Με τον Χάκκα υπάρχει μια σχέση _από πρώτο χέρι «εξ αγχιστείας» 1. μέσω Λάζαρου Κουζηνόπουλου _έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών στα 97 του χρόνια προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς 2024 και 2. μέσω του Θυσιαστήριου της Λευτεριάς _Σκοπευτήριου Καισαριανής στο οποίο εντρυφά ο υποφαινόμενος για πάνω από 50 χρόνια _όντας και επικεφαλής της μετατροπής του σε τόπο που η ιστορική μνήμη δένει αρμονικά με τη δημιουργία ενός σύγχρονου πάρκου με πολλαπλές κοινωνικές αναφορές και μνήμες. Από το 1983 όταν ο λαός της πόλης με επικεφαλής τον κομμουνιστή Δήμαρχο Παναγιώτη Μακρή πραγματοποιεί κατάληψη 17 ημερών με αίτημα την απομάκρυνση της Σκοπευτικής και ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για την απόδοση στο λαό και απομάκρυνση της Σκοπευτικής, που -τυπικά, ολοκληρώθηκε επί δημαρχίας του κομμουνιστή Ηλία Σταμέλου.
Παναγιώτης Μακρής:
μια ηρωική μορφή του λαϊκού κινήματος και του Κόμματος
«Ένας χώρος που κατοικήθηκε για πρώτη φορά. Μια στενόμακρη ανηφορική λουρίδα με φτωχές κουνούκλες. Αριστερά το ρέμα και ένα δάσος, ισχνά καχεκτικά πευκάκια. Δεξιά η μάντρα του Σκοπευτηρίου. Ψηλά το μοναστήρι. Αντίσκηνο, παράγκα, πλιθόκτιστο και κουρελού της προσφυγιάς και να η Καισαριανή χαμόγελο στον πρώτο ήλιο». Ως χώρο της δικής του «μυθολογίας» ορίζει ο λογοτέχνης – ποιητής Μάριος Χάκκας την Καισαριανή, τη συνοικία που έζησε για ένα μεγάλο διάστημα, ο πρόωρα και άδικα χαμένος, ο «φτωχούλης» της. «Το σωστό είναι να εξολοθρευτεί κι αυτό έτσι που να μην υπάρχει χώρος για προτομές, ν’ αποκλειστεί οποιαδήποτε περίπτωση για ηρώον, κενοτάφια, καντήλια. (…) «Να δείτε που στο τέλος θα το κάνουν οικόπεδα – έξι μέτρα φάτσα και δώδεκα βάθος το καθένα, τσίμα τσίμα όσο επιτρέπεται για να είναι άρτιο. Για οικόπεδα θα συμφωνήσουνε όλοι… Πιθανόν να μείνει κι η ονομασία «Σκοπευτήριο», ουδέτερα όμως, χωρίς καμία ειδική σημασία, αλά πλατεία Συντάγματος, θα φέρνει στα μυαλά των ανθρώπων τους αργόσχολους που κάναν βολή σε χάρτινους στόχους, σε πιατάκια πήλινα και σε περιστέρια. Σε ανθρώπους, ποτέ. Κατά τη γερμανική κατοχή; Μα συνέβηκε ποτέ τέτοιο πράγμα;»
___«Σκοπευτήριο Καισαριανής», Μάριος Χάκκας, 1972.
Δείτε αφιέρωμα Περισκόπιο ΕΡΤ _στο 13.29 μιλάει ο Λάζαρος Κουζινόπουλος
Πέρα από τα «λογοτεχνική αδεία» γλαφυρά, τελικά σε πείσμα πολλών τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν μ’ αυτό τον τρόπο. Όχι πως δεν έγιναν και δε γίνονται ακόμη προσπάθειες (μέχρι και οικοπεδοποίησης) -το αντίθετο. Όμως εδώ μιλάμε για δυο διαφορετικές οπτικές, για δυο αντιδιαμετρικές ιδεολογικές αναφορές και αφετηρίες (και αυτά, χωρίς καμιά προσπάθεια υποβάθμισης ή αμαύρωσης μιας αξιολογότατης λογοτεχνικής διαδρομής, που διακόπηκε απότομα από τον πρόωρο θάνατό του): ο ίδιος ο Χάκκας -μόνιμα σε κόντρα με το ΚΚΕ _σσ. «κριτικός» -υποτίθεται, όχι στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας, (!!) αλλά στον δογματισμό των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού (sic !!!) … βλ παρουσίαση του «Κέδρου» για τον συγγραφέα), αν και «μέσα στα πράγματα» (1964-1967 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Καισαριανής) επέλεξε την οριστική ρήξη με το Κόμμα το 1966.
Ο Μάριος Χάκκας (Μακρακώμη Φθιώτιδας, 1931_5-Ιουλ-1972) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων υπέστη διώξεις, ιδιαίτερα κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στην Καισαριανή, με την οποία συνδέθηκε συναισθηματικά, κάτι που διαφαίνεται και στα θέματα των έργων του. Σε ηλικία 19 ετών ενώ φοιτούσε στη Σχολή Σαμαρειτών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, βοήθησε εθελοντικά τους φυλακισμένους στη Γυάρο. Στις 30 Απριλίου 1954 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να διακόψει τις σπουδές του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στα μέσα της δεκαετίας του '60 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Όμορφο καλοκαίρι" (ήταν και η μοναδική που εκδόθηκε όσο ζούσε). Έπειτα από το πραξικόπημα και την εγκαθίδρυση της χούντας, υπέστη διώξεις και φυλάκιση ενός μήνα για το γεγονός ότι ήταν στέλεχος της ΕΔΑ (1960-67). Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε τρία θεατρικά μονόπρακτα. Απεβίωσε από καρκίνο σε ηλικία 41 ετών, στη διάρκεια της δικτατορίας.
Επιλεγμένα έργα
· "Όμορφο καλοκαίρι" (1965)
· "Ο Τυφεκιοφόρος του εχθρού" (1966)
· "Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες" (1971)
· "Ενοχή" (θεατρικό μονόπρακτο)
· "Αναζήτηση" (θεατρικό μονόπρακτο)
· "Κλειδιά" (θεατρικό μονόπρακτο)
· "Το κοινόβιο" (1972)
Καισαριανή -Πρωτομαγιά 1944:
Το αίμα τους κόκκινη γραμμή - κριτήριο παντοτινό
Με τη σωστή πλευρά της ιστορίας
Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε
γιατί.
Γυμνοί , κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά , που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους ,τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον.
Εμείς , μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα __Μόνον
θυμηθείτε το : αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.
___ Του Γιάννη Ρίτσου
Το μνημείο διακρίνεται για τους ισχυρούς συμβολισμούς του. Λίγα μέτρα μετά την είσοδο ξεδιπλώνεται σε δύο επίπεδα ο κυρίως χώρος του Μνημείου: στο πρώτο κυριαρχούν οι 12 στήλες από γρανίτη, που είναι χωρισμένες σε δύο ομάδες και δημιουργούν ένα είδος αψίδας και πάνω τους έχουν χαραχτεί τα ονόματα των εκτελεσθέντων κατά την Κατοχή στην Καισαριανή, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν οι 200 της Πρωτομαγιάς, ενώ πίσω από τη γρανιτένια συστοιχία έχουν διαμορφωθεί δύο υδάτινες επιφάνειες, ενώ στην απόληξή της έχουν κατασκευαστεί σκαλιά που οδηγούν στο δεύτερο επίπεδο. Και σε αυτή την ενότητα κυριαρχεί ο γρανίτης, από τον οποίο έχουν κατασκευαστεί οι δύο στήλες, ύψους 7 μέτρων η καθεμία, που λειτουργούν ως προπομποί για τον τόπο της Θυσίας, ο οποίος οριοθετείται από τον πέτρινο τοίχο και από σεβασμό παραμένει απείραχτος.
Τόσοι σταυροί πού στήθηκαν, τόσοι σταυροί πού θα στηθούνεΕμάς μονάχα με σταυρούς μπορούν να μας μετρούνε
Σταυροί παντού σταυροί… Ήμαστ’ οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι δεν κλαίμε και γελούμε
Τα σπίτια μας καπνίζουνε, πεινούνε τα παιδιά μας, δε λυγούμε.
Ήρθαμε να χαράξουμε του πόνου μας τα σύνορα και στήνουμε σημάδια και περνούμε.
Σταυροί, παντού Σταυροί.
___ Φώτης Αγγουλές
Δεν ήρθαν
μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με
χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο
μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο
πάνου ο Ναπολέος.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ,
φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά
στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε
πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός
θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη
ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν
απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό,
νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν
και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και
τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην
κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη
του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η
λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα
όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.
_____ Κώστας Βάρναλης
___________________________________________________________
Οι ιστορίες του «Μπιντέ»
«Μπιντές» ήταν μια ονομασία της πλατείας Κολωνακίου που είχε σχέση με το σχήμα της _δημιουργούσε όμως και συνειρμούς για ένα είδος κοινωνικού ξεπλύματος. Σήμερα η ονομασία είναι ξεχασμένη, αλλά τη δεκαετία του 1970 ήταν πολύ ισχυρή και σίγουρα σήμαινε πολλά για όποιον την άκουγε και όποιον τη χρησιμοποιούσε. Αυτός ο μπιντές, δηλαδή η πλατεία και ευρύτερα το Κολωνάκι, ήταν και χώρος δράσης διαφόρων ομάδων. Μία από αυτές ήταν η beat-σουρεαλιστική ομάδα Νάνου Βαλαωρίτη, Δημήτρη Πουλικάκου Πάνου Κουτρουμπούση κά που είχαν εξέδιδαν το βραχύβιο, περιοδικό «Πάλι» στο διάστημα 1964-66. Η λέξη «μπιντές» παραπέμπει επίσης στα objets trouvés και στην ντανταϊστική και σουρεαλιστική παράδοση που μας φέρνει αμέσως στο μυαλό το έργο του Μαρσέλ Ντισάν «Κρήνη», αυτή την εικόνα του ουρητηρίου. Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες είναι ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Μάριου Χάκκα, που κυκλοφόρησε το 1970 και σίγουρα έχει σχέση με τους άλλες μπιντέδες που ήδη αναφέραμε. Στις ιστορίες του «Μπιντέ» οι αφηγητές στοχεύουν «στον αυτοσαρκασμό, στην κριτική στον καταναλωτισμό, στην υπονόμευση των συμβολικά φορτισμένων τόπων, είτε είναι η Ακρόπολη είτε η Καισαριανή, στην αμφισβήτηση της εξιδανίκευσης της τέχνης και της λογοτεχνίας, στην ειρωνική αντιμετώπιση ιστορικά φορτισμένων καταστάσεων, όπως η ιμπεριαλιστική μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.
1922_ Μικρασιατική Εκστρατεία μια Ανείπωτη Καταστροφή | 100 χρόνια μετά, ίδιες εικόνες...
Μικρασιατική Εκστρατεία-Καταστροφή:
απόρροια του μεγαλοϊδεατισμού της υποτελούς ελληνικής αστικής τάξηςΗ Μικρασιατική Καταστροφή
Συνομήλικος του Θανάση Βαλτινού, του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα, ο Χάκκας έδρασε λογοτεχνικά γύρω στα έξι μόνο χρόνια, από το 1966 έως τον θάνατό του. Στο διάστημα αυτό εκδόθηκαν οι τρεις συλλογές διηγημάτων του, που κυκλοφορούν σήμερα σε έναν τόμο από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για τη συλλογή Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966), Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες (1970) και Το κοινόβιο, κυρίως αυτοβιογραφική συλλογή που κυκλοφόρησε το 1972. Οι συλλογές και τα διηγήματα του ήταν ορατά τα πρώτα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση το 1974. Αφήνοντας κατά μέρος την κλασική προσέγγιση του έργου του Χάκκα με άξονες ‒η ένταξή του και η ρήξη του με το ΚΚΕ «ο Μπιντές… δεν υιοθετεί τη θεματική και τη ρητορική της ρεαλιστικής παράδοσης του ελληνικού διηγήματος, είναι κάτι καινούργιο _ένα “εντυπωσιακά καινοτόμο” παράδειγμα των εξελίξεων της μοντερνιστικής γραφής, ένας εναλλακτικός λόγος στη νεοελληνική πεζογραφία», όπως με δόση υπερβολής έγραψε κάποιος. Σε κάθε περίπτωση δεν παρουσιάζεται ως κάτι ιδιαίτερο στην πεζογραφία του αλλά καλύπτεται από την ομπρέλα της πολιτικής ένταξης του συγγραφέα, της αποστασιοποίησής του από αυτήν και της ασθένειάς του. Όταν εκδίδεται το Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες, στην Ελλάδα έχουμε δικτατορία. Τα διηγήματα της συλλογής όμως γράφονται σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων. Ταυτόχρονα, η δεκαετία του 1960, μέχρι το 1967 που επιβάλλεται η δικτατορία, είναι για την Ελλάδα μια εποχή πολιτιστικής έκρηξης με καταλυτικό ρόλος περιοδικών που εκδίδονται αυτή την εποχή, ιδιαίτερα η «Επιθεώρηση Τέχνης» για τον χώρο της αριστεράς _στον αντίποδα οι «Εποχές» κά για τον αστικό χώρο.
___ «Το ψαράκι της γυάλας»Θέλοντας ο Χάκκας να περιγράψει την πορεία ενός ατόμου από το πολιτικά έγχρωμο παρελθόν στο πολιτικά άχρωμο παρόν, εφευρίσκει μία απλή αλλά ουσιαστικά πολύ επιτυχή τεχνική. Δίνει αυτή την πορεία και βέβαια το μήνυμα μέσα από την καθημερινότητα της ζωής του ήρωα...
Ο
άνθρωπος, με τη φρατζόλα υπό μάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου
κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα
Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για
μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο
κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή
ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε
τρεις και τέσσερες, αυτός, μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία
αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
Το σωστό είναι, όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του.
Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα
είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και
ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις
κινήσεις του.
Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ’ αυτές τις δυο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής. Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις, είναι αλήθεια πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου». Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει πια δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν’ αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δε γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν’ ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ – φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν’ αλλάζει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαινόταν βαρετή.
Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος. Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
Κι όμως, έστω χωρίς γάμο, μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερες τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ’ αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης. Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
Ήταν ωραία ν’ ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζλόγκ και ν’ αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίσιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ∙ ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ’ αυτούς τώρα θα ‘ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ’ το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επιτούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του ‘ρθανε αισιόδοξες σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να ‘ναι θα πέσουν».
Τώρα όποιος θα θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο. «Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;» «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ’ αυτόν τον λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ’ έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα να συμμετάσχει σ’ αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί; «Δεν μπορώ», σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι». Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή ξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ’ τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ’ αποφάσισε.
– Τι
γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
– Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν’ απαντήσει.
– Θα ‘χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
– Πού να ξέρω; είπε εκείνος που ερχόνταν απ’ έξω.
– Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό
του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.
Ο
δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο
από της εξαδέρφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι
στο δρόμο, αυτή τη φορά μ’ ένα νευρικό σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ’
αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτόν του να δουλεύει
μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας:
Το πυροβολικό, το πυροβολικό, το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.
Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ’ αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ’ έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαζε γι’ αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας. Έβγαλε το μαντίλι απ’ την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν’ αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ’ άλλα, τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν __
Σουρουπώνοντας έμπαινε
στην Καισαριανή.
___Το διήγημα που δημοσιεύτηκε το 1971
Ο χώρος είναι ενιαίος και ο ίδιος τουλάχιστον γεωγραφικά και για το παρόν και
για το παρελθόν. Αν, όμως, δούμε το χώρο και από την κοινωνική πλευρά θα
παρατηρήσουμε πως συμβάλλει κι αυτός σε κάποιο βαθμό στην αλλοίωση της
πολιτικής φυσιογνωμίας του ανθρώπου του διηγήματος _αλά Χάκκα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ℹ️ Η αντιγραφή και χρήση (αναδημοσίευση κλπ) αναρτήσεων στο σύνολό τους ή αποσπασματικά είναι ελεύθερη, με απλή αναφορά στην πηγή
ℹ️ Οι περισσότερες εικόνες που αναπαράγονται σε αυτόν τον ιστότοπο είναι πρωτότυπες ή μακέτες δικές μας.
Κάποιες που προέρχονται από το διαδίκτυο, αν δεν αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο τις θεωρούμε δημόσιες χωρίς «δικαιώματα» ©®®
Αν υπάρχει πηγή την αναφέρουμε πάντα
Τυχόν «ιδιοκτήτες» φωτογραφιών ή θεμάτων μπορούν ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσουν μαζί μας για διευκρινήσεις με e-mail.
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ
🔻 Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.
Αν σχολιάζετε σαν «Ανώνυμος» καλό είναι να χρησιμοποιείτε ένα διακριτικό όνομα, ψευδώνυμο, ή αρχικά
🔳 ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ:
Α) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog
Β) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Γ) εκτός θέματος ανάρτησης
Δ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Παρακαλούμε τα σχόλια σας στα Ελληνικά - όχι "Greeklings"