01 Σεπτεμβρίου 2026

Πρώτο φθινόπωρο 🍁🍁 κι η θάλασσα 🌀 σβήνει στην άμμο τα βήματα των ❣️ χαμένων εραστών

Χινόπωρο που λέει ο Βάρναλης __ Να 'ναι χινοπωριάτικον απομεσημερ', όντας μετ' άξαφνη νεροποντή χιμάει μες απ' τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας  ήλιος χωρίς μαντύ.

Gerta Taro από τη φίλη Μυρτώ
Ισπανία εμφύλιος τέτοιες μέρες

Φθινόπωρο __αρχαία φθινόπωρον // φθίνω (λιγοστεύω) + ὀπώρα (φρούτο), σηματοδοτεί τη μετάβαση από το καλοκαίρι στο χειμώνα. Ορισμένοι πολιτισμοί θεωρούν την φθινοπωρινή ισημερία ως "μέσα του φθινοπώρου", για τους μετεωρολόγους είναι Σεπτέμβρης (από την πρώτη του μήνα) Οκτώβρης και Νοέμβρης.

Φθινόπωρο 🌿🍂 με ποίηση 🇵🇸 Παλαιστίνης 🎈


                    Μίλτος Σαχτούρης
Τί γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας;
γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια με τη βροχή μες στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα

                     Βάρναλης Χινόπωρος
Πόσον η Ζήση απλόχωρη κι όμως δε με χωράει!
Πόσον ο θάνατος παντού κι αλί δεν τονε βρίσκω!
Χτυπάει τα παραθύρια μας του χινοπώρου η μέρα,
καθώς πετιέται σαν τη φλόγ’ απ’ του Υμηττού την κόψη,
μετωρισμένη στα φτερά γαλατερής ομίχλης!

Και μπήκε ο ήλιος της αυγής ολάρμενος στο σπίτι
και μπήκε ο μήνας Τρυγητής με τα γλυκά σταφύλια
και με τους σκούρτους, τις μουστιές και με το Βάκχο πρώτο,
με πίπιζες και με χορούς κι ολόγδυτες Βακχίδες
και με σηκώσαν από χάμου ώς του βουνού το ψήλος
και πήρα μαζί τους όλο πνεύμα ανάερο, φτερουγάτο!
Και πού ’μαι τώρα;
Ούτε και ξέρω. Σ’ άλλη γης και χρόνο!
Τόσον η ζήση απλόχωρη κι άλλους χωράει αρρώστους!
Τόσον ο θάνατος παντού και πουθενά δεν είναι!

             
Gerta Taro από τη φίλη Μυρτω
Ισπανία εμφύλιος τέτοιες μέρες
Όταν ο Ίνγκμαρ συνάντησε την Ίνγκριντ ή πώς η συνεργασία των δύο μυθικών Μπέργκμαν της μεγάλης οθόνης οδήγησε σε μια (ακόμη) εμβληματική στιγμή
Γυρισμένη μόλις σε δεκαπέντε μέρες στη Νορβηγία ήταν η αγωνιώδης έξοδος του σκηνοθέτη στο φως, που στη δική του περίπτωση σήμαινε φυσικά την επιστροφή στο σκοτάδι.
Σε μία από τις σκληρότερες (αλλά και πιο ανθρώπινες) ταινίες του μια πρώην διάσημη πιανίστρια επισκέπτεται τη συνεσταλμένη κόρη της μετά από πολυετή απουσία. Μέσα σε μια νύχτα ακούγονται λόγια αδιανόητης ωμότητας, με εκείνα που δεν λέγονται, μα υπονοούνται μέσα από τα βλέμματα, να μοιάζουν ακόμα πιο τρομακτικά, σε μια αντιπαράθεση γονέα και τέκνου καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται κυκλικά, να αναπαράγεται αυτούσια στο διηνεκές, παρά τις όποιες πρόσκαιρες ανακωχές.
Μετρημένες οι φορές που έχεις δει στο πανί τέτοιο ξεγύμνωμα σαν αυτό της Μπέργκμαν εδώ, δεν ξέρεις πού τελειώνει η ερμηνεία και πού ξεκινά η εξομολόγηση. Η πιανίστρια Σάρλοτ, με ακατάπαυστη ενεργητικότητα παρά την ηλικία της, επιστρέφει κι εκείνη μετά από επτά χρόνια απουσίας κι αποξένωσης στην κόρη της, Εύα, κατόπιν πρόσκλησης της τελευταίας στο απομονωμένο σπίτι όπου ζει μαζί με τον εφημέριο σύζυγό της. Η αδημονία και η αρχικά εγκάρδια υποδοχή θα δώσουν γρήγορα τη θέση τους στην αμηχανία και τη νευρικότητα, καθώς οι σκελετοί και οι σωρευμένες ενοχές και κατηγορίες χρόνων θα αρχίσουν να βγαίνουν σιγά σιγά στην επιφάνεια μέχρι τη νομοτελειακή σύγκρουση. Γιατί η Εύα, προς δυσάρεστη έκπληξη της Σάρλοτ,  φιλοξενεί στο σπίτι της την αδερφή της Ελένα, η οποία πάσχει από μια πολυετή εκφυλιστική ασθένεια και την οποία η μητέρα τους είχε παρατήσει σε ένα ίδρυμα γιατί ήταν εμπόδιο στην καριέρα της. Γιατί η Σάρλοτ πενθεί το πρόσφατο θάνατο του τελευταίου της συντρόφου, ενώ η Εύα δεν μπορεί να ξεπεράσει το χαμό του τετράχρονου γιου της, στην κηδεία του οποίου η μητέρα της δεν πήγε.
Γιατί οι δύο γυναίκες συνδέονται με έναν ιστό ενοχών, συμπλεγμάτων και αλληλοσυγκρουόμενων συναισθημάτων και χωρίζονται από μια αβυσσαλέα απόσταση, το βάθος και η έκταση της οποίας θα αποκαλυφθούν μέσα μια βραδιά που θα πέσουν οι μάσκες και θα εκτοξευθούν από την Εύα τα κατηγορώ μιας ολόκληρης ζωής. Γιατί σ’ αυτή τη μονομαχία δεν μπορούν να υπάρξουν νικητές,  παρά μόνο μια λαβωμένη εκεχειρία. Μέχρι την επόμενη φορά που ίσως δεν έρθει ποτέ.
Σ’ αυτό το (αρχε)τυπικά μπεργμανικό σύμπαν και δικαιώνοντας πλήρως τον τίτλο της ταινίας και ως προς τα δύο συνθετικά του μέρη, ο Σουηδός σκηνοθέτης, με τη βοήθεια του τεράστιου διευθυντή φωτογραφίας και συνεργάτη του, Σβεν Νίκβιστ, πλημμυρίζει την οθόνη με χρώματα μουντά και καταθλιπτικά, με τις αποχρώσεις του καφέ, του κίτρινου και του μπεζ, να αντικατοπτρίζουν τη διάθεση των ηρώων του και το χλωμό και θαμπό σκανδιναβικό φως να είναι a priori ανίκανο να φωτίσει και να ζεστάνει τις ψυχές τους, ενώ δίνει στη δραματουργία μια πένθιμη μουσικότητα, που τιθασεύει και ξεδιπλώνει (με έναν επίσης αμιγώς και τυπικά σκανδιναβικό τρόπο) όλον αυτό το για χρόνια κρυμμένο συναισθηματικό κυκεώνα μέσα από τη δομική φόρμα μιας σονάτας, που «εκθέτει» στην αρχή τα εκατέρωθεν μέτωπα, κορυφώνει την αντιπαράθεση με μια καταιγιστική «ανάπτυξη» και καταλήγει σε μια "επανέκθεση" υπό το πρίσμα των αποκαλύψεων του προηγούμενου μέρους, η οποία χωρίς κανένα χολιγουντιανό closure αφήνει και πάλι όλα τα μέτωπα ανοιχτά.
Κι όλα αυτά με μια πλανοθεσία που παρακάμπτει την ενδογενή θεατρικότητα (είναι γνωστή, άλλωστε, η αγάπη του σκηνοθέτη για το θέατρο και η εξίσου λαμπρή πορεία του σε αυτό) ή μάλλον τη μετατρέπει από μειονέκτημα σε προτέρημα, αφού ο Μπέργκμαν στήνει μέσα στους τέσσερις τοίχους του ήδη απομονωμένου σπιτιού της Εύα ένα κλειστοφοβικό και βραδυφλεγές πλαίσιο, με τα ασφυκτικά κοντινά στα πρόσωπα των ηρωίδων του __σε συνθέσεις που παραπέμπουν στο "Περσόνα " και με τα σώματα που διστάζουν να έρθουν σε επαφή (για τις ψυχές ούτε λόγος) να μετατρέπουν το κινηματογραφικό κάδρο σε άλλη μια φυλακή για τα αδιέξοδα συναισθήματά τους.
Η πλέον εμβληματική σκηνή της ταινίας, εξάλλου, η μουσική "μονομαχία" μάνας και κόρης με αφορμή ένα Πρελούδιο του Σοπέν, είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ο Μπέργκμαν εκμεταλλεύεται στο έπακρο τόσο τη στατικότητα, όσο και τη μουσική για να καταστήσει ρητά τα άρρητα με έναν τρόπο πολύ πιο άμεσο και επώδυνο από τις λέξεις. Το πιάνο, το όργανο εκείνο που καθόρισε με τόσο διαφορετικό τρόπο τις ζωές των δύο γυναικών, θα γίνει το πεδίο της μάχης, όπου η Εύα, κατόπιν παρότρυνσης της μητέρας της, θα παίξει το πρελούδιο νευρικά και άτσαλα, με τονικά και εκφραστικά λάθη, αντιληπτά ακόμα και στον πλέον άμουσο ακροατή. Η κάμερα θα εστιάσει στο πρόσωπο της Σάρλοτ, εκεί όπου παλεύουν στο βλέμμα της η μητρική αγάπη, η αμηχανία απέναντι στη μετριότητα, η αυστηρότητα του ολοκληρωμένου καλλιτέχνη απέναντι στον ερασιτεχνικό συναισθηματισμό. Κι όταν οι ρόλοι αντιστραφούν και η διάσημη μητέρα ερμηνεύσει (αναμενόμενα άψογα) το ίδιο κομμάτι, τότε στο πρόσωπο της Εύας θα διαγραφούν, ,ανάμεσα στα τόσα ανείπωτα αισθήματα, η ταπείνωση, η πίκρα, η ήττα και ο θαυμασμός.
Κι αν ο μαέστρος φέρει την ευθύνη για το συντονισμό και το τελικό αποτέλεσμα, τα μουσικά όργανα είναι εκείνα που καλούνται κάθε φορά να μεταδώσουν όλες τις αποχρώσεις του έργου και ο Μπέργκμαν ευτύχησε να έχει στη διάθεσή του δύο από τα καλύτερα, δύο κορυφαίες ηθοποιούς, τη γνώριμη μούσα του, Λιβ Ούλμαν, στο ρόλο της κόρης και για πρώτη και μοναδική φορά στην καριέρα τους, τη δεύτερη κι εξίσου μυθική Μπέργκμαν της Σουηδίας στο ρόλο της μητέρας. Πραγματοποιώντας μια υπόσχεση χρόνων για συνεργασία (το ανέκδοτο θέλει την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, πρόεδρο στο φεστιβάλ των Καννών το 1973, να αφήνει κρυφά ένα σημείωμα στην τσέπη του σκηνοθέτη που ήταν παρών στην Κρουαζέτ για την εκτός διαγωνιστικού προβολή του "Κραυγές και Ψίθυροι"), οι δύο καλλιτέχνες, αναμφίβολα bigger than life προσωπικότητες, ήρθαν πολλές φορές σε ρήξη στα γυρίσματα, αυτή η κόντρα όμως γέννησε την τελευταία μεγάλη ερμηνεία της Σουηδής ηθοποιού, που έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα της, καθώς είχε ήδη πριν τα γυρίσματα διαγνωστεί με τον καρκίνο που λίγα χρόνια μετά θα της έπαιρνε τη ζωή.

Ο ου­ρα­νός γι­γα­ντώ­νε­ται γκρί­ζος _το έδα­φος στά­ζει φύλλα

Η "Φθινοπωρινή Σονάτα" ήταν, επίσης, η τελευταία ταινία που γύρισε ο Μπέργκμαν για τον κινηματογράφο. Όλες οι υπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένου και του magnum opus του, "Φάνι και Αλέξανδρος", ήταν τηλεοπτικές παραγωγές, επομένως η εποχή του τίτλου απέκτησε κι άλλη μια διάσταση στην ολοκλήρωση και την κυκλική πορεία μιας φιλμογραφίας, της οποίας ο πρώτος σημαντικός σταθμός ήταν το "Καλοκαίρι με τη Μόνικα ". Κι αν ο χρόνος κυλάει αναπόδραστα, όπως υπενθυμίζουν τα πλάνα του ρολογιού (ένα ακόμα σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη), το πεσιμιστικό, αλλά και ανοιχτό τέλος αφήνει μια χαραμάδα για τη σωτηρία, τη συγχώρεση και, γιατί όχι, τη λύτρωση.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ℹ️ Η αντιγραφή και χρήση (αναδημοσίευση κλπ) αναρτήσεων στο σύνολό τους ή αποσπασματικά είναι ελεύθερη, με απλή αναφορά στην πηγή

ℹ️ Οι περισσότερες εικόνες που αναπαράγονται σε αυτόν τον ιστότοπο είναι πρωτότυπες ή μακέτες δικές μας.
Κάποιες που προέρχονται από το διαδίκτυο, αν δεν αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο τις θεωρούμε δημόσιες χωρίς «δικαιώματα» ©®®
Αν υπάρχει πηγή την αναφέρουμε πάντα

Τυχόν «ιδιοκτήτες» φωτογραφιών ή θεμάτων μπορούν ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσουν μαζί μας για διευκρινήσεις με e-mail.


ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ

🔻 Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.
Αν σχολιάζετε σαν «Ανώνυμος» καλό είναι να χρησιμοποιείτε ένα διακριτικό όνομα, ψευδώνυμο, ή αρχικά

🔳 ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ:

Α) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog
Β) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Γ) εκτός θέματος ανάρτησης
Δ) με ασυνόδευτα link (spamming)

Παρακαλούμε τα σχόλια σας στα Ελληνικά - όχι "Greeklings"