29 Νοεμβρίου 2025

1η Δεκέμβρη 1960: η μέρα που οι οικοδόμοι 💥 έκαναν πέρα το φόβο και ξήλωναν τα πεζοδρόμια

Από τις 8 το πρωί οι απεργοί οικοδόμοι συρρέουν από όλους τους δρόμους προς το Εργατικό Κέντρο Αθηνών. Μέσα σε λίγη ώρα ολόκληρη η περιοχή από την πλατεία Κουμουνδούρου μέχρι την οδόν Ζήνωνος έχει κατακλυσθεί από απεργούς. Μια πραγματική ανθρωποθάλασσα που πάλλεται από ενθουσιασμό για την απόλυτη επιτυχία της απεργίας. Από τα μεγάφωνα του Εργατικού Κέντρου ανακοινώνεται ότι σ' ολόκληρη την Ελλάδα η απεργία εσημείωσε τεράστια επιτυχία και ότι σε όλα τα Εργατικά Κέντρα της χώρας πραγματοποιούνται την ίδια στιγμή μεγαλειώδεις πανοικοδομικές συγκεντρώσεις. Για την απεργία στην Αθήνα γίνεται γνωστό ότι όλα τα γιαπιά έχουν νεκρωθεί και ότι αστυνομικές δυνάμεις απεστάλησαν σ' όλες τις μεγάλες οικοδομές. Αγανάκτηση προκάλεσε στους συγκεντρωμένους η είδησις ότι η αστυνομία το πρωί διενήργησε συλλήψεις απεργών οι οποίοι κρατούνται σε διάφορα αστυνομικά τμήματα...»

1η Δεκέμβρη 1960. Είναι η μεγάλη απεργία των οικοδόμων που πέρασε στην Ιστορία σαν η μέρα που οι οικοδόμοι ξήλωσαν τα πεζοδρόμια! Είναι η εποχή που η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου επικαλούμενη «νοικοκύρεμα των ασφαλιστικών ταμείων» αυξάνει με το νόμο 4104/60 τα ένσημα για την κατώτερη σύνταξη από τα 2.050 στα 4.050. Για τους οικοδόμους αυτό σήμαινε ότι θα έβγαιναν στη σύνταξη στα 65, αν κατόρθωναν να μαζέψουν τα ένσημα. Καθώς η οργή στα γιαπιά βράζει, οι εργατοπατέρες της εποχής προσπαθούν να ησυχάσουν τα πνεύματα μιλώντας για διάλογο με την κυβέρνηση. Τα ταξικά σωματεία των οικοδόμων συγκροτούν τη Συντονιστική Επιτροπή που αφήνει στην άκρη την διοίκηση της Ομοσπονδίας και αρχίζουν έναν παρατεταμένο απεργιακό αγώνα, κορυφαία στιγμή του οποίου είναι η απεργία της 1ης Δεκέμβρη του 1960. Παραθέτουμε αποσπάσματα από το χρονικό της απεργίας, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του Αναστάση Γκίκα «Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (*).

Κείνη τη μέρα η αστυνομία βρίσκονταν από το πρωί σε πρωτοφανή κινητοποίηση. Σ' όλους τους δρόμους γύρω από το Εργατικό Κέντρο έχουν εγκατασταθεί μεγάλες ομάδες αστυφυλάκων εν στολή. Ομάδες επίσης αστυνομικών έχουν λάβει θέσεις μέχρι την Ομόνοια, ενώ αστυνομικά αυτοκίνητα πλήρη ανδρών σταθμεύουν σε διάφορα σημεία της περιοχής. Γενικά η συγκέντρωσις, πριν ακόμη αρχίσουν οι ομιλίες, ήταν ασφυκτικά πολιορκημένη από ζώνες αστυνομικών...

«Κατέβηκα στο ΕΚΑ κι οι Οικοδόμοι είχαν κιόλας γεμίσει τους γύρω δρόμους. Μέσα στα σωματεία πατείς με - πατώ σε. Αλλοι γράφονταν σαν καινούργια μέλη κι άλλοι πλήρωναν συνδρομές. Τα μεγάφωνα είχαν στηθεί στους γύρω δρόμους. Το μικρόφωνο βρισκόταν στο πρώτο πάτωμα του κτιρίου. Ο Λυκιαρδόπουλος (σ.σ. ο εργατοπατέρας πρόεδρος της τότε Ομοσπονδίας Οικοδόμων) βρισκόταν εκεί και κουβέντιαζε με στελέχη του ΕΚΑ... Γύρω - γύρω, τριγύριζαν αξιωματούχοι της Συνδικαλιστικής Ασφάλειας, με τους κατώτερούς τους. Ανήσυχοι όλοι αυτοί οι κύριοι, για τις χιλιάδες των Οικοδόμων που έρχονταν σαν ποτάμια απ' όλους τους δρόμους... Ο Λυκιαρδόπουλος θα μιλούσε από μέρους της Ομοσπονδίας, πρώτος. Μόλις πήρε το μικρόφωνο στο χέρι και φάνηκε στο παράθυρο, ακούστηκαν λίγα χειροκροτήματα. Οταν άρχισε να μιλάει περί υπουργού, περί υποσχέσεων αρμοδίων υπηρεσιών και "περί καλής θελήσεως", για τους σκληρούς αγώνες της Ομοσπονδίας, άρχισαν από κάτω να τον γιουχαΐζουν. Του φώναζαν "έμπα μέσα προδότη", "φύγε εργατοπατέρα", "να βγει η Συντονιστική να μας μιλήσει". Κρύος ιδρώτας τους έκοψε όλους.» (θυμάται ο Δ. Πατρέλης).

Μετά τις ομιλίες αντιπροσωπεία ξεκίνησε να πάει στο υπουργείο Εργασίας για να καταθέσει τα αιτήματα. «Την στιγμή ακριβώς αυτή οι αστυνομικοί που βρίσκονται στην οδό Κολωνού και Αγησιλάου βγάζουν ως εκ συνθήματος τα κλομπς και εφορμούν εναντίον της συγκεντρώσεως κτυπώντας ανηλεώς τους απεργούς. Επακολουθούν σκηνές πρωτοφανούς αγριότητος. Οι απεργοί πέφτουν αναίσθητοι από τα κτυπήματα των κλομπς, ποδοπατούνται από τους αστυνομικούς, ενώ άλλων απεργών τους στρίβουν τα χέρια, τους ακινητοποιούν και τους χτυπούν στο πρόσωπο, στο στομάχι, στην κοιλιά. Οι απεργοί υποχωρούν προς το κτίριο του Εργατικού Κέντρου, ενώ χάμω στον δρόμο σφαδάζουν τραυματίαι οικοδόμοι καταματωμένοι, με σπασμένα κεφάλια και σχισμένα πρόσωπα.

Η επίθεση και η αντεπίθεση

Η εντελώς απρόκλητη αυτή επίθεσις των αστυνομικών εναντίον ενός πλήθους που διαδήλωνε ειρηνικά την αγανάκτησή του για τον εμπαιγμό που υφίσταται, προκαλεί φοβερή οργή. Γυναίκες που από τα παράθυρα των γύρω σπιτιών παρακολουθούν τις σκηνές φωνάζουν: "Χειρότερα από τους Γερμανούς"! Ενώ η επίθεσις των αστυνομικών συνεχίζεται εναντίον των εργατών που κουβαλούν στους ώμους τους τραυματισμένους συναδέλφους τους, η μάζα των απεργών ανασυντάσσεται μπροστά στο Εργατικό Κέντρο και όταν οι αστυνομικοί επιτίθενται εκ νέου για να τους διαλύσουν οι οικοδόμοι αμύνονται απεγνωσμένα και προσπαθούν με τα σώματά των να συγκρατήσουν την επίθεση. Τα κτυπήματα με τα κλομπς δεν σταματούν ούτε στιγμή. Αστυνομικά αυτοκίνητα σφυρίζοντας δαιμονισμένα φθάνουν στον τόπο των επεισοδίων και αδειάζουν συνεχώς αστυνομικούς. Στην οδόν Πειραιώς, στο ύψος της πλατείας Ωδείου, καταφθάνουν μεγάλα στρατιωτικά αυτοκίνητα γεμάτα στρατό. Οι στρατιώτες κατέρχονται και προχωρούν με τα όπλα προταγμένα και σε σχηματισμό μάχης...

Σε μια στιγμή ακούγονται πυροβολισμοί από την πλευρά της οδού Πειραιώς και η κραυγή των υποχωρούντων απεργών "μας σκοτώνουν", "ρίχνουν στο ψαχνό". Η αγανάκτησις φθάνει στο αποκορύφωμά της. Οι οικοδόμοι αρπάζουν τα ξύλα που βρίσκουν μέσα σε μια αποθήκη της οδού Αγησίλαου, ξηλώνουν τις πλάκες των πεζοδρομίων και ετοιμάζονται να αμυνθούν ενεργητικά υπερασπιζόμενοι τη ζωή τους... Οι αστυνομικοί επιχειρούν νέα, βιαιότερη επίθεση. Αυτή την φορά οι δυνάμεις των αστυνομικών αποκρούονται από τους οικοδόμους. Πέφτουν οι πρώτες πέτρες και οι αστυνομικοί οπισθοχωρούν προσπαθώντας να καλυφθούν στις παρόδους της οδού Αγησιλάου η οποία καταλαμβάνεται και πάλι από τους απεργούς. Σε λίγο όμως και ενώ στο μεταξύ έχουν καταφθάσει ενισχύσεις η αστυνομία εκ νέου εφορμά.

Οι απεργοί καλυπτόμενοι πίσω από τα αυτοκίνητα Ι.Χ. που βρίσκονται στην οδό Αγησιλάου ρίχνουν πέτρες και τούβλα κατά των επιτιθέμενων. Οι αστυνομικοί φθάνουν μέχρι τα αυτοκίνητα αλλά είναι αδύνατον να προχωρήσουν. Τώρα αρπάζουν και αυτοί από χάμω πέτρες και τις ρίχνουν κατά των απεργών. Ενας φοβερός πετροπόλεμος αρχίζει. Ισχυρή αστυνομική δύναμις επιτίθεται από την οδό Βούλγαρη και κόβει τους απεργούς σε δύο τμήματα. Νέα μεγάλη μάχη αρχίζει. Οι αστυνομικοί απωθούν τους οικοδόμους κάτω από το Εργατικό Κέντρο. Στο μεταξύ από την πλευρά της οδού Κολοκυνθούς εκδηλώνεται άλλη επίθεσις των αστυνομικών οι οποίοι φορούν κράνη και αντιασφυξιογόνες προσωπίδες. Ενας αστυνόμος βγάζει το περίστροφό του και πυροβολεί. Ενας νέος εργάτης πέφτει αιμόφυρτος. Η επίθεσις των αστυνομικών συνεχίζεται και στις δύο πλευρές. Βροχή από πέτρες εξαπολύεται και από τις δύο πλευρές. Μεταξύ των απεργών και των αστυνομικών έχει τώρα δημιουργηθεί μια "νεκρή ζώνη". Στην οδό Κεραμικού αστυφύλακες σπάζουν και αυτοί πλάκες των πεζοδρομίων και εφοδιάζουν τους συναδέλφους τους.Σε μια στιγμή πλάι στα αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα ξεπηδά μια λουρίδα φωτιάς. "Δακρυγόνα'!... Η φωτιά από τα δακρυγόνα μεταδίδεται στη βενζίνη που έχει χυθεί από ένα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο το οποίο αναφλέγεται.

Οι υποχωρούντες απεργοί επιδιώκουν να φθάσουν στο κτίριο του ΕΚΑ. Στη "μάχη" που εξακολουθεί οι αστυνομικοί τρέπονται εις φυγήν αφήνοντας την οδό Αγησιλάου ελεύθερη. Ο δρόμος παρουσιάζει ένα άγριο θέαμα καθώς είναι καλυμμένος από πέτρες, φέιγ - βολάν, από αίματα και από καπέλα αστυφυλάκων και αστυνόμων που τα εγκατέλειψαν κατά την φυγήν των. Το πανδαιμόνιο που κάνουν οι σειρήνες των αστυνομικών αυτοκινήτων, των πυροσβεστικών αντλιών και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων που αρχίζουν να καταφθάνουν, οι κραυγές διαμαρτυρίας των απεργών, οι οιμωγές των τραυματισμένων δημιουργούν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα».

"Με αρτίαν οργάνωσιν, αναπτύξαντες πρωτοφανή μαχητικότητα, οι κομμουνισταί προκάλεσαν χθες αιματηράς ταραχάς εις Αθήνας " _
“Καθημερινή”, 2 Δεκεμβρίου 1960.

Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού βασιζόταν σε σημαντικό βαθμό και στην κατασκευή, ως συνέπεια της ανάγκης κάλυψης τεράστιων στεγαστικών αναγκών, τόσο των εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων της υπαίθρου, τα σπίτια των οποίων είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο, όσο και των εκατοντάδων χιλιάδων που συνέρρεαν από την ύπαιθρο στις πόλεις και ιδιαίτερα στο λεκανοπέδιο, προκειμένου να ξεφύγουν από την εξαθλίωση αλλά και από το κλίμα τρομοκρατίας που επέβαλε ο πανταχού παρών χωροφύλακας και τα ΤΕΑ. Λίγο πριν την περίοδο της αντιπαροχής, η αλματώδης ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας αποτελούσε ήδη εξαιρετικά επικερδή τοποθέτηση κεφαλαίων για την αναδυόμενη μεγαλοαστική (και μεσοαστική) τάξη, που είχε ανάγκη αναβάπτισης από τη μαύρη αγορά και το δωσιλογισμού της στα χρόνια της φασιστικής κατοχής, με κύριο πολιτικό εκφραστή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (λίγο πριν την "κοπανήσει " για Γαλλία).

Η οικοδομή, που απασχολούσε ~50.000 εργαζόμενους το 1950, το 1960 έφτασε ~150.000, ενώ ο αριθμός τους εκτοξεύτηκε στις 250.000 το 1970. Στον οικοδομικό κλάδο εντάσσονταν κάθε χρόνο χιλιάδες νεοφερμένοι από την επαρχία, κυρίως εργάτες και πρώην αγρότες νεαρής ηλικίας, πολλοί από τους οποίους έφερναν μαζί τους και τις μνήμες από τους σχετικά πρόσφατους, τότε, μεγάλους αγώνες του ΕΑΜικού κινήματος, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Παράλληλα, σε μια εποχή που η εξεύρεση δουλειάς ακόμη και στα περισσότερα εργοστάσια απαιτούσε προσκόμιση του διαβόητου "Πιστοποιητικού Κοινωνικών Φρονημάτων", ήταν πολλές εκατοντάδες οι παλιοί αγωνιστές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, που βγαίνοντας από τις φυλακές και τις εξορίες εργάζονταν στην οικοδομή.

Το συνδικαλιστικό κίνημα των οικοδόμων, παραδοσιακά συνδεδεμένο, ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, με το ΚΚΕ, είχε αναδείξει αριστερές διοικήσεις στις οργανώσεις του σε ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμη και από την περίοδο της Κατοχής και μέχρι το 1946. Με την έναρξη του Εμφυλίου, οι εκλεγμένες διοικήσεις καθαιρέθηκαν, δεκάδες σωματεία διαλύθηκαν, εκατοντάδες οικοδόμοι συνδικαλιστές φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν και δεκάδες απ’ αυτούς εκτελέστηκαν. Στις διοικήσεις όσων σωματείων απέμειναν, καθώς και των νέων που ιδρύθηκαν, ως σωματεία-σφραγίδες (χωρίς πραγματική υπόσταση), τοποθετήθηκαν με δικαστικές αποφάσεις ή και με αμφισβητούμενης νομιμότητας "αρχαιρεσίες", εγκάθετοι καθεστωτικοί "συνδικαλιστές ", οι περισσότεροι από τους οποίους μετέτρεψαν τη θέση τους σε αντικομμουνισμό και χαφιεδισμό ως _μεταξύ άλλων προσοδοφόρο επάγγελμα. Κορυφαία μορφή αυτού του "εργατοπατερικού συνδικαλισμού" αναδείχτηκε ο Κωνσταντίνος Λυκιαρδόπουλος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, η ένταξη στην οποία απαιτούσε από κάθε σωματείο την υπογραφή δήλωσης αποκήρυξης του κομμουνισμού. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έγιναν οι πρώτες προσπάθειες ανασυγκρότησης του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, με την ίδρυση σωματείων εκτός Ομοσπονδίας, κυρίως από κομμουνιστές που επέστρεφαν από τις φυλακές και τις εξορίες. Το 1957 τα σωματεία αυτά συγκρότησαν στην Αθήνα και τον Πειραιά, αλλά και στη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, Συντονιστικές Επιτροπές, τόσο για τη διεξαγωγή διεκδικητικών αγώνων όσο και για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την ένταξή τους στην Ομοσπονδία. Ιδιαίτερη ώθηση στην αγωνιστική διάθεση των οικοδόμων έδωσε η μεγάλη εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ, που αναδείχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση με το 24,4% το 1958. Οι διαδικασίες ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος εντάθηκαν τα αμέσως επόμενα χρόνια, ενώ κλιμακώθηκε από την άλλη πλευρά και η κρατική καταστολή και οι διώξεις κατά των πρωτοπόρων αγωνιστών του κλάδου.

Στα τέλη του 1960 η κυβέρνηση Καραμανλή έφερε για ψήφιση στη Βουλή τον νόμο 4104, με τον οποίο επιχειρούνταν η "αναμόρφωση " του συστήματος των κοινωνικών ασφαλίσεων, που απέβλεπε, στην πραγματικότητα, στην αφαίρεση κατακτήσεων των εργαζομένων, σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης ακόμη πιο ευνοϊκών όρων για την καπιταλιστική κερδοφορία. Ανάμεσα σ’ αυτά που πρόβλεπε ο νόμος ήταν και η αύξηση των ενσήμων που απαιτούνταν για τη σύνταξη των οικοδόμων, από τα 2.500 στα 4.050 ένσημα και ο καθορισμός της συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια. Καθώς το ΙΚΑ δεν λειτουργούσε ακόμη και κατά τη δεκαετία του ’50 σε όλη την Ελλάδα, ενώ ακόμη και σε περιοχές όπου λειτουργούσε (κυρίως στις μεγάλες πόλεις) μεγάλος αριθμός ενσήμων δεν επικολλούνταν (τα περίφημα "υπέρ αγνώστων "), ήταν ευνόητο ότι ελάχιστοι οικοδόμοι θα μπορούσαν να συμπληρώσουν τα 4.050 ένσημα που απαιτούνταν για σύνταξη. Ταυτόχρονα, οι σκληρές συνθήκες εργασίας στην οικοδομή, σε μια εποχή που η εκμηχάνιση των οικοδομικών εργασιών βρισκόταν στα σπάργανα, καθιστούσαν απαγορευτική την απασχόληση για όσους ξεπερνούσαν κάποια ηλικία, πόσο μάλλον όταν πλησίαζαν τα 65 χρόνια. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση προκάλεσαν την αντίδραση του κλάδου, που εκφράστηκε με την άσκηση πίεσης από τις Συντονιστικές Επιτροπές προς την Ομοσπονδία για κήρυξη απεργίας. Η αντίδραση ήταν τέτοιας έκτασης ώστε, πράγματι, η εργατοπατερική Ομοσπονδία του Λυκιαρδόπουλου προκήρυξε απεργία για την 1η Δεκεμβρίου.
Τη μέρα εκείνη τα γιαπιά νέκρωσαν και 15.000+ οικοδόμοι συγκεντρώθηκαν έξω από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας. Όταν ο Λυκιαρδόπουλος θέλησε να μιλήσει στους συγκεντρωμένους, εκθειάζοντας την κυβέρνηση και εκφράζοντας την πεποίθησή του πως τα μέτρα που αφορούν στον οικοδομικό κλάδο θα τα αποσύρει ο "φιλεργάτης υπουργός ", αντιμετώπισε την οργή του πλήθους, που με επικεφαλής τους συνδικαλιστές της Συντονιστικής Επιτροπής ξεκίνησε πορεία προς το Υπουργείο Εργασίας. Πριν ακόμη αρχίσει η πορεία, χιλιάδες αστυνομικοί, ενισχυμένοι με το μηχανοκίνητο της Αστυνομίας Πόλεων (μετεξέλιξη των διαβόητων "μπουραντάδων " της Κατοχής), εξαπέλυσαν άγρια επίθεση, κάνοντας και χρήση δακρυγόνων. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνταν χημικά για τη διάλυση λαϊκής κινητοποίησης στην Ελλάδα. Εντούτοις, οι δυνάμεις καταστολής βρέθηκαν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι τότε, οι οικοδόμοι όχι μόνο δεν διαλύθηκαν, αλλά πέρασαν και σε αντεπίθεση, στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες, καδρόνια, τούβλα από παρακείμενα γιαπιά, ακόμη και σπασμένες πλάκες από τα πεζοδρόμια, κατά των αστυνομικών, υποχρεώνοντάς τους σε αλλεπάλληλες υποχωρήσεις. Οι μάχες σταμάτησαν μετά από πολλές ώρες και ο απολογισμός ήταν 120 τραυματίες (οι τρεις από σφαίρες αστυνομικών) και 173 προσαγωγές (139 οικοδόμοι και οι υπόλοιποι αλληλέγγυοι, κυρίως νέοι). 22 από τους προσαχθέντες παραπέμφθηκαν σε δίκη.
Η βιαιότητα των συγκρούσεων και το ξάφνιασμα από την ηρωική αντίσταση των οικοδόμων στις αστυνομικές επιθέσεις, προκάλεσαν ταραχή στον αστικό πολιτικό κόσμο. Ο υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Καραμανλή, ο διαβόητος Αριστείδης Δημητράτος (που κατείχε την ίδια θέση και στη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά), μίλησε για ταραχές που "κατευθύνονται από γνωστά κομμουνιστικά στοιχεία ", ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος θυμήθηκε τα Δεκεμβριανά του 1944: "Το δράμα ", είπε στη Βουλή, "βαρύνει εκείνους οι οποίοι και προ δεκαέξι ακριβώς ετών αιματοκύλισαν την πόλιν των Αθηνών ". Με απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής, την οποία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί και η Ομοσπονδία, πραγματοποιήθηκε απεργία διαμαρτυρίας και την επόμενη μέρα. Ως εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους οικοδόμους, απήργησαν επίσης και μια σειρά άλλοι κλάδοι στην Αθήνα και τον Πειραιά, όπως οι μηχανουργοί, οι υποδηματεργάτες, οι λογιστές, οι τυπογράφοι, οι εργαζόμενοι στο Φωταέριο, οι οδηγοί και εισπράκτορες στα λεωφορεία κ.λπ.

Στην απεργιακή συγκέντρωση συμμετείχαν αυτή τη φορά τριπλάσιοι οικοδόμοι, περίπου 45.000, και δεν έλειψαν και πάλι οι συγκρούσεις με την αστυνομία, αν και σε περιορισμένη έκταση. Με τη μεγάλη απεργία της 1ης Δεκεμβρίου 1960 σηματοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, που έφερε στα 1964-65 την Ελλάδα στην πρώτη θέση, παγκοσμίως, από την άποψη της απεργιακής δραστηριότητας.  Μόνο το κατέβασμα των τεθωρακισμένων και η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, το 1967, μπόρεσε να ανακόψει αυτό το κίνημα. Το οποίο, εντούτοις, άφησε μια μεγάλη ιστορική παρακαταθήκη, πηγή έμπνευσης για τους μετέπειτα κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες του λαού μας.

Μία από τα ίδια
-οι αστοί δεν αλλάζουν
Ρίζος _15 χρόνια μετά
23-7-1975

           Ψάχνανε και τότε υποκινητές

Στο κτίριο του ΕΚΑ καταφτάνει ο Ρακιτζής, αστυνομικός διευθυντής Αθηνών που δίνει «λόγο τιμής» ότι δεν θα γίνουν συλλήψεις. Μόλις, όμως, άρχισαν να βγαίνουν οι διαδηλωτές άρχισαν και οι συλλήψεις. Ο απολογισμός της κατασταλτικής μανίας του αστικού κράτους: 173 συλλήψεις και 66 τραυματίες (3 από σφαίρες).

Σε ένα κρεσέντο αντικομμουνισμού το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου, μαζί τους και οι εργατοπατέρες, ρίχνουν την ευθύνη για τα γεγονότα στους κομμουνιστές. Ο υπουργός Εργασίας Α. Δημητράτος μιλά για απεργούς «οι οποίοι κατευθύνονται από γνωστά κομμουνιστικά στοιχεία» και απειλεί πως «δεν θα ανεχθεί "έκνομους ενέργειας" και "κομμουνιστικήν δράσιν" στα συνδικάτα». Την επομένη 2 Δεκέμβρη, 45.000 οικοδόμοι δίνουν απάντηση με νέα απεργία και διαδήλωση που χτυπιέται επίσης από τον στρατό και την αστυνομία. Στο πλευρό τους τάχθηκαν με ψηφίσματα και απεργίες αλληλεγγύης δεκάδες οργανώσεις: Τυπογράφοι, Μηχανουργοί, Υποδερματεργάτες και Λογιστές της Αθήνας, οι εργαζόμενοι στο Φωταέριο και την Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς, οι Οδηγοί και Εισπράκτορες Λεωφορείων, οι Λογιστές, Μηχανουργοί, Νοσηλευτές, Αρτεργάτες και Υαλουργοί του Πειραιά, κ.ά.

Η σημασία της απεργίας, όχι μόνο για τους οικοδόμους, αλλά και για την εργατική τάξη της χώρας μας συνολικότερα, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. «Ο πρώτος ιστορικός σταθμός για την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και του δημοκρατικού κινήματος στη χώρα μας», αναφέρει στη μαρτυρία του ο παλαίμαχος οικοδόμος Β. Κατσαρός, «είναι το 1960, όταν οι οικοδόμοι πλέον ξέσπασαν, έβγαλαν τελείως κάθε φόβο από πάνω τους και έφτασαν στο σημείο πλέον να κάνουνε ολόκληρη, όχι μόνο την ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη, να κοιτάει στο πρόσωπό τους μπροστά σ' αυτήν την τεράστια κίνηση που κάνανε». «Ηττήθησαν για πρώτη φορά οι δυνάμεις του κράτους από το εγχώριο προλεταριάτο», σημειώνει από τη μεριά του ο Θ. Σταυρόπουλος (συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη των οικοδόμων). «Ηταν μεγίστης σημασίας αυτό το γεγονός. Διότι πριν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1960 όλα τα "'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά", από την άποψη της πολιτικής τρομοκρατίας». «Οι οικοδόμοι», έγραφε ο «Νέος Κόσμος», «έσπασαν τη φοβία που επικρατούσε και έγιναν το αγωνιστικό παράδειγμα για όλους τους άλλους κλάδους, αναδείχθηκαν στην πρωτοπορία των κλαδικών αγώνων».

(*)
Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα

Το παρόν έργο αποτελεί μια σύνοψη της πείρας του κινήματος των οικοδόμων, όπως αυτή συσσωρεύτηκε μέσα από δεκαετίες αγώνων. Το βιβλίο διατρέχει όλους τους σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του κλάδου: από τα πρώτα βήματα της ταξικής αφύπνισης και συνδικαλιστικής οργάνωσης, στους σκληρούς αγώνες του Μεσοπολέμου, τη συμβολή των οικοδόμων στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, τις προκλήσεις της δεκαετίας του 1950 και την ανάπτυξη του κινήματος στη δεκαετία του 1960, έως την αντιδικτατορική πάλη και τη νίκη των ταξικών δυνάμεων επί του κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού το 1976-1977.

Πρόκειται για μια πείρα, η οποία αποτελεί χρήσιμο, αν όχι απαραίτητο, εργαλείο για κάθε εργάτη - οικοδόμο και μη - για κάθε έναν που θέλει να διερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η ταξική πάλη, η διαπάλη με τον κυβερνητικό - εργοδοτικό συνδικαλισμό, αλλά και τις δυνάμεις του συμβιβασμού, της ταξικής συνεργασίας στο εργατικό κίνημα. Ταυτόχρονα αποτελεί ένα φόρο τιμής στους χιλιάδες αγωνιστές του κλάδου, που με την ακούραστη και ανιδιοτελή δράση τους πάλεψαν σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για να ξημερώσει ένα καλύτερο αύριο, όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και την εργατική τάξη της χώρας μας συνολικότερα.

Σε μια περίοδο, όπου οι κατακτήσεις δεκαετιών δέχονται λυσσαλέα επίθεση, ποδοπατιούνται και ξηλώνονται μία-μία, η μελέτη της πείρας του κινήματος, δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Γιατί, αν υπάρχει ένα διαχρονικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή είναι πράγματι πως "τίποτα δε χαρίζεται, όλα κατακτιούνται". Το Βιβλίο κυκλοφορεί από τη "Σύγχρονη Εποχή".

 

 

28 Νοεμβρίου 2025

Σωτηρίας Μαραγκοζάκη “Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος”

Ήταν ένας Προμηθέας του καιρού του ενάντια σε θεούς και τους δαίμονές του. Για χάρη όσων μπορούσαν να κερδίσουν έναν ολόκληρο κόσμο χάνοντας μόνο τις αλυσίδες τους. Η διά πυρός και σιδήρου ζωή του ξεδιπλώνεται συναρπαστικά από την Οδησσό στη Μυτιλήνη, τον Πειραιά των εργατικών αγώνων, τον Ισπανικό Εμφύλιο, το Ανατολικό Μέτωπο μέχρι τη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Πρόκειται για την εποποιία ενός διεθνιστή επαναστάτη που μόνο με του Ερνέστο Γκεβάρα μπορεί να συγκριθεί. Ο κομπανιέρο Γριέγο, ο «Έλληνας σύντροφος», υπήρξε συνεπής με τις ιδέες του και ασυμβίβαστος μέχρι τέλους. Εμπνευσμένο από αληθινά πρόσωπα και γεγονότα. Από ανθρώπους που πίστευαν βαθιά και αγωνίζονταν συλλογικά για τις ιδέες που άλλαζαν τον κόσμο το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Όταν πύκνωνε ο ιστορικός χρόνος καταδεικνύοντας πως μόνος του κάποιος μπορεί να σώσει τον εαυτό του, μα μόνος του δεν μπορεί να σωθεί. Συνάμα, αναδεικνύονται άγνωστες πτυχές εκείνων των ταραγμένων χρόνων, όπως: ο ερχομός των Μικρασιατών προσφύγων, οι κοινωνικές συγκρούσεις ενάντια στο Κράτος και τη Βία, οι επιδημίες της εποχής, η καταστολή και τα βασανιστήρια σε βάρος των κομμουνιστών, οι σχολές της Τρίτης Διεθνούς, τα «πανεπιστήμια» των φυλακών, οι θεαματικές αποδράσεις. Βελουχιώτης, Έρενμπουργκ, Χέμινγουεϊ, Ιμπαρούρι, Δημητρόφ είναι μερικά μόνο από τα πρόσωπα που εμφανίζονται σε αυτό το παλίμψηστο μιας ζωής με αυταπάρνηση: της μυθιστορηματικής ζωής του Νίκου Βαβούδη _από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου

Η ζωή του προσαρμόζεται σε διαφορετική ταυτότητα κάθε φορά. Πιο συχνά αλλάζει το όνομα, το επίθετο σε παρανόμι, παρά το πουκάμισό του. Μυστικές συναντήσεις. Εντολές. Αποστολές. Συνωμοτικοί κανόνες. Το χρέος. Όλα με ψευδώνυμο. ''Καθαρά'' σπίτια. Γιάφκες. Κρύπτες. Κώδικες. Συνθηματικά. Μια γλάστρα στο περβάζι. Μια απλωμένη μπουγάδα. Ενα αναμμένο κερί πίσω από το τζάμι. Εύθραυστη η ελευθερία σαν γυαλί μες στην καμπάνα της σιωπής. Μια ζωή στην ανασφάλεια και ανασφάλεια αντί για ζωή. Μια ολόκληρη ζωή. Επιβίωση μετ' εμποδίων. Υπό προθεσμία. Κατ' επίφαση. Μέρα - νύχτα φυλάγεται. Μερόνυχτα, βδομάδες, μήνες, χρόνια φυλάγεται. Φοράει διπλά ρούχα. Χειμώνα - καλοκαίρι. Ιδροκοπάει. Αντέχει. Κρατάει γερά τα μυστικά, τα απόρρητα. Αντέχει. Δεν μιλάει. Δεν παραμιλάει μήτε στον ύπνο, μήτε στον ξύπνιο. Εχει μονίμως έντονη την αίσθηση πως τον παρακολουθούν τόσο που κινδυνεύει να προδοθεί αφ' εαυτού και να παραδοθεί στο τέλος από μόνος του στους διώκτες του. Ισως για το ''επιτέλους'' ενός και μόνο στεναγμού ανακούφισης.

Το παράδειγμα του Ν. Βαβούδη δείχνει πως τον άνθρωπο που εμπνέεται από μεγάλα ιδανικά «κανείς δεν μπορεί να τον βάλει στο χέρι»

Παρουσιάστηκε η έκδοση «Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος» της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη, που αναφέρεται στη ζωή του Νίκου Βαβούδη | Χαιρετισμό απηύθυνε ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας

Σ. Μαραγκοζάκη:
Γιατί ψήφο στο ΚΚΕ στις εκλογές;

«...θα σου το φαν το ρημάδι κι έβαλε κρύο, χειμώνας, σε λίγο θα ‘χουμε εκλογές, σ’ αρέσουν οι εκλογές, κοσμάκης, λόγος, χαβαλές σου φαίνεται, σπουδαίο που ψηφίζεις, ανταριάζεσαι και ρωτάς "Τι θα κάνουμε φέτο"». Με αυτούς τους στίχους της Κατερίνας Γώγου, ναι της αναρχικής ποιήτριας, ξεκινώ «προβοκατόρικα» γιατί θέλω πρώτα - πρώτα να απευθυνθώ στα νέα παιδιά που ασφυκτιούν μέσα στη φυλακή μιας απέραντης οθόνης και που αποκαλούν το ένα το άλλο «μπρο», αποκαλύπτοντας την ανάγκη τους να νιώσουν αδέρφια μέσα στην ερημιά και την αποξένωση ενός κόσμου που δεν διάλεξαν. Τι σημασία έχει αν δε γνωρίζουν τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου: «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».

Ή τον σπουδαίο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, που λέει «είναι όμορφη η ζωή, αδερφέ μου», τον Τούρκο ποιητή από τη γείτονα χώρα που δοκιμάζεται σκληρά, αλλά η αλληλεγγύη των δύο λαών μας αποδεικνύει περίτρανα πως πάντα ο λαός σώζει τον λαό. Ή την κατάληξη στο ποίημα της Γώγου: «Και δε μ’ ακούς πια. Το Κ.Κ., ρε μάνα…». Γιατί η ποίηση θα είναι πάντα αδερφή της επανάστασης και πρωτοξαδέρφη της αντίστασης.

Γιατί με το ΚΚΕ στις εκλογές;

Διότι:

  • Θεωρώ πως η μετάλλαξη του φιλελευθερισμού είναι πλέον πασίδηλη καθώς το κεφαλαιοκρατικό - καπιταλιστικό σύστημα αγγίζει τα ιστορικά του όρια. Δεν υπάρχει περίπτωση ούτε ελπίδα οποιαδήποτε κυβέρνηση προκύψει από τις εκλογές να τολμήσει να βάλει φρένο στην ασυδοσία του κεφαλαίου, στα αρπακτικά funds, να φορολογήσει τα κέρδη των τραπεζών και των επιχειρηματικών ομίλων, να αναδιανείμει τον τεράστιο πλούτο προς όφελος των εργαζομένων και της κοινωνικής συνοχής. Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω εκμετάλλευση, ανεργία ή ατελείωτες ώρες κακοπληρωμένης εργασίας, φτωχοποίηση, αστεγία, ακρίβεια, διαφθορά. Ζήσαμε καλύτερα από τους γονείς μας, μα τα παιδιά και τα εγγόνια μας αν ΔΕΝ αγωνιστούμε θα ζήσουν χειρότερα από εμάς λόγω κατάργησης των συλλογικών δικαιωμάτων, χωρίς Κοινωνική Ασφάλιση, ουσιαστική εκπαίδευση, δωρεάν Υγεία, σύνταξη. Σε δραματικές συνθήκες κλιματικής κατάρρευσης, ιμπεριαλιστικών πολέμων, υποχρεωτικής μετανάστευσης εξαιτίας της αχαλίνωτης επιδίωξης κέρδους στον καπιταλισμό.
  • Παρατηρώ πως η πολιτική υποχωρεί και δίνει τη θέση της σε μια διαχείριση των κοινωνικών αναγκών που προσαρμόζεται στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, δίχως να τις αμφισβητεί και άρα να επιχειρεί να τις αλλάξει. Η θέση των αδύναμων οικονομικά συνανθρώπων μας, των Ατόμων με Αναπηρία, των γυναικών, των συνταξιούχων, των μικροεπαγγελματιών, των μικροϊδιοκτητών γης, των μισθωτών, όλων των εργαζόμενων δεν βελτιώνεται με γλίσχρα επιδόματα, pass και άλλες αστειότητες.
  • Διαπιστώνω πως είναι η χειρότερη περίοδος στην Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και θλίβομαι για την υιοθέτηση της θεωρίας των δύο άκρων και από τα κεντροαριστερά κόμματα. Μιας ανιστόρητης θεωρίας που εξισώνει τους εργατικούς αγώνες και τη δυναμική του εργατικού κινήματος με τη φασιστική βία, προωθώντας συνάμα τη διαστρέβλωση νοημάτων και εννοιών, όπως για παράδειγμα της έννοιας του ριζοσπαστισμού, που ενώ εμπεριέχει έντονη κοινωνική κριτική και αντιπαρατίθεται de facto στον καπιταλισμό αποδίδεται σκοπίμως στη φασιστική ακροδεξιά.
  • Αγανακτώ με τον σύγχρονο πολιτικό λόγο που προσπαθεί να ξαναγράψει την Ιστορία λειτουργώντας εσκεμμένα για να εξουδετερώσει τις κοινωνικές αντιστάσεις που αντιμάχονται το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός και ο αντικομμουνισμός -ο οποίος αντικομμουνισμός εντείνεται και πάντα είναι ο προπομπός των πιο αυταρχικών μεθοδεύσεων- είναι εχθροί για το σύνολο της κοινωνίας μας.
  • Αγωνιώ για τον πολιτισμό, για το άδηλο μέλλον των Γραμμάτων, για την απαξίωση των ανθρώπων της Τέχνης. Αντί για έναν Πολιτισμό της αμφισβήτησης ενάντια στην υποβόσκουσα εξαχρείωση, στη χυδαιότητα της εμπορευματοποίησης των πάντων, στην εισβολή του κιτς, στη μεγιστοποίηση του κέρδους και όλων όσα εξανδραποδίζουν τον άνθρωπο. Αντί για έναν Πολιτισμό της ελευθερίας με τον άνθρωπο πάντα στο επίκεντρο ως απάντηση σε κάθε ερώτηση και απέναντι στους υπέρμαχους της μίας και μοναδικής, «σωστής» πλευράς.
  • Τρομάζω με την υπέρμετρη έκθεση στα αποκαλούμενα social media, με την εκπόρνευση της εικόνας του καθενός μας, με διαφημιστή μάλιστα τον ίδιο του τον εαυτό. Με τη χυδαία επίδειξη πλούτου, με την ισοπέδωση της διαφορετικότητας σε μία κόλαση του Όμοιου, με την αποθέωση του χρήματος, με την υποχώρηση των ουμανιστικών αξιών, με την πλημμυρίδα των πληροφοριών αντί της αναζήτησης αληθινής, στέρεης γνώσης.
  • Για όλα τα παραπάνω πιστεύω πως είναι ανάγκη να επαναφέρουμε στο προσκήνιο το πρόταγμα του κομμουνισμού, την κομμουνιστική «υπόθεση» και τη φιλοσοφία της διαλεκτικής -όπως εξάλλου το θέτει και ο Γάλλος φιλόσοφος Alain Badiou- ως εναλλακτική πρόταση πολιτικής χειραφέτησης που ξεφεύγει από το πρότυπο της αστικής δημοκρατίας με όραμα μια άλλη κοινωνία, σοσιαλιστική.
  • Θαυμάζω και εκτιμώ τους κομμουνιστές για την ανιδιοτέλειά τους, τη γενναιότητά τους να διαφοροποιούνται μέσα στη γενική ισοπέδωση, τη μαχητικότητα του ΠΑΜΕ, το θάρρος τους να αγωνίζονται για οικουμενικά και πανανθρώπινα ιδανικά όπως είναι η ειρήνη, την αισιοδοξία τους πως ένας κόσμος καλύτερος είναι εφικτός, τη διεθνιστική αλληλεγγύη τους, τη δύναμή τους να προτάσσουν το «εμείς» αντί του «εγώ» και είθε να τα καταφέρω να απαλλαγώ στο εξής από τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου.

Ευχαριστώ για την τιμή της πρότασης για συμπόρευση, η οποία δεδομένων των αντικειμενικών δυσκολιών μου θεωρώ ότι σημασιοδοτεί επίσης την ανάγκη συμμετοχής όλων μας και την ενδυνάμωση του αναπηρικού κινήματος.

Η ζωή του προσαρμόζεται σε διαφορετική ταυτότητα κάθε φορά. Πιο συχνά αλλάζει το όνομα, το επίθετο σε παρανόμι, παρά το πουκάμισό του. Μυστικές συναντήσεις. Εντολές. Αποστολές. Συνωμοτικοί κανόνες. Το χρέος. Όλα με ψευδώνυμο. «Καθαρά» σπίτια. Γιάφκες. Κρύπτες. Κώδικες. Συνθηματικά. Μια γλάστρα στο περβάζι. Μια απλωμένη μπουγάδα. Ενα αναμμένο κερί πίσω από το τζάμι. Εύθραυστη η ελευθερία σαν γυαλί μες στην καμπάνα της σιωπής. Μια ζωή στην ανασφάλεια και ανασφάλεια αντί για ζωή.

Μια ολόκληρη ζωή. Επιβίωση μετ' εμποδίων. Υπό προθεσμία. Κατ' επίφαση. Μέρα - νύχτα φυλάγεται. Μερόνυχτα, βδομάδες, μήνες, χρόνια φυλάγεται. Φοράει διπλά ρούχα. Χειμώνα - καλοκαίρι. Ιδροκοπάει. Αντέχει. Κρατάει γερά τα μυστικά, τα απόρρητα. Αντέχει. Δεν μιλάει. Δεν παραμιλάει μήτε στον ύπνο, μήτε στον ξύπνιο. Εχει μονίμως έντονη την αίσθηση πως τον παρακολουθούν, τόσο που κινδυνεύει να προδοθεί αφ' εαυτού και να παραδοθεί στο τέλος από μόνος του στους διώκτες του. Ισως για το «επιτέλους» ενός και μόνο στεναγμού ανακούφισης. «Με πιάσανε! Επιτέλους!». Όμως το χρέος;

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το νέο βιβλίο της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη «Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ειρήνη» και παρουσιάστηκε χθες το απόγευμα στην ΕΣΗΕΑ, παρουσία πλήθους κόσμου.

Το βιβλίο αναφέρεται στη μυθιστορηματική ζωή του Νίκου Βαβούδη, στελέχους του ΚΚΕ. Μια ζωή που ξεδιπλώνεται συναρπαστικά από την Οδησσό στη Μυτιλήνη, στον Πειραιά των εργατικών αγώνων, στις φυλακές, στον Ισπανικό Εμφύλιο και τις χώρες του σοσιαλισμού μέχρι τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όπου δούλεψε στον μηχανισμό των παράνομων Οργανώσεων του ΚΚΕ στην Αθήνα ως ασυρματιστής, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία τους με την έδρα της ΚΕ, που βρισκόταν εκτός Ελλάδας. Εκεί, σε μια διαμορφωμένη κρύπτη ο Νίκος Βαβούδης αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι για να μην πέσει στα χέρια της Ασφάλειας ζωντανός. «Πες τους αυτουνούς ότι εμένα δε θα με βάνουνε στο χέρι ζωντανό...».

Στην εκδήλωση παρευρέθηκε αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ με επικεφαλής τον ΓΓ της ΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, ο οποίος απηύθυνε χαιρετισμό.

Για το βιβλίο μίλησε ο Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής Ιστορίας του ΑΠΘ, ο οποίος χαρακτήρισε το βιβλίο μια μυθιστορηματική βιογραφία. Αναφέρθηκε στη συναρπαστική Ιστορία του 20ού αιώνα, αλλά και στη ζωή του Νίκου Βαβούδη, η οποία άλλωστε ήταν απόλυτα δεμένη με την Ιστορία των μεγάλων ταξικών αγώνων.

Όπως είπε, το βιβλίο είναι πληθωρικό γιατί πληθωρική είναι και η εποχή στην οποία αναφέρεται, καθώς και ο πρωταγωνιστής του. «Πώς αλλιώς να μιλήσεις για τον αγωνιστή και τη ζωή του;», σημείωσε και πρόσθεσε ότι μέσα από τις συνομιλίες του Βαβούδη με μεγάλες ιστορικές φυσιογνωμίες φανερώνονται «έντεχνα οι διαστάσεις, τα επιτεύγματα της εποχής».
Και έθεσε το ερώτημα: Γιατί να διαβάσει κανείς το βιβλίο; Γιατί «μας κάνει να δακρύσουμε», αλλά και γιατί λειτουργεί όπως λειτουργούσαν και οι παλιοί θρύλοι της εποχής: «Μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να μεγαλώσουμε, ότι μπορούμε να τους μοιάσουμε...». «Θα μας χρειαστεί στους δύσκολους καιρούς που έρχονται», κατέληξε.

Η Σωτηρία Μαραγκοζάκη ευχαρίστησε όλους όσοι παρευρέθηκαν, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η παρουσία όλων σας εδώ εκπληρώνει ένα χρέος σε έναν μεγάλο αγωνιστή. Στον θρυλικό ασυρματιστή, στον ασυμβίβαστο κομμουνιστή Νίκο Βαβούδη».

Ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα, λέγοντας ότι η συγκλονιστική ομιλία που είχε κάνει τον Μάρτη του '22 για τον πόλεμο στην Ουκρανία την έκανε να προσεγγίσει καλύτερα την εποχή στην οποία έζησε ο πρωταγωνιστής της.

Ανέφερε ακόμα ότι ο Νίκος Βαβούδης «διαμορφώθηκε ως προσωπικότητα μέσα στο καμίνι των πιο σκληρών ταξικών αγώνων. Ορισε με ποιους πάει, ποιους να αφήσει. Απέρριψε την αθλιότητα της βολεμένης ζωής και του εγώ».

Η Σ. Μαραγκοζάκη αναφέρθηκε ακόμα, αναλυτικά στη δομή ενός ιστορικού μυθιστορήματος. Το πώς κατάφερε να ανασυνθέσει μια ολόκληρη εποχή, τις πηγές τις οποίες χρησιμοποίησε, τα βιβλία στα οποία ανέτρεξε κλπ. Την πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση συντόνισε ο εκδότης, Κωνσταντίνος Κατσικέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε ο ηθοποιός Χρήστος Μπαλτάς.
Με ένα απόσπασμα από το ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Εγκώμιο στην παράνομη δουλειά», ξεκίνησε τον χαιρετισμό του ο Δημήτρης Κουτσούμπας:

«...Να μιλάς, αλλά τον ομιλητή να κρύβεις
να νικάς, αλλά τον νικητή να κρύβεις.
Να πεθαίνεις, αλλά τον θάνατο να κρύβεις...
Βγείτε για μια μικρή ματιά άγνωστα, καλυμμένα πρόσωπα
και δεχτείτε την ευγνωμοσύνη μας».

Και συνέχισε:

«Αν κάτι χαρακτηρίζει τη ζωή του Νίκου Βαβούδη είναι η απόλυτη αφοσίωσή του στον λαϊκό αγώνα, παρακάμπτοντας τις απαγορεύσεις, τους διωγμούς που επέβαλαν τα καπιταλιστικά κράτη στην Ελλάδα και διεθνώς.
Ο Νίκος Βαβούδης έτρεξε όπου τον κάλεσε το καθήκον, όπου τον χρειάστηκε η υπόθεση της πάλης για τα συμφέροντα των εργαζομένων, για την αλλαγή της κοινωνίας, για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αφιέρωσε τη ζωή του δίχως να λογαριάζει χρόνο, κόπο, πόνο.
Η ζωή αυτού του στελέχους του ΚΚΕ, της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των Διεθνών Ταξιαρχιών βρήκε τη θέση της και στον χώρο της λογοτεχνίας, μέσα από το ταλέντο της αγαπημένης μας Σωτηρίας. Η ζωή του πράγματι είναι μυθιστορηματική.

Ο Νίκος Βαβούδης γεννήθηκε στη Ρωσία. Ο πατέρας του καταγόταν από το Μανταμάδο της Λέσβου και η μάνα του ήταν Ρωσίδα. Μικρός ήρθε στο Μανταμάδο και όταν ενηλικιώθηκε πήγε στον Πειραιά, όπου έγινε μέλος του ΚΚΕ και δούλεψε στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Το επάγγελμά του ήταν βυρσοδέψης. Εκλέχτηκε γραμματέας του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου Πειραιά. Για τη δράση του συνελήφθη και βασανίστηκε απάνθρωπα, φυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας, από όπου δραπέτευσε το 1934 και κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Ο Βαβούδης πήρε μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο της Ισπανίας ως αξιωματικός του Βαλκανικού Τάγματος "Ντιμιτρόφ" των Διεθνών Ταξιαρχιών, στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού Ισπανίας. Μετά από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ισπανίας ο Βαβούδης επέστρεψε στη Σοβιετική Ενωση. Συμμετείχε σε αποστολές στη Γιουγκοσλαβία, παίρνοντας μέρος στον αγώνα του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ενάντια στη ναζιστική κατοχή.

Το 1944 ήρθε στην Ελλάδα ως μέλος της σοβιετικής αποστολής που είχε επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ποπόφ. Παρέμεινε παράνομος στη διάρκεια του αγώνα του ΔΣΕ και μετά από τη λήξη του, αναλαμβάνοντας διάφορες κομματικές αποστολές. Ο Νίκος Βαβούδης δούλεψε στον μηχανισμό των παράνομων Οργανώσεων του ΚΚΕ στην Αθήνα ως ασυρματιστής, για χρόνια πέρασε τη ζωή του σε κρύπτες, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία με την έδρα της ΚΕ που βρισκόταν εκτός Ελλάδας. Φυσικά, τίποτα το παράνομο δεν έκανε. Υπεράσπιζε τη νομιμότητα της λαϊκής πάλης σε εποχές που και να μιλά κανείς για την ειρήνη ήταν παράνομο. Μην ξεχνάμε, ο Νικηφορίδης εκτελέστηκε γιατί συγκέντρωνε υπογραφές για την ειρήνη, κάτι απόλυτα νόμιμο και σε καπιταλιστικές χώρες της εποχής. Καταλαβαίνουμε τι σήμαινε να κάνεις καμπάνια για άρνηση συμμετοχής Ελλήνων φαντάρων και αξιωματικών στην ιμπεριαλιστική σφαγή της Κορέας.

Σε συνθήκες απαγορεύσεων ύπαρξης του ΚΚΕ και άλλων λαϊκών οργανώσεων από το κράτος, αξιόπιστη επικοινωνία μόνο παράνομα μπορούσε να υπάρχει. Το ίδιο και οι μετακινήσεις στελεχών, το ίδιο και η αλήθεια, μόνο με παράνομα έντυπα μπορούσε να διαδίδεται. Καταλαβαίνουμε τι ευθύνη είχε ο Βαβούδης στον μηχανισμό υποστήριξης όλης αυτής της δράσης.

Τον Νοέμβρη του 1951 δυνάμεις της Ασφάλειας και του στρατού με επικεφαλής τον υπουργό Εσωτερικών Ρέντη εισέβαλαν στο σπίτι της Λυκούργου 39 στην Καλλιθέα, όπου έμενε η οικογένεια του Νίκου Καλούμενου, παράνομου στελέχους του ΚΚΕ. Εκεί, σε διαμορφωμένη κρύπτη, βρισκόταν και ο Νίκος Βαβούδης. Σύμφωνα με μαρτυρία αλλά και με δημοσιεύματα στον Τύπο, ο Βαβούδης αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι για να μην πέσει στα χέρια της Ασφάλειας ζωντανός. Λίγο πριν, φώναξε: "Εμένα ζωντανό δεν θα με βάλουνε αυτοί στο χέρι. Δεν θα με πιάσουνε".

Προηγουμένως έκαψε έγγραφα που βρίσκονταν στην κρύπτη. Εξέπνευσε την επόμενη μέρα στο Νοσοκομείο "Αγία Ολγα" της Νέας Ιωνίας, όπως ανακοίνωσε η αστυνομία. Το τότε ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού "Ελεύθερη Ελλάδα", υποστήριξε ότι ο Ν. Βαβούδης δεν σκοτώθηκε αλλά φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες!!!

Η απαράδεκτη αυτή κατηγορία κατά του Ν. Βαβούδη δεν τεκμηριώνεται σε καμία Απόφαση του Κόμματος ή σε άλλα κομματικά ντοκουμέντα. Μάλιστα, στην καθοδήγηση του ΚΚΕ υπήρχε πολύ θετική εκτίμηση για τον Βαβούδη. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και στην Απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ, τον Οκτώβρη του 1950, που προέβλεπε να εξετάσει σε επόμενη Ολομέλεια το ενδεχόμενο πρόσληψης στην ΚΕ του Ν. Βαβούδη, μαζί και με άλλα στελέχη του Κόμματος, ως μέλους της.

Στη διαμόρφωση λαθεμένης εκτίμησης για τον Ν. Βαβούδη -καθώς και για άλλα στελέχη του Κόμματος που δούλευαν στον παράνομο μηχανισμό - εκτός από λαθεμένες εκτιμήσεις για γεγονότα, δυστυχώς συνέβαλαν και γνώμες στελεχών του Κόμματος που βρίσκονταν στην Ελλάδα. Η λαθεμένη εκτίμηση για τον Νίκο Βαβούδη διαμορφώθηκε μέσα σε ένα κλίμα όπου η αντιπαράθεση με τον ταξικό εχθρό, ειδικά σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας, η πείρα από προσπάθειες διείσδυσης του ταξικού αντιπάλου σε κρίκους της οργανωτικής δομής του ΚΚΕ, απαιτούσε αίσθημα αυξημένης επαγρύπνησης και περιφρούρησης από τα στελέχη του Κόμματος. Η διαπάλη στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα με τις διάφορες οπορτουνιστικές τάσεις συνδέθηκε και με προσπάθειες ανάπτυξης αντεπαναστατικής δραστηριότητας από δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, γεγονός που ενισχύθηκε τότε από τον ρόλο και τη στάση του Τίτο και της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας. Η πολιτική καχυποψία τροφοδοτούνταν και από προβοκατόρικες φήμες και κατασκευασμένα σενάρια που διέδιδε η ίδια η Ασφάλεια, με σκοπό να σπείρει σύγχυση και αμφιβολίες για στελέχη του Κόμματος. Αυτό το κλίμα επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι η Ασφάλεια δεν έδωσε τη σορό του Νίκου Βαβούδη, ούτε έγινε γνωστό το μέρος της ταφής του.

Παρότι στη δεκαετία του 1950 ακόμα, συγκεκριμένα στην 8η Ολομέλεια της ΚΕ, συναντάμε την εκτίμηση: "Ολη η ιστορία του Νίκου Βαβούδη και όλα τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι ο Βαβούδης ήταν από τους πιο αφοσιωμένους αγωνιστές". Τη ζωή του τη διακινδύνεψε πολλές φορές, και πάντοτε με την ψυχραιμία και τη σεμνότητα που διακρίνει τους ήρωες. Παρότι, επίσης, έγιναν διάφορες δημοσιεύσεις, όμως δεν υπήρξε επίσημη αποκατάσταση του Ν. Βαβούδη τότε, και η απαράδεκτη εκκρεμότητα παρέμεινε επί δεκαετίες. Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 2011 για το Δοκίμιο της Ιστορίας αναγνώρισε την ηρωική ιστορία του Ν. Βαβούδη στο ΚΚΕ και στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, και αποφάσισε την πλήρη αποκατάστασή του.

Ο Νίκος Βαβούδης είναι ένας από τη στρατιά ηρώων που διαπαιδαγώγησε το ΚΚΕ. Το παράδειγμά του, η μυθιστορηματική ζωή του δείχνουν πως τον άνθρωπο που εμπνέεται από μεγάλα ιδανικά, από πίστη στις δυνάμεις του λαού και στο δίκιο του, "κανείς δεν μπορεί να τον βάλει στο χέρι", όπως ήταν τα τελευταία του λόγια. Το ιστορικό μυθιστόρημα της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη και οι εκδόσεις "Ειρήνη" μάς δίνουν ένα έργο που διαβάζεται απνευστί, ενώ η απαραίτητη μυθοπλασία που το συνοδεύει εντάσσεται τόσο τεκμηριωμένα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής που έζησε και έδρασε ο Νίκος Βαβούδης, ώστε χωρίς πρόβλημα όλα αυτά να ενσωματώνονται αρμονικά στις βαθύτερες σκέψεις και τους προβληματισμούς που μπορεί να κάνει ο αναγνώστης.

Αναμφίβολα είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαπαιδαγωγήσει, κυρίως να τονώσει το ενδιαφέρον όλων μας, ιδιαίτερα της νέας γενιάς, για την πραγματική, αξιοθαύμαστη αγωνιστική Ιστορία και πορεία του λαού μας. (...)

Και από την ιστορία αγωνιστών όπως ο Νίκος Βαβούδης εμείς αντλούμε την αισιοδοξία μας πως μέσα από τις δυσκολίες, ακόμα και τις ήττες του παρελθόντος, προσμένουμε το ξημέρωμα, αφού το πιο βαθύ σκοτάδι έρχεται πριν φανεί η πρώτη αχτίδα του ήλιου. Γιατί, όπως έλεγε και ο Τσε, "αξίζει, φίλε μου, να υπάρχεις για ένα όνειρο, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει". Και όπως συμπλήρωνε ο Όσκαρ Ουάιλντ, "πρέπει πάντα να στοχεύεις το φεγγάρι, γιατί ακόμα κι αν αποτύχεις, προσγειώνεσαι στ' αστέρια"».

Πηγή Ριζοσπάστης | 902                  __

Για την αποκατάσταση του Νίκου Βαβούδη

Κυκλώνει η μνήμη και επιτίθεται κατά ριπάς. Μια εικόνα, μια φράση, ένα τραγούδι, μια ανεπαίσθητη οσμή π.χ. δερματόκολλας και γίνονται θρύψαλα προσώρας τα χειροπιαστά παρόντα. Τσαγκάρης ο πατέρας στα Λουτρά, επαρχία Αλεξανδρουπόλεως τότε, δεινός μάστορας, είχε σολιάσει - θαρρείς- μαζί με τα παπούτσια συγχωριανών και κοντοχωριανών και τα δάχτυλα των χεριών του. Με αυτές τις σκληρές, πέτσινες, ανυπότακτες παλάμες της υπομονής και του μόχθου κράταγε προστατευτικά το παιδικό μου χέρι, χάιδευε σπάνια αλλά όσο πιο απαλά και προσεκτικά γινόταν το μάγουλο ή την κορυφή της κεφαλής μου μα η αφεντιά μου δυσανασχετούσε! Χάδι ήταν εκείνο; Σαν τρίψιμο με γυαλόχαρτο, σαν γρατσούνισμα πληγιασμένου ζώου, σα φευγαλέα τιμωρία. Χρόνια μετά όταν κατάλαβα το αναζήτησα το ντροπαλό, το ακάνθινο, το μεταμφιεσμένο σε χάδι άγγιγμα που μαρτυρούσε την πορεία ενός βίου υπερήφανα αβίωτου. Μα βρήκα τα παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα βελούδινα χέρια ενός υπερήλικα, κατάδικου χωρίς ποινή σε κλίνη-φυλακή εκείνου που αναποδογύριζε λόγγους και ριζιμιά για να μαζέψει λίγα κυβικά ξύλα για το χειμώνα όταν δεν κέρωνε σπάγγο για τα παπούτσια. Και τότε ήταν που ένιωσα ότι έχασα για πάντα την αθωότητά μου.