτό το λάκκο. . . Να το βάλω στη συνεδρίαση εδώ, είναι ανώφελο.
Ό Ζήγια είναι το μόνο ανώτερο στέλεχος πού δεν πιάστηκε.
Ό Άχμέτ ξύρισε
το μουστάκι του, κι έχωσε μπαμπάκι μέσα από τα μάγουλά του. Έτσι άλλαξε ολότελα
το σχήμα των χειλιών του. Πασάλειψε με ιώδιο το τόξο κάτω από το αριστερό φρύδι
του. Μοιάζει σαν πληγή.
—Πώς με
βλέπεις, άλλαξα καθόλου;
—Καλά τα
κατάφερες.
—Δώσε μου την
ταυτότητά σου.
Η φωτογραφία
εκείνης της ταυτότητας θα μπορούσε να μοιάζει με οποιονδήποτε. Ο Ισμαήλ έχει
ένα άσπρο Αστυνομικό σκουφί πού μοιάζει με τούς σκούφους πού φοράνε οι
Αμερικανοί ναύτες Ό Άχμέτ το δοκιμάζει, κατεβάζει λίγο και τα μαλλιά του στο μέτωπο.
—Άλλαξες
τρομερά, φιλαράκο.
Την άλλη
μέρα ξυπνήσανε πολύ πρωί κι οι δύο. Αγκαλιαστήκανε. Ο Ισμαήλ δεν πήγε στο εργοστάσιο.
—Αδύνατο να
μείνει ή πόρτα ξεκλείδωτη, φιλαράκο. Σε ποιόν ν’ αφήσουμε το κλειδί;
Ό Άχμέτ
Ανέβηκε στο 3ο βαγόνι. Στην Αποβάθρα πρόσεξε κάποιον. Ένας τύπος πού
φαινότανε να παρακολουθεί αυτούς πού μπαίνανε στα τραίνα. Νομίζω πως κάπου τον
ξέρω αυτόν. Δε μοιάζει μ΄ εκείνον το χαφιέ πού στεκότανε έξω Από τα γραφεία της
εφημερίδας μας στην Ισταμπούλ και παρακολουθούσε ποιός μπαινόβγαινε; ΟΧΙ,
λάθος. Να πάρει ο διάβολος, πάλι άρχισε να οργιάζει η φαντασία μου...
Το τραίνο
ξεκίνησε. Ο Άχμέτ κάθεται σε μια άκρη. Ακουμπάει το κεφάλι του στο τζάμι.
Επιστρέφουμε
στη Μόσχα, η Άννούσκα ακουμπάει το κεφάλι της στο παράθυρο τού τραίνου. Της
κρατάω το χέρι. Έξω από το τζάμι δάση ατελείωτα. Δε βγάζουμε μιλιά Απ’ το στόμα
μας. Η Άννούσκα μου σφίγγει το χέρι σα να τρέμει μην της φύγω και την εγκαταλείψω
μόνη στο βαγόνι. Εγώ ψιθυρίζω: "Άκου το τραγούδι της φλογέρας πού θρηνεί το
χωρισμό".
— Πάλι μουρμουρίζεις εκείνους τούς αλληγορικούς
στίχους σου;
— Πώς το κατάλαβες;
— Από το
ρυθμό τους, θέλω να τούς ξανακούσω πρώτα στα τούρκικα κι υστέρα στα ρούσικα. Να
μου τούς ψιθυρίζεις όμως στ΄ αυτί μου.
Τούς
ψιθυρίζω.
— Τί λυπητεροί πού είναι. Αυτή ή φλογέρα
πού ονομάζεις «νεύ» υπάρχει στον Καύκασο ή στην Κεντρική Ασία.
— Θα προσπαθήσω να βρω μια. Δε θα ξέρω να
παίζω μα θα την κρεμάσω στον τοίχο, στο δωμάτιό μου... Ό τύπος πού
στεκότανε πριν στην αποβάθρα, μπήκε στο βαγόνι. Κάθησε απέναντι μου. Πώς μοιάζει
μ’ εκείνον τον άλλον, πού να τον πάρει δ διάβολος. Κάνει προσπάθεια να μη με
κοιτάζει. Τελοσπάντων, αφού προς το παρόν τούς φτάνει να με παρακολουθούν θα
πει πώς δε σκοπεύουν να με συλλάβουν. Θέλουν ίσως να δουν ποιούς θα συναντήσω.
Είναι τάχα σωστό να πάω στου Ζήγια; Μήπως γίνω αφορμή να... ο τύπος βγήκε άπ’ το
βαγόνι. Πλησιάζουμε στο σταθμό, το τραίνο λιγοστεύει την ταχύτητά του. Άρα δε
θάναι αυτός. θα κατεβεί εδώ...
Κοιτάζω άπ’ το
παράθυρο να βεβαιωθώ αν κατέβηκε. Δεν τον είδα. Μπορεί όμως και να κατέβηκε από
την άλλη μεριά...
Το τραίνο
ξεκίνησε πάλι.
Η Αννούσκα εξακολουθεί
να μου κρατάει το χέρι. Οι σημύδες χάνονται ή μια μετά την άλλη έξω από το
τζάμι. Οι Ρώσοι λατρεύουν τις σημύδες. Εμείς οι Τούρκοι ποιό δέντρο αγαπάμε
περσότερο; Τη λεύκα; Τον πλάτανο; Εγώ ποιό δέντρο λατρεύω; Την ιτιά; Ίσως είναι
κάπως κλαίουσα, μα όμως... Εγώ... Άννούσκα! Άννούσκα! Νόμιζα πώς ψιθύρισα μέσα
μου τ΄ όνομά της μα το είχα πει φωναχτά.
— Τί θες Άχμετάκο μου;
— Ποτέ μου δεν αγάπησα, ούτε και θ’ αγαπήσω
άλλη γυναίκα όπως αγαπά εσένα...
— Σ’ ένα δύο χρόνια, Άχμετάκο μου, θα
γυρίσεις στην πατρίδα σου. Φυσικά θα με θυμάσαι, δε λέω, μα όσο θα περνάει καιρός...
Ας μην το σκεφτόμαστε από τώρα, έχουμε ακόμα ένα δύο χρόνια μπροστά μας. Μόνο
αυτά τα χρόνια πρέπει να μάς απασχολούν...
Ή καρδιά μου
σφίγγεται. Το νιώθω πώς, ακόμα κι αν είχα το δικαίωμα, θα μου ήτανε αδύνατο να της
αποκαλύψω πώς σε μια βδομάδα - δέκα μέρες φεύγω. Την παραμονή, την τελευταία
νύχτα, ίσως... Εξάλλου θα καταλάβει, όταν θάχω φύγει... Όχι, γιατί να μην της το
πω την τελευταία νύχτα; Πώς να της το πω όμως, αδύνατο. Ας σκεφτώ τίποτα άλλο. Το
μάτι μου πέφτει στην εφημερίδα πού ή Άννούσκα έχει τυλίξει κάτι πράματα,
διαβάζω "... τρομοκρατία στη Ρουμανία... πέμπτη επέτειος της Κομιντέρν..."
Αντικρίζω
πάλι τον τύπο στο διάδρομο. Μου ΄ριξε μια ματιά και γύρισε αλλού το κεφάλι του.
Ώστε λοιπόν με αναγνωρίσανε τη στιγμή πού έμπαινα στο τραίνο. Μέ παρακολουθούν.
Πώς να κατέβω, χωρίς να με πάρουν είδηση, σε κανένα σταθμό πιο κάτω; Πρέπει να
παραιτηθώ άπ’ το σκοπό μου να επισκεφτώ τον Ζήγια. Εντάξει, πού να πάω όμως; Το
εισιτήριό μου είναι για το Μπαλικεζίλ.
Πλησιάζουμε στη
Μόσχα.
—Ό Κερίμ με την
Μαρούσα μας δώσανε το λόγο τους πώς θα μάς περιμένουν στο σταθμό, δεν είναι έτσι;
έκανε ή Άννούσκα.
—Έτσι είχανε
πει.
—Ο Κερίμ
είναι σπουδαίο παιδί. Αν έχετε κάμποσους τέτοιους στο κόμμα σας θα δουλέψετε
καλά...
Το βλέμμα
μου πέφτει ξανά στην Εφημερίδα του δέματος, ξαναδιαβάζω: "... τρομοκρατία στη
Ρουμανία.., πέμπτη επέτειος της Κομιντέρν..."
Περνάμε τα
προάστια της Μόσχας. Κρατάω το χέρι της Άννούσκας.
Περνάμε
δίπλα στους πρόποδες τού βουνού. Ο τύπος είναι καθισμένος απέναντι μου.
Κοιμάται. Κοιμάται στ' αλήθεια ή καμώνεται τον κοιμισμένο;
5. Οι
καλεσμένοι μου
Έχω
καλεσμένους: την Άννούσκα, τον Ισμαήλ, τον Άχμέτ, τη Νεριμάν, τη Μαρούσα, τον
Ζήγια και τον Σί - Ουά – Ού.
Ό Κερίμ απουσιάζει.
Ό Κερίμ είναι πεθαμένος. Δεν πέθανε στο τρελοκομείο. Όχι, από κει βγήκε
γιατρεμένος. Πέθανε το Μάη του 1950. Φυματικός.
Οι
καλεσμένοι μου δεν έχουν γεράσει. Έχουν όλοι τους την ηλικία πού είχανε όταν
τούς συνάντησα για στερνή φορά. Ο Σί - Ουά – Ού εξακολουθεί να είναι πάντα ερωτευμένος
με την Άννούσκα, ο Άχμέτ εξακολουθεί να ζηλεύει τον Σί - Ουά – Ού.
— Πες μας,
λοιπόν, ένα ποίημα, λέει ο Ζήγια.
Τούς διαβάζω
ένα ποίημα.
"Είμαι
κομμουνιστής
Είμαι αγάπη
απ' την κορφή ως τα νύχια, αγάπη Θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ, αγάπη Θα πει
το παιδί πού γεννιέται, το φως πού πλημμυρίζει αγάπη Θα πει
να δέσεις μια κούνια στ άστρα αγάπη Θα πει να χύνεις τ' ατσάλι μ απέραντο μόχθο
Είμαι κομμουνιστής.
Είμαι αγάπη
άπ' την κορφή ως τα νύχια..."
Μετάφρασα το
ποίημα στα ρούσικα για να τ’ ακούσει η Άννούσκα και η Μαρούσα.
Ο Ισμαήλ ανάβει
το τσιγάρο του άπ’ την κάφτρα του δικού μου.
—Όμορφο
ποίημα, μου κάνει, ύστερα πήγε κι άνοιξε το παράθυρο, ό ήλιος πλημμυρίζει το
δωμάτιο.
—Ή ζωή είναι
ωραία, φιλαράκο, λέει.
Το χέρι του
Άχμέτ κρατάει το χέρι της Άννούσκας, ένα άσπρο παχουλό χέρι με μακριά δάχτυλα.
—Ή ζωή είναι
ωραία, φιλαράκο, επαναλαμβάνει με τη βαριά φωνή της Νεριμάν.
Οι
καλεσμένοι μου δε γεράσανε. Έχουν όλοι τους την ηλικία πού είχανε δταν τούς
συνάντησα για στερνή φορά. Εγώ όμως πάτησα τα Εξήντα πια. Άχ, ας ζούσα άλλα
πέντε χρονάκια. . .
Σφε Γιάννη Α-Θ-Α-Ν-Α-Τ-Ο-Σ
Οι αστοί πουλάνε και ξεπουλάνε _το 💥 ΚΚΕ αγρυπνά και μάχεται 🎈 με τη σωστή πλευρά της ιστορίας















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ℹ️ Η αντιγραφή και χρήση (αναδημοσίευση κλπ) αναρτήσεων στο σύνολό τους ή αποσπασματικά είναι ελεύθερη, με απλή αναφορά στην πηγή
ℹ️ Οι περισσότερες εικόνες που αναπαράγονται σε αυτόν τον ιστότοπο είναι πρωτότυπες ή μακέτες δικές μας.
Κάποιες που προέρχονται από το διαδίκτυο, αν δεν αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο τις θεωρούμε δημόσιες χωρίς «δικαιώματα» ©®®
Αν υπάρχει πηγή την αναφέρουμε πάντα
Τυχόν «ιδιοκτήτες» φωτογραφιών ή θεμάτων μπορούν ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσουν μαζί μας για διευκρινήσεις με e-mail.
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ
🔻 Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.
Αν σχολιάζετε σαν «Ανώνυμος» καλό είναι να χρησιμοποιείτε ένα διακριτικό όνομα, ψευδώνυμο, ή αρχικά
🔳 ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ:
Α) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog
Β) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Γ) εκτός θέματος ανάρτησης
Δ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Παρακαλούμε τα σχόλια σας στα Ελληνικά - όχι "Greeklings"