14 Απριλίου 2020

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι: ο οργισμένος βάρδος της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής επανάστασης

 

«Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω εικοσιδυό χρονώ λεβέντης

Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα | ως να χορτάσω χλευασμό»
("Σύννεφο με Παντελόνια")


Ο Μαγιακόφσκι στα 17 του χρόνια, 1910

«Να ζήσω θα ‘θελα και να πεθάνω στο Παρίσι,
αν δεν υπήρχε η Μόσχα να με καρτερά»,
("Αποχαιρετισμός")


Ο Μαγιακόφσκι 1924.

«Ακούστε παλιάνθρωποι...
Καρφωμένοι από το λόγο μου τούτο, βουβαθείτε.
Ακούστε το ουρλιαχτό του λύκου που δε μοιάζει με τραγούδι.
Βαράτε τον πιο παχύ... τον πιο φαλακρό,
αρπάχτε τον απ' το γιακά και σπρώξτε τον
μέσα στη λάσπη και τους λογαριασμούς.
Καταραμένοι νάστε...
Να πέσει πάνω στα εστεμμένα κεφάλια σας... η πυρκαγιά της ανταρσίας,
να καούν οι πρωτεύουσές σας συθέμελα.
Καταραμένοι νάστε οι τσιφλικάδες,
γεράκι ν' ανασηκώσει τις κοιλιές τους...
Καταραμένοι νάστε» (…)

«Δεν θα βουτήξω στο κενό, ούτε θα φαρμακωθώ,
ούτε μπορώ να σημαδέψω τον κρόταφο.
Καμιά λεπίδα δεν μπορεί να παγώσει το αίμα μου
παρά μονάχα
το δικό σου βλέμμα»,
("Στη Λίλιτσκα").


Στο ημιτελές σημείωμα της αυτοκτονίας του σημείωνε:

Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατό μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο.
Λιλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλή Μπρίκ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ΄ ευχαριστώ.
Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρίκ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν

Όπως λένε: “Το επεισόδιο έληξε”
η βάρκα του Ερωτα
συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα
Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή
Προς τί λοιπόν η απαρίθμηση
των αμοιβαίων πόνων
των συμφορών
και των προσβολών.
Νάστε ευτυχισμένοι.

                     Οι κόκκινοι φαντάροι – τόμαθες Βλαδίμηρε;
Στον τελευταίο πόλεμο, στην από μέσα τσέπη του αμπέχωνου
πάνου ακριβώς απ’ την καρδιά τους, είχαν τα βιβλία σου
Κι ένα πελώριο τανκ που φέρνει τ’ όνομά σου
κι υπερασπίστη νικηφόρα τη Σοβιετική πατρίδα σου
έχει στηθεί μνημείο στον κήπο του Μουσείου.
Τούτο το τανκ, Βλαδίμηρε, τ’ ακούμε κάθε νύχτα
ν’ ανηφορίζει σκίζοντας στα δυο τη δυστυχία
γκρεμίζοντας τα τείχη, ανάμεσα στους λαούς, Βλαδίμηρε, Βλαδίμηρε
φαρδαίνοντας τις λεωφόρους της ψυχής
σύμφωνα με τη νέα ρυμοτομία της πανανθρώπινης ελπίδας.
«Γεια σου Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι» -Γιάννης Ρίτσος
Τα πρώτα-πρώιμα χρόνια

Ως ποιητής αλλά και ως ενεργός αγωνιστής, ο Βλάντιμιρ Βλαντιμίροβιτας Μαγιακόφσκι, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, έζησε και πέθανε με τρόπο που ταρακούνησε τα ήθη και τις αντιλήψεις της εποχής του, ερχόμενος σε σύγκρουση με τον καθωσπρεπισμό και τις βαθιές ταξικές ρίζες της κοινωνικής αδικίας…

Γράφει χαρακτηριστικά στο Σύννεφο με παντελόνια

[…]
Εκεί όπου το ανθρώπινο μάτι τσακίζεται ανήμπορο,
αρχηγός πεινασμένων ορδών,
με το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
φτάνει το χίλια εννιακόσια δεκάξι.                III
[…]
Τα χέρια βγάλτε απ’ τις τσέπες-
πάρτε πέτρα, μαχαίρι είτε βόμβα
κι όποιος δεν έχει χέρια-
ας έρθει με το μέτωπο να πολεμήσει!

Ελάτε, πεινασμένοι,
ιδρωμένοι,
υποταγμένοι,
που στων κοριών ξινίσατε τη βρώμα!
Ελάτε!
Δευτέρες και Τρίτες
γιορτές με το αίμα να σας βάψουμε!
Κάτω απ’ τα μαχαίρια θα κάνουμε τη γη να θυμηθεί
ποιους ήθελε να εξευτελήσει!
Η γη αυτή,
που χόντρυνε σαν ερωμένη,
αυτή που την πήδηξε ο Ρότσιλντ! […]

            IV
[…]
Αφήστε με να περάσω!
Δεν μπορείτε να με σταματήσετε.
Μπορεί να λέω ψέματα.
Μπορεί και να ‘χω δίκιο,
μα δεν μπορώ να ‘μαι πιο ήρεμος.
Κοιτάξτε-
και πάλι αποκεφάλισαν τ’ αστέρια
και με σφαγή τον ουρανό αιματοκύλησαν!
Έι, εσείς!
Ουρανέ!
Βγάλτε το καπέλο σας!
Περνάω εγώ!

Το ποίημα του Λένιν, είναι χαρακτηριστικό της κατεύθυνσης που χάραξε ο Μαγιακόφσκι εκείνα τα χρόνια (απόσπασμα από το μνημειώδες ποίημα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι «Β. Ι. Λένιν», σε μετάφραση Δημήτρη Πάνου, που εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή το 1982:

(…)
Ξέρω έναν εργάτη
που γράμματα δε νογάει.
Δεν γεύτηκε
μήτε τ’ αλφάβητου τ’ αλάτι.
όμως άκουσε κάποτε,
τον Λένιν να μιλάει,
κι όλα τα κατάλαβε
το μυαλό του εργάτη.
Άκουσα
κάποιου χωριάτη απ’ τη Σιβηρία
την ιστορία.
Σηκώθηκαν, με τα ντουφέκια
πήραν τη γη,
την καρπίσαν.

Για τον Λένιν
δεν είχαν ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει,
μα λενινιστές
κιόλας όλοι τους ήσαν.
Είδα βουνά,
που βλαστάρι δε βγαίνει.
Μονάχα το σύννεφο
στα βράχια σκοντάφτει.
Κι εκατό βέρστια πιο πέρα
κάποιος ερημίτης να μένει,
που στα κουρέλια του,
το σήμα του Λένιν
αστράφτει.
Θα μου πούνε ―
πως μιλώ για κονκάρδες
που τα κορίτσια τις καρφώνουν
στο ρούχο τους κοκέτικα
παραξενιές της ζωής.

Μα όχι ―
δεν είναι κονκάρδες
είναι η καρδιά η ίδια
που ανάβει το ρούχο,
και λάμπει γεμάτη
αγάπη για τον Ιλίτς
Αυτό
δεν εξηγείται
με της εκκλησίας τα τεφτέρια,
κι ούτε κάνας θεός τον πρόσταξε:
Γίνου ο εκλεκτός!
Με ανθρώπινο βήμα,
με εργάτη χέρια,
με το δικό του μυαλό
πήρε το δρόμο
αυτός.(…)

Εκατόν τόσα χρόνια από τότε που γράφτηκε το τραγούδι της επανάστασης πάνω στη χιονισμένη στέπα. Θαρραλέος, θυελλώδης, ορμητικός, σαρκαστικός, ανυπόταχτος, ανυποχώρητος, άγριος, πύρινος - μερικά απ' τα επίθετα που του ταιριάζουν - μ' ένα μαχαίρι στο στόμα και μια πένα στο φαρμάκι...

Ηρωικός μάρτυρας του λόγου, χάραξε την κόκκινη γραμμή στο ρωσικό χώμα.

Στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, οι ποιητές δεν είχαν, όχι μονάχα καιρό, παρά ούτε χαρτί και μολύβι να γράψουν. Ούτε τυπογραφεία να τυπώσουν.

Τα ποιήματα τ' απάγγελλαν στους στρατώνες, στα συλλαλητήρια, στις φάμπρικες και στις εργατικές λέσχες. Οι νέοι Ρώσοι λογοτέχνες δε βγήκαν από πανεπιστήμια κι ούτε από μεγάλα σπίτια. Σπούδασαν στις ανώτατες σχολές της πείνας, του κινδύνου και της επανάστασης.

Ο Μαγιακόφσκι ένας απ' αυτούς, ο πιο τραγικός, ο πιο ορμητικός, ο πιο μεγαλειώδης.

Δεν ήταν και δεν ήθελε να είναι μόνο ποιητής.
Ήταν πολίτης με δράση, δυναμικός και παθιασμένος.
Ήταν ο άνθρωπος που απέβλεπε σ' ένα καινούριο μέλλον και επεδίωκε να ξεπεράσει το χρόνο και να τον κατακτήσει.
Ήθελε να έχει ενεργό επίδραση και επέμβαση στη διαμόρφωση της συνείδησης του λαού.
Η πρώτη ποιητική του έκδοση ονομάστηκε «Χαστούκι στο γούστο του κοινού» και τυπώθηκε το 1912.

Εδώ φωνάζει για το δικαίωμα των ποιητών να γυρίσουν τις πλάτες στην προηγούμενη τέχνη και να δημιουργήσουν νέο ύφος και νέα ποιητική γλώσσα.
Δημοσιογραφούσε, συμμετείχε στις συγκεντρώσεις με διαλέξεις κι απαγγελίες. Ζωγράφιζε πλακάτ και ρεκλάμες κι έγραφε πύρινους στίχους.
Η δυναμική του αυτή δραστηριότητα με τα πολλά ταξίδια στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, συνεχίστηκε μέχρι το θάνατό του.

Πίστευε στην επανάσταση και δε δίστασε να χτυπήσει με το λόγο του κάθε εκδήλωση γραφειοκρατίας και ψυχρού υπολογισμού.

Μέσα σ' ένα διαρκή και κοπιαστικό αγώνα κι από μια πολύπλοκη συγκυρία διαφόρων καταστάσεων και συγχύσεων, οδηγήθηκε, με μια σφαίρα στο κεφάλι, στην αυτοκτονία σε ηλικία μόνο 37 χρόνων, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό.

Θάνατος παράλογος κι ανεξήγητος από την άποψη της γεμάτης δραστηριότητας και όνειρα δημιουργικής ζωής.
Ο ποιητής πέθανε.
Το έργο παρέμεινε.
«Δύσκολο στη ζήση αυτή δεν είναι να πεθάνεις, δυσκολότερο πολύ, τη ζωή να φτιάξεις».

πηγή |>Ριζοσπάστης | Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ<|

Ο ποιητής της Επανάστασης

Εμάς η λέξη μας χρειάζεται για τη ζωή. Εμείς δεν αναγνωρίζουμε την ανώφελη τέχνη...

Γεννήθηκε τέλη Ιούνη του 1893 (7 Ιούλη με το παλιό ημερολόγιο), στο χωριό Μπαγκντάντι, στη Γεωργία. Οι γονείς του θα του διδάξουν τα πρώτα γράμματα. Ο πατέρας του πέθανε το 1906 και την ίδια χρονιά η οικογένεια μετακομίζει στη Μόσχα. Στο γυμνάσιο της Μόσχας ο Μαγιακόφσκι θα γνωρίσει τους Μπολσεβίκους και θα οργανωθεί στις γραμμές τους. «Φιλοσοφία. Χέγκελ. Φυσιογνωσία. Μα πάνω απ' όλα μαρξισμός. Δεν υπάρχει έργο τέχνης που να με τράβηξε περισσότερο από τον Πρόλογο του Μαρξ στην "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας". Θυμάμαι ολοκάθαρα το γαλάζιο τετραδιάκι του Λένιν Δύο Τακτικές. Μου άρεσε που ήταν κομμένο ως τα γράμματα. Για παράνομη χρήση».

Θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί για 11 μήνες. Στη φυλακή θα αρχίσει να γράφει ποίηση. Το 1910 γίνεται δεκτός στη Σχολή Ζωγραφικής και Γλυπτικής της Μόσχας. Εκεί γνωρίζει τον ζωγράφο Νταβίντ Μπουρλιούκ, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ποιητική του πορεία, μιας και προσχωρούν στην υπό διαμόρφωση τότε κίνηση των φουτουριστών της Μόσχας και συμμετείχαν στην πρώτη έκδοση της ομάδας, «Ενα χαστούκι στο γούστο του κοινού», το 1912.

Ο ρωσικός κυβοφουτουρισμός

Ο Μαγιακόφσκι ήταν βασικός εκπρόσωπος του ρωσικού φουτουρισμού, που παίρνει την ονομασία ρωσικός κυβοφουτουρισμός. Για να κατανοηθεί επομένως η ποίηση του Μαγιακόφσκι, χρειάζεται να είναι γνωστά τα βασικά χαρακτηριστικά του κυβοφουτουρισμού.

Ποιες όμως ήταν οι κοινωνικές συνθήκες που ευνόησαν την εμφάνιση και την ανάπτυξη αυτού του ρεύματος; Η ανάπτυξη της βιομηχανίας και η συγκέντρωση της παραγωγής σε γιγάντιες επιχειρήσεις, η αστικοποίηση, προϊόν της πλατιάς κοινωνικοποίησης της εργασίας και της συγκέντρωσης του πληθυσμού σε μεγάλες πόλεις, οι γρήγοροι και δυναμικοί ρυθμοί της ζωής που επιβάλλει η επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής (ηλεκτρισμός, νέες μηχανές, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, υποβρύχια), οι ουρανοξύστες - σύμβολα της δύναμης μιας νέας ιστορικής φάσης, ταράζουν τη μέχρι τότε ζωή των ανθρώπων και γυρεύουν την έκφρασή τους και στην τέχνη. Τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα διεκδικούν να ξεπεράσουν τη στατική, νατουραλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας - καθήκον που από καιρό είχε αναλάβει η τέχνη της φωτογραφίας - και να συλλάβουν τη βαθύτερη ουσία της.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρωσικού κυβοφουτουρισμού είναι η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και την παραδοσιακή κουλτούρα, η τάση για παραξένισμα και πρόκληση με σκοπό να ταραχθούν τα λιμνασμένα νερά της κατεστημένης αισθητικής, που πέρα από τα έργα και τις διακηρύξεις, κατορθώνεται και με την περιφρόνηση προς τις κοινωνικές συμβάσεις και τον μποέμικο τρόπο ζωής των φουτουριστών καλλιτεχνών. Η απόρριψη του συναισθηματισμού και ο αντιρομαντισμός. Η θεοποίηση του μέλλοντος και της μηχανής που θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από κάθε είδους φυσικό καταναγκασμό, δίνοντάς του τη δύναμη να κυριαρχήσει όχι μόνο στη γήινη σφαίρα, αλλά και σε ολόκληρο το σύμπαν.

Οταν στα δίχτυα πιάνουμε
Ενα μικρό ομιλητικό ψαράκι
Τραγουδούμε
Ανυμνούμε το ψαρίσιο
Ολόχρυσο θαύμα.
Πώς εγώ να μη δοξάζω τον εαυτό μου
Μια και ολάκερος
Είμαι ένα απίστευτο θαύμα
Μια και κάθε μου κίνηση
Είναι ένα πελώριο
Ανεξήγητο θαύμα;
(«Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι - Μια τραγωδία», 1912)

Δική μου η επανάσταση

Οταν ξέσπασε η επανάσταση του 1917, ο Μαγιακόφσκι είχε δώσει ήδη σημαντικό μέρος του έργου του. Ξεχωρίζουμε το έργο «Σύννεφο με παντελόνια», που γράφτηκε το 1914 - '15 και η πρώτη πλήρης έκδοσή του έγινε το 1918. Ενα έργο που ίδιος ο ποιητής το χαρακτήρισε ως προγραμματικό για την εποχή του.

Δε ζητούμε το έλεος του χρόνου εμείς!
Εμείς -
Ο καθένας από εμάς -
Κρατάει στα χέρια του
Τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος!

Οι μόνοι από τους διανοούμενους που γρήγορα ξεπέρασαν τους αρχικούς τους δισταγμούς και αγκάλιασαν τη νέα εξουσία, ήταν οι καλλιτέχνες της Ρώσικης Πρωτοπορίας. Ο Μαγιακόφσκι δήλωσε: «Τον δέχομαι ή δεν τον δέχομαι τον Οκτώβρη; Τέτοιο θέμα δεν υπήρξε για μένα και για τους άλλους φουτουριστές της Μόσχας. Δική μου η επανάσταση».

«Μέρες και νύχτες του ΡΟΣΤΑ (ρώσικο τηλεγραφικό πρακτορείο). Γράφω και ζωγραφίζω. Εκανα κάπου 3.000 αφίσες και κάπου 6.000 κείμενα.
Αυτοί δεν είναι μόνο στίχοι. Αυτές οι εικόνες δεν είναι για χαρακτικές διακοσμήσεις.
Είναι τα πρακτικά μιας δυσκολότατης τριετίας επαναστατικής πάλης, δοσμένα με τις πινελιές των χρωμάτων και την ηχηρότητα των συνθημάτων.
Είναι το δικό μου μερτικό σε μια τεράστια προπαγανδιστική δουλειά. Δουλεύαμε χωρίς να αποβλέπουμε στην ιστορία και στη δόξα
(...)
Χωρίς ταχύτητα τηλέγραφου, πολυβόλου, αυτή η δουλειά δεν μπορούσε να γίνει. Μα εμείς την κάναμε όχι μόνο με όλη τη δύναμη και τη σοβαρότητα των ικανοτήτων μας, αλλά και επαναστατικοποιώντας το γούστο, ανεβάζοντας την ποιότητα στην τέχνη της αφίσας, στην τέχνη της προπαγάνδας».

Ο Μαγιακόφσκι τον καιρό της Επανάστασης δημοσιογραφεί, φτιάχνει αφίσες, γράφει κινηματογραφικά σενάρια και παίζει ο ίδιος σε ταινίες.
Το 1919 παρουσιάστηκε στην Πετρούπολη το θεατρικό του έργο, που είναι και το πρώτο σοβιετικό, «Μυστήριο Μπούφο»-
(Mistero Bufo), 50 χρόνια προτού ο Dario Fo’ ανεβάσει το δικό του.

Ως ανταποκριτής της «Ισβέστια» ταξιδεύει στη Δυτική Ευρώπη, στο Μεξικό, την Κούβα και τις ΗΠΑ. Δεν άντεξε για πολύ, όπως λέει ο ίδιος, ύστερα από μισό χρόνο ταξίδι, «όρμησα σαν βολίδα στην ΕΣΣΔ». «Είμαι ο πρώτος απεσταλμένος μιας νέας χώρας. Την Αμερική τη χωρίζουν απ' την Ρωσία 9.000 μίλια κι ένας πελώριος ωκεανός. Τον ωκεανό μπορείς να τον περάσεις σε 5 μέρες. Τη θάλασσα όμως της ψευτιάς και της συκοφαντίας δεν την περνάς έτσι γρήγορα...». Γιατί... «Εκανα ένα σάλτο 7.000 βέρστια μπροστά, μα βρέθηκα 7 χρόνια πίσω». «Ο τρόπος που κέρδισες τα εκατομμύρια σου, δεν ενδιαφέρει καθόλου εδώ στην Αμερική. Ολα είναι μπίζνες, όλα επιχείρηση, όλα όσα γεννούν δολάρια. Πήρες ποσοστά από κάποιο ποιητικό σου έργο που έκανε κρότο; Αυτό είναι μπίζνες. Εκλεψες και δεν σ' έπιασαν; Και αυτό μπίζνες. Τις μπίζνες σού τις μαθαίνουν από τα παιδικάτα σου».

Τραγουδά τη νεαρή ΕΣΣΔ

Το 1924, πεθαίνει ο Λένιν και ο Μαγιακόφσκι ολοκληρώνει το μεγάλο συνθετικό του ποίημα «Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν». «Τέλειωσα το ποίημα "Λένιν". Το διάβασα σε πολλές εργατικές συγκεντρώσεις. Αυτό το ποίημα το φοβόμουν πολύ, γιατί ήταν εύκολο να πέσω σε μια απλή πολιτική αφήγηση. Η στάση του εργατικού ακροατηρίου μου 'δωσε χαρά και μου εδραίωσε την πεποίθηση για την αναγκαιότητα του ποιήματος».

Ζωντανός σαν πρώτα
Μας καλεί ο Λένιν:
Προλετάριοι
Στη μάχη συνταχτείτε
Τη στερνή!
Στυλώστε
Οι δούλοι τις πλάτες
Ορθοί οι γονατισμένοι!
Των προλετάριων
Η στρατιά,

Παρατάξου εμπρός!
Αυτός είν' ο πόλεμος
Στα αλήθεια
Ο πιο τρανός
Απ' όσους γνώρισε η ιστορία.

Με τα ποιήματα και τα θεατρικά έργα του απευθυνόταν στους εργάτες, στους πολίτες της νεαρής ΕΣΣΔ. «Καινούριους οικοδόμους περιμένουν οι ερειπωμένες πόλεις. Ο ανεμοστρόβιλος της επανάστασης ξερίζωσε από τις καρδιές τις ροζιασμένες ρίζες της σκλαβιάς. Τη μεγάλη σπορά περιμένει η λαϊκή ψυχή. Σε σας που πήρατε στα χέρια σας την κληρονομιά της Ρωσίας, σε σας που το πιστεύω, αύριο θα γίνετε αφέντες όλου του κόσμου, απευθύνω το ερώτημα: με τι είδους φανταστικά κτίρια θα σκεπάσετε το χώρο των χθεσινών πυρκαγιών; Τι είδους τραγούδια και μουσικές θα ξεχύνονται απ' τα παράθυρά σας; Σε τι λογής Βίβλους θα ανοίξετε τις ψυχές σας;».

Το 1927, με αφορμή τα δέκα χρόνια της Επανάστασης, ο Μαγιακόφσκι γράφει το συνθετικό ποίημα «Ποίημα του Οχτώβρη» ή «Καλά πάμε», που αποτελεί ουσιαστικά μια ποιητική τοιχογραφία της δεκαετίας του '20. Καταγράφει την πείνα, τις στερήσεις, την ιμπεριαλιστική επίθεση στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, μαζί με την εποποιία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Χειμώνας τσουχτερός.
Μεγάλη παγωνιά.
Μα τα κορμιά
Ολο ίδρωτα
Κολλάνε από τις μπλούζες κάτου.

Κάτω απ' τις μπλούζες
Οι κομμουνιστές
Καυσόξυλα φορτώνουνε βαριά
Στην εθελοντική εργασία του Σαββάτου.

Δε θα σκολάσουμε
Αν και
Πέρασε η ώρα της δουλειάς
Κι είναι το σκόλασμα
Δικαίωμά μας.
Δικά μας τα βαγόνια
Και
Δικός μας δρόμος όπου πας,
Κι εμείς
Φορτώνουμε
Τα ξύλα τα δικά μας.

Μπορούμε
Να σκολάσουμε
Κατά τις δυο -
Μα εμείς
Αργά θα φύγουμε

Τη νύχτα
Παγώνουν τα συντρόφια μας,
Κρύο τσουχτερό.
Χρειάζονται τα ξύλα μας.
Μες στη φωτιά τους ρίχτα.
Βαρειά δουλειά,
Δουλειά εξαντλητική, να πεις
Κι ούτε καπίκι
Για όλη αυτή
Την αγγαρεία.

Ομως εμείς
Δουλεύουμε
Σάμπως εμείς
Να φτιάχνουμε
Την πιο μεγάλη
 εποποιία.


Το έργο του χαστούκι στη θεωρία ότι η στράτευση καταστρέφει την τέχνη

Στις 14 του Απρίλη του 1930 έθεσε τέρμα στη ζωή του...
Μένει όμως ο λόγος του, η ποίησή του που μας καλεί...
Αλλωστε, όπως σημειώνει και ο Γιάννης Ρίτσος στα Μελετήματά του περί Μαγιακόφσκι.

«Η ποίηση του Μαγιακόφσκι είναι συνυφασμένη φύσει και θέσει με τη δύναμη της νεότητας της επανάστασης (...).
Η γενική αναγνώριση του έργου του Μαγιακόφσκι το κατέστησε μια ουσιαστική κοινωνική, προοδευτική δύναμη, ένα όπλο πάλης που το χρησιμοποιούσε κανείς, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να σταθεί στη μέση της μάχης και με δάχτυλα ψυχρά και ουδέτερα να ψηλαφίσει και να περιεργαστεί το καυτό μέταλλό του. Το κύρος, επιπλέον του Μαγιακόφσκι, στάθηκε μια έμπρακτη απόδειξη της κοινωνικής ποίησης (και το θεμέλιό της άλλωστε) κι ένα αποστομωτικό επιχείρημα των συνάδελφων του στη χώρα του, και των προοδευτικών ποιητών όλου του κόσμου, έναντι των δύσπιστων, των ταλαντευόμενων, των αναποφάσιστων ή των αμείλικτων αρνητών που αμφισβητούσαν κατά βάση τη δυνατότητα ύπαρξης μιας καθαρά κοινωνικής, ιδεολογικής κι ακόμα περισσότερο κομματικής ποίησης. Και η ποίηση του ήταν μια δύναμη, ένα όπλο, μια απόδειξη κι ένα επιχείρημα».

Στο γύρισμα του αιώνα, η ζωή και το έργο του μεγάλου ποιητή της επανάστασης, διατηρούν αμείωτη την επικαιρότητα και τα διδάγματά τους

«Εμάς η λέξη μας χρειάζεται για τη ζωή. Εμείς δεν αναγνωρίζουμε την ανώφελη τέχνη».

Λόγια του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι . Του μεγάλου, οικουμενικού ποιητή. Του μοναδικού τραγουδιστή της μεγάλης επανάστασης του Οχτώβρη. Του ρηξικέλευθου συνεχιστή της πλούσιας λογοτεχνικής παράδοσης της πατρίδας του και συγχρόνως, του ανανεωτή της. Αυτού του τολμηρού πνεύματος, που με το φλογερό του πάθος ρίχτηκε ολοκληρωτικά στη μεγάλη περιπέτεια της ευρωπαϊκής τέχνης των αρχών του αιώνα, ταυτίζοντας το όνομά του, με ό,τι εννοούμε σήμερα όταν μιλάμε για τέχνη στρατευμένη στο πλευρό των ταπεινών και καταφρονεμένων, στον αγώνα του παγκόσμιου προλεταριάτου για την κοινωνική του απελευθέρωση και την εκπλήρωση του ιστορικού του ρόλου.

Στο γύρισμα του αιώνα, η ζωή και η τέχνη του Μαγιακόφσκι διατηρούν μια μοναδική επικαιρότητα, που ξεφεύγει από μια απλή φιλολογική επέτειο. Το έργο του έρχεται να συναντήσει τις σημερινές ανάγκες και να απαντήσει σε αυτές, για μια τέχνη που ενώ θα διατηρεί τον αρχέγονο λυτρωτικό και κοινωνικό της ρόλο, θα απευθύνεται συγχρόνως στο λαό και θα του δημιουργεί αισθητικά κριτήρια, τόσο απαραίτητα σαν γνώση, στο οπλοστάσιο του προλεταριάτου.

Ο ηλεκτρισμός...
και ο «Δον Κιχώτης»!

Θα γράψει γι' αυτές τις περιπλανήσεις, με «φουτουριστική» διάθεση:
«Στο άνοιγμα της καταχνιάς, κάτω από τα πόδια μου, φέγγει πιο πολύ κι απ' τον ουρανό. Είναι ο ηλεκτρισμός... Υστερα από τον ηλεκτρισμό, έπαψα ολότελα να ενδιαφέρομαι για τη φύση. Δεν είναι τελειοποιημένο πράγμα».

Το δεύτερο βιβλίο που θα διαβάσει θα είναι ο «Δον Κιχώτης» που θα τον ενθουσιάσει. Το πρώτο ήταν «κάποια "Πτηνοτρόφος Αγκάφια". Αν μου τύχαιναν τότε κι άλλα τέτοια βιβλία, θα παρατούσα εντελώς το διάβασμα».

Η επανάσταση

Το ιδεολογικό, αισθητικό «τρίγωνο» του θαυμασμού στις δυνάμεις του ανθρώπου (ηλεκτρισμός) και στην ανεπτυγμένη αίσθηση της ποιότητας («Δον Κιχώτης») θα κλείσει με την επανάσταση. «Ηρθε η αδερφή μου από τη Μόσχα. Ενθουσιασμένη. Μου έδωσε κρυφά κάτι μακρόστενα χαρτάκια. Μου άρεσε. Ήταν πολύ ριψοκίνδυνο. Τα θυμάμαι και τώρα. Το πρώτο: "Ξύπνα, λοιπόν, σύντροφε, αδερφέ/ πέτα το τουφέκι σου χάμου". Κι ένα άλλο που τελείωνε έτσι: "... αλλιώς υπάρχει κι άλλος δρόμος - τράβα/ στους Γερμανούς με τη μαμά σου, τη γυναίκα σου και το γιόκα σου!..." (για τον τσάρο). Ηταν η επανάσταση. Και ήταν σε στίχους. Στίχοι και επανάσταση ενώθηκαν, έτσι, μέσα στο μυαλό μου».

Και ενώθηκαν για πάντα. Στο γυμνάσιο της Μόσχας ο Μαγιακόφσκι θα γνωρίσει τους Μπολσεβίκους και το 1908 θα ενταχθεί στις γραμμές του ΣΔΕΡΚ(μπ).
Το 1909 στη φυλακή θα αρχίσει να γράφει ποίηση. «Γέμισα με τέτοια ένα ολόκληρο τετράδιο. Να ευχαριστώ το δεσμοφύλακα - όταν έβγαινα μου το πήραν» θα γράψει με αυτοσαρκαστική διάθεση. Γράφεται στη σχολή ζωγραφικής, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής της Μόσχας.

Ο ρώσικος φουτουρισμός

Το 1911 είναι η χρονιά που θα γνωριστεί με τον Νταβίντ Μπουρλιούκ «υπέροχος φίλος, ο πραγματικός μου δάσκαλος, ο Μπουρλιούκ με έκανε ποιητή». Η συνάντηση αυτή θα είναι και η «ληξιαρχική πράξη γέννησης» του ρώσικου φουτουρισμού. Αυτού του ξεχωριστού καλλιτεχνικού κινήματος, που από τον Ιταλό «συγγενή» του θα κρατήσει μόνο το όνομα και την αρχική, επαναστατική ορμή του, ξεπερνώντας τον στην πορεία και αφήνοντάς τον να παρακμάσει στις «αγκαλιές» του φασισμού.

Το 1912 ο Μαγιακόφσκι θα δημοσιεύσει το μανιφέστο των Ρώσων φουτουριστών με τίτλο «Μπάτσος για το δημόσιο γούστο». «Μόνο εμείς είμαστε το πρόσωπο του καιρού μας... Το παρελθόν είναι στενόχωρο. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν είναι πιο ακατανόητοι και από τα ιερογλυφικά. Να πετάξουμε τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τους υπόλοιπους από το πλοίο του καιρού μας! Οποιος δεν ξεχάσει τον πρώτο του έρωτα, δε θα γνωρίσει τον τελευταίο». Οι αντιδράσεις αναμενόμενες. «Οι εφημερίδες άρχισαν να γεμίζουν φουτουρισμό. Ο τόνος δεν ήταν και τόσο ευγενικός. Ετσι, λόγου χάρη, εμένα με αποκαλούσαν απλώς "το βρομόσκυλο"».

Ωστόσο, ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν ένας δημιουργός που θα περιοριζόταν από ένα κίνημα. Το κατοπινό του έργο θα δείξει πως η αναζήτηση της φόρμας θα είναι γι' αυτόν ένα μέσο για την επίλυση του διαχρονικού προβλήματος για τη δημιουργία μιας νέας ποιητικής γλώσσας. Το 1913 ανεβαίνει η τραγωδία του «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι» και το 1915 γράφει το «Σύννεφο με παντελόνια», όπου ο φουτουρισμός του μετατρέπεται από αυτοσκοπό σε μέσο δημιουργίας ενός κατεξοχήν επαναστατικού ποιήματος - σταθμού της ρώσικης λογοτεχνίας. Σημαντική είναι και η συνεισφορά του στον κινηματογράφο, ιδίως σε φουτουριστικές απόπειρες σε συνεργασία με τον Μπουρλιούκ, που εντάσσονται πλέον στις πρώτες, σημαντικές απόπειρες της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας για χρησιμοποίηση του κινηματογράφου ως πεδίο έκφρασής της.

Το 1915 θα είναι και η χρονιά που θα γνωριστεί με το ζεύγος Μπρικ, τη Λίλη (αδελφή της Ελσας Τριολέ, κατοπινής συζύγου του Αραγκόν) και τον Οσιπ, κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η Λίλη θα αποτελέσει το μεγάλο έρωτα της ζωής του ποιητή, ενώ με τον Οσιπ θα συνεργαστούν στενά στην ομάδα «κομμουνιστών - φουτουριστών» και στο ΛΕΦ που θα δημιουργηθούν μετά την επανάσταση.

«Η δική μου επανάσταση...»

Η συνέχεια θα είναι εκρηκτική. Ο ενθουσιασμός του για την επανάσταση του '17 θα εκφραστεί από την αρχή: «Αυτή είναι η δική μου επανάσταση. Πήγα στο Σμόλνι. Δούλεψα. Εκανα κάθε είδους δουλιά». Το 1919 δουλεύει στα Παράθυρα του Τηλεγραφικού Πρακτορείου Ρωσίας (ΡΟΣΤΑ) εκλαϊκεύοντας με καλλιτεχνικό τρόπο τους σκοπούς της επανάστασης. Βρίσκεται στην ακμή της δημιουργίας του. Η ποίηση («150.000.000»,«Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν» κ.ά.), το θέατρο («Μυστήριο Μπουφ», «Ο κοριός» που ανεβάστηκε από τον Μέγερχολντ σε μουσική Σοστακόβιτς), η σάτιρά του αγγίζουν κατάβαθα τον επαναστατημένο λαό, που τοποθετεί το Μαγιακόφσκι στο υψηλότερο βάθρο της συνείδησής του, χωρίς ούτε την παραμικρή ποιοτική έκπτωση στο έργο του εκ μέρους του δημιουργού. Επίτευγμα χωρίς προηγούμενο και χωρίς συνέχεια μέχρι σήμερα. Ανάμεσα στα ποιήματα αυτής της περιόδου είναι τα «Ωδή στην Επανάσταση» και «Αριστερό Εμβατήριο».

Ο Μαγιακόφσκι θα γίνει η «ψυχή» της ιστορικής συνάντησης της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας των αρχών του αιώνα με την επανάσταση. Συνδημιουργός της ομάδας «κομμουνιστών - φουτουριστών» και τουΛΕΦ (Αριστερό Μέτωπο Τέχνης), το 1923, θα συσπειρώσει καλλιτέχνες με τις πιο διαφορετικές καλλιτεχνικές καταβολές, στην υπόθεση της επανάστασης. Συγχρόνως ταξιδεύει στο εξωτερικό, σαν ανταποκριτής της εφημερίδας «Ιζβέστια» και προπαγανδίζει τη νέα κοινωνία που χτίζεται στην πατρίδα του. Οι εντυπώσεις του από αυτά τα ταξίδια θα αποτελέσουν μια ακόμη πτυχή της δημιουργίας του, με πιο γνωστό αποτέλεσμά της το βιβλίο «Η δική μου ανακάλυψη της Αμερικής».

Ο ποιητής της Επανάστασης, ο υμνητής της ζωής, θα αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στην καρδιά στις 14 Απρίλη του 1930. Δύο μέρες πριν έγραψε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του που δημοσίευσε η «Πράβντα» την επομένη της αυτοκτονίας. Το έργο του θα επηρεάσει τα μεγαλύτερα ονόματα της ρωσικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και θα μείνει για πάντα στην καρδιά των λαών όλου του κόσμου...

Βιβλιογραφία:

  • Β.Β. Μαγιακόφσκι, «Απαντα», τόμος 1, εκδοτικό «Πράβντα», Μόσχα 1987
  • «Β.Μαγιακόφσκι, Ποίηση και Επανάσταση» εκδόσεις «Θεμέλιο»
  • Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια

·        Με πληροφορίες -εκτός από την αναλυτική αναφορά μας στις πηγές από το Ριζοσπάστη 3-Σεπ- 2017 |>  Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι

Παρίσι | Κουβεντούλα
με τον Πύργο του Άιφελ

(μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου)

Φθαρμένο από χιλιάδες λάστιχα τριμμένο από εκατομμύρια πόδια οργώνω το Παρίσι. Τόσο τρομερά μονάχος... Είναι φρίκη, μήτε ψυχή, φρίκη- κανένας γύρω μου.

Αυτοσχεδιάζουνε χορούς
τα λεωφορεία.
Γύρω μου
σφυρίζουν τα νερά
συντριβανωτά πετιούνται
μέσ' από στόματα ψαριών-τεράτων
που χουν μείνει εκεί ακόμα
απ' την εποχή του Λουί Κενζ.
Μπαίνω στην πλατεία Ομονοίας.

Περιμένω,
ώσπου σηκώνοντας τη νευριασμένη του κορφή, βαριεστημένος απ' την παρακολούθηση των γύρω του σπιτιών έρχεται να με συναντήσει ένας μπολσεβίκος βγαίνοντας απ' τα σύννεφα:
Ο Πύργος του Άιφελ, παλικαρίσια.

Σσσ...
Πύργε,
πάτα στα νύχια. Το φεγγάρι
στραβοκοιτάζει σαν γκιλοτίνα.

(Χαμηλώνω τη φωνή και ψιθυρίζω.)
Άκουσε με.
(Και μουρμουρίζω: Μπουζζζζζ
στο ράδιο-αυτί του.)

Έχω κάνει προπαγάνδα
σ' όλα όσα γίναν και χτίστηκαν.
Θέλουμε μονάχα να μας πεις
αν συμφωνάς,

Πύργε,
αν θέλεις να μπεις πρώτος σε μια εξέγερση. Πύργε,
αν πεις το ναι
σ' εκλέγουμε αρχηγό!
Δεν είναι για σένα
-μεγαλοφυΐα των μηχανών-
να χαραμίζεσαι δω χάμω
με τους στίχους του Απολιναίρ.

Δεν είναι τόπος αυτός
για σένα.

Τούτος ο τόπος της φθοράς, τούτο το Παρίσι που γέμισε πόρνες,
ποιητές,
χρηματιστήρια.
Τα Μετρό συμφωνάνε,
τα Μετρό είναι μαζί μας.

Θα ξεράσουν
το πλήθος
μέσ' απ' τα καγκελόφραχτα τούνελ. Θα σκουπίσουν και θα ξύσουν με αίμα
απ' όλους τους τοίχους τις ρεκλάμες του λούσου, των αρωμάτων και της πούδρας.
Το 'χουν πιστέψει-
ποιος ο λόγος να ξεχύνονται χτυπώντας τις ρόδες
με τα βαγόνια της πρώτης για τους πλούσιους;

Δεν είναι όχλος τα Μετρό!
Το 'χουν πιστέψει;
Οι δικές μας ρεκλάμες
τους πάνε πιο καλά,
τ' απλά πανό
και τα πλακάτ του αγώνα.

Πύργε,
μη φοβάσαι τους δρόμους!
Κι αν οι δρόμοι δεν αφήσουν τα Μετρό
τα λιθόστρωτα είναι καρφωμένα με ράγες.

Θα ξεσηκώσω τις ράγες σ' εξέγερση.
Φοβάσαι;
Κοπάδια τρακτέρ θα σε διαφεντέψουν. Σκιάζεσαι ακόμα;
Θα 'ρθει σ' ενίσχυση μας η συνοικία της Ριβ Γκος. Μη φοβάσαι!

Θα βάλω μπροστά και τις γέφυρες-
δεν είναι τόσο εύκολο να περάσουν κολυμπώντας το ποτάμι!
Οι γέφυρες
ξετρελαμένες απ' την πυκνή κυκλοφορία
θα σηκωθούν απ' τις όχθες του Παρισιού.
Με το πρώτο σύνθημα
όλες οι γέφυρες θα μπουν στην ανταρσία,
και θα πλαντάξουν
κάθε περαστικό
πάνω στα τόξα τους.

Όλα ξεσηκώνονται.
Ο κόμπος έφτασε στο χτένι.
Σε δεκαπέντε,
σε είκοσι χρόνια
η δύναμη σκορπάει
τ' ατσάλι νερουλιάζει
και μια απ' αυτές τις νύχτες
τα πράγματα
θα πάνε
να πουληθούνε
στη Μονμάρτη.


Έλα, Πύργε,
σε μας!

Εκεί
είσαι πιο χρειαζούμενος. Λάμποντας με τ' ατσάλι σου,
τρυπώντας τους καπνούς, θα σε υποδεχτούμε.
Έλα σε μας. Θα σε καλοδεχτούμε
πιο στοργικά κι απ' την πρώτη μας αγάπη.
Έλα στη Μόσχα! Η Μόσχα
έχει τόπο για όλους.

Όλοι θα σ' έχουν στο δρόμο τους!
Ο καθένας
θα φροντίζει τα πρωινά σου. Εκατό φορές τη μέρα
θα καθαρίζουμε το μπρούντζο και τ' ατσάλι σου
να λάμπει σαν τον ήλιο.
Άσε αυτή την πολιτεία-
το Παρίσι των δανδήδων,
το Παρίσι των μεγάλων βουλεβάρτων
που σπάνε τις μασέλες απ' το χασμουρητό.

Άσ' την να τελειώσει όπως είναι
στο δάσος της Βουλώνης,
στα μουσεία,
σ' ένα Λούβρο
κοιμητήρι των πάντων.

Βάδισε μπροστά
με τα γερά σον ποδάρια
που πήραν νεύρο και ζωή απ' τα σχέδια του Άιφελ.
Μες στον πλατύ μας ουρανό άσε το μεγάλο σου φρύδι να ραδιωθεί,
έτσι που ακόμα και τα κόκκινα αστέρια μας
να σε καλοκοιτάξουν!

Αποφάσισε, Πύργε-
ολόγυρά σου οι εξεγέρσεις
τραντάζουν απ' τα νύχια ως την κορφή
το γέρικο Παρίσι!
Έλα σε μας!

Σε μας, στην ΕΣΣΔ!
Έλα. Πάμε.
Εγώ
αναλαμβάνω να σου βγάλω διαβατήριο!


|> Αυτοπαρουσίαση 1922 <|

Πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Φουτουρισμός – ως ενιαία, ακριβώς διατυπωμένη τάση  – δεν υπήρχε στη Ρωσία.
Οι κριτικοί βάφτιζαν οτιδήποτε ήταν επαναστατικό και νέο με αυτό το όνομα.
Η ομάδα μας – οι αποκαλούμενοι (ατυχώς) Κυβο-Φουτουριστές (V. Khlebnikov, V. Mayakovsky, D. Burlink, A. Kruchenykh, V. Kamensky, N. Aseev, O.M. Brik, S. Tretiakov, B. Kushner), ήταν μια ομάδα φουτουριστών ιδεολογικά συσπειρωμένη.

Δεν είχαμε χρόνο να ασχοληθούμε με τη θεωρία της ποίησης· ήμασταν απασχολημένοι με την πρακτική της.

Το μοναδικό μανιφέστο αυτής της ομάδας ήταν η εισαγωγή στην ανθολογία «Μπάτσος στο κοινό γούστο», που δημοσιεύτηκε το 1913. Ήταν ένα ποιητικό μανιφέστο, που εξέφραζε τους σκοπούς του φουτουρισμού με θυμικά συνθήματα.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση διαχώρισε την ομάδα μας από τους πολυάριθμους Φουτουριστές-εικονιστές, που είχαν απομακρυνθεί από την επαναστατική Ρωσία. Αυτό μας μετέτρεψε σε μια ομάδα “Κομμουνιστό-Φουτουριστών”, με αυτά τα λογοτεχνικά καθήκοντα:

1. Να καθιερώσουμε τη λογοτεχνική τέχνη ως μαστοριά των λέξεων– όχι ως ένα εστετικό στυλιζάρισμα, αλλά ως μια ικανότητα να λύνουμε κάθε πρόβλημα με λέξεις.
2. Να ανταποκριθούμε σε οποιοδήποτε καθήκον απαιτεί η εποχή μας:
α. να κάνουμε δουλειά πάνω στο λεξιλόγιο (νέους σχηματισμούς λέξεων, ηχητική ενορχήστρωση, κτλ.)
β. να αντικαταστήσουμε τα συμβατικά μετρικά των ιάμβων και των τροχαϊκών με την πολυρυθμία της ίδιας της γλώσσας.
γ. να επαναστατικοποιήσουμε το συντακτικό (απλούστευση των μορφών συνδυασμού των λέξεων, το σοκ της ασυνήθιστης χρήσης της λέξης κτλ.)
δ. να ανανεώσουμε τη σημασιολογία των λέξεων και των συνδυασμών λέξεων
ε. να δημιουργήσουμε μοντέλα ιντριγκαδόρικων σχηματισμών θέματος.
ζ. να αποκαλύψουμε την ικανότητα της λέξης να λειτουργεί ως πόστερ.

Η λύση των παραπάνω λογοτεχνικών προβλημάτων θα δώσει τη δυνατότητα να ικανοποιήσουμε ανάγκες στους πιο διαφορετικούς τομείς της λογοτεχνικής δημιουργίας (φόρμα, άρθρο, τηλεγράφημα, ποίημα, επιφυλλίδα, πίνακα τοιχοκόλλησης, προκήρυξη, διαφήμιση και άλλα).

Όσον αφορά το ζήτημα της πρόζας:

1. Δεν υπάρχει γνήσια Φουτουριστική πρόζα· υπάρχουν ατομικές προσπάθειες από τον Khlebnikov,τον Kamensky, τον Kushner στη Συγκέντρωση των Ανακτόρων- αλλά αυτές οι προσπάθειες είναι λιγότερο σημαντικές από την ποίηση των ίδιων συγγραφέων. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι:
α. οι Φουτουριστές δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στα διαφορετικά είδη ποίησης και βλέπουν όλη τη λογοτεχνία ως μια ενιαία φιλολογική τέχνη.
β. πριν τους Φουτουριστές πίστευαν ότι η λυρική ποίηση είχε τον δικό της κύκλο θεμάτων, τη δική της φυσιογνωμία, διαφορετικά από τα θέματα και τη γλώσσα της λεγόμενης καλλιτεχνικής πρόζας· για τους Φουτουριστές, αυτή η διάκριση δεν υπάρχει.
γ. πριν τους Φουτουριστές πίστευαν ότι η ποίηση έχει ένα σετ καθηκόντων (ποητικών), και ο πρακτικός λόγος άλλο σετ (μη ποιητικών)· για τους Φουτουριστές, η συγγραφή καλέσματος για αγώνα ενάντια στον τυφοειδή και ερωτικής ποίησης είναι απλά διαφορετικές πλευρές της ίδιας λογοτεχνικής διαδικασίας.
δ. μέχρι τώρα, οι Φουτουριστές έχουν παράξει κυρίως ποίηση. Αυτό συνέβη επειδή, στην επαναστατική εποχή, που η ζωή δεν έχει ακόμα πήξει, χρειάζεται μια λυρική ποίηση συνθημάτων, που θα πυροδοτεί την επαναστατική πρακτική, και όχι μια νεστορική επισκόπηση των αποτελεσμάτων αυτής της πρακτικής.
ε. και μόνο στην πιο πρόσφατη εποχή μπήκε μπροστά στους Φουτουριστές το καθήκον να παράξουν μοντέλα του σύγχρονου έπους. Όχι ένα καταγραφικό-περιγραφικό έπος, αλλά ένα που να είναι γνήσια προπαγανδιστικό ή φανταστικά ουτοπικό, και να παρουσιάζει τη ζωή όχι όπως είναι, αλλά όπως αναμφίβολα θα γίνει και πρέπει να γίνει.
V. Mayakovsky - 1/ΙΧ 1922

Πηγή (Literaturnoye nasledstvo_Novoye o Mayakovskom_Glavnii redaktor-V.V. Vinogradov_Izdatel’stvo Akademii Nauk SSSR_Moskva. 1958. σελ. 175-178)

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι  > το τελευταίο γράμμα του
...Σε όλους

Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.

Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ.

Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυο μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.

Γεια σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ.
Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.

Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ.


Καμιά λεπίδα δεν μπορεί να παγώσει το αίμα μου 
παρά μονάχα το δικό σου βλέμμα» -στη Λίλιτσκα






29 Ιανουαρίου 2020

Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο; Elio Petri, ο αντάρτης ενός κινηματογράφου από το παρελθόν

Αν θέλαμε να σηματοδοτήσουμε την Ιταλία του πολιτικού σινεμά με την έννοια της στράτευσης θα λέγαμε πως η αφετηρία είναι στο 1962 (Francesco Rosi με το «Salvatore Giuliano») και τελειώνει απότομα προς το τέλος της 10ετίας του ΄70

Προς άρση των όποιων αμφιβολιών, δε μιλάμε για τον νεορεαλισμό του ιταλικού κινηματογράφου που γεννήθηκε μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό χάος από τα απομεινάρια του πολέμου με μια ψυχορραγούσα κοινωνία που προσπαθεί να σταθεί όρθια και ένα PCI (ΚΚΙταλίας) που μετά την εκδίωξή του από την κυβέρνηση (1948), επιλέγει τη  στάση του «καλού παιδιού» προωθώντας ένα image παράγοντα σταθερότητας. Με άλλα λόγια το ιταλικό πολιτικό σινεμά, της 20ετίας μέχρι το 1980 δεν έχει να κάνει με σκηνοθέτες όπως ο Ντε Σίκα, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Τζιουζέπε ντε Σάντις και φυσικά ο μεγάλος Λουκίνο Βισκόντι.

Ο κοινωνικά στρατευμένος κινηματογράφος μετά το 1960, ξεπερνώντας το σουρεαλιστικό / υπαρξιακό των  Φελίνι / Αντονιόνι χειραφετείται και στοχεύει στην καρδιά του διεφθαρμένου αστικού κατεστημένου της εποχής, αναδεικνύοντας τους φανερούς και κρυφούς δεσμούς της πολιτικής διαχείρισης με το κεφάλαιο, με «πατέρα» όπως ήδη ειπώθηκε τον ναπολιτάνο (και όχι από τη βιομηχανική ‑ανεπτυγμένη βόρεια Ιταλία)  Francesco Rosi, που το 1963 με το «Le mani sulla città» κερδίζει το Leone d’Oro (Χρυσό Λέοντα) στο Φεστιβάλ της Βενετίας και πολύ αργότερα (1972) δημιουργεί το «Il Caso Mattei» ρίχνοντας φως στη δολοφονία του προέδρου της “Eni” (ΣΣ |> η “Eni S.pA” είναι ιταλική πολυεθνική εταιρεία πετρελαιοειδών ‑σήμερα και φυσικού αερίου), Enrico Mattei (που κερδίζει τη μεγάλη διάκριση ‑μαζί με το «La classe operaia va in paradiso» ΣΣ |> «Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο» του Elio Petri και με ειδική μνεία στον Gian Maria Volonté)

Υπάρχουν επίσης ο Damiano Damiani |> «Il giorno della civetta» (1968), «Confessione di un commissario di polizia al procuratore della repubblica» (1971), «Perché si uccide un magistrato» (1974), ο Giuliano Montaldo |> «Gott mit uns (1970), Sacco e Vanzetti (1971) e Giordano Bruno (1973), ο Pasquale Squitieri |> «Il prefetto di ferro» (1977), ο Nanni Loy με το «Detenuto in attesa di giudizi» (1971), ο Gillo Pontecorvo με το «La battaglia di Algeri» (1966), ο Florestano Vancini, |> «La lunga notte del ’43» (1960), «La banda Casaroli» (1962), «Le stagioni del nostro amore» (1966), το «Il delitto Matteotti (1973)» κά. ‑μεταξύ αυτών (σε άλλο μήκος κύματος, κυρίως σ’ ότι αφορά τη φόρμα ο πολυσχιδής Pier Paolo Pasolini).

4.35 το πρωί… ο Ludovico Massa, επονομαζόμενος Lulù, ξυπνά ιδρωμένος, το ένα μάτι στο ξυπνητήρι, η σύντροφός κοιμάται δίπλα του –ακόμη με τα σκέλια ανοιχτά, αφού προηγούμενα υπό το μπλε φως της TV της έκανε έρωτα _βιασμό στην ουσία, σε ρυθμούς της μηχανής που δουλεύει στο εργοστάσιο. Στη συνέχεια, νιώθοντας ότι τον παρακολουθούν, γυρίζει –σε κενό σκέψης για να βρει τα άψυχα μάτια ενός λούτρινου.
Ήδη στην πρώτη σκηνή του «Η εργατική τάξη πηγαίνει στον παράδεισο» το βλέμμα του Λουλού -Βολοντέ είναι απανθρωποποιημένο: όπως αυτό το ψεύτικο ελαφάκι, είναι προϊόν του Κεφαλαίου. Και στον μικρόκοσμο του εργοστασίου, εμπίπτει στην κατηγορία των κομματιών που γοητεύονται από τις υποσχέσεις της εξουσίας. Το πρώτο μέρος της ταινίας, λοιπόν, θέτει τις βάσεις για μια τέλεια ταξική σάτιρα.
Στην πραγματικότητα, το σενάριο που γράφτηκε από κοινού με τον Ugo Pirro ξεκινά από την εξέγερση της Lulu, αλλά μόνο για να μας οδηγήσει στον κολασμένο κύκλο των πολιτικών αγώνων. Ο απλός εργάτης επαναστατεί, φυσικά, όπως πολλοί θα ήθελαν. Αλλά αυτός ο μόνος εργάτης το κάνει μόνο επειδή ο χρόνος μηχανής που απαιτείται από τη διοίκηση τον καταναλώνει, για να γίνει καλύτερος σε σώμα και πνεύμα. Αυτό που ανέλαβε ο πρωταγωνιστής λοιπόν αποδεικνύεται ένας ατομικιστικός και μικροπρεπής αγώνας, ακριβώς όπως η στάση που τον κράτησε στη θέση του όταν του υποσχέθηκαν τριάντα λιρέτες παραπάνω για να δουλέψει πιο γρήγορα.
Οι συγκεντρώσεις του προς τους συντρόφους του είναι αφηρημένες, παραληρητικές και ασαφείς, όχι λιγότερο από αυτές των διεφθαρμένων συνδικαλιστών και των αναρχικών φοιτητών που τον υποστηρίζουν. Τα συμφέροντά του δεν φαίνεται να συμπίπτουν με το συλλογικό συμφέρον και ο καθένας εμφανίζεται μόνο στον αγώνα για επιβίωση. Σε περιόδους συστημικής επισφάλειας όπως η σημερινή μας, αυτή η ιστορία εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και επείγουσα. Ακριβώς όπως είναι αξιοσημείωτη η αντινατουραλιστική προσέγγιση της σκηνοθεσίας του Petri, που εκφράζεται στα σύνολα που εμπνέονται από τη φλαμανδική ζωγραφική, το ρυθμικό μοντάζ, τα πολύ κοντινά πλάνα. Όλα δείχνουν έναν εφιάλτη από τον οποίο ο Λουλού δεν ξύπνησε ποτέ. Επιπλέον, η τελευταία σκηνή στο εργοστάσιο, γκροτέσκο ειδυλλιακή, υποδηλώνει μια αίσθηση τραγικής κυκλικότητας αφού μετά το τελευταίο πλάνο η ιστορία θα μπορούσε να ξεκινήσει ξανά και να επαναληφθεί ξανά και ξανά…

Αν υπάρχει θεός, αυτός είναι κομμουνιστής!

«Σχολείο μου ήταν οι δρόμοι, οι οργανώσεις βάσης του κομμουνιστικού κόμματος, ο κινηματογράφος, οι παραστάσεις βαριετέ, η δημοτική βιβλιοθήκη, οι αγώνες των ανέργων, τα κρατητήρια, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, τα στούντιο των συνομηλίκων μου καλλιτεχνών, οι κινηματογραφικές λέσχες. Και, στη συνέχεια, επίσης δάσκαλοί μου ήταν αυτοί που την εποχή εκείνη ονομάζοντανεπαγγελματίες επαναστάτες”»

Στις 29-Ιαν-1929 γεννιέται στη Ρώμη, ο Elio Petri μοναχογιός μιας οικογένειας μαστόρων, με μια παιδική ηλικία που ο ίδιος χαρακτηρίζει σαν «πλήρη δυστυχίας». Ανατρέφεται σε περιβάλλον αυστηρού καθολικισμού από τη γιαγιά του, αλλά σύντομα ‑έφηβος πια δένεται βαθιά με τα ιδανικά της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος.

Κάνει την πρώτη του προσέγγιση με τον κινηματογράφο, αλλά όχι στην κάμερα, αλλά σαν κριτικός, αρχικά στην εφημερίδα του PCI “L’Unità” και μετά στην “Città aperta”, μετά σαν σεναριογράφος (δίπλα στο Giuseppe De Santis, που τον χαρακτηρίζει σαν «ο πρώτος και μοναδικός μου δάσκαλος») μέχρι να συναντηθεί με τον Marcello Mastroianni (προτού ο τελευταίος «κολλήσει» με τον Federico Fellini) δημιουργώντας την πρώτη του ταινία «L’assassino» (1961), που δεν ανήκει στην ώριμη περίοδό του (χαρακτηρίστηκε «άγαρμπη»), αλλά διαφαίνονται οι δυνατότητες που διαθέτει.

Και έρχεται το «La decima vittima» ‑Το 10ο θύμα /1965, πάλι με τον Mastroianni) και αμέσως συναντιέται με το μεγάλο Leonardo Sciascia και τον Gian Maria Volonté δημιουργώντας την ταινία «A ciascuno il suo» (σσ. «Σε καθέναν ό,τι του πρέπει», 1967).

Φτάνοντας έτσι στην «τριλογία της νεύρωσης» που με τον Volonté πια σηματοδοτεί την πιο σημαντική περίοδο για την καριέρα του.

Οι ψευδαισθήσεις του ’68 πάνε περίπατο έχουν ήδη κρυώσει όταν βγαίνει στις αίθουσες το «Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto» (1970). Το «υπεράνω υποψίας» είναι μια γερή γροθιά στο στομάχι των «καθωσπρέπει» με ένα στυλ μπαρόκ και αλλοτριωτικό και ένα θέμα ανατρεπτικό / παράλογο όσο και απειλητικό / εύλογο. Η κάμερα ακολουθεί, στην πραγματικότητα, τα βήματα ενός ανώνυμου «Dottore» (σσ. ο όρος αυτό στα ιταλικά, εκτός από το προφανές -«γιατρός» σημαίνει και «ευυπόληπτος», «υψηλά ιστάμενος» και άξιος σεβασμού) ενός αστυνομικού (του Volonté) που αφού δολοφόνησε την ερωμένη του, δεν κάνει τίποτα για να κρύψει… Διαδίδει τα αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του, πεπεισμένος ότι παντοδυναμία του σαν «κράτος» αρκεί για να τον προστατεύσει από οποιαδήποτε κατηγορία. Με καταλυτική και τη μουσική του Ennio Morricone, ένα πραγματικό ντελίριο / ψευδαίσθηση παντοδυναμίας που επιβεβαιώνεται και από το «ανοιχτό» φινάλε.
Κέρδισε το Όσκαρ για την καλύτερη ξένη ταινία, αλλά παράλληλα δέχεται βροχή από αλληλοσυγκρουόμενες (αναμενόμενο) κριτικές. Στην πραγματικότητα, πολλοί διαβάζουν μια σαφή αναφορά στον θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli και της φιγούρας του επιθεωρητή Luigi Calabresi. Δίπλα σ’ αυτούς που τον χαιρετίζουν ως έργο «ανάσα της δημοκρατίας» και «ωριμότητα της χώρας»,  συνωστίζονται εκείνοι που βλέποντας την ανοιχτή  επίθεση στη δικαιοσύνη και την αστυνομία, κατηγορούν τον Petri πως «πατάει επί πτωμάτων»

Και αν με τον «πολίτη υπεράνω από κάθε υποψία» οι πιο άγριες επικρίσεις είχαν προέλθει από την  κεντροδεξιά και τους φασίστες με την επόμενη ταινία του La classe operaia va in paradiso (η εργατική τάξη πηγαίνει στον παράδεισο) γίνεται στόχος του PCI που δηλώνει «δεν το περιμέναμε αυτό από ένα σύντροφο) και των «ενωτικών» συνδικάτων: θυμίζουμε πως η ταινία πραγματεύεται και καταγγέλλει τη φρίκη και την αλλοτρίωση του εργαζόμενου στη γραμμής συναρμολόγησης μιας μεγάλης φάμπρικας, όπου ακρωτηριάζεται ο παραδειγματικός εργάτης που καθορίζει και τη «νόρμα», ο  Ludovico Massa, χαϊδευτικά Lulù (που τον υποδύεται υποδειγματικά ο Gian Maria Volonté)

Να θυμίζουμε πως η νόρμα (σσ. “cottimo” στο έργο), είναι το   μίσθωμα της εργατικής δύναμης με βάση το ποσό της εργασίας ή του προϊόντος που παράγεται ή εκτιμάται. Ειδικά στη μεγάλη βιομηχανία και στη μεταποίηση, η δουλειά με το κομμάτι μπορεί να είναι είτε συλλογική είτε ατομική, που εφαρμόζεται στη «λάινα» και καθορίζει έναν υποχρεωτικό ελάχιστο αριθμό την ημέρα ή ανά κύκλο, που έχει να κάνει με το βασικό μεροκάματο, με πριμ και με πρόστιμα και με την εντατικοποίηση για κάποια ψίχουλα αμοιβής, μέσα από πολύπλοκους αλγόριθμους του εργοδότη καπιταλιστή όπως η «ποσοτική καμπύλη» που μπορεί να είναι γραμμική ή μη «μείωση της οριακής αύξησης» κά τερτίπια

Στο εξωτερικό, ωστόσο, η απόλυτη πρωτοτυπία της ‑ως ένα βαθμό, μαρξιστικής ανάγνωσης του ιταλού σκηνοθέτη αρέσει. Και όχι λίγο (βραβεύτηκε και στο XXI Φεστιβάλ των Καννών, με τον τρόπο που είπαμε παραπάνω)

Και η τριλογία ολοκληρώνεται το 1973 με το «La proprietà non è più un furto» (η ιδιοκτησία δεν είναι πλέον κλοπή) ‑χωρίς τον Volonté αυτή τη φορά, όπου ο Flavio Bucci και ο Ugo Tognazzi παίζουν με τη χρηματοπιστωτική  απληστία και το χρήμα.

Ο σκηνοθέτης που «σκότωσε» τον Aldo Moro

«Στην τελευταία περίοδο της ζωής μου, έκανα δυσάρεστες ταινίες σε μια κοινωνία που τώρα ζητάει την ευχαρίστηση σε όλα, ακόμα και στη δέσμευση» θα πει ο Elio.

Η ταινία του Todo Modo του 1976 (σσ. κυριολεκτικά «με κάθε τρόπο», ο ελληνικός τίτλος ήταν «Μια Σειρά Δολοφονίες»)  με τους Gian Maria Volonté, Marcello Mastroianni, Michel Piccoli Mariangela Melato Renato Salvatori κά από το επώνυμο μυθιστόρημα του Leonardo Sciascia «è soprattutto un film maledetto» (είναι πάνω απ’ όλα μια «καταραμένη» ταινία) κάτι που σύντομα μετατρέπεται σε γκροτέσκο τραγωδία σε ένα είδος αναφοράς  στους σκλαβωμένους κύκλους της Θείας Κωμωδίας.

Ένα τσούρμο ισχυρών αντρών — πολιτικών, υπουργών, επιχειρηματιών, διευθυντών εφημερίδων, τραπεζικών και ασφαλιστικών διαχειριστών, μέλη όλοι του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος πηγαίνουν σε ένα καθολικό μοναστήρι το Zafer, που βρίσκεται σε μια μυστηριώδη τοποθεσία στην Ιταλία, για να εξαγνιστούν, αλλά εκεί ξεκινάει μια σειρά δολοφονιών. Συγκεντρωμένοι υπό την πνευματική καθοδήγηση του padre Gaetano προσεύχονται και «μετανοούν» για τις αμαρτίες τους (υποτίθεται για λίγες μέρες) «αναρωτιούνται» για τη διαφθορά και την απληστία τους, σύντομα όμως ο χρόνος τρέχει και η ειδυλλιακή υποχώρηση αποκαλύπτεται για το τι πραγματικά είναι — μια δικαιολογία για όλους αυτούς τους χαρακτήρες να σχεδιάζουν και να ξανασχεδιάζουν το ένα το άλλο ώστε να βρίσκουν ουσιαστικά έναν τρόπο να παραμένουν στην εξουσία.

Τα σχέδια προγραμματισμού τους αναταράσσονται από πολλαπλές δολοφονίες που εξαλείφουν διάφορους εξέχοντες πολιτικούς, αφήνοντας τον Μαγίστορα Dr. Scalambri να αναρωτιέται για την μάλλον παράξενη εξήγηση που του δίνει ο αινιγματικός Πρόεδρος — με σαφή αναφορά στον Aldo Moro («Todo modo para buscar la voluntad divina» …«Πρέπει κανείς να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να αναζητήσει και να βρει τη θεία θέληση»!)

Ο Petri πέθανε από καρκίνο στις 10-Νοε-1982

Φιλμογραφία

  •  L’assassino (1961) — Η δολοφόνος της Ρώμης
  • I giorni contati (1962)
  • Il maestro di Vigevano (1963) — Ο δάσκαλος του χωριού
  • La decima vittima (1965) — Το δέκατον θύμα
  • A ciascuno il suo (1967) — Στον καθένα το δικό του
  • Un tranquillo posto di campagna (1968) — Ο Πύργος των εραστών
  • Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto (1970) — Υπεράνω πάσης υποψίας
  • La classe operaia va in paradiso (1971) — Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο
  • La proprietà non è più un furto (1973) — Η ιδιοκτησία δεν είναι πια κλοπή
  • Todo modo (1976) — Μια σειρά δολοφονείες
  • Buone notizie (1979) — Δυστυχώς, τα νέα είναι… ευχάριστα!
  • Τελευταία έργα του ήταν η τηλεοπτική παραγωγή της «Le mani sporche (1978), μια διασκευή του Les Mains sales του Jean-Paul Sartre και η ταινία «Le buone notizie» (1980), με πρωταγωνιστή τον Giancarlo Giannini.

Τηλεταινίες

  • Roma ore 11 (1952)
  • Le mani sporche (1978)
  • L’orologio americano (1980)

Διακρίσεις

  • Βραβείο καλύτερης ταινίας στο Festival di Mar del Plata 1962: I giorni contati
  • Βραβείο σεναρίου Nastro d’Argento 1962: I giorni contati
  • Βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών 1967: A ciascuno il suo
  • Βραβείο σκηνοθεσίας Nastro d’Argento 1967: A ciascuno il suo
  • Αργυρή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου 1969: Un tranquillo posto di campagna
  • Βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 1971: Indagine su di un cittadino al di sopra di ogni sospetto
  • Ειδικό βραβείο κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών 1970: Indagine su di un cittadino al di sopra di ogni sospetto
  • Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ των Καννών 1972: La classe operaia va in paradiso
  • Βραβείο καλύτερης ταινίας David di Donatello 1972: La classe operaia va in paradiso                                                                                                                                   

______________________________________________

βλ &  [1] <|> |> [2]

Στο site του Elio, διαβάζουμε σαν σήμα κατατεθέν: «Per fare un film bisogna avere, oggi, molta follia e molto amore per il cinema. E questo è probabilmente, l’unico aspetto positivo della faccenda…» «Για να κάνεις μια ταινία, σήμερα πρέπει να έχεις πολλή τρέλα και πολλή αγάπη για τον κινηματογράφο. Και αυτό είναι ίσως η μόνη θετική πτυχή της όλης υπόθεσης ..»

Εδώ ένα σύντομο κλιπ από το ανατρεπτικό και ταξικά πολύπλευρο έργο του «La Classe Operaia Va In Paradiso» — Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο. Είναι η σκηνή του εργατικού ατυχήματος του Μάσα (Τζ.Μ.Βολοντέ). Η συνέχεια γνωστή: θερμή συμπαράσταση των εργατών που τρομοκρατεί τη διεύθυνση, η οποία τελικά (αν και «τσιράκι» της) τον απολύει. Το εργοστάσιο παραλύει από τις απεργίες των εργατών, που ζητούν ανανέωση του συμβολαίου εργασίας του και την επαναπρόσληψή του, μαζί με ευρύτερα αιτήματα που έχουν να κάνουν με τις συνθήκες και τις ΣΣ εργασίας, ενώ παράλληλα υπάρχουν κινητοποιήσεις της τοπικής κοινωνίας. Μετά την αρχική άρνησή της, ξαφνικά η διεύθυνση του προτείνει να γυρίσει στη δουλειά, όμως μόνο αν δεχτεί να γίνει απεργοσπάστης. Ο Μάσα δέχεται, αλλά το άλλο πρωί, όταν αντιμετωπίζει τους συντρόφους του έξω από τις πύλες του εργοστασίου, που δεν τον εμποδίζουν να μπει, απλά προσπαθούν να τον πείσουν, χάνει το κουράγιο του και αρνείται. Ο αγώνας συνεχίζεται… -Εδώ όλη η ταινία

Τέλος ένα 10λεπτο αφιέρωμα με αποσπάσματα από τις ταινίες του, με τίτλους τέλους αυτό που είπε (δείχνοντας και τα όριά του από ταξικής σκοπιάς) σε μια συνέντευξη, λίγο πριν πεθάνει «Όχι! εγώ δεν πιστεύω πως η επανάσταση γίνεται μέσω του κινηματογράφου. Πιστεύω ακράδαντα σε ένα διαλεκτικό προτσές, που θα ξεκινήσει με την κινητοποίηση των μαζών… μέσω του φιλμ και κάθε άλλου μέσου που μπορεί να βρεθεί». Δεν αναφέρεται πουθενά στην εργατική τάξη και στην πρωτοπορία της το ΚΚ (βέβαια τότε είχαμε στην Ιταλία το PCI- «ΚΚ» βλ. ευρωκομμουνισμός, ιστορικός συμβιβασμός κλπ)