21 Ιουνίου 2026

Βασίλη Κολοβού ✨ Θυμάσαι, πατέρα;.

Βιβλιοστάτης της Σύγχρονης Εποχής
Συνέντευξη στον Βιβλιοστάτη #5 παραχώρησε ο Βασίλης Κολοβός, με αφορμή την πρόσφατη επανέκδοση από τη Σύγχρονη Εποχή του έργου του Θυμάσαι, πατέρα;

"Μια ιστορία πολύ τρυφερή, βαθιά ανθρώπινη, που διδάσκει άτι η διέξοδος βρίσκεται στην αλληλεγγύη, στον συλλογικό αγώνα" Ο Βασίλης Κολοβός είναι μια προσωπικότητα της θεατρικής πράξης και του κινηματογραφικού φακού, αφού όλους τους ρόλους τους οποίους έχει ερμηνεύσει τους ενστερνίζεται με τον εσωτερικό ρυθμό που απαιτεί το κάθε έργο. Πάντα θα τον βρούμε στην εμπροσθοφυλακή των αγώνων των καλλιτεχνών με το εργατικό κίνημα, γιατί ως γνήσιος κομμουνιστής πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει ταξική συνείδηση.

  • Το διήγημα "Θυμάσαι, πατέρα"; επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και αποτελεί ένα σημαντικό έργο, στις σελίδες του οποίου ξεδιπλώνεται η μετεμφυλιακή ζωή για τους κατοίκους ενός ορεινού χωριού της Ρούμελης.
  • Μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη περνάνε ήθη και έθιμα, μεγάλα πάθη, ιστορίες εκδίκησης, προσωπικές επαναστάσεις των νέων ενάντια στο παλιό, σε αυτό που "έτσι είναι γραμμένο από τα χρόνια τα παλιά", ακόμα και συγκρούσεις ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα του Εμφυλίου.
  • Η ιστορία —που είναι ειπωμένη μέσα από τις αναμνήσεις ενός μικρού παιδιού- ξετυλίγεται μέσα σε ένα σκληρό τοπίο και περιγράφει τη σκληρή ζωή των ανθρώπων του χωριού σε μια επίσης σκληρή εποχή.
  • Μια ιστορία πολύ τρυφερή, βαθιά ανθρώπινη, που διδάσκει ότι η διέξοδος βρίσκεται στην αλληλεγγύη, στον συλλογικό αγώνα, όχι σε αυτό που "έτσι είναι γραμμένο από τα χρόνια τα παλιά", αλλά στο νέο, που ανατέλλει μέσα από τις στάχτες του παλιού και δημιουργεί μια ζωή πιο όμορφη, πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη.

— Πώς γεννήθηκε το βιβλίο; Αν κρίνουμε από τον τίτλο, είναι ένας φόρος τιμής στον πατέρα;

Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο συγκλονισμένος από τον θάνατο του πατέρα μου. Όταν, όμως, αναμοχλεύεις τη μνήμη, έρχονται στην επιφάνεια πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα ξεχασμένα ή φθαρμένα από τον χρόνο. Και όταν αυτά πρέπει να τα κάνεις εικόνες και να τα αποτυπώσεις στο χαρτί, τότε το βασικό ένστικτο κάθε ανθρώπου, η αυτοσυντήρηση, ενεργοποιείται για να επιζήσεις λογοτεχνικά. Έρχονται στον νου ό,τι έχει αποθηκεύσει ο εγκέφαλος από τον Όμηρο μέχρι τον σημερινό νέο δημιουργό.
Για μένα, ο πατέρας είναι το θεμέλιο που όχι μόνο δεν μπορείς να αποκοπείς από αυτό το αγκωνάρι της μνήμης, αλλά μόνο πάνω σε εκείνο χτίζεις. Είχα μεγάλο θαυμασμό στον πατέρα μου για την εντιμότητα, την εργατικότητα, την αλληλεγγύη που έδειχνε στον διπλανό του, τη δικαιοκρισία του. Μια αγωνία είχε πάντα: Να μάθει στα παιδιά του το σωστό και το δίκαιο. Όταν έφυγα από το χωριό μου, μου είπε: «Ποτέ μην πάρεις το ψωμί από το χέρι αλλουνού, δικό σου είναι ό,τι κερδίζεις με τον ιδρώτα σου.»

— Δοκιμάζετε την ντοπιολαλιά στο διήγημά σας. Πώς προκύπτει αυτή η επιλογή;

Η ντοπιολαλιά είναι η γλωσσική μας καταγωγή. Όλες οι ντοπιολαλιές είναι απόγονοι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, την οποία εμείς χάσαμε για εκατό περίπου χρόνια από μια πλαστή γλώσσα, την καθαρεύουσα. Ας μνημονεύουμε τουλάχιστον τον Σολωμό, τον Βηλαρά, τον Παλαμά, τον Βάρναλη, τα "Αθεϊκά" του Βόλου, τα "Ορεστειακά" της Αθήνας που μας ζανάδωσαν τη γλώσσα μας.

— Ποια είναι η σχέση του διηγήματος σας με την ιστορική εποχή στην οποία αναφέρεται;

Αν χαρακτήριζα το βιβλίο μου αφήγημα ή αυτοβιογραφικό, θα το αδικούσα- εγώ δεν αφηγούμαι τη ζωή μου. Καταγράφω πτυχές μιας περιόδου σκληρής και άδικης για τον λαό μας, τη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η καταγραφή αρχίζει στον απόηχο της ήττας του ΔΣΕ και την έναρξη μιας πολλαπλής βίας. Τότε που θα γέμιζαν οι φυλακές και τα ξερονήσια και που θα εξαπολυόταν ένα ανθρωποκυνηγητό για τους αμετανόητους ηττημένους του Εμφυλίου. Παρά, όμως, την εξέλιξη αυτήν, αυτή η μαγιά των ανθρώπων, με όσα υπέφεραν, κράτησαν

Θυμάσαι, πατέρα;

 Οι άνθρωποι γεννήθηκαν για να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να ερωτευτούν, να εργαστούν, να φτιάξουν τη ζωή στα μέτρα που θέλουν ζωντανά το πνεύμα και τα οράματα της Αντίστασης. Διηγούμαι μύθους, παραδόσεις, αξίες αποδεκτές ή γνωστές απ’ όλους. Φυσικά, φιλτραρισμένα από την απόσταση του χρόνου, χωρίς εκπτώσεις στην αλήθεια, αλλά με μια τρυφερότητα που απορρέει, νομίζω, από την ιστορική πείρα για το τι έγινε και για το τι δεν πρέπει να ξαναγίνει!

Στο διήγημα υπάρχουν οι ερωτικές σχέσεις οι οποίες δε δικαιώνονται, καθώς καταβυθίζονται κάτω από το βάρος των παλιών αρχών. Έχουμε μια πάλη του νέου με το παλιό.

Σωστά, είναι μια σύγκρουση της νέας γενιάς με τα "πρέπει" και τα "μη" της παλιάς. Σπάει, όμως, το τσόφλι του αβγού για να γεννηθεί το καινούργιο που χρειάζεται η ζωή. Ένα παράδειγμα είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Τα χρόνια εκείνα, όταν κάποιος πήγαινε να ζητήσει για νύφη ένα κορίτσι, αυτό είχε προκαθοριστεί από τους πατεράδες και το μοίρασμα της προίκας του κοριτσιού. Κανείς δε ρώταγε "τον θέλεις ή όχι". Η υποταγή των παιδιών σε αυτήν την παράδοση ήταν δεδομένη. Στον αντίποδα, στο διήγημα έχουμε ένα ερωτευμένο ζευγάρι, παιδιά πολιτικών αντιπάλων, που παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. Δεν υπακούνε την παράδοση. Σπάνε τον κανόνα και επιλέγουν οι ίδιοι τι θέλουν και τι όχι στη ζωή τους.

— Τι θα αποκομίσει από την ανάγνωση του βιβλίου ένας νέος άνθρωπος ο οποίος, ομολογουμένως, είναι μακριά από τη συγκεκριμένη εποχή του έργου, από την ατμόσφαιρα των γεγονότων;

Μεγάλο όφελος είναι και μόνο που ένας νέος άνθρωπος θα ανοίξει ένα βιβλίο. Μετά, έρχεται το ότι θα βάλει σε κίνηση τον νου του και, μάλιστα, αναφορικά με κάτι που δεν του είναι ξεκάθαρο ή οικείο. Γιατί έτσι θα γεννηθούν ο προβληματισμός και τα ερωτήματα. Άρα, ο σκοπός θα έχει επιτευχθεί.
ΙΟΥΝΗΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026 | ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ · 3

Στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ο Βασίλης Κολοβός μας μεταφέρει σε μια μικρή, κλειστή, ορεινή κοινωνία ενός χωριού της Ρούμελης τα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο.

Μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη περνάνε ήθη και έθιμα, μεγάλα πάθη, ιστορίες εκδίκησης, προσωπικές επαναστάσεις των νέων ενάντια στο παλιό, σε αυτό που «έτσι είναι γραμμένο από τα χρόνια τα παλιά», ακόμα και συγκρούσεις ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα του Εμφυλίου.

Η ιστορία –που είναι ειπωμένη μέσα από τις αναμνήσεις ενός μικρού παιδιού– ξετυλίγεται μέσα σε ένα σκληρό τοπίο και περιγράφει τη σκληρή ζωή των ανθρώπων του χωριού σε μια επίσης σκληρή εποχή.

Μια ιστορία πολύ τρυφερή, βαθιά ανθρώπινη, που διδάσκει ότι η διέξοδος βρίσκεται στην αλληλεγγύη, στον συλλογικό αγώνα, όχι σε αυτό που «έτσι είναι γραμμένο από τα χρόνια τα παλιά», αλλά στο νέο, που ανατέλλει μέσα από τις στάχτες του παλιού και δημιουργεί μια ζωή πιο όμορφη, πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Βασίλης Κολοβός γεννήθηκε το 1945 στο ορεινό χωριό Πετρωτό της επαρχίας Δομοκού.

Στα δώδεκα χρόνια του πήγε στη Λαμία για να μάθει γράμματα στο νυχτερινό σχολείο. Εργάστηκε σε βιβλιοπωλείο, κουρείο, καφενείο, μπακάλικο, ραφτάδικο για να επιβιώσει.

Το 1961, ήρθε στην Αθήνα, όπου δούλεψε σε εργοστάσια, βιοτεχνίες και οικοδομές. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου και αποφοίτησε με άριστα το 1964.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης τον πρότεινε στη Μαριέττα Ριάλδη, που ανέβαζε την Αντιγόνη του Ανούιγ, και έπαιξε τον Αγγελιοφόρο. Ταυτόχρονα, ο ίδιος τον διάλεξε να παίξει στην Αποικία των τιμωρημένων τον Λοχία, το φθινόπωρο του 1967.

Στο μεταξύ, κηρύχτηκε η δικτατορία, ανακλήθηκε η αναβολή λόγω σπουδών που είχε και επιστρατεύτηκε. Πέρασε όλη τη θητεία του σε μονάδα ανεπιθυμήτων.

Από το 1971 έως το 1973, δούλεψε σε τρεις-τέσσερις παραστάσεις στην Αθήνα και σε αρκετά μπουλούκια στην επαρχία.

Το 1973, πάλι ο Καμπανέλλης, τον έφερε σε επαφή με την Τζένη Καρέζη και έπαιξε στο Μεγάλο μας Τσίρκο.

Έκτοτε, έπαιξε σε πάρα πολλούς θιάσους, σε περισσότερες από εκατό παραστάσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως οι Μ. Κατράκης, Κ. Μπάκας, Μ. Βολονάκης, Θ. Καρακατσάνης, Κ. Μιχαηλίδης, Κ. Τσιάνος, Γ. Διαμαντόπουλος, Δ. Έξαρχος, Ν. Χαραλάμπους κ.ά.

Πήρε μέρος σε τηλεοπτικές σειρές και σε δεκαπέντε ταινίες με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως οι Θ. Αγγελόπουλος, Ν. Κούνδουρος, Τ. Ψαρράς, Γ. Σμαραγδής, Λ. Βαρδαρός. Η τελευταία του εμφάνιση ήταν στην ταινία του Περικλή Χούρσογλου Εξέλιξη, για την οποία κέρδισε το Πρώτο Βραβείο Ερμηνείας Β΄ Ανδρικού Ρόλου από την Ακαδημία του Ελληνικού Κινηματογράφου.

Παράλληλα με την επαγγελματική του σταδιοδρομία, ασχολήθηκε και με τα συνδικαλιστικά προβλήματα των ηθοποιών για τριάντα χρόνια. Διατέλεσε πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος (ΠΟΘΑ), του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Ελλήνων Ηθοποιών (ΤΑΣΕΗ).

Νίκος Πλουμπίδης_ "Εξετελέσθη ζητωκραυγάζων υπέρ του ΚΚΕ" - Τιμή μου εγώ πάνω απ' όλα έχω την τιμή του Κόμματος

Η επαφή του με το λαϊκό κίνημα ξεκίνησε όταν έκανε τα πρώτα μεροκάματα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα σταθερά στο πλευρό του Κομμουνιστικού Κόμματος.Υπήρξε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ από το 1976 έως το 2010 συμμετείχε με τα ψηφοδέλτια του κόμματος στις  βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς και στης τοπικής διοίκησης.
16ο Συνέδριο ΚΚΕ _Βασίλης Κολοβός
Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες
Μεταφέρω θερμό αγωνιστικό συντροφικό χαιρετισμό των εργατών του πολιτισμού στους καλεσμένους μας και στο συνέδριο, που διεξάγεται μέσα σε γενικευμένο, αρνητικό κλίμα, με άριστα μεθοδευμένη αποσιώπηση, και σε θέση μάχης όλοι οι μηχανισμοί (ΜΜΕ, μυστικές υπηρεσίες, διάφορα κέντρα, παλαιότεροι και νεότεροι φραξιονιστές του κινήματος), έτοιμοι να μας πυροβολήσουν, να πυροβολήσουν την ιστορία του Κόμματος, την προοπτική του, την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του, την ακτινοβολία και επίδρασή του στην κοινωνία.
Ο κόσμος αλλάζει ερήμην των λαών. Ο καινούριος κόσμος που θέλουν είναι κόσμος της αγοράς που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ και οι μηχανισμοί επιβολής της εφιαλτικής νέας τάξης πραγμάτων. Μοιραία, ο άνθρωπος ο δικός τους θα είναι ένα άβουλο ον, ενταγμένο στη λογική της εμπορευματοποίησης όλων των ανθρώπινων αξιών, στα πλαίσια της μαζικής κουλτούρας του ιμπεριαλισμού. Χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ και τους μηχανισμούς για να προβάλλουν ό,τι πιο χυδαίο παράγουν, εξοντώνοντας τους λαούς, πολλαπλασιάζοντας τα κέρδη τους.
Η φτώχεια, η μιζέρια, τα σκουπίδια του πολιτισμού, η ισοπέδωση των παραδόσεων, η χρήση της τέχνης σαν εμπόρευμα και προπαγανδιστικό εργαλείο, είναι τα χαρακτηριστικά μιας άθλιας πραγματικότητας που βιώνουμε.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, κάποιοι καλλιτέχνες αντιστέκονται, κάποιοι ενσωματώνονται. Οι κομματικές δυνάμεις δίνουν τη μάχη να προσανατολίσουν την αντίσταση ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση. Στο διάστημα αυτό, κερδίσαμε νέες θέσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα των καλλιτεχνών, δείγμα η αύξηση των δυνάμεών μας στην ΠΟΘΑ (7 στους 11), απέναντι στη συσπείρωση (ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - ΣΥΝ Ανεξάρτητοι).
Στόχος της νέας ΚΕ να είναι: Η σωστή λειτουργία των ΚΟΒ - Η κομματική πειθαρχία - Η ιδεολογική αδιαλλαξία - Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός - Το Μέτωπο - Το ιδεολογικό μέτωπο - Οι στρατολογίες. Σήμερα επιβάλλεται περισσότερο ίσως από κάθε άλλη ιστορική περίοδο νομιμότητας του Κόμματος να βρισκόμαστε σε επαγρύπνηση.

Το Θυμάσαι, πατέρα; (1994) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και ακολουθούν: Οι αγίες των ημερών τους. Το καλοκαίρι μας προσπέρασε. Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ. Το δώρο του χιονιού. Εγώ, η Ζωζώ Νταλμάς.

Το 1998, το Θυμάσαι, πατέρα; επιλέχτηκε από τον Σύλλογο Διδασκόντων του Πανεπιστήμιου του Σίδνεϊ ως βασική διδακτέα ύλη στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας, μαζί με τον Επιτάφιο του Γ. Ρίτσου, την Αυλή των θαυμάτων του Ιάκ. Καμπανέλλη και τη Σαρκοφάγο του Ιωάννου.
Επισκέφτηκε το Σίνδεϊ έξι φορές προσκεκλημένος από την Ελληνική Κοινότητα. Μίλησε στους μαθητές για το βιβλίο του και έδωσε τις διαλέξεις: "Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της ειρήνης
", "Η επανάσταση του ’21 και ο στρατηγός Μακρυγιάννης", "Κώστας Βάρναλης, οδηγητής του λαού μας ", "Φώτης Αγγουλές, ο λαϊκός μας ποιητής", "Η άνοδος του Νεοφασισμού στην Ελλάδα" και "Καραϊσκάκης, ο Καπετάνιος της Ρούμελης".

                                     ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΑΤΕΡΑ;

Δεν είχε χαράξει καλά όταν κινήσαμε. Σε τρεις ώρες φτάσαμε στην πρώτη πολιτεία. Έξω στους μύλους ο πατέρας έδεσε το άλογο, με πήρε απ' το χέρι και κινήσαμε για τα λεωφορεία. Κόσμος πολύς και φασαρία. Έβγαλε τα εισιτήρια, μπήκαμε μέσα. Βρώμαγε σαν σβησμένος λύχνος. Ξεκίνησε. Η στράτα όλο στροφές. Άρχισα να ξερνάω. Μετά από δυο ώρες φτάσαμε. Εγώ ήμουν πεθαμένος απ' το ξερατό και τη ζαλάδα κι άμα πάτησα στη στράτα, που ήταν ίσια και γυαλιστερή, όλο με μπέρδευε και παραπατούσα.

Φτάσαμε στο μαγαζί που θα έπιανα δουλειά. Κείνος ο άνθρωπος είχε πολλά βιβλία στους τοίχους και τετράδια κι άλλα χαρτιά, είχε φορεμένα ματογυάλια, με κοίταζε ώρα πολλή πάνω κάτω. Δε φαινόταν καλός άνθρωπος, καταδεχτικός. Γύρισε κατά τον πατέρα:
" Κύριε... πώς σας λένε είπαμε;"

" Γιάννο".
" Λοιπόν. κύριε Γιάννο, πολύ βλαχαδερό είναι το παιδί σου. Μάλλον δεν κάνει για τη δουλειά μου. Αλλιώς μου τα είπε ο συγγενής σας. Τέλος πάντων, ας μείνει λίγες μέρες και βλέπουμε".

Ο πατέρας δαγκώθηκε, αλλά κουβέντα δεν είπε. Με πήρε παράμερα:
" Να τον ακούς, πιδάκι μ' . Το βράδυ θα' ρθει ο μπάρμπας σ' να σε πάρει σπίτι".

Έσκυψε και με φίλησε. Ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που φίλαγε μεγάλο παιδί. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εγώ στεκόμουνα ορθό με τον ντουρβά στον ώμο. Μπήκε μια γυναίκα που μύριζε όχι σαν τη μάνα μου αλλά αλλιώτικα. Μ' έβλεπε περίεργα:

" Τι είναι αυτό, καλέ κύριε Κίμων; "

Αυτός γέλασε:

" Μου το' φεραν για το μαγαζί".
" Τς...τς...τς..." έκανε η κυρία σαν να' κλανε κότα. " Καλέ, θα σου βρωμίσει τα βιβλία αυτό".

Γέλασαν κι οι δύο. Δεν κατάλαβα γιατί.
" Βγάλε, παιδί μου, αυτό το πράμα απ' τον ώμο σου".
Το' βγαλα και το κρατούσα στην αγκαλιά.
Ήταν η προίκα μου και το φαΐ μου.
" Άφησέ το εκεί στη γωνιά, κάτω ".
Το άφησα.
" Ξέρεις να σκουπίζεις;"
" Ξέρω, μπάρμπα ".
" Μπαρμπαριά και Τούνεζι, ζώον ! Πάρε αυτή τη σκούπα και πήγαινε κάτω στο υπόγειο να ρίξεις λίγο νερό, να μη σηκώνεις σκόνη, και σκούπισε".

" Καλά, μπάρμπα".
Γρήγορα γρήγορα άρχισα και τέλειωσα. Ήξερα από σκούπισμα, πολλές φορές τα μαντριά εγώ τα σκούπιζα με το σάρμα. Ανέβηκα πάνω.

" Τώρα κλείνουμε για μεσημέρι", μου λέει, " να πας σπίτι σου και στις πέντε να' σαι απ' έξω".
" Καλά", είπα.

Χωρίς άλλη κουβέντα άρπαξα τον ντουρβά κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Με το που βρέθηκα στο δρόμο, σταμάτησα τον πρώτο περαστικό:

" Μπάρμπα, πού είναι τα λεωφορεία;"
Μου έδειξε. Έφυγα τρέχοντας, δεν ήταν μακριά. Θαύμα είναι πώς δε με χτύπησε αυτοκίνητο. Πέρναγα τα στενά χωρίς να βλέπω ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Έφτασα στην πλατεία του Λαού, στα λεωφορεία. Γύρω γύρω όλη η πλατεία, καρέκλες και πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο. Μια κομπανία από οργανοπαίχτες, γύφτους και χαλκιάδες , έπαιζε κάτω απ' τον πλάτανο σιγανά σιγανά διάφορους σκοπούς, περιμένοντας κι αυτοί το λεωφορείο για να πάνε σε κάποιο απ' τα πανηγύρια, που είχαν πολλά απ' τα χωριά του κάμπου. Τον είδα. Καθόταν στο πεζοδρόμιο, είχε ανασηκωμένη την τραγιάσκα του και το σακάκι ριγμένο στον ώμο. Κάπνιζε, κοίταζε ίσια μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα. Σκεφτόταν πως ένα κομμάτι απ' το κορμί της φαμελιάς του κόπηκε σήμερα κι έμεινε στα ξένα μοναχό. Ήταν λυπημένος.

" Πατέρα!"
Αναπήδησε:

" Τι είναι, πιδάκι μ'...έφυγες;"
Μου φάνηκε σαν να χάρηκε όταν το είπε. Δε μίλησα, τον κοίταξα στα μάτια.

" Όχι. Έκλεισε το μαγαζί μέχρι τις πέντε".

Μ' έσφιξε δυνατά:

" Έφαγες, πιδάκι μ' ;"

" Όχι ".

Έβγαλε απ' τον ντουρβά ψωμί, τυρί κι από ένα χαρτί χαλβά που' χε για το χωριό. Αρχίσαμε να τρώμε χωρίς να μιλάμε. Τα όργανα έπαιζαν ή μάλλον αυτοσχεδίαζαν. Ο γερο - χαλκιάς κένταγε με το κλαρίνο και τα τσίπ' ρα έρχονταν το' να μετά το άλλο στο τραπέζι.

" Λεοντάρι, Ανάβρα, Αγόριανη, Σοφάδες

Αβαρίτσα...Το λεωφορείο φεύγει. Περάστε, περάστε! " σχεδόν ούρλιαξε ένας χοντρός εισπράκτορας , καταϊδρωμένος, που σιχτίριζε την κοινωνία που' χε γίνει εισπράκτορας κι όχι στρατηγός.

" Σε δέκα λεπτά φεύγει".

Πρώτα σηκώθηκαν τα όργανα, πήραν τα μπουκάλια με το τσίπ' ρο μαζί.

" Περάστε. Τα πράματα δεξιά, για τη σκάλα, να παν απάνου. Ό,τι στάζει, ό,τι λερώνει, στην αγκαλιά σας, βλαχαδερά!" ούρλιαξε πάλι ο χοντρός κι άρχισε ν' ανεβαίνει τη σκάλα για τον ουρανό του λεωφορείου.

" Πιδάκι μ', πρέπει να πααίνω", με χάιδεψε στο κεφάλι.

Πήρα τον ντουρβά στα χέρια. Με κοίταξε. Ανέβηκε στο λεωφορείο. Η θέση του ήταν σε παραθύρι ανοιχτό, έβγαλε το χέρι του και μετά το κεφάλι. Πήγα κοντά, από κάτω του.

" Πιδί μ', φτωχοί άνθρωποι' μεις, με τον φτωχό και τον πονεμένο κολιγιά είμαστε, μην τον αδικήσεις, μην του κλέψεις το ψωμί απ' το χέρι, μη βάλεις αμανάτι τον εαυτό σου για το καλύτερο που δεν είναι θ' κό σ'. Ό,τι φκιάνουν τα χέρια σ', αυτό είναι το καλό. Μην το πάρεις απ' τα χέρια τ' αλλουνού που' ναι αδύναμος και μην ξεχάσεις να κεράσεις τον φίλο που δεν πρόκοψε όπως εσύ..." Τα μάτια του ήταν υγρά, λυπημένα: " Να ' σαι καλό παιδί..."

" Θα' μαι, πατέρα".

" Φεύγουμε!" ούρλιαξε πάλι ο χοντρός.

Τα όργανα έπαιξαν δυνατά. Ο οδηγός είχε πιεί τα τσίπ' ρα του και χτύπαγε τα χέρια στο ρυθμο του κλαρίνου. Έβαλε μπροστά το λεωφορείο.

" Άιντε, πιδί μ', φεύγω. Το Σάββατο θα' ρθω πίσω να σε ιδώ".

Άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Ο κόσμος μεγάλωνε απότομα, μ' έκλεινε μέσα του, με φυλάκιζε κι εγώ μίκραινα. Το λεωφορείο ξεκίνησε. Εκείνος με κοίταγε απ' το παραθύρι. Τα όργανα έπαιζαν δυνατά κι άρχισα να τρέχω πίσω απ' το λεωφορείο. Εκείνος κούναγε το χέρι του χαιρετώντας με. Άρχισα να φωνάζω:

" Πατέρα...πατέρα...Πάρε με πίσω στο χωριό...Πατέρα..."

Άπλωνα το χέρι μου. Εκείνος κούναγε το δικό του χαιρετώντας με. Τα όργανα δυνάμωναν και δε μ' άκουγε.

" Πατέρα, μη μ' αφήνεις μοναχό εδώ, πατέρα..."

Το λεωφορείο έστριψε. Απόστασα. Έκατσα σ' ένα πεζούλι στην άκρη στο πεζοδρόμιο μοναχός. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Τους κοίταζα. Κανένα δεν ήξερα. Κανένας δε μου έλεγε καλημέρα. Άνοιγμα δεν έβλεπα πουθενά. Όλο μεγάλα σπίτια. Πώς παίρνει ανάσα ο κόσμος εδώ; Σηκώθηκα. Έφκιαξα τον ντουρβά με τα προικιά μου, που τον είχα κρεμασμένο στον ώμο, και κοίταξα το δρόμο το φαρδύ προς τα κάτω. Μπροστά ξανοιγόταν η πολιτεία, η νέα μου ζωή, οι καινούριοι άνθρωποι...Εδώ πρέπει να ζήσω, χωρίς τους δικούς μου, εδώ πρέπει να βρω τους καλούς ανθρώπους να κάνω μαζί τους κολιγιά. Σ' αυτούς να πω το λόγο τον γκαρδιακό, αλλά πώς να τους γνωρίσω, εδώ κανένας δεν ακούει τον άλλον, ο σαματάς είναι δυνατός και σκεπάζει τις φωνές.

Βλέπω από πάνω να έρχονται κάτι άνθρωποι εργατικοί. Είναι στη γραμμή. Ήταν πολλοί μαζί. Φωνάζουν δυνατά. Είχαν κόκκινα πανιά δεμένα σε ξύλα. Λένε για ψωμί, για δουλειά, για φτώχεια, για δημοκρατία.

" Όταν οι άνθρωποι είναι αντάμα", έλεγε ο πατέρας, " είναι δυνατοί".

Πέρναγαν από μπροστά μου. Ήταν γεροί άνθρωποι. Εγώ σηκώθηκα και τους κοίταζα.

" Από πού είσαι εσύ, παιδί μου;" με ρωτάει ένας.

Του είπα το χωριό. Χαμογέλασε.

"Κοντοχωριανοί είμαστε. Εγώ είμαι απ' τη Χιλιαδού" μου λέει.

Να που βρήκα πατριώτη άνθρωπο και μου μιλάει, τον πήρα από κοντά δίπλα απ' τη γραμμή. Στην στράτα τον ρωτάω:

" Γιατί κρατάς αυτό το κόκκινο πανί, μπάρμπα;"

" Είναι το αίμα μου, παιδί μου."

Με κοίταξε ίσια στα μάτια κι άλλη λέξη δεν είπε, ήταν σαν με κάρφωσε με μαχαίρι.

Παρακάτω τους περίμεναν κι άλλοι εργατικοί άνθρωποι και παρακάτω άλλοι κι άλλοι κι άλλοι και φώναζαν όλοι μαζί. Μυαλωμένα πράματα έλεγαν. Τα πρόσωπά τους, έτσι ξαναμμένα που ήταν, έλαμπαν. Ψυχωμένοι άνθρωποι, ήταν και γυναίκες και παιδιά, φώναζαν όλοι. Άρχισα να φωνάζω κι εγώ. Μπήκανε στην πλατεία. Μόλις άρχισε ένας να μιλάει ανεβασμένος σ' ένα τραπέζι, να οι χωροφυλάκοι. Κάτι είπε ο καπετάνος και βγάλαν κάτι κοντά ξύλα απ' τις κωλότσεπες και χωρίς πολλά πολλά άρχισαν να τους βαράνε. Αυτός που μίλαγα εγώ έπεσε καταγής, τον πάταγαν. Μου' δωκε το πανί με το ξύλο που κράταγε.

" Τρέχα", μου λέει, " και μην τ' αφήσεις".

Έμεινα σαν χαζό, πετάγεται ένας άλλος και, όπως κράταγα το ξύλο, μου' δωκε μια κλοτσιά στον κώλο. Χωρίς αιτία. Ξεράθηκα. Δε φόραγε χωροφυλακίστικα, αυτός καθόταν δίπλα κι έβριζε. Του τραβάω κι εγώ μια στο καλάμι, ρέκαξε απ' τον πόνο. Όχι, θα τον άφηνα!

" Κωλόπαιδο! " μου χουγιάζει ένας χωροφύλακας και μ' αρχίνησε στα σκαμπίλια.

Εμένα ούτε ο πατέρας μου δε με χτύπησε ποτέ.
" Τρέχα! " μου ξαναφώναξε κείνος που μου' δωκε το πανί με το ξύλο. " Τρέχα, μη σε πάρουν μέσα ".
Δεν κατάλαβα πού θα με πήγαιναν, όμως έβγαλα τα παπούτσια κι άρχισα την π' λάλα. Ένας με κυνήγαγε από πίσω, πού να με πιάσει. Έφαγα όμως μια στην πλάτη. Μόλις έστριψα σε ένα στενό με το πανί στο χέρι, μου κρένει ένας, μπήκα σε κάτι τοίχους με πολλά πατώματα, με άρπαξε απ' τον ώμο:
" Από δω, ρε βλαχάκο με τον ντουρβά".
Σχεδόν μ' έκλεισε στην αγκαλιά του, ήταν μεγαλόκορμος σαν τον πατέρα. Είχε κάτι
χερούκλες ροζιασμένες. Είχε φαρδύ μέτωπο και μεγάλα άλουστα μαλλιά. Έμοιαζε με το Χριστο, που είχαμε στο εικόνισμα, όταν ευλογούσε παιδιά. Μου χαμογέλασε. Τους είπα τα καθέκαστα. Μείναμε εκεί ώσπου έπεσε το σούρουπο. Δεν πήγα στο μαγαζί, έχασα τη δουλειά. Τώρα τι να κάνω; Πού να πάω; Φαμελιά δεν έχω. Τίποτα δεν έχω.
" Εμείς είμαστε τρανή φαμελιά και ενωμένη, σε μας χωράει κάθε καλός άνθρωπος", μου είπε αυτός που μ' έπιασε.
Εμένα όμως ο πατέρας με διάταξε να προσέχω τους ανθρώπους. " Να μη δίνεις βάση στον άνθρωπο, αν δεν δοκιμαστεί στο καλό έργο πρώτα".
" Κίτσο ", λέει σ' έναν, " πάρε το κούτσ' κο σπίτ', τάισ' το και πλάιασ' το, εγώ θα βρω τον μπάρμπα τ'". Γύρισε σε μένα: " Το πρωί στις 7 να' σαι δω, θα δουλέψουμε μαζί, θα χτίζουμε σπίτια για τους ανθρώπους με το αίμα μας και άμα θέλουν τ' αφεντικά να μας το πίνουν τζάμπα, θα τους πολεμάμε. Θέλεις;"
" Θέλω ".

" Σύντροφοι, κι άλλος συνάδελφος" __

Βασίλης Κολοβός: το "Νίκος Πλουμπίδης" το πλέον δύσκολο εγχείρημα της θεατρικής μου καριέρας
Το θεατρικό έργο "Νίκος Πλουμπίδης"», που αναφέρεται στη ζωή και την αγωνιστική δράση του στελέχους του ΚΚΕ, ανέβηκε το 2020 στο «Θέατρο της Ημέρας» (Γεννηματά 20, Αμπελόκηποι, μετρό "Πανόρμου") σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Βασίλη Κολοβού.
Συζήτησα τότε με τον στρατευμένο καλλιτέχνη, τόσο για το συγκεκριμένο έργο, όσο και για τη σχέση της τέχνης με την κυρίαρχη ιδεολογία και για το σήμερα, που οξύνονται και πάλι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και η περιοχή μας μυρίζει μπαρούτι.
__Είστε ένας ηθοποιός – σκηνοθέτης που δε διστάζει να καταπιαστεί με αυτό που εκ πρώτης φαντάζει δύσκολο.
Από το βαρναλικό «Φως που καίει» στον Νίκο Πλουμπίδη, μια εμβληματική προσωπικότητα, ταυτισμένη με τις πιο δραματικές και συνάμα τις πιο λαμπρές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας.
__Πόσο εύκολο ήταν να μεταφερθεί στο θεατρικό σανίδι;
Το πλέον δύσκολο εγχείρημα της θεατρικής μου καριέρας, όχι μόνο γιατί πρέπει να αποδοθεί θεατρικά ένας ήρωας κομουνιστής που έγραψε ως μάρτυρας τη δική του αγωνιστική ιστορία, αλλά και γιατί είναι η πρώτη φορά που η ζωή και η δράση του ανεβαίνουν στη θεατρική σκηνή.
Μια φυσιογνωμία παγκόσμια όπως ο Νίκος Πλουμπίδης, εμπνέει δέος και σεβασμό και δεν προσφέρεται για επιδερμική και περιστασιακή προσέγγιση αλλά απαιτείται να βάλεις το μαχαίρι στο κόκαλο.
Οφείλεις να τιμήσεις τον αγωνιστή Νίκο Πλουμπίδη γιατί αυτά που πρόσφερε στις γενιές που ακολούθησαν τη θυσία του, είναι οι σπουδαιότερες παρακαταθήκες για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας.
Και μόνο το γεγονός ότι στον μάρτυρα αυτό, πολλοί οφείλουμε το γεγονός ότι γεννηθήκαμε, αρκεί για να τοποθετηθεί το όνομά στο πάνθεον των ηρώων του λαού μας.
Καλό θα είναι να ξέρουν οι νέοι άνθρωποι ότι πριν από 76 χρόνια, ο ελληνικός λαός ματαίωσε τα σχέδια του Χίτλερ για την επιστράτευση των Ελλήνων στα γερμανικά Νταχάου.
Η 5η Μάρτη 1943 είναι μια επική σελίδα της ελληνικής Ιστορίας. Είναι η ημέρα που μια σκλαβωμένη και υπόδουλη χώρα αλλά με έναν αδούλωτο λαό – η Ελλάδα της Αντίστασης – στέκεται ολόρθη απέναντι στον κατακτητή, αψηφά τη Βέρμαχτ, τη Γκεστάπο και τα Ες Ες, ανατρέπει τους σχεδιασμούς τους να αλυσοδέσουν τα παιδιά του λαού στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τσακίζει τη θηριωδία τους.
Ο Νίκος Πλουμπίδης ήταν ο καθοδηγητής και οργανωτής αυτής της μεγαλειώδους πράξης. Στις μέρες μας τα περισσότερα είδη τέχνης αναμασούν και υπηρετούν την κυρίαρχη ιδεολογία, επιλέγουν το εύπεπτο, το επιφανειακό, ποια είναι η σημασία ενός θεατρικού εγχειρήματος που αναδεικνύει τη ζωή και δράση ανθρώπων όπως ο Νίκος Πλουμπίδης;
Μέσα από τη ροή της παράστασης παρακολουθούμε τη δράση του και ιδιαίτερα τα τελευταία δραματικά χρόνια, τόσο τα δικά του όσο και του Κινήματος, ο δε κύκλος, κλείνει με την εκτέλεσή του.
Ο Νίκος Πλουμπίδης απέδειξε ότι η ανιδιοτέλεια, ο σεβασμός και η πίστη στην ιδεολογία και τα ιδανικά ενός κομμουνιστή αγωνιστή, δεν είναι λόγια, αλλά στάση ζωής.
Το περιγράφει άλλωστε σε ένα από τα γράμματά του: «Κρατιέμαι με τα δόντια στη ζωή για να δώσω ακόμα δυο μάχες, τη μάχη της δίκης και τη μάχη του εκτελεστικού αποσπάσματος».
Εννοείται ότι η λιτή και αφαιρετική σκηνοθετική ματιά ήταν απαραίτητη για να δημιουργήσω στον θεατή την αίσθηση εκείνης της μαύρης εποχής κατά την οποία οι κυβερνήσεις μαριονέτες με την στήριξη και καθοδήγηση του αμερικανικού παράγοντα είχαν φέρει το λαό μας σε απόγνωση.
Σκοπός μου δεν ήταν και δεν είναι να καταφέρω μια απλή θεατρική παράσταση που θα είναι θέατρο για το θέατρο, αλλά έναν φόρο τιμής για τον Πλουμπίδη χρησιμοποιώντας το θέατρο ως μέσο για να αναδειχθούν οι πτυχές αυτού του μάρτυρα που έδωσε τη ζωή του για το λαό μας και υπηρέτησε πιστά το Κόμμα του και τις προσδοκίες του.
Λασπώθηκε, λαβώθηκε αλλά δεν κιότεψε μα ούτε και αλλαξοπίστησε και στο τέλος δικαιώθηκε.
Το έργο είναι ένας ύμνος στον κομμουνιστή Νίκο Πλουμπίδη και το μεγαλείο της ψυχής του!
__Γιατί να δει κάποιος την παράσταση;
Τι έχει να πει η παράσταση στο θεατή και ειδικά σε εκείνον που δεν ασπάζεται την ιδεολογία του κομμουνιστή Νίκου Πλουμπίδη;
Για να μάθει, να πληροφορηθεί, να διδαχθεί. Να γνωρίσει όσα αγνοεί, να αντιληφθεί το μέγεθος του ήρωα και μάρτυρα Νίκου Πλουμπίδη.
Ο σεβασμός με τον οποίο αντιμετώπισε συντρόφους ακόμα και εχθρούς, σε συνδυασμό με τη σιδερένια πίστη του στην ιδεολογία του, το κόμμα του, αλλά πάνω απ’ όλα στην έννοια της λέξης Άνθρωπος, τον καθιστούν πλέον σύμβολο ηρωικού αγωνιστή, για όλες τις γενιές.
Ο Πλουμπίδης, απομονωμένος και χαρακτηρισμένος από την ηγεσία του Κόμματος, όχι μόνο δεν το αποκήρυξε, αλλά και το υπεράσπισε μέχρι την τελευταία του πνοή.
Στην άδικη κατηγορία ο Νίκος Πλουμπίδης απάντησε γράφοντας: «Τιμή μου εγώ πάνω απ’ όλα έχω την τιμή του Κόμματος. Εγώ εκείνα που δίδασκα τα εφάρμοζα πρώτος εγώ. Ήμουν πιστός στο Κόμμα τότε που με ανέβαζε στα ανώτατα αξιώματά του, είμαι πιστός και τώρα που, καλά ή κακά, δίκαια ή άδικα, με κατηγορεί και με στιγματίζει. Θα παραμείνω για πάντα πιστός και θα πεθάνω κομμουνιστής». Τι σπουδαιότερο απ’ αυτό, για να δημιουργήσει τα κατάλληλα ερεθίσματα σε έναν οιοδήποτε θεατή για να παρακολουθήσει μια πολιτική παράσταση σαν αυτή;
Είναι γνωστό πως είστε στρατευμένος καλλιτέχνης και ποτέ δε διστάσατε να αναλάβετε το ρόλο που σας αντιστοιχεί.
Πέρασαν 20 χρόνια από το «Δικαστήριο των Λαών» στην πλατεία Συντάγματος στο οποίο συμμετείχατε, ενάντια στους σφαγείς του λαού της Γιουγκοσλαβίας. Σήμερα, που οξύνονται και πάλι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και η περιοχή μας μυρίζει μπαρούτι, πόσο επίκαιρη είναι εκείνη η συμβολική καταδίκη των ιμπεριαλιστών “στη χλεύη της ιστορίας και στην οργή των λαών”;
Τότε παραδώσαμε στη χλεύη της ιστορίας και στην οργή των λαών τον Αμερικανό Πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Το λαϊκό δικαστήριο καταδίκασε στο Σύνταγμα όχι μόνο τον Αμερικανό Πρόεδρο, αλλά και 20 ακόμα ηγέτες των δυνάμεων που συμμετείχαν στον πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας, μεταξύ των οποίων ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο γ.γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν. Σήμερα η κατάσταση δεν είναι απλώς ίδια αλλά κατά πολύ χειρότερη. Χώρες όπως το Ιράκ, η Συρία, το Αφγανιστάν, η Λιβύη και άλλες πολλές ο καπιταλισμός τις διέλυσε αφήνοντας πίσω του εκατόμβες νεκρών, φτώχεια, εξαθλίωση και την απόλυτη καταστροφή. Αυτό το οικονομικό σύστημα που έχει ως θεό του το κεφάλαιο, το χρήμα, πρέπει πάση θυσία να ανατραπεί.
Όλοι αυτοί που οδηγούν τους λαούς στην πτώχευση και αρπάζουν τον πλούτο της κάθε χώρας πρέπει να περάσουν από δικαστήριο… __ Ποιο δικαστήριο όμως;
Των Ευρωπαίων συμμάχων τους που αγοράζουν και πουλούν τα θαλάσσια οικόπεδα στις εταιρείες πετρελαίων, θαρρείς και είναι το οικόπεδο του σπιτιού τους; Φοβάμαι για τις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στο Αιγαίο.
Ο Ελληνικός λαός με τον Τουρκικό λαό, δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε. Όλα αυτά γίνονται για το ποιος θα καρπωθεί τα περισσότερα. Είναι μια αναδιανομή του πλούτου από τον ίδιο τον πλούτο εγχώριο και μη.
                                "Νίκος Πλουμπίδης"

     Ιστορική έρευνα –Κείμενα: Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

     Δραματουργική Επεξεργασία: Βασίλης Κολοβός

     Σκηνοθεσία: Βασίλης Κολοβός

     Σκηνικά – Κοστούμια: Στράτος Σαραντίδης

     Μουσική: Φίλιππος Περιστέρης

     Φωτισμοί: Άκης Αποστολίδης

     Ήχος – Φως (Χειριστής): Γιώργος Σηφάκης

     Φωτογραφίες: Στέλλα Λεβεντάκη – Αιμίλιος Πέτρου

     Βίντεο: Αιμίλιος Πέτρου

     Δημόσιες Σχέσεις: Γεωργία Τσαμούρη

     Γραφιστικός σχεδιασμός: Αριάδνη Μιχαηλάρη

     Τραγούδι: «Τη νύχτα που δικάζουν τον Πλουμπίδη» του Θάνου Μικρούτσικου

Παίζουν οι ηθοποιοί

   Βασίλης Κολοβός: Νίκος Πλουμπίδης

   Όλγα Μουργελά: Σύνδεσμος

   Χάρης Αρώνης: Πρόεδρος Στρατοδικείου

   Τάσος Ράπτης:  Θεόδωρος Ρακιντζής (Διοικητής Ασφαλείας)

   Γιώργος Σώχος: (Φωνή)  Εκφωνητής ΕΙΡ

   Ανδριανή Τουντοπούλου: (Φωνή)  Εκφωνήτρια Ελεύθερης Ελλάδας

19 Ιουνίου 2026

Με το KKE 🎈για έναν κόσμο που "έχει στο νου του το 🌈 παιδί" στο δρόμο της ανατροπής 👣

Η σοσιαλιστική κοινωνία που γνώρισε η ανθρωπότητα _η κοινωνία που είχε στο επίκεντρο τα δικαιώματα των παιδιών

Το KKE απευθύνεται σε όλες τις λαϊκές οικογένειες με μικρά παιδιά, σε όλους τους εργαζόμενους στους δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς, στα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης και στις άλλες κοινωνικές δομές των Δήμων, ιδιαίτερα στις εργαζόμενες γυναίκες. Απευθύνει κάλεσμα αγώνα και συμπόρευσης σήμερα που η Κυβέρνηση επιχειρεί να διαλύσει ό,τι έχει απομείνει από το δικαίωμα των παιδιών στην προσχολική αγωγή οδηγώντας τα στην παιδοφύλαξη των «νταντάδων της γειτονιάς», τώρα που επιχειρεί να διαλύσει κάθε εργασιακή σχέση των εργαζομένων στους δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς και να αφήσει έρμαιο τους εργαζόμενους και άνεργους γονείς στους πανάκριβους ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς.
ΕΣΣΔ_USSR_CCCP
Είναι ελπιδοφόρο ότι η μεγαλειώδης κινητοποίηση χιλιάδων εργαζομένων από όλες τις υπηρεσίες των δήμων καθώς και άλλων φορέων του λαϊκού κινήματος, κινητοποίηση που είχε την αμέριστη στήριξη του ΚΚΕ, υποχρέωσε την Κυβέρνηση να αναδιπλωθεί και να αποσύρει το προσχέδιο νόμου που είχε ετοιμάσει.
Είναι η πιο τρανή απόδειξη
ότι οι αγώνες του οργανωμένου κινήματος
μπορούν να φέρουν αποτελέσματα.
Κόντρα στη μοιρολατρία και την ηττοπάθεια, στη λογική του "εφικτού" που καλλιεργούν οι  επιχειρηματικοί όμιλοι, η κυβέρνηση, οι Δημοτικές Αρχές και τα υπόλοιπα κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που υπηρετούν την ίδια εχθρική για τον λαό πολιτική.
Δεν χωρά κανένας εφησυχασμός. Η λαϊκή κινητοποίηση ανάγκασε την κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο. Η λαϊκή επαγρύπνηση και κινητοποίηση μπορεί να αποτρέψει παρόμοια σχέδια και στην καθώς είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την εφαρμογή ενός συστήματος πλήρους ανταποδοτικότητας κρίσιμων κοινωνικών δομών που θα οδηγήσει σε παραπέρα υποβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων από το κράτος βασικών κοινωνικών υπηρεσιών που αφορούν το λαό, την εργατική οικογένεια και τα παιδιά της. 
Η πολιτική της ΕΕ των κυβερνήσεων, η πολιτική του κόστους οφέλους και τώρα η στροφή στην πολεμική οικονομία είναι η αιτία των υποβαθμισμένων υπηρεσιών προσχολικής αγωγής
                      Έχε το νου σου στο παιδί!

Το  αστικό κράτος διαχρονικά και με όλες τις κυβερνήσεις, αντιμετωπίζει την προσχολική αγωγή κυρίως ως εμπόρευμα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο το 50% των παιδιών της μικρότερης προσχολικής ηλικίας πηγαίνει σε ιδιωτικές δομές, ενώ στην Ελλάδα περίπου το 38% των παιδιών παραμένει στο σπίτι.

  • Η κατάσταση των κτηρίων όπου φιλοξενούνται οι δημοτικοί παιδικοί σταθμοί είναι η πλέον ακατάλληλη. Το 67% δεν πληροί τις προϋποθέσεις, το 72% δεν έχει αύλειο χώρο, το 26% στεγάζεται σε πολυκατοικίες, το 27% των τάξεων δεν έχει παράθυρα.
  • Οι γονείς, όσοι πάρουν το πολυπόθητο voucher, αναζητούν με δική τους ευθύνη μία δομή αν βρουν, για το παιδί τους.
  • Οι εργαζόμενοι δουλεύουν με άθλιες εργασιακές σχέσεις, ενώ το 50% του προσωπικού που έχουν προσληφθεί μέσω του προγράμματος ΕΣΠΑ, δουλεύουν σε συνθήκες ομηρίας. Είναι όμως αυτοί οι εργαζόμενοι που κρατούν όρθιες τις δομές, που παλεύουν καθημερινά για την ανάπτυξη και την διαπαιδαγώγηση των παιδιών των εργατικών λαϊκών οικογενειών.
  • Τώρα, με την λήξη του ΕΣΠΑ το 2027 η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκαθαρίζει και προσαρμόζει εκ νέου τις προτεραιότητές της. Αποσύρει την όποια χρηματοδότηση για τις ανάγκες των παιδιών, γιατί επιλέγει να χρηματοδοτήσει τους πολεμικούς εξοπλισμούς και την πολεμική οικονομία. Η κυβέρνηση που υπηρετεί τους ίδιους στόχους προεκτείνει αυτήν την κατεύθυνση, επιδιώκοντας να μετακυλήσει το κόστος στους γονείς, και στη λαϊκή οικογένεια, να γενικεύσει τις εργασιακές σχέσεις λάστιχο για τους εργαζόμενους στους παιδικούς σταθμούς. Για να φτάσουμε σήμερα να χρυσοπληρώνουν οι νέες οικογένειες το δικαίωμα του παιδιού στην προσχολική αγωγή. Να κυνηγούν το κουπόνι, να αποκλείονται τα παιδιά στο σπίτι τους με επιδοτούμενες νταντάδες. Για να φτάσουμε να συζητάμε για 3ωρους και 4ωρους παιδαγωγούς, για τμήματα που δουλεύουν για ολόκληρους μήνες με αναλογία 1 παιδαγωγός για 28 παιδιά, για παιδιά που θα αλλάζουν δύο και τρεις παιδαγωγούς μέσα στην ίδια χρονιά και εργαζόμενους που θα αλλάζουν πόλη και κάθε χρόνο.

Στο "σύγχρονο κόσμο" του πρωθυπουργού, των κυβερνήσεων, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φιγουράρουν μόνο οι ανάγκες της πολεμικής εμπλοκής που απαιτεί τη διαμόρφωση «κουλτούρας για φέρετρα». Αυτό επιτάσσουν τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων κι έτσι οι σύγχρονες ανάγκες του παιδιού και της οικογένειας δεν χωράνε σε αυτόν τον "στενό κορσέ". Για την Υπουργό Κοινωνικής Προστασίας και Οικογένειας σύγχρονη «κοινωνική πραγματικότητα» είναι η προσχολική αγωγή να υποκατασταθεί από την επιδοτούμενη φύλαξη των παππούδων, αφού στις πολεμικές συνθήκες στις προτεραιότητες κεφαλαίου και κυβέρνησης δεν χωρά η κρατική χρηματοδότηση για τη δημιουργία, τον εξοπλισμό και τη μόνιμη στελέχωση δημόσιων δωρεάν βρεφονηπιακών σταθμών.
                     Κάθε παιδί προσχολικής ηλικίας έχει δικαίωμα
                     σε δημόσιους και δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς
Απέναντι σε όλα αυτά, είναι σήμερα αναγκαίο, γονείς και εργαζόμενοι, σε συμπόρευση με το ΚΚΕ, βάζοντας στο επίκεντρο τις ανάγκες των παιδιών, των νέων οικογενειών και των εργαζόμενων, να δυναμώσουν την πάλη για σύγχρονες, υψηλού επιπέδου, δωρεάν δημόσιες ασφαλείς δομές και υπηρεσίες για την προσχολική αγωγή με περισσότερους παιδικούς σταθμούς, με μονιμοποίηση των εργαζομένων, με μαζικές προσλήψεις νέου προσωπικού.

                                    Να δυναμώσει η διεκδίκηση για:

   Πλήρη χρηματοδότηση των κοινωνικών δομών από τον κρατικό προϋπολογισμό, στο ύψος των πραγματικών αναγκών. Μια θέση για κάθε παιδί προσχολικής ηλικίας, σε δημόσιους και δωρεάν παιδικούς σταθμούς, χωρίς κληρώσεις και αποκλεισμούς. Κατάργηση του καθεστώτος των voucher, της ανταποδοτικότητας και της επιχειρηματικής λειτουργίας. Ενιαίο, επιστημονικό αναβαθμισμένο πρόγραμμα για την προσχολική αγωγή με ευθύνη του κράτους και όχι διαφοροποιημένο και αποσπασματικό όπως γίνεται σήμερα.

   Μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων με το πρόγραμμα ΕΣΠΑ στους παιδικούς σταθμούς και κοινωνικές υπηρεσίες, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

   Μαζικές προσλήψεις εργαζομένων για τη λειτουργία όλων των κοινωνικών δομών με μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους. Κατάργηση της διάταξης Βορίδη.

   Αναβάθμιση και διεύρυνση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τα παιδιά και τα άτομα με αναπηρία, υπηρεσίες που δεν μπορούν να εξαρτώνται από «κουπόνια». Ολόπλευρη στήριξη στις οικογένειές τους. Σύγχρονο δημόσιο δωρεάν δίκτυο πρώιμής διάγνωσης από τις αναγκαίες ειδικότητες αναπτυξιολόγων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, και την πρώιμή παρέμβαση από μόνιμο επιστημονικό προσωπικό, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, φυσιοθεραπευτές, χωρίς καμία εμπλοκή ιδιωτών, καμία οικονομική επιβάρυνση των γονέων, με την αποκλειστική ευθύνη του κράτους.

   Ειδική χρηματοδότηση για την ανάπτυξη του δικτύου δομών προσχολικής αγωγής και ΚΔΑΠ.

Η σοσιαλιστική κοινωνία που γνώρισε η ανθρωπότητα _η κοινωνία που είχε στο επίκεντρο τα δικαιώματα των παιδιών

                                  Ήξερες ότι ….

·         Από τον πρώτο μήνα της Σοβιετικής Εξουσίας, στις 20 Δεκέμβρη του 1917 το Λαϊκό Επιτροπάτο Παιδείας εξέδωσε διακήρυξη για την προσχολική αγωγή όπου τονιζόταν ότι« η προσχολική αγωγή των παιδιών είναι ένα από τα ουσιαστικότερα προβλήματα του καιρού μας»

·         Ήδη το 1918 τέθηκε το καθήκον για την ίδρυση προσχολικών βρεφικών σταθμών με σκοπό την πλήρη απελευθέρωση της γυναίκας.

·         Ταυτόχρονα με τις πρωτοβουλίες ίδρυσης δομών αναπτύχθηκε θεωρητική δουλειά για την τεκμηρίωση του περιεχομένου της προσχολικής αγωγής.

·         Το 1920 ιδρύθηκαν στην Σοβιετική Ένωση 5000 παιδικοί σταθμοί αναγκάζοντας τους «New York Times» να γράψουν ότι οι παιδικοί σταθμοί στην Σοβιετική Ένωση είναι περισσότεροι απ' ό,τι σε όλο τον κόσμο.

·         Το 1934 η αναλογία είναι ένας παιδικός σταθμός ανά 3000 κατοίκους, ενώ δεν μπορεί να ιδρυθεί εργοστάσιο ή να χτιστεί πολυκατοικία χωρίς να περιληφθεί μέσα στο γενικό πλάνο και ο βρεφικός σταθμός.

·         Μέχρι το 1940 είχαν ιδρυθεί 24.000 παιδικοί σταθμοί ενώ παρά τις καταστροφές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ο απόλυτος αριθμός των παιδικών σταθμών αυξάνεται.

·         Στις προσχολικές δομές εργάζονταν παιδαγωγοί, ειδικό παιδαγωγικό προσωπικό, ιατρικό και βοηθητικό, πλαισιώνοντας με ουσιαστικό και ποιοτικό τρόπο τη λειτουργία των δομών.

Όλα αυτά έγιναν γιατί ο σοσιαλισμός έλυσε τα ζητήματα που αφορούσαν την κοινωνική προστασία της μητρότητας και της διαπαιδαγώγησης των μικρών παιδιών με κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι τα συμφέροντα και τα κέρδη των λίγων.

Με το ΚΚΕ στο δρόμο για έναν κόσμο
που "έχει στο νου του το παιδί", το δρόμο της ανατροπής

Σήμερα, πολλές δεκαετίες αργότερα είναι όχι μόνο αναγκαίο, αλλά και απολύτως εφικτό να ικανοποιηθεί το δικαίωμα όλων των παιδιών για την προσχολική αγωγή με Βάση τις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες. Η ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνολογίας το επιτρέπουν.

Η σημασία της προσχολικής ηλικίας για την ανάπτυξη του παιδιού το επιβάλλουν. Γιατί όπως έλεγε ο σοβιετικός παιδαγωγός Β. Σουχομλίνσκι (σσ. δείτε Ριζοσπάστης Έγινε "ένα" με τα παιδιά στο "σχολείο της χαράς"και 902 "η παιδική ηλικία, η σπουδαιότερη περίοδος της ανθρώπινης ζωής, δεν είναι προετοιμασία για τη μελλοντική ζωή, είναι πραγματική, φωτεινή, πρωτότυπη, ανεπανάληπτη ζωή. Κι απ' το πως πέρασε την παιδική ηλικία, απ' το ποιος κρατούσε απ' το χέρι στα παιδικά χρόνια, από το τι μπήκε στο μυαλό και στην καρδιά του απ' το περιβάλλον, απ' αυτό εξαρτάται σε αποφασιστικό Βαθμό, τι άνθρωπος θα γίνει το σημερινό παιδί".

Στην πρόταση του ΚΚΕ, αναδεικνύεται η ευθύνη και η υποχρέωση της κοινωνίας να δώσει σε όλα τα παιδιά, με οργανωμένο, καθολικό, ενιαίο τρόπο καθετί χρήσιμο, όμορφο και αληθινό που έχει παράξει η ίδια. Με ενιαίο σύστημα αγωγής και διαπαιδαγώγησης, με κατάλληλο παιδαγωγικό περιβάλλον, υλικό, μέσα και υποδομές, με κυρίαρχη δραστηριότητα το παιχνίδι, αναβαθμισμένη την αισθητική, φυσική αγωγή. Ενώ θα ιεραρχηθεί το ζήτημα της πρώιμης διάγνωσης και παρέμβασης, ως κρίσιμος τομέας γι αυτές τις ηλικίες.
Μόνο στην σοσιαλιστική κοινωνία, στην κοινωνία που λειτουργεί με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τα κέρδη των λίγων, μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως και για όλους μία επιστημονικά θεμελιωμένη εκπαιδευτική, διαπαιδαγωγητική διαδικασία.

Το δρόμο για αυτή την κοινωνία ανοίγει σήμερα με την καθημερινή του πάλη το ΚΚΕ. Το δρόμο αυτό αξίζει να βαδίσει κάθε εργαζόμενος στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και τις άλλες κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, κάθε νέα μητέρα και πατέρας.

Τα παιδιά του λαού είναι το μέλλον
Με αγώνες και ισχυρό ΚΚΕ μπορούμε να το εξασφαλίσουμε