Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάκης Μαΐλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάκης Μαΐλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Αυγούστου 2023

Ανιχνεύοντας το ρεμπέτικο


Ήδη κάναμε μια πρώτη αναφορά σε προηγούμενη σχετική ανάρτηση (Εκδήλωση παρουσίασης της έκδοσης “Ανιχνεύοντας το ρεμπέτικο”, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 10 Σεπτέμβρη, στις 19.30 στο Λιμανάκι Κερατσινίου) περνάμε σήμερα στο “στίγμα” της έκδοσης, μέσα από τον Πρόλογο της ΣΕ και την εισαγωγή του συγγραφέα

 


Η Έκδοση αφιερώνεται στον Μάκη Μαΐλη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η κυκλοφορία της έκδοσης για το ρεμπέτικο τραγούδι συ­μπίπτει με τη συμπλήρωση της επετείου των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Με αφορμή αυτήν την ιστο­ρική επέτειο, είναι χρήσιμο να θυμίσουμε ότι ο λαϊκός μας πολιτισμός οφείλει πολλά στους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Ιδιαίτερα στη λαϊκή μουσική και στο λαϊκό τραγούδι, στο ρε­μπέτικο, η συμβολή τους είναι ανεκτίμητη.

Η Σύγχρονη Εποχή δεν προχωρά πρώτη φορά στην έκ­δοση ενός βιβλίου για το ρεμπέτικο τραγούδι. Έχει προηγηθεί η έκδοση των μελετών του Νέαρχου Γεωργιάδη, οι οποί­ες έχουν σημαντική συμβολή στην έρευνα πολλών πτυχών της ιστορίας και της δημιουργίας του λαϊκού τραγουδιού των αστικών κέντρων. Πρόκειται για τις εξής εκδόσεις: Ρεμπέτι­κο και πολιτική (1993), Από το Βυζάντιο στον Μάρκο Βαμβακάρη (1996), Ο ακρίτας που έγινε ρεμπέτης (1999), Το φαινόμενο Τσιτσάνης (2001), Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι (2003), Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα. Ο Βαμβακάρης από το Α ως το Ω (2006), Κώστας Παπαδόπουλος _Ο Παγκανίνι του μπουζουκιού (2007), Ρένα Στάμου. Μια εγκυκλοπαίδεια του ρεμπέτικου (2009).

Το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί γνήσια λαϊκή δημιουρ­γία. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από το πόσο βαθιά εί­ναι ριζωμένο στο λαό, στα τμήματα δηλαδή εκείνα του πλη­θυσμού που από την αντικειμενική τους κοινωνικοταξική θέ­ση είναι φορείς της κοινωνικής εξέλιξης, έχουν την ικανότη­τα να υλοποιήσουν αυτήν την ιστορική αποστολή στη δοσμέ­νη ιστορική περίοδο. Εμπεριέχει τη μακρόχρονη εμπειρία των λαϊκών μαζών, το χαρακτηρίζει το βάθος της καλλιτε­χνικής έκφρασης της πραγματικότητας. Είναι συνυφασμένο με την πορεία και την εξέλιξη που διαγράφει η ζωή των εργα­τριών και των εργατών, όλων των ανθρώπων του μόχθου στα αστικά κέντρα, στις πόλεις, από την εμφάνιση των πρώτων ακόμη μικρών τμημάτων του προλεταριάτου στα γεωγραφι­κά σημεία όπου ζουν Έλληνες ή ελληνόφωνοι πληθυσμοί στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δίνοντας ταυτόχρονα συνέχεια με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλι­σμό και στην ανάπτυξή του στην Ελλάδα.

Η έρευνα και η μελέτη του συγκεκριμένου είδους τρα­γουδιού, όπως και κάθε μορφής καλλιτεχνικής δημιουργίας ως μορφής κοινωνικής συνείδησης, απαιτεί τον προσδιορι­σμό των ιστορικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών με τις οποίες αντικειμενικά εμφανίζεται κι εξελίσσεται, ανα­πτύσσεται ως κοινωνικό φαινόμενο, και της εξέλιξής τους. Απαιτεί έρευνα και μελέτη των όρων που μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες δημιουργούν η εργατική τάξη, οι λαοί, που γρά­φουν την πραγματική ιστορία των κοινωνιών μέσω του μο­χλού που κινεί την Ιστορία, και ο οποίος είναι η ταξική πάλη.

Η συγκεκριμένη έκδοση επιχειρεί να συνδέσει την έρευνα για το ρεμπέτικο τραγούδι με την ιστορική, κοινωνική, οικονο­μική εξέλιξη, προκειμένου να φωτίσει όσο γίνεται αντικειμενι­κά βασικές πλευρές του συγκεκριμένου κοινωνικού φαινομέ­νου, οι οποίες επίσης αποτελούν πεδίο διαπάλης, όπως: Ποια κοινωνικά τμήματα του πληθυσμού το δημιούργησαν και το ανέπτυξαν, ποιες κοινωνικές τάξεις και στρώματα εκφράζει ως λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία, γιατί είναι πραγματική λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία, ποια είναι η εξέλιξή της κ.ά.

Άλλωστε το ρεμπέτικο τραγούδι συντροφεύει τους λαϊ­κούς ανθρώπους σε όλες τις πτυχές της ζωής τους, τις οποί­ες αναδεικνύει ως γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Γι’ αυτό και άντεξε στο χρόνο ως τις μέρες μας.

Τέλος, είναι καίριο το ζήτημα της πολιτικής προσέγγισης που αφορά όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, πολύ περισσότερο στον τομέα της τέχνης, που ως μορφή κοινωνικής συνείδη­σης γίνεται αντικείμενο ιδεολογικής διαπάλης. Το ενδιαφέ­ρον για όλες τις πτυχές της ζωής της εργατικής τάξης, του λα­ού, από τη σκοπιά των πραγματικών συμφερόντων τους, εί­ναι άρρηκτα δεμένο με τον αγώνα για την ένταξή τους στην ταξική πάλη ενάντια στο κεφάλαιο και στην εξουσία του, για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας και την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η τέχνη, η καλ­λιτεχνική δημιουργία είναι σημαντικός παράγοντας που μπο­ρεί να συμβάλει στην ανάταση και την ανάπτυξη των ταξι­κών αγώνων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της με πρωτοπορία και καθοδηγητή, οργανωτή το ΚΚΕ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η ενασχόληση του Κόμματος με τον πολιτι­σμό, την καλλιτεχνική δημιουργία γενικότερα, αποτελεί συ­στατικό μέλος της ιδεολογικής, μορφωτικής δουλειάς του για τη διαμόρφωση επαναστατικής συνείδησης στην εργατι­κή τάξη και την οργάνωση της κοινωνικής συμμαχίας με τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα. Εκτιμώντας λοιπόν ότι μπο­ρεί να έχει συμβολή στη δράση του ΚΚΕ η ενασχόληση με το ρεμπέτικο τραγούδι, που είναι τραγούδι των εργατικών-λαϊκών μαζών των αστικών κέντρων, προχωρήσαμε στην έκδο­ση αυτής της μελέτης.

                                                                                                 Σύγχρονη Εποχή

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για να ερευνηθεί ολοκληρωμένα και ολόπλευρα το ρε­μπέτικο τραγούδι, σε όλες τις πτυχές και τις παραμέτρους που το συνθέτουν ως καλλιτεχνική μουσικοστιχουργική λα­ϊκή δημιουργία, αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο, θα χρει­αζόταν τόμους. Είναι πολυσύνθετο φαινόμενο. Έρχεται από πολύ μακριά από το ιστορικοκοινωνικό παρελθόν. Έχει τερά­στια εξέλιξη -έχει βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα των ταξικών αντιπαραθέσεων, όπως κάθε λαϊκή δημιουργία- και ταυτό­χρονα αποτελεί αντικείμενο διαμάχης ακόμη και στις έρευ­νες και μελέτες για την ιστορική εμφάνισή του και τις ρίζες του· ποιες κοινωνικές ομάδες, τάξεις, στρώματα αντιπροσω­πεύει και εκφράζει, από ποιες ανάλογες ομάδες δημιουργήθηκε και προέρχεται· όπως και για την ετυμολογία των λέξε­ων «ρεμπέτικο» και «ρεμπέτης». Με αφορμή όλα αυτά υπάρ­χει διαπάλη γύρω από το ποιος είναι «λαϊκός δημιουργός» και τι είναι «λαϊκή δημιουργία», γιατί υπάρχουν και πώς κα­θιερώθηκαν διακρίσεις όπως το «έντεχνο τραγούδι», η «έντε­χνη μουσική», οι «έντεχνοι δημιουργοί» και οι «έντεχνοι λα­ϊκοί δημιουργοί», το «έντεχνο λαϊκό» τραγούδι, σε διάκριση από τους «λαϊκούς δημιουργούς» και το «λαϊκό τραγούδι». Υπάρχει επίσης μια πολύ μεγάλη αντιπαράθεση, η οποία εκ­φράζεται με προσδιοριστικούς όρους του ορίζοντα, σχετι­κά με τη μουσική, όπως «ανατολίτικη μουσική» και «δυτική μουσική» ή, κατ’ άλλους, με γεωγραφικούς όρους και σταθε­ρό γεωγραφικό σημείο την Ελλάδα, όπως «Ανατολή»-«Δύση», όπου «Δύση» εννοούν την Ευρώπη δυτικά της Ελλάδας και τις ΗΠΑ, ενώ «Ανατολή» τη γεωγραφική περιοχή ανατο­λικά του Αιγαίου Πελάγους.

Αυτό όμως που δεν μπορεί ν’ αποσιωπηθεί είναι ότι το ρε­μπέτικο τραγούδι έγινε μαζικότατο φαινόμενο ως μουσική και στιχουργική καλλιτεχνική δημιουργία των εργαζόμενων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων των αστικών κέντρων. Αυτή είναι η ορολογία που προσδίδει πιο ολοκληρωμένα το είδος, το χαρακτήρα, τη μορφή, το ύφος, τη δημιουργία, αλλά και την αποδοχή αυτού του είδους της λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Για να ερευνηθεί, να μελετηθεί ολοκληρωμέ­να, χρειάζονται γνώσεις σε τομείς όπως η Ιστορία, η Κοινωνιολογία, η Γλωσσολογία, η Εθνικομουσικολογία, γνώσεις μουσικής γενικά και λαϊκής μουσικής πιο ειδικά. Και ταυτό­χρονα, γνώσεις γύρω από την επιστήμη της ιστορικοκοινωνικής και κατά συνέπεια της οικονομικής εξέλιξης, της διάρ­θρωσης των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, άρα γνώ­σεις ιστορικού υλισμού, προκειμένου να ερευνηθεί μεθοδολογικά σωστά το ρεμπέτικο τραγούδι και η εξέλιξή του, κα­θώς και να τεκμηριωθεί γιατί είναι λαϊκό τραγούδι και τι εκ­φράζει κοινωνικοταξικά.

Πολλοί νομίζουν ότι η ενασχόληση με τη λαϊκή μουσική είναι εύκολη υπόθεση, γιατί θεωρούν ότι αυτή είναι απλοϊκή μουσική. Αλλά πέφτουν έξω. Μελετώντας τις μελωδίες και τα τραγούδια της, ανακαλύπτεις το αντίθετο.

Η έρευνα και η μελέτη της λαϊκής μουσικής, και κατ’ επέ­κταση του ρεμπέτικου, απαιτεί, θα λέγαμε, με μια υπερβολή, ολόκληρη ζωή και ακόμη πιο πολλή, ανεξάντλητη, συλλογι­κή δουλειά κι ενασχόληση. Μόνο με την ιστορία της στο βά­θος του παρελθόντος χρόνου ν’ ασχοληθεί κάποιος -άλλω­στε προηγήθηκε από τη θεωρητική καταγραφή και ανάπτυ­ξη της μουσικής γενικά- για να βρούμε τις ρίζες, τη συνέ­χεια και την εξέλιξή της, το πέρασμα από τη λαϊκή συλλογι­κή ή ατομική δημιουργία στη μορφή της θεωρητικά επεξερ­γασμένης επιστήμης, αλλά και με τη συμβολή στη μουσική καλλιτεχνική δημιουργία και στην ανάπτυξή της, με δεδομέ­νο ότι είναι πολυεθνοτική μουσική, άρα χρειάζεται η μελέ­τη της ιστορίας του πολιτισμού πολλών λαών -φτάνει για να κατανοηθεί αυτή μας η γνώμη. Δε χρειάζονται μόνο σπου­δές, αλλά και γνώσεις αποκτημένες από την ενασχόληση με τα μουσικά όργανα. Επίσης χρειάζεται πιο ειδική μελέτη εθί­μων και ηθών, τρόπου ζωής γενικότερα. Σε αυτή μας τη μελέ­τη προσπαθούμε ν’ ανιχνεύσουμε ορισμένες μόνο πτυχές του ρεμπέτικου, ελπίζοντας αφενός ότι συμβάλλουμε στη συλ­λογική προσπάθεια, αφετέρου ότι τεκμηριώνουμε σωστά τις πτυχές που καταπιαστήκαμε.

Η πρώτη πτυχή την οποία αναπτύσσουμε σχετίζεται με το γεγονός ότι το ρεμπέτικο τραγούδι είναι τραγούδι των εργα­ζόμενων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων των αστικών κέ­ντρων, και μάλιστα σε διάκριση από το δημοτικό τραγούδι που είναι λαϊκή δημιουργία των φτωχών λαϊκών στρωμάτων της υπαίθρου, των αγροτικών πληθυσμών. Στη διαπάλη για το ποιες κοινωνικές ομάδες τάξεις και στρώματα εκφράζει, λέμε καθαρά ότι εκφράζει την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα των πόλεων, είναι μέρος του δικού τους πολιτισμού.

Στη συνέχεια ανιχνεύουμε τις ιστορικοκοινωνικές και οι­κονομικές συνθήκες στις οποίες εμφανίζεται και αναπτύσ­σεται το ρεμπέτικο τραγούδι, εκεί όπου ζουν και δουλεύουν ο ελληνικός πληθυσμός και οι ελληνόφωνοι στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ρεμπέτικο τραγούδι εξελίσ­σεται ως λαϊκή δημιουργία κατά το πέρασμα από τη φεου­δαρχία στον καπιταλισμό, που χρονικά αποτελεί μια μεγά­λη ιστορική περίοδο, ενώ εξελίσσεται στη συνέχεια και στις συνθήκες του καπιταλισμού.

Η λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία συνδέεται άμεσα με κοινωνικές αλλαγές κι εξελίξεις που επιδρούν στα λαϊκά ήθη κι έθιμα και στην εξέλιξή τους σε εναλλαγές κοινωνικοταξικές και οικονομικές, αλλά και στη διαμόρφωση κι εξέλιξη της κοινωνικής συνείδησης σε λαϊκά στρώματα που επέρ­χονται με αυτές τις εναλλαγές και που εκφράζονται και στο ρεμπέτικο τραγούδι, τις εκφράζει αυτή η λαϊκή δημιουργία. Με αυτό ασχολείται αυτή εδώ η προσπάθεια ανίχνευσης του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ανιχνεύουμε και τις ρίζες του μουσικά και στιχουργικά στο βά­θος της εμφάνισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και το γεγονός ότι αποτελεί τραγούδι το οποίο διαμορφώνε­ται μέσα από τις ανταλλαγές διαφορετικών λαών και οφεί­λεται στην ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, τομείς της οικονομίας που αναπτύσσονται από ελληνικούς πληθυ­σμούς στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και βε­βαίως στη συνέχεια από το νεαρό ελληνικό κράτος μετά από την αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821.

Ένας ακόμη βασικός παράγοντας για να προσεγγίσουμε τις ρίζες αλλά και την εξέλιξη του ρεμπέτικου τραγουδιού εί­ναι η λαϊκή παράδοση. Άλλωστε το ρεμπέτικο όπως και το δημοτικό εμφανίζονται με ανώνυμες δημιουργίες αρχικά και, όσο εξειδικεύεται ο καταμερισμός εργασίας με την ιστορικοκοινωνική οικονομική εξέλιξη, εμφανίζονται και οι επώ­νυμοι δημιουργοί.

Στη μελέτη αυτήν αναφερόμαστε στις τοποθετήσεις του ΚΚΕ για το ρεμπέτικο τραγούδι, αν και αντικειμενικά δεν μπό­ρεσε ν’ ασχοληθεί ολοκληρωμένα με το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού ώστε να έχει συλλογικά επεξεργασμένες θέσεις. Ασχολήθηκε όμως με το χασικλίδικο ρεμπέτικο από θέση ενα­ντίωσης σε αυτό, σε συνδυασμό με τη σταθερή πολιτική ενα­ντίωσης σε όλα τα ναρκωτικά. Από το Μεσοπόλεμο, και με δεδομένο το εμπόριο των ναρκωτικών και τη χρησιμοποίη­σή τους από την αστική εξουσία για τη χειραγώγηση της ερ­γατικής τάξης, κυρίως της νεολαίας των λαϊκών στρωμάτων, το Κόμμα μας καταπολέμησε το χασικλίδικο τραγούδι, κατα­πολεμώντας και τη διάδοση των ναρκωτικών. Ένα μέρος των χασικλίδικων τραγουδιών συνέβαλαν στην εξάπλωση του χασίς και άλλων ναρκωτικών ουσιών. Επομένως το κόμμα της εργατικής τάξης άνοιξε μέτωπο αταλάντευτο στο φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης και στα τραγούδια του στο πλαίσιο ανά­πτυξης της ταξικής πάλης.

Βεβαίως το Κόμμα μας εναντιώθηκε στο χασικλίδικο τρα­γούδι και όχι συνολικά στο ρεμπέτικο τραγούδι. Απόδειξη αποτελεί η προσπάθεια ανοίγματος δημόσιου διαλόγου από το Ριζοσπάστη το 1947. Οι μετέπειτα αντικειμενικές συνθή­κες δράσης του (27χρονη παρανομία) δεν του έδωσαν τη δυ­νατότητα της συνέχειας αυτού του διαλόγου. Είναι όμως χα­ρακτηριστικό ότι από το 1974 και μετά το ρεμπέτικο τραγούδι δε λείπει από κανένα Φεστιβάλ της ΚΝΕ-Οδηγητή, αρχί­ζοντας από το 1ο το 1975, στο οποίο συμμετείχαν η Σωτηρία Μπέλλου με τον Μαρίνο Γαβριήλ ή Μαρινάκη.

Όμως διάφοροι ερευνητές κατηγορούν το ΚΚΕ ως εχθρό του ρεμπέτικου, είτε κάνοντας αντικομμουνισμό είτε με αντιΚΚΕ συνειδητή αντιπαράθεση. Αυτή η επίθεση υπηρε­τεί την αστική τάξη πολύ συγκεκριμένα, όχι μόνο με τη δια­στρέβλωση της στάσης του ΚΚΕ και το χυδαίο ενίοτε αντικομμουνισμό που θέλει να δημιουργήσει συνειρμούς απο­στροφής των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και της νεολαί­ας απέναντι στο Κόμμα μας, αλλά και με την προαγωγή του τρόπου ζωής των λούμπεν και της χασισοποτίας, της τοξικοεξάρτησης. Η απάντηση σε αυτήν την επίθεση και τη στόχευσή της αποτελεί συστατικό στοιχείο στη διαπάλη που συνε­χίζει να υφίσταται για το ρεμπέτικο τραγούδι και δε θα μπο­ρούσε να λείπει από αυτήν εδώ τη μελέτη.

Στη μελέτη αυτή καταπιαστήκαμε και με τη σχέση του ρεμπέτικου με τα ναρκωτικά. Είναι αντικείμενο διαπάλης, γιατί το γεγονός ότι το ρεμπέτικο ασχολήθηκε με τα ναρ­κωτικά γίνεται παράγοντας ο οποίος για κάποιους ερευνη­τές καθορίζει το ρεμπέτικο από κοινωνική σκοπιά. Δηλαδή ποιες κοινωνικές ομάδες και στρώματα του πληθυσμού εκ­φράζει, μέσα από τα οποία ξεπηδά αυτό το τραγούδι και ορι­σμένοι δημιουργοί του. Σε αυτό το ζήτημα υπάρχουν τοπο­θετήσεις -και μάλιστα αξιόλογων ερευνών- που συμπεραί­νουν ότι το ρεμπέτικο είναι τραγούδι των «υποπρολετάριων». Βεβαίως τέτοια ορολογία δεν υπάρχει. Την δημιούργη­σαν μάλλον επειδή ήθελαν ν’ αποφύγουν το χαρακτηρισμό «λούμπεν», τον οποίο χρησιμοποιούν άλλοι ερευνητές, χα­ρακτηρίζοντας το ρεμπέτικο τραγούδι ως τραγούδι των λού­μπεν, των περιθωριοποιημένων τμημάτων της εργατικής τά­ξης, των κατεστραμμένων μεσαίων στρωμάτων, καθώς και του υποκόσμου. Μάλιστα ορισμένοι προβάλλουν την άποψη ότι ο ρεμπέτης εντάσσει τον εαυτό του συνειδητά σε αυτήν την ομάδα περιθωρίου. Αυτοί οι ερευνητές καταλήγουν, με διαφοροποιήσεις, στην εκτίμηση ότι το ρεμπέτικο είναι τρα­γούδι των λούμπεν, μια εκτίμηση με την οποία διαφωνούμε, γιατί το ρεμπέτικο έγινε μαζικό φαινόμενο και τραγουδήθη­κε -τραγουδιέται ακόμη- από τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις. Άρα δεν είναι τραγούδι των λούμπεν.

Η μελέτη μας καταπιάνεται επίσης με την εμφάνιση ρεμπέ­τικων τραγουδιών με αναφορές στην εργατική τάξη, αλλά και την επίδραση της ταξικής πάλης στο ρεμπέτικο τραγούδι. Αφε­νός γιατί η ταξική πάλη επιδρά στις εργατικές-λαϊκές συνειδή­σεις, άρα και στο λαϊκό πολιτισμό, τη λαϊκή καλλιτεχνική δη­μιουργία. Αφετέρου γιατί το ρεμπέτικο ως λαϊκή δημιουργία καταπιάστηκε και ανέδειξε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα που υπάρχουν σε μια ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία και μάλι­στα σε συνθήκες μιας νέας απότομης προλεταριοποίησης με­σαίων στρωμάτων, λόγω της μικρασιατικής προσφυγιάς. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε από τους δημιουργούς του στην πε­ρίοδο της Κατοχής, του εμφύλιου πολέμου, αλλά και μεταπο­λεμικά, με το κράτος της πιο βάρβαρης καταστολής ενάντια στο εργατικό, στο λαϊκό κίνημα και στην οργανωμένη πολιτι­κή πρωτοπορία του, το ΚΚΕ, με εκτελέσεις, δολοφονίες, εξο­ρίες και φυλακές. Όλη αυτήν την περίοδο το ρεμπέτικο έδωσε αριστουργήματα σε τέτοιο βαθμό και μαζικότητα, που η Λο­γοκρισία τα έβγαζε παράνομα. Οι λαϊκοί δημιουργοί έγραψαν τραγούδια και για την Αντίσταση και για την πάλη του ΔΣΕ. Αλλά και στη συνέχεια, όταν η αστική τάξη έβγαλε το ΚΚΕ στην παρανομία, οι λαϊκοί δημιουργοί του ρεμπέτικου συνέχι­σαν να γράφουν τραγούδια για τις συνθήκες που δημιουργού­σε το μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς.

Επίσης καταπιαστήκαμε με την εξέλιξη του ρεμπέτικου, του λαϊκού τραγουδιού, μετά από τη δεκαετία του ’50, ως τις μέρες μας.

Στην εργασία αυτή γίνεται προσπάθεια να δοθεί -όσο εί­ναι δυνατό- μια πιο ολοκληρωμένη καταγραφή της έρευνας που έχει γίνει γύρω από τον όρο «ρεμπέτικο». Δίνεται μια καταγραφή της συζήτησης σχεδόν όλων των απόψεων γύρω από την ετυμολογία της λέξης «ρεμπέτικο», γιατί ως συζήτη­ση έχει πλέον ιστορική σημασία και η καταγραφή της φωτί­ζει πλευρές ιστορικοκοινωνικές, που έχουν σχέση με το συ­γκεκριμένο είδος λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Άρα δί­νουν συγκεκριμένες γνώσεις στον αναγνώστη, ανεξάρτητα από το αν και ποια από αυτές τις προσεγγίσεις θα υιοθετή­σει ή θα αποδεχτεί κάποιος ή όχι. Επίσης η προσέγγιση κά­θε ερευνητή στον όρο «ρεμπέτικο» συνδέεται με την άποψή του για το ποιες κοινωνικές δυνάμεις το δημιούργησαν και ποιες εκφράζει.

Από τη συγκεκριμένη μελέτη δε θα μπορούσε να λείπει η διερεύνηση του θέματος «το ρεμπέτικο για τη γυναίκα». Εί­ναι ένα μεγάλο και δύσκολο κοινωνικό ζήτημα, με το οποίο επίσης ασχολήθηκε το ρεμπέτικο τραγούδι και αυτό έχει σχέ­ση με τη γυναίκα και πώς αναδεικνύουν οι λαϊκοί μουσικο-στιχουργικοί δημιουργοί το ζήτημα των διαπροσωπικών, των φυλετικών σχέσεων ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες, του έρωτα, της αγάπης, της οικογένειας, αλλά και πώς βλέπουν τη θέση της γυναίκας από τις εργατικές, τις λαϊκές οικογέ­νειες στην κοινωνία. Θεωρούμε, αξιοποιώντας και μελέτες άλλων ερευνητών, μελετητών, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα απαιτεί ενδελεχή έρευνα και αποτελεί ξεχωριστό και μεγάλο πεδίο. Υπάρχει επίσης μια πλευρά που θα θίξουμε και που έχει σχέση με τις επικρατούσες αντιλήψεις σχετικά με τη γυ­ναίκα στην Ελλάδα, όπως επίσης και αντιλήψεις για τη γυναί­κα στη Μικρά Ασία την περίοδο πριν τη Μικρασιατική Κα­ταστροφή, αλλά και διεθνώς, κυρίως στην Ευρώπη από την εποχή του Μεσαίωνα και το πώς αντιμετωπίστηκαν οι γυναί­κες πρόσφυγες όταν ήρθαν στην Ελλάδα το 1922. Σημαντική είναι η συμβολή της συντρόφισσας Μαρίας Λαμπρινού στη συγγραφή αυτού του θέματος.

Επιπλέον, αξιοποιήθηκαν μελέτες άλλων ερευνητών με αναφορές, προβληματισμούς, ιδέες των ερευνών τους, που «δένουν» με την προσπάθεια ανίχνευσης συγκεκριμένων πτυχών σε αυτήν εδώ την εργασία -πιστεύω δημιουργικά- ακόμη και στα σημεία στα οποία γίνεται καλόπιστη κριτική από τη σκοπιά μας. Η συμβολή αυτών των ερευνών ενισχύ­ει την όσο γίνεται συλλογική πληρότητα στο θέμα. Άλλωστε υπάρχουν πολλές εκδόσεις από μελετητές του ρεμπέτικου, οι οποίες στηρίζονται σε άλλες έρευνες και μελέτες με εκτε­νείς αναφορές σε αυτές. Με μια έννοια θεωρώ ότι έχουν και άλλοι συμβολή σε αυτήν εδώ την εργασία για το ρεμπέτικο. Οι έρευνες και οι μελέτες, ακόμη και αν είναι ατομικές εργα­σίες, έχουν ιστορικό-κοινωνικό υπόβαθρο, εδράζονται πάνω σε εργασίες και άλλων ερευνητών, τουλάχιστον δύο αιώνων πριν. Δε γίνονται εκ του μηδενός.

Πολύτιμη και δημιουργική είναι η συμβολή της συντρό­φισσας Αλέκας Παπαρήγα, οι σκέψεις και οι προτάσεις της οποίας συνέβαλαν τα μέγιστα στην τελική μορφή και διάρ­θρωση αυτής της μελέτης, όπως επίσης και η συμβολή της συντρόφισσας Ελένης Μπέλλου.

Πρακτική συμβολή στη διαμόρφωση ορισμένων χειρό­γραφων σε ηλεκτρονική μορφή είχαν οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι: Αμαλία Γακοπούλου, Βανέσσα Καραγεώργη, Νάντια Κυριαζίδου, Παναγιώτης Ντεγιάννης και Ορέστης Μπορμπότης.

Μια προτροπή που εκπληρώθηκε

Η προτροπή για να γραφτεί αυτό το βιβλίο ήταν του αξέ­χαστου συντρόφου μας Μάκη Μαΐλη. Η πρόταση έγινε το 1995, την περίοδο που δίναμε τη μάχη για την πρώτη φάση της διάσωσης του Ιστορικού Αρχείου του ΚΚΕ από την πλημμύρα, προτείνοντάς μας, μαζί με την Καίτη Φειδάκη, να καταπιαστούμε με την έρευνα του συγκεκριμένου θέμα­τος, η οποία να καταλήξει να γίνει βιβλίο. Η Καίτη Φειδάκη, βαθιά ευαίσθητος άνθρωπος, με απέραντη φροντίδα για τους συντρόφους της, με την ανεπανάληπτη φωνή, το ιδι­αίτερο, ξεχωριστό, μοναδικό της ηχόχρωμα, τραγουδούσε μ’ ένα μοναδικό, ξεχωριστό, δικό της τρόπο ρεμπέτικα τρα­γούδια, «πατώντας» πάνω στις πρώτες εκτελέσεις. Και τρα­γουδούσε το ίδιο αλάθητα πατώντας πάνω στη μελωδία και με ορχήστρα και χωρίς ορχήστρα. Είχε ασχοληθεί επίσης με την ιστορία του ρεμπέτικου, τους δημιουργούς του και το σινάφι τους, με αναζητήσεις σε διάφορες πηγές. Είχε άλλωστε μικρασιατική ρίζα.

Δε μας ξάφνιασε το γεγονός ότι ο Μάκης Μαΐλης είχε την ιδέα να γραφτεί βιβλίο για το ρεμπέτικο, και μάλιστα να το αναλάβουν δύο στελέχη του ΚΚΕ. Ο Μάκης Μαΐλης ήταν ένας σπουδαίος σύντροφος, παράδειγμα για εμάς, για εμέ­να προσωπικά. Ήταν πολύπλευρο και πολυτάλαντο στέλεχος του ΚΚΕ, με ευρυμάθεια, ολόπλευρη γνώση, πάντα δημιουρ­γική και κοφτερή σκέψη, με ικανότητα να σου μεταλαμπα­δεύει απεριόριστα τις γνώσεις του, να συζητά νηφάλια μαζί σου, έχοντας στόχο να διαπαιδαγωγεί και να συμβάλλει στη θεωρητική και ιδεολογικοπολιτική άνοδο των στελεχών, των κομματικών μελών, των συνομιλητών του, και να μας γεμί­ζει με θεωρητική πληρότητα, αλλά και με την πείρα της πρα­κτικής δράσης που ο ίδιος είχε κατακτήσει προσωπικά, αλλά και συλλογικά, στο ΚΚΕ. Αυτή του η αβίαστη διάθεση στη­ριζόταν τόσο στην πολύπλευρη πείρα του όσο και στη βαθιά γνώση της διαλεκτικής, συνολικά της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας και της ιδεολογίας μας. Για το σύντροφο Μάκη Μαΐλη επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω κάποια μικρά-αλ­λά χαρακτηριστικά- αποσπάσματα από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα στην κομματική εκδήλωση για τον ένα χρό­νο από το θάνατό του, που δείχνουν την ανάπτυξη των πολύ­πλευρων ικανοτήτων του μέσα από την πολύπλευρη ενασχό­λησή του σε τομείς δουλειάς, αλλά και ενδιαφερόντων, δεί­χνοντας ταυτόχρονα πώς σκεφτόταν και γιατί μας πρότεινε να κάνουμε έρευνα και να γράψουμε για το ρεμπέτικο. Ανα­φέρει χαρακτηριστικά:

«Ο Μάκης (...) ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες χρεώσεις του, δεν παρέλειπε να παίρνει άμεσα μέρος στις κινητοποιήσεις, στην ταξική πάλη. Η συνένωση της διανοητικής και πρακτικής δου­λειάς στο πρόσωπό του συνοδευόταν και από τη σταθερή ατο­μική αυτομόρφωση έως τη μελέτη λογοτεχνικών και ποιητικών έργων. Έτσι απέκτησε τη δυνατότητα η στοχοπροσήλωσή του στα γενικά και ειδικά κομματικά καθήκοντα να είναι σταθερή, να βαθαίνει, να είναι απαλλαγμένη από τις αρνητικές συνέπειες της μονομέρειας (...). Πίσω από το αυστηρό καμιά φορά βλέμ­μα του, αλλά και το πλατύ χαμόγελο και το χιούμορ που διέθετε, κρύβονταν πολλές ευαισθησίες και μεγάλος κύκλος ενδιαφερό­ντων (...) ήταν διακριτή η θέλησή του να μαθαίνει, ώστε να μπο­ρεί και να επικεντρώνει και να γενικεύει.»

Για το σύντροφο Μάκη Μαΐλη κάθε λαϊκή δημιουργία τού ήταν γνωστή και οικεία, όπως το ρεμπέτικο τραγούδι, το δη­μοτικό, αλλά και πολλά είδη μουσικής και τραγουδιού, όπως η επτανησιακή μουσική, οι λαϊκές καντάδες της παλιάς Αθή­νας κ.ά. Και θεωρούσε την ενασχόληση με αυτά, όπως και γε­νικότερα με την τέχνη, ζήτημα σημαντικό για την κομματι­κή δράση, αφού συμβάλλει τόσο στην πολύπλευρη μόρφω­ση των κομμουνιστών όσο και στην ικανότητά μας να συμ­βάλλουμε στο ανέβασμα της μόρφωσης και της συνείδησης της εργατικής τάξης. Ήταν άνθρωπος γεμάτος φροντίδα για όλους τους συντρόφους όπως και για τους ανθρώπους του μόχθου. Χαιρόσουν να συνεργάζεσαι μαζί του, να κάνεις πα­ρέα μαζί του, είτε συζητώντας είτε γλεντώντας, πολύ περισ­σότερο αν ήσουν τυχερός να τον έχεις καθοδηγητή ή συνερ­γάτη σε τομείς της κομματικής δουλειάς, και πάντα είχε τον τρόπο του να σου μεταδίδει γνώσεις και χωρίς ακόμη να το προσπαθείς, να σε κάνει να ρουφάς σα σφουγγάρι αυτό που σου μετέδιδε. Επιπλέον, ο Μάκης Μαΐλης αγαπούσε το ρε­μπέτικο ως λαϊκή δημιουργία.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε δειλά-δειλά να γίνεται πράξη η προ­τροπή του συντρόφου Μάκη σ’ ένα δύσκολο εγχείρημα, χω­ρίς όμως χειροπιαστό αποτέλεσμα τότε. Η Καίτη το θεωρού­σε εγχείρημα με βουνό δυσκολίες για την ίδια -όπως έλεγε- και είχε δίκιο. Δεν είναι απλό πράγμα ν’ ασχοληθείς με το λα­ϊκό τραγούδι, όπως νομίζουν κάποιοι, αν πράγματι θέλεις να μελετήσεις πολύπλευρα αυτό το κοινωνικό φαινόμενο. Ήταν δύσκολο βεβαίως και για μένα. Άρχισα μια πρωτόλεια δου­λειά που έδωσε τα πρώτα μικρά κείμενα, αλλά δεν προχώ­ρησε τότε παραπέρα. Ξανάρχισα ουσιαστικά να ξαναγράφω την περίοδο εορτασμού των 100 χρόνων του ΚΚΕ, με αφορ­μή κομματικές εκδηλώσεις για το ρεμπέτικο τραγούδι, ξαναδουλεύοντας παλιότερες κρίσεις, σχολιασμούς και προσεγγί­σεις, απορρίπτοντας πολλές από αυτές που είχα γράψει από το 1995 και μετά.

Ο Μάκης Μαΐλης δεν είναι πια μαζί μας για να δει την προτροπή του πραγματοποιημένη. Ούτε η Καίτη Φειδάκη εί­ναι πια μαζί μας για να συμβάλει με τις γνώσεις της, τις πα­ρατηρήσεις της, και αυτό είναι έλλειψη για μένα. Είναι όμως και οι δύο μαζί μας για ό,τι έκαναν πριν «φύγουν», επιμένοντας να πραγματοποιηθεί αυτό το καθόλου εύκολο εγχείρη­μα, αλλά και για τη συμβολή τους στο ξεκίνημα το 1995, που τελικά ευοδώθηκε έστω και μετά από 27 χρόνια. Άλλωστε η συνολική τους δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ ως άξια στελέχη του πάντα θα μας συντροφεύει.

 

«Η συμβολή ενός κομμουνιστή, ενός στελέχους του ΚΚΕ. δεν τελειώνει με το θάνατο» _Ριζοσπάστης, 5-6.2.2022.

                                                                        Στέφανος Λουκάς



[1] «Η συμβολή ενός κομμουνιστή, ενός στελέχους του ΚΚΕ. δεν τελειώνει με το θάνατο», Ριζοσπάστης, 5-6.2.2022.

22 Ιανουαρίου 2021

Καλό ταξίδι σύντροφε Μάκη Μαΐλη


Σε κλίμα οδύνης η οικογένεια, σύντροφοι και φίλοι είπαν το «ύστατο αντίο» στον σύντροφο Μάκη Μαΐλη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, που έφυγε την Τετάρτη απ’ τη ζωή σε ηλικία 70 ετών έπειτα από πολύμηνη μάχη.

Παραβρέθηκε ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, επικεφαλής πολυπληθούς αντιπροσωπείας της ΚΕ του Κόμματος. Παραβρέθηκε αντιπροσωπεία της ΚΝΕ με επικεφαλής τον γραμματέα του ΚΣ της Οργάνωσης Νίκο Αμπατιέλο.

Στην αίθουσα της Ελαιουργικής στην Ελευσίνα, στην πολιτική κηδεία, αποχαιρέτησαν ένα εκλεκτό στέλεχος του Κόμματος, που το υπηρέτησε με αυταπάρνηση, ακλόνητη πίστη και αφοσίωση ως τις τελευταίες μέρες της ζωής του.

Στιγμές αυτής της πορείας του και της προσφοράς του αποτυπώθηκαν στο βίντεο που προβλήθηκε και έληξε με το θερμό χειροκρότημα των παρευρισκόμενων για έναν άξιο αγωνιστή που αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό.

Επικήδειο εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ εκφώνησε η Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. (Αναλυτικά πιο κάτω)

Εκ μέρους του ΚΣ της ΚΝΕ επικήδειο εκφώνησε ο Νίκος Λάππας, μέλος του Γραφείου του ΚΣ της Οργάνωσης (διαβάστε εδώ). Επίσης επικήδειους εκφώνησαν ο Κώστας Κώνστας, μέλος του Τομεακού Γραφείου Βορειοδυτικής Αττικής του ΚΚΕ (διαβάστε εδώ)και ο Νάσος Σκοτίδας, μέλος του ΤΣ Βορειοδυτικής Αττικής της ΚΝΕ (διαβάστε εδώ).

Τιμητικές φρουρές στο σκεπασμένο με την τιμημένη σημαία του Κόμματος, πλαισιωμένο από κόκκινα λουλούδια, κι ένα σφυροδρέπανο φτιαγμένο από κόκκινα γαρύφαλλα στάθηκαν ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, η Αλέκα Παπαρήγα μέλος της ΚΕ, ο Κώστας Παρασκευάς μέλος του ΠΓ της ΚΕ, η Λουίζα Ράζου μέλος του ΠΓ της ΚΕ. Αμέσως μετά τα μέλη του ΠΓ της ΚΕ του Κόμματος Δημήτρης Αρβανιτάκης, Τηλέμαχος Δημουλάς, Θοδωρής Χιώνης και Δημήτρης Γόντικας, μέλος της ΚΕ. Ακολούθησαν τα μέλη του ΠΓ της ΚΕ του Κόμματος Γιώργος Μαρίνος, Νίκος Σοφιανός, Μάκης Παπαδόπουλος, Γιάννης Πρωτούλης.

Τιμητική φρουρά στάθηκαν στελέχη του γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ. Επίσης οι σύντροφοι Ν. Αρβανιτάκης, Κ. Σκουλαρίκος, Αν. Γκίκας και Στ. Δουνιάς από το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ. Ακολούθησαν τιμητικές φρουρές από τις τοπικές οργανώσεις.

Στεφάνια κατέθεσαν η ΚΕ του ΚΚΕ, το ΚΣ της ΚΝΕ, η ΚΟ Αττικής, η Οργάνωση Βορειοδυτικής Αττικής, οι οργανώσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στην Ελευσίνα, η «Σύγχρονη Εποχή» και ο δήμαρχος Ελευσίνας.

Ο επικήδειος της Ελένης Μπέλλου

«Αγαπημένε μας σύντροφε Μάκη,

Εκ μέρους της ΚΕ του Κόμματός μας, σου απευθύνω τον τελευταίο χαιρετισμό, προσπαθώντας να ισορροπήσω ανάμεσα στο συναίσθημα της βαθιάς μας θλίψης για τον πρόωρο χαμό σου και στη λογική, τη γνώση ότι εδώ και κάποιους μήνες δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα να νικήσεις τον καρκίνο, έστω να επιστρέψεις σε μια ελεγχόμενα καλή ποιότητα ζωής, αγωνιστική και δημιουργική, έτσι όπως εσύ επέλεξες να ζήσεις για 50 χρόνια.

Μας θλίβει η απώλειά σου και γιατί μέχρι πριν 10 μήνες, μέχρι το ξέσπασμα του πρώτου κύματος της πανδημίας του Covid-19, εσύ παρ’ όλο που ήδη έπασχες, είχες εγχειριστεί, έκανες ακτινοβολίες, ήσουν καθημερινά στο πόστο σου, στο διπλανό γραφείο του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ. Ήσουν το ίδιο επιστημονικά διερευνητικός, ακούραστα εργατικός, προσηλωμένος στην έρευνα της Ιστορίας του Κόμματός μας και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, με μυαλό ανοικτό στην αναγνώριση αδυναμιών και λαθών, αλλά πάντα από τη σκοπιά του εργατικού συμφέροντος, της επιστημονικότητας του κομμουνισμού.

Ενδιαφερόσουν και ανησυχούσες δημιουργικά για όλη την κομματική δραστηριότητα, από την οικονομική εξόρμηση έως την κομματική οικοδόμηση, τη διακίνηση του Ριζοσπάστη και του πολιτικού βιβλίου, έως την οργάνωση της προπαγάνδας, τους μαζικούς και άμεσα πολιτικούς μας αγώνες.

Σχεδίαζες το ταξίδι σου στην Κύπρο για να μελετήσεις αρχεία σχετικά με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος εκεί και της σχέσης του με το κίνημα στην Ελλάδα. Δεν είναι το μόνο ανεκπλήρωτο σχέδιό σου. Άλλωστε, κάθε δημιουργικός άνθρωπος δεν προλαβαίνει να πραγματοποιήσει όλα τα σχέδιά του, γιατί συνέχεια τ’ ανανεώνει. Έτσι έκανες κι εσύ.

Ωστόσο, καμιά δυσκολία, ατομική ή συλλογική δεν κλόνιζε τη μαχητικότητα και δημιουργικότητά σου, τον αυστηρό σου προγραμματισμό, που ίσως και σ’ αυτόν οφειλόταν ένα προφίλ αρκετά αυστηρό, ίσως και απόμακρο για όσους δε σε γνώριζαν πιο άμεσα.

Όταν έμαθες για την πάθησή σου, όχι μόνο είχες μια αφάνταστη ψυχραιμία, μια αποστασιοποίηση, αλλά έκανες μια ανθρώπινη αλλά και φιλοσοφική τοποθέτηση για το ενδεχόμενο του θανάτου σου, αναγνωρίζοντας ότι είχες ζήσει μια ζωή με συνειδητές επιλογές, πλούσια σε κομμουνιστική δράση, σε μελέτη και γνώση, είχες οικογένεια, απόκτησες εγγόνια και έζησες μαζί τους ένα νέο κύκλο αγάπης και χαράς. Ένιωθες ότι είχες μια γεμάτη ζωή, ότι είχες έναν κύκλο ζωής ουσιαστικό, αφού αυτό μετρά εφ’ όσον έτσι κι αλλιώς ο κύκλος της ζωής πάντα κλείνει, αλλά ταυτόχρονα όσο ζει κανείς τόσο αγαπά, τόσο θέλει τη ζωή. Παρόλ’ αυτά δήλωσες ότι ήσουν έτοιμος για όλα. Γι’ αυτό κατέγραψες εκκρεμότητες, παρέδωσες φακέλους, ιστορικά πονήματα που δεν είχαν ολοκληρωθεί.

Και αυτές οι ενέργειές σου επιβεβαίωναν ότι τα 70 χρόνια σου σε τίποτα δεν είχαν επηρεάσει τη ζωντάνια και δημιουργικότητά σου, γι’ αυτό και νιώθουμε, συνειδητοποιούμε την απώλειά σου, παλεύουμε όλοι μαζί οι σύντροφοί σου στο Τμήμα Ιστορίας, στα συστεγαζόμενα στον ίδιο όροφο και άμεσα συνεργαζόμενα Τμήματα της ΚΕ, όπως η ΙΕ, η ΚΟΜΕΠ, της Οικονομίας, παλεύουμε να κλείσουμε τις ρωγμές της απουσίας σου, κρατώντας τις αρετές σου, την παρακαταθήκη της προσφοράς σου.

Η διαδρομή ζωής του σ. Μάκη, η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ήταν το αποτέλεσμα της συνάντησης του συγκεκριμένου ατόμου στις κοινωνικές συνθήκες της έντονα βιομηχανικής, εργατικής Ελευσίνας στις πρώτες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεκαετίες.

Ο σ. Μάκης γεννήθηκε στην Ελευσίνα στις 21 Γενάρη του 1950 από γονείς εργάτες — βιοπαλαιστές. Ο πατέρας του συμμετείχε στο ΕΑΜ. Στην εργατούπολη της Ελευσίνας τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Ήταν πολύ καλός μαθητής.

Στη μαθητική του ηλικία άρχισε η πολιτική, κομμουνιστική του αφύπνιση, στην οποία συνέβαλαν συνδυαστικά η ταξική θέση των γονιών του, οι οικογενειακές πολιτικές εμπειρίες, το κοινωνικό περιβάλλον της εργατούπολης που ζούσε, το διάβασμα έργων της στρατευμένης με το εργατικό κίνημα λογοτεχνίας και οπωσδήποτε η πηγαία ανησυχία και φλόγα αναζήτησης μιας πραγματικά πολιτισμένης κοινωνίας μ’ επίκεντρο τον εργαζόμενο και τις ανάγκες του.

Ρεαλιστικά αναδεικνύει αυτές τις συνθήκες ο ίδιος στο βιογραφικό του πριν 20 χρόνια:

“Είχε παίξει ρόλο, αναμφίβολα, και το γειτονικό περιβάλλον. Ζούσαμε σε μία αυλή μαζί με οικογένειες πολιτικών κρατουμένων της προδικτατορικής και της δικτατορικής περιόδου αργότερα. (…) Εκτιμάω ότι ήταν και το γενικότερο εργατικό αγωνιστικό περιβάλλον της Ελευσίνας. Ενός θείου μου του είχαν ανοίξει το κεφάλι με ξιφολόγχη στις μεγάλες απεργίες του 1936 στην Ελευσίνα. Μιας γειτόνισσάς μας το παιδί (απεργός) δολοφονήθηκε από την έφιππη αστυνομία το 1927. Άλλος θείος μου είχε μείνει χρόνια άνεργος μετά την εξορία”.

Η ανάγκη ένταξης στο ΚΚΕ, αρχικά στη νεοσύστατη νεολαία του, την ΚΝΕ, ωρίμασε στις συνθήκες της στρατιωτικής δικτατορίας, όταν ήταν φοιτητής στη Νομική Σχολή Αθήνας, αλλά και εργαζόμενος για να στηρίξει την οικογένειά του. Τότε επιδίωξε και ήρθε σ’ επαφή με στελέχη του Κόμματος και της ΚΝΕ στην Ελευσίνα.

Οργανώθηκε το 1969 στην παράνομη τότε ΚΝΕ και δραστηριοποιήθηκε στον τοπικό Φοιτητικό Σύλλογο της Ελευσίνας. Ανέλαβε να συγκροτήσει οργάνωση της ΚΝΕ στην πόλη και το πραγματοποίησε. Ο τοπικός Φοιτητικός Σύλλογος ανέπτυξε πλούσια δράση, με αποκορύφωμα τις μεγάλες συγκεντρώσεις κατά των επεκτάσεων των διυλιστηρίων του Λάτση στην περιοχή. Μαζί με άλλους νέους από την Ελευσίνα πήρε μέρος στις καταλήψεις της Νομικής, στον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973, όπως και σε άλλες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις. Παραμονές του Πολυτεχνείου οργανώθηκε στο ΚΚΕ.

Ο σ. Μάκης έγραψε:

“Στη δικτατορία δεν πιαστήκαμε. Όπως έμαθα αργότερα, το χτύπημα αποφεύχθηκε, λόγω της άψογης στάσης που κράτησαν οι σύντροφοι στα βασανιστήρια, μετά τις συλλήψεις του Φλεβάρη 1974”.

Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, αναδείχτηκε μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ και ανέλαβε διάφορες οργανωτικές χρεώσεις. Το Φλεβάρη του 1975 πέρασε αποκλειστικά στη δουλειά του Κόμματος. Στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1978) εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ, ενώ ταυτόχρονα ήταν μέλος του Γραφείου της Νομαρχιακής Επιτροπής Δυτικής Αττικής και Γραμματέας της ΚΟ Ελευσίνας. Στο 11ο Συνέδριο (1982) επανεκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ, ανέλαβε Γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής Λέσβου — Λήμνου και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη.

Στο 12ο Συνέδριο (1987) εκλέχτηκε τακτικό μέλος της ΚΕ με ευθύνη την καθοδήγηση Κομματικών Οργανώσεων. Η πρωτοπόρα αταλάντευτα επαναστατική στάση του εκφράστηκε σε όλη την κρίσιμη περίοδο, πριν και κατά την Ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ τον Ιούνη του 1990. Σε καιρούς επικράτησης της αντεπανάστασης και πισωγυρίσματος του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ο σύντροφος Μάκης υπερασπίστηκε μαχητικά τον επαναστατικό χαρακτήρα του Κόμματος, πρωτοστατώντας στην αντιπαράθεση με τις οπορτουνιστικές δυνάμεις. Ήταν από τα στελέχη που ξεχώρισαν στην ιδεολογικοπολιτική πάλη κατά τη διάρκεια του 13ου Συνεδρίου κρίσης του Κόμματος (1991).

Με πάθος, αλλά κυρίως με επιχειρήματα, πολέμησε τον οπορτουνισμό που στ’ όνομα της ανανέωσης επιχειρούσε τη “μετατροπή του ΚΚΕ σε κάτι άλλο”, όπως είπε, καταργώντας τον κομμουνιστικό του χαρακτήρα, ακολουθώντας την τύχη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Είναι χαρακτηριστικό και διαχρονικής σημασίας το εξής απόσπασμα από την ομιλία του:

“Όσο για το ότι δεν θέλουμε ν’ αλλάξει τίποτα, προφανώς πρόκειται για αβάσιμη διαπίστωση. Όσοι αντιλαμβανόμαστε τον μαρξισμό-λενινισμό σαν θεωρία διαρκώς εξελισσόμενη, αντανάκλαση της συνεχώς μεταβαλλόμενης αντικειμενικής πραγματικότητας, δεν μπορεί παρά να είμαστε από φύση ανανεωτές.

Σ’ εκείνο που αντιστεκόμαστε, δεν είναι ο εμπλουτισμός της με τα νέα δεδομένα της επιστήμης και της επαναστατικής (θετικής και αρνητικής) παγκόσμιας εμπειρίας, αλλά η κατάργηση των βασικών της αρχών. Με στήριγμα αυτές τις αρχές εκφράζω τη γνώμη, ότι πρέπει όλοι να συμβάλουμε προκειμένου, μέσα από μια σκληρή πορεία, τώρα και μετά το Συνέδριο, το ΚΚΕ να οικοδομήσει την ενότητά του, που θα είναι ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ενότητα, για να είναι πραγματικά στέρεα”.

Στο 13ο Συνέδριο επανεκλέχτηκε μέλος της ΚΕ και στη Γραμματεία της ΚΕ, με χρέωση τις ΚΟ Ανατολικής και Δυτικής Πελοποννήσου. Ήταν το ίδιο μαχητικός στη σκληρή διαπάλη με τον οπορτουνισμό μέσα στην ίδια την ΚΕ μέχρι την οριστική ρήξη με την οπορτουνιστική ομάδα και την αποχώρησή της από την ΚΕ και το Κόμμα. Μετά την αποχώρηση των οπορτουνιστών έδωσε τη μάχη, κυρίως μέσω της εφημερίδας της ΚΕ «Ριζοσπάστης», ως υπεύθυνος του πολιτικού ρεπορτάζ. Αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη δύσκολη πορεία ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής επαναστατικής ανασυγκρότησης του Κόμματος που ακολούθησε μετά το 14ο Συνέδριο, με την ευθύνη του μέλους του ΠΓ της ΚΕ.

Παρά την ιδεολογική — πολιτική συμβολή του, ο ίδιος έλεγχε αυτοκριτικά το μερίδιο ευθύνης του στην κρίση του Κόμματος. Με την ομιλία του στο 14ο Συνέδριο καταλόγιζε στον εαυτό του ως μέλος της ΚΕ ευθύνη, γιατί αποδέχτηκε την πρόταση αντικατάστασης του σ. Φλωράκη, ΓΓ της ΚΕ, από το Γρ. Φαράκο, γιατί αποδέχτηκε τη σύνθεση της Επιτροπής Θέσεων για το 13ο Συνέδριο, ενώ ‑όπως χαρακτηριστικά έγραψε- γνώριζε “τι καπνό φούμαραν”, γιατί δεν είδε έγκαιρα ότι πίσω από “τον αριστεροδεξιό οπορτουνισμό της ομάδας Γράψα, είχε οχυρωθεί ο δεξιός οπορτουνισμός, που είχε επικεφαλής τον Γρ. Φαράκο”.

Και μια και είναι μπροστά μας η εκπόνηση της Ιστορίας του Κόμματός μας για την περίοδο 1974–1991, αξίζει να μεταφέρουμε αυτούσια τα λόγια του σ. Μάκη:

“Η μάχη ενάντια σ’ αυτή την ομάδα μάς απέσπασε όλη την προσοχή από την άλλη ομάδα. Αποδείχνοντας έτσι, ότι η επαγρύπνηση δεν ήταν αναπτυγμένη στον απαιτούμενο βαθμό. Και λέω αριστεροδεξιό οπορτουνισμό, γιατί και οι δύο, ενώ στα λόγια είχαν διαφορετική πολιτική κατεύθυνση, στην οργανωτική λειτουργία ταυτιζόντουσαν απόλυτα. Ήταν και οι δύο υπέρ της κατάργησης ουσιαστικά του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Τον τσαλαπάτησαν έμπρακτα εξάλλου, κάνοντας μια μακρόχρονη μεθοδική φραξιονιστική δουλειά.

Στη σύγκρουση με τον δεξιό αναθεωρητισμό, ενάντια στη σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΚΚΕ, υπερίσχυσε η αντίληψη που ήθελε και θέλει την αυτοτελή ύπαρξη του ΚΚΕ, τη διατήρησή του σαν κόμμα επαναστατικό. Η αντίληψη που πάλευε για την ιδεολογική — πολιτική — οργανωτική ενότητα του Κόμματος”.

Από το 15ο Συνέδριο έως και το τελευταίο το 20ο, επανεκλέγεται στην Κεντρική Επιτροπή αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων χρεώσεις όπως υπεύθυνος στο Γραφείο Τύπου και υπεύθυνος στο Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ. Ως υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου της ΚΕ απέδειξε ότι ήταν άτρωτος στις πιέσεις και στους μηχανισμούς του συστήματος κι αυτό συχνά προκάλεσε τη στοχοποίησή του σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς.

Ωστόσο, σοβαροί πολιτικοί αντίπαλοι αυτού του χώρου και με την ανακοίνωση του θανάτου του έκαναν δηλώσεις για το ήθος, την ειλικρίνεια και τη συνεισφορά του στη συνεπή εφαρμογή όσων αποφασίζονταν στις διακομματικές εκλογικές επιτροπές.

Αναμφίβολα σημαντική ήταν η συμβολή του σ. Μάκη, στην επεξεργασία της επαναστατικής στρατηγικής του Κόμματος και στη μαχητική υπεράσπιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μαζί με την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού. Ως υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας, αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος, ιδιαίτερα της έκδοσης των Δοκιμίων Ιστορίας του ΚΚΕ.

Από τη νεανική του ηλικία έως το τέλος, τον σ. Μάκη χαρακτήριζε η ικανότητα να συνδυάζει τη διανοητική με την πρακτική εργασία, ικανότητα αναπτυγμένη στις κοινωνικές συνθήκες που έζησε, στην ανάγκη να δουλέψει από μικρός, αλλά και στις διαδοχικά διαφορετικές χρεώσεις του στο Κόμμα που κάλυψαν σχεδόν όλο το φάσμα, μ’ εξαίρεση τη συνδικαλιστική χρέωση.

Διαμορφώθηκε σε ώριμο, ατσαλωμένο και ιδεολογικά-πολιτικά αναπτυγμένο στέλεχος του Κόμματος, που με ευθύτητα υπερασπιζόταν τη γνώμη του μέσα στα πλαίσια των αρχών λειτουργίας του Κόμματος.

Ιδιαίτερο χάρισμα του σ. Μάκη ήταν η πολύ καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας — άλλωστε αυτό φαίνεται στα γραπτά του, στη σαφήνεια και λιτότητα του προφορικού πολιτικού του λόγου. Ίσως και γι’ αυτό στελέχη της ΚΝΕ αλλά και του Κόμματος “κρέμονταν από τα χείλη του”, όπως είπαν χαρακτηριστικά. ‘Ηταν εξοικειωμένος με όλες τις μορφές της λογοτεχνίας, την πεζογραφία, αλλά και την ποίηση, κάτι που ίσως δεν είναι τόσο γνωστό.

Προφανώς συνέβαλαν και οι σπουδές του στη Νομική Σχολή παρ’ όλο που δεν κατέληξαν στην απόκτηση πτυχίου. Ωστόσο, δε θεωρούσε ούτε την κομματική δράση του ούτε τις οικονομικές δυσκολίες ως βασική αιτία που δεν πήρε το πτυχίο. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

“Μπορούσα, αν και ήμουν από το 1974 επαγγελματικό στέλεχος, να είχα τελειώσει. Όχι γιατί είχα σκοπό να δικηγορήσω. Ούτε μου άρεσε αυτό το επάγγελμα, ούτε είχα τέτοιες βλέψεις. Έτσι κι αλλιώς ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Όμως έπρεπε να τελειώσω, περισσότερο για λόγους ηθικής ικανοποίησης — και όχι μόνο δικής μου. Δεν το έκανα, από μια στραβή αντίληψη. Και το φέρω βαρέως…”.

Η αυστηρή πολιτική φυσιογνωμία του και ο πολύ αιχμηρός πολιτικός του λόγος συχνά εμπόδιζαν ακόμη και κοντινούς συνεργάτες του στο Κόμμα να αντιληφθούν το μεγάλο εύρος ευαισθησιών και ενδιαφερόντων του. Σε αυτά τα ενδιαφέροντα ήταν και ένα ακόμη ανεκπλήρωτο, η μελέτη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας.

Ο σ. Μάκης, πριν 20 χρόνια, τον Ιούλη του 2000 εκτίμησε για το τέλος της ζωής του:

Τώρα, που γράφω τούτο το βιογραφικό σημείωμα, συμπλήρωσα 31 χρόνια οργανωμένης δράσης, απ’ αυτά 27 ως μέλος του ΚΚΕ. Και είμαι βέβαιος, ότι σ’ αυτό το κόμμα θα με βρει και ο θάνατος. Απ’ αυτή την άποψη θεωρώ, ότι δεν υπήρχε κάτι καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω στη ζωή μου. Άρα είναι φυσικό να αισθάνομαι ευτυχής και περήφανος. Σ’ αυτά τα χρόνια δεν θυμάμαι να ξημέρωσε μέρα, που να είχα στο νου μου πρώτα κάτι άλλο και όχι το Κόμμα”.

Σύντροφε Μάκη,

Με τα χρόνια που ακολούθησαν, ξεπέρασες τα 50 χρόνια κομματικής δράσης και τα 30 συνεχή χρόνια ως μέλος της ΚΕ.

Πώς είδε αυτή σου την πορεία το νεότερο μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ, ο σ. Στρατής; Έγραψε τα εξής λόγια για σένα:

“Χωρίς εισαγωγή.
Έτσι έγραφες, έτσι δρούσες.
Κατευθείαν στην ουσία, στο στόχο, στο συμπέρασμα
στην αλήθεια.

Είτε καθοδηγούσες κάποια Οργάνωση του Κόμματος,
είτε έγραφες κάποια ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου ή κάποιο άρθρο στον Ριζοσπάστη.

Ακόμα περισσότερο, όταν έγραφες για την Ιστορία του Κόμματος,
αναζητώντας πηγές και απαντήσεις.

Χωρίς εισαγωγή.
Μα με χιούμορ, με όρεξη
με ενδιαφέρον για τη γνώμη των συντρόφων — την οποία πάντα ζητούσες,
με έγνοια για τους νεότερους.
Αυστηρός και λιτός — μα τόσο πληθωρικός
στη γνώση, στην κουβέντα, στο καλαμπούρι.

Σίγουρα, δίχως περικοκλάδες και φτιασίδια.
Μέσα στη δουλειά, με πολλή δουλειά
- γιατί η μέρα πέρασε και ο μήνας βγήκε.

Χωρίς εισαγωγή.
Μ’ έναν «επίλογο» που θα κρατήσουμε φυλαχτό και οδηγό στη δράση μας”.
Κι αυτός ο επίλογος βρίσκεται στο βιογραφικό σου, που δυστυχώς δεν πρόλαβες να το συμπληρώσεις.

Έγραψες:

«Ως το πιο σημαντικό που μου έδωσε το Κόμμα, θεωρώ ότι με βοήθησε αφάνταστα να ξεκολλήσω απόλυτα από τούτο το άθλιο σύστημα, τον καπιταλισμό που ζούμε. Και πιστεύω ότι όσον αφορά τη γενική τάση της ζωής, δεν έχουμε τίποτα άλλο να μάθουμε. Τα μάθαμε όλα στο Κόμμα. Μας μένει μόνο να υλοποιήσουμε το όραμα που θα την κάνει καλύτερη».

Γι’ αυτή τη ζωή αγωνίστηκες, μπόρεσες μαζί με τη συντρόφισσά σου στη ζωή και στο Κόμμα Κατερίνα, να μεταλαμπαδεύσεις το κομμουνιστικό ιδανικό στα παιδιά σου Νίκο και Ελένη, ευτύχησες να τους ζεις και ως συντρόφους στο Κόμμα.

Η ΚΕ εκφράζει τα πιο θερμά συλλυπητήρια στη συντρόφισσα Κατερίνα, στους συντρόφους μας Νίκο και Ελένη, στα εγγόνια σου που θα σ’ έχουν στην καρδιά και στη μνήμη τους με περηφάνια, στους άλλους συγγενείς και οικείους σου.

Σ. Μάκη δεν έγραψες μόνο Ιστορία, πέρασες στην Ιστορία του ΚΚΕ.
Θα σε θυμόμαστε ως επαναστατική ηρεμία και επαναστατική καταιγίδα μαζί, θα μείνεις αθάνατος στην Ιστορία του ΚΚΕ και της ταξικής πάλης στην Ελλάδα