03 Ιουλίου 2022

3 Ιούλη 1969 –η εξέγερση στο Corso Traiano

Περισσότεροι από μισό εκατομμύριο εργάτες της βιομηχανικής περιοχής του Τορίνο κατεβαίνουν σε απεργία, που συνοδεύεται από μεγάλης έντασης συγκρούσεις με την αστυνομία.
Ήταν η έναρξη των “autunno caldo” - «καυτών φθινοπώρων»

Στις 3 Ιουλίου 1969, στο Corso Traiano του Mirafiori, μια νέα εποχή κοινωνικών αγώνων ξημέρωσε. Μια εποχή που για είκοσι χρόνια θα είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία του ταξικού κινήματος στην Ιταλία, που θα προσπαθήσει –ανεπιτυχώς, να αλλάξει την πεπατημένη....

σσ. στην περιοχή Mirafiori (Sud –νότιο τμήμα σε αντίθεση με το αστικό βόρειο) χτύπαγε η καρδιά των μεταλλουργών του Τορίνο και της αυτοκινητοβιομηχανίας Fiat -εργοστασιακό συγκρότημα μαμούθ, σήμερα περιλαμβάνει βασικά, βίλες και πολυκατοικίες διακοσμημένες με τοιχογραφίες, ενώ η πολυσύχναστη Corso Unione Sovietica (λεωφόρος ΕΣΣΔ) είναι γεμάτη καφετέριες, καταστήματα και φαστφουντάδικα και ο επισκέπτης οδηγείται στις εκκλησίες -Chiesa della Visitazione, San Barnaba του 17ου αιώνα παράδειγμα ρουστίκ μπαρόκ αρχιτεκτονικής κλπ., στο νεοκλασικό Mausoleo della Bela Rosin αντίγραφο του Πάνθεον της Ρώμης και στο καταπράσινο Parco Colonnetti με σιντριβάνια και παιδικές χαρές.

Αλλά εμείς που υπήρξαμε πάντα ταξιδιώτες παντός καιρού θα μιλήσουμε για το ιστορικό Corso Traiano –και όχι για το σημερινό κακέκτυπό του, όπου στις 3 Ιούλη 1969 και για περισσότερες από 50 ημέρες άρχισε να αναδύεται ένας ταξικός αγώνας, έξω από τα συμβιβασμένα συνδικάτα και το τότε PCI KKΙταλίας του “Compromesso storico” – «ιστορικού συμβιβασμού» που ψάχνει εναγωνίως δρόμους αναβάθμισης  του ρόλου του στην αστική διαχείριση.
Όλα αυτά είχαν να κάνουν με το
κορυφαίο στρατηγικό ζήτημα της διαφορετικής στάσης των κομμουνιστικών κομμάτων πάνω στο δίλημμα επανάσταση ή μεταρρύθμιση, δηλαδή ανατροπή ή διαχείριση του συστήματος

Δολοφονία εργατών από την αστυνομία της Battipaglia
Η 3η Ιούλη έρχεται μετά την primavera di Mirafiori -η άνοιξη του Mirafiori, που ξεκινά στις 11-Απρ-1969 με την πρώτη εσωτερική απεργία μετά από 20 χρόνια -διαμαρτυρίας για τη δολοφονία εργατών από την αστυνομία της Battipaglia.

Στις 13 Μαΐου, οι εργαζόμενοι παρέτειναν  από μόνοι τους την απεργία που είχε προκηρύξει το σωματείο και διεύρυναν την πλατφόρμα διεκδικήσεων. Τους επόμενους μήνες ο αγώνας εμπλέκει όλο το Mirafiori και αρχίζει να επεκτείνεται και στα άλλα εργοστάσια. Οι δομές μέσα από απεργιακές επιτροπές και γενικές συνελεύσεις  και οι αυτόνομες –από τα συμβιβασμένα  «επίσημα» συνδικάτα οργανωτικές μέθοδοι αρχίζουν να ριζώνουν όλο και περισσότερο.

Σε αυτό το απίστευτο ταξικό –με τα όποια προβλήματα –(δείτε «La classe operaia va in paradiso» η Εργατική Τάξη Πάει του Elio Petri με Gian Maria Volontè, Mariangela Melato, Gino Pernice στα νιάτα τους), εργαστήρι αρχίζουν να ριζώνουν τα στοιχεία που θα οδηγήσουν στην ημέρα της 3ης Ιουλίου.
Το συνδικάτο κατέληξε σε γενική απεργία προβάλλοντας και το στεγαστικό και ανακτώντας –σε κάποιο βαθμό την ηγεμονία του στους αγώνες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Δεδομένης αυτής της αφορμής, η συνέλευση εργατών-φοιτητών (ένας οργανισμός που γεννήθηκε ακριβώς από την αυτοοργάνωση) αποφασίζει μια πορεία από τα κάτω κάτω και ξεκινά συνάντηση μπροστά από την πύλη 2 του Mirafiori και συρρέουν προσυγκεντρώσεις (από Lingotto και Nichelino).

Η οπλισμένη αστυνομία -με δυσανάλογη δύναμη, επιτίθεται στην πορεία πριν καν ξεκινήσει. Εργάτες συγκεντρώνονται μερικές εκατοντάδες μέτρα παραδίπλα στο Corso Traiano και αρχίζουν να χτίζουν τα οδοφράγματα πάνω στα οποία θα εμφανιστεί για πρώτη φορά το σύνθημα "Cosa vogliamo? Vogliamo tutto" Τι θέλουμε; Τα θέλουμε όλα».

Εν τω μεταξύ, η λαϊκή οικογένεια, ο κόσμος της γειτονιάς αρχίζει να συρρέει για να δώσει το χέρι στους διαδηλωτές και αρχίζουν οι αψιμαχίες με την αστυνομία να απαντά με πυκνή ρίψη δακρυγόνων και χημικών. Οι συγκρούσεις τώρα επεκτείνονται σε όλη τη συνοικία Mirafiori και στις πέντε το απόγευμα «το Corso Traiano και όλη η περιοχή είναι  στα χέρια των διαδηλωτών, αρχίζει να νυχτώνει και ο ήχος από το ρυθμικό σφυροκόπημα των διαδηλωτών στους μεταλλικούς στύλους φωτισμού σκεπάζει την πόλη του Τορίνο» (από το Il giorno più lungo -La rivolta di corso Traiano \ η μακρύτερη μέρα -εξέγερση του Corso Traiano του D. Giachetti).

Η αστυνομία πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις της και κάνει γενική επίθεση -ανακαταλαμβάνοντας την περιοχή αργά το βράδυ με πρωτοφανή βία αδιάκριτα εναντίον παιδιών και μεγάλων. Η μάχη συνεχίζεται μέχρι τα ξημερώματα προχωρώντας προς το Nichelino όπου οι εργάτες συνεχίζουν σκληρά να υψώνουν οδοφράγματα.
Ο απολογισμός της ημέρας θα είναι 200 προσαχθέντες, 29 συλλήψεις και εκατοντάδες τραυματίες (τα αστικά ΜΜΕ της εποχής αναφέρουν –ως συνήθως «αστυνομικοί».

Mariano Rumor Ι-ΙΙ-ΙΙΙ-ΙV-V …

Να θυμίσουμε –προς αποφυγή των όποιων σκέψεων σε λάθος κατεύθυνση πως επικεφαλής της κυβέρνησης δεν ήταν κάποιος «φασίστας» αλλά ο μέγας «δημοκράτης»- χριστιανοδημοκράτης (DC), ο πολύς Mariano Rumor (1915 -1990) που ηγείτο κυβέρνησης συνασπισμού (με τους «σοσιαλιστές» και τους «ρεπουμπλικάνους»).
Το 1968 έγινε πρωθυπουργός για πρώτη φορά, οδηγώντας τρεις διαφορετικές κεντροαριστερές κυβερνήσεις  και συνασπισμούς μέχρι το 1970 και αργότερα, σε επόμενο κύκλο. Με εύσημα της «Εθνικής Αντίστασης - Resistenza vicentina», αναπόσπαστο μέρος του ιταλικού κινήματος (Ιουν-1943 \ Ιουλ-1945), με τη συγκρότηση της λεγόμενης «διακομματικής αντιφασιστικής επιτροπής», όπου έπαιρναν μέρος επίσης μέλη του «κεντροαριστερού» Partito d'Azione (Κόμματος Δράσης), του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του Σοσιαλιστικού Κόμματος…
Στον αντίποδα της «κεντροδεξιάς» μονοκομματικής –με στήριξη του φασιστικού MSI, κυβέρνησης Tambroni –αρχές 10ετίας 1960.
Το αστικό κράτος και τότε «στο ύψος του» απαγορεύονται οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις στη Σικελία, η αστυνομία σκοτώνει ένα νέο παιδί, οι καραμπινιέροι στη Ρώμη χτυπάνε στο ψαχνό  και μετά στο Reggio Emilia, έδωσε εντολή  να ανοίξουν πυρ σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» νέοι διαδηλωτές νεκροί από σφαίρες της αστυνομίας (έντεκα οι νεκροί και εκατοντάδες οι τραυματίες). 182 ριπές πολυβόλων, 14 με τουφέκι και 39 με πιστόλι θερίζουν 5 ακίνητα σώματα, 5 κομμουνιστές εργάτες παραμένουν στο έδαφος μετά το πρώτο κύμα. Είναι οι «νεκροί του Reggio»: Lauro Farioli (εργάτης), Ovidio Franchi (εργάτης), Emilio Reverberi (εργάτης, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία Garibaldi, πολιτικός επίτροπος), Marino Serri (βοσκός, παρτιζάνος της κομμουνιστικής 76ης ταξιαρχίας) και Afro Tondelli (εργάτης, παρτιζάνος της 76ης).

40 χρόνια μετά (2009) σε ένα φυλλάδιο της
–ζωντανής ακόμη !!, εργατικής-φοιτητικής συνέλευσης αναφέρεται:
Ο αγώνας συνεχίζεται!

Ήταν απεργία χθες εδώ στο Τορίνο -συμβολική με προφανείς τις προθέσεις των συνδικάτων …συλλογή υπογραφών και τέλος. Αλλά για τους εργάτες ήταν μια μέρα αληθινού αγώνα, μια ευκαιρία να τον μεταφέρουν έξω από το εργοστάσιο, να συνδυάσουν την εμπειρία των πενήντα ημερών αγώνα –τότε στο Μιραφιόρι με αυτή των άλλων εργατών, των  γειτονιών, των φοιτητών, της συνοικίας.
Αυτόν τον αγώνα, την ικανότητά του να συνεχίσει και να δυναμώσει τον εαυτό του, φοβούνται οι Ανιέλι και οι κυβερνήσεις τους τους.

Στις τρεις το μεσημέρι χιλιάδες εργαζόμενοι και φοιτητές συγκεντρώνονται μπροστά στο Μιραφιόρι για να την πορεία. Αστυνομικοί και καραμπινιέροι -παρατεταγμένοι κατά χιλιάδες από τις πέντε το πρωί- εξαπολύονται εναντίον τους, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς λόγο. Γκλόμπς,  κοντάκια, βόμβες δακρυγόνων, συλλήψεις: τίποτα δεν λείπει. Οι εργαζόμενοι αντιδρούν. Η πορεία σχηματίζεται ξανά και ξεκινά. Στο Corso Traiano νέοι αστυνομικοί, ακόμα πιο βίαιοι. Φυλοκοπούν στα τυφλά, απεργούς και παιδιά. Αλλά η κτηνώδης βία των αφεντικών δεν περνάει! η απάντηση έρχεται πό την ιερή βία των εκμεταλλευόμενων –το «ιερό πεζοδρόμιο». Η απάντηση στα τουφέκια, ρόπαλα, δακρυγόνα και χτυπήματα με κοντάκια απαντιούνται  με οδοφράγματα, από εργαζόμενους, νέους και τα παιδιά της γειτονιάς, τις γυναίκες και φοιτητές. Από εκείνους που ξέρουν ότι είναι καιρός να στείλουν τα αφεντικά και αυτούς που τους υπερασπίζονται στον διάβολο και ξέρουν ότι έχουν τη δύναμη. Αστυνομικοί και καραμπινιέροι, αυτοί οι ήρωες που είναι ικανοί να νικήσουν το μοναχικό αγόρι -όπως έγινε χθες- τρέχουν να φύγουν… μελανιασμένοι από φόβο.

Δειλά συλλαμβάνουν ξεμοναχισμένους  για το αστυνομικό τμήμα, οι περισσότεροι από αυτούς νεαροί | άβγαλτοι ακόμη εργάτες.
Εγώ-εσύ-αυτός-εμείς \ εσείς δουλεύουμε
Αυτοί μας εκμεταλλεύονται
...

Ένα ένα τα εργαλεία με τα οποία μας ελέγχουν τα αφεντικά γκρεμίζεται. Στο εργοστάσιο ο κύκλος των εκβιασμών από τα αφεντικά και η απάτης των συμβιβασμένων συνδικάτων, η εποχή του φόβου της αστυνομίας, ή των ψεμάτων εφημερίδων (από τη «Stampa» μέχρι τη «L'Unità»), TV και ραδιοφώνου έχει τελειώσει. Ο αγώνας μας ενισχύεται, οργανώνεται, διευρύνεται, στο Τορίνο όπως και σε όλη την Ιταλία. Αυτό είναι που βάζει την κυβέρνηση των αφεντικών σε κρίση και την αναγκάζει να είναι σκληρή. Πίσω από αυτό το σκληρό χαμόγελο υπάρχει ένας μορφασμός φόβου, όπως στα πρόσωπα των χθεσινών μπάτσων. Μάθαμε ένα σημαντικό πράγμα: ότι η δύναμη είναι με το μέρος μας και ότι μπορούμε να νικήσουμε. Όχι βέβαια από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά με μακροχρόνιο και συνεχή αγώνα. Η χθεσινή ημέρα ήταν ορόσημο -τώρα πάμε παρακάτω…

Στις 12 Δεκέμβρη του 1969 με τη λεγόμενη "Στρατηγική της έντασης" - το αστικό κράτος δείχνει τα δολοφονικά δόντια του στην piazza Fontana, με βομβιστική επίθεση -προβοκάτσια - Η σφαγή στην Piazza Fontana ήταν μόνο η αρχή...


Η αντίστροφη μέτρηση του PCI ολοκληρώνεται με το θάνατο του Enrico Berlinguer
στις 11-Ιουν-1984 … Το κόμμα τυπικά διαλύθηκε το 1991, κατά τη διάρκεια του 20ού Συνέδριου, (με την «ιστορική» "svolta della Bolognina ") και μετά …PDS κ.λπ. [click |>εδώ] –βλ.

Θέλουμε την κόκκινη σημαία; Ναι! | Επειδή το σύμβολο είναι της εξέγερσης! | Θέλουμε κόκκινη σημαία; Ναι!
Επειδή το σύμβολο είναι της εξέγερσης! | της επανάστασης! Θέλουμε την κόκκινη σημαία; Ναι!

"Στρατηγική της έντασης" - "Strage di Stato" | Όταν το αστικό κράτος δείχνει τα δολοφονικά δόντια του

 

 

01 Ιουλίου 2022

Τ’ αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει - όποτε ακούω από τότε ακορντεόν…


Τέτοιες μέρες 1974 κυκλοφορεί το άλμπουμ (βινύλιο) του Μάνου Λοΐζου –του δικού μας Μάνου “Τα τραγούδια του δρόμου”

A1 Μ.Λοΐζος–Ο Δρόμος
A2 Αλ.Αλιμπέρτη–Ο Αρχηγός
A3 Μ.Λοΐζος–Ο Μέρμηγκας
A4 Μ.Λοΐζος–Μη Με Ρωτάς
A5 Αλ.Αλιμπέρτη–Συρματοπλέγματα
A6 Β.Παπακωνσταντίνου–Ο Στρατιώτης

B1 Μ.Λοΐζος–Τσε
B2 Αλ.Αλιμπέρτη–Θα Κλείσω Το Παράθυρο
B3 Μ.Λοΐζος–Τ' Ακορντεόν
B4 Χορωδία Γ.Κακίτση–Δώδεκα Παιδιά
B5 Μ.Λοΐζος–Το Τραγούδι Του Δρόμου
B6 Β.Παπακωνσταντίνου–3ος Παγκόσμιος (Ο Πέτρος-Ο Γιόχαν-Κι Ο Φραντς)

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1974, αλλά τα πρώτα τραγούδια είχαν ήδη γραφτεί απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 60. Καθοριστική για τον Μάνο Λοΐζο εκείνα τα χρόνια ήταν η γνωριμία του με την Κωστούλα Μητροπούλου, η οποία υπογράφει και τους στίχους σε δύο απ’ τα τραγούδια, τον “Δρόμο” και τον “Στρατιώτη”. Ο “Δρόμος” μάλιστα είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1965 σε 45άρι με τη φωνή της Σούλας Μπιρμπίλη. Την ίδια εποχή γράφτηκαν και τα δύο τραγούδια με τα οποία πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο "Στρατιώτης" και ο "Τρίτος Παγκόσμιος". «Κι έχω κι ένα πρόσθετο λόγο να είμαι ευχαριστημένος», λέει ο Μάνος Λοΐζος στον, φίλο και συνεργάτη του, Λευτέρη Παπαδόπουλο. «Βρήκα τον Παπακωνσταντίνου, που είναι σημαντικός τραγουδιστής». Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος συμμετείχε στο δίσκο με 4 τραγούδια, και μάλιστα οι δυο τους διαφώνησαν για την επιλογή της Αλέκας Αλιμπέρτη στον “Αρχηγό” - ο Παπαδόπουλος ήθελε να το πει η Χαρούλα Αλεξίου. Ο Λοΐζος, αν και διέκρινε από νωρίς το ταλέντο της, τη δεδομένη στιγμή θεωρούσε πως η Αλεξίου ήταν μια φωνή «νυχτερινού κέντρου» (γκαρσόνα κλπ), ενώ αυτός προτιμούσε νέες \ άφθαρτες φωνές και γι’ αυτό επέλεξε την Αλιμπέρτη.

¡Anda Jaleo!
Άντε ξεσηκωθείτε \ στους δρόμους!
Σκαρφάλωσα σ' ένα πράσινο πεύκο
για να δω αν θα την διέκρινα
και είδα μόνο την σκόνη
απ' την άμαξα που την έφερε.

Άντε ξεσηκωθείτε, ξεσηκωθείτε
οι ταραχές (αψιμαχίες) τελείωσαν πια
και πάμε για πόλεμο

Μην βγεις, περιστέρα, στο πεδίο
έχε τα μάτια σου ανοιχτά γιατ' είμαι κυνηγός,
κι αν σε χτυπήσω, κι αν σε σκοτώσω
θα 'ναι για μένα θλιβερό,
θα 'ναι για μένα απώλεια,

¡Anda Jaleo!
Άντε ξεσηκωθείτε \ στους δρόμους!
Στους δρόμους των Οχυρών
είχαν σκοτώσει μια περιστέρα.

Έκοψα με τα χέρια μου
τα λουλούδια για το στεφάνι της
¡Anda Jaleo!

Βασικό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου βινύλιου είναι και πως ο Μάνος αναλαμβάνει να ερμηνεύσει ο ίδιος ένα μέρος από τα τραγούδια του δίσκου με ερμηνεία αξεπέραστη. Όπως αναφέρει και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος «...ο Μάνος στο “Δρόμο”, στον “Τσε” στο “Ακορντεόν” και στο “Μη με ρωτάς” είναι τόσο ειλικρινής, που σε ραγίζει» - «επιτέλους», μου εξομολογείται, «αυτά τα τραγούδια που τόσο έχω αγαπήσει, κυκλοφορούν! Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα έχουν εμπορική επιτυχία ή όχι. Από σουξέ, αν θέλουμε, καθόμαστε πέντε λεπτά και τα κάνουμε -θυμάσαι τη “Γοργόνα” και το “Παραμυθάκι”; Μ’ ενδιαφέρει που ήρθε η ώρα για να επουλωθούν οι πληγές μου».

Τα κομμάτια του συγκεκριμένου δίσκου γράφτηκαν σε δύο περιόδους -κάποια πριν τη δικτατορία και στην πλειονότητά τους λογοκρίθηκαν. Όπως φυσικά και αυτά που γράφτηκαν κατά τη διάρκειά της. “Ο αρχηγός”, “Ο μέρμηγκας”, το “Μη με ρωτάς” και άλλα.

Το ακορντεόν (στ. Γιάννης Νεγρεπόντης)

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έπαιζε τ’ ακορντεόν
όταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος
φωτιές στα χέρια του άναβε τ’ ακορντεόν

Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ’ άλλα
κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν
φασιστικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα
και μια ριπή σταμάτησε τ’ ακορντεόν

Τ’ αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει
όποτε ακούω από τότε ακορντεόν
κι έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει
δε θα περάσει ο φασισμός

Μη με ρωτάς (στ. Λευτέρης Παπαδόπουλος)

Τα πολυβόλα σωπάσαν
Οι πόλεις αδειάσαν και κλείσαν
Ένας βοριάς παγωμένος
Σαρώνει την έρημη γη

Στρατιώτες έρχονται
Πάνε, ρωτάνε γιατί πολεμήσαν
Κι εσύ ησυχάζεις
Το δάχτυλο βάζεις
Να βρεις την πληγή

Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι
Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι
μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς

Στην πολιτεία βραδιάζει
Το χιόνι τις στέγες σκεπάζει
Ένα καμιόνι φορτώνει
Και κόβει στα δυο τη σιγή …

Περιπολία στους δρόμους
Και κάποια φωνή που διατάζει
Κι εσύ ησυχάζεις
Το δάχτυλο βάζεις
Να βρεις την πληγή …

Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι
Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι
Μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς

Ο αρχηγός

Φτιάχναμε καπέλα από χαρτί
είχαμε και ξύλινα ντουφέκια
κι ήτανε ο πόλεμος γιορτή
στα παλιά μας στέκια

Όλοι σε φωνάζαν αρχηγό
κι ήξερες μονάχα να διατάζεις
κι έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ
για να με κοιτάζεις

Έγειρες στη γη να κοιμηθείς
κι έγινε η καρδιά σου κυπαρίσσι
σου ‘πα θα πεθάνω αν σκοτωθείς
κι όμως έχω ζήσει

Όλοι σε φωνάζαν αρχηγό
κι ήξερες μονάχα να διατάζεις
κι έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ
για να με κοιτάζεις

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία
κι έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά

Κι ύστερα κύλισε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά

Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
κι ύστερα γήπεδο στοιχήματα καυγάς
ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά

Συρματοπλέγματα
Στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος 1η εκτέλεση Αλέκα Αλιμπέρτη

Συρματοπλέγματα αναμεσά μας,
φαντάρε που ‘σαι αντίκρυ.
Αύριο θα ‘μαστε νεκροί,
αύριο θα ‘μαστε νεκροί,
μια τρύπα στα πουκαμισά μας.

Συρματοπλέγματα και στις καρδιές μας,
όπως τα γένια μας σκληρά.
Ηρθ’ η δική σου η σειρά,
ηρθ’ η δική σου η σειρά,
ρίξε να κάψεις τις σοδειές μας.

Συρματοπλέγματα και οι ψαλίδες,
κόβουν μονάχα το χαρτί.
Φυλάξου θα ‘χουμε γιορτή,
φυλάξου θα ‘χουμε γιορτή,
ανάψαν οι φωτοβολίδες.

Συρματοπλέγματα και στις καρδιές μας,
όπως τα γένια μας σκληρά.
Ηρθ’ η δική σου η σειρά,
ηρθ’ η δική σου η σειρά,
ρίξε να κάψεις τις σοδειές μας.

Ο στρατιώτης

Στίχοι Κωστούλα Μητροπούλου | τραγουδά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Του ‘παν θα βάλεις το χακί
θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή
θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή
και ήρωας θα γίνεις

Εκείνος δε μιλάει πολύ
του ‘ναι μεγάλη η στολή
του ‘ναι μεγάλη η στολή
και βάσανο οι αρβύλες

Το εμβατήριο που του ‘μαθαν να λέει
είναι μονότονο και του `ρχεται να κλαίει
είναι μονότονο και του ‘ρχεται να κλαίει
το εμβατήριο που του ‘μαθαν να λέει

Δεν του ’γραφε ποτέ κανείς
τις νύχτες ξύπναγε νωρίς
τις νύχτες ξύπναγε νωρίς
και μίλαγε για λάθος

Μια μέρα έγινε στουπί
πέταξε πέρα τη στολή
πέταξε πέρα τη στολή
και έκλαψε μονάχος

Το εμβατήριο που του ‘μαθαν να λέει
είναι μονότονο και ντρέπεται να κλαίει
είναι μονότονο και ντρέπεται να κλαίει
το εμβατήριο που του ‘μαθαν να λέει

Τρίτος παγκόσμιος

Στίχοι Γιάννης Νεγρεπόντης
1η εκτέλεση Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς
ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τανκς

Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
δουλεύαν στον Μπράουν στο Φίσερ στον Κράφτ
ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τραστ

Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
ανέμελοι δούλευαν πάντα στα τανκς
ποτέ τους δε διάβασαν Μαρξ
ιδέα δεν είχαν για τραστ και για κραχ

Ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
χωρίσαν σε Μπράουν σε Φίσερ σε Κραφτ
ο Μπράουν ο Φίσερ κι ο Κράφτ
εχθροί τάχα γίναν διαλύσαν το τραστ

Και πριν μάθουν τι είπε ο Μαρξ
στρατιώτες τους πήραν στον πόλεμο παν
ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
σαν ήρωες έπεσαν κάτω απ’ τα τανκς

ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ
ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
ξανάσμιξαν πάλι και φτιάξανε τραστ


Μια σπάνια ηχογράφηση -από τις πρώτες
Το τραγούδι του δρόμου - Γιώργος Μούτσιος


Τσε (Γκεβάρα)

Στίχοι \ 1η εκτέλεση Μάνος Λοΐζος

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα
Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα

Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές
Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές
Στην καρδία τους
Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο
Σφάλισε τις πόρτες
Τρέμω για τον άνθρωπο
Με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά
Τι ζητά και για σένανε ρωτά
Τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά
Κάθε βράδυ
Τσε Γκεβάρα

Τόσα τριαντάφυλλα
Τα ‘καψε το χιόνι
Αχ αυτή η άνοιξη
Με ματώνει

Ο μέρμηγκας

Στίχοι \ 1η εκτέλεση Μάνος Λοΐζος

Ένας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ το χέρι
Είμαι λέει ο πιο σοφός σ’ ολόκληρο τ’ ασκέρι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο δεν πεινάμε

Τα βολεύεις μια χαρά σπουδαίο μου μυρμήγκι
όμως πρόσεχε καλά τ’ ωραίο σου λαρύγγι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο μα πεινάμε

Πριν προλάβω να του πω το σύστημα ν’ αλλάξει
πλάκωσε όλο το χωριό το μέρμηγκα να χάψει

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο μα πεινάμε,
εν δυο θα σε φάμε!

Θα κλείσω το παράθυρο

Θα κλείσω το παράθυρο
την πόρτα θα καρφώσω
τη νύχτα αυτή που ο θάνατος
γωνιά γωνιά σε ψάχνει.

Δε θα σε δώσω του φονιά
πουλί κυνηγημένο
θα βρω μαχαίρι και γωνιά
και θα τον περιμένω.

Χτυπάνε δυο, χτυπάνε τρεις
ραγίζουν τα ρολόγια
χτυπάν την πόρτα δεκατρείς
ακούει η νύχτα, τρέμει.

Δε θα σε δώσω του φονιά
πουλί κυνηγημένο
θα βρω μαχαίρι και γωνιά
και θα τον περιμένω.

Το αίμα σου γαρούφαλλο
το δάκρυ μου ποτάμι…

Ο δρόμος μιας «άγνωστης»…
Κωστούλα Μητροπούλου (1933-2004)

Γεννήθηκε στον Πειραιά, κόρη του δικηγόρου, πολιτικού και ιστορικού συγγραφέα Γιάννη Μητρόπουλου και αδελφή της κεραμίστριας και ζωγράφου Κάτιας Μητροπούλου. Μετά το Γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε όμως τις σπουδές της στο τρίτο έτος. Την πρώτη εμφάνισή της στο χώρο της λογοτεχνίας έκανε το 1955, με δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων στην εφημερίδα «Η Βραδυνή». Τρία χρόνια αργότερα εμφανίστηκε στην πειραϊκή έκδοση «Το περιοδικό μας» και εξέδωσε το μυθιστόρημα «Η χώρα με τους ήλιους».
Το 1963 έγραψε στίχους των τραγουδιών του δίσκου «Ο Δρόμος» του Μάνου Λοΐζου. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, προσωπικοί λόγοι ωστόσο την ανάγκασαν να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου συνελήφθη λόγω της πολιτικής της ένταξης.
Εξέδωσε, όσο ζούσε, 46 βιβλία: 21 μυθιστορήματα, 12 συλλογές με διηγήματα, 3 νουβέλες, ένα χρονικό, 8 θεατρικά έργα και μια επιλογή από άρθρα της. Της απονεμήθηκε το Βραβείο Πεζογραφίας των Δώδεκα το 1963 για το «Πρόσωπα και φιγούρες», το Βραβείο Καλύτερου Έργου και Παράστασης το 1977 για το «Τέσσερις ερημιές», το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1984 για τη «Μεγέθυνση» και το Βραβείο European Script Fund το 1989 για το σενάριό της «Το παλαιοπωλείο στην Τσιμισκή».
Η ευαισθησία της την έφερε κοντά στα νέα ρεύματα της λογοτεχνίας στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, ως πεζογράφο και θεατρική συγγραφέα, και ειδικότερα κοντά στο γαλλικό «Νέο Μυθιστόρημα» ή «Αντι-μυθιστόρημα».
Το έργο της διδάσκεται στα ελληνικά πανεπιστήμια, στην Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία, στο Μεξικό και στη Σικελία. Κυκλοφορούν μελέτες για τα βιβλία της και το θέατρό της.

Η βιβλιοθήκη της περιήλθε στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη το 2008, μαζί με το αρχείο της. Στη συλλογή των περίπου 4.400 βιβλίων συναντάμε έναν μεγάλο αριθμό ελληνικών και ξένων μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιητικών συλλογών, θεατρικών έργων και μελετών της λογοτεχνίας, πολλά από τα οποία περιέχουν χειρόγραφες σημειώσεις της ίδιας.
Μέρος της συλλογής αποτελούν και βιβλία τέχνης της αδερφής της, καθώς και η νομική συλλογή βιβλίων του πατέρα της Ι. Δ. Μητρόπουλου.

«1050 Χιλιόκυκλοι»
Της Κωστούλας Μητροπούλου

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σού ‘στειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!

Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.
Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

«Το χρονικό των τριών ημερών» (απόσπασμα) \ της Κωστούλας Μητροπούλου

Η νύχτα γέμισε υποσχέσεις. Η νύχτα γέμισε τομές. Κανένας δεν ξέρει πότε και πώς και ώς πού θα φτάσει η δύναμη της φωνής στους 1.050 χιλιόκυκλους. Κανένας δεν ξέρει αν θα είναι η ίδια φωνή κι αν το χειροκρότημα θα έρθει αργά, πολύ αργότερα από το κακό.
Ώρα 1.44′ π.μ. Πρόσωπα και μάτια και στόματα σε σχήμα τραγουδιού, παρατάχτηκαν απέναντι ακριβώς από τα τανκς. Αναποφάσιστα τανκς απέναντι σε τόσα μάτια ερωτηματικά και μπροστά σ’ αυτή τη γωνιώδη απορία που σχηματίζει το τραγούδι σ’ ένα πρόσωπο παιδικό.
Αυτό διαρκεί τρία ολόκληρα λεπτά. Μια ολόκληρη εποχή κυκλική και εύηχη.
Ώρα 1.47′ π.μ. Τα γκλομπς, που η ειδησεογραφία της ημέρας θα τα παρουσιάσει στην αυριανή της έκδοση σα «στυλιάρια από κασμάδες», όρμησαν στο χώρο που βρίσκονται κλεισμένα τα παιδιά, σε μήκος κύματος 1.050 χιλιόκυκλων και σε χρόνο μηδέν. Ο χρόνος παραμένει μηδέν όσο διαρκεί αυτή η άκαιρη εισβολή. Έπειτα, σιγά σιγά τα γκλομπς ταυτοποιούνται με τον πανικό και διαχέονται μέσα στο χώρο που δεν τους είναι οικείος και τον κατακτούν βίαια.
Ώρα 1.50′ π.μ. Οι 1.050 χιλιόκυκλοι βουβάθηκαν. Η φωνή βγαίνει από κάπου αλλού. Κάπου μέσα στη νύχτα. Κάπου μέσα στο χρόνο. Λέει σταθερά τούτη η φωνή: «Παιδιά, μην πετάξετε τίποτα εναντίον τους. Να τους υποδεχτείτε με τη φράση: “Αδέρφια μας φαντάροι”».
Ώρα 1.57′ π.μ. Στους 1.050 χιλιόκυκλους, το τραγούδι πολλαπλασιαζόταν. Τώρα, η φωνή που ξανακούστηκε και ανάγγειλε επίσημα τη βλάβη του πομπού, ήτανε μια φωνή μονοδιάστατη. Σκέτη. Μια φωνή έρημη. Λέει: «Μέσα στο χώρο μας μπήκαν τα γκλομπς. Γιατί όχι οι φαντάροι;»
Ώρα 1.58′ π.μ. Σιωπηλά παιδιά και τα φωτίζουν οι προβολείς. Η περιγραφή περισσεύει. Στα χέρια τους κρατάνε αναμμένα φαναράκια ή κάτι σα στυλό. Είναι άοπλα. Παιδιά άοπλα και σωπαίνουν.
Ώρα 2.57′ π.μ. Τρία τανκς ορμάνε μαζί. Το πρώτο, που φαίνεται παράλογα πιο μεγάλο, ρίχνει τη μεγάλη πόρτα με τα κάγκελα. Οι άνθρωποι αραιώνουν. Οι άνθρωποι πάντα σε τέτοιες στιγμές ή χάνονται ή μένουν και πολτοποιούνται. Τα παιδιά τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο.

[πηγή: Κωστούλα Μητροπούλου, Το χρονικό των τριών ημερών (Σχολή Πολυτεχνείου), Κέδρος, Αθήνα 1987 (13η έκδ.), σ. 19-20 & 25]