Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σώτη Τριανταφύλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σώτη Τριανταφύλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Ιουνίου 2023

Η Σώτη ξαναχτύπησε _Μον Ντιέ! “Κομμουνισταί” σε συναυλία συμφωνικής!

Παλιά μας γνώριμη, με γερή πένα _πάνω από 60 βιβλία και δοκίμια (μεταξύ αυτών 5 για παιδιά) που ξεχωρίζει για την –άλλοτε συγκαλυμμένη άλλοτε απροκάλυπτη προπαγάνδα των πιο σκοτεινών εποχών της ανθρωπότητας, που θα τη ζήλευε και ο Γκαίμπελς.
Η Σώτη Τριανταφύλλου «από πάντα» υπήρξε συγγραφέας των πιο φρικτών και επικίνδυνων αντικομμουνιστικών λίβελων. Επικίνδυνων, αφού προτρέπει ουσιαστικά στο με κάθε μέσο τσάκισμα των κομμουνιστών, όλων των εργαζομένων που αγωνίζονται ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου, ενάντια στο ίδιο το κεφάλαιο ως την κατάργησή του. Το μόνο που δε λέει ανοιχτά, προκειμένου να υπερασπίσει τον καπιταλισμό από τους «αιμοσταγείς» κατά τη γνώμη και την κρίση της κομμουνιστές (εδώ το ψέμα και η χιτλερική προπαγάνδα ξεπερνούν σε φαντασία και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία), που θέλουν ένα «σοβιετικού τύπου σύστημα» που το ταυτίζει με τη «δεξιά των τρικύκλων», δηλαδή με το κράτος και παρακράτος που δολοφονεί, είναι το «θάνατος στους κομμουνιστές».
Θιασώτης της κοινωνίας της «Ιεράς Εξέτασης» - ή πιο σωστά του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, που η αντίδρασή του δεν έχει πάτο - η δημοσιολόγος. Πολέμους κάνει, λαούς δολοφονεί. Το σύστημα που δολοφονεί λαούς υπερασπίζεται και η συγκεκριμένη, στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης _δηλώνοντας «από πεποίθηση …σοσιαλίστρια», των κομμάτων της, της ΕΕ, αλλά η ίδια την προάγει ένθερμα για να αθωώσει το φασισμό και να στοχοποιήσει τον κομμουνισμό και τους κομμουνιστές.

Ο ωμός αντικομμουνισμός πάντα συνόδευε την πιο ανελέητη επίθεση του κεφαλαίου στους λαούς. Έτσι και τώρα _μπροστά στις εκλογές. Φοβούνται το λαό γι' αυτό λύσσαξαν με το ΚΚΕ _Σύριζα και οι “Όλοι_Μαζί_Μπορούμε”. Τα μέτρα - όλεθρος που εφαρμόζουν και θα εφαρμόζουν –να δεις τι σου χω για μετά… δε σώζουν την πατρίδα, αλλά το κεφάλαιο και τα κέρδη. Με θύματα την εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Σοστακόβιτς, ΕΣΣΔ Ρωσία
__και …
πάσης Ελλάδος

Η Σώτη Τριανταφύλλου, ψάχνοντας ευκαιρία να ξεσπαθώσει κατά του ΚΚΕ, την ανακάλυψε τελικά ακόμη και στην παρουσία στελεχών του Κόμματος στην πρώτη πανελλήνια εκτέλεση της 3ης Συμφωνίας (της Πρωτομαγιάς) του Ντ. Σοστακόβιτς, που πραγματοποιήθηκε στις 25 Μάη στο Θέατρο «Ολύμπια», με γελοιότητες όμως, που δεν είναι καθόλου «αθώες»…

Σε άρθρο της στα “Νέα Σαββατοκύριακο 10-11_Ιούνη”, «αποκαλύπτει» ότι οι «ΚΚΕδες» πήγαν να ακούσουν Σοστακόβιτς, διότι είναι «ρωσόφιλοι» και μάλιστα από την εποχή …των Ορλώφ, δλδ τουλάχιστον από το 1770 (!!) και διότι έχουν «άγνοια της Ιστορίας και την παραχαράσσουν».

Η Σώτη, με διατυπώσεις όπως ότι το ΚΚΕ συγχέει τη Ρωσία με τη Σοβιετική Ένωση, ή ότι «οι Κουκουέδες θεωρούν τους Ρώσους συμπατριώτες τους», επιχειρεί να αποδείξει πως το ΚΚΕ είναι φίλα προσκείμενο στη Ρωσία του Πούτιν, αν όχι και «πρακτορείο» των συμφερόντων της στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο της Ουκρανίας. Φυσικά δεν μπορεί να μη γνωρίζει τις θέσεις του ΚΚΕ για τον Ρωσο-ΝΑΤΟικό πόλεμο στην Ουκρανία, όπως και για τον ρόλο του Πούτιν στις ανατροπές του σοσιαλισμού και στην εδραίωση του καπιταλισμού στη Ρωσία.

Όμως αυτά είναι ψιλά γράμματα μπροστά στον ζήλο της να στηρίξει τη βρώμικη προπαγάνδα των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, ότι όποιος δεν είναι μαζί τους είναι με τον εχθρό. Αλήθεια, σε τι διαφέρει η τοποθέτηση της Σ. Τ. από τις άθλιες δικαιολογίες των αστικών κυβερνήσεων του παρελθόντος, για τους άγριους διωγμούς κατά των κομμουνιστών;

Όσο για τον Σοστακόβιτς, καλύτερα να μην τον πιάνει στο στόμα της, γιατί στο όνομα της υπεράσπισής του «λερώνει» το όνομά του, παρουσιάζοντάς τον σαν ένα κακόμοιρο, συμβιβασμένο ανθρωπάκι, θύμα και έρμαιο μιας απολυταρχικής εξουσίας. Φυσικά ξέρουμε ποιος είναι ο στόχος της, όπως και όλων εκείνων που αναμασά τα λόγια τους. Να αποσυνδεθεί το μεγαλειώδες έργο του συνθέτη από την κομμουνιστική ιδεολογία του, για να μπορεί να «πωλείται» καθαρό, χωρίς να θυμίζει τίποτα από τη σοσιαλιστική κοινωνία στην οποία γεννήθηκε και άνθισε

Δείτε 872 ηρωικές μέρες

Προς μεγάλη της δυσαρέσκεια, μάλιστα, πληροφορούμε την κυρία Σώτη ότι το ΚΚΕ μαζί με «Ρώσους» απολαμβάνει «Αυστριακούς», «Γερμανούς», «Ιταλούς», «Γάλλους», «Πολωνούς», «Αμερικανούς» και άλλους συνθέτες, και ότι κανέναν δημιουργό που άντλησε την έμπνευσή του από τον λαό δεν θα τον χαρίσει στην αστική τάξη και στους απολογητές της.

Γ. Μ.
Ριζοσπάστης

Ελένη Γερασιμίδου,
κόρη της συνονόματής σας_
κατά σύμπτωση _Σωτηρίας

👉 Αξιότιμη κυρία Τριανταφύλλου

Η μαμά μου είχε βγάλει μόνο το δημοτικό, το 1940. Στα 24 χρόνια της, έχοντας ήδη 3 παιδιά, βγήκε στη δουλειά. Καθάριζε σπίτια Αμερικάνων και Γερμανών στο Πανόραμα της Σαλονίκης.

🔻 Αγαπούσε τα Γράμματα και τις Καλές Τέχνες. Μιλούσε δυο γλώσσες,όχι τσάτρα-πάτρα, κανονικά με ανάγνωση και γραφή. Δυστυχώς δεν έμαθε ποτέ ρωσικά παρόλο που η γιαγιά μου ήρθε από τη Ρωσία αλλά δεν είχε καιρό για διδασκαλίες. Έκτιζε μόνη της σπίτι για τα παιδιά της.

🔻 Όπως όλοι άνθρωποι της βιοπάλης, και με ταξική συνείδηση αποκτημένη από την προσφυγιά και τη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, η ΕΠΟΝίτισσα μαμά μου έμαθε ν’ αγαπάει το καλό βιβλίο. Διάβαζε Σικελιανό και Παλαμά κι άκουγε Κλασική μουσική. Ήξερε όλες τις όπερες, που εγώ βαριόμουνα, και τις βιογραφίες των μεγάλων δημιουργών χωρίς να εξετάζει την εθνικότητά τους. Και όλα αυτά επειδή ήταν κομμουνίστρια και αγαπούσε την Ομορφιά για την οποία πάλευε.

Γιατί σας έκανε τόση εντύπωση που οι κομμουνιστές βρέθηκαν για να χαρούν τις δημιουργίες του Σοστακόβιτς; Πρώτη φορά είναι; Ξέρετε ποιοι πάνε στο θέατρο ανελλιπώς, ποιοι τιμάνε τους εν ζωή μεγάλους δημιουργούς…

🔷🔴 Εμείς λοιπόν, κυρία Σώτη μου, είμαστε περήφανοι για τον Πολιτισμό μας και δεν έχουμε λόγο να διαχωρίζουμε τα Μεγάλα Έργα ανάλογα με την καταγωγή τους αλλά με την προσφορά τους στην πνευματική καλλιέργεια της Ανθρωπότητας.

Ελένη Γερασιμίδου, κόρη της συνονόματής σας -κατά σύμπτωση- Σωτηρίας Γερασιμίδου, που αυτομορφώθηκε παλεύοντας για μια καλύτερη ζωή, όπως πολλές της γενιάς της και των επόμενων γενιών που επιμένουν για το Δίκιο και την Ομορφιά της Ζωής.         

Ο Γκαίμπελς ωχριά μπροστά της

«Αυτός ο εκ πρώτης όψεως αλλόκοτος συνδυασμός αποτελείται από στοιχεία δύο παραδοσιακών χώρων εχθρικών μεταξύ τους στην πραγματικότητα, το ήθος της παλιάς, σκληρής δεξιάς - ο τραμπουκισμός, η έλλειψη ανθρωπιστικού πνεύματος, η αμορφωσιά, η στενοκεφαλιά, ο πουριτανισμός, ο φανατισμός, η λατρεία των αρχηγών και της εξουσίας - έχει μεταδοθεί στην αριστερά σε απολίτιστους υποστηρικτές ενός τύπου σοβιετικού συστήματος όπου ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα καινούργιο φαινόμενο παραμόρφωσης. Η κάποτε κατατρεγμένη αριστερά απέδιδε τις παραμορφώσεις της στο "εχθρικό καπιταλιστικό περιβάλλον" και υποσχόταν έναν καλύτερο κόσμο δικαιοσύνης, ειρήνης και ισότητας. Σήμερα, όπου οι κομουνιστικές ομάδες είναι νόμιμες και δεν διαθέτουν πια το φωτοστέφανο του ηρωισμού που δημιουργεί επιείκεια έναντι των παραμορφώσεων, η αριστερά έχει γίνει σαν την παλιά, σκληρή δεξιά: δηλαδή κάτι σαν το εγχώριο παρακράτος. Και ναι μεν δεν δολοφονεί πολιτικούς με τρίκυκλα, είναι όμως έτοιμη για αίμα - το επιζητεί μάλιστα. Χρειάζεται νεκρούς ήρωες, θύματα του συστήματος. Και επειδή στη σημερινή εποχή δεν τίθεται ζήτημα θεσμοθετημένων εκτελέσεων, το αίμα πρέπει να χυθεί στο δρόμο.

Το γεγονός ότι "δεξιοί" και "αριστεροί" κατεβαίνουν στις ίδιες διαδηλώσεις επιβεβαιώνει τη συγγένεια μεταξύ των πολιτικών άκρων. Δεν είναι "φασίστες" με την παραδοσιακή έννοια: συχνά είναι σοσιαλφασίστες και χούλιγκανς».

Σώτη Τριανταφύλλου στον «Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής», 24-Ιούλη-2011.

Το ψέμα και η σαπίλα της προπαγάνδας του βούρκου των κεφαλαιοκρατών γίνεται άκρως επικίνδυνη και τρομοκρατική για το λαό προκειμένου να τον αναγκάσουν να αποδεχτεί τη σφαγή μέσω των μέτρων, και την πολιτική που τον ρίχνει στον καιάδα της εξαθλίωσης. Δεν μπορούν αλλιώς να επιβάλουν τη χωρίς όρια βαρβαρότητα των μέτρων σωτηρίας του κεφαλαίου και του συστήματός τους, από κοινού κυβέρνηση - ΕΕ - ΔΝΤ - …

 “Ακραίο” είναι το σύστημά τους

«Για χρόνια οι παραστρατιωτικοί ναζί και κομμουνιστές συγκρούονταν ανελέητα στους δρόμους και στις πλατείες (...). Ακόμα και τα εμβατήριά τους έμοιαζαν τραγικά (...) Τελικά οι ναζί επικράτησαν και ανέβηκαν στην εξουσία (1933). Αλλά κοινό θύμα και των δύο ήταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Λόγια σαν κι αυτά γράφηκαν, με αφορμή την ολοκλήρωση της δίκης της ΧΑ και την καταδικαστική απόφαση. Αναλύσεις που θυμίζουν παρόμοια πονήματα γύρω από τη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», την περίοδο 2011 - 2015, όταν ήρθαν οι χρυσαυγίτες στο προσκήνιο, είτε με τη στήριξη είτε με την ανοχή κρατικών μηχανισμών, οικονομικών συμφερόντων, ΜΜΕ και πολιτικών δυνάμεων.

Λόγια που συνοδεύονται από ένα προκλητικό λιβάνισμα της θεωρίας των «δύο άκρων», της εξίσωσης φασισμού - κομμουνισμού, που αποτελεί το επίσημο δόγμα της ΕΕ. Η Σώτη Τριανταφύλλου, «ειδήμων» επί του θέματος, γίνεται όλο και πιο ...τολμηρή, φτάνοντας να ανακαλύπτει στην «ελληνική αριστερά» την πηγή του κακού με τη ΧΑ: «Η ελληνική αριστερά ευνόησε τη Χρυσή Αυγή με το να της προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα από όση είχε (!) Με το να ασχολείται εμμονικά με ένα μάτσο ψυχοπαθείς», αναφέρει, προκαλώντας ανοιχτά τα θύματα των φασιστοειδών…

10 Μάρτη 2005

Πρόσεχε τι ... στρίβεις

«"Καλοκαιριάτικο πρωινό στη Ζυρίχη. Κατεβήκαμε στη λίμνη και ταΐσαμε τις πάπιες. Στο παγκάκι της όχθης στρίψαμε ένα τσιγάρο: Κουρδικό χασίς. Οι Κούρδοι ασχολούνται τώρα με τις καλλιέργειες (...)".

Έτσι περιέγραφε προχτές στην "Ελευθεροτυπία" ένα τυπικό πρωινό της η κυρία Σώτη Τριανταφύλλου. Η οποία, εκτός από λογοτέχνης, είναι και "Αριστερή" (...). Αντί άλλης απόδειξης περί του "Αριστερού" του πράγματος, αρκεί η αναφορά της για την καταγωγή του χασίς που επιλέγει (κουρδικό). Επιλογή, που προφανώς έχει γίνει με ατράνταχτα ιδεολογικά κριτήρια, που εκκινούν από την επίδραση που ασκεί στην κυρία ο αγώνας των Κούρδων για ελευθερία. Μια "Αριστερή" ξέρει πάντα από πού ψωνίζει.

Εμείς, από την άλλη, δογματικοί, κολλημένοι, απροσάρμοστοι κλπ., καθώς είμαστε, πού να καταλάβουμε μια τόσο "προχωρημένη" κυρία και, κυρίως, να αντιληφθούμε ότι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της καθημερινότητας ενός ανθρώπου, που θέλει να το μοιραστεί με μερικές χιλιάδες αναγνώστες, είναι η μάρκα της φούντας που φουμάρει, καθώς ταΐζει τις πάπιες στη Ζυρίχη. Αυτά, όπως φαίνεται, είναι πράγματα που μόνον άμα είσαι ...ελβετόψυχος (και "Αριστερός") μπορείς να τα νιώσεις».

Βλέπετε, η κυρία Τριανταφύλλου, εκτός από ειδικές γνώσεις για την καλλιέργεια του «τρίφυλλου», έχει και βαθιές ιστορικές γνώσεις. Εκεί, λοιπόν, που χαιρόταν το «τσιγάρο» της (ταΐζοντας προφανώς τις πάπιες της Ζυρίχης), έφτιαξε και ένα κείμενο που έπεσε στα χέρια μας, στο οποίο, μεταξύ άλλων, εξυμνεί το γεγονός ότι «ευτυχώς ηττήθηκε ο Δημοκρατικός Στρατός» και ότι ως Ελλάδα «τη γλιτώσαμε από τον Στάλιν» και από το «εγκληματικό και τυφλό ΚΚΕ».

Δεδομένου ότι υπολειπόμεθα του βάθους (αμέτρητον) της πολιτικής και ιστορικής σκέψης της κυρίας, θα περιοριστούμε στη φυσιολατρική επισήμανση ότι αυτόν τον καιρό το Ιρακινό Κουρδιστάν βρίσκεται στα χέρια των ΗΠΑ. Επομένως, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί για την ποιότητα του χασίς που παράγεται στην εν λόγω περιοχή. Στοιχείο, που θα παρακαλούσαμε να το λάβει υπόψη της η κυρία Τριανταφύλλου, καθώς θα ήταν κρίμα ένα τέτοιο μυαλό να πάει στράφι από «χαλασμένο πράμα»...

Άλλο Σώτη, άλλο Sotis...

Η κυρία Σώτη Τριανταφύλλου είναι λογοτέχνης (με τον Sotis Βολάνης, ουδεμία σχέση).

Η κυρία Σώτη Τριανταφύλλου δήλωσε ότι: «Ο σύγχρονος Έλληνας, αποβλακωμένος από την τηλεόραση, ακριβώς όπως στη δεκαετία του '70 μου φαινόταν αποβλακωμένος από την παραδοσιακή Αριστερά _το ΚΚΕ εννοώ»...

Η κυρία Σώτη Τριανταφύλλου, που είναι λογοτέχνης, δεν έχει γράψει το βιβλίο: «Γιατί οι έξυπνοι άνθρωποι μπορούν να είναι τόσο βλάκες» (σσ: αυτό το έχει γράψει ο Ρ. Στέρνμπεργκ _ρίξτε μια ματιά).
Η κυρία, που είναι λογοτέχνης, και όχι «ούφο», αντιλαμβάνεται τα πράγματα και σήμερα (έτσι... «μου φαίνεται») με την ίδια... ευφυΐα, που τα αντιλαμβανόταν και τη δεκαετία του '70.

Για την αγάπη της γεωμετρίας

Κεντρική ηρωίδα είναι (υποτίθεται) η Σώτη ως Ανατολή Μπότσαρη που μεγαλώνει σε μια μεσοαστική οικογένεια στο κέντρο της Αθήνας... Μια οικογένεια συνηθισμένη - ίσως όχι και τόσο... 1971, 1972, 1973... 1990, 1999... Τα γεγονότα: ένας εφηβικός έρωτας, μια εγκατάλειψη, μια ακόμα εγκατάλειψη, δυο αποτυχίες απανωτές ύστερα, αρρώστιες, αναρρώσεις: να γονατίζεις εφτά φορές και να σηκώνεσαι οχτώ... Ίσως και να μη σηκώνεσαι την όγδοη... Ακολουθεί μια αυτοκτονία, ο συνηθισμένος εφιάλτης του εγκλεισμού πριν απ' αυτά, ταπεινώσεις, απώλειες, συμβιβασμοί. Το πικρότατο χρονικό της νιότης… αυτό που ίσως ήθελε να είναι και δεν τα κατάφερε (άβυσσος η ψηχή…)

Το έργο διαθέτει προσεκτικά χτισμένους _ανύπαρκτους χαρακτήρες (ο μονίμως έξαλλος πατέρας, ο οργανωμένος κομμουνιστής Μιχάλης, ο αδιόρθωτα ερωτευμένος αλλά πάντοτε αμφίθυμος και διστακτικός Παύλος) και στηρίζεται σε μια πυκνή δράση, η οποία βασίζεται με τη σειρά της στις συνεχείς χρονικές αναδρομές και σε μια διπλής κοπής (πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη) αφήγηση.

Διαβάζεται ευχάριστα, αρκεί να μπορείς να φιλτράρεις και να μην οδηγηθείς στα μονοπάτια της Σώτης, όπου με το λεπταίσθητο δράμα της (εκεί αποκτά όλη του την ένταση ο ρυθμός της εξιστόρησης του χαλασμένου βίου της και παίρνει σάρκα και οστά ο ψυχισμός των προσώπων που την περιβάλλουν), παρακολουθώντας την “Ανατολή” ένα πρόσωπο που αγωνίζεται να γεμίσει τον κόσμο του με την αρμονία της μουσικής και των μαθηματικών (μια καθαρώς υπαρξιακή εκδοχή “μαθηματικού” μυθιστορήματος), ζώντας σε μια πραγματικότητα η οποία ετοιμάζεται να καταρρεύσει τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, εφόσον δεν θα αποκτήσει ποτέ (ό,τι κι αν μεσολαβήσει ή αν παρεμβληθεί) την οιαδήποτε συνοχή και ενότητα, όπως και ο έρωτας της με τον Παύλο (όλο και πιο σκιώδης -μελαγχολικός, προαναγγέλλοντας υπόκωφα το πικρό του τέλος, δίχως την παραμικρή αμφιβολία, η μεγαλύτερη επιτυχία και το ισχυρότερο ατού του βιβλίου)

Η οπτική της αριστεράς
παραμένει
υπεραπλουστευτική
και μισαλλόδοξη

– Ο αντιαμερικανικός της ελληνικής κοινωνίας είναι απότοκος του Εμφυλίου Πολέμου και του Σχεδίου Μάρσαλ… Κυρίως, το αντιUSA ― δλδ το συνολικό αίσθημα απώθησης και απόρριψης των ΗΠΑ― είναι αποτέλεσμα λαϊκού εθνικισμού και αριστερής προπαγάνδας.

Ως πολιτική στάση, προηγείται του Εμφυλίου διότι προπολεμικά ταυτιζόταν (όπως σε μεγάλο βαθμό και τώρα) με τον αντικαπιταλισμό. Από τότε που ο κόσμος χωρίστηκε σε δυο οικονομικοκοινωνικά συστήματα, οι φίλοι του σοσιαλισμού έγιναν εχθροί των ΗΠΑ. Στη συνέχεια, με τους πολέμους δια πληρεξουσίου και τις στρατιωτικές επεμβάσεις σε πολλά σημεία του κόσμου ―οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αποτυχημένες ως προς τις αρχικές προθέσεις― οι εχθροί πολλαπλασιάστηκαν. Η προπαγάνδα συμπληρώνει και εντείνει μια ήδη υπάρχουσα πραγματικότητα καθώς και μια ιστορική αφήγηση: οι περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν ότι στον εμφύλιο πόλεμο ο Δημοκρατικός Στρατός ηττήθηκε επειδή οι Αγγλοαμερικανοί επενέβησαν υπέρ του κυβερνητικού. Πράγματι έπαιξαν ρόλο ―ευλόγως― αλλά δεν ήταν αυτός ο αποφασιστικός παράγοντας της έκβασης του πολέμου.
Όχι ότι το ΚΚΕ θα «συμφιλιωνόταν» ποτέΤο ΚΚΕ δεν συμφιλιώνεται ούτε με τον ίδιο του τον εαυτό. Ο αντιαμερικανισμός ήταν λοιπόν ένα εργαλείο: έδειχνε ποιος φταίει για τα βάσανά μας. Και παραλλήλως, περιέγραφε ποια κοινωνία ―απάνθρωπη και ελευθεριάζουσα― δεν έπρεπε να θέλουμε για τον εαυτό μας. Η «ελληνική κοινωνία» βρισκόταν τότε μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο και πίστευε σε παραμύθια. Παρά τα περιβόητα fake news, στην εποχή μας διαθέτουμε περισσότερους τρόπους επαλήθευσης και διάψευσης.
– Είναι σωστό να λέμε «της ελληνικής κοινωνίας» ή πρέπει να το περιορίσουμε σε μια συγκεκριμένη μερίδα της; Φερ’ ειπείν αυτή που βρίσκεται στην «αριστερή» όχθη.
_Τα ίδια θλιβερά πάθη διατρέχουν το σώμα ολόκληρης της κοινωνίας. Δεξιός εθνικισμός, πουριτανισμός και πατρογονολατρία από μια πλευρά · λεβεντοπατριωτισμός από την άλλη. Ο αντιαμερικανισμός είναι, εν πολλοίς, φθόνος, φθόνος του μεγέθους και της επιτυχίας. Size matters. Όπως και ο αντισημιτισμός. Οι αντισημίτες λυσσάνε ανά τους αιώνες γιατί οι Εβραίοι διαπρέπουν. Αλλά για τον αντισημιτισμό χρησιμοποιούμε άλλο όνομα ―αντισιωνισμός― και ξεμπερδεύουμε. Στην πραγματικότητα, κάτι παρόμοιο κάνουμε με τον αντιαμερικανισμό: λέμε «αντι-ιμπεριαλισμός» κι έτσι παίρνουμε θέση στα έδρανα των Καλών. Τα θλιβερά πάθη ―όπως ο αντιαμερικανισμός― πλήττουν περισσότερο το υποκείμενο από ό,τι το αντικείμενο. Έχουμε πολλά να μάθουμε

– Άλλο παράδοξο: επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ ο αμερικανικός παράγοντας έχει εξελιχθεί σε φίλια δύναμη. Ποιος το περίμενε αυτό, άραγε; Έχω γράψει, αν θυμάμαι καλά, τρία αρθρίδια υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ: ένα για τη συνάντηση του κ. Τσίπρα με τον Ματέο Ρέντσι, ένα για τη στάση του απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και ένα ακόμη για τη συμφωνία των Πρεσπών. Έχω μια ιδέα για το πού στηρίζεται αυτή η μετριοπαθής πολιτική που ευτυχώς εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν έπαψε να τσιρίζει στην αντιπολίτευση, αλλά η ψυχαναλυτική ερμηνεία δεν έχει πρακτική σημασία. Σημασία έχει ότι, παρά τις τρέλες, δεν κάναμε ρήξεις με τις ευρωπαϊκές και γενικότερα με τις δυτικές χώρες. Χρειαζόμαστε όλους τους φίλους που μπορούμε να αποκτήσουμε.
– Τελικά, ο μέσος Έλληνας τι ονειρεύεται; Μήπως έναν πατερούλη Πούτιν που θα κατατροπώσει τους «κακούς» Αμερικανούς; Κατά κάποιον τρόπο, NAI! λόγω της παλιάς σοβιετοφιλίας από τη μια πλευρά και της ορθοδοξίας από την άλλη. Παραλλήλως, έχω την υποψία ότι πολλοί Έλληνες βλέπουνόπως ο Αλέξης Τσίπρας, στον Τραμπ και στην Αμερική γενικότερα, έναν όχι και τόσο αντιπαθητικό μπαγασάκο. Όχι πατερούλη, αλλά φιλαράκι. Ένα από τα στοιχεία του επιλεγόμενου λαϊκισμού ―το έχουμε παρακάνει με τη χρήση αυτού του όρου― είναι ότι οι λαϊκιστές έχουν τα ίδια μούτρα μ’ εμάς. Ή χειρότερα. Κι αυτό κάνει τον λαό να νιώθει άνετα· τον καθησυχάζει.

Όλη η Αριστερά απορρέει από το ΚΚΕ: κόμμα του εμφυλίου πολέμου και της χωριατιάς με δεδηλωμένο όραμα δικτατορίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ψευτο-νεανικό_μαϊμού ΚΚΕ που μπορεί να προσελκύσει με θρασύ ύφος την εύπιστη νεολαία. Καλλιεργεί την τεμπελιά και τη μετριότητα, την ήσσονα προσπάθεια.

Αυτή είναι η αριστερά σήμερα. Αλλά δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση: Είμαστε η χώρα όπου το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου εξύμνησαν ό,τι πιο χυδαίο υπήρχε στο κοινωνικό σώμα· όπου οι περισσότεροι Έλληνες χειροκροτούσαν τη 17η Νοέμβρη κι όπου πολλοί πιστεύουν ακόμα ότι –άκουσον, άκουσον αν ο ΕΛΑΣ είχε νικήσει στον εμφύλιο θα ήμασταν καλύτερα.

Χρειαζόμαστε πολιτικούς που να είναι καλύτεροι από τον μέσο Έλληνα. Οι καλές ηγεσίες δεν είναι αντανακλάσεις του μέσου όρου. Δεν έχω ξεκαθαρίσει τις διαφορές μεταξύ των δύο Τσίπρα-Ανδρουλάκη αυτών κομμάτων: πιστεύω ότι μέχρι το τέλος της ηγεσίας της Φώφης Γεννηματά είχαν μια κοινή περιοχή και πολλές επικαλύψεις. Θα δούμε πού θα οδηγήσει το κόμμα του ο κ. Ανδρουλάκης και τι είδους συμμαχίες θα συνάψει. Για τον Τσίπρα πορεία προδιαγεγραμμένη

Όταν η Σύγχρονη Εποχή
εξέδιδε ένα βιβλίο της Σώτης…

Το πραγματικά δύσκολο είναι να κάνεις τη Σώτη να ντραπεί, το να την σχολιάσεις της δίνει πόντους (όπως λέει ο λαός μας “την\τον φτύνουν και νομίζει πως είναι ψιχάλα”.

Υπάρχει μια λεπτομέρεια από το σκοτεινό παρελθόν της που η ίδια προσπαθεί να ξεχάσει -πιο έντονα από ό,τι εμείς το παρόν της. Ένα ένοχο “μυστικό”, που το μισεί γιατί το αγαπά αντεστραμμένα κι αυτό εξηγεί τα τωρινά της γραπτά παραληρήματα στην Athens Voice, (του στιλ «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι», για να μην πιάσουμε τους λίβελούς της ενάντια σε κάθε τι συλλογικό και λαϊκό και προφανώς ενάντια στους κομμουνιστές).

Τη δεκαετία του ΄80, η Σώτη (όπως και πολλοί όμοιοί της) ήταν κοντά στο Κόμμα (αυτή μόνο σε κάποιες πολιτιστικές του δραστηριότητες, στη συντακτική ομάδα του Οδηγητή). Και το -κάθε άλλο παρά σωτήριο- 1990, η Σύγχρονη Εποχή είχε εκδώσει μάλιστα και ένα από τα πρώτα βιβλία της…

Το βιβλίο “Κινηματογραφημένες πόλεις” είναι αυτό που λέει ο τίτλος του, κι ήταν -χρονικά και σημειολογικά- σα μια μικρή εισαγωγή στις δραματικές εξελίξεις που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα αποτελεί ένα ταξίδι στον κόσμο του ακατανόητου, όπου τίποτα δεν έχει νόημα, αν δε διατυπωθεί έτσι, ώστε να μη βγάζει νόημα, για να φαίνεται πως είναι πολύ βαθύ και καλά κρυμμένο.

Όπως θα έλεγε κι ο Χαρρυκλυννικός Αρτέμης -που κι αυτός δικός μας ήταν τότε:
Πω-πω νόημα. Πολύ νόημα! Άμα δεν προσέξεις, το έχασες…

Για του λόγου το ασφαλές, ακολουθεί ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το βιβλίο -που δεν είναι απαραίτητα το πιο… μπουρδουκλωμένο.

Το Λονδίνο του Μπλόου απ (1966) είναι μια πόλη σιωπής, που διασχίζεται από το θόρυβο μιας εξάτμισης και το τραγούδι των Γιάρντμπερντς. Το “γλεντζέδικο” Λονδίνο της δεκαετίας του 60′ είναι μια γαλάζια έρημος, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι τύχης για τον Άνθρωπο της Εικόνας. Ο Τόμας (Ντέιβιντ Χίγκινς) αντιπροσωπεύει τον εαυτό του σε ένα πλαίσιο, όπου ο καθένας αποτελεί μια μονάδα: στην πόλη του Αντονιόνι, απουσιάζει το πλήθος, μαζί με τις συλλογικές αξίες και τις συλλογικές αγωνίες. Σε μια εποχή μπλητλμανίας, όπου η Ντάρλινγκ (Τζον Σλέσινγκερ, 1965) οδηγεί χωρίς δίπλωμα μέσα στη λονδρέζικη νύχτα, ο Τόμας απολαμβάνει τη μοναχική του εμπειρία, μια εμπειρία χρωματική. Το Λονδίνο είναι ένα καλειδοσκόπιο, η γονιμότερη πόλη της δεκαετίας, ένα χωράφι με φράουλες, φωτογραφημένο ψυχρά από τον Κάρλο Ντι Πάλμα. Όπως η Κίνα, το Μπλόου απ μοιάζει με ένα μάτι που παρακολουθεί χωρίς να επεμβαίνει την κατάδυση του Τόμας στην αλήθεια, την αλήθεια που μεγενθύνεται (sic) χωρίς νόημα, χωρίς οικουμενική αξία και γι’ αυτό ανατρεπτική, πρόσκαιρη κι επικίνδυνη. Ούτε το Λονδίνο του Τόμι Στηλ, ούτε το Λονδίνο του Ρίτσαρντ Χάμιλτον (“τρομακτικό Λονδίνο 67′” (1968-69), λάδι σε μουσαμά και μεταξοτυπία, Γκαλερί Τέιτ), ούτε το Λονδίνο των ευτυχισμένων μονάδων που ξετυλίγουν την αυτάρκειά τους σε ένα χώρο που ξεχειλίζει από κρυμμένους θησαυρούς: κι ο Τόμας ερωτεύεται μια παλιά προπέλα.

Ο έρωτας λείπει απ’ αυτή την πόλη, όπως κι η συνείδηση του παρόντος, ο φόβος του μέλλοντος, η ανάμνηση του παρελθόντος: ο Τόμας κατασκοπεύει τις ζωές των άλλων, όχι σαν τον Peeping Tom  (ήρωας της ομώνυμης ταινίας του Μάικλ Πάουελ, 1959) αλλά σαν τον ζαβολιάρη στο πόκερ, παίκτης ο ίδιος πάνω στο πράσινο τραπέζι της πόλης. Όπως στην Περιπέτεια (1959) τη Νύχτα (1960) και την Έκλειψη (1962), ο χώρος είναι αφηρημένος, γραμμικός, συμμετρικός, διαφανής: ένας κυβιστικός πίνακας, που πάλλεται, αλλάζοντας ρυθμούς, φιλοξενώντας -αφιλόξενα- ανθρώπους χαμένους σε ένα μακρυνό διάστημα. Τίποτα δε φέρει τη σφραγίδα της γραφικότητας, τη χαρούμενη κραυγή των γίπις και τα κομμάτια του ψυχεδελικού ονείρου των ημερών: ο Αντονιόνι διαλέγει το φως της αυγής, το φως του πάρκου, το φως του νάιτ κλαμπ.

Το φως μιας πόλης διψασμένης για φως. Όταν ο ήλιος βγαίνει, οι Λονδρέζοι ξεχύνονται με τους χαρταετούς στο Χάιντ Παρκ: όχι στο Μπλόου απ. Στο Μπλόου απ, η ζωή δεν ταυτίζεται με τη στέρηση και την ικανοποίηση της στέρησης, αλλά με το περιττό, με αυτό που δεν αλλάζει σε τίποτα τα πράγματα. Το Λονδίνο, όπως και το Λος Άντζελες στο Ζαμπρίσκι Πόιντ (1968) είναι χώρος για άτομα -που δεν τέμνονται και δεν ματώνουν: φιγούρες γεωμετρικές, διαλυμένες στο φάσμα του φωτός, εκούσια τοποθετημένες σε ένα μωσαϊκό από σχέδια, απαλλαγμένο από το φορτίο της ποπ κουλτούρας. Ο Αντονιόνι κινηματογραφεί την απλοποιημένη ψυχολογία των αστών κι όχι τη γραφικότητα του ντεκόρ: στο Λονδίνο της έξαψης υπάρχει αμηχανία, απουσία συναισθημάτων και τεμπελιά -υπάρχει το περίγραμμα της γυναίκας του Μάρσαλ Ράις (“πέρυσι το καλοκαίρι”, 1963) αλλά δεν υπάρχει ούτε γυναίκα, ούτε καλοκαίρι. Επιτέλους μια πόλης χωρίς οικολογικούς προβληματισμούς, χωρίς τη σημειολογία του βαθμού μηδέν, χωρίς τις μάχες των φύλων και των φυλών: μια πόλη όπου όλα λείπουν σαν σε διακοπές. Αν η ποπ αρτ του Ράουσενμπεργκ πίστευε πως θα βρει στο Μπλόου απ τη φιλμική της έκφραση, έχασε το στοίχημα:τα σύμβολα της σύγχρονης ζωής βρίσκονται βαθειά μέσα στους ήρωες.

Το σεξ, τα ναρκωτικά και το ροκ’ ν’ ρολ είναι χόμπι και δημοσιογραφικές επινοήσεις: ο Τόμας δεν καταναλώνει εικόνα, δημιουργεί εικόνα -όλα τα άλλα είναι ατυχήματα. Το Μπλόου Απ είναι μια άσκηση στιλ, όπως και το Λονδίνο της στιγμής, μια ταινία και μια πόλη, που, χωρίς οπαδούς, δημιουργούν οι ίδιες ένα νέο κύμα, μια μικροφιλοσοφία, που πρεσβεύει ό,τι μπορούμε να ζήσουμε στο σύγχρονο κόσμο, αρκεί να συλλάβουμε το πνεύμα των καιρών, εκλεκτικά κι όχι σαν μια μπουκιά, ένα πακέτο σαν εκείνο που πούλησαν οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές του ’60. Το Λονδίνο του Αντονιόνι δεν είναι μια πολεδομική μελέτη, ούτε μια κοινωνιολογική΄απεικόνιση: είναι μια ταινία που αρχίζει με το πάτωμα της πόλης, ένα γρασίδι την επιφάνεια του βιομηχανικού κόσμου, κάτω απ’ όπου κρύβονται άχρηστα μυστικά. Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια, αναρωτιέται ο Τόμας και σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, μέσα σε ένα καταρράκτη από διφορούμενα: μια πόλη δεν είναι φορέας ενός ερωτήματος, που μας κρατάει στη ζωή, ενός βλέμματος που εμπλουτίζεται καθώς στρέφεται περισκοπικά.

Η σκηνοθεσία της πόλης ενισχύει το θεματικό επιχείρημα γύρω από την αντίληψη της αλήθειας, γύρω από τη βεβαιότητα του τι είναι πραγματικό: το Λονδίνο είναι ένας χώρος ονειρικός, όπου ο Αντονιόνι ξεχωρίζει σιλουέτες κι επεισόδια, χωρίς ντοκυμενταρίστικο ισχυρισμό -τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Η πρόσοψη του στούντιο του Τόμας μοιάζει να μη σχετίζεται με τον περιβάλλοντα οικιστικό χώρο και το εστιατόριο όπου τρώει δεν διακρίνεται από ένα ιδιωτικό σπίτι. Τα αντικείμενα αποχωρίζονται από τις λειτουργίες τους, ή, καταλαμβάνουν ανορθόδοξες θέσεις μέσα στο πλαίσιο όπου κινείται ο Τόμας: οι κάτοικοι της πόλης φαίνονται άσχετοι προς το άψυχο υλικό της και για αυτό φαντασματικοί, καθώς παίρνουν μέρος σε πάρτι με ευώδεις καπνούς, ανάμεσα σε βικτωριανά έπιπλα, ή, κάνουν έρωτα (τρόπος του λέγειν) κάτω από το βλέμμα ενός αλαβάστρινου μπούστου. Η πόλη δεν μοντάρει το παρελθόν με το παρόν: απλώς, ο χρόνος δεν υπάρχει. Το Μπλόου απ, σαν δείγμα αφηρημένης τέχνης, δεν εμπεριέχει το χρόνο και το μοναδικό στοιχείο που περικλείει τη χρονική διάσπαση είναι ο λονδρέζικος κοσμοπολιτισμός, η κατ’ εξοχήν ιστορία του παρόντος. Η πόλη φωτογραφίζεται σαν ένα ανομοιογενές άθροισμα από έγχρωμες καλόγριες, πολιτοφρουρούς, φοιτητές μεταμφιεσμένους σε κλόουν, ομοφυλόφιλους με σκυλάκια κανίς και ρακοσυλλέκτες, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, σε ένα σουρεαλιστικό (ή υπερεαλιστικό) πορτρέτο. Όμως, το Λονδίνο του Αντονιόνι δεν είναι το καρτούν του Ρίτσαρντ Λέστερ, ούτε το φόντο της ποπ-αρτ: μοιάζει πιο πολύ με το Παρίσι του Ντάνιελ Μπιούρεν (του 1968), παρά με το τρελό Λονδίνο της εφήμερης τέχνης της δεκαετίας, στον αστερισμό του σεξ, των ναρκωτικών και του ροκ’ ν’ ρολ.

Για μια ακόμα φορά, ο Αντονιόνι μιλάει μια γλώσσα του μέλλοντος: το Μπλόου απ είναι μια ταινία για παράσταση σεξ (όπως στις σκηνές που ο Τόμας φωτογραφίζει τη Βερούσκα), για παράσταση ναρκωτικών (στο “όργιο”, όπου όλα μοιάζουν ακίνητα, ή, στη σκηνή με τον Εον που προετοιμάζει με επιμέλεια τη βραδυνή του δόση) και για παράσταση ροκ’ ν’ ρολ, αφού η σπασμένη κιθάρα των Γιάρντμπερντς φαίνεται τη μια  στιγμή σαν ένα τρόπαιο και την άλλη σαν ένα σκουπίδι.