07 Ιανουαρίου 2026

Μαρία Δημητριάδη: έκανε την ταξική πάλη ✨ τραγούδι 🎶

Είναι πάντα εδώ, μαζί μας. Όχι ως φυσική παρουσία, αλλά ως ηθική, στιβαρή δύναμη μνήμης. Η Μαρία Δημητριάδη , η φωνή που μας “ταξίδεψε” σε αμέτρητες “θάλασσες” ποίησης και μουσικής, άλλοτε “φουρτουνιασμένες” και άλλοτε “γαλήνιες”, πάντα όμως υπέροχες, παρούσα σε πολλά Φεστιβάλ της ΚΝΕ, “αγκαλιάζεται”, πάντα με το λαό, τη νεολαία και τη “σωστή πλευρά της ιστορίας” Φωνή δυναμική και συνάμα τρυφερή, με μεγάλο ερμηνευτικό εύρος, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες και πιο εκφραστικές Ελληνίδες τραγουδίστριες. Φωνή εξαιρετική, “ολοκληρωτική”, όπως τη χαρακτήρισαν, σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι, κυρίως εκείνο το κομμάτι του που αφουγκραζόταν λαϊκούς πόθους, που εξέφραζε την αντίσταση στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και στο σκοτάδι της καταπίεσης, που γινόταν “λάβαρο” πάλης για κοινωνική δικαιοσύνη και απελευθέρωση.


“Οι συνεργασίες μου” __είχε πει σε συνέντευξή της στον “Ρίζο” – “είχαν πάντα και κάποιον άλλο λόγο, εκτός από τον καλλιτεχνικό. Υπήρχε ταύτιση, έστω σε κάποιο βαθμό, ιδεολογική, αισθητική. Και χωρίς να υπερηφανεύομαι δηλώνω ότι δεν έχω κάνει ποτέ ούτε μισή υποχώρηση στη δουλειά μου. Ούτε μισή! Και αυτό το πληρώνω. Υπήρξαν φορές που δεν είχα να καπνίσω τσιγάρο. Αλλά υποχώρηση δεν έχω κάνει...”.
Πάντα παρούσα μέσα στα γεγονότα, συνόδευσε με τα τραγούδια της τους εργατικούς - αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των δεκαετιών '70-'80, αλλά και αργότερα, μέχρι τέλους, ανταποκρινόμενη στα αγωνιστικά καλέσματα. Τραγουδώντας στις συναυλίες αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους και διωκόμενους λαούς, στους απεργιακούς αγώνες, στα μπλόκα των αγροτών. Με πίστη στο όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας, συμπορεύτηκε με το ΚΚΕ, στηρίζοντας τις θέσεις του και παλεύοντας μαζί του, ενώ το 2006 συμμετείχε στο ψηφοδέλτιο της “Συμπαράταξης για την Αθήνα” με επικεφαλής τον Σπύρο Χαλβατζή.

Η Μαρία μας, μια σπουδαία, ασυμβίβαστη φωνή “έφυγε” πρόωρα από τη ζωή, 7 Γενάρη  2009, σε ηλικία 58 χρόνων : ξημέρωμα τ’ Αι Γιαννιού, μια δική μας κόκκινη, νίκησε το χρόνο.. Τραγουδίστρια με μεγάλο ερμηνευτικό εύρος, με την υπέροχη φωνή της, σφράγισε τραγούδια μεγάλων Ελλήνων δημιουργών, που έγιναν σύμβολα αντίστασης ενάντια στην εκμετάλλευση και το σκοτάδι της καταπίεσης. Τόσο μέσα από την καλλιτεχνική της προσφορά, όσο και μέσα από την αταλάντευτη στάση της στο πλάι του λαϊκού κινήματος, συνέδεσε τη φωνή της με τους λαϊκούς και εργατικούς αγώνες, με αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις, με το όραμα για μια δίκαιη κοινωνία. Άνθρωπος ασυμβίβαστος, αντιστάθηκε με τόλμη και παρρησία στην ευκολία και στα κυκλώματα που λυμαίνονται το χώρο της τέχνης, με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με τις αντιξοότητες που δημιουργεί το σύστημα στους καλλιτέχνες που δεν υποτάσσονται στις επιδιώξεις του. Η ίδια, πάντως, δε σταμάτησε να παλεύει κόντρα στην κυρίαρχη αισθητική, επιμένοντας να τραγουδά για όσους αγωνίζονται, αντιστέκονται, οραματίζονται. Πάντα ευαίσθητη στα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα, πορεύτηκε δίπλα στο ΚΚΕ, στηρίζοντας τις θέσεις του και παλεύοντας μαζί του, μέχρι την τελευταία στιγμή. Δεν άλλαξε στρατόπεδο, ούτε εξαργύρωσε την προσφορά της στο λαϊκό κίνημα.

Για τη σύνδεσή της με το πολιτικό τραγούδι, όπως είχε πει σε συνέντευξή της στο “Ριζοσπάστη”: “Αυτές είναι ετικέτες που στις βάζει ο κόσμος για πολλούς λόγους. Μπορεί την ίδια ετικέτα να σου τη βάλει και για καλό και για κακό. Εμένα μου έβαλαν την ετικέτα πολιτική τραγουδίστρια για κακό, τις εποχές που το πολιτικό τραγούδι ήταν υπό διωγμόν. Τη δεκαετία '70-'80 μέχρι αυγά στο κεφάλι έφαγα από διάφορους αντιδραστικούς. Στο Κιλκίς μας πετούσαν πέτρες... Κάναμε πολιτική δουλειά, καθώς οι συναυλίες μας δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικά γεγονότα αλλά και μέσο πάλης. Πηγαίναμε στη Λάρυμνα πρωί πρωί, χειμώνα, σε ένα σινεμά καλοκαιρινό και τραγουδούσαμε. Κάθε Κυριακή πρωί τραγουδούσαμε σε κινηματογράφους της Αθήνας για απεργούς, παρόλο το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στις μπουάτ. Το "πολιτική τραγουδίστρια" σήμαινε λοιπόν μέσα στα γεγονότα... Όμως, μετά από το '80 έγινε βρισιά. Δηλαδή, εσύ είσαι πολιτική τραγουδίστρια, έξω από εδώ. Δε θα τραγουδήσεις άλλο, τελείωσες. Κι έχανα το τρένο της ευκολίας, του να ελίσσεσαι... Δεν υπάρχουν, λοιπόν, ετικέτες. Υπάρχουν ερμηνευτές. Μόνο έτσι μπορείς ν' αφήσεις στίγμα. Και βέβαια πρέπει να έχεις και πολύ καλή φωνή...

Η Μαρία Δημητριάδη χάιδευε αυτιά μόνο όταν τραγουδούσε. Όταν μιλούσε, ο λόγος της γινόταν κοφτερό μαχαίρι. Όχι μόνο δεν μάσαγε ποτέ τα λόγια της, μα τα έκανε και πράξεις. Αυτή την πορεία ακολούθησε στη σύντομη ζωή της. Αταλάντευτη, ακόμα κι όταν, συχνά, χρειάστηκε να πληρώσει βαρύ προσωπικό τίμημα. Αγαπήσαμε τη Μαρία, σαν δικό μας άνθρωπο -ήταν δικός μας άνθρωπος- και το πρόωρο φευγιό της άφησε μια γεύση πικρή που δεν την ξεπλένει εύκολα ο χρόνος.
Ίσως η πιο γλυκιά προσδοκία ενός ανθρώπου όταν ξεκινάει για το πιο μακρινό -χωρίς επιστροφή- ταξίδι, να είναι να μην σκεπάσει τα χνάρια του η σκόνη της λήθης. Ίσως αυτή η προσδοκία να κάνει λιγότερο βαριά τη βαλίτσα του. Δεν σε ξεχνάμε Μαρία. Με τα τραγούδια σου στην πλώρη μας θα τραβάμε κουπί για τις πιο όμορφες θάλασσες και όσο οι καρδιές μας θα χτυπούν, ένας τους χτύπος θα ΄ναι πάντα η φωνή σου.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου και ξεκίνησε να τραγουδά από παιδί. Στα 16 της κιόλας χρόνια κάνει τον πρώτο της δίσκο – τα “Κορίτσια στον ήλιο”. Μετά ήρθαν ο “Ηλιος ο Πρώτος” και το “Χρονικό” του Γ. Μαρκόπουλου. Στο ενδιάμεσο γνωρίζει τον Μίκη Θεοδωράκη, τον οποίο είχαν σε κατ’ οίκον περιορισμό και κάνει μαζί της συνέχεια πρόβες… Ακολουθεί ο δίσκος – συνεργασία της με τον Σταύρο Ξαρχάκο “Ενα πρωινό η Παναγιά μου”… Και μετά συναυλίες με τον Θεοδωράκη σε όλο τον κόσμο, για δύο χρόνια… Στη συνέχεια, οι δίσκοι της με τους Γιάννη Γλέζο, Νίκο Μαμαγκάκη. Ήδη, είχε γνωρίσει τον Θάνο Μικρούτσικο και μετά τη μεταπολίτευση δίνει φωνή στα πρώτα του τραγούδια, τα “Πολιτικά”. Με αυτόν το δίσκο ξεκινά η συνεργασία τους, που συνεχίστηκε με τις δισκογραφικές δουλειές “Καντάτα για τη Μακρόνησο”, “Φουέντε Οβεχούνα”, “Τροπάρια για φονιάδες”, “Τα τραγούδια της λευτεριάς” και παράλληλα συναυλίες, που δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικά γεγονότα, αλλά και μέσο κοινωνικοπολιτικής πάλης.

Όπως, καταχείμωνα σε καλοκαιρινό σινεμά, στη Λάρυμνα, με τραγούδια συμπαράστασης στους εργάτες. Όπως οι κυριακάτικες συναυλίες στην Αθήνα για απεργούς, παρόλο το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στις μπουάτ. Όπως η συνεχής παρουσία της τα τελευταία χρόνια σε αντιιμπεριαλιστικές και εργατικές συναυλίες. Πάντα η Μαρία Δημητριάδη μέσα στα γεγονότα… Συνέχισε με το “Δελτίο καιρού”, με τραγούδια πολλών συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, με τα “Λιανοτράγουδα” του Μίκη, με τον πρώτο δίσκο του Γιώργου Σταυριανού, με την “Ελένη” του Χατζιδάκι, με το “Εμπάργκο” του Μικρούτσικου, με άλλους τραγουδιστές κά. Για ν’ ακολουθήσουν και πάλι δυο πολύ μεγάλες περιοδείες με τον Μίκη. Μετά την αποχή της για κάποια χρόνια, έρχονται δύο χρόνια δουλειάς στο Βελιγράδι, την περίοδο του εμπάργκο. Κάνει συναυλίες κι ένα δίσκο, που με τη βοήθεια του υπουργείου Πολιτισμού της πρώην Γιουγκοσλαβίας τα έσοδά του πηγαίνουν στους πρόσφυγες. Με τη μεγάλη, συγκλονιστική φωνή της, συνέχισε να τραγουδά για τους ανθρώπους που εξακολουθούν να έχουν οράματα. Σ’ αυτούς αφιέρωσε και τον δίσκο της “Δον Κιχώτες”, των Π. Καρασούλου – Θ. Οικονόμου, το 2002. Σ’ αυτούς που παραμένουν ιδεολόγοι κρατώντας σταθερές τις αρχές τους και συνεχίζουν σε δίσεκτους καιρούς να πολεμάνε έστω για ένα ψίχουλο κοινωνικής δικαιοσύνης…

Δισκογραφία -ενδεικτικά
Προσωπικοί Δίσκοι

·        1974 Αντόνιο Τόρρες Χερέδια (Lyra)

·        1975 Πολιτικά τραγούδια (Lyra)

·        1976 Καντάτα για την Μακρόνησο/
Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη (Lyra)

·        1978 Τραγούδια της λευτεριάς (Lyra)

·        1980 Δελτίο καιρού (CBS)

·        1981 Τα αντάρτικα (Lyra)

·        1982 Έρημη πόλη (CBS)

·        1985 Για την Ελένη (Σείριος)

·        1985 Η μυθολογία του Σαββάτου (Σείριος)

·        1987 Το μαγικό κλειδί (ΜΙΝΟS)

·        1989 Οριστικά (Lyra)

·        1990 Βιολιστή κατέβα απ’ τη στέγη (Lyra)

·        1991 Μήπως ζούμε σ’ άλλη χώρα (Σείριος)

·        1995 Τραγουδά μεγάλους συνθέτες (Polydor)

·        1996 Αύριο (ΜΙΝΟS)

Συμμετοχές

  • 1968 Κορίτσια στον ήλιο (Columbia)
  • 1969 Ήλιος ο πρώτος (Philips)
  • 1970 Χρονικό (Philips)
  • 1971 Ιερά οδός (Olympic)
  • 1971 Ο Θεοδωράκης διευθύνει Θεοδωράκη (Polydor)
  • 1972 Theodorakis in concert (Polydor)
  • 1974 18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (Lyra)
  • 1974 Σκλάβοι πολιορκημένοι (Lyra)
  • 1974 Ήλιος και χρόνος (Columbia)
  • 1974 Τα τραγούδια του αγώνα (ΜΙΝΟS)
  • 1977 Τροπάρια για φονιάδες (Lyra)
  • 1977 Φουέντε Οβεχούνα (Lyra)
  • 1981 Λεοντής-Μικρούτσικος: Συναυλίες 81 (CBS)
  • 1982 Εμπάργκο (CBS)
  • 1983 Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί (CBS)
  • 1985 Νάμαστε πάλι εδώ Αντρέα (Columbia)
  • 1986 Οι φόβοι του μεσημεριού (ΜΙΝΟS-FM Records)
  • 1989 Κυριακάτικη εκδρομή (Lyra)
  • 1992 Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά (ΜΙΝΟS)
  • 1992 Αναζήτησις (MBI)
  • 1992 Τραγούδια του Σπήλιου Μεντή (Lyra)
  • 1994 Στο καλντερίμι (Ανατολή)
  • 1996 Παράρτημα Α’ (Polydor)

Δείτε και Η φωνή της συνεχίζει να γεμίζει την καρδιά και το νου μας

Τέλη Ιούλη με αρχές Αυγούστου του 1978 πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Κούβας, Αβάνα, το 11ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών.

18500 χιλιάδες νέοι και νέες από 145 χώρες, που αντιπροσώπευαν 2000 οργανώσεις διαφόρων πολιτικών, ιδεολογικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, συγκεντρώθηκαν κάτω από τις σημαίες της αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης, της ειρήνης και της φιλίας και απολαμβάνοντας την φιλοξενία του κουβανικού λαού γνωρίστηκαν μεταξύ τους, αντάλλαξαν κουλτούρα και πολιτισμό και συζήτησαν για τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθώς και την προοπτική της πάλης τους για ένα καλύτερο παρόν και μέλλον. Στην ελληνική αντιπροσωπεία που ταξίδεψε στην Κούβα συμμετείχαν και καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους οι η Μαρία Δημητριάδη (επίσης Φαραντούρη και ο μουσικοσυνθέτης και δεξιοτέχνης της κιθάρας Νότης Μαυρουδής).

Ερμηνείες αξεπέραστες, πότε λυρικές, τρυφερές, ψιθυριστές και πότε δυναμικές και αγέρωχες. Είτε τραγουδώντας για τους γερόντους της Μακρονήσου που «...δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη\ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη\κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους\που δε σηκώνει τ' άδικο...», είτε πως «το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είν' ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει», είτε πως «έτσι κι αλλιώς η Γη θα γίνει κόκκινη...».

Η Μαρία Δημητριάδη αντιστάθηκε με τόλμη και παρρησία στην ευκολία και στα κυκλώματα που λυμαίνονται το χώρο της τέχνης, με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με τις αντιξοότητες που δημιουργεί το σύστημα στους καλλιτέχνες που δεν υποτάσσονται στις επιδιώξεις του. Δε λύγισε... Πάντα παρούσα μέσα στα γεγονότα, συνόδευσε με τα τραγούδια της τους εργατικούς - αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των δεκαετιών '70 - '80 αλλά και αργότερα, μέχρι τέλους, ανταποκρινόμενη στα αγωνιστικά καλέσματα. Τραγουδώντας στις συναυλίες αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους και διωκόμενους λαούς, στους απεργιακούς αγώνες, στα μπλόκα των αγροτών. Με πίστη στο όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας, συμπορεύτηκε με το ΚΚΕ, στηρίζοντας τις θέσεις του και παλεύοντας μαζί του.

Η Μαρία Δημητριάδη είναι πάντα μαζί μας. Η φωνή της θα μας ταξιδεύει πάντα στις πιο όμορφες θάλασσες. Τις θάλασσες του αγώνα και της αισιοδοξίας: “Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών \ είμαστε μες στο δικό μας κόσμο \ Η πιο όμορφη θάλασσα\είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει \ Τα πιο όμορφα παιδιά \ δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα \ Τις πιο όμορφες μέρες μας \ δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα \ Κι αυτό που θέλω να σου πω \ το πιο όμορφο απ' όλα \ δε στο 'χω πει ακόμα...”

Δείτε Ριζοσπάστης:
Ας αντισταθούμε στην απάνθρωπη καπιταλιστική εξουσία
Δεν έκανα ποτέ υποχώρηση...
Μας “ταξίδεψε” στις “πιο όμορφες θάλασσες”

Α-Θ-Α-Ν-Α-Τ-Η


 

06 Ιανουαρίου 2026

Πέθανε ο σπουδαίος Ούγγρος σκηνοθέτης ✨ Bela Tarr

Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή … ώρες μόνο πέρασαν από την ανάρτηση-αφιέρωμά μας στο σινεμά της Ουγγαρίας και γράφαμε για τον “
Τιτάνα” _ “ας ελπίσουμε, δεδομένης της ηλικίας του να μας προσφέρει κι άλλες συγκινήσεις”.
              Ουγγρικό σινεμά Zoltán Fábri κά "συνήθεις ύποπτοι"
Γεννημένος στο Πετς της Ουγγαρίας το 1955, επί σοσιαλισμού _με τον οποίο ήρθε κάποια στιγμή σε “κριτική ρήξη” ο κ. Ταρ (το “κύριος” όχι τυχαίο το χρησιμοποιούν οι κριτικοί μιλώντας γι αυτό “Sir Bela Tarr” άρχισε να γυρίζει ταινίες σε ηλικία 16 ετών, ενώ παράλληλα εργαζόταν σε άλλες δουλειές, όπως σε ναυπηγείο και ως ρεσεψιονίστ, σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου χτες που “έφυγε”. Την είδηση έκανε γνωστή το Sight & Sound μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Bela Tarr (απομαγνητοφώνηση απόσπασμα)
Μεγαλώσαμε πικρά με τη μητέρα σου, πικρά, πικρά. Ήμουν στο δημοτικό σχολείο ακόμη όταν πήγαινα στον κινηματογράφο.Έβλεπα μόνο κακές ιστορίες, ψεύτικες ερμηνείες, άσχημα χρώματα. Ήταν τόσο άσχημο, και η ζωή, δεν είναι έτσι. Και στις ταινίες μου, δεν χτυπάω την πόρτα, κλωτσάω την πόρτα.
Ήθελα μόνο να σε ρίξω μπουνιές, ήθελα να δείρω, να ταρακουνήσω, να συγκινήσω. Όταν ήμουν μικρός, είχα την ευκαιρία να δω το À bout de souffle, του Jean-Luc Godard, ή μερικές ταινίες του Miklós Jancsó, και σοβιετικές ταινίες όπως του Ziga Vertov. Αργότερα, είδα Andrei Tarkovsky, και μου άρεσε πολύ.
Αλλά ποτέ δεν ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Ήμουν 15 ετών όταν πήρα μια κάμερα 8 χιλιοστών από τον πατέρα μου για τα γενέθλιά μου. Και αυτή τη φορά, ήμουν ένας πολύ δυνατός αριστερός τύπος. Είναι μια περίεργη κατάσταση όταν ζεις σε μια χώρα που ονομάζεται κομμουνιστική, χωρίς κομμουνιστές. Και για μένα, η κάμερα ήταν ένα εργαλείο για να αλλάξω τον κόσμο. Έκανα μια ταινία, διάρκειας 25 λεπτών, για μια ομάδα τσιγγάνων εργατών. Και μπορείτε να δείτε πώς ζουν, πώς εργάζονται. Ήταν πολύ απλό, έλεγαν να φύγουν, θέλαν να πάνε στην Αυστρία. Και  φυσικά, δεν… Τυχαία, συναντήθηκα με μερικούς άλλους νέους κινηματογραφιστές και έκανα την πρώτη μου ταινία όταν ήμουν 22 ετών. Φορητή κάμερα 16 χιλιοστών, ασπρόμαυρη, μη επαγγελματίες ηθοποιοί, χωρίς σενάριο, με πολύ αυτοσχεδιασμό.
(…)
Το έκανα για να δείξω τη σωστή πλευρά της ζωής και να ανακαλύψω τους ανθρώπους.

Ο Τιτάνας του Slow-Moving Cinema με μεγάλες και ζοφερές ταινίες – μικρά διαμάντια σαν το επτάωρο !! ” Sátántangó” (Σατανικό Τάνγκο _το επικό δράμα  ενός συλλογικού αγροκτήματος που καταρρέει μόλις εμφανίζεται ο θεωρούμενος νεκρός μεσσίας μαζί με τους ίδιους του ανθρώπους και τα σχέδιά τους για μια καλύτερη ζωή να καταρρέουν) και το “Werckmeister harmóniák”, το Turin Horse (A torinói ló όπου ως αγρότης αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τον επερχόμενο θάνατο του πιστού του αλόγου) κά.
Με 10άδες ταινίες ανέπτυξε ένα ξεχωριστό στυλ που τον έκανε αγαπημένο των κριτικών και τακτικό στα διεθνή φεστιβάλ. Εργάστηκε σε πολλές με την Agnes Hranitzky, τη σύντροφό του από το 1978, η οποία έκανε το μοντάζ. Η Manohla Dargis, γράφοντας στους Times το 2006, αποκάλεσε “Satantango” του κ. Tarr “το αριστούργημά του”. Με μια ζοφερή πλοκή στην οποία ένα ουγγρικό χωριό πέφτει θύμα της γοητείας ενός αμφίβολου μεσσία, το έργο έδειξε την ικανότητα του κ. Tarr να “βρίσκει ομορφιά σε κάθε άθλια και κοινότοπη γωνιά”, ενώ Ο κριτικός A.O. Scott (New York Times 2012), είπε ότι υπήρχε πάντα “κάτι αρχαίο και αγέραστο στις ταινίες του”. Ο κ. Tarr φαινόταν κάπως εκτός τόπου στον σύγχρονο κινηματογράφο, πρόσθεσε ο συγγραφέας, και έμοιαζε περισσότερο με “έναν μεσαιωνικό λιθοξόο που έπιασε στα χέρια του μια κάμερα”. Κάνοντας το επαγγελματικό ντεμπούτο του, μόλις σε ηλικία 22 ετών, με την ταινία “Family Nest” το 1979, ο Ταρ διένυσε στην πρώτη φάση της καριέρας του μια περίοδο που, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ίδιος, προσέγγιζε το “κοινωνικό σινεμά”, έχοντας ως στόχο την αφήγηση καθημερινών ιστοριών της λαϊκής οικογένειας, για να συνεχίσει με τη λεγόμενη “μεθοδολογία αργής κινηματογράφησης”. Με απλά λόγια η λήψη των πλάνων γίνεται με πολύ υψηλότερο ρυθμό καρέ (fps) από την προβλεπόμενη ταχύτητα αναπαραγωγής, επιτρέποντας σε κανονική ταχύτητα να παρατείνει τον χρόνο και να αποκαλύψει λεπτομέρειες, με βασικές μεθόδους το overcranking (ταχύτερη λήψη για φυσική ομαλότητα) και _σήμερα την ψηφιακή παρεμβολή (λογισμικό που προσθέτει καρέ). Οι βασικές τεχνικές περιλαμβάνουν τη χρήση μηχανών με δυνατότητα υψηλών fps (60, 120fps ή περισσότερο), τη ρύθμιση της ταχύτητας κλείστρου σε διπλάσιο ρυθμό καρέ (πχ., 1/120s για 60fps) για ευκρινείς εικόνες και τη διασφάλιση επαρκούς φωτισμού για την αντιστάθμιση της ταχύτερης λήψης και των μικρότερων εκθέσεων. Ο δεξιοτέχνης Béla Tarr, χρησιμοποίησε εξαιρετικά μεγάλα πλάνα, ελάχιστους διαλόγους και “υπνωτικό”, αδιάκοπο ρυθμό για να δημιουργήσει καθηλωτικές, ζοφερές, αλλά βαθιές κινηματογραφικές εμπειρίες, συχνά σε έντονο ασπρόμαυρο, αναγκάζοντας τους θεατές να αντιμετωπίσουν τη “βαρύτητα της ανθρώπινης ύπαρξης” μέσω παρατεταμένης παρατήρησης αντί για γρήγορες κοπές. Το διάσημο στυλ αργής κίνησης, ιδιαίτερα εμφανές σε έργα όπως το Sátántangó και το “Turin Horse _ Άλογο του Τορίνο”, περιλαμβάνει σχολαστικά αργά πλάνα και εκτεταμένες στιγμές ακινησίας, δημιουργώντας έναν σκόπιμο, σχεδόν αφόρητο ρυθμό που καθορίζει το μοναδικό και επιδραστικό του όραμα.
Βασικά από το “Damnation” (1988), ένα φιλμ που αρνείται την εξιλέωση και τη σωτηρία, υιοθέτησε λήψη  αργής κινηματογράφησης και από την επόμενη δεκαετία, η κινηματογραφική του γραφή μετασχηματίστηκε, αλλά κρατώντας πάντα τις ρίζες του μέσα από εντυπωσιακή διαδρομή. Η ταινία του “Sátántangó” (1994) μαζί με την “Werckmeister Harmonies _ Werckmeister harmóniák ” (2000) διατήρησε αυτή την προσέγγιση τόσο τεχνικά όσο και στις θεματικές του. Και οι δύο ταινίες συγκαταλέγονται από ορισμένους κριτικούς ανάμεσα στις σημαντικότερες που έχουν γυριστεί ποτέ. Ο κινηματογράφος του Ταρ συναντήθηκε με την ουγγρική μοντερνιστική παράδοση. Με κοντινότερο σταθμό το έργο του Μίκλος Γιαντσό και τη γενιά του ’60. Παραπέρα τον Γκοντάρ και τον Αντονιόνι, ύστερα τον Αντρέι Ταρκόφσκι και το Σοκούροφ. O Τζιμ Τζάρμους έχει γράψει ότι οι ταινίες του “υπενθυμίζουν τις παράξενες και όμορφες δυνατότητες του αφηγηματικού σινεμά, που τόσο συχνά παραμένουν κρυμμένες πίσω από τις προβλέψιμες συμβάσεις και φόρμουλες”, ενώ ο ίδιος έλεγε: “Μια ταινία δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ταυτίζεται με μια απλή ανθρώπινη ιστορία, ή μάλλον, πρέπει να τοποθετεί αυτήν την ανθρώπινη ιστορία μέσα στο σύστημα των σχέσεων, όπου η άκρη ενός τοίχου μπορεί να έχει την ίδια δραματική σημασία με μια δράση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα”.
Ο Ούγγρος σκηνοθέτης Μπέλα Ταρ (21 Ιουλίου 1955 – 6 Ιανουαρίου 2026) διακρίνεται για τον νωχελικό ρυθμό, τα έντονα ασπρόμαυρα γραφικά, τα εκτεταμένα μεγάλα πλάνα και την απουσία παραδοσιακής πλοκής. Εξερευνά υπαρξιακά θέματα και συχνά επικεντρώνονται σε περιθωριοποιημένους, απελπισμένους χαρακτήρες σε ζοφερά τοπία. Έγινε γνωστός _όπως ήδη αναφέραμε ως ιδρυτική φιγούρα του είδους του αργού κινηματογράφου, κυρίως με την επιδραστική ταινία του 1994 Sátántangó. Κάνοντας το ντεμπούτο του με την ταινία Family Nest (1979), ο Ταρ ξεκίνησε την σκηνοθετική του καριέρα με μια σύντομη περίοδο αυτού που ο ίδιος αποκαλεί “κοινωνικό κινηματογράφο”, με στόχο να αφηγηθεί καθημερινές ιστορίες για απλούς ανθρώπους, συχνά στο στυλ του cinema vérité (σσ. είδος ντοκιμαντέρ που επιδιώκει να αποτυπώσει την ακατέργαστη, αυθόρμητη πραγματικότητα, χωρίς σκηνοθεσία, χρησιμοποιώντας φορητές κάμερες και άμεσο ήχο για να δημιουργήσει μια εντύπωση αυθεντικότητας και αμεσότητας. Συχνά ονομάζεται στις ΗΠΑ “cinéma direct _άμεσος κινηματογράφος” και είναι εμπνευσμένος από το σοβιετικό Kino-Pravda του Ντζίγκα Βερτόφ, διακρίνεται για τον αυτοσχεδιασμό, την απόρριψη επαγγελματιών ηθοποιών και μια λιγότερο χειριστική προσέγγιση στο μοντάζ, όπου η αλήθεια αναδύεται από τα κινηματογραφημένα γεγονότα. Πρωτοπόροι περιλαμβάνουν τους Ζαν Ρους, Έντγκαρ Μορέν, Ντ.Α. Πενεμπάκερ και Άλμπερτ Μέισλς κά…) Το Almanac of Fall (1984) ακολουθεί τους κατοίκους ενός ετοιμόρροπου διαμερίσματος καθώς αγωνίζονται να ζήσουν μαζί ενώ μοιράζονται τις εχθρότητές τους. Το δράμα Damnation (1988) επαινέθηκε για την νωχελική και ελεγχόμενη κίνηση της κάμερας, για την οποία ο Ταρ θα γινόταν διεθνώς γνωστός. Οι ταινίες Sátántangó (1994) και Werckmeister Harmonies (2000) συνέχισαν τις ζοφερές και έρημες αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, ενσωματώνοντας παράλληλα αποκαλυπτικές αποχρώσεις. Η πρώτη εμφανίζεται μερικές φορές σε επιστημονικές δημοσκοπήσεις για τις σπουδαιότερες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ, και η δεύτερη έλαβε ευρεία αναγνώριση από τους κριτικούς. Ο Tarr αργότερα διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 2007 με την ταινία του The Man from London, η οποία άνοιξε με μέτρια θετικές κριτικές.
Μετά την κυκλοφορία της “Αλογο του Τορίνο” (2011), η Tarr ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη σκηνοθεσία ταινιών μεγάλου μήκους. Το 2012 μετακόμισε στο Σαράγεβο και το 2013 ίδρυσε μια διεθνή σχολή κινηματογράφου γνωστή ως film.factory, και στη συνέχεια έζησε μεταξύ Βουδαπέστης και Σαράγεβου. Επαινεμένη ως μία από τις πιο συναρπαστικές σχολές κινηματογράφου στον κόσμο, εφάρμοσε μια αντισυμβατική και ανοιχτή μορφή σπουδών με διάσημους διεθνείς καλλιτέχνες κινηματογράφου ως καθηγητές.
Τις τελευταίες δεκαετίες του, συνέχισε να εξερευνά μέσα πέρα ​​από την παραδοσιακή μορφή κινηματογράφου. Το 2017, στο Eye Filmmuseum στο Άμστερνταμ, ανέπτυξε μια έκθεση με τίτλο “Μέχρι το Τέλος του Κόσμου” ένα μείγμα ταινίας, θεατρικού σκηνικού και εγκατάστασης, η οποία προσέλκυσε πάνω από 40.000 επισκέπτες. Το 2019, κατόπιν παραγγελίας του Wiener Festwochen, έγραψε το “Missing People”, ένα έργο που δημιουργήθηκε στο σημείο τομής μεταξύ περφόρμανς, εγκατάστασης και κινηματογραφικής ταινίας, με τη συμμετοχή 250 άστεγων από τη Βιέννη.

(της τελευταίας στιγμής)
Κορυφαία μορφή του στοχαστικού, σκοτεινού, ποιητικού σινεμά, ο Ούγγρος σκηνοθέτης δεν έπαψε να μεταφέρει την “αλήθεια” για τον άνθρωπο και τον κόσμο μας στη μεγάλη οθόνη, με αριστουργηματικές ταινίες: ο Bela Tarr, διάλεξε τη μέρα της “φώτισης” να αποδημήσει μια δυο μέρες μετά την ιμπεριαλιστική (πρωτοφανή είπαν κάποιοι –λάθος!!) εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του νόμιμου προέδρου της αφήνοντας έναν κόσμο, έμπλεο φασιστικών πολιτικών, δίχως κανένα προκάλυμμα πλέον… Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στα δικά του σόσιαλ, αν και είχε γίνει γνωστή η είδηση του θανάτου του, το μόνο που είχε “ανεβάσει” ήταν: “Σοβαρή ημέρα για βόλτα και ταινία. 20οC  και χρόνια πολλά”. Άργησε… το ίδιο φεστιβάλ που τον είχε φέρει στη Σαλονίκη, το 2003.
Ανθρωποι του χώρου εκφράστηκαν με πολύ βαθιά λόγια για τη μέγιστη αυτή απώλεια _τα ονόματα μπορείτε να τα βρείτε στο διαδίκτυο: “Με τα πλάνα του μας έμαθε ν’ αντέχουμε τον χρόνο, τη σιωπή, τη φθορά και την ανθρώπινη μοναξιά. Δεν χάιδεψε ποτέ τον θεατή –τον σεβάστηκε”, έγραψε  ηθοποιός “Σήμερα ο κόσμος χάνει τον Θεό. Ο Μπέλα Ταρ πέθανε” κάποιος άλλος. “Εξαφανίζουμε τους διανοούμενους για πρόσκαιρες, ευκαιριακές περσόνες μιας άδοξης διασημότητας. Και γινόμαστε πιο λίγοι, ελάχιστοι. Χωρίς ίχνος κατανόησης. Χωρίς χώρο για το  ^άλλο^. Κι από σήμερα, χωρίς τον Μπέλα Ταρ. Δεν είναι μόνο η θλίψη, είναι και αυτό το σκοτάδι που απλώνεται πάνω στην αμήχανη Ευρώπη. Νύχτα, νύχτα πολλή” τα λόγια σινεφίλ, ποιητή και συγγραφέα, ενώ έκανε ειδική μνεία για τη σχέση του Ταρ με τον Λάσλο Κρασναχορκάι, τον νομπελίστα λογοτεχνίας (2025). Ο πρώτος είχε μεταφέρει στον κινηματογράφο το μυθιστόρημα του δεύτερου “Η μελαγχολία της αντίστασης” (εκδ. Πόλις), με την ταινία «Werckmeister Harmonies», το 2000. Στην Αθήνα τελευταία τον είχε φέρει ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης της NewStar. Τότε, πίσω στο 2011, ήμασταν στο Στούντιο. Εκεί όπου ο Ταρ είχε μιλήσει για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον κινηματογράφο, τη στιγμή που μόλις είχε ανακοινώσει πως δεν θα γυρίσει καμία άλλη ταινία: “Το θέμα δεν είναι τι θέλεις να πεις με την ταινία σου, αλλά τι θέλεις να κάνεις με αυτή: θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο; Θέλεις να πεις την αλήθεια γι’ αυτόν ή απλά να ψυχαγωγήσεις το κοινό σου; Για μένα το σινεμά είναι επικοινωνία. Πρέπει να ξέρω τι κάνω και να το κάνω και πολύ καλά, αλλιώς είμαι ένας απλός τσαρλατάνος, ίσως και επικίνδυνος. Ο θεατής δεν είναι ένα άβουλο ον στα μάτια μου. Γιατί ^βλέπω^ και αυτόν, σαν φτιάχνω την ταινία μου: και βλέπω ένα μορφωμένο πλάσμα, με αντιληπτική ικανότητα και κριτική σκέψη. Ενα πλάσμα που εγώ πρέπει να φανώ αντάξιός του. Αυτό είναι ο θεατής για μένα”.
Μας τόνισε: Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή σας. Είμαστε χωμάτινα όντα και γρήγορα μαραινόμαστε. Ο χρόνος ήταν πάντα ένα ζήτημα για μένα. Αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσα να τον αποτυπώσω κινηματογραφικά. Μόνον κινηματογραφώντας την καθημερινότητα –αυτός ήταν ο τρόπος μου. Το Χόλιγουντ και η βιομηχανία του θεάματος ενδιαφέρεται μόνο για την ιστορία, την πλοκή, τη δράση. Η μία εικόνα έπεται της άλλης σε φρενήρη ρυθμό. Κάθε ηθοποιός και μία κάμερα, καμία επικοινωνία. Πού πήγαν οι σιωπές; Για μένα αυτό είναι βαρετό. Βαρετό και βλακώδες. Πόσες νέες ιστορίες θα βρεις να πεις; Το θέμα δεν είναι η πλοκή. Το θέμα είναι το πώς επιλέγεις να διηγηθείς ακόμα και την πιο γνωστή, την παλαιότερη ιστορία του κόσμου. Ο τρόπος είναι το ζήτημα. Για μένα, ζήτημα ζωής όχι μόνο κινηματογράφησης” (…).
“Νεότερο, δεν με ενδιέφερε η μυθοπλασία. Ήταν άλλες εποχές, είχα έντονες σοσιαλιστικές ανησυχίες και ήθελα, τότε στα 22 μου, να κάνω μόνο ντοκιμαντέρ. Να πω ^την αλήθεια του λαού^”. Τελικά δεν ξέφυγα ποτέ από αυτή την ανάγκη. Τώρα, στα 60 μου σχεδόν, μόνο λιγότερα μαλλιά έχω –μυαλά τα ίδια. Ανησυχίες, οι ίδιες. Και πάντα η ίδια πολιτική συνείδηση... Βλέπουμε να παίρνουν την εξουσία ηγεσίες που σιχαίνονται τον πολιτισμό. Δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις που στέλνουν όλο το κρατικό χρήμα όχι στην εκπαίδευση ή τον πολιτισμό αλλά στις τράπεζες και την οπλική βιομηχανία. Χρειάζονται υπάκουα εργατικά χέρια, όχι μορφωμένους πολίτες”. Αυτά έλεγε το 2011. Αυτά ισχύουν και σήμερα. O ίδιος αφιέρωσε τη ζωή και το έργο του για να μην ισχύουν και αύριο; __Οψόμεθα. Δεν θα συμφωνούσε μαζί μας, αλλά τελικά μόνο ο σοσιαλισμός _αυτός ο “κουτσός” που γνωρίσαμε πάλεψε για ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ (στην 7η Τέχνη και όχι μόνο).
Τα αποκλειστικά δικαιώματα των ταινιών του Ταρ για την Ελλάδα τα έχει η Πέγκυ Ρίγγα αρχαιολόγος κόρη του Θόδωρου Ρίγγα, αιθουσάρχη πρόεδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων, που συνέδεσε το όνομά του με “Βοξ” και “Ριβιέρα” στα Εξάρχεια την “Αθηναία” στο Κολωνάκι, τη χειμερινή “Ααβόρα” κά.

Πρώτα χρόνια

Ο Tarr γεννήθηκε στο Πετς (σσ. το Pécs, Fünfkirchen πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της Ουγγαρίας βρίσκεται στις πλαγιές των βουνών Μέτσεκ, στα ΝΔ κοντά στα σύνορά της με την Κροατία), αλλά μεγάλωσε στη Βουδαπέστη. Οι γονείς του ασχολούνταν τόσο με το θέατρο όσο και με τον κινηματογράφο: ο πατέρας του, Μπέλα Ταρ, σχεδίαζε σκηνικά, ενώ η μητέρα του, Μαρί, εργαζόταν ως υποστηρίκτρια σε θέατρο για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Ο αδελφός του καλλιτέχνης κι αυτός (ζωγράφος). Σε ηλικία δέκα ετών, ο Ταρ κλήθηκε σε κάστινγκ που διοργάνωσε η Ουγγρική Εθνική Τηλεόραση από τη μητέρα του και τελικά κέρδισε τον ρόλο του γιου του πρωταγωνιστή σε μια τηλεοπτική δραματική μεταφορά του έργου του Τολστόι “Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς”. Εκτός από έναν μικρό ρόλο στην ταινία του Μίκλος Γιάντσο “Szörnyek évadja” η Εποχή των Τεράτων (1986) και μερικές εμφανίσεις με μια σύντομη ματιά (όπως στο “Τραγούδι της Νύχτας του Σκύλου” _1983, του Γκάμπορ Μπόντι), ο Ταρ δεν αναζήτησε άλλους ρόλους ηθοποιίας.

Ο πατέρας του, του αγόρασε μια μηχανή 8mm για τα δέκατα τέταρτα γενέθλιά του και στην ηλικία των δεκαέξι ίδρυσε την κινηματογραφική ομάδα που αναφέραμε (Ντζίγκα Βερτόφ). Γύρισαν μια ταινία με τίτλο Guest Workers, η οποία κέρδισε το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ ερασιτεχνικού κινηματογράφου. Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, αρχικά επιδίωξε να γίνει φιλόσοφος και θεωρούσε την κινηματογραφική δημιουργία ως ένα είδος χόμπι. Ωστόσο, αφού γύρισε τις ταινίες μικρού μήκους 8 χιλιοστών, επέλεξε να ασχοληθεί με την παραγωγή ταινιών. Ο Ταρ άρχισε να συνειδητοποιεί το ενδιαφέρον του για τον κινηματογράφο στην ηλικία των 16, γυρίζοντας ερασιτεχνικές ταινίες και αργότερα εργαζόμενος ως επιστάτης σε ένα εθνικό Σπίτι Πολιτισμού και Αναψυχής. Τα περισσότερα από τα ερασιτεχνικά του έργα ήταν ντοκιμαντέρ, κυρίως για τη ζωή των εργατών ή των φτωχών στην αστική Ουγγαρία. Η ερασιτεχνική του δουλειά τον έφερε στην προσοχή των Béla Balázs Studios (που ονομάστηκαν έτσι επί σοσιαλισμού προς τιμήν του Ούγγρου θεωρητικού του κινηματογράφου), τα οποία συνέβαλαν στη χρηματοδότηση της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Ταρ το 1977, Családi tűzfészek (Οικογενειακή Φωλιά), την οποία άρχισε να γυρίζει σε ηλικία 22 ετών. Την γύρισε με μικρό προϋπολογισμό και χρησιμοποιώντας μη επαγγελματίες ηθοποιούς σε έξι ημέρες. Η ταινία ήταν πιστή στο στυλ της “σχολής της Βουδαπέστης” ή “ντοκιμαντέρ” που ήταν δημοφιλές εκείνη την εποχή στα Béla Balázs Studios, διατηρώντας απόλυτο κοινωνικό ρεαλισμό στην οθόνη. Οι κριτικοί θεώρησαν ότι η ταινία υποδηλώνει την επιρροή του Τζον Κασσαβέτη, αν και ο Ταρ αρνήθηκε ότι είχε δει κάποια από τις ταινίες του πριν γυρίσει την Családi tűzfészek, η οποία κυκλοφόρησε το 1979.

Αφού την ολοκλήρωσε ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Θεάτρου και Κινηματογραφικών Τεχνών στη Βουδαπέστη. Η ταινία Szabadgyalog (Ο Ξένος) του 1980 και η Panelkapcsolat (Προκατασκευασμένοι Άνθρωποι) της επόμενης χρονιάς συνέχισαν στο ίδιο πνεύμα, με μικρές αλλαγές στο ύφος. Η τελευταία ήταν η πρώτη ταινία του που παρουσίασε επαγγελματίες ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Με μια τηλεοπτική μεταφορά του Μάκβεθ το 1982, το έργο του άρχισε να αλλάζει δραματικά. Η ταινία αποτελείται από μόνο δύο πλάνα: το πρώτο πλάνο (πριν από τον κύριο τίτλο) έχει διάρκεια πέντε λεπτά, το δεύτερο 57 λεπτά.

Μετά το Őszi almanach (Ημερολόγιο του Φθινοπώρου) του 1984, ο Ταρ (ο οποίος είχε γράψει μόνος του τις τέσσερις πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες του) άρχισε να συνεργάζεται με τον Ούγγρο μυθιστοριογράφο Λάσλο Κρασναχορκάι για την ταινία Kárhozat (Καταδίκη) του 1988. Μια προγραμματισμένη διασκευή του επικού μυθιστορήματος Sátántangó του Κρασναχορκάι χρειάστηκε πάνω από επτά χρόνια για να υλοποιηθεί. Η ταινία διάρκειας 415 λεπτών κυκλοφόρησε τελικά με διεθνή αναγνώριση το 1994. Μετά από αυτό το έπος, κυκλοφόρησε το 35λεπτο Ταξίδι στην Πεδιάδα το 1995, αλλά σιώπησε μέχρι το Werckmeister Harmóniák (Αρμονίες των Werckmeister) του 2000. Επαινέθηκε από τους κριτικούς και το φεστιβάλ γενικότερα. Πολλά, αν όχι τα περισσότερα, από τα πλάνα σε αυτές τις μεταγενέστερες ταινίες έχουν διάρκεια περίπου έξι έως έντεκα λεπτά. Είναι πιθανό ότι για κάποιους, ένας μήνας αφιερώθηκε σε ένα μόνο πλάνο. Σε πολλά από αυτά τα πλάνα η κάμερα κινείται, γλιστράει, κινείται ή/και κινείται με γερανούς. Συχνά κυκλώνει τους χαρακτήρες και μερικές φορές εκτείνεται ακόμη και σε πολλαπλές σκηνές. Ένα πλάνο μπορεί, όπως στην αρχή του Sátántangó, να ταξιδεύει με ένα κοπάδι αγελάδες γύρω από ένα χωριό ή να ακολουθεί τις νυχτερινές περιπλανήσεις ενός μεθυσμένου που αναγκάζεται να φύγει από το σπίτι του επειδή του τελείωσε το αλκοόλ. Η Αμερικανίδα συγγραφέας και κριτικός Σούζαν Σόνταγκ υποστήριξε τον Ταρ ως έναν από τους σωτήρες του σύγχρονου κινηματογράφου, λέγοντας ότι θα παρακολουθούσε με χαρά το Sátántangó μία φορά το χρόνο.

Μετά το Werckmeister Harmonies ξεκίνησε τα γυρίσματα της ταινίας A Londoni férfi (Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο), μια διασκευή ενός μυθιστορήματος του Ζωρζ Σιμενόν. Είχε προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 2005 τον Μάιο, αλλά η παραγωγή αναβλήθηκε λόγω της αυτοκτονίας του παραγωγού Χάμπερτ Μπαλσάν. Επιπλέον, υπήρξαν διαφωνίες με άλλους παραγωγούς σχετικά με μια πιθανή αλλαγή στη χρηματοδότηση της ταινίας. Έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ των Καννών το 2007 και κυκλοφόρησε παγκοσμίως το 2008. Ο Ταρ άρχισε στη συνέχεια να εργάζεται πάνω στην εμβληματική του “A torinoi ló” _Το Άλογο του Τορίνο, η οποία, όπως είχε πει, θα ήταν η τελευταία του. Για πολλά χρόνια, κανένα από τα έργα του δεν ήταν διαθέσιμο (εκτός από την Ιαπωνία), αλλά οι “Weckmeister Harmonies” και “Damnation” έχουν κυκλοφορήσει στην Ευρώπη, ενώ τα πρώτα έργα του (“Family Nest”, “The Outsider” και “The Prefab People”), είναι επίσης διαθέσιμα (DVD στις ΗΠΑ).

Τον Ιανουάριο του 2011, ο Tarr εντάχθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο του νεοσύστατου ιδρύματος κινηματογράφου και ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα Cine Foundation International. Σε δελτίο τύπου, έκανε την ακόλουθη δήλωση σχετικά με τη φυλάκιση των κινηματογραφιστών Jafar Panahi και Mohammad Rasoulof: Η κινηματογράφηση είναι αναπόσπαστο μέρος του παγκόσμιου ανθρώπινου πολιτισμού! Μια επίθεση κατά της κινηματογραφίας βεβηλώνει τον παγκόσμιο ανθρώπινο πολιτισμό! Αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από καμία έννοια, ιδεολογία ή θρησκευτική πεποίθηση! Ο φίλος, αδελφός και αξιότιμος συνάδελφός μας Jafar Panahi βρίσκεται σήμερα στη φυλακή, με βάση επινοημένες και φανταστικές κατηγορίες! Ο Jafar δεν έκανε τίποτα άλλο από αυτό που είναι καθήκον όλων μας· να μιλάμε ειλικρινά, δίκαια για τη χώρα μας και τους αγαπημένους μας, να δείχνουμε σε όλα όσα μας περιβάλλουν με τρυφερή ανοχή και σκληρή αυστηρότητα! Το πραγματικό έγκλημα του Τζαφάρ είναι ότι έκανε ακριβώς αυτό· με χάρη, κομψότητα και με ένα πονηρό χαμόγελο στα μάτια του! Ο Τζαφάρ μας έκανε να αγαπήσουμε τους ήρωές του, τον λαό του Ιράν· πέτυχε να γίνουν μέλη των οικογενειών μας! ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΝ ΧΑΣΟΥΜΕ! Αυτή είναι η κοινή μας ευθύνη, καθώς παρά τα φαινόμενα ανήκουμε μαζί.

Τον Ιούλιο του 2021, έκανε την εκτελεστική παραγωγή της ισλανδο-σουηδο-πολωνικής ταινίας τρόμου-δράματος Lamb, σε σκηνοθεσία του πρώην μαθητή του στο film.factory, Valdimar Jóhannsson.

Ο Gus Van Sant (σσ. αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός με τις γνωστές του ταινίες Το δικό μου Αϊντάχο, Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ, Milk κά) συχνά αναφέρει τον Tarr ως τεράστια επιρροή στο μεταγενέστερο έργο του, ξεκινώντας με τον Gerry, όταν ο Van Sant άρχισε να χρησιμοποιεί πολύ μεγάλα αδιάλειπτα πλάνα _δείτε και εδώ.

Βραβεία

·        1979, Μεγάλο Βραβείο για την ταινία του Family Nest στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Mannheim-Heidelberg.

·        1982, Ειδική Μνεία για την The Prefab People στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο. Δύο χρόνια αργότερα, στο ίδιο φεστιβάλ, ο Ταρ έλαβε το Ernest Artaria για την ταινία του Almanac of Fall.

·        Το 1988, Χάλκινο Βραβείο Rosa Camuna για την ταινία του Damnation στο Συνέδριο Κινηματογράφου του Μπέργκαμο.

·        Το 1994, έλαβε πολλά βραβεία για την ταινία Satantango, συμπεριλαμβανομένου του Βραβείου Κινηματογράφου Caligari (Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου), του Βραβείου Πειραματικής Ταινίας της Εθνικής Εταιρείας Κριτικών Κινηματογράφου, του Βραβείου Âge d’Or (Brussels Prix de l’Âge d’Or), του Μεγάλου Βραβείου της Κριτικής Επιτροπής (Εβδομάδα Ουγγρικού Κινηματογράφου Βουδαπέστης), καθώς και του Βραβείου FIPRESCI και του Βραβείου Χρυσής Σελήνης για Καλύτερη Σκηνοθεσία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Νησιού Φάρο.

·        2001: Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής Berliner Zeitung για την Werckmeister Harmonies στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

·        Το 2005, Βραβείο Πολιτισμού Γαλλίας (Ξένος Σκηνοθέτης της Χρονιάς) για την Damnation.

·        2011, έλαβε το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής Ασημένια Άρκτος και το Βραβείο FIPRESCI του Διαγωνισμού στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για την ταινία του The Turin Horse.

·        2012, ειδικό βραβείο BIAFF για το συνολικό του έργο.

·        Το 2016, διορίστηκε Επίτιμος Καθηγητής στην Ακαδημία Κινηματογράφου του Πεκίνου.

·        Το 2017, του απονεμήθηκε το Τιμητικό Μετάλλιο και διορίστηκε Επίτιμος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γουχάν.

·        Το 2017, έλαβε το βραβείο για το συνολικό του έργο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Σαρδηνίας, XII έκδοση.

·        Το 2021, το Βραβείο Πατρίδας στη Βουδαπέστη.

·        Το 2022, έλαβε το βραβείο για το συνολικό του έργο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κεράλα, (IFFK, 27η έκδοση).

·        Το 2023, το Τιμητικό Βραβείο του Προέδρου και του ΔΣ της EFA στα 36α Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου.

·        Το 2023, έγινε Επίτιμος Διδάκτωρ από το FAMU – Πανεπιστήμιο Τεχνών της Πράγας.

·        Το 2024, έλαβε το Βραβείο Συνολικού Επιτεύγματος στο 37ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τόκιο, TIFF.

Πολιτικές απόψεις

Στα τελευταία χρόνια του λυκείου, ο Ταρ έγινε _κατά δήλωση αναρχικός. Μιλώντας στο Partizán, ένα αριστερό podcast, είπε ότι κατά τα τελευταία χρόνια του λυκείου, “δεν έπαιρνε καν την τσάντα του σχολείου του” επειδή “είχε τη Βίβλο του Μάο στην τσέπη του”, κάτι που επιβεβαίωσε το 2023, όταν είπε “Θεωρώ ακόμα τον εαυτό μου αναρχικό” _ήταν και άθεος.

Σφοδρός επικριτής του εθνικισμού. Σε μια συνέντευξη του 2016, είπε: “Ο Τραμπ είναι η ντροπή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο κ. Όρμπαν είναι η ντροπή της Ουγγαρίας. Η Μαρίν Λεπέν η ντροπή της Γαλλίας. Και τα λοιπά”. Σε μια επιστολή που κρεμάστηκε κοντά στην είσοδο μιας έκθεσης υπέρ της μετανάστευσης μπροστά από το ουγγρικό κοινοβούλιο, ο Ταρ έγραψε: “_Έχουμε φέρει τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής με την απληστία μας και την απεριόριστη άγνοιά μας. Με τους φρικτούς πολέμους που διεξάγαμε με στόχο να ληστέψουμε τους ανθρώπους εκεί. (…) Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τα θύματα των πράξεών μας. Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: ποιοι είμαστε και ποια ηθική αντιπροσωπεύουμε όταν χτίζουμε έναν φράχτη για να κρατήσουμε έξω αυτούς τους ανθρώπους;”

Τον Δεκέμβριο του 2023, μαζί με 50 άλλους σκηνοθέτες, υπέγραψε μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύτηκε στην Libération απαιτώντας κατάπαυση του πυρός και τον τερματισμό των δολοφονιών αμάχων εν μέσω της ισραηλινής εισβολής στη Λωρίδα της Γάζας το 2023, και τη δημιουργία ενός ανθρωπιστικού διαδρόμου προς τη Γάζα για ανθρωπιστική βοήθεια και την απελευθέρωση ομήρων.

Ακολουθήστε μας και στο Google News
Βρείτε μας στο FaceBook