12 Οκτωβρίου 2026

Διονύσης Χαριτόπουλος: Μαλβίνα! έγινα αυτό που είμαι; έρωτες & μεθύσια; … Ελένη;

Μετάνιωσα για πολλά, αλλά είμαι σίγουρος ότι με τα μυαλά που είχα θα έκανα ξανά τις ίδιες μαλακίες. Μόνο ο ηλίθιος δεν μετανιώνει, αφού νομίζει ότι τα έχει κάνει όλα σωστά.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον βαθύ Πειραιά, στα Μανιάτικα, το πιο σκληρό και αδιαπέραστο γκέτο που υπήρχε. Το σπίτι μου ήταν στα κατσάβραχα της οδού Νικηταρά, τον οριζόντιο δρόμο που διαπερνά Μανιάτικα, Άγιο Δημήτρη και Ταμπούρια, μια ελληνική φαβέλα. Στις γειτονιές μαχαιρώματα, ξύλο, ζόρικες παρέες, νταβατζήδες, λαθρέμποροι, όπλα και βεντέτες. Εκεί δεν είχε γέλια, τραγούδια και ελαφρότητες. Οι άνθρωποι ήταν σκυθρωποί και τσιτωμένοι. Αγέλαστοι και αυστηροί. Βουρκότοποι, ρέματα, δρόμοι χωρίς πεζοδρόμια και φωτισμό. Η υπόληψη του άλλου ανέγγιχτη, αλλιώς έβγαιναν μαχαίρια. Η μόνη αξία ήταν η δύναμη.

  Μάνη _Μανιάτες & “Μανιάτικα”

Οι Πειραιώτες του Χαριτόπουλου

Τις εποχές όπου ο κόσμος είχε μπέσα, άγρια ένστικτα και ανοιχτή καρδιά ο Διονύσης Χαριτόπουλος τις ξέρει καλά. Εκεί κάτω στο λιμάνι όπου περιφέρονταν πραγματικές γυναίκες και άνδρες, ιερόδουλες, μάγκες, μεροκαματιάρηδες, άνθρωποι του πόνου που τιμούσαν τον λόγο τους, το ψωμί κι ο συγγραφέας έβρισκε τα πρώτα υλικά για τα βιβλία του από την εποχή που έγραφε το “η νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι”. Στο νέο του βιβλίο αφθονούν οι ιστορίες από τον Πειραιά μιας άλλης εποχής, από το 1947-1967, με εμβόλιμα αποσπάσματα από τις ειδήσεις για πραγματικά πρόσωπα -τους εφοπλιστάδες της εποχής, τους ποδοσφαιριστές και τις διάσημες εταίρες- και όχι μόνο. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο, ακολουθώντας το παράδειγμα του Σεφέρη, “Πειραιά, ου μ’ εθέσπισεν”. Στο μυαλό και στη σάρκα.
              Οι φυλές του Πειραιά
Δύο είναι οι φυλές του Πειραιά. Και το αόρατο τείχος που τις χωρίζει είναι σκληρό κι αδιαπέραστο σαν το τείχος του Βερολίνου· αρχίζει από το πάνω φρύδι του Λιμανιού, τα μηχανουργεία του Άγιου Διονύση, και φτάνει ως τις φάμπρικες γύρω από το γήπεδο Καραϊσκάκη. Από την αποδώ πλευρά, τη βιτρίνα της πόλης, Πλατεία Κοραή, Δημοτικό Θέατρο, Καστέλα, Πασαλιμάνι, Φρεαττύδα, άντε και τις δυο νησιώτικες παροικίες, Χατζηκυριάκειο, Καλλίπολη, σε σπίτια κανονικά μέχρι αρχοντόσπιτα, κατοικούν επί το πλείστον πλοιοκτήτες, καπετάνιοι, εμπορευόμενοι, καθηγητές, δικηγόροι, γιατροί, δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιωτικοί, το ανώτερο πλήρωμα των καραβιών, τελωνειακοί, εκτελωνιστές, και την περνάνε από υποφερτά έως ζάχαρη, χάρη στα πλούσια ελέη του Λιμανιού. Στην αποκεί πλευρά, τον βαθύ Πειραιά, με τις βόρειες συνοικίες πάνω από το Λιμάνι, Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Καμίνια, Ταμπούρια, Αμφιάλη, Κοκκινιά, Άσπρα Χώματα, Πέραμα, Αγιά Σοφιά, Μανιάτικα, τα κανονικά σπίτια είναι μετρημένα· όλο παράγκες, παραπήγματα, χαμοκέλες, χαμόσπιτα που ανασαίνουν εργάτες και εργάτριες, μικροπωλητές, ναυτεργάτες και χαμάληδες στο Λιμάνι, αλλά και οι μάγκες, τα αλάνια κι οι αϊτονύχηδες της πιάτσας· γι’ αυτό, αν και η Τρούμπα ανήκει γεωγραφικά στον κεντρικό Πειραιά, την κουμαντάρουν και την περιδιαβαίνουν νύχτα μέρα τα αγόρια των συνοικιών, ενώ για τα καλόπαιδα του κέντρου η Τρούμπα είναι περιοχή απαγορευμένη. Τα αγόρια των καλών περιοχών και οι επισκέπτες της πόλης δεν περνάνε το αόρατο τείχος προς τις συνοικίες, δεν έχουν κανέναν λόγο για μπλεξίματα. Αλλά έρχονται οι συνοικίες στο κέντρο. Ιδίως τα Σαββατόβραδα πολλά αγόρια από τις ζόρικες γειτονιές ντύνονται τα καθαρά τους, λαδώνουν το μαλλί και κατηφορίζουν για βόλτα στον λουσάτο Πειραιά, να χαζέψουν φωτισμένες βιτρίνες, περιποιημένα κορίτσια, να δουν νέα έργα στο σινεμά, που δεν παίχτηκαν ακόμα στην περιοχή τους, να πιουν καφέ στα ζαχαροπλαστεία Πασαλιμανιού και πλατείας Κοραή, και με την παρουσία και το τσαμπουκαλεμένο φέρσιμό τους ενοχλούν τα τζιμάνια του κέντρου.
             Ο μάγκας και η τραγουδίστρια
Ο μάγκας πήρε τη μικρή τραγουδίστρια κι έφυγε. Όχι επειδή τον τρέλαναν τα σκέρτσα της, αλλά επειδή έτσι. Ούτε βλέφαρο δεν έπαιξε στο σκυλάδικο, ποιος να κουνηθεί και τι να κάνει· μόνο ένας νεαρός σερβιτόρος τούς πήρε στο κατόπι, κι αυτός από μακριά. Ο μάγκας πήγε τη μικρή πίσω από τον Ηλεκτρικό Σταθμό, αρχή Μαυρομιχάλη στου ΜΕΛΕΤΗ, που είναι ανοιχτά όλο το εικοσιτετράωρο για εργάτες και ξενύχτες, με πατσά πρώτης, γιουβαρλάκια, τασκεμπάπ με χοντρό μακαρόνι, κεφτέδες στη σάλτσα.
             Ο πατσάς τον αηδίαζε. Ούτε αυτή ήθελε.
Πήραν από μία μακαρόνια με κιμά κι άρχισαν να τρώνε· από το τζάμι της πόρτας έκοψε τον νεαρό σερβιτόρο του σκυλάδικου να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Ο μάγκας είναι μάγκας της αρχιεπισκοπής, όχι κάνα παρακατιανό κουτσαβάκι της πιάτσας· δεν καταδέχεται να μανουριάσει με τον πιτσιρικά για τα κόλπα μιας μικρής που ακόμα μετράει τον ίσκιο της.
Του έγνεψε να μπει μέσα.
Ο σερβιτόρος μπήκε υπάκουα κι ήρθε πάνω από το τραπέζι τους.
- Κάτσε να φας.
Ο νεαρός ξαφνιάστηκε από την καλή υποδοχή· κάθισε σεμνός και μαζεμένος. Το κορίτσι αμίλητο, σκυμμένο στο πιάτο του.
- Τι τρέχει μ’ αυτή; τον ρωτάει.
Ο νεαρός δεν απάντησε.
- Ακούω, γυρνάει στη μικρή.
Βουβαμάρα.
Ο μάγκας τράβηξε αργά την καρέκλα του πίσω και σηκώθηκε.
- Δικιά σου, λέει του σερβιτόρου. Με δυο μάπες θα στρώσει.
Πλήρωσε τον λογαριασμό και τους άφησε μόνους.

            Ο θρυλικός Μπούκοβι
Ο προπονητής του Ολυμπιακού Μάρτον Μπούκοβι ή “Μάρτσι Μπάτσι” _Θείος Μάρτσι για τους Μαγυάρους, και “Πατέρας” για τους οπαδούς του Θρύλου, βγήκε από το ξενοδοχείο ΚΑΣΤΕΛΑ, που έχει εγκατασταθεί από τότε που ήρθε στον Πειραιά. Καλύτερο τόπο διαμονής δεν θα μπορούσαν να έχουν βρει για τον ξένο στα μέρη μας προπονητή, και αυτός απολαμβάνει κάθε φορά την πρωινή βόλτα του: μόνο εδώ βρίσκει λίγη ησυχία με αυτούς τους τρελούς οπαδούς που έχει μπλέξει και τον κυνηγάνε παντού.

 
Η Καστέλα είναι μια καλλονή με παλιά αρχοντόσπιτα που κατηφορίζουν από την κορυφή του λόφου ως κάτω στο κύμα της θάλασσας, με ήρεμους, ευγενικούς ανθρώπους και μικρά κίτρινα τρόλεϊ FIAT, που δεν μουγκρίζουν οι μηχανές τους σαν των λεωφορείων, αλλά ρολάρουν αθόρυβα στον κεντρικό της δρόμο. Τα τρόλεϊ στην Καστέλα είναι σαν σχολικά αυτοκίνητα που οι επιβάτες γνωρίζονται μεταξύ τους όπως οι συμμαθητές: οι οδηγοί και οι εισπράκτορες με τις καφετιές στολές σαν πιτζάμες και τα άσπρα τους πηλήκια με γείσο ξέρουν με τα μικρά ονόματά τους καλοντυμένους ηλικιωμένους και τις φορτωμένες ψώνια παραδουλεύτρες, λένε τα νέα τους, τα βάσανα και τις χαρές, ανταλλάσσουν συμβουλές και ευχές, λες και ανήκουν όλοι σε έναν ιδιαίτερο κόσμο, όλο καλοσύνη και ενδιαφέρον για τον άλλον.

            Ο Ολυμπιακός είναι ιδέα; ή ⁉️ olympiacos.org 💰

     Από τα "Μιζούρι" της μπάλας στο ποδόσφαιρο της μάσας

Ο Μπούκοβι ακολουθεί πάντα την ίδια πρωινή διαδρομή να πάει στο Πασαλιμάνι για καφέ: περπατάει, χωρίς να βιάζεται, στο πεζοδρόμιο προς τη θάλασσα, περνάει πάνω από τον Βασιλικό Ναυτικό Όμιλο με δάσος κατάρτια των ιστιοπλοϊκών, μετά έξω από το Κάβο Ντόρο του σκληρού Μανιάτη Φωτάκου με τ’ όνομα, μπροστά από τα σκαλάκια που κατεβάζουν στη “Σπηλιά” του δαιμόνιου Παρασκευά, που μετέτρεψε το αρχαίο σπήλαιο Σηράγγειον στο διασημότερο κέντρο διασκέδασης, κάτι μεταξύ μπουζουκάδικου και βαριετέ, που εμφανίζονται Μαρούδας, Γούναρης, Χιώτης, Λίντα, Βλαχοπούλου, Μπελίντα, Λάουρα, Μελάγια, Μπιθικώτσης και βέβαια η θεά επί της Γης Μάριον Σίβα, το αστέρι της πίστας, που θαμπώνει άντρες και γυναίκες· μόλις εμφανίζεται, δεν χρειάζεται να τραγουδήσει, οι θαμώνες τη θαυμάζουν άφωνοι και η ορχήστρα ξεχνιέται να παίξει, ενώ στα τραπέζια της “Σπηλιάς” βλέπεις το ανφάν γκατέ των φραγκάτων και της αριστοκρατίας παρέα με διασημότητες, Ωνάση, Κάλλας, Ρενιέ, Γκρέις Κέλι, Μάρλον Μπράντο, Αντονι Κουίν, Τζέιν Μάνσφιλντ, Σοφία Λόρεν, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Αλέν Ντελόν, Ρόμι Σνάιντερ, Σιμόν Σινιορέ.
Βέβαια ούτε στην Καστέλα ο Μπούκοβι γλιτώνει εντελώς από τους γαύρους, είναι μέχρι να τον αντιληφθούν οι οδηγοί των αυτοκινήτων που περνάνε. Αρχίζουν ο ένας μετά τον άλλον να κορνάρουν για χαιρετισμό, και κάποιοι ωρύονται για να τον πάρουν μαζί τους.

              Ο πρωτάρης και η τροτέζα
Πήγε πρώτη φορά με κορίτσι στο ξενοδοχείο. Φέρθηκε ακριβώς όπως τον είχαν δασκαλέψει οι μεγαλύτεροι στο καφενείο: έδωσε ταυτότητα στον υπάλληλο της ρεσεψιόν, η κοπέλα περίμενε πιο πίσω, πήρε το κλειδί και ανέβηκαν στο δωμάτιο. Οι κουρτίνες στο παράθυρο ήσαν τραβηγμένες και δεν έμπαινε φως: γύρισε τον διακόπτη, και μια λάμπα άναψε πλάι στο διπλό κρεβάτι. Στο ξένο δωμάτιο ένιωσε μαγκωμένος. Εδώ πέφτουν τα προσχήματα, ξέρουν και οι δυο τον λόγο που ήρθαν, γι’ αυτό χρειάζεται μια προθέρμανση, να σπάσει η κρυάδα.
              Από την αρχή το πάνω χέρι το είχε εκείνη.
Πωλήτρια σε καλό μαγαζί στο Πασαλιμάνι, πιο ξεβγαλμένη στον κόσμο, δυο-τρία χρόνια πιο μεγάλη, και στην ουσία αυτή που τον καμάκωσε με το θάρρος που του έδωσε.
Τώρα σειρά του να πάει παρακάτω.
Έπρεπε να πάρει πρωτοβουλία, να οδηγήσει τα πράγματα, και το έκανε όσο πιο γλυκά μπορούσε: σε λίγο βρέθηκαν γυμνοί στο κρεβάτι, και τα κορμιά αγρίεψαν, αλλά, παρά τη μεγάλη έξαψη και λίγο πριν το τελικό μπάσιμο, είχε ακόμα μυαλό να προσέξει την αλλόκοτη συμπεριφορά της κοπέλας: έδειχνε ότι ανταποκρίνεται με πάθος, κόρωνε μαζί του, μα είχε βάλει το χέρι της κάτω από το κρεβάτι και ψαχούλευε τον σωμιέ. Μάλλον βρήκε κάποιο συρματάκι να εξέχει, τρύπησε το δάχτυλό της στη ρώγα, να τρέξει λίγο αίμα, το έφερε μπροστά και πέρασε με τρόπο το ματωμένο δάχτυλο ανάμεσα στα πόδια της. Ο νεαρός έπιασε το νόημα.
Κατάλαβε πως αν έκανε ότι δεν είδε, προκειμένου να μη χαλάσει τη φτιάξη, μετά θα έμπλεκε με απαιτήσεις παράλογες. Τραβήχτηκε αποπάνω της και ανασηκώθηκε:
- Γιατί το έκανες αυτό, της λέει αυστηρά.
Τι να πει; έβαλε τα κλάματα.
Μόνιμη κάτοικος της γειτονιάς από το 1958, όταν άφησε πίσω της τους Μολάους Λακωνίας, η αεικίνητη κυρία Μαρίνα Παυλή.  Αν και η κυρία Μαρίνα Παυλή, που ζει για σχεδόν 60 χρόνια σε ένα σπίτι δίπλα στον νέο σταθμό, θυμάται πολύ καθαρά δύο φονικά σε καφενεία της γειτονιάς, σήμερα ο περισσότερος κόσμος δείχνει απρόθυμος να μιλήσει για εκείνα τα χρόνια.
Συνεχίζει ο Χαριτόπουλος: “Είναι φυσικό”, σχολιάζει η Μαρία Σαμπατακάκη, ιστορικός και εισηγήτρια της έννοιας και πρακτικής της “δημόσιας και εφαρμοσμένης” Ιστορίας στην Ελλάδα, δημιουργός του “hιστορισταί” και με πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολύ ενδιαφέρον ερευνητικό πρόγραμμα “Μανιάτικα dark”, που “τρέχει” σε συνεργασία με το μεταπτυχιακό Ψηφιακού Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Πειραιά. Της ζητάω  να μου πει περισσότερα γι’ αυτή τη δυσκολία να βγουν οι σκελετοί από την ντουλάπα. “Τα Μανιάτικα κουβαλούν μια δύσκολη κληρονομιά, διαμορφώθηκαν από το εθιμικό δίκαιο που έφεραν μαζί τους οι Μανιάτες, και αυτό περιλαμβάνει ουκ ολίγες αιματοχυσίες για λόγους τιμής και όχι μόνο. Συνήθως αυτές οι διενέξεις έληγαν με μια διαδικασία συμφιλίωσης των αντιπάλων που είχε τα χαρακτηριστικά ιεροτελεστίας. Άπαξ και οι εχθροί “φίλιωναν”, κανείς δεν μπορούσε να ανασύρει ούτε διά της εξιστόρησης την παλιά έχθρα. Επιπλέον, οι άνθρωποι σε παλιότερες κοινωνίες είχαν περάσει πολλά και είχαν μάθει –καλώς ή κακώς– να σωπαίνουν, ήταν ο τρόπος τους για να μη βρίσκουν τον μπελά τους αλλά και για να μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους”…. Ο κύριος Κυριάκος Λεκοδημήτρης, έξω από το σπίτι του.
              Όπλα και σιωπή
Οι Μανιάτες ήταν οι τρίτοι που ήρθαν στον Πειραιά μετά τους Υδραίους και τους Χιώτες. Αντίθετα από τους νησιώτες, ήταν πάμφτωχοι και αντικατέστησαν τους Μαλτέζους στις πιο δύσκολες δουλειές του λιμανιού· ήταν κυρίως αχθοφόροι, χαμάληδες, το εργατικό δυναμικό που έκανε τις φορτοεκφορτώσεις, καθώς εκείνα τα χρόνια τα πλοία δεν μπορούσαν να αγκυροβολήσουν και οι μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων γίνονταν με βάρκες. Με τα χρόνια κέρδισαν τον έλεγχο του λιμανιού και αυτό οδήγησε, στις αρχές του 20ού αιώνα, σε αιματηρές συγκρούσεις με τους Κρητικούς του Πειραιά, συγκρούσεις με πολλούς νεκρούς, που προκάλεσαν την επέμβαση έφιππων ταγμάτων του στρατού. Πάντως, η φήμη μιας κλειστής και σκληρής κάστας ακολουθούσε τους Μανιάτες του Πειραιά για πολλές δεκαετίες. Ένα παλιό πειραιώτικο ρητό πήγαινε κάπως έτσι: “Μανιάτης είναι ο παπάς, Μανιάτης ο αστυνόμος, μανιάτικος κι ο νόμος”. Πάντως, εκείνο που καθόρισε τη “θέση” των Μανιατών στο λιμάνι ήταν η πατρωνία. Οι Μανιάτες ζούσαν σε φατρίες και δούλευαν με “αργατιές”, ισχυρά δίκτυα αλληλεξάρτησης δλδ που ήταν πολύ δύσκολο να διεμβολιστούν και να διαρραγούν. “Αυτά τα δίκτυα έως και τον Μεσοπόλεμο διοικούνταν με τα όπλα και τη σιωπή. Και ήταν ταυτόχρονα καταπιεστικά αλλά και προστατευτικά όσων αποτελούσαν κρίκο αυτής της αλυσίδας”.
         Ρυμοτομία πειρατών
Δεν είναι τυχαίο ότι και οι Μανιάτες αλλά και οι Κρητικοί εποίκισαν λόφους: τον λόφο Βώκου οι πρώτοι, του Προφήτη Ηλία οι δεύτεροι.
“Οι Μανιάτες, φτάνοντας στον Πειραιά, ένιωθαν πιο άνετα με το να στήσουν τον συνοικισμό τους σε έναν λόφο, κάτι που θύμιζε το άγριο τοπίο της Μάνης αλλά εξασφάλιζε και οπτικό έλεγχο του λιμανιού”, σημειώνει μια κυρία … “Και κάπως έτσι μπήκαν οι βάσεις για την ανθρωπολογική αλλά και κοινωνική διαίρεση του Πειραιά”, προσθέτει ένας άλλος. Με άτυπη “συνοριογραμμή” τη σημερινή λεωφόρο Ηρώων Πολυτεχνείου, έχουμε τη διχοτόμηση της Α΄ Πειραιώς: με τον κακόφημο, “σκληρό” Πειραιά από τη μία και τον αστικό Πειραιά από την άλλη. Στην πρώτη κατηγορία έχουμε Τρούμπα, Μανιάτικα, λιμάνι και στη δεύτερη Φρεαττύδα, Πασαλιμάνι, πλατεία Αλεξάνδρας, Καστέλλα και Μικρολίμανο.
Η σκληροτράχηλη ζωή στα Μανιάτικα αποτυπώνεται και σήμερα στη στοιχειώδη ρυμοτομία της γειτονιάς. Πολλοί δρόμοι οδηγούν σε αδιέξοδα, παμπάλαια σπίτια στέκονται ερειπωμένα ανάμεσα σε πολυκατοικίες, η ανυπαρξία δημόσιων χώρων χαρακτηριστική, η διαφορά με τον αστικό αέρα των Υδραίικων, για παράδειγμα, χαοτική. Οι Υδραίοι (μαζί με τους Χιώτες) ήταν οι πρώτοι που εποίκισαν τον νεότερο Πειραιά, μεταφέροντας την εμπειρία της ναυτιλιακής οικονομίας και του εφοπλισμού _οι Μανιάτες ήρθαν αμέσως μετά, χρησιμοποιώντας τους ίδιους θαλάσσιους δρόμους και την ίδια ναυτική παράδοση μεν, αλλά στην άναρχη, την πειρατική της εκδοχή. Κατοίκησαν σε έναν λοφίσκο πολύ κοντά στο λιμάνι που είχε τη χρησιμότητα της βίγλας, ενός καλού σημείου θέασης δηλαδή, ώστε να βλέπουν την κίνηση των πλοίων. Έγιναν ένα είδος φθηνού εργατικού δυναμικού που ήλεγχε την εργασία και τις μεταφορές. Δεν είχαν τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες με τους Υδραίους, ούτε καλοβαλμένα σπίτια. Παρότι σήμερα δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει την παλιά συνοικία, διατηρεί ένα είδος περίκλειστης δόμησης που ταιριάζει ιδιαίτερα με τον τρόπο της ζωής τους και αντλεί από τους οχυρωματικούς οικισμούς της ιδιαίτερης πατρίδας τους.
   Διονύσης Χαριτόπουλος _1947-2026:
“Μόνο τους έρωτες και τα μεθύσια θα θυμάσαι στη ζωή”
Όσες φορές έχω ψηφίσει, είναι πάντα ΚΚΕ, όχι για τα πρόσωπα αλλά για την έξοχη ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν ξέρω αν η ιδέα δεν αξίζει τη ζωή ενός ανθρώπου πάντως, χύθηκε αίμα για να επιβληθεί με τη βία αυτή η  απολύτως ουμανιστική ιδέα. Ίσως ήταν πολύ νωρίς για την κοινωνία μας. Δεν είναι ακόμα διατεθειμένοι οι άνθρωποι να παραχωρήσουν, να μοιραστούν και να κάνουν υποχωρήσεις. Αλλά το χάος ανάμεσα στους φτωχούς και στους πλούσιους δεν θα κρατήσει επ' άπειρον.
🤔 συνειρμικά __εγώ
Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.
Κι άν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής!..
Κι αν είναι
κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί ωργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό!.. Φωτιά ! Τσεκούρι !Τράβα !,
ξεσπέρμεψέ το , χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π’όλο την περιμένουμε, κι όλο κινάει για νάρθη,
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο πέρασμα των κύκλων!..
Οι πατέρες _
Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης_ Τραγούδι του λαού_
Κωστής Παλαμάς
Συνεχίζει ο Χαριτόπουλος
Κάποια στιγμή θα σαρωθούν όλα και αυτή η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης θα επιστρέψει, ίσως με άλλη ονομασία. Σήμερα η ψήφος έχει χάσει τη σημασία της, όταν οι επιλογές σου περιορίζονται, όπως λένε οι Αμερικάνοι, in the cold or hot shit _"στα κρύα ή στα ζεστά σκατά". Τραμπ ή Χίλαρι, Μακρόν ή Λεπέν, Τσίπρας ή Μητσοτάκης; Βλέπεις τον Τσίπρα και οργίζεσαι, βλέπεις τον Μητσοτάκη και γελάς. Μια εποχή ανθρώπινης παρακμής από τότε που η οικονομία καπέλωσε οριστικά την πολιτική.
•  Το λιμάνι σού ανοίγει ορίζοντες, δρόμους διαφυγής, σε μαθαίνει την ζωή πολύ πιο γρήγορα. Τα πρώτα είκοσί μου χρόνια έχω κάνει διάφορες χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι καθώς και στα γύρω μηχανουργεία, χυτήρια, επισκευές-διαλύσεις πλοίων, κουβαλώντας μπόλικα σίδερα και τσουβάλια.
•  Η μάνα μου ήταν το κυρίαρχο πρόσωπο στη ζωή μου. Αυτή με καθόρισε όσο κανείς άλλος. Όμορφη, περήφανη κι ερωτική γυναίκα, που όμως δεν σήκωνε κουβέντα, μια ορεσίβια σουφραζέτα της εποχής, ο μεγαλύτερος μάγκας που γνώρισα ποτέ. Όταν με είχαν αποβάλει από τα δημόσια σχολεία, βρήκε παραθυράκι στον νόμο, έψησε έναν ψυχίατρο και μου έδωσε ένα τρελόχαρτο, προκειμένου να με δεχτούν σε ιδιωτικό. Ακόμη και ο τρόπος που πέθανε ήταν εντελώς δικός της. Ενενήντα πέντε χρονών και βρισκόταν για κάτι ασήμαντο στο νοσοκομείο. Ο γιατρός της είχε πει να μη σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά εκείνη, στα 95, είχε ακόμα δίψα για ζωή. Τη φλέρταρε ο συνομήλικός της κύριος Δημήτρης από τον διπλανό θάλαμο που κυκλοφορούσε με τρεις ορούς σε κάθε χέρι. Της πρότεινε να κάνουν βόλτα στον διάδρομο και η μάνα μου σηκώθηκε γιατί το έλεγε ακόμα η περδικούλα της. Όμως ζαλίστηκε, έπεσε και συνέβη το μοιραίο σπάσιμο των ηλικιωμένων. Την επόμενη μέρα χάθηκε. Είχε κάνει ακόμα μία φορά το δικό της. 
  • •  Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν η Γέφυρα των Στεναγμών. Το είχε ξεχάσει ένας ναυτικός σ' ένα «σπίτι» της Τρούμπας και το «κορίτσι» μού το χάρισε, γιατί δεν ήξερε τι να το κάνει. Το διάβασα, μαγεύτηκα και δεκατριών χρονών αποφάσισα ότι αυτό μου αρέσει να κάνω στη ζωή μου, να γράφω. Κι από τότε δεν μπορώ να γλιτώσω. Το γράψιμο είναι αναπόδραστο στοιχείο της ζωής μου. Μια αδήριτη εσωτερική ανάγκη, αυτό που λέμε «δεν γίνεται αλλιώς». Πιστεύω πως γράφω πρώτα για μένα και μετά για τους άλλους.
  • •  Τους ανθρώπους διαμορφώνει το βίωμα, που όσο πάει και σπανίζει στην εποχή μας. Τα βιβλία ίσως δίνουν μια τελική μορφή στον άνθρωπο. Τα πιο κρίσιμα χρόνια μου τα έζησα στον δρόμο, στο γήπεδο, στην Τρούμπα, στο λιμάνι, στα σκυλάδικα, στα ταβερνεία και, βέβαια, στη λατρεία μου για τις γυναίκες. Αυτές με καθόρισαν. Και ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στη ζωή μου σ' αυτές οφείλεται. Παντρεύτηκα δύο σπουδαίες γυναίκες, την Ελένη και τη Μαλβίνα. Μαζί με τη μάνα μου υπήρξαν οι πιο επιδραστικοί άνθρωποι της ζωής μου και δεν ζουν πια. Η Ελένη ήταν καθηγήτρια της Γερμανικής Φιλολογίας, ένα πλάσμα που έλαμπε από ευγένεια και καλοσύνη. Αυτή με εξημέρωσε, γιατί όταν γνωριστήκαμε ήμουν αγρίμι, δεν πλησιαζόμουν. Η Μαλβίνα με πλούτισε με καινούργια ερεθίσματα, ερχόταν από έναν άλλο κόσμο. Πιστεύω ότι ήμουν καλός σύζυγος, αλλά δεν τα κατάφερα να είμαι διαρκώς παρών στη σχέση. Και τις δύο φορές που χώρισα η αιτία ήμουν εγώ. Τις αδίκησα.

Η Ελένη ήταν ένα πλάσμα που έλαμπε από ευγένεια και καλοσύνη.
Η Μαλβίνα με πλούτισε με καινούργια ερεθίσματα, ερχόταν από έναν άλλο κόσμο.
Έκτοτε, με κάθε νέο βιβλίο χάνω κι έναν έρωτα. Οι όμορφες γυναίκες είναι πλάσματα 24ωρης απασχόλησης. Εκεί υστερώ δραματικά. Δεν σ' αντέχει η άλλη να κλείνεσαι μερόνυχτα στο γραφείο σου ή να είσαι παρών-απών.
Η πατρίδα μας προσδιορίζει και νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας. Δίνει μορφή και περιεχόμενο στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Τη στρατιωτική μου θητεία ως έφεδρου ανθυπολοχαγού την πέρασα στον Έβρο την περίοδο της δικτατορίας. Ένας τόπος αντιθέσεων. Μια ευθεία χωρίς τέλος. Οι νύχτες περνούσαν δύσκολα. Στρατόπεδα, γυμνά δωμάτια, χαρτοπαιξίες, κορίτσια και ποτά. Ζωή πάμφθηνη και μια εποχή που μύριζε πόλεμο. Ένα σημείο της Ελλάδας που το ερωτεύεσαι. Εκεί την ομορφιά πρέπει να την ανακαλύψεις. Ήταν τότε που χάθηκε η Κύπρος οριστικά, όταν αποσύρθηκε η μεραρχία από το νησί και άνοιξε η πόρτα στους Τούρκους.

Μητσοτάκης; Βλέπεις τον Τσίπρα και οργίζεσαι, βλέπεις τον Μητσοτάκη και γελάς. Μια εποχή ανθρώπινης παρακμής __
Όταν κάποιος λέει ότι είναι αριστερός, το εκλαμβάνω απλώς ως μια δήλωση κοινωνικής ευαισθησίας. Και λοιπόν; Όλοι έχουμε τις ευαισθησίες μας, για τα ζώα, τους κήπους, τα μαλλιά μας που πέφτουν. Το ζήτημα είναι τι κάνεις στην πράξη. Μήπως λες αριστερός και ψαρεύεις σε θολά νερά κε Αλέξη; Μήπως, όπως έλεγε ένας μόρτης, βγάζεις φλας αριστερά και στρίβεις δεξιά για την πάρτη σου; Μήπως, λέω εγώ, είσαι μόνο λόγια, δεν με σέβεσαι καθόλου, ψηφίζω «όχι» κι εσύ μου το κάνεις «ναι»; Στη ζωή ερχόμαστε για να ζήσουμε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Σαν τουρίστες που βλέπουμε όσα προλάβουμε και φεύγουμε. Πίσω μας έρχονται άλλοι και σπρώχνουν για να δουν κι αυτοί.

Διονύσης Χαριτόπουλος με … εύοσμα αντικομμουνισμού
Για τον περί ου πήρα ανάποδες από την πρώτη στιγμή που δημοσιεύτηκαν __πριν το βιβλίο “Αρης, ο αρχηγός των ατάκτων“, τα διάφορα …. Πολύ νωρίτερα 1981 είχα απολύσει την πένα του στο 525 τάγμα πεζικού __δείτε στο τέλος της ανάρτησης & ρε γαμώτο τί ήθελες να κάνεις τον ιστοριογράφο, έγραψες τόσα γλαφυρά …

·        Δανεικιά γραβάτα (διηγήματα) 1976

·        525 τάγμα πεζικού (μυθιστόρημα) 1981

·        Τα παιδιά της Χελιδόνας (μυθιστόρημα) 1983

·        Δέσποινα (νουβέλα) 1984

·        Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι (διηγήματα) 1989

·        Εναντίον του Marlboro (νουβέλα) 1991

·        Από εδώ πέρασε ο Κιλρόι (νουβέλα) 1992

·        Γραπτά 1976–1996 (συγκεντρωτικός τόμος) 1997

·        Αυγά μαύρα (θεατρικό) 1998

·        Λίστα γάμου (θεατρικό) 1998

·        Ημών των ιδίων (δοκίμια) 2003

·        Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων (βιογραφία) 1997, οριστική έκδοση 2003

·        Ο άνεμος κουβάρι (μυθιστόρημα) 2005

·        Εγχειρίδιο βλακείας (δοκίμιο) 2008

·        Εκ Πειραιώς (μυθιστόρημα) 2012

·        Συλλεκτική Έκδοση (νουβέλες και διηγήματα) 2013

·        Πρόβες πολέμου (μυθιστόρημα) 2014

·        Πειραιώτες (ιστορίες και ειδήσεις, 1947-1967) 2016

·        Σχέσεις (δοκίμιο) 2017

·        Πειραιάς βαθύς 2018

·        Έρωτες στη Μεταπολίτευση (μυθιστορηματική αυτοβιογραφία) 2019

·        Οι Άτακτοι (Πρόσωπα και Γεγονότα) 2022

·        Aris: The Triumphs and Persecution of a Revolutionary Genius (έκδοση του Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων στα αγγλικά) 2024

·        Πολλά Μικρά Απλά 2024

·        Ο κόκκινος καθηγητής (Πεζογραφία) 2025

·        50 Χρόνια, γραπτώς (1976–2026) (συλλογή συνεντεύξεων) 2026

      Μαλβίνα Κάραλη _Σαββατογεννημένη;

7 Ιούνη 2002 Ριζοσπάστης _”Αντίο» Μαλβίνα”
Έφυγε από τη ζωή μετά από πολύμηνη μάχη με την επάρατη νόσο, σε ηλικία 50 ετών, η γνωστή δημοσιογράφος Μαλβίνα Κάραλη: μητέρα τριών παιδιών, ξεκίνησε την καριέρα της το 1976 στις εφημερίδες “Απογευματινή” και “Βραδυνή”, ενώ επί σειρά ετών αρθρογραφούσε στα περιοδικά “Επίκαιρα” και “Γυναίκα”, αλλά και στον “Επενδυτή”, την “Ελευθεροτυπία” και τελευταία στο περιοδικό “Symbol”. Επίσης εργάστηκε επί πολλά χρόνια στο ραδιόφωνο, στο Δεύτερο Πρόγραμμα, τον “ΣΚΑΪ” και τον “ΑΝΤΕΝΝΑ”, αλλά και στην τηλεόραση ως παραγωγός και παρουσιάστρια εκπομπών όπως ο “Καθρέφτης ψυχής” στον “Seven X”, “Βίοι αγίων” στο “Star” και στους τηλεοπτικούς σταθμούς ΕΡΤ, “ΣΚΑΪ” και ΑΝΤΕΝΝΑ. Μία από τις καλύτερες εκπομπές της ήταν το “Μαλβίνα Hostess” που παρουσίαζε στο “Mega”. Η σάτιρα και η κριτική της στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχαν ως αποτέλεσμα μετά από κυβερνητικές παρεμβάσεις την απομάκρυνσή της από το σταθμό.
Η Μαλβίνα Κάραλη βραβεύτηκε με δύο κρατικά βραβεία σεναρίου, είχε γράψει τα μυθιστορήματα “Αθώος σαν αγαπημένος”, “Τα κορίτσια της Σαβάνα”, “Πιο πολύ, πιο πολύ”, “Ο έρωτας και άλλες πολεμικές τέχνες” και μια σειρά πέντε βιβλίων με τίτλο “Η κουζίνα της Μαλβίνας”. ΚΚΕ: Αποχαιρετούμε τον σημαντικό συγγραφέα και δοκιμιογράφο Διονύση Χαριτόπουλο, μια από τις φωνές των κοινωνικά "από κάτω" στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
  • •      Ο Άρης Βελουχιώτης είναι μεγάλο κεφάλαιο της χώρας μας. Είχε υπερβεί την κομματική του ταυτότητα, ήταν πατριδολάτρης και οραματιστής. Μου αρέσει το ότι ήταν άνθρωπος που διάβαζε πολύ, άκουγε μουσική, τραγουδούσε, πήγαινε στην όπερα, ενώ το αδύνατο σημείο του ήταν η χαμηλή του αυτοεκτίμηση –οι άξιοι δεν ξέρουν συνήθως πόσο αξίζουν–, κάτι που τον οδήγησε σε λάθη. Ήρωες σήμερα είναι οι μεροκαματιάρηδες που παλεύουν για να επιβιώσουν οι οικογένειές τους.
    (…)
  • •      Ο μάγκας είναι ο σοβαρός, καλοντυμένος και έξυπνος άντρας που κάνει μόνο όσα αρμόζουν σε έναν άντρα. Έχει κόστος η ανδροπρέπεια, γιατί τηρεί αρχές και κανόνες ζωής δύσκολους. Έχασα πολλές φορές στη ζωή μου για λόγους αξιοπρέπειας. Αλλά αυτό ήταν το μεγαλύτερο κέρδος: εμπειρίες, συναισθήματα, συμπεριφορές. Οι απλοί και οι ανώνυμοι είναι ό,τι καλύτερο έχει αυτός ο τόπος.
  • •      Ο Ολυμπιακός παραμένει η μεγάλη μου αγάπη. Η ομάδα αποτελεί προέκταση του εαυτού μας. Είναι κάτι που δεν θα αλλάξει ποτέ. Το γήπεδο και η κερκίδα είναι χώρος ανάσας και ελευθερίας. Μπήκα στο γήπεδο Καραϊσκάκη το 1953, όταν ήμουν έξι ετών, ακόμα είχε κάτω καρβουνόχωμα και το έλεγαν Ποδηλατοδρόμιο. Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι άλλαξαν η συμπεριφορά και η σύνθεση των θεατών. Αντί να κάνουν πλάκα και καζούρα, έχουν γίνει παράλογα επιθετικοί. Σκοτώνονται για κάτι που στα χρόνια μου ήταν για τους φτωχούς η ανάσα και η χαρά της εβδομάδας.
  • •      Οι σύγχρονοι άνθρωποι καταπιέζουν και θάβουν τα ένστικτά τους. Κυριαρχεί ένας κούφιος καθωσπρεπισμός. Η αλήθεια του καθενός όμως κρύβεται στα υπόγεια του εαυτού του. Στα πάθη, στα απαγορευμένα, εκεί όπου λειτουργεί ελεύθερα η ψυχή μας. Έρωτες και μεθύσια είναι όλα όσα θα θυμάσαι στη ζωή. Τίποτε άλλο δεν μένει. Ναι, με τον θάνατο είμαι παράλογα εξοικειωμένος. Τον περιμένω ανά πάσα στιγμή. Δεν πιστεύω στον Θεό, αλλά σέβομαι απεριόριστα όσους πιστεύουν. Η μόνη μεταθανάτια επιθυμία μου είναι να με κάψουν. Ασφυκτιώ στην ιδέα ότι θα με θάψουν κάτω από σωρούς χώματα. Ούτε θέλω να ταλαιπωρώ τους δικούς μου να επισκέπτονται έναν τάφο όπου δεν θα βρίσκομαι. Μοναξιά δεν έχω νιώσει ποτέ, όμως τη μοναχικότητα την επιδιώκω. Την έχω ανάγκη. Άνθρωπος που κάθεται μόνος του σημαίνει ότι τα 'χει βρει με τον εαυτό του. Μετάνιωσα για πολλά, αλλά είμαι σίγουρος ότι με τα μυαλά που είχα θα έκανα ξανά τις ίδιες μαλακίες. Μόνο ο ηλίθιος δεν μετανιώνει, αφού νομίζει ότι τα έχει κάνει όλα σωστά.
  • •      Η Ελλάδα πάσχει από το σύνδρομο των μικρών χωρών, σαν τον κοντό άνθρωπο που γαυριά και πάνω απ' όλα απαιτεί σεβασμό. Είμαστε εύθικτοι και γκρινιαρούληδες. Αλλά και λαός αγαπησιάρικος, ανέμελος κι ελάχιστα ενοχικός. Είμαστε πανέμορφη χώρα και η Αθήνα καταπληκτική πόλη. Δεν εκτιμάμε αυτό που έχουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρωτεύουσα ανεβαίνει συνεχώς τουριστικά. Μια ξεχωριστή πόλη με αρχαία και τη θάλασσα στα πόδια της.
  • •      Δεν υπάρχει διαρκής ευτυχία, υπάρχουν μόνο στιγμές. Κάποιες αναλαμπές ανάμεσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας ή τη δυστυχία. Σύντομοι ενδιάμεσοι σταθμοί της πορείας μας. Αν κρατήσει πολύ, χαλάει. Όταν ακούω κακό λόγο, ξέρω ότι αυτός που τον λέει έχει μαράζι μέσα του. Έχω ακούσει πολλά από πολλούς. Έχω φίλους, αλλά δεν είμαι ο άνθρωπος που θα πάρω τηλέφωνο να ζητήσω βοήθεια από τους άλλους. Κλείνομαι στον εαυτό μου μέχρι να περάσει, σαν το άρρωστο ζώο στη φωλιά του.
  • •      Ο τίτλος της ζωής μου θα μπορούσε να ήταν «έγινα αυτό που είμαι» προς εκπλήρωση του νιτσεϊκού «να γίνεις αυτό που είσαι». Στη ζωή ερχόμαστε για να ζήσουμε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Σαν τουρίστες που βλέπουμε όσα προλάβουμε και φεύγουμε. Πίσω μας έρχονται άλλοι και σπρώχνουν για να δουν κι αυτοί. Όταν αναζητάς το νόημα αλλού, έξω από σένα, αρνείσαι τον εαυτό σου, την ίδια σου την ύπαρξη. Το νόημα είμαστε εμείς, ό,τι ζούμε. Ο τρόπος εναπόκειται στον καθένα ξεχωριστά, σε γκρίνιες, γλεντοκόπια, έρωτες, μίση, πάθη, απληστία, μιζέρια, μικρότητες. Δεν είσαι πιόνι ενός ευρύτερου σχεδίου. Δεν είναι η ζωή που σε απογοητεύει αλλά ο εαυτός σου. Η ζωή δεν είναι καλή ή κακή. Είναι απλώς ζωή και είναι αυτό που βλέπουμε γύρω μας, άλλο δεν υπάρχει. Στη ζωή δεν ήρθαμε για να κάνουμε καριέρα, λεφτά, όνομα. Ήρθαμε για να ζήσουμε. Και για να αφήσουμε τον κόσμο λίγο καλύτερο απ' ό,τι τον βρήκαμε γι' αυτούς που θα ακολουθήσουν.