Στο Τζάνειο Νοσοκομείο, στα 83 του
χρόνια, έχοντας δώσει σθεναρά τη μάχη για τη ζωή και πάντα αισιόδοξος για τη
νίκη του αγώνα της εργατικής τάξης ως την τελευταία του πνοή __συλλυπητήρια
στους οικείους του
“Αθόρυβος”
αγαπημένος και πάντα της διπλανής πόρτας
Η Λία θυμήθηκε το ’42, που φορούσε αρβυλάκια με λάστιχο αυτοκινήτου για σόλα και χοντρές καφετιές κάλτσες με ρίγες… Είχε λιακάδα σαν και σήμερα. Καθότανε στο προαύλιο του Πανεπιστημίου και λιαζότανε μ’ απλωμένα τα πόδια. Δίπλα της, δυο άλλα πόδια, με λουστρινένια προπολεμικά γοβάκια και κάτασπρες κάλτσες πλεγμένες με βελόνες. Ήτανε η Ματίλντε. Η Λία δεν μπορεί να θυμηθεί ξεκάθαρα τα πρόσωπα. Η Ματίλντε είχε μαύρα μαλλιά και φιλντισένιο πρόσωπο. Λεπτομέρειες της ξεφεύγουν. Τα πόδια όμως, παράξενο, σαν να τα ‘χει μπροστά της. Θυμάται ακόμα και τη μελανιά, που είχε στάξει από το στιλό του Κρίτωνα στην κάτασπρη κάλτσα της Ματίλντε.
-Να τη βράσεις με τσουένι και θα φύγει το μελάνι, συμβούλεψε η Γιάννα, που καθότανε στη ράχη του πάγκου και τα παπούτσια της άγγιζαν σχεδόν τη φούστα της Λίας, κάτι παιδικά, αγορίστικα παπούτσια με κορδόνια και χακί κάλτσες γκολφ.
Απλωμένα στον ήλιο και τα πόδια της Μαρίας, με καλοκαιρινά πέδιλα και χοντρές κάλτσες. Ο Κρίτωνας καμάρωνε για τα καινούρια του άρβυλα από την οδό Πανδρόσου.Ύστερα είχαν έρθει αθόρυβα, να σταθούν πλάι στα δικά της, δυο πόδια με λαστιχένια παπούτσια του μπάσκετ και μάλλινες κάλτσες από αδρύ μαλλί. Οι κοπέλες τσίριξαν χαρούμενα.
-Γεια σου, Γρηγόρη!
Ο Γρηγόρης άπλωσε τα μακριά του χέρια, σαν νά ‘θελε να τις αγκαλιάσει όλες μαζί.
-Γεια σας, αγάπες μου, είπε και τράβηξε τη Γιάννα παράμερα.
“Κι όμως η φωνή του είναι ολότελα σαν και τότε”, συλλογίστηκε η Λία μετά το τηλεφώνημα.
—Έσβησα το κοτόπουλο με κρασί, μισάνοιξε την πόρτα ή μητέρα του Τάκη.
—Καλά, λέει μηχανικά ή Λία και κοιτάζει τις γόβες της.
Ολοκαίνουργιες, αφόρετες σχεδόν, στέκονται απάνω στο χαλί, Έτσι όπως τις πρωτόχε δει στη βιτρίνα. Τις κοιτάζει και προσπαθεί, με απόγνωση και πείσμα, να διώξει τη σκέψη, πώς δε θα μπορεί πια να. αγοράζει τέτοιες γόβες, με μαλακό πετσί σα γάντι, χωρίς να της έρχονται στο νου τ’ Αρβυλάκια της κατοχής, από την οδό Πανδρόσου, πού πάλιωνε γρήγορα ή βακέττα τους και σχιζόταν κ’ ύστερα έκανε πάνω ο τσαγκάρης χοντρά καφετιά γαζιά, πού σχημάτιζαν ροδίτσες… Αρβυλάκια & Γόβες
Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1973 και πρόσφερε από όλες τις θέσεις και χρεώσεις του Κόμματος, στην αρχή στην Κομματική Οργάνωση Παρισιού.
Στα δύσκολα χρόνια των αρχών του 1990 συμμετείχε ενεργά στη μάχη για τη σωτηρία του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ και της Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά. Την περίοδο εκείνη υπήρξε μέλος του Γραφείου Πόλης της ΚΟΠ.
Διετέλεσε Διαμερισματικός Σύμβουλος του 2ου Διαμερίσματος Πειραιά και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μαζικών αγώνων στην περιοχή.
Εργαζόταν ως οικονομικό στέλεχος επιχειρήσεων.
Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπισε με σθένος τα σοβαρά προβλήματα υγείας του, προσφέροντας πάντα ό,τι καλύτερο μπορούσε στο Κόμμα. Λίγο πριν πεθάνει υπαγόρευσε την τελευταία του παραίνεση: “Σας εύχομαι πάντα να αγωνίζεστε για μια πιο δίκαιη ζωή, να παλεύετε την κάθε δυσκολία και να μην τα παρατάτε ποτέ, με πείσμα και αφοσίωση στον αγώνα”.
Το ΚΚΕ τον αποχαιρετά με βαθιά θλίψη και εκφράζει τα πιο βαθιά της συλλυπητήρια στη γυναίκα του, συντρόφισσα Γεωργία, τα παιδιά και τα εγγόνια του.
Η πολιτική κηδεία του θα γίνει στη Ριτσώνα την Πέμπτη 9 Ιούλη στις 11 το πρωί✨ 902
Τον ξέρω χρόνια "στο ιερό πεζοδρόμιο" καιμέσω ΜΚΔ από το 2021 με απίστευτες πλάκες
Του άρεσε πολύ αυτό __Για το μεγάλο, το ωραίο, το συγκλονιστικό!
🎈 Η τελευταία του
ανάρτησηΓεια σας μάγκες μου
Εγώ σήμερα σας αποχαιρετώ και σας στέλνω όλη μου την αγάπη μέσα από την καρδιά μου (μπορεί να μην μου φαινόταν αλλά κατά βάθος ήμουν γλυκός κι ευαίσθητος) . Πάλεψα πάρα πολύ με γερό πείσμα για να ζήσω, έκανα έναν μεγάλο αγώνα , όπως έκανα και όλη μου την ζωή. Έφυγα ήρεμος και γαλήνιος, ευτυχισμένος και χαρούμενος, μέχρι την τελευταία μου στιγμή είχα δίπλα μου την οικογένεια μου και δεν φοβόμουν τίποτα. Σας εύχομαι πάντα να αγωνίζεστε για μια πιο δίκαιη ζωή , να παλεύετε την κάθε δυσκολία και να μην τα παρατάτε ποτέ , με πείσμα και αφοσίωση στον αγώνα . Δεν θέλω να στεναχωριέστε ,έφυγα πλήρης και ικανοποιημένος από αυτήν την ζωή __ Όνειρα γλυκά και τριανταφυλλένια
6 Μαΐου · 2026
Η τρίτη ηλικία στον σοσιαλισμό
![]() |
| DDR 1959 |
Στο θεραπευτήριο__
“Του είπαν λοιπόν να ετοιμαστεί και στις 9 η ώρα το επόμενο πρωί θα έστελναν ένα ασθενοφόρο να τον πάρει. “Ναι καλά” είπαν όλοι στο σπίτι, συνηθισμένοι από την προ σοσιαλισμού εποχή που έπρεπε να περιμένεις το ασθενοφόρο κάνα δυο μέρες και στον τέλος αποκαρδιωμένος φώναζες ιδιωτικό.
Όμως στις 9 νταν το ασθενοφόρο ήταν έξω από το σπίτι και το πλήρωμα, οδηγός, γιατρός τραυματιοφορέας άρχισαν να του φωνάζουν να ετοιμαστεί γρήγορα γιατί είχαν και άλλη δουλειά να κάνουν. Βέβαια την επόμενη μεταφορά την είχαν προγραμματίσει για μια ώρα αργότερα από τον εκτιμώμενο χρόνο παράδοσης του Αλέκου, γιατί στον σοσιαλισμό όλα είναι χαλαρά, ο κόσμος δουλεύει συνειδητά αλλά χωρίς άγχος, δεν θα χαλάσει ο κόσμος να πιούνε ένα καφεδάκι όσο θα περιμένουν τον ασθενή να ετοιμαστεί και να φάνε κανένα πεντανόστιμο κουλουράκι πορτοκαλιού που τους κέρασε η μέλλουσα χήρα που το είχε φτιάξει με τα χεράκια της.Ήταν τόσο νόστιμα τα κουλουράκια της, που ενώ έφτιαχνε συνέχεια γιατί άρεσαν πολύ στον Αλέκο αυτά εξαφανίζονταν σε 2-3 μέρες απ’ όταν τα έψηνε έτσι που τα έπαιρναν σακούλες σακούλες τα εγγόνια. Ετοιμάστηκε λοιπόν ο Αλέκος, έκανε πως δεν μπορούσε να περπατήσει (καπιταλιστικά κατάλοιπα κουτοπονηριάς) για να τον πάρουν σηκωτό και να φχαριστηθει την καροτσάδα (κατά το βαρκάδα), όμως οι τραυματιοφορείς την μυρίστηκαν τη βρωμιά, ο γιατρός τον χτύπησε τάχα τυχαία στο μπούτι και αυτός αντέδρασε σαν άνθρωπος που δεν έχει πρόβλημα στο περπάτημα, όμως έκαναν πως δεν κατάλαβαν τίποτα για να μην του χαλάσουν το χατίρι, ετοιμοθάνατου ανθρώπου, τον πήραν σηκωτό, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και κάνοντας μια μεγάλη βόλτα από Χαϊδάρι, Μέγαρα, Αλεποχώρι, Σχίνο Περαχώρα Λουτράκι Πάχη Σαλαμίνα Πέραμα Λιμάνι Πειραιά Χατζηκυριάκειο για να χαρεί την διαδρομή, έφτασαν στην κλινική. Ξέχασα να σας πω πως επί εποχής σοσιαλισμού τα ασθενοφόρα κατασκευάζονταν με μεγάλα γυάλινα πανοραμικά παράθυρα για να μπορεί ο ασθενής να βλέπει την θέα στην διαδρομή και να ξεχνάει τα βάσανα του.
Ο Αλέκος που μικρός είχε πάει στην κλινική για μια μικροεπέμβαση και περίμενε να δει κανένα ετοιμόρροπο σαράβαλο μετά από τόσα χρόνια που είχαν περάσει, έμεινε άφωνος από αυτό που αντίκρισε. Ένα υπέροχο ανακαινισμένο πέτρινο κτίριο με λουλουδάτη πρασιά, μεγάλο ισόγειο πάρκινγκ, μαγαζί λουλουδιών και δώρων, καφετέρια, και από πάνω τα δωμάτια με τεράστια παράθυρα και πλατιά μπαλκόνια με τραπεζάκια και αναπαυτικές πολυθρόνες να κάθονται οι τρόφιμοι να πίνουν το καφεδάκι και να τρώνε το γαλακτομπούρεκο τους απολαμβάνοντας την θέα στο Πασαλιμάνι, με τις ψαρόβαρκες που έφευγαν το πρωί να πάνε να βρούν αθερίνα, καλαμάρια και γαρίδες και τα ζευγαράκια που το βράδυ έκαναν ρομαντικές βαρκάδες σε βάρκες με κουπιά που πατώντας ένα κουμπί μπορούσαν να γίνουν αυτόματα και να λάμνουν μόνα τους και ο καβαλιέρος έκανε πως τα κουνούσε για να εντυπωσιάσει την γκόμενα και αυτή που ήξερε το κόλπο έκανε πως τον θαυμάζει “πωπω τι δυνατός που είσαι, τι γερά μπράτσα που έχεις, για να πιάσω το ποντίκι σου”.Καλή λοιπόν η πρώτη εντύπωση, ξέχασε ότι δεν μπορούσε να περπατήσει και μπήκε τρέχοντας στο θεραπευτήριο για να πάει να πιάσει κρεβάτι με θέα. Ανεβαίνοντας όμως διαπίστωσε ότι μόνο μπροστινά δωμάτια υπήρχαν, ενώ το πίσω μέρος χρησίμευε για ψυχαγωγία και ανάπαυση των τροφίμων, με αίθουσες προβολής, τραπεζάκια σκάκι, τεράστια βιβλιοθήκη όπου κυριαρχούσαν εκλεκτά λογοτεχνικά βιβλία με το “ο καλός στρατιώτης Σβέικ” να έχει δεσπόζουσα θέση, ίντερνετ και όλα τα καλούδια που μας κάνουν ωραία την ζωή. Για να τον βάλουν σε καλό κρεβάτι έβγαλε με τρόπο ένα εικοσάρικο να το δώσει στην υπάλληλο της υποδοχής, ένα πεντάμορφο κορίτσι, σίγουρα ΚΝίτισσα, αλλά εισέπραξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που τον έκανε να λουφάξει και να μαζευτεί, γιατί πολλές μαλακίες είχε κάνει μέχρι τότε. Τον έβαλαν λοιπόν σ’ ένα υπέροχο δωμάτιο, φρεσκοβαμμένο με ωραία κάδρα που αναπαριστούσαν τις ημέρες της επανάστασης (ένα έδειχνε τον Κουτσούμπα να καρφώνει την κόκκινη σημαία στην ταράτσα της Μαξίμου, ενώ ο Κούλης ίδρωνε και ξεΐδρωνε στον κήπο να ξεχορταριάζει τα παρτέρια, με υπέροχες κουρτίνες φωτεινές λουλουδάτες στο χρώμα π’ αγαπούσε και μία αναπαυτική πολυθρόνα δίπλα σε κάθε κρεβάτι.
![]() |
| ΕΣΣΔ 1959 |
Η τύπισσα που εδώ θα την λέμε Λιλίκα, τον καλωσόρισε με εγκάρδια λόγια και του άφησε στο κομοδίνο ένα πακετάκι για το καλωσόρισμα.Το άνοιξε και είδε με χαρά ότι ήταν ένα γαλακτομπούρεκο που όταν το δοκίμασε διαπίστωσε ότι ήταν ένα πεντανόστιμο αριστούργημα σαν αυτό που έφτιαχνε η συχωρεμένη η μάνα του.
Πώς ήξερες γειτόνισσα ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου γλυκό;
Μπήκα στα αρχεία και το είδα του απάντησε μ’ ένα πονηρό τσαχπίνικο χαμόγελο και του έκλεισε το μάτι, η αλήθεια όμως ήταν ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της κλινικής είχε ψάξει στα αρχεία, βρήκε τι προτιμούσε και έστειλε να το αγοράσουν από το κατάλληλο γαλακτομπουρεκάδικο που έφτιαχνε παραδοσιακά προϊόντα της δεκαετίας του 60...
Όλη αυτή η περιποίηση της κλινικής προς τους τροφίμους είναι όπως σας εξήγησα ο στόχος τέτοιων ιδρυμάτων για να κάνουν την ζωή των ασθενών όσο πιο ευχάριστη γινόταν. Καί, από καθήκον, για να ευχαριστήσουν τους απόμαχους της δουλειάς για όσα είχαν προσφέρει στην κοινωνία, αλλά και γιατί οι επιστήμονες είχαν ανακαλύψει ότι η ευχαρίστηση και ευτυχία έχουν θεραπευτικές ιδιότητες, ιδίως σε καταστάσεις και ασθένειες που η ψυχολογία παίζει σημαντικό ρόλο για την καλύτερη αντιμετώπιση τους.Πήγε λοιπόν να ξαπλώσει η γιαγιά φροντίζοντας την ώρα που έβαζε τα πόδια της στα σκεπάσματα να φανεί λίγο μπουτάκι που ομολογουμένως ήταν παχουλό, όμορφο και σέξι (αξιοχάιδευτο κατά Μπαμπινιώτη) και άκρως γοητευτικό για την ηλικία της. Άφησε κι ένα κοριτσίστικο ναζιάρικο αναστεναγμό, γύρισε στο πλευρό να κοιμηθεί κάνοντας την καμπύλη της λεκάνης να διαγράφεται ανάμεσα στα βαθουλώματα των γοφών και της μέσης, θέαμα άκρως σαγηνευτικό, που έκανε τον Αλέκο να νοιώσει ένα φούσκωμα στα σκέλια, κάτι που είχε να του συμβεί πάνω από πέντε χρόνια, χαμήλωσε το χέρι και διαπίστωσε με ενθουσιασμό ότι κάτι ζωντάνεψε και σκέφτηκε ότι ήταν πολύ τυχερός που τον έφεραν σ’ αυτήν την κλινική. Δεν ήξερε βλέπεις ότι τα θεραπευτήρια αυτού του είδους ήταν όλα το ίδιο πράγμα, μόνο στην εμφάνιση άλλαζαν, ο εξοπλισμός, το προσωπικό οι μέθοδοι ήταν παρόμοια, ήταν προϊόν ερευνών για να επιτευχθεί ο στόχος της παροχής υψηλοτάτων υπηρεσιών στα πρόσωπα που τις είχαν ανάγκη. Να συμπληρώσω εδώ ότι κάθε κρεβάτι ήταν εξοπλισμένο, με καλώδια, αισθητήρες, μετρητές (μικροσκοπικά και αόρατα) που ήταν συνδεδεμένα με μόνιτορ που παρακολουθούσαν την εξέλιξη της υγείας του ασθενούς, ψυχολογικής και σωματικής, έτσι που να μπορούν να κάνουν τις απαραίτητες βελτιώσεις, διορθώσεις για καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων τους. Πήραν λοιπόν ένα απογευματινό υπνάκο, μέχρι που μια απαλή διακριτική μουσική τους ξύπνησε και απ’ τα μεγάφωνα τους ρώτησαν τι ήθελαν να τους φέρουν για απογευματινό. Η Λιλίκα διάλεξε ένα σορμπέ βατόμουρου με κομματάκια ψημένη καραμέλα και σιρόπι από κούμαρα του βουνού και μια ιδέα παγωτό βανίλια και ο Αλέκος, τι άλλο, γαλακτομπούρεκο της μαμάς, γαρνιρισμένο με γλυκό κερασάκι και πασπαλισμένο με φρεκοτριμμένο φυστικάκι Αιγίνης. Για συνοδευτικό ζήτησε ένα ποτηράκι λικέρ καλάουα. Εκεί που απολάμβανε την υπερπαραγωγή ήρθε η Λιλίκα και όλο γλύκα τον ρώτησε μήπως θα ήθελε να δοκιμάσει λίγο απ’ το… σορμπέ της. Αυτός δέχτηκε, αυτή του είπε να κλείσει τα ματάκια και ν’ ανοίξει το στοματάκι, αυτός υπάκουσε και σε ένα δυο δευτερόλεπτα ένοιωσε μια απερίγραπτη γλύκα στο στόμα που δεν ήταν σίγουρος αν οφείλονταν στο σορμπέ ή στην γλωσσίτσα της συγκατοίκου του. Ταυτόχρονα ένοιωσε το χεράκι της να του ψαχουλεύει το κορμί μέχρι που σταμάτησε στο σημείο ντε, το χούφτωσε και άρχισε τις …μαλάξεις.
Γεμάτος γλύκα έκλεισε τα μάτια, ώσπου στο τέλος δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν αυτό που τον γλυκοχάιδευε ήταν χέρι ή… κλπ κλπ.
Έξω πάνω απ’ την πόρτα του δωματίου άναψε ένα κόκκινο φωτάκι που σήμαινε “παρακαλούμε μην ενοχλείτε” Όπα μάγκες μου μην αρχίσετε τώρα τις σεμνοτυφίες και τα στρσβομουτσουνιασμάτα, στον σοσιαλισμό ζούμε και έχει καταργηθεί κάθε είδους ιδιοκτησία. Τα ζευγάρια είναι ερωτευμένα και κάνουν σεξ για είκοσι με τριάντα χρόνια το πολύ και μετά γίνονται φίλοι, αδερφοί, σύντροφοι, νοιάζονται ο ένας στον άλλο, αλλά η σεξουαλική επιθυμία και ο πόθος τις περισσότερες φορές σβήνουν. Τι πιο φυσικό από το να μπορούν να συνευρίσκονται με άτομα που ποθούν και αισθάνονται αμοιβαία έλξη, χωρίς ζήλιες, κακίες εχθρότητα και τσακωμούς; Γιατί δηλαδή κάποιος να ξοφλάει σεξουαλικά απ’ τα εξήντα και τα εβδομήντα του; Εγώ νομίζω ότι καθένας μας πρέπει να χαίρεται όταν το ταίρι του αισθάνεται πλήρες, χορτασμένο και ευτυχισμένο.
Μην τρελαθούμε κι όλας! _Πάμε πάρα κάτω.
Μετά απ’ όλα αυτά τα ωραία κι ενώ κάπνιζαν το τσιγαράκι τους που ήταν τελείως ακίνδυνο (άλλη σπουδαία ανακάλυψη των σοσιαλιστών επιστημόνων), χτύπησε η πόρτα και η κουκλάρα νοσοκόμα τους ρώτησε σε ποιο δρώμενο θα θέλανε να συμμετέχουν μετά το δείπνο. Ο Αλέκος κοίταξε ερωτηματικά την Λιλίκα που κάνοντας του ένα καθησυχαστικό νόημα απάντησε πως θα ήθελαν να πάρουν μέρος στο “πάρτυ των εφήβων”.
Αφού λοιπόν έφαγαν το βραδινό τους, ελαφριά κοτόσουπα με φρυγανισμένες μπουκιές και ήπιαν κάνα δυο ποτηράκια από το φρεσκοστυμμένο Μποζωλαί που είχαν στείλει από το αδερφό ίδρυμα της νότιας Γαλλίας, άραξαν αγκαλίτσα για να ξεκουραστούν (έξω στην πόρτα άναψε πάλι το κόκκινο φωτάκι) και κατά τις 9 το βράδυ ξεκίνησαν για το πάρτυ.
Σε μια μεγάλη ωραία αίθουσα είδαν καμιά δεκαριά γεροντάκια να κάθονται γύρω γύρω σε αναπαυτικά πουφ και να παίζουν την μπουκάλα. Γέροι και γριές, ωραία ντυμένοι, με ξαναμμένα πρόσωπα, γοητευτικά χαμόγελα και χαριτωμένες κινήσεις, περιμέναν να δουν σε ποιον θα πέσει η μπουκάλα. Αν ήταν του άλλου φύλλου, μπορούσαν να φιληθούν, όπως και όση ώρα τους άρεσε, και αν το φιλί ήταν γλυκό και ευχάριστο μπορούσαν να δώσουν ραντεβού και να προχωρήσουν την εμπειρία σε άλλα αχαρτογράφητα και ενδιαφέροντα μονοπάτια. Κάθε ζευγάρι που τα έβρισκε αποχωρούσε, για να πάρει τη θέση του άλλο από αυτά που περίμεναν στην ουρά για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Καμιά φορά τύχαινε να σταματήσει η μπουκάλα σε άτομα του ίδιου φύλου. Τότε κατά κανόνα την ξαναγύριζαν εκτός αν ήθελαν οι εμπλεκόμενοι φιληθούν για να δοκιμάσουν να δουν αν τους αρέσει. Μερικές φορές η δοκιμή πετύχαινε και φτιάχνονταν ζευγαράκια ευτυχισμένα που επιτέλους βρήκαν το νόημα της ζωής τους.
Του Αλέκου και της Λιλίκας δεν τους πολυάρεσε το παιχνίδι, όχι γιατί ήταν πουριτανοί, αλλά γιατί είχε αρχίσει να δημιουργείται μια αμοιβαία έλξη αναμεταξύ τους. Παρ’ όλο που η Λιλίκα τον παρότρυνε, πήγαινε ρε να δεις, μπορεί να σου αρέσει, ο Αλέκος αρνιόταν πεισματικά και λόγω του αισθήματος που ενοιωθε για την συγκάτοικο του, αλλά και γιατί τόσες αισθησιακές στιγμές που έζησε σήμερα τον είχαν αποκάμει και ενοιωθε μια κομάρα σαν αυτές που αισθανόταν πενήντα χρόνια πριν όταν η μέση επίδοση του ήταν δύο φορές την ημέρα. Φεύγοντας απ’ την μπουκάλα η Λίλικα πρότεινε να πάνε στο κουτούκι που ήταν στην δεξιά γωνία της πίσω βεράντας, ένας χώρος με γυάλινη πρόσοψη που έβλεπε στο αίθριο. Στο βάθος της αίθουσας υπήρχε το πάλκο με 3-4 μουσικά όργανα, ντραμς, κιθάρα, μπουζούκι και ακορντεόν, μικρόφωνο μπροστά για τον τραγουδιστή και στην άλλη πλευρά, δύο βαρέλια με άσπρο και κόκκινο κρασί απ’ όπου γέμιζαν τσίγκινα κατοσταράκια που τα συνόδευαν με κρασομεζέδες, φέτα με λάδι και ρίγανη, ελιές, λακέρδα, κανένα κεφτεδάκι, σαρδέλα παστή Καλλονής και άλλες λαχταριστές λιχουδιές.
Όταν μπήκαν κάθισαν στο τελευταίο άδειο τραπέζι, ενώ η παλαίμαχη αοιδός Πίτσα Παπαδοπούλου που διατηρούσε φωνή καμπάνα τραγουδούσε και ένας γέρος χόρευε ζεϊμπέκικο και δυο γριές του βάραγαν παλαμάκια και τον κοίταζαν σαν ξερολούκουμο. Κάτσανε λοιπόν πέσανε τα πρώτα κρασάκια, κάνανε σ΄υγεία με τους διπλανούς ώσπου η Λιλίκα έριξε την ιδέα: πάμε να χορέψουμε. Εδώ είναι που έπιασε εξ απήνης τον Αλέκο που δεν είχε χορέψει ποτέ στην ζωή του, προσπάθησε να το αποφύγει, δεν μπορώ, δεν ξέρω της είπε, σήκω πάνω ρε θα σε μάθουμε μεις. Τι να κάνει ο φουκαράς σηκώθηκε και προσπαθούσε να χτυπάει τα πόδια του σύμφωνα με το τακ τακ που άκουγε στην μουσική. Βάραγε παλαμάκια όλη η ταβέρνα, ξεχάστηκε, μεράκλωσε, ένοιωθε όλο και πιο ελαφρύς όλο και πιο ευτυχισμένος μέχρι που το χαιρότανε τόσο που δεν ήθελε να σταματήσει.
Κατά τις 12 ο υπεύθυνος του καταστήματος τους ειδοποίησε ότι σε10 λεπτά έκλεινε το μαγαζί και ότι την επόμενη θα τραγουδούσε Γιώργος Νταλάρας, αν του σταματούσε η διάρροια που τον βασάνιζε 2 μέρες τώρα, αλλιώς θα βλέπανε πώς θα γέμιζαν το πρόγραμμα, και το Σάββατο θα ερχόταν η Ζωζώ Σαπουτζάκη που έκανε περιοδείες στα γεροντάδικα, χόρευε, τραγουδούσε με σχιστά φορέματα που άφηναν να φαίνονται τα μπούτια της και ψυχαγωγούσε ανάβοντας τους άρρενες τροφίμους, ενώ τα κορίτσια την κοίταζαν με ζήλια “ρε πώς κρατιέται έτσι στα 106 της η καρ@#@λα”.
Οι ήρωες της ιστορίας μας λοιπόν καληνύχτισαν την παρέα και έφθασαν κατάκοποι στο δωμάτιο, έπεσαν στα κρεβάτια τους και ξεράθηκαν, ούτε καληνύχτα δεν πρόλαβαν να πουν. Αυτή τη νύχτα δεν άναψε έξω απ’ το δωμάτιο 69 το κόκκινο φωτάκι.










