Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόφαση ΚΕ ΚΚΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόφαση ΚΕ ΚΚΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Ιουνίου 2026

Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: "οι πολιτικές εξελίξεις και η πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, η δράση του Κόμματος μπροστά στην επικείμενη εκλογική μάχη"

 

Συνεδρίασε την Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026 η ΚΕ του ΚΚΕ με το θέμα: "οι πολιτικές εξελίξεις και η πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, η δράση του Κόμματος μπροστά στην επικείμενη εκλογική μάχη" και κατέληξε στην ακόλουθη απόφαση

Α. Η πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος


Στην Πολιτική Απόφαση του 22ου Συνεδρίου σχετικά με το αστικό πολιτικό σύστημα σημειώναμε ότι «αυτές οι διεργασίες εξελίσσονται στο έδαφος της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, της πολεμικής προετοιμασίας και της αύξησης της λαϊκής δυσαρέσκειας. Οι ενδοαστικές αντιθέσεις για το λεγόμενο παραγωγικό μοντέλο, την κατανομή των κοινοτικών και κρατικών κονδυλίων και την ιεράρχηση των ενισχύσεων, διαπερνούν και τις διεργασίες για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Τέτοιες διεργασίες εκδηλώνονται ανάμεσα σε διάφορα τμήματα του κεφαλαίου, που εκφράζονται ή επιδιώκουν να εκφραστούν και πολιτικά. Τμήματα του κεφαλαίου θεωρούν ότι είναι "ριγμένα" από τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι χρειάζεται να υπάρξει άλλος προσανατολισμός, τόσο στην ιεράρχηση της στήριξης των κλάδων της καπιταλιστικής οικονομίας όσο και στην εξωτερική πολιτική του καπιταλιστικού κράτους, στις σχέσεις του, π.χ., με τη Ρωσία ή άλλα καπιταλιστικά κράτη. Αντιθέσεις εμφανίζονται και στη διαχείριση των λεγάμενων εθνικών θεμάτων, όπως τα Ελληνοτουρκικά ή και το Κυπριακό...».

       1.   Οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα και οι στόχοι
       της αστικής πολιτικής ενόψει και των επόμενων εκλογών

Οπωσδήποτε, οι εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα υπερβαίνουν την επόμενη εκλογική μάχη, η οποία είναι απλά ένας σταθμός στη συνολική πορεία και αντανακλούν προβληματισμούς στα αστικά επιτελεία συνολικά για τη «σταθερότητα» του συστήματος, των κυβερνήσεων, του κράτους, της καπιταλιστικής οικονομίας, σε συνθήκες κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των πολεμικών συγκρούσεων, του βαθέματος της εμπλοκής του ελληνικού αστικού κράτους σε αυτούς, πιθανών εξελίξεων σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και μιας νέας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Όλα τα παραπάνω τροφοδοτούν την εργατική  λαϊκή δυσαρέσκεια και ενισχύουν την πιθανότητα κλονισμών στο αστικό πολιτικό σύστημα, που δεν αφορούν μόνο την αδυναμία συγκρότησης σταθερών κυβερνήσεων, αλλά προκύπτουν κυρίως από τη ριζοσπαστικοποίηση της αμφισβήτησης της εργατικής τάξης, το σπάσιμο συμμαχιών της άρχουσας τάξης με ορισμένα μεσαία στρώματα, τις ρωγμές στον κρατικό μηχανισμό, την όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου.

Συνεπώς, από τη σκοπιά του λαού το κεντρικό ζήτημα είναι να γίνουν ακόμη περισσότερα και πιο ουσιαστικά βήματα στην ισχυροποίηση του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του. Αυτό να εκφραστεί με τη μεγαλύτερη συμπόρευση και εκλογική ενίσχυση του ΚΚΕ. Το δίλημμα στις εκλογές είναι το αν θα ενισχυθούν οι πολιτικές δυνάμεις που υπερασπίζονται τη «σταθερότητα» του συστήματος της εκμετάλλευσης και του πολέμου, για να κερδίσει το κεφάλαιο, ή αν θα ενισχυθεί η δύναμη που παλεύει για την ανατροπή του, για να κερδίσει ο λαός.

Στον δρόμο της ριζικής ανατροπής, καμία αστική κυβέρνηση δεν πρέπει να νιώθει σταθερή  σίγουρη να υλοποιεί την αντιλαϊκή πολιτική, αλλά να νιώθει όλο και πιο δυνατά την "ανάσα" του λαού, του κινήματος, την «ανάσα» του ΚΚΕ.

Σήμερα, βρισκόμαστε σε φάση επιτάχυνσης αυτών των διεργασιών ενόψει και των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, που θα διεξαχθούν το αργότερο την άνοιξη του 2027. Έντονα συζητείται το ενδεχόμενο πραγματοποίησης των εκλογών το φθινόπωρο του 2026 μετά τη ΔΕΘ, προκειμένου να μη διακινδυνεύσει η κυβέρνηση έναν «απρόβλεπτο χειμώνα», ενώ είναι πολύ πιθανό να απαιτηθούν και δεύτερες εκλογές για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ήδη, από πολλούς αστούς αναλυτές υπάρχει η εκτίμηση ότι η διάταξη των δυνάμεων στις επόμενες εκλογές θα είναι μεταβατική (κυβέρνηση ειδικού σκοπού ή κυβέρνηση σύντομης διάρκειας, ανασύνθεση αστικών κομμάτων κ.λπ.) με ορίζοντα τις ευρωεκλογές του 2029. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι αστικές εκλογές αξιοποιούνται πιο αποφασιστικά για την ενσωμάτωση της εργατικής  λαϊκής δυσαρέσκειας στους στόχους του κεφαλαίου, οι οποίοι σε αυτήν τη φάση εμφανίζονται πιο έντονα με τον μανδύα του «εθνικού συμφέροντος», του «νέου πατριωτισμού» κ.λπ. Θα αξιοποιηθούν για να εμπεδώνεται σε εργατικές  λαϊκές δυνάμεις η ανάγκη να «βάλουν πλάτη» στην «οικονομική και πολιτική σταθερότητα», δηλαδή στην ικανότητα του αστικού πολιτικού συστήματος να υλοποιεί σχετικά πιο απρόσκοπτα τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, να εξισορροπεί τα ανταγωνιστικά συμφέροντα εντός της ίδιας της αστικής τάξης, να βάζει εμπόδια στην ταξική πάλη. Θα αξιοποιηθούν για να αποσπάται η εργατική  λαϊκή συναίνεση σε μέτρα, που παίρνονται στην Ελλάδα και την ΕΕ, για την ολόπλευρη προετοιμασία (ιδεολογική, πολιτική, κατασταλτική κ.λπ.) του αστικού κράτους στις νέες συνθήκες.

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, έτσι και τώρα για την αναδιάταξη στο αστικό πολιτικό σύστημα αξιοποιείται το ζήτημα των σκανδάλων, της «κάθαρσης» κ.λπ. Πέρα από τη συσκότιση των βασικών αιτιών των σκανδάλων, που οφείλονται στην κανονική, φυσιολογική λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς, των κατευθύνσεων της ΕΕ, η τακτική του διαχωρισμού των αστικών πολιτικών δυνάμεων με σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο τα ζητήματα «ηθικής τάξης» αναδεικνύει την ακόμη μεγαλύτερη σύγκλισή τους στις στρατηγικές επιλογές. Οι δυσκολίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, όπως είναι η δυσκολία δημιουργίας σταθερών κυβερνήσεων ή μια ακόμη μεγαλύτερη αστάθεια στη λειτουργία του, δεν θα πρέπει να προκαλούν φόβο σε εργατικές  λαϊκές δυνάμεις. Αντίθετα, είναι όπλο για το εργατικό  λαϊκό κίνημα, για να αλλάζει τον συσχετισμό δύναμης προς όφελος του, για να μη νιώθει καμία κυβέρνηση σταθερή και ακλόνητη στο αντιλαϊκό της έργο, για να διαμορφώνει προϋποθέσεις συνολικής ανατροπής. Δημιουργεί δυνατότητες για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων σχετικά με τον πραγματικό χαρακτήρα αυτών των δυσκολιών και κυρίως για την ανάγκη αντίθεσης με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και όχι μόνο με την εκά στοτε κυβέρνηση. Από αυτή την άποψη, αποτελεί κατάκτηση, όχι μόνο για τους κομμουνιστές, αλλά για τους εργαζόμενους και τον λαό, η προγραμματική θέση του ΚΚΕ για μη συμμετοχή ή στήριξη κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού.

        2.   Οι πρόσφατες εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα

Στο παραπάνω πλαίσιο καταγράφεται το τελευταίο διάστημα πιο έντονη κινητικότητα στο αστικό πολιτικό σκηνικό:

·  Δυναμώνουν οι διεργασίες και οι αντιθέσεις εντός της κυβέρνησης, με αμφισβήτηση που προέρχεται από το εσωτερικό της ΝΔ και κατευθύνεται κυρίως στη σημερινή της ηγεσία. Αυτή η αμφισβήτηση εκδηλώνεται σε αυτήν τη φάση με την οργανωμένη διαφοροποίηση βουλευτών της ΝΔ και τις δημόσιες παρεμβάσεις πρώην πρωθυπουργών (Σαμαράς, Καραμανλής), ενώ επικεντρώνει κυρίως την κριτική στο «μοντέλο διακυβέρνησης», το οποίο ενοχοποιείται για «υ περσυγκέντρωση εξουσιών», αξιοποίηση εξωκοινοβουλευτικών υπουργών (κυρίως προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ), «ανικανότητα αντιμετώπισης των σκανδάλων», αλλά και την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων κ.λπ. Ολα αυτά προφανώς συνδέονται με τη μεγάλη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, ενώ συνδέονται και με την επόμενη ημέρα μιας πιθανής διαδοχής στη ΝΔ.

  • ·   Πυκνώνουν, επίσης, οι απευθείας και αυτοπρόσωπες παρεμβάσεις μεγάλων επιχειρηματιών με πολιτικό περιεχόμενο σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, από τη γεωστρατηγική αναβάθμιση, τις διεθνείς συμφωνίες και την εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς μέχρι το «μοντέλο διακυβέρνησης».
  • ·    Ολοκληρώνεται η διαδικασία ίδρυσης νέων κομμάτων με τη στήριξη μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, όπως το κόμμα Τσίπρα, που αντικειμενικά επιδρά στη διάταξη των δυνάμεων στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, ΣΥ ΡΙΖΑ, ΝΕ.ΑΡ.), έμμεσα και του οπορτουνισμού. Έκανε ήδη την ιδρυτική του συγκέντρωση το κόμμα Καρυστιανού με την ονομασία «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», είναι πιθανή η ίδρυση ενός κόμματος Σαμαρά, ενώ δραστηριοποιείται στον φασιστικό χώρο ο Κασιδιάρης. Στο πλαίσιο αυτό εντείνεται η μετακίνηση βουλευτών και άλλων στελεχών μεταξύ των αστικών κομμάτων, γεγονός το οποίο συνδέεται οπωσδήποτε και με προσωπικούς υπολογισμούς εκλογής και επανεκλογής, σε κάθε περίπτωση όμως αναδεικνύει τις δυσκολίες της αστικής διαχείρισης και την κοινή στρατηγική βάση των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Στο παραπάνω πλαίσιο δυναμώνει και η στήριξη φασιστικών, εθνικιστικών δυνάμεων ως εφεδρειών για την αστική εξουσία, ιδιαίτερα στις συνθήκες της πολεμικής προετοιμασίας.
  • ·    Επιταχύνονται μια σειρά από αλλαγές στο αστικό κράτος, με επίκεντρο τη συνταγματική αναθεώρηση που αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα, από αυτή τη Βουλή και να ολοκληρωθεί στην επόμενη, μετά τη μεσολάβηση των εκλογών. Στο επίκεντρο αυτών των αλλαγών βρίσκεται η «οικονομική και πολιτική σταθερότητα», δηλαδή η περαιτέρω θωράκιση του αστικού κράτους από πιθανούς κραδασμούς, κυρίως από την εργατική  λαϊκή αντεπίθεση. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών ανοίγει, επίσης, η συζήτηση για την αναθεώρηση του εκλογικού νόμου (με βάση το γερμανικό μοντέλο), σε κατεύθυνση περαιτέρω ενίσχυσης της καλπονοθείας και των εκβιαστικών διλημμάτων, αλλά και το επικίνδυνο ζήτημα της παρέμβασης στην εσωτερική λειτουργία των πο­λιτικών κομμάτων με βάση και τις αντιδραστικές κατευθύνσεις της ΕΕ. Τα πα­ραπάνω ζητήματα δεν αποτελούν μόνο προτάσεις της κυβέρνησης της ΝΔ, αλ­λά σε πολλές περιπτώσεις τίθενται κι από άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις, κυρίως της σοσιαλδημοκρατίας, αποδεικνύοντας ότι αποτελούν συνολικότερες στοχεύσεις της αστικής τάξης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κριτική των άλλων κομμάτων στις προτάσεις Μητσοτάκη για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν α­φορά τον πυρήνα αυτών των προτάσεων, αλλά ότι αυτές αποτελούν «επικοινω- νιακό αντιπερισπασμό» ή ότι η κυβέρνηση δεν έχει την αξιοπιστία για να εξα­σφαλίσει ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.
  • ·     Κλιμακώνεται η επίθεση ενάντια στο ΚΚΕ με πιο ωμές - ανοιχτές και πιο ύ­πουλες συγκαλυμμένες μορφές, όπως είναι η όξυνση του αντικομμουνισμού, τα φαινόμενα παρεμπόδισης ή αποσιώπησης της πολιτικής δράσης του Κόμμα­τος και της ΚΝΕ, η προσπάθεια πλαγιοκόπησης δυνάμεών μας, η ενεργοποίηση διαφόρων προβοκατόρικων κέντρων, οι απαγορεύσεις σε Φεστιβάλ, οι διώξεις προηγούμενων χρόνων κ.λπ. Εντείνεται η εργοδοτική τρομοκρατία και καταστο­λή των αγώνων των εργαζομένων. Το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα βρίσκε­ται σε διεργασία αναμόρφωσης, σε συνθήκες μάλιστα πιθανών σοβαρών κλονι­σμών, καθώς και η καταγραφή αυξημένης πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ, αντικει­μενικά σημαίνει ότι θα αυξηθούν τέτοιες πιέσεις και επιθέσεις προς το Κόμμα, απαιτεί αντίστοιχη ετοιμότητα και επαγρύπνηση.


Όλες αυτές οι κινήσεις, παρεμβάσεις κ.λπ. επικεντρώνουν στην «κρίση εκ­προσώπησης» στο αστικό πολιτικό σύστημα και κατ' επέκταση στο ζήτημα της κυβέρνησης και συνολικά του πολιτικού προσωπικού που απαιτείται για να δι­ασφαλιστεί η «σταθερότητα», η «διαχείριση των επερχόμενων κρίσεων» κ.λπ. Από τη σκοπιά της αστικής τάξης, το βλέμμα είναι στραμμένο στην πιθανότη­τα μαζικής αμφισβήτησης του σημερινού πολιτικού συστήματος, που περιλαμ­βάνει όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει, όπως η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς δυνατότητα υποκατάστασης από νέα αστικά κόμματα που έχουν προκύψει από τις αλλεπάλληλες διασπάσεις τους.

Θυμίζουμε ότι αυτός ο προβληματισμός είχε καταγραφεί ήδη μετά τις εκλο­γές του 2023 και την εκλογική καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ, εντοπίζοντας το πρόβλη­μα της «ανισορροπίας του πολιτικού συστήματος» και την ανάγκη αποκατάστα­σης του «σοσιαλδημοκρατικού - κεντροαριστερού» πόλου, προκειμένου αυτός να λειτουργεί, είτε για την αναπαραγωγή του δίπολου της αστικής κυβερνητι­κής εναλλαγής, δηλαδή να απορροφά τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να την μεταγγί­ζει πότε στο ένα αστικό κόμμα ή συνεργασία κομμάτων και πότε στο άλλο, είτε με τον ρόλο ενός «αξιόπιστου» κυβερνητικού συμπληρώματος.

Σήμερα, στο έδαφος των υπαρκτών δυσκολιών, αυτός ο προβληματισμός ισχυ­ροποιείται ακόμη περισσότερο. Το τελευταίο διάστημα και με διάφορες αφορ­μές έχουν πυκνώσει οι παρεμβάσεις διαφόρων αστών πολιτικών και εκπροσώ­πων του κεφαλαίου. Σχεδόν όλες οι παρεμβάσεις επικεντρώνουν στην ανάγκη προετοιμασίας του αστικού πολιτικού συστήματος για να αντιμετωπίσει την «επερχόμενη κρίση», τον κίνδυνο αστάθειας εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων, την όξυνση του ανταγωνισμού μέσα στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο, τους πι­θανούς κραδασμούς από μια παρατεταμένη κρίση στην ενεργειακή, εφοδιαστική αλυσίδα κ.λπ. Το γεγονός ότι από όλες τις αστικές πολιτικές δυνάμεις προεξοφλείται η είσοδος σε μια εποχή «αστάθειας», «κρίσεων» κ.λπ. αξιοποιείται επιπλέον για να καλλιεργήσει κλίμα μειωμένων απαιτήσεων στον λαό, ανοχής και συναίνεσης στις νέες μεγάλες θυσίες που θα απαιτηθούν στο όνομα των έ­κτακτων συνθηκών.

Σε κάθε περίπτωση η διαμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος θα ε­πηρεαστεί από τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων, δηλαδή από την πορεία κλιμάκωσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την όξυνση των ανταγωνισμών μέσα στο ΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο, κυρίως στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και η­γετικά καπιταλιστικά κράτη της ΕΕ, τις εξελίξεις των ελληνοτουρκικών σχέ­σεων και του Κυπριακού, που μπορούν να ενισχύσουν υπάρχουσες ή να δημι­ουργήσουν νέες αντιθέσεις στην ελληνική αστική τάξη. Άλλωστε, η «σταθε­ρότητα» είναι ζήτημα που πατά πάνω σε αντικειμενικές εξελίξεις. Η στρατη­γική επιλογή της άρχουσας τάξης, έστω και με αποχρώσεις, να παίξει ρόλο εξισορροπητικό στις σχέσεις ΗΠΑ - ΕΕ αντικειμενικά οδηγεί σε μια «κινούμενη άμμο», ειδικά αν οι σχέσεις αυτές οξυνθούν, είναι δηλαδή αντικειμενικός πα­ράγοντας «αστάθειας».

Πώς εκδηλώνονται κυρίως οι δυσκολίες σε αυτήν τη φάση:

  • α) Η δυσκολία για το αστικό πολιτικό σύστημα είναι ότι έχουν στενέψει τα ό­ποια περιθώρια ελιγμών των αστικών κομμάτων και κυβερνήσεων, ενώ δεν υ­πάρχει πλέον η ευνοϊκή συγκυρία, ως προς τον καπιταλιστικό οικονομικό κύκλο, που επέτρεψε μια πιο «χαλαρή» δημοσιονομική πολιτική και πολιτική ευελιξία της κυβέρνησης της ΝΔ, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης κ.λπ. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει κοινοτική χρηματοδότηση μετά το 2026 (19 δισ. ΕΣ- ΠΑ 2021-2027, νέο ΕΣΠΑ, Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, Ταμείο Εκσυγχρονισμού, Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030). Απέναντι σε μια σειρά οξυμένα εργα­τικά - λαϊκά προβλήματα που επιδεινώνονται εξαιτίας και των εξελίξεων (πόλε­μος, ακρίβεια, ενεργειακή κρίση κ.λπ.), δεν μπορεί να συγκροτηθεί σε αυτήν τη φάση μια εναλλακτική αστική πρόταση που να εμφανίζεται - χωρίς φυσικά να εί­ναι - ριζικά διαφορετική από την κυρίαρχη.
  • β) Στη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, αν και σε αυτήν τη φάση δεν φαίνεται να έχει πάρει χαρακτηριστικά αποσάθρωσης, αντίστοιχης με εκείνη των ΠΑΣΟΚ-ΝΔ τον Μάη του 2012 ή με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ το 2023, ενώ η αστική κριτική, που επιδρά και σε εργατικές - λαϊκές δυνάμεις, επικεντρώνει κυρίως στην «ο­μάδα του Μαξίμου» και στο αίτημα να «φύγει ο Μητσοτάκης». Παρ’ όλα αυτά και ανάλογα με τις εξελίξεις, κυρίως την όξυνση των λαϊκών προβλημάτων, να μην αποκλείσουμε μια πιθανή σημαντική πτώση των ποσοστών της ΝΔ, που ακόμη κι αν δεν φτάσει στο επίπεδο του 2012, δεν αποκλείεται από το 40,5% του 2023 να πέσει στα επίπεδα του 20%-25%. Είναι πολύτιμη η πείρα του 2012 και η εκτί­μησή μας σε συνέχεια ότι αιφνιδιαστήκαμε, δεν περιμέναμε τέτοια κατάρρευση του κυβερνώντος κόμματος, γεγονός που είχε φέρει με ψηλά ποσοστά διάφορα λαϊκίστικα κόμματα. Στο ενδεχόμενο μεγάλης μείωσης της εκλογικής δύναμης της ΝΔ, είναι πιθανή η απόσυρση Μητσοτάκη για την επανασυσπείρωση της ΝΔ. Η μείωση των ποσοστών της ΝΔ είναι πιθανό επίσης να συνοδευτεί από ενίσχυ­ση λαϊκίστικων τυχοδιωκτικών κομμάτων (Ελληνική Λύση, Πλεύση, Ελπίδα για τη Δημοκρατία, Φωνή Λογικής) και το κόμμα Σαμαρά ή το κόμμα Κασιδιάρη, ε­φόσον συγκροτηθούν. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οξύνει το κάλπικο εκβιαστικό δίλημμα «αριστερός - δεξιάς», αφού θα ενταθεί η παρέμβαση της σοσιαλδημο­κρατίας να αναλάβει αυτή τη διακυβέρνηση και της ΝΔ να παίξει ρόλο στην κυ­βερνητική εναλλαγή με νέα ηγεσία, εγκλωβίζοντας εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Με πιο σταθερό και συστηματικό μέτωπο αποκάλυψης του ρόλου τους, μπορού­με να ενισχύσουμε τα περιθώρια το Κόμμα να κερδίσει από μισθωτούς και λαϊ­κά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που στήριζαν ΝΔ (από χώρους δουλειάς, βιοπαλαιστές αγρότες κ.λπ.), όπως και από άλλα κόμματα του συστήματος, σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα δράση μας στους αγώνες. Ιδιαίτερη σημασία απο­κτά σήμερα η συστηματική παρακολούθηση όλων αυτών των εξελίξεων, όχι μό­νο κεντρικά, που γίνεται έτσι κι αλλιώς, αλλά έως κάτω, έως τις ΚΟΒ, ιδιαίτερα της δράσης και των διεργασιών που συντελούνται ανάμεσα στις άλλες πολιτι­κές δυνάμεις, ακόμα και τη στάση της εργοδοσίας, ώστε να είμαστε πιο κοντά και άμεσα σε ό,τι εξελίσσεται σε κάθε χώρο.
  • γ) Την ίδια ώρα δεν ξεχωρίζει κάποιο εναλλακτικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που να μπορεί να δώσει άμεσα κυβερνητική λύση και να απορροφήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ούτε φαίνεται ότι αυτό μπορεί να προκύψει μέχρι τις εκλογές μέ­σα από μια «ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου». Παραμένει η λαϊκή δυσπι­στία απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Τσίπρας κ.λπ.), γιατί άσκη­σαν αντιλαϊκή πολιτική από τη θέση της κυβέρνησης ή την στήριξαν από τη θέ­ση της αντιπολίτευσης. Οσο κι αν προσπαθούν με διάφορους τρόπους να κρα­τήσουν αποστάσεις από το κυβερνητικό τους παρελθόν, δεν πείθουν ότι εκφρά­ζουν κάτι «νέο», «αδοκίμαστο» κ.λπ. Βεβαίως, μια μεγαλύτερη φθορά της ΝΔ σε συνδυασμό με το άθροισμα των εκλογικών ποσοστών ΠΑΣΟΚ - Τσίπρα, ή μπρο­στά στο ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών, μπορεί να ενισχύσει την πίεση για συ­γκρότηση μιας «προοδευτικής» συγκυβέρνησης, ανεξάρτητα από τη ρεαλιστική προοπτική ενός τέτοιου ενδεχόμενου εξαιτίας και των μεταξύ τους αντιθέσεων, δ) Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε - ανάλογα με τις διεθνείς ή άλλες εξελίξεις-τη δημιουργία κάποιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού, συνεργασίας κ.λπ., με επι­κεφαλής κάποιον τεχνοκράτη και τη συμμετοχή των βασικών πολιτικών κομμά­των. Σε αυτήν την κατεύθυνση ήδη επεξεργάζονται σχέδιο απόσυρσης του Μη­τσοτάκη, αλλαγής ηγεσίας στη ΝΔ, αμέσως μετά τις εκλογές, προκειμένου να διευκολυνθεί το σενάριο αυτό και η γενικότερη αναμόρφωση του αστικού πολι­τικού συστήματος.

3.   Κανένα αστικό κόμμα δεν θέτει σε αμφισβήτηση στρατηγικού χαρακτήρα πολιτικές επιλογές τις οποίες ακολουθεί η κυβέρνηση της ΝΔ

Τέτοια ζητήματα είναι:

        Η στροφή στην πολεμική οικονομία, η εκτίναξη των πολεμικών δαπανών και εξοπλισμών.

        Η πολεμική εμπλοκή στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και η αναβάθμι­ση των στρατηγικών σχέσεων με ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία, κράτη του Κόλπου που δικαιολογούνται στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος». Είναι χαρακτηριστική η ενιαία στάση τους στο ζήτημα της αποστολής ελληνικών στρατιωτικών δυνά­μεων στην Κύπρο για τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ.

        Η τήρηση των εκάστοτε δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ και η προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία.Η ενεργειακή πολιτική που έχει ως βάση την εγκατάλειψη πιο παραδοσιακών εγχώριων πηγών Ενέργειας, όπως του λιγνίτη, την αντικατάσταση της εξάρτησης από το ρώσικο φυσικό αέριο στο αμερικάνικο LNG, τη μετατροπή της Ελλάδας σε πύλη εισόδου και ενεργειακό κόμβο για τα αμερικανικά ενεργειακά μονοπώλια.

        Η προώθηση μιας σειράς αντιδραστικών αλλαγών και προσαρμογών στη λει­τουργία του αστικού κράτους.

  • ·       Όλα τα αστικά κόμματα είναι δεσμευμένα στους βασικούς άξονες που συγκρο­τούν τη «μεγάλη εικόνα» της αστικής στρατηγικής, με τις διαφορές να εξαντλού­νται σε επιμέρους πλευρές της εφαρμογής τους (τρόπος, ταχύτητα, κατανομή κονδυλίων κ.λπ.).
  • ·       Με βάση όλα τα παραπάνω και με επίκεντρο την αστική πολιτική σταθερότητα, η ΝΔ προτάσσει την ανάγκη «ισχυρής και αυτοδύναμης κυβέρνησης» και το φό­βητρο της ακυβερνησίας, ενώ οι δυνάμεις κυρίως της σοσιαλδημοκρατίας προ­βάλλουν την ανάγκη να «φύγει ο Μητσοτάκης», ως προϋπόθεση για να υπάρξουν συναινέσεις των πολιτικών δυνάμεων, το οποίο υποδηλώνει και την ανησυχία τους ως προς τη δυνατότητα αυτοδύναμης κυβέρνησης. Παράλληλα αφήνουν α­νοιχτό το ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών.
  • ·       Η κριτική προς την κυβέρνηση, είτε αυτή προέρχεται από τις δυνάμεις της α­στικής αντιπολίτευσης, είτε από δυνάμεις εντός της ΝΔ, εξειδικεύεται γενικά στους εξής άξονες, πάνω στους οποίους χτίζονται οι νέες κάλπικες διαχωριστικές γραμμές:
  • ·       Η αποκατάσταση της λειτουργίας των θεσμών του «κράτους δικαίου», που έ­χουν παραβιαστεί από το συγκεντρωτικό και διεφθαρμένο «κράτος Μητσοτάκη», ως προϋπόθεση για την πολιτική σταθερότητα, την «εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος» - την κοινωνική συναίνεση, την οικονομική ανάπτυξη.
  • ·       Η επιστροφή της ευρωενωσιακής «κανονικότητας», από την οποία «αποκλί­νει» η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αποτέλεσμα οι «καλές πρακτικές» και κατευ­θύνσεις της ΕΕ να μη «φτάνουν» στην Ελλάδα, όπως αυτές που αφορούν τη μεί­ωση του ΦΠΑ, την 4ήμερη εργασία (πρόταση ΠΑΣΟΚ), την ευελιξία στην ενεργει­ακή πολιτική, τη φορολόγηση των υπερκερδών. Εκφράζεται με το σύνθημα ότι η Ελλάδα «δεν είναι ευρωπαϊκό κράτος», «ο Μητσοτάκης είναι ο Ορμπαν των Βαλ­κανίων», «πληθωρισμός Μητσοτάκη» κ.λπ.
  • ·       Από δυνάμεις κυρίως της σοσιαλδημοκρατίας προβάλλεται η ανάγκη προώ­θησης της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ έναντι του Τραμπ, ενώ υπερπροβάλλεται η στάση αστικών κυβερνήσεων στην ΕΕ, όπως του Σάντσεθ στην Ισπανία.
  • ·       Η ανακατανομή των ευρωπαϊκών πόρων, κυρίως του Ταμείου Ανάκαμψης ή της ΚΑΠ, που κατασπαταλήθηκαν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη σε «φιλικά» επιχειρηματικά συμφέροντα και σε ρουσφέτια και όχι για τη «μικρομεσαία» και «υγιή ε­πιχειρηματικότητα», στο πλαίσιο ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.
  • ·       Η αστική προσπάθεια εξωραϊσμού του αστικού κράτους, της ΕΕ, της λειτουργί­ας της καπιταλιστικής οικονομίας για την ανανέωση του εγκλωβισμού εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, που εκδηλώνεται και με τη θετική γνώμη που καταγράφεται σε δημοσκοπήσεις για τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά και με την ενίσχυση της αντίληψης ότι τα λαϊκά προβλήματα οφείλονται κυρίως στη δι­αφθορά και την κακοδιαχείριση (π.χ. ΟΠΕΚΕΠΕ), φέρνει πιο επιτακτικά την ανάγκη επικέντρωσης της ιδεολογικοπολιτικής μας αντιπαράθεσης με τις λειτουργίες του καπιταλιστικού συστήματος ως πηγής των εργατικών - λαϊκών προβλημάτων.

4.   Πιο ειδικά για τις διεργασίες στις αστικές πολιτικές δυνάμεις

α. Οι εξελίξεις στη ΝΔ και τον ευρύτερο "δεξιό" χώρο

Με βάση τα παραπάνω, το κεντρικό δίλημμα που θέτει η ΝΔ είναι ο κίνδυνος της ακυβερνησίας και της πολιτικής αστάθειας, «αν θα παραμείνει η Ελλάδα α­σφαλής, ισχυρή και σταθερή σε μια τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει τις κατακτή­σεις για να μετατραπεί σε ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα δι­εθνή νερά». Η ΝΔ προβάλλει την ανάγκη να μην επιστρέφει η χώρα στην περι­πέτεια του λαϊκισμού και να συνεχίσει στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, των ι­σχυρών διεθνών συμμαχιών που θωρακίζουν τη χώρα, της ενεργειακής αναβάθ­μισης (π.χ. Κάθετος Διάδρομος), της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότη­τας. Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιεί την επανεμφάνιση Τσίπρα (είναι χαρακτηριστικό το ντοκιμαντέρ στον «ΣΚΑΪ» για τα γεγονότα του 2015), ενώ κατηγορεί την ηγε­σία του ΠΑΣΟΚ ότι έχει εγκαταλείψει τη «θεσμικότητα» που το διέκρινε και έχει προσχωρήσει σε λογικές ΣΥΡΙΖΑ, Κωνσταντοπούλου κ.λπ., ασκώντας πίεση και για μια πιθανή συγκυβέρνηση μαζί του.

Ωστόσο, η επιδείνωση της κατάστασης σε εργατικές - λαϊκές δυνάμεις και ιδι­αίτερα σε τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, στα οποία η ΝΔ είχε μεγάλη επιρ­ροή, σε συνδυασμό με τα σκάνδαλα, την κριτική από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, την αποδυνάμωση του δημαγωγικού επιχειρήματος περί «των εξω­γενών παραγόντων», δυναμώνει τη φθορά της και επιδρά στον κλονισμό της συ­νοχής στη ΝΔ, όπως δείχνουν και οι δημόσιες και οργανωμένες διαφοροποιήσεις βουλευτών της. Η αντιπαράθεση γύρω από τον ρόλο του βουλευτή, το ασυμβίβα­στο βουλευτών - υπουργών κ.λπ. δεν έχει μόνο «επικοινωνιακό» χαρακτήρα λόγω των σκανδάλων, αντανακλά τόσο τον ανταγωνισμό μεταξύ ομάδων στη ΝΔ, κυρί­ως με τους εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς - τεχνοκράτες, όσο και συνολικότε­ρους προβληματισμούς για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Μετά και το τελευταίο συνέδριό της έχουν ανοίξει πιο έντονα η συζήτηση και ο ανταγωνισμός για τη διάδοχη κατάσταση στη ΝΔ, που εκφράζουν και διαφορετι­κές ιεραρχήσεις στις διεθνείς συμμαχίες της αστικής τάξης. Ακόμη και αν ενόψει των εκλογών αυτή η συζήτηση υποχωρήσει, είναι δεδομένο ότι κρίσιμο και καταλυ­τικό θα είναι το εκλογικό αποτέλεσμα και μια ενδεχόμενη μεγάλη φθορά της ΝΔ.

Σημαντικό ρόλο στη διάταξη δυνάμεων εντός της ΝΔ θα έχει κι ένα πιθανό κόμ­μα Σαμαρά, η στάση Καραμανλή, αλλά και το ποιοι θα συμμετέχουν τελικά στο κόμ­μα Καρυστιανού. Η κριτική Σαμαρά επικεντρώνει στο ότι η κυβέρνηση δεν μπο­ρεί να εκμεταλλευτεί τη διεθνή συγκυρία για τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας, ότι έχει «υποχωρητική» στάση στα Ελληνοτουρκικά, ότι έχει αλλάξει τη φυσιογνωμία της παράταξης με τη στροφή στο «κέντρο», ότι χρειάζεται πιο ευέ­λικτη τακτική στις σχέσεις με τη Ρωσία. Μια ενδεχόμενη είσοδος στη Βουλή του κόμματος Σαμαρά θα μπορούσε να επιταχύνει εξελίξεις και να αξιοποιηθεί σε ρό­λο κυβερνητικού συμπληρώματος, φυσικά με άλλο πρόσωπο πρωθυπουργού, να αναπληρώσει δηλαδή δυνάμεις που θα χάσει η ΝΔ.

β. Οι εξελίξεις στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, κόμμα Τσίπρα, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25 κ.λπ.)

Οι διεργασίες ανασύνθεσης στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας προχωράνε. Παρά την αδυναμία να συγκροτήσουν έναν εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο, δεν πρέπει να υπάρχει καμία υποτίμηση ή απαξίωση. Η κριτική αυτών των δυνάμεων προς τη ΝΔ επικεντρώνεται στο κράτος δικαίου, στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, στην ανακατα­νομή κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης κ.λπ.

Αυτό που προβάλλεται ως το «διακύβευμα» στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας εί­ναι η «μάχη για τη 2η θέση», δηλαδή ο συσχετισμός μεταξύ ΠΑΣΟΚ - κόμματος Τσίπρα (ΕΛ.Α.Σ.) και το ποιος θα έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων σε συνδυασμό με πι­θανές αλλαγές προσώπων στον «χαμένο». Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε την επίδρα­ση αυτής της αντιπαράθεσης σε δυνάμεις που κι εμείς απευθυνόμαστε, κυρίως της προσπάθειας να αναβαπτιστούν σε λαϊκές συνειδήσεις. Φαίνεται, ωστόσο, ότι υπάρ­χουν διαφορετικές απόψεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ για τη στάση που θα πρέπει να κρατή­σει απέναντι στο «κόμμα Τσίπρα».

Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εμφανιστεί ότι είναι αξιόπιστο και θεσμικό κόμμα έναντι του Τσίπρα, ότι έχει προτάσεις και πρόγραμμα με «κοινωνικό περιεχόμενο», ότι δεν περιορίζεται στην καταγγελία και τον λαϊκισμό. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι προ­τάσεις του για την 4ήμερη εργασία, τη στέγη, τη μητρότητα, τις τραπεζικές χρεώσεις κ.λπ. Σε πολλές περιπτώσεις οι προτάσεις του αυτές είναι αυτούσιες οι αντιλαϊκές Οδηγίες της ΕΕ, που συνοδεύονται με την κριτική προς την κυβέρνηση ότι αργεί ή δεν θέλει να τις ενσωματώσει. Παρόλο που απορρίπτει τη συνεργασία με τη ΝΔ, α­κόμη και με άλλο πρωθυπουργό, το παρελθόν του, η πρακτική των συνεργασιών με τη ΝΔ σε μια σειρά χώρους (Τοπική Διοίκηση, ΓΣΕΕ, Επιμελητήρια κ.λπ.), οι διάφο­ρες δηλώσεις στελεχών του (ότι η ΝΔ είναι αντίπαλος μέχρι την κάλπη) και πάνω α­πό όλα η στρατηγική του αφήνει ορθάνοιχτο αυτό το ενδεχόμενο.
Το ΠΑΣΟΚ κάνει σοβαρή προσπάθεια ανασυγκρότησης, ειδικά μετά το τελευταίο του συνέδριο, ενισχύει τον αντικομμουνισμό, αξιοποιεί την υποδομή και τις δυνάμεις που διατηρεί σε μια σειρά χώρους. Μέσω των δυνάμεών του αποτελεί βασικό στήριγ­μα του εργοδοτικού συνδικαλισμού στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και παρεμ­βαίνει στο αγροτικό κίνημα μέσω των συνεταιρισμών. Αποσπά βουλευτές από άλλα κόμματα (κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ), ενώ κάνει και καλύτερη προσπάθεια παρέμβασης στη νεολαία (φοιτητικές εκλογές, αξιοποίηση ΜΚΔ,
influencers κ.λπ.). Το ΠΑΣΟΚ, ό­πως και συνολικά η σοσιαλδημοκρατία, προβάλλει το «αποκεντρωμένο κράτος με ι­σχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση» έναντι του «συγκεντρωτικού κράτους Μητσοτάκη», αξιοποιώντας και τις δυνάμεις του στην Τοπική Διοίκηση.

Το «κόμμα Τσίπρα» πραγματοποίησε την ιδρυτική του συγκέντρωση στις 26/5 με το όνομα «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» (ΕΛ.Α.Σ.), προβάλλει το σύνθημα της «κυβερνώσας αριστερός», ενώ ήδη δημοσιοποιήθηκε το «Μανιφέστο» του Ινστιτού­του για τη συμπόρευση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστερός, της σοσιαλδη­μοκρατίας και της οικολογίας. Αναμένεται να απορροφήσει ένα μεγάλο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστερός, το κόμμα του Πέτρου Κόκκαλη. Όπως κάνει παγίως η σοσιαλδημοκρατία, προσπαθεί να καπηλευτεί την ιστορία του 11 λαϊκού κινήματος (αναφορές σε Εθνική Αντίσταση, Ηλ. Αποστόλου, Λαμπράκη κ.λπ.) για να επιδράσει σε τμήματα του λαού που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί κ.λπ.

Σε αυτό έχει απροκάλυπτη «στήριξη» από αστικά ΜΜΕ, ακόμη και τα κυβερνητικά, και από επιτελεία που κατά την πάγια τακτική τού αποδίδουν χαρακτηριστικά που δεν έ­χει, για να δημιουργήσουν τα γνωστά κάλπικα «δίπολα». Ενώ στο κεντρικό επιτελείο του ανήκει και ο γνωστός αντικομμουνιστής Μαρατζίδης. θα εναλλάσσει έναν ψευ­δεπίγραφο ριζοσπαστικό λόγο με τα διαπιστευτήρια ότι μπορεί να αποτελέσει εναλ­λακτική διαχειριστική λύση για την «επιστροφή του συστήματος στην κανονικότητα».

Σε κάθε περίπτωση, οι μέχρι σήμερα δημόσιες παρεμβάσεις του είναι αναπαρα­γωγή των χιλιοειπωμένων «κλισέ» περί δίκαιης ανάπτυξης, αναμόρφωσης του κρά­τους κ.λπ., όπου τα λαϊκά προβλήματα αποδίδονται στη διαφθορά, στο πελατειακό κράτος, στη στρεβλή χρησιμοποίηση των κοινοτικών πόρων. Αποτυπώνουν την ακό­μη μεγαλύτερη ευθυγράμμισή του με τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μεταξύ άλλων, προβάλλει το γεγονός ότι ήταν η δική του κυβέρ­νηση που αναβάθμισε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, με την ψεύτικη και πα­ραπλανητική υποσημείωση ότι δήθεν αυτές οι συμφωνίες έγιναν σε μια εποχή που οι χώρες αυτές δεν ήταν «πολεμοχαρείς». Μιλάει γενικόλογα για στήριξη της εργα­σίας και του εισοδήματος, για αποκατάσταση εργασιακών σχέσεων, προστασία των δημοσίων αγαθών, χωρίς καμία συγκεκριμένη αναφορά για κατάργηση αντεργατικών - αντιλαϊκών νόμων.

Τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύει είναι:

  •       Η προσωρινή φορολογία λίγων μεγάλων ομίλων της χώρας μέσω μιας «πατριω­τικής εισφοράς» που θα αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ενός Ταμείου Σύγκλισης για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους.
  •       Η δημιουργία αναπτυξιακού ταμείου, κατά τα πρότυπα της Βρετανίας (για την Υ­γεία) ή της Γερμανίας (για την Άμυνα) που θα αξιοποιήσει κονδύλια του Ταμείου Ανά­καμψης, ιδιωτικά κεφάλαια, έσοδα από το Υπερταμείο.
  •       Η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας μέσω της ανακατανομής των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, αναπαράγοντας την ψευδαίσθηση ότι η ΕΕ μπο­ρεί να στηρίξει τις μικρές επιχειρήσεις, μπορεί να υπάρχει αρμονική συμβίωση με τους μεγάλους ομίλους.
  •       Η ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ.
  •       Η αποκέντρωση του κράτους μέσω ενός συνεργατικού κράτους που θα διευρύνει τις αρμοδιότητες των ΟΤΑ.

Σε όλες τις παρεμβάσεις του «φωτογραφίζει» με ύπουλο τρόπο κι επιτίθεται στη γραμμή του Κόμματος, περί παραπομπής της επίλυσης όλων των προβλημάτων στον σοσιαλισμό. Στο Μανιφέστο του, μάλιστα, αναφέρεται ότι «το ιστορικό δίλημμα "με­ταρρύθμιση ή επανάσταση", που σφράγισε και δίχασε την ευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ό αιώνα, δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί τις επιλογές του παρόντος. Οι σύγχρο­νες προκλήσεις υπερβαίνουν αυτούς τους διαχωρισμούς και απαιτούν νέες ιδεολο­γικές συνθέσεις αλλά και οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις».Προσπαθεί να εμφανιστεί ως ο μοναδικός αντίπαλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι τον «έφεραν» η αδυναμία των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης και η α­νάγκη επιστροφής στην κανονικότητα. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να απαντήσει και στην κριτική που του γίνεται και έχει βάση, ότι τον στηρίζουν ποικιλοτρόπως με­γάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Την ίδια στιγμή αξιοσημείωτη είναι η τοποθέτηση του συντονιστή του Ινστιτούτου Τσίπρα (Σιακαντάρη) ότι «η Δεξιά και η σοσιαλδημοκρατία είναι ιδεολογικοί και πο­λιτικοί αντίπαλοι και όχι στρατηγικοί (...) τους πληροφορώ, επειδή πολλοί εξ αυτών μάλλον είναι όψιμοι σοσιαλδημοκράτες, πως πάγια θέση της ευρωπαϊκής σοσιαλ­δημοκρατίας ήταν πως γι’ αυτή στρατηγικός αντίπαλος είναι μόνο αυτοί που αμφι­σβητούν το πρωτείο της δημοκρατίας». Αφήνοντας, εκ των πραγμάτων, ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και συμπράξεων χάριν της πολιτικής σταθερότητας, όπως έχουν κάνει κατά κόρον άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Προσπαθεί, επίσης, να βγάλει την εικόνα ότι θα στηριχθεί σε νέα πρόσωπα, επι­στήμονες, ακαδημαϊκούς κ.λπ., ενώ είναι σε επικοινωνία με διάφορα στελέχη, πρώ­ην βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ή παράγοντες που στηρίχθηκαν από αυτό.

Το «κόμμα Τσίπρα» επιβεβαιώνει και ενισχύει τον ιδεολογικό - πολιτικό - οργανω­τικό εκφυλισμό αυτού του χώρου. Αν και μιλάει στο όνομα της «αριστερός», έχει α­πεμπολήσει ακόμα και τα όποια δήθεν προοδευτικά συνθήματα της περιόδου διακυ­βέρνησης του «όλου ΣΥΡΙΖΑ» - μαζί με τους ΑΝΕΛ - που τροφοδοτούσαν τη δημιουρ­γία αυταπατών φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού και που φυσικά διαψεύστηκαν. Αντανακλά τη συνολικότερη ιδεολογική - πολιτική αντιδραστικοποίηση, ό­που θολώνουν ακόμα περισσότερο οι όποιες «ιδεολογικές» διαφορές ανάμεσα στα αστικά κόμματα. Κυριαρχεί η λογική ότι «δεν υπάρχει κάποια άλλη εναλλακτική - ού­τε καν ως ψευδαίσθηση και αυταπάτη - το ζήτημα είναι να διαχειριστούμε με τον κα­λύτερο τρόπο αυτό που υπάρχει, την καπιταλιστική πραγματικότητα». Εμφανίζεται με ένα πιο καθαρό διαχειριστικό πρόσωπο και με χλιαρό «αριστερό» καμουφλάζ σε σχέση με το 2015, με έμφαση σε ζητήματα διαφθοράς, ψηφιακά κόμματα, τον ατομι­κό δικαιωματισμό, λογικές μεσσιανισμού, αναπαραγωγή ακόμη και αντιδραστικών απόψεων, (όπως αυτή για την ενσωμάτωση των μεταναστών με κριτήριο την προέ­λευση και τα έθιμά τους κ.λπ.), με στόχο την προσέλκυση «κεντρώων» και «δεξιών» ψηφοφόρων, προσπαθώντας να διατηρήσει την επαφή με ένα «αριστερό» ακροατή­ριο που τον παρακολουθεί. Η δημιουργία της ΕΛ.Α.Σ., του κόμματος Τσίπρα, αντικειμενικά οδηγεί σε αναδιάτα­ξη των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΕ.ΑΡ., του ΜέΡΑ25 κι έμμεσα του οπορτουνιστικού χώρου. Παραμένει ερωτηματικό το πώς θα ενταχθούν στο κόμμα Τσίπρα οι δυ­νάμεις που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΕ.ΑΡ., όπως και το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνει με τους εναπομείναντες ως αυτοτελές κόμμα.

Επίσης, από την αρχή των τοποθετήσεων του Τσίπρα καταγράφεται κριτική ορι­σμένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όχι στη γενική κατεύθυνση, αλλά κυρίως στο ότι οι θέσεις του δεν είναι συνεπείς και δεν εγγυώνται τη «ρήξη με τη διαπλοκή», «την επανάκτηση από το Δημόσιο στρατηγικών τομέων». Χρειάζεται παρακολούθηση, κα­θώς αυτές οι τοποθετήσεις μπορούν να αξιοποιηθούν ως ξεχωριστή πολιτική πλατ­φόρμα για τη συγκράτηση δυνάμεων εντός ή εκτός ΣΥΡΙΖΑ, που σε κάθε περίπτωση θα λειτουργούν συμπληρωματικά στο κόμμα Τσίπρα.

Στο συνέδριο της ΝΕ.ΑΡ. επικράτησε η γραμμή της μη άμεσης συνεργασίας με το κόμμα Τσίπρα. Αυτό οδήγησε στην παραίτηση Χαρίτση από την προεδρία, την ανάδει­ξη άλλης ηγετικής ομάδας (Σακελλαρίδης -προεδρεύων, Πέρκα-πρόεδρος της ΚΟ) καθώς και την αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των βουλευτών της. Διαμορ­φώνεται η προοπτική σύμπλευσης ή σύμπραξης με άλλες δυνάμεις - ΜέΡΑ25, τμή­ματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ - για τη διαμόρφωση ενός νέου αναχώματος (μικρού ΣΥΡΙΖΑ) στη ριζοσπαστικοποίηση και τη χειραφέτηση λαϊκών δυνάμεων από τη σοσιαλδημο­κρατία, με στόχο να αναβιώσει το παραμύθι του «καλού ΣΥΡΙΖΑ» του 2010-2015. Αν και υπάρχει αρκετή πείρα και δυνατότητες για να περιορίσουμε τέτοιον εγκλωβισμό, δεν πρέπει να υποτιμηθεί το αβαντάρισμα του Βαρουφάκη και τέτοιων δυνάμεων α­πό το σύστημα (ΜΜΕ, δημοσκοπικές εταιρείες), η σχέση τους με διάφορα επιτελεία εντός και εκτός Ελλάδας.

γ. Τα κόμματα του «λαϊκισμού» και του ψευδεπίγραφου "αντισυστημισμού"

Στον χώρο αυτό καταγράφονται το νέο κόμμα της Καρυστιανού (Ελπίδα για τη Δημοκρατία) και το κόμμα της Κωνσταντοπούλου (Πλεύση Ελευθερίας). Πρόκει­ται για μονοπρόσωπα, αλληλοτροφοδοτούμενα κόμματα που αναδείχτηκαν κυρί­ως στον απόηχο του εγκλήματος των Τεμπών και των μαζικών κινητοποιήσεων του λαού και της νεολαίας, με στόχο να «ακρωτηριάσουν» κάθε ριζοσπαστισμό και αμφισβήτηση των πραγματικών αιτίων του εγκλήματος. Απέναντι στο σύνθη­μα «τα κέρδη τους ή οι ζωές μας» προσπάθησαν να αντιπαρατάξουν την παραβί­αση του «κράτους δικαίου» από το «σύστημα Μητσοτάκη» και τη «διαπλεκόμενη δικαιοσύνη» και να αναγορεύσουν την ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε δυνά­μεις κάθαρσης, αθωώνοντας την πολιτική που ευθύνεται για το έγκλημα των Τε­μπών και για άλλα εγκλήματα σε βάρος του λαού.

Η Καρυστιανού εμφανίζεται με τον μανδύα του «ανεξάρτητου» και ως αντίπα­λος του παλιού και διεφθαρμένου «πολιτικού συστήματος». Εμφανίζεται ότι εκ­προσωπεί τους «ενεργούς πολίτες απέναντι στους επαγγελματίες πολιτικούς». Στηρίζεται σε ένα επιτελείο «πολιτευτών» κυρίως προερχόμενων από ακροδε­ξιά κόμματα, τη ΝΙΚΗ, το ΕΠΑΜ, με στενές σχέσεις με την Εκκλησία, μηχανισμούς του κράτους και με προβολή αντιδραστικών απόψεων (βλ. αμβλώσεις). Παρ’ όλα αυτά προσπαθεί να καλλιεργήσει την εικόνα του «πλουραλισμού», στοχεύοντας και σε δυνάμεις που στο παρελθόν έχουν εμφανιστεί ως «αριστεροί». Η εμφάνι­ση στο στενό επιτελείο αυτού του κόμματος του θ. Αυγερινού (δημοσιογράφου - ανταποκριτή στη Ρωσία του καναλιού «ΟΡΕΝ» του Σαββίδη), όπως και του προ­έδρου της Ελληνικής Κοινότητας Αγ. Πετρούπολης Ρωσίας, παρουσιάζεται από ΜΜΕ ως ύπαρξη σχέσεων με επιτελεία του ρωσικού κράτους. Ευθύνη για την ε­ξέλιξη με το συγκεκριμένο κόμμα έχουν και οι δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώ­ρου, που με διάφορους τρόπους στήριξαν τόσο τη λογική της Καρυστιανού στις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη όσο και αυτοτελώς το ίδιο το πρόσωπο.

Οι τοποθετήσεις αυτών των κομμάτων κινούνται στη γραμμή «καθαρά χέρια», που σε άλλες χώρες αξιοποιήθηκε για την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, την εμφάνιση νέων κομμάτων κ.λπ. Προβάλλουν σχεδόν αποκλειστικά τα ζητή­ματα της διαφθοράς των πολιτικών ως βασική αιτία των προβλημάτων, αθωώνοντας την καπιταλιστική κερδοφορία και εξουσία και τη διαπλοκή με το αστικό πολιτικό σύστημα. Τοποθετούνται κυρίως σε ζητήματα που μπορούν να υπηρε­τήσουν την παραπάνω γραμμή, αξιοποιώντας κυρίως τα ΜΚΔ κι ένα δίκτυο καναλιών - εκπομπών που τους στηρίζει και προσπαθούν να επιδράσουν στο συ­ναίσθημα και το «θυμικό» λαϊκών μαζών, της νεολαίας κ.λπ. Την ίδια στιγμή το­ποθετούνται θολά και γενικόλογα σε κρίσιμα μέτωπα, όπως είναι η πολεμική ε­μπλοκή, η επίθεση στα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα κ.λπ. Ακόμη και στην περί­πτωση του αγώνα των βιοπαλαιστών αγροτών, η προσπάθεια παρέμβασής τους κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την κακοδιαχείριση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σε πολλές περιπτώσεις λειτουρ­γούν ως «λαγοί» αντιδραστικών μέτρων.

Η στάση ιδιαίτερα της Κωνσταντοπούλου στη Βουλή (σόου, αντιπαραθέσεις με συγκεκριμένους υπουργούς κ.λπ.) αξιοποιείται από την κυβέρνηση και τα φι- λοκυβερνητικά μέσα για να καλλιεργούνται κάλπικα δίπολα (υπευθυνότητα - λα­ϊκισμός). Βεβαίως, την ίδια στιγμή η Κωνσταντοπούλου ψηφίζει ή αρνείται να δώσει ψήφο σε σοβαρά αντιλαϊκά νομοσχέδια, αντιμετωπίζει διαφοροποιημέ­να τους υπουργούς της ΝΔ (Δένδια, Πιερρακάκη, Κεραμέως κ.λπ.). Πρωτοστα­τεί στον αντικομμουνισμό ακόμη και σε χυδαίες επιθέσεις σε βάρος του Κόμμα­τος και βουλευτών του (Λαμπρούλη, Κομνηνάκα, Κανέλλη κ.λπ.).

Σε κάθε περίπτωση και ανάλογα με τις εξελίξεις τα κόμματα αυτά αντικειμε­νικά μπορούν να στηρίξουν ή να τροφοδοτήσουν τόσο κεντροδεξιές όσο και κε­ντροαριστερές συμπράξεις, κυβερνήσεις ειδικού σκοπού κ.λπ., στη βάση του α­φηγήματος τους για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου και την ευρωενω- σιακή νομιμότητα.

δ. Οι λαϊκίστικες ακροδεξιές, φασιστικές δυνάμεις

Η Ελληνική Λύση (Βελόπουλος) και η Φωνή Λογικής (Λατινοπούλου) προσπαθούν να εμφανιστούν ως οι πιο αυθεντικοί εγχώριοι εκφραστές της λογικής Τραμπ. 0 Βε­λόπουλος, παρόλο που υιοθετεί τις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης στο πλαίσιο του ευρωατλαντισμού (στρατηγικές συμφωνίες με ΗΠΑ και Ισραήλ, συμ­μετοχή στους σχεδιασμούς ΝΑΤΟ κ.λπ.), ακολουθεί μια πιο ευέλικτη τακτική κυρί­ως ως προς τις σχέσεις με τη Ρωσία, τη στήριξη της Ουκρανίας κ.λπ. Κατηγορεί κι αυτός (όπως και ο Σαμαράς) την κυβέρνηση της ΝΔ ότι εξαιτίας «ενδοτισμού» δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί την ευνοϊκή γεωπολιτική συγκυρία έναντι της Τουρκίας. Ο Βελόπουλος, σε αντίθεση με την Λατινοπούλου που συντάχθηκε με την κυβερ­νητική εκδοχή για το έγκλημα των Τεμπών, κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο με Κωνστα­ντοπούλου και Καρυστιανού, αυτό της απόκρυψης των βασικών αιτιών του εγκλή­ματος. Κάνει προσπάθεια να παρέμβει σε ΕΒΕ, αγρότες κ.λπ., όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ παρακολουθεί συστηματικά τις δικές μας τοποθετήσεις και προσαρ­μόζεται ανάλογα. Βελόπουλος και Λατινοπούλου κάνουν προσπάθεια να απευθυν­θούν σε δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ, κατηγορώντας την κυβέρνηση για κεντρώα στροφή, για τον γάμο των ομόφυλων, για ανεκτική στάση στο Μεταναστευτικό κ.λπ.

Ταυτόχρονα, έχει εντοπιστεί η προσπάθεια ανασυγκρότησης της δράσης φασι­στικών - ναζιστικών ομάδων, ιδιαίτερα σε χώρους νεολαίας, κυρίως στη Δευτερο­βάθμια Εκπαίδευση, η επεξεργασμένη ιδεολογική και πολιτική δουλειά που κάνουν σε μικρές ηλικίες, η ευθεία αντιπαράθεση με δικές μας δυνάμεις στα σχολεία με πιο δουλεμένο τρόπο, οι επιθέσεις σε βάρος μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ. Σε αυ­τήν τη φάση η προσπάθεια αυτή συνδυάζεται με την αναγγελία ίδρυσης κόμματος από τον Κασιδιάρη, χωρίς να είναι επικεφαλής, με την προοπτική της αποφυλάκι- σής του. Οι δυνάμεις αυτές προσαρμόζουν τη δράση τους σε πιο «νόμιμα» πλαίσια, ακολουθώντας και το παράδειγμα του ΕΛΑΜ στην Κύπρο.

Επιβεβαιώνεται η επιλογή στήριξης τέτοιων δυνάμεων από κύκλους της αστι­κής τάξης. Διαχρονικό στοιχείο, άλλωστε, της πολεμικής προετοιμασίας των καπι­ταλιστικών κρατών είναι, εκτός από την ενσωμάτωση, και η καταστολή του «εσω­τερικού ταξικού εχθρού», που σημαίνει ότι θα γίνονται όλο και περισσότερο χρήσι­μες για το σύστημα ακροδεξιές ή φασιστικές πολιτικές δυνάμεις, με την επανεμ­φάνιση και στήριξή τους, που μιλώντας στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και του «κοινού εθνικού συμφέροντος», θα στρέφονται ενάντια στην ταξική πάλη και θα ε­πιχειρούν να σύρουν εργατικές - λαϊκές δυνάμεις στους σχεδιασμούς της καπιτα­λιστικής εξουσίας.

Β. ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ της ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ

1. Τι κρίνεται στις εκλογές

Στις επόμενες εκλογές κρίνεται ποιον από τους δύο δρόμους θα ενισχύσει ο ελληνικός λαός με την ψήφο του, τον δρόμο της διαχείρισης του συστήματος του πολέμου και της εκμετάλλευσης ή τον δρόμο για την ανατροπή του. Κρίνεται αν θα δυναμώσει το ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής με την ψήφο στο ΚΚΕ ενάντια σε κάθε παγίδα αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, για να πάρει πιο ορμητικό, πιο αποφασιστικό χαρακτήρα η ρήξη με το σύστημα της εκμετάλ­λευσης και των πολέμων. Τα αδιέξοδα και οι αντιθέσεις αυτού του συστήματος βυθίζουν τους λαούς στους πολέμους, στην ανασφάλεια, στη βαρβαρότητα. Οι λαοί της Ευρώπης καλούνται να προετοιμαστούν για πόλεμο και να συνηθίσουν την «κουλτούρα των φέρετρων». Η γειτονιά μας «φλέγεται» και η χώρα εμπλέκε­ται στις πολεμικές συγκρούσεις με τεράστιο οικονομικό κόστος στο λαϊκό εισό­δημα (ακρίβεια, στέγη, φοροληστεία κ.λπ.). Οι «ακλόνητες» και «ισχυρές» συμμα- χίες των κυβερνήσεων, όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, σέρνουν τον λαό σε μεγάλες πε­ριπέτειες. Αποδεικνύεται, όμως, ότι δεν είναι παντοδύναμες, ότι δοκιμάζονται από μεγάλες αντιθέσεις. Ολοένα και περισσότερο φανερώνονται μπροστά στα μάτια του λαού οι δύο κόσμοι, οι δύο «πατρίδες» όπου η μία ζει και πλουτίζει σε

βάρος της άλλης. Η κυβέρνηση της ΝΔ και όλα τα άλλα κόμματα ισχυρίζονται ότι αυτοί οι δύο κόσμοι μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά, αν υπάρχει μια στα­θερή κυβέρνηση ή μια καλύτερη και πιο έντιμη διαχείριση. Δεν υπάρχει έντιμη διαχείριση της ανεντιμότητας, ούτε δίκαιη διαχείριση της αδικίας. Αυτό δεν έ­γινε ποτέ και πουθενά. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να γίνει τώρα. Το ΚΚΕ εί­ναι το μόνο κόμμα που ισχυρίζεται ρτι για να κερδίσει η πατρίδα του λαού πρέ­πει να χάσει η πατρίδα του κεφαλαίου. Δίνει όλες του τις δυνάμεις σε αυτή την αναμέτρηση που διεξάγεται καθημερινά. Παλεύει για να φτάσει ο δρόμος της α­νατροπής μέχρι τέλους, στην αλλαγή τάξης στην εξουσία, στον αγώνα για την εργατική - λαϊκή εξουσία, τον σοσιαλισμό ως τη μόνη πραγματική και ρεαλιστι­κή διέξοδο. Γι' αυτό είναι και η μοναδική εγγύηση για πραγματική πάλη ενάντια στο σύστημα και τις κυβερνήσεις του. Πρώτα απ’ όλα στους δρόμους του αγώ­να, στις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις, αλλά και στο Κοινοβούλιο.

2.  Το πραγματικό περιεχόμενο της "πολιτικής σταθερότητας" που επικαλούνται όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, διεκδικώντας ο καθένας τον ρόλο του εγγυητή.

Καμία εμπιστοσύνη δεν πρέπει να έχει ο λαός στη «σταθερότητα» της καπιτα­λιστικής κερδοφορίας, της πολεμικής εμπλοκής, της «δημοσιονομικής πειθαρ­χίας» και των ματωμένων πλεονασμάτων, των κατευθύνσεων της ΕΕ, του ΝΑ­ΤΟ, των στρατηγικών συμφωνιών με ΗΠΑ και Ισραήλ, που είναι κοινός παρονο­μαστής των άλλων κομμάτων. Αποδείχτηκε ότι είναι αυτή που οδηγεί τον λαό σε αστάθεια, ανασφάλεια, φτωχοποίηση και μεγάλους κινδύνους.

3. Η "σταθερότητα" για τον λαό έχει άλλο περιεχόμενο.

Σημαίνει απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και σχεδιασμούς, να μην είναι η Ελλάδα ορμητήριο πολέμου και στόχος αντιποίνων. Σημαίνει στα­θερή δουλειά, με μειωμένο, σταθερό εργάσιμο χρόνο, με μισθό και εισόδημα για να βγαίνει ο μήνας, με ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, με Συλλο­γικές Συμβάσεις Εργασίας, μέτρα κατά της ακρίβειας, μείωσης της φορολογίας κ.λπ. Σημαίνει να καλύπτονται οι λαϊκές ανάγκες για δημόσιες δωρεάν κοινωνι­κές υπηρεσίες, Παιδεία, Υγεία, για φτηνή στέγη. Αυτήν τη σταθερότητα έχει α­νάγκη ο ελληνικός λαός και μπορεί να την κατακτήσει βαδίζοντας στον δρόμο της ανατροπής με πιο δυνατό το ΚΚΕ. Είναι ρεαλιστική και αναγκαία προοπτική.

4. Τα διλήμματα της "ακυβερνησίας", που θέτει η κυβέρνηση, και της "πολιτικής αλλαγής", που θέτουν τα κόμματα της βολικής αντιπολίτευσης, είναι κάλπικα.

Μοναδικό στόχο έχουν να εγκλωβίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στα ίδια αδιέ­ξοδα. Τα κόμματα του συστήματος, παρά τους τσακωμούς τους και τις όποιες φραστικές αντιπαραθέσεις, μοιράζονται κοινή στρατηγική, εχθρική απέναντι στον λαό. Γι’ αυτό κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και νομοσχέδια της κυβέρνη­σης της ΝΔ έχουν στηριχτεί από το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Τσίπρα και τα άλλα κόμματα. Αυτό το κοινό έδαφος είναι που καθιστά δυνατό να φτιάξουν κυβέρ­νηση την επομένη των εκλογών. Το έχουν κάνει στο παρελθόν και θα το ξανακά­νουν, όταν το απαιτήσουν οι συνθήκες. Αλλωστε και τώρα η ΝΔ συγκυβερνά με το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, σε Επιμελητήρια, δήμους κ.α. Αυτό το κοινό έδαφος είναι που καθιστά ψευδεπίγραφη και την «πολιτική αλλα­γή» που επικαλούνται το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας κ.λπ.

5. Εξίσου κάλπικη είναι και η αντιπαράθεση γύρω από τις "ρεαλιστικές λύσεις", τις "κοστολογημένες και εφαρμόσιμες προτάσεις".

Ο «ρεαλισμός» των κομμάτων του συστήματος είναι ο λαός να θεωρήσει δεδο­μένο το σημερινό πλαίσιο, που διαμορφώνουν οι ανάγκες του κεφαλαίου, οι δε­σμεύσεις σε ΝΑΤΟ - ΕΕ κ.λπ., και να επιλέγει κάθε φορά τους όρους της σφαγής του ρίχνοντας όλο και χαμηλότερα τον πήχη των απαιτήσεών του. Ο πραγματικός ρεαλισμός είναι η ικανοποίηση των εργατικών - λαϊκών αναγκών με βάση τις επιστημονικές, τεχνολογικές, παραγωγικές δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα.

6.  Η επόμενη κυβέρνηση, με βάση τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, θα είναι "από χέρι" αντιλαϊκή και πρέπει να νιώθει την "ανάσα" του λαού και των αγώνων του.

Να μην έχει λυμένα τα χέρια της για να φορτώνει τον λαό με νέες θυσίες. Εγγύ­ηση για αυτό είναι μονάχα το ΚΚΕ, που έχει αποδείξει ότι αποτελεί την πραγματι­κή, λαϊκή αντιπολίτευση μέσα στη Βουλή και έξω από αυτή. Γιατί δεν έχει δεσμεύ­σεις στο σημερινό κράτος, στα μεγάλα συμφέροντα, στις ιμπεριαλιστικές συμμα- χίες. Γιατί το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που έχει πρόταση και Πρόγραμμα που μας βγάζει από τα σημερινά αδιέξοδα, γι' αυτό και έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανα­μετρηθεί κάτω από όλες τις συνθήκες με το σύστημα και τις κυβερνήσεις του.

7.  Η επικρατούσα λαϊκή άποψη "να φύγει ο Μητσοτάκης" πρέπει να συνοδεύεται με την απαίτηση να φύγει μαζί με την πολιτική που εφαρμόζει και όχι "ν' αλλάζει ο Μανωλιός βάζοντας τα ρούχα του αλλιώς".

Να ηττηθεί η πολιτική του κέρδους και του πολέμου, γυρνώντας την πλάτη και σε όσους εμπορεύτηκαν ελπίδες, έφεραν τον Μητσοτάκη «καβάλα στο άλογο» και τώρα βγαίνουν από τη «ναφθαλίνη», για να παίξουν ξανά τον βρώμικο ρόλο ε­νάντια στον λαό για λογαριασμό του συστήματος. Το ίδιο το σύστημα μπορεί να αποσύρει τον Μητσοτάκη, αν δει ότι δεν μπορεί να του κάνει τη δουλειά και να «ξεγελά» τον λαό ή ακόμη και για να διευκολύνει την ίδια την «ισορροπία» του α­στικού πολιτικού συστήματος. Φτιάχνει ήδη τους επόμενους «Μητσοτάκηδες», ακόμα και αν φοράνε άλλα κοστούμια, αν έχουν άλλο ύφος, άλλη φρασεολογία ή αν προέρχονται από άλλο κόμμα.

8. Καμία προσδοκία δεν πρέπει να υπάρχει για το ΠΑΣΟΚ, τον Τσίπρα και τις διάφορες "παραφυάδες" τους.

Έχουν δοκιμαστεί και τώρα μεταμφιέζονται για να παίξουν το παιχνίδι της παραπλάνησης. Δεν έχουν καμία αξιοπιστία κι αυτό επιβεβαιώνουν και οι μεταγρα­φές στελεχών στον έναν και τον άλλο για την «καρέκλα». Το ΠΑΣΟΚ έχει ψηφί­σει τρία μνημόνια, έχει συγκυβερνήσει δύο φορές με τον Μητσοτάκη και τους ακροδεξιούς υπουργούς, που δήθεν τώρα καταγγέλλει. Από θέση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης έχει βάλει τη σφραγίδα του στο τσάκισμα των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας βγάλανε τη βρώμικη δουλειά για λογαριασμό του κεφαλαίου, όταν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δυσκολεύονταν να το κάνουν. Η εκτόξευση των έμμεσων φόρων, τα χρηματιστήρια Ενέργειας, το τσάκισμα των συντάξεων κ.λπ. είναι δικό τους έργο. Σήμερα, δίνουν διαπιστευτήρια στο σύ­στημα για να τους ξαναεμπιστευτεί. Δεν κρύβουν ότι αυτοί αναβάθμισαν τις σχέ­σεις με τις ΗΠΑ και την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, επεκτείνοντας τις στρατιω­τικές τους βάσεις στην Ελλάδα, αλλά και με το κράτος - δολοφόνο Ισραήλ. Σή­μερα, ο λαός βλέπει καθαρά τις ολέθριες συνέπειες αυτών των επιλογών. Δεν μπορούν σήμερα να υπάρχουν ψευδαισθήσεις ότι μπορεί το σύστημα να μεταρ­ρυθμιστεί προς όφελος του λαού και της εργατικής τάξης. Οσες πολιτικές δυ­νάμεις υποστήριξαν κάτι τέτοιο, αποδείχτηκε ότι εξαπάτησαν τον λαό, τους ερ­γαζόμενους, την ίδια στιγμή που αποτέλεσαν τους καλύτερους και προτιμότε­ρους ορισμένες φορές διαχειριστές, προωθώντας την επίθεση στον λαό και ο­δηγώντας στην απογοήτευση και την αδράνεια εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Αυ­τό έκανε η σοσιαλδημοκρατία διαχρονικά, αυτό κάνει και σήμερα. Τις λεγάμενες «προοδευτικές» κυβερνήσεις τις έχουμε ζήσει στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Αυτή η πείρα βοηθά να κατανοηθεί γιατί το ΚΚΕ λέει κατηγορηματικά «όχι» σε συμμετοχή, στήριξη ή ανοχή τέτοιων κυβερνήσεων, όσο ο λαός δεν αποφασίζει να βγει μαζικά στο προσκήνιο και να διεκδικήσει ο ίδιος την εξουσία. Όλοι αυτοί διέψευσαν προσδοκίες, ενίσχυσαν την απογοήτευση και τη συντηρητικοποίηση. Άνοιξαν τον δρόμο σε ακροδεξιές και αντιδραστικές δυνάμεις, αφού στο όνομα της προόδου εφάρμοσαν αντιλαϊκές πολιτικές. Είναι ψέμα ότι υπέγραψαν μνη­μόνια και ψήφισαν αντιλαϊκά μέτρα για το «εθνικό συμφέρον» και σε διαφορε­τικές συνθήκες από τις σημερινές. Σήμερα, το κεφάλαιο απαιτεί ακόμη μεγαλύ­τερες θυσίες από τους λαούς. Η στροφή στην πολεμική οικονομία, η εκτόξευ­ση των πολεμικών δαπανών, τα ματωμένα πλεονάσματα της ΕΕ και πολλά ακό­μη είναι τα σημερινά και ακόμη πιο δυσβάσταχτα «μνημόνια».

9. Καμία εμπιστοσύνη σε δυνάμεις που εμφανίζονται με τον μανδύα του "αντισυστημικού", του "νέου", του "ανεξάρτητου.

Το σύστημα έχει ανάγκη από έναν τέτοιον «αντισυστημισμό», για να εκτονώνει τη λαϊκή οργή και τον ριζοσπαστισμό, για να μένει στο απυρόβλητο η καπιταλι­στική ιδιοκτησία και εξουσία, το σάπιο κράτος, η ΕΕ, τα νήματα που δένουν τους επιχειρηματικούς ομίλους με το αστικό πολιτικό προσωπικό. Επιβεβαιώνεται ότι οι μεγάλες κουβέντες για το κράτος δικαίου και τους θεσμούς συμπληρώ­νεται και αφομοιώνεται πάρα πολύ εύκολα από το σύστημα, ενώ μπορεί να κρύ­βει κι άλλες αντιδραστικές και επικίνδυνες στοχεύσεις στο πλαίσιο των διερ­γασιών αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος. 0 λαός έχει γνωρί­σει πολλούς τέτοιους «διάττοντες αστέρες» που έπαιξαν τον ρόλο τους στον ε­γκλωβισμό της λαϊκής συνείδησης για ένα διάστημα, για να τους αποσύρει στη συνέχεια το σύστημα (Ποτάμι, ΑΝΕΛ, ΛΑΟΣ, Ένωση Κεντρώων κ.λπ.).

10. Δεν μπορεί να υπάρξει "έντιμη", "δίκαιη" & "ορθή" διαχείριση του σημερινού κράτους.

Αυτό το κράτος είναι η εξουσία του κεφαλαίου, των καπιταλιστών, είναι «μέ­λος» των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Έχει θωρακιστεί με δεκάδες νόμους και Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να υπηρετεί τα κέρδη του κεφαλαίου. Αυ­τό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο ριζώνουν τα σκάνδαλα και η διαφθορά, που απογείωσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όλα τα παραπάνω δεν συνιστούν «παθογένειες», ούτε κάποια απόκλιση από την «ευρωπαϊκή κανονικότητα». Είναι το κράτος που από κοινού έχουν φτιάξει, τηρώντας κατά γράμμα τις κατευθύνσεις της ΕΕ των λόμπι, θεσπίζοντας νόμους - λαιμητόμους για την εργατική τάξη και τον λαό, συμμετέχοντας στο μακελειό του πολέμου και φορτώνοντας στον λαό τις συνέπειες, τις θυσίες, εντείνοντας την καταστολή στους εργάτες, τους αγρό­τες, τους φοιτητές κ.ο.κ. Αυτό το κράτος είναι που ταΐζει με κάθε νόμιμο και παράνομο τρόπο τα διάφορα μικρά και μεγάλα τρωκτικά, τα οποία τα έχει ανάγκη. Στην έλλειψη εμπιστοσύνης του λαού απέναντι στους θεσμούς, βλέπουμε δυνα­τότητες ο λαός να παρέμβει πιο αποφασιστικά, να αναμετρηθεί με τον πραγματι­κό αντίπαλο, να ανοίξει τον δρόμο της ανατροπής του σημερινού άδικου συστή­ματος και του κράτους του. Να συγκρουστεί και να νικήσει διαμορφώνοντας έ­να νέο κράτος με θεσμούς που θα υπηρετούν την εργατική - λαϊκή εξουσία, έχοντας τσακίσει τον ομφάλιο λώρο με την πηγή κάθε αδικίας, δηλαδή με την κα­πιταλιστική ιδιοκτησία.

11. Υπάρχει διέξοδος στη σημερινή σήψη και βαρβαρότητα.

Είναι η πολιτική του ΚΚΕ, το μόνο ριζικά διαφορετικό σχέδιο, που δίνει απάντη­ση σε όλα τα φλέγοντα προβλήματα από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργα­τικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, από τη σκοπιά της προοπτικής της ερ­γατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού. Προοπτική που παλεύουμε από σήμερα, δίνοντας μάχη για να δυναμώσει η εργατική - λαϊκή οργάνωση και πάλη, ο προ­σανατολισμός της. Φυσικά σήμερα, στις εκλογές, μπορεί να μην κρίνεται το ζή­τημα καπιταλισμός - σοσιαλισμός, όμως κρίνεται εάν θα ανοίξει ένας δρόμος για αυτή την προοπτική. Το ΚΚΕ - σε αντίθεση με τα αστικά κόμματα που όλα υ­πηρετούν καταμερισμένους ρόλους, είτε συμμετέχοντας και στηρίζοντας αστι­κές κυβερνήσεις, είτε ως βολική αντιπολίτευση αυτών - είναι προγραμματικά και οργανωτικά έτοιμο να αναλάβει τις ευθύνες του, με τη θέληση και την ενερ­γή συμμετοχή της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και του λαού για την προο­πτική αυτή, για την εργατική - λαϊκή διακυβέρνηση και εξουσία, όπως και να δώ­σει όλες του τις δυνάμεις για αυτό, επικεφαλής της εργατικής - λαϊκής αντιπο­λίτευσης, όσο ο συσχετισμός το επιβάλλει και στη διακυβέρνηση βρίσκονται α­ντιλαϊκές αστικές κυβερνήσεις κάθε απόχρωσης και μορφής.

12. Η ισχυροποίηση του ΚΚΕ είναι η μόνη επιλογή για την υπεράσπιση των εργατικών - λαϊκών συμφερόντων.

Ακόμη και όσοι δεν έχουν πειστεί για την προοπτική της ανατροπής, αλλά συμ­μετέχουν στους εργατικούς - λαϊκούς αγώνες, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να δυ­ναμώσει το κίνημα, δεν θα πρέπει να δεχθούν να «μπαλώσουν» τις τρύπες του συστήματος. Δεν είναι απλά χάσιμο χρόνου, στις σημερινές συνθήκες είναι πολ­λαπλά επιζήμιο. Ό,τι κερδήθηκε, δεν το χάρισε καμία κυβέρνηση, το επέβαλαν οι εργαζόμενοι με την πάλη τους και με το ΚΚΕ στην πρώτη γραμμή. Αυτή η κα­τεύθυνση πρέπει να δυναμώσει ακόμη περισσότερο, να πολλαπλασιαστούν τα θετικά βήματα στην αλλαγή συσχετισμών στο εργατικό - λαϊκό κίνημα. Αυτός ή­ταν ο πραγματικός αντίπαλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κι όσοι το αγνοούν, αναγνωρίζοντας αυτόν τον ρόλο στον εαυτό τους, είναι γιατί κι αυτοί δεν θέλουν αύριο το κίνημα στα πόδια τους. Λύση δεν είναι να γυρίσουμε πίσω, σε αποτυχη­μένα και δοκιμασμένα σενάρια.

Ιουν-2026
η ΚΕ του ΚΚΕ

 

 

15 Φεβρουαρίου 2025

Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: Η πορεία της Κομματικής οικοδόμησης από το 21ο στο 22ο Συνέδριο του Κόμματος

Αποτελέσματα - συμπεράσματα - επισημάνσεις, ως στοιχεία που δυναμώνουν τις προϋποθέσεις να γίνει το Κόμμα οδηγητής του εργατικού κινήματος, οργανωτής της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής συμμαχίας   uu Ένθετο Ριζοσπάστη

Σύνοψη

u 1. Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης δεν το αντιμετωπίζουμε στενά, με βάση μόνο τα ποσοτικά στοιχεία της ανάπτυξης, αλλά ως ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα
u 2. Η κομματική δύναμη πανελλαδικά ανάμεσα στο 21ο και 22ο Συνέδριο καταγράφει νέα μικρή, αλλά διακριτή άνοδο.
u 3. Η ηλικιακή σύνθεση του Κόμματος βελτιώθηκε κι άλλο
u 4. Η τάση που πρέπει να ενισχυθεί στη διάταξη των ΚΟΒ και των κομματικών μελών είναι η συγκρότηση και μορφοποίηση ΚΟΒ κατά εργοστάσιο, επιχείρηση, όμιλο.
u 5. Συνοψίζοντας τα βασικά προβλήματα που πρέπει και μπορούμε να αντιμετωπίσουμε, επισημαίνουμε (1…2…3…)
u 6. Μια από τις βασικές αιτίες για τα παραπάνω, πρέπει να την αναζητήσουμε στο γεγονός ότι ο μεγαλύτερος όγκος της δουλειάς είναι οργανωμένος «από τα πάνω».
u 7. Η ιδεολογική δουλειά με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό για τη στρατολογία στο Κόμμα, δεν είναι τυπική. Αυτά τα κείμενα είναι η βάση, που απαντούν αν και πώς αλλάζει ο κόσμος, γιατί η εργατική τάξη είναι η μόνη επαναστατική δύναμη, τι Κόμμα είναι το ΚΚΕ, γιατί έχει τις συγκεκριμένες αρχές συγκρότησης και λειτουργίας.
u 8. Χρειάζεται ταυτόχρονα να επικεντρώσουμε περισσότερο στα ζητήματα ποιότητας ζωής της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων (όπως Υγεία, Εκπαίδευση, λαϊκή στέγη, διατροφή, περιβάλλον), τα ζητήματα που αφορούν τον ελεύθερο χρόνο της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, ως ποσότητα και ως περιεχόμενο κλπ.
u 9. Σημαντικό ζήτημα είναι η στάση των κομμουνιστών κατά την εργασιακή διαδικασία, το ενδιαφέρον για την εκπαίδευσή τους σε νέους τομείς της παραγωγής, η εργατικότητα, η επιδίωξή τους για δουλειά σε μεγάλους - στρατηγικής σημασίας εργασιακούς χώρους, η συναδελφική αλληλεγγύη, η στάση του κομμουνιστή δασκάλου, γιατρού (συνολικότερα των νέων επιστημόνων) απέναντι στα ζητήματα που αφορούν το περιεχόμενο της δουλειάς τους, αλλά και της επαγγελματικής επιστημονικής εξέλιξης από τη σκοπιά όχι του ατομικού οφέλους και της καριέρας, αλλά της υπηρέτησης του λαϊκού κινήματος. Συνολικότερα τα ζητήματα της κομμουνιστικής ηθικής, που διακρίνουν το μέλος του ΚΚΕ, όχι μόνο από τα «μέλη» άλλων κομμάτων, αλλά που στη στάση τους ο περίγυρός τους βλέπει εικόνες από το μέλλον, τη νέα σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνία για την οποία παλεύουμε.
u 10. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η σημαντική επιτυχία όλου του Κόμματος να καταφέρνει σε αντεπαναστατικές συνθήκες να ανανεώνει τις γραμμές του με νέα μέλη, με την καθοριστική συμβολή της ΚΝΕ που ήταν - είναι και θα είναι φυτώριο νέων κομμουνιστών και ως αποτέλεσμα νέων στρατολογιών, συνυπάρχει με ένα περιορισμένο τμήμα κομματικών μελών που δεν ανταποκρίνεται, δυσκολεύει την λειτουργία και δουλειά των ΚΟΒ, επιδρά αρνητικά στα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά.
u 11. Από το 21ο Συνέδριο έχει συσσωρευτεί επιπλέον πείρα σε αυτή την κατεύθυνση.
u 12. Ξεχωριστό κεφάλαιο στη συνολική δουλειά μας για την οικοδόμηση είναι ο «Ριζοσπάστης», ως ο συλλογικός προπαγανδιστής και συλλογικός διαφωτιστής, μα και συλλογικός οργανωτής.
u 13. Σε μια περίοδο που οι απαιτήσεις μεγαλώνουν καθημερινά και υπάρχει η αναγκαιότητα οι ΚΟ να εξειδικεύουν τη διαπάλη τους σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα και στο κίνημα αντίστοιχα, με τη βοήθεια βοηθητικών επιτροπών στο πλάι τους, δεν εξαντλήσαμε τα περιθώρια να ρίξουμε περισσότερα στελέχη σε αυτή την προσπάθεια. Είτε για λόγους υποτίμησης, είτε για λόγους δυσκολίας απόσπασης συντρόφων από οργανωτικές χρεώσεις ή και δυσκολίες στην ανάδειξη, εκπαίδευση, είτε δεν έχουμε αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν.
u 14. Η Κεντρική Επιτροπή ιδιαίτερα επισημαίνει ότι για να δυναμώσει η μαχητική στράτευση των κομματικών μελών χρειάζεται να στηριχτούν πολύ περισσότερο οι Γραμματείς και τα Γραφεία των ΚΟΒ.
u 15. Σχετικά με το ζήτημα της ενιαίας δράσης των Κλαδικών και Εδαφοπαραγωγικών Τομεακών Οργανώσεων και ΚΟΒ, που ήταν από τους βασικούς στόχους του 21ου Συνεδρίου, εκτιμάμε ότι υπάρχει πρόοδος που αποτυπώνεται στον καλύτερο συντονισμό μεταξύ Κλαδικών και Εδαφοπαραγωγικών ΚΟΒ και Τομέων. Ο συντονισμός αυτός εκφράστηκε στα μεγάλα μέτωπα πάλης της περιόδου: Πολιτική προστασία (φωτιές, πλημμύρες), πλειστηριασμοί, Υγεία, Παιδεία κλπ.
u 16. Η πορεία της οργανωτικής κατάστασης της ΚΝΕ από το 21ο στο 22ο Συνέδριο του Κόμματος: Η ΚΕ εκτιμά πως ενώ έχει μεγαλώσει η επιρροή της ΚΝΕ στους φοιτητές, σε μαθητές, σε νέους εργαζόμενους, όπως και η ικανότητά της να επικοινωνεί με πλατύτερες μάζες νέων, έχει ανέβει η πρωτοπόρα δράση των μελών της ΚΝΕ στους αγώνες τμημάτων της νεολαίας και σε αγωνιστικά ξεσπάσματα όπως με το έγκλημα των Τεμπών, ταυτόχρονα έχουν ανέβει πολύ ψηλά οι ίδιες οι απαιτήσεις στον ιδεολογικό - πολιτικό αγώνα για τον απεγκλωβισμό νεανικών συνειδήσεων από την αστική ιδεολογία και για το κέρδισμα νέων με τη σοσιαλιστική προοπτική και την οργανωμένη δράση στις σημερινές συνθήκες. Σε ορισμένους χώρους, κυρίως ΑΕΙ, χρειάζεται να ξεπεράσουμε και μια κακώς εννοούμενη «συνδικαλιστικοποίηση» της παρέμβασης των μελών της ΚΝΕ.
u 17. Το 2025 είναι χρονιά Συνεδρίου για το Κόμμα μας. Σε προηγούμενη Σύνοδο, η ΚΕ του ΚΚΕ είχε καταλήξει στο βασικό περιεχόμενο και ένα πρώτο περίγραμμα για τις θέσεις του 22ου Συνεδρίου. Ταυτόχρονα είχε αποφασίσει, πριν τη δημοσίευση των Θέσεων της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο να προηγηθούν Σύνοδοι της ΚΕ που θα εξετάσουν 4 ζητήματα αναλυτικά, όπως τις εξελίξεις στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ετοιμότητα του Κόμματος να δρα σε όλες τις συνθήκες, τα ζητήματα της κομματικής οικοδόμησης, την ιδεολογική δουλειά του Κόμματος και μια σύνοδο για έναν πιο αναλυτικό έλεγχο ειδικά για το εργατικό και το ευρύτερα λαϊκό κίνημα, με στόχο αυτές οι Αποφάσεις να συζητηθούν πλατιά σε όλα τα όργανα και τις ΚΟΒ του Κόμματος και της ΚΝΕ με μια πλατιά εσωκομματική συζήτηση, η οποία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί το πρώτο εξάμηνο του 2025

__  Πολιτική Απόφαση 21ου Συνεδρίου του ΚΚΕ __Στη συνέχεια η ΚΕ θα προχωρήσει στη δημοσίευση των Θέσεών της για να ξεκινήσει και τυπικά η προσυνεδριακή διαδικασία, με σκοπό έως τέλος του 2025 να πραγματοποιηθεί το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Για το ακριβές χρονοδιάγραμμα και τις συγκεκριμένες ημερομηνίες η ΚΕ θα προχωρήσει σε δημόσια ανακοίνωσή τους το επόμενο διάστημα.

Αναλυτικά η απόφαση έχει ως εξής

Συνεδρίασε η ΚΕ του ΚΚΕ στις 21 Γενάρη 2025 και εξέτασε την πορεία της κομματικής οικοδόμησης από το 21ο στο 22ο Συνέδριο του Κόμματος.

Η πλούσια συζήτηση που ακολούθησε στη βάση της αναλυτικής εισήγησης του ΠΓ προς την ΚΕ, η οποία ψηφίστηκε ομόφωνα, κατέληξε στη συγκεκριμένη Απόφαση:

1.

Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης δεν το αντιμετωπίζουμε στενά, με βάση μόνο τα ποσοτικά στοιχεία της ανάπτυξης, αλλά ως ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα που έχει να κάνει με το επίπεδο της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης και καθοδήγησης των Οργανώσεων, το επίπεδο της λειτουργίας τους, την παρέμβασή τους στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα των αυτοαπασχολούμενων αγροτών και ΕΒΕ, την πορεία ανάπτυξης της ΚΝΕ, την αλλαγή συσχετισμών στο κίνημα και στις υπόλοιπες πολιτικές μάχες, την διάταξη των κομματικών δυνάμεων και στελεχών, την ποιότητα της καθοδηγητικής δουλειάς, την κοινωνική, ηλικιακή, φύλου, σύνθεση των στρατολογιών κ.ο.κ.

Η ΚΕ αντιμετωπίζει συνδυασμένα, ενιαία, χωρίς αποσπασματικότητα τα ζητήματα αυτά, κάνοντας προσπάθεια να προσδιορίσει τους όρους που θα κάνουν δυνατή την ολόπλευρη ιδεολογική - πολιτική - οργανωτική ισχυροποίηση του ΚΚΕ, στις σύγχρονες συνθήκες, ως Κόμμα «παντός καιρού» που σε οποιεσδήποτε συνθήκες της ταξικής πάλης παλεύει για τη συγκέντρωση δυνάμεων, με στόχο την επαναστατική εργατική εξουσία, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

2.

Η κομματική δύναμη πανελλαδικά ανάμεσα στο 21ο και 22ο Συνέδριο καταγράφει νέα μικρή, αλλά διακριτή άνοδο. Με καλή ποιότητα των στρατολογιών που έγιναν αυτή την τετραετία: Και από την άποψη της κοινωνικής σύνθεσης, δηλαδή η στρατολογία μισθωτών εργατών και εργατριών να βρίσκεται πάνω από το 50% των στρατολογιών, ενώ από την ΚΝΕ οι στρατολογίες που έγιναν ήταν πάνω από το 50%. Ηλικιακά μέχρι 40 χρονών οι στρατολογίες ήταν πάνω από 70% και γυναίκες που εντάχθηκαν στο Κόμμα ήταν πάνω από 40%.

 

Στην ποιοτική και ποσοτική βελτίωση των στρατολογιών νέων μελών βοήθησαν σημαντικά οι κύκλοι αυτομόρφωσης και οι σχολές δόκιμων κομματικών μελών. Αποδείχτηκε ότι σωστά είχαμε προβλέψει στο νέο Καταστατικό, τα καθοδηγητικά όργανα να εξασφαλίζουν κύκλους αυτομόρφωσης και σχολές δόκιμων μελών. Η πείρα επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα αυτής της καταστατικής πρόβλεψης. Επίσης επιβεβαιώνεται ότι επέδρασαν θετικά οι κύκλοι μαθημάτων σε οπαδούς, που ως μορφή πρέπει να γενικευτεί από όλες τις Κομματικές Οργανώσεις.

Η συνολική κοινωνική σύνθεση του Κόμματος διαμορφώνεται θετικά με βάση τους στόχους μας. Υπάρχει ουσιαστική βελτίωση στη συνολική εργατική σύνθεση του Κόμματος και πιάστηκε ο στόχος του 21ου Συνεδρίου, έως το τέλος του 2024 οι μισθωτοί να είναι απόλυτη πλειοψηφία πάνω από 50% στην κοινωνική σύνθεση του Κόμματος. Σήμερα οι μισθωτοί εργάτες είναι το 50,80% των μελών του Κόμματος πανελλαδικά, σε σχέση με 46,64% που ήταν στο 21ο Συνέδριο.

Να συνεχίσουμε βελτιώνοντας ακόμα περισσότερο την κοινωνική σύνθεση του Κόμματος. Φυσικά, το θετικό αυτό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να μας εφησυχάσει. Ιδιαίτερη σημασία έχει πλέον η βελτίωση της σύνθεσης και μέσα σε αυτό το 50,8% της εργατικής τάξης ρίχνοντας βάρος ιδιαίτερα στο βιομηχανικό προλεταριάτο και στις καινοτόμες επιχειρήσεις νέων τεχνολογιών.

Αυτά τα 4 χρόνια διαμορφώθηκαν προϋποθέσεις να συγκροτηθούν ορισμένες νέες κλαδικές Τομεακές Επιτροπές (ΤΕ) όπως οι ΤΕ Μεταποίησης, Ενέργειας, Μετάλλου, Φαρμάκου, Χρηματοοικονομικού στην ΚΟ Αττικής ή στην Κ. Μακεδονία οι ΤΕ Πληροφορικής, Κατασκευών, Μεταφορών - Ενέργειας. Η πρόοδος που υπάρχει στη συγκέντρωση κομματικών δυνάμεων σε ορισμένους κλάδους και κρίσιμους χώρους δουλειάς είναι αποτέλεσμα συνδυασμένης δουλειάς, κυρίως σε νοσοκομεία, αεροδρόμια, νέες τεχνολογίες, ορισμένους χώρους της Μεταποίησης κλπ. Ομως, η πρόοδος που έχουμε πετύχει είναι αναντίστοιχη με τις ανάγκες να οικοδομηθεί το Κόμμα και να αποκτήσει γερές Οργανώσεις σε κρίσιμους χώρους και κλάδους στρατηγικής σημασίας. Εξακολουθούμε να έχουμε ελλάχιστες δυνάμεις σε χώρους Μεταφορών, Ενέργειας, μεγάλα εργοστάσια και ομίλους στο Μέταλλο, στα Τρόφιμα, καθώς και σε μεγάλα ξενοδοχεία και σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Σε αυτό το διάστημα δεν καταφέραμε η Βοηθητική Επιτροπή της ΚΕ που συγκροτήσαμε για την κομματική οικοδόμηση σε μεγάλους κλάδους και χώρους δουλειάς να κάνει κάποια ουσιαστικά βήματα. Χρειάζεται να επιμείνουμε.

Στασιμότητα ως μικρή μείωση έχουμε στους ΕΒΕ και τους αγρότες. Η στοιχειώδης ανανέωση κομματικών δυνάμεων σε αγρότες και ΕΒΕ αυτοαπασχολούμενους βιοπαλαιστές, χωρίς να αλλάζει τον εργατικό χαρακτήρα του Κόμματος, είναι προϋπόθεση για την παρέμβαση στο κίνημά τους σε κατεύθυνση αντιμονοπωλιακή, στη διαμόρφωση της αντίστοιχης κοινωνικής συμμαχίας.

3.

Η ηλικιακή σύνθεση του Κόμματος βελτιώθηκε κι άλλο: Από 18 έως 50 χρονών είναι σήμερα το 53,06% των κομματικών μελών. Ομως, η ηλικιακή κατηγορία κάτω των 30 χρονών στο Κόμμα έχει μείωση κατά 2,87% από το 2020 και πρέπει «να χτυπήσει καμπανάκι». Ενδειξη ότι πρέπει περισσότερο να ασχοληθούμε με την προετοιμασία των μελών της ΚΝΕ να γίνονται κομματικά μέλη, αλλά σχετίζεται άμεσα και με την ανάπτυξη και μαζικοποίηση της ΚΝΕ πανελλαδικά και πιο ειδικά σε ορισμένες περιοχές.

Οι γυναίκες στο Κόμμα είναι το 37,07% (αύξηση 2,22%). Η βελτίωση της συμμετοχής γυναικών στο Κόμμα είναι αποτέλεσμα νέων στρατολογιών και κοριτσιών από την ΚΝΕ αλλά και από το γυναικείο ριζοσπαστικό κίνημα που γίνονται κομματικά μέλη. Ομως, το γενικό ποσοστό είναι πίσω από το ποσοστό συμμετοχής γυναικών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, ειδικότερα στους μισθωτούς. Επίσης, κρύβει τη μεγάλη ανομοιογένεια από περιοχή σε περιοχή.

Η κομματική ηλικία έχει διαμορφωθεί ως εξής: Οργανωμένοι μέχρι το 1990 είναι το 30,08% των μελών. Από το 1991 έως το 2012 είναι το 32,58%. Από το 2013 έως το 2024 είναι το 37,41%. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μερίδιο έχει η κομματική ηλικία έως το πολύ 10 χρόνια, ενώ το 69,76%, η μεγάλη δηλαδή πλειοψηφία, δεν έχει σχεδόν καμία πείρα από τη διαπάλη με τον οπορτουνισμό, με εξαίρεση ίσως την περίοδο 2012-2015 και άλλες επιμέρους μικρότερες «κρίσεις» της περιόδου 1991-2012.

4.

Η τάση που πρέπει να ενισχυθεί στη διάταξη των ΚΟΒ και των κομματικών μελών είναι η συγκρότηση και μορφοποίηση ΚΟΒ κατά εργοστάσιο, επιχείρηση, όμιλο. Να περιοριστούν οι Κλαδικές ΚΟΒ που καλύπτουν μεγάλη γεωγραφική έκταση και έχουν ανομοιογένεια κλαδική, που η σύνθεσή τους δεν εξασφαλίζει τη συγκρότηση κομματικών πυρήνων σε εργασιακούς χώρους του κλάδου που ιεραρχεί. Βέβαια, οφείλουμε να απαντήσουμε στο γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη τέτοια μάζα που αν και δεν έχουν μεγάλη συγκέντρωση, εντούτοις ως «σκόρπιοι» μισθωτοί είναι πολλοί - κυρίως στο εμπόριο και στον επισιτισμό - και πρέπει να σκεφτούμε πώς και πού θα εντάσσονται, π.χ. σε εδαφικές ΚΟΒ, αλλά και με τι αντικείμενο δράσης κλπ. Σε έναν αριθμό Κλαδικών ΚΟΒ το πρόβλημα εκφράζεται στην αμορφία καθοδήγησης κάθε κομματικού μέλους για τον χώρο δουλειάς του, που σε αρκετές περιπτώσεις καλύπτεται πίσω από τη συνδικαλιστική δράση. Οι δείκτες της κομματικής ιδεολογικής- πολιτικής δουλειάς είναι περιορισμένοι. Φυσικά, με διαφορετικό τρόπο, το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στις Εδαφικές Οργανώσεις.

Η κατεύθυνση που θέτουμε, για δημιουργία επιχειρησιακών ΚΟΒ και ΚΟΒ ομίλων απαιτεί πλήρη συνειδητοποίηση πως μια τέτοια προσπάθεια, απαιτεί μεγαλύτερη βοήθεια και στήριξη στην ΚΟΒ. Δεν είναι δύσκολο να μετατραπεί σε Κομματική Ομάδα του επιχειρησιακού σωματείου, να στενέψει το περιεχόμενό της, να γίνει πιο συνδικαλιστική η λειτουργία της. Το σωστό οργανωτικό μέτρο θα πρέπει να συνδυαστεί με μέτρα συγκεκριμένης ενίσχυσης της ιδεολογικής - πολιτικής λειτουργίας και συζήτησης στην ΚΟΒ, να μη «σπάει» η δράση της στο πολύ επιμέρους, στο όνομα μάλιστα της εξιδίκευσης.

Παραμένει ως πρόβλημα ότι αρκετές Εδαφικές ΚΟΒ, επίσης, καλύπτουν μεγάλη γεωγραφική έκταση, κάποιες είναι σε μεγάλους δήμους, ενώ άλλες είναι υπαίθρου με λίγα μέλη και διάσπαρτα. Τα όποια περιθώρια βελτίωσης της οργανωτικής δομής δεν πρόκειται να αποδώσουν, αν δεν εξασφαλίσουμε ότι κάθε κομματικό μέλος σε αυτές τις ΚΟΒ θα καθοδηγείται και θα έχει συγκεκριμένα καθήκοντα στο πλαίσιο της ΚΟΒ.

Επισημαίνουμε ότι όποιες οργανωτικές αλλαγές και προσαρμογές απαιτούνται να γίνουν, να εξεταστούν προσεκτικά με κύριο έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα περιλαμβάνει γνώση των οικονομικών εξελίξεων (όσο είναι δυνατό), της συγκέντρωσης εργατικού δυναμικού, τη διάθεση και διάταξη στελεχών και την επιλογή κατάλληλου οργανωτικού σχήματος συγκρότησης και καθοδήγησης των διαθέσιμων κομματικών δυνάμεων, για να επιτελέσουν το βασικό τους καθήκον, να στρατολογήσουν και να οικοδομήσουν το Κόμμα στον χώρο ευθύνης τους.

Οι ΚΟΒ που έχουμε, αυτές που θα αναδιατάξουμε και όσες νέες συγκροτούμε να προσέξουμε ώστε το περιεχόμενο της δουλειάς τους να μην περιορίζεται στη διεκπεραίωση της τρέχουσας κομματικής προπαγάνδας, ούτε τα κομματικά μέλη να τρέχουν από ενέργεια σε ενέργεια, οι ίδιοι και οι ίδιοι συνεχώς.

Σε κάθε περίπτωση μας απασχολεί σε ποιο βαθμό τα καθοδηγητικά όργανα, οι κομματικές ομάδες και οι ΚΟΒ έχουν σταθερό προσανατολισμό να παρεμβαίνουν με ευθύνη, πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα για την ανάπτυξη της εργατικής και λαϊκής πάλης, αντίστασης και διεκδίκησης, σε ζωντανή επαφή με τους εργαζόμενους, τις οικογένειές τους. Εχοντας επίγνωση ότι υπάρχουν πολλοί χώροι δουλειάς, ακόμα και κλάδοι, που αυτά τα χαρακτηριστικά και ο σχεδιασμός είναι πολύ αδύναμα, εάν όχι ανύπαρκτα.

5.

Συνοψίζοντας τα βασικά προβλήματα που πρέπει και μπορούμε να αντιμετωπίσουμε, επισημαίνουμε τα εξής:

·     Παραμένει ως πρόβλημα το γεγονός ότι οι στόχοι οργανωτικής ισχυροποίησης σε μεγάλο βαθμό είναι αποσπασμένοι από την ιδεολογικοπολιτική ισχυροποίηση, αποτελούν ακόμα ένα «παράλληλο καθήκον». Αυτό εκφράζεται στη λίγο ως πολύ τυπική δουλειά με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος. Εκφράζεται στο γεγονός ότι από αρκετά όργανα και ΚΟΒ δύσκολα έρχεται εικόνα από την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στον χώρο δράσης τους με βάση τη στρατηγική μας. Εκφράζεται επίσης στο γεγονός ότι σε έναν αριθμό ΚΟΒ η κομματική επιρροή είναι «συνδικαλιστικοποιημένη».

·       Παρότι στις Κομματικές Οργανώσεις υπάρχει ιδεολογική - πολιτική συμφωνία με τη στρατηγική μας, εντούτοις η ΚΕ επισημαίνει ότι η ουσιαστική συμφωνία πρέπει να εκφραστεί κυρίως:

·       Με την επεξεργασία του περιεχομένου, την ουσιαστική σύνδεση της ιδεολογικής, μορφωτικής δουλειάς με το περιεχόμενο της καθημερινής δράσης όλων των Οργανώσεων του Κόμματος και της ΚΝΕ.

·       Με την καθημερινή αντιμετώπιση στην καθοδηγητική δουλειά των οργάνων των Γραφείων Περιοχής, των Τομεακών Επιτροπών και των Γραφείων των ΚΟΒ, καθώς και των Τμημάτων της ΚΕ, των βοηθητικών επιτροπών των ΚΟ Περιοχής, διαφόρων λαθεμένων αντιλήψεων σχετικά με τη σωστή κατά τα άλλα ανάγκη πλατιάς προβολής της στρατηγικής μας διεξόδου όσο γίνεται πιο εκλαϊκευτικά, που δεν θα εκχυδαΐζει όμως το επιστημονικό περιεχόμενό της ή θα συσκοτίζει την ουσία της.

·       Με την ένταξη του συνόλου των πλευρών της κομμουνιστικής μορφωτικής δουλειάς, όπως η αξιοποίηση και διάδοση του «Ριζοσπάστη», του «Οδηγητή», της ΚΟΜΕΠ, των εκδόσεων του Κόμματος, των συστημάτων εσωκομματικής μόρφωσης κλπ. στο ενιαίο, μόνιμο πρόγραμμα της καθημερινής δράσης των Οργανώσεων.

·       Με την ουσιαστική καθοδηγητική βοήθεια προς την ΚΝΕ, σε μια περίοδο που έχουν αυξηθεί οι απαιτήσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με τη δουλειά της αφομοίωσης των νέων μελών που περιλαμβάνει και την κατανόηση των κριτηρίων στρατολογίας. Εκφράσεις αυτού του προβλήματος είναι και ο ρυθμός των διαγραφών σε σχέση με τις στρατολογίες και οι διάφορες εξαρτήσεις που μπορεί και να προϋπάρχουν της πρότασης στρατολογίας, ή η επικρατούσα «απογοήτευση λόγω αρνητικού συσχετισμού», ή η συνδικαλιστικοποίηση της παρέμβασης των μελών της ΚΝΕ, κυρίως στους χώρους των ΑΕΙ.

6.

Μια από τις βασικές αιτίες για τα παραπάνω, πρέπει να την αναζητήσουμε στο γεγονός ότι ο μεγαλύτερος όγκος της δουλειάς είναι οργανωμένος «από τα πάνω». Από αυτή την άποψη είναι ευθύνη της ΚΕ, των Τμημάτων της, των Γραφείων Περιοχής να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στην ενίσχυση της δουλειάς, του σχεδιασμού, των δράσεων από τα κάτω, από την ίδια την ΚΟΒ, βοηθώντας αποφασιστικά σε αυτή την κατεύθυνση, έτσι ώστε να συνειδητοποιούν όλα τα μέλη καλύτερα τις χρεώσεις τους, το «άνοιγμα» στον περίγυρό τους, την υποχρέωση να έχει αυτή η δράση αποτελέσματα στη στρατολογία νέων μελών και στην οικοδόμηση Οργανώσεων. Εδώ εκφράζονται αρκετές δυσκολίες, αντικειμενικά, αλλά κυρίως ζητήματα μη κατανόησης, αφομοίωσης, ακόμα και συγχύσεων που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Επισημαίνοντας αυτά δεν εννοούμε η ΚΕ, τα παραπάνω όργανα να υποκαθιστούν τη δουλειά των παρακάτω οργάνων, οργανώνοντας τα ίδια τη δουλειά ή παρεμβαίνοντας, αντί να συμβάλλουν στην ουσιαστική βοήθεια, ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική. Το πρόβλημα εκφράζεται κυρίως στην ποιότητα και σταθερότητα των δεσμών που διαμορφώνουμε με τον πολιτικό περίγυρο του Κόμματος όπως μορφοποιείται στο επίπεδο των ΚΟΒ και των κομματικών ομάδων, στη διάταξη και διάθεση δυνάμεων στους κλάδους και στις επιχειρήσεις που ιεραρχούμε. Αν αυτά δεν αντιμετωπίζονται ενιαία, συχνά η δουλειά μας θα μένει στον «αέρα», δεν θα δημιουργείται υποδομή, επαφή, κομματικός πυρήνας. Εδώ πρέπει να στρέψει η ΚΕ την προσοχή της.

Σήμερα, σε όλες τις ΚΟ Περιοχής υπάρχει πρόοδος στην καταγραφή και επεξεργασία του χώρου ευθύνης. Έχει διαμορφωθεί ο «οργανωτικός χάρτης», γνωρίζουμε καλύτερα τι έχουμε και πού, ως κομματική υποδομή. Αδύνατο στοιχείο που αφορά την καθοδηγητική δουλειά είναι ότι δεν εξασφαλίζουμε στο να εντάσσονται οργανικά στον πολιτικό σχεδιασμό πρωτοβουλίες που να υποστηρίζουν την οικοδόμηση και τη στρατολογία. Οι στόχοι οργανωτικής ισχυροποίησης σε μεγάλο βαθμό είναι αποσπασμένοι από την ιδεολογικοπολιτική ισχυροποίηση, αποτελούν ακόμα «παράλληλο» καθήκον.

Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στις ΚΟ να καταπιαστούν με την επεξεργασία θέσεων γύρω από μεγάλα και σημαντικά ζητήματα για τα οποία χρειάστηκε να οργανώσουν τη δράση τους αυτοτελώς και στο κίνημα, δεν βρίσκει τη συνέχειά της σε έναν ενιαίο και κυρίως μακρόπνοο σχεδιασμό που να δένεται με την επεξεργασία στόχων για την οικοδόμηση και στρατολογία.

7.

Η ιδεολογική δουλειά με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό για τη στρατολογία στο Κόμμα, δεν είναι τυπική. Αυτά τα κείμενα είναι η βάση, που απαντούν αν και πώς αλλάζει ο κόσμος, γιατί η εργατική τάξη είναι η μόνη επαναστατική δύναμη, τι Κόμμα είναι το ΚΚΕ, γιατί έχει τις συγκεκριμένες αρχές συγκρότησης και λειτουργίας. Από αυτή τη σκοπιά η ουσιαστική συζήτηση με τα υποψήφια κομματικά μέλη δεν μπορεί να είναι ένας τυπικός έλεγχος, εάν τα διάβασαν και εάν συμφωνούν με αυτά. Είναι αντικείμενο συστηματικής συζήτησης και ουσιαστικής κατανόησης, ατομικής προετοιμασίας αλλά και οργανωμένης συμμετοχής σε δραστηριότητες που ενισχύουν τις προϋποθέσεις να οργανωθούν σωστά και να αφομοιωθούν πιο εύκολα στην κομματική ζωή και δράση. Αυτά λίγο συζητιούνται στα όργανα ως ξεχωριστά θέματα. Τα περισσότερα στριμώχνονται στον έλεγχο ιδιαίτερα στον κρίκο των Τομεακών Γραφείων. Στα Γραφεία Περιοχής ανοίγουν μόνο όταν συζητιούνται οι τρίμηνες οργανωτικές καταστάσεις.

Συνολικά, κρίσιμο ζήτημα είναι η δουλειά με το ίδιο το Πρόγραμμα του Κόμματος, η οποία έχει και μια αυτοτέλεια. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, σε πόσο κόσμο διακινούμε το Πρόγραμμα του Κόμματος, ανοίγουμε συζήτηση μαζί του, αυτοτελώς για αυτό, ιδιαίτερα στα τρία βασικά στοιχεία του, όπως είναι η επανάσταση, η συγκέντρωση δυνάμεων για αυτήν, ο σοσιαλισμός και η οικοδόμησή του. Αυτή τη συζήτηση δεν μπορεί να τη λύσει η επεξεργασία που κάνει ένα όργανο με βάση φυσικά τη στρατηγική μας, για ένα ειδικό θέμα, η οποία είναι οπωσδήποτε και αναγκαία και απαραίτητη, όπως π.χ. για την αντιπλημμυρική προστασία, την Ενέργεια, τις υποδομές. Ολα αυτά είναι πολύ αναγκαία για την στήριξη της προσπάθειας, ώστε να επεξεργάζονται τους στόχους πάλης με βάση τη γενική στρατηγική μας θέση, να αναδεικνύεται η ανωτερότητα του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, για την επίλυση βασικών προβλημάτων. Εμείς ταυτόχρονα και παράλληλα πρέπει να προβληματιστούμε περισσότερο πώς θα φέρουμε και στο επίκεντρο της συζήτησης, στην καθημερινή μας δουλειά, για το τι κίνημα χρειάζεται, για να ανατραπεί η επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας και του αστικού εκσυγχρονισμού, να κυριαρχήσει η ταξική ιδεολογικά χειραφέτηση απέναντι στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής εξουσίας, να συνειδητοποιηθεί η αναγκαιότητα και οι προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό απαιτεί διαρκή και συστηματική προσπάθεια σε καθημερινή βάση με αφετηρία τα κρίσιμα ζητήματα της ταξικής πάλης και της πείρας της. Να μας απασχολήσει δηλαδή, πώς οι ΚΟΒ θα συζητάνε συχνά τουλάχιστον με έναν περίγυρο την πείρα ενός αγώνα που έγινε, πόσο αναδεικνύουμε τα αντικειμενικά όρια στο πλαίσιο του καπιταλισμού, το πώς δεν αντιμετωπίζουμε στενά με όρους προπαγάνδας αλλά ανοίγουμε την ίδια ώρα ζητήματα για το τι σημαίνει να νικάει πραγματικά η εργατική τάξη σε έναν αγώνα, ποιες προϋποθέσεις υπάρχουν γι' αυτό σήμερα κλπ. σε τελευταία ανάλυση περισσότερη δουλειά με την ουσία του Προγράμματος του Κόμματος.

8.

Χρειάζεται ταυτόχρονα να επικεντρώσουμε περισσότερο στα ζητήματα ποιότητας ζωής της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων (όπως Υγεία, Εκπαίδευση, λαϊκή στέγη, διατροφή, περιβάλλον), τα ζητήματα που αφορούν τον ελεύθερο χρόνο της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, ως ποσότητα και ως περιεχόμενο κλπ. Η ιδεολογική - πολιτική αντεπίθεση του Κόμματος για τη διαμόρφωση κριτηρίου αντίληψης της αντικειμενικής πραγματικότητας, την υπεράσπιση της ουσίας του ανθρώπου, ζητήματα που άνοιξαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα με αφορμή τις θεωρίες περί απροσδιοριστίας φύλου, αλλεπάλληλης φυλομετάβασης, άφυλου κλπ, την υπεράσπιση του κοινωνικού χαρακτήρα της μητρότητας, του ρόλου των γονιών κλπ. Αυτά παραμένουν ως στοιχείο της διαπάλης ανεξάρτητα αν βρίσκονται στην επικαιρότητα, αφού η αμφισβήτηση διαπερνά το σύνολο των κοινωνικών δραστηριοτήτων, όλο το εποικοδόμημα.

Από όλα αυτά τα ιδεολογικά μέτωπα απέναντι στην αστική προπαγάνδα που εμφανίζεται με «προοδευτικό», «κοινωνικό ανατρεπτικό» προσωπείο, θα κριθεί το κέρδισμα νέων με την κομμουνιστική ιδεολογία και το Πρόγραμμά μας, με την αναγκαιότητα να οργανωθούν στο Κόμμα.

Η θετική προβολή της αγωνιστικής στάσης ζωής, των θετικών στοιχείων του εργατικού - λαϊκού πολιτισμού, που καλλιεργεί το ενδιαφέρον για όλες τις τέχνες, τον πολιτισμό, τη γνώση, το διάβασμα, αποτελούν οργανικά στοιχεία σταθερής παρέμβασης και πεδίο δράσης των Κομματικών Οργανώσεων και όχι επετειακές, αποσπασματικές πρωτοβουλίες.

Σε αυτό τον τομέα έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε. Οι θετικές πρωτοβουλίες που έχουν αναπτυχθεί αυτά τα χρόνια μας υποχρεώνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά που κάνουμε, είναι ακόμα πολύ λίγα μπροστά στον πλούτο που έχουμε να αξιοποιήσουμε και τη φτώχεια που χαρακτηρίζει ακόμα πολλές Οργανώσεις σε αυτόν τον τομέα.

9.

Σημαντικό ζήτημα είναι η στάση των κομμουνιστών κατά την εργασιακή διαδικασία, το ενδιαφέρον για την εκπαίδευσή τους σε νέους τομείς της παραγωγής, η εργατικότητα, η επιδίωξή τους για δουλειά σε μεγάλους - στρατηγικής σημασίας εργασιακούς χώρους, η συναδελφική αλληλεγγύη, η στάση του κομμουνιστή δασκάλου, γιατρού (συνολικότερα των νέων επιστημόνων) απέναντι στα ζητήματα που αφορούν το περιεχόμενο της δουλειάς τους, αλλά και της επαγγελματικής επιστημονικής εξέλιξης από τη σκοπιά όχι του ατομικού οφέλους και της καριέρας, αλλά της υπηρέτησης του λαϊκού κινήματος. Συνολικότερα τα ζητήματα της κομμουνιστικής ηθικής, που διακρίνουν το μέλος του ΚΚΕ, όχι μόνο από τα «μέλη» άλλων κομμάτων, αλλά που στη στάση τους ο περίγυρός τους βλέπει εικόνες από το μέλλον, τη νέα σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνία για την οποία παλεύουμε.

Ολα τα παραπάνω μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες οργάνωσης περισσότερων εργατών, νέων εργαζομένων με επιστημονική μόρφωση στο Κόμμα. Να συμβάλουν στη μαζικοποίηση της ΚΝΕ.

Βεβαίως το θέμα της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την καλή γνώση της ηρωικής Ιστορίας του Κόμματος που είναι απαραίτητη και αναντικατάστατη. Εδράζεται στην καθημερινή προσπάθεια για να δυναμώνει η μαχητικότητα, η αταλάντευτη στάση, να διαμορφώνεται πείρα από τη σύγκρουση με τον αντίπαλο. Γι' αυτό απαιτεί διαρκές μέτωπο σε στοιχεία χαλαρότητας και φιλελευθερισμού στις γραμμές μας. Με τήρηση των αρχών και κανόνων λειτουργίας του Κόμματος, με καλλιέργεια της επαναστατικής ετοιμότητας και επαγρύπνησης, της αδιάλλακτης στάσης απέναντι στους μηχανισμούς της εργοδοσίας και του κράτους.

10.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η σημαντική επιτυχία όλου του Κόμματος να καταφέρνει σε αντεπαναστατικές συνθήκες να ανανεώνει τις γραμμές του με νέα μέλη, με την καθοριστική συμβολή της ΚΝΕ που ήταν - είναι και θα είναι φυτώριο νέων κομμουνιστών και ως αποτέλεσμα νέων στρατολογιών, συνυπάρχει με ένα περιορισμένο τμήμα κομματικών μελών που δεν ανταποκρίνεται, δυσκολεύει την λειτουργία και δουλειά των ΚΟΒ, επιδρά αρνητικά στα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά.

Χρειάζεται να εκτιμήσουμε αντικειμενικά το πρόβλημα σε κάθε ΚΟ και για κάθε ΚΟΒ και να το αντιμετωπίσουμε με σωστό τρόπο, με βάση τις αρχές λειτουργίας μας και το Καταστατικό μας.

Μιλάμε για ένα Κόμμα ατσαλωμένο στη φωτιά της ταξικής πάλης, διαπαιδαγωγημένο για να ανταποκριθεί σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης που μπορεί να φέρει απότομη είσοδο μαζών στον αγώνα, έντασης της καταστολής, προσπαθειών περιορισμού της δράσης του ή και ενσωμάτωσής του, αλλά ακόμα και συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Κόμμα που καλλιεργεί συστηματικά στις γραμμές του και στην ΚΝΕ, στον πολιτικό περίγυρο, τις αρετές της αδιαλλαξίας στον ταξικό αντίπαλο, της αφοβίας, της αντοχής, της προσφοράς, της συντροφικής αλληλεγγύης, της εμπιστοσύνης στην εργατική τάξη, της επαναστατικής καρτερίας που δεν έχει σχέση με την επανάπαυση σε ό,τι ως τώρα έχουμε κατακτήσει.

Με στόχο να εκδηλώνεται οργανωμένα και να προσανατολίζεται η δυσαρέσκεια και η εργατική - λαϊκή πάλη, στην κατεύθυνση της ανάπτυξης ενός πανελλαδικά συντονισμένου, ενιαίου- στην πορεία- κινήματος, με την έννοια των κοινών θέσεων και στόχων διεκδίκησης, κίνημα με αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, ενάντια στην ΕΕ, στο ΝΑΤΟ, με πανελλαδικά ενιαία αιτήματα.

11.

Από το 21ο Συνέδριο έχει συσσωρευτεί επιπλέον πείρα σε αυτή την κατεύθυνση. Η συγκέντρωση της πείρας δουλειάς μέσα στο κίνημα με πλατιές εργατικές λαϊκές δυνάμεις όλη αυτή την περίοδο μας δείχνει ότι όταν ένα πρόβλημα ή περισσότερα οξυνθούν και ωριμάσουν συνθήκες μαζικής αντίδρασης, είναι απαραίτητο:

·       Να μην αφήνουμε κενό και να παίρνουμε την πρωτοβουλία, καθώς παρεμβαίνουμε καλύτερα και στην οργάνωση της πάλης και δημιουργούμε καλύτερες προϋποθέσεις συσπείρωσης και για να οξύνουμε την ιδεολογική - πολιτική διαπάλη. Αυτό απαιτεί να δράσουμε με τόλμη, με πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα.

·       Η εξασφάλιση της συλλογικής λειτουργίας των καθοδηγητικών οργάνων και των ΚΟΒ, για τη μεταφορά και εκτίμηση της πείρας από την επικοινωνία με τις εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Με άμεση εμπλοκή του καθοδηγητικού επιτελείου, με στήριξη και εμπιστοσύνη σε αυτούς που καθοδηγούν ανθρώπους και καταστάσεις.

·       Καμιά υποτίμηση της καθημερινής δουλειάς, της συστηματικής προετοιμασίας, του ιδεολογικοπολιτικού εξοπλισμού, ανεξάρτητα αν έχει ωριμάσει η άμεση δυνατότητα μιας κινητοποίησης. Σταθερή επιδίωξη για τη διαμόρφωση μαχητικής πρωτοπορίας για την προετοιμασία και τη συνέχεια, με προσανατολισμό, σχέδιο, συγκεκριμένη και συνδυασμένη κομματική δουλειά. Για πλατύ δίκτυο Κομματικών και Κνίτικων Οργανώσεων σε κρίσιμους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης και σε εργατικές- λαϊκές γειτονιές.

·       Να μπορούμε συστηματικά να έχουμε γνώση της κατάστασης και των προβλημάτων. Να διαμορφώνουμε εύστοχα αιτήματα που να αποτελούν κίνητρο κινητοποίησης κι αγώνα για τους εργαζόμενους, με κατάλληλη επιλογή των διεκδικήσεων και των μορφών πάλης, επιδίωξη της μεγαλύτερης συσπείρωσης σε αυτά.

·       Να υπάρχει εικόνα και να υπολογίζουμε διαρκώς τις αντιθέσεις και τα συμφέροντα που διαπλέκονται στην εργοδοσία, στον κλάδο, στην περιοχή κ.λπ. στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, στους θεσμούς του αστικού κράτους.

·       Η σημασία της ύπαρξης ή δημιουργίας μορφής οργάνωσης των ίδιων των εργαζομένων στους μεγάλους χώρους δουλειάς. Τα ΔΣ να είναι κέντρα αγώνα, με σωστή αντιμετώπιση του γεγονότος ότι το σωματείο αποτελεί μαζική οργάνωση και είναι αναγκαία η συμμετοχή όσο περισσότερων εργαζομένων στην επεξεργασία αιτημάτων, στην επιλογή των μορφών πάλης, στην οργάνωση του αγώνα, στην κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση σε κάθε φάση.

·       Η εκδήλωση της μέγιστης δυνατής αλληλεγγύης και να έχουμε στραμμένα τα μάτια μας στο τι προσλαμβάνει συνολικά ο κόσμος που παρακολουθεί από απόσταση τον αγώνα. Η συνεχής προσπάθεια ένας αγώνας, που μπορεί να έχει ξεκινήσει και από μια επιμέρους διεκδίκηση, να βγαίνει από τα στενά όρια του χώρου δουλειάς, του κλάδου, της περιοχής που εξελίσσεται. Να γίνεται κέντρο αλληλεγγύης και συντονισμού ευρύτερων δυνάμεων, άλλων σωματείων και φορέων του εργατικού - λαϊκού κινήματος σε τοπικό, κλαδικό, πανελλαδικό τελικά επίπεδο.

Επιπλέον, το ζήτημα της διαμόρφωσης συνδικαλιστικής υποδομής, εκτός από τον αναγκαίο σχεδιασμό για να προκύψει αυτή, χρειάζεται και αντίστοιχη ετοιμότητα για γεγονότα που μπορούν να την επιταχύνουν. Είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις που σωματεία φτιάχτηκαν μέσα στη διάρκεια αγωνιστικών κινητοποιήσεων που ξέσπασαν κάτω από την όξυνση προβλημάτων, σε ορισμένες περιπτώσεις με τη βοήθεια και κλαδικών συνδικάτων.

Αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώθηκαν και με τις κινητοποιήσεις των λιμενεργατών στην COSCO, όπως και στις περιπτώσεις της ΛΑΡΚΟ και των μεταλλείων στη Χαλκιδική, ενώ η ετοιμότητα και η ικανότητα δράσης του Κόμματος κρίθηκε επίσης στις άμεσες παρεμβάσεις που αφορούσαν φυσικές καταστροφές, από φωτιές και πλημμύρες.

Στην εισήγηση του ΠΓ τίθενται ζητήματα της δουλειάς μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και ευρύτερα στο λαϊκό κίνημα, βασικά στους αυτοαπασχολούμενους ΕΒΕ και στους αγρότες. Χρειάζεται να συζητηθούν αναλυτικά σε ξεχωριστή συνεδρίαση της ΚΕ. Η ΚΕ θεωρεί όμως, ότι τα ζητήματα του μαζικού κινήματος δεν πρέπει να αποσπώνται από τους στόχους της κομματικής οικοδόμησης, αλλά να περιέχονται στο ενιαίο μακρόπνοο σχέδιο της ιδεολογικής - πολιτικής και οργανωτικής ισχυροποίησης του Κόμματος και της ΚΝΕ και επίδρασής τους στα κινήματα, από τα οποία να αντλούν νέες δυνάμεις, με συνεχή ανανέωση των γραμμών τους με νέους κομμουνιστές και κομμουνίστριες, αποφασισμένους να ηγηθούν της πλατιάς μαζικής εργατικής - λαϊκής πάλης, της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής συμμαχίας για την εργατική εξουσία και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

12.

Ξεχωριστό κεφάλαιο στη συνολική δουλειά μας για την οικοδόμηση είναι ο «Ριζοσπάστης», ως ο συλλογικός προπαγανδιστής και συλλογικός διαφωτιστής, μα και συλλογικός οργανωτής.

Η ΚΕ επισημαίνει ότι παραμένει κρίσιμο ζήτημα στην καθοδηγητική δουλειά η χαμηλή κυκλοφορία του «Ριζοσπάστη», ως κρίσιμος και ποιοτικός δείκτης για την έκταση και το βάθος των πολιτικών δεσμών που χτίζουμε με τον περίγυρό μας.

 

Η ποιοτική στροφή που πρέπει να πάρει η δουλειά μας σε αυτό το θέμα έχει στενή σχέση με την προετοιμασία καλύτερων προϋποθέσεων για την οικοδόμηση, καλλιεργεί το έδαφος για καλύτερες στρατολογίες, εργατών και εργατριών στο Κόμμα, νέων, βιοπαλαιστών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων, επιστημόνων κλπ.

Η ελπιδοφόρα ανανέωση των γραμμών του Κόμματος με νέους ηλικιακά συντρόφους όπως και η φυσιολογική εξέλιξή τους στην κομματική δουλειά, σε διάφορες χρεώσεις και στα όργανα, απαιτεί διαρκή συζήτηση και πρακτικά μέτρα για να αφομοιώνουν μέσα από την ίδια τους την πείρα τον χαρακτήρα του «Ριζοσπάστη», που δεν είναι ειδησεογραφική εφημερίδα, αλλά προβάλλει τις θέσεις και τις απόψεις του Κόμματος για την πολιτική επικαιρότητα, προβάλλει τους αγώνες της εργατικής τάξης, σηματοδοτεί το μέτωπο απέναντι στην εργοδοσία, το κεφάλαιο, τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, δίνει μαζικά την κατεύθυνση της πάλης.

Το πρόβλημα πρώτα απ' όλα της ανάγκης και αξιοποίησης του «Ριζοσπάστη» από στελέχη, κομματικά μέλη, κνίτες και κνίτισσες και της διακίνησής του πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα κατανόησης του περιεχομένου της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης του κομματικού και κνίτικου δυναμικού, με αυτήν την έννοια ως καθοδηγητικό πρόβλημα. Δεν «χρειάζεται» τον «Ριζοσπάστη» ή άλλα κομματικά έντυπα (π.χ. ΚΟΜΕΠ κ.λπ.) όποιος δεν αντιλαμβάνεται τις απαιτήσεις της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης, της διαπάλης για το κέρδισμα συνειδήσεων, για απόσπαση από την πολιτική της αστικής τάξης, για την αντιμετώπιση της προπαγάνδας του αντιπάλου. Οποιος δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη να διαμορφωθούν βαθύτεροι δεσμοί με τον περίγυρο στη βάση του Προγράμματος του ΚΚΕ. Βέβαια αυτό δεν είναι «ατομικό» πρόβλημα, αφορά την καθοδηγητική δουλειά.

Αν δεν αποκαταστήσουμε τη σχέση των στελεχών και μελών του Κόμματος με τον «Ριζοσπάστη», για να τον αξιοποιεί στη δουλειά του μέσα στο Κόμμα και στον περίγυρο, θα αντιμετωπίσουμε προβλήματα στη σταθερότητα και αντοχή των γραμμών μας, μπροστά στις στροφές και στις καμπές της ταξικής πάλης. Η διάθεση, εξασφάλιση του απαιτούμενου χρόνου μελέτης του «Ριζοσπάστη», είναι μέρος της οργάνωσης σχεδιασμένης και αποτελεσματικής πάλης, χρειάζεται να αναμετρηθεί με πρακτικές ενσωμάτωσης στο σύστημα.

13.

Σε μια περίοδο που οι απαιτήσεις μεγαλώνουν καθημερινά και υπάρχει η αναγκαιότητα οι ΚΟ να εξειδικεύουν τη διαπάλη τους σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα και στο κίνημα αντίστοιχα, με τη βοήθεια βοηθητικών επιτροπών στο πλάι τους, δεν εξαντλήσαμε τα περιθώρια να ρίξουμε περισσότερα στελέχη σε αυτή την προσπάθεια. Είτε για λόγους υποτίμησης, είτε για λόγους δυσκολίας απόσπασης συντρόφων από οργανωτικές χρεώσεις ή και δυσκολίες στην ανάδειξη, εκπαίδευση, είτε δεν έχουμε αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν.

Ενας από τους βασικούς στόχους του 21ου Συνεδρίου του Κόμματος ήταν να ενισχυθεί συνολικά το θεωρητικό - ιδεολογικό στοιχείο στη λειτουργία των καθοδηγητικών οργάνων ως βασική προϋπόθεση για να εκπαιδευτούν σε βάθος τα στελέχη στη θεωρητική - ιδεολογική συζήτηση κάθε πολιτικού και μαζικού καθήκοντος. Εξετάζοντας πόσο προχώρησε αυτός ο στόχος συμπεραίνουμε πως όλες οι Οργανώσεις Περιοχής καταπιάστηκαν αυτά τα χρόνια με την επεξεργασία θέσεων γύρω από μεγάλα και σημαντικά ζητήματα για τα οποία χρειάστηκε να οργανώσουν τη δράση τους, αυτοτελώς και κινηματικά, να ξεδιπλώσουν την ιδεολογική και πολιτική διαπάλη με τις άλλες δυνάμεις, την κυβερνητική πολιτική, την εργοδοσία και άλλους μηχανισμούς. Υπάρχουν σημαντικά τέτοια θετικά παραδείγματα κατά περιοχή που πρέπει να συνεχιστούν και να διευρυνθούν.

Παραμένει προς κατάκτηση η ολοκληρωμένη καθοδήγηση των βοηθητικών επιτροπών στις ΕΠ και ΤΕ, με ευθύνη των ΓΠ και των επικεφαλής από τις ΕΠ, με προσδιορισμό των αναγκών της ΕΠ και χρέωση θεμάτων, ώστε να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους ως βοηθητικά επιτελεία για τη στήριξη της δουλειάς των καθοδηγητικών οργάνων με τροφοδότηση επεξεργασιών, εξειδίκευσης θέσεων και διαμόρφωσης πλαισίων πάλης, γενίκευσης πείρας.

Οι αδυναμίες στη λειτουργία και το περιεχόμενο αφορούν σε ορισμένες περιπτώσεις και την πολυχρέωση στελεχών, π.χ. ορισμένων επικεφαλής, ζήτημα το οποίο χρειάζεται έγκαιρα να εξεταστεί για τη διάταξη μπροστά στο Συνέδριο.

Το παραπάνω εντάσσεται στον συνολικότερο σχεδιασμό πολιτικής ανάδειξης και ανάπτυξης στελεχών. Είναι κρίσιμο ζήτημα και αφορά την εξειδίκευση, την εκπαίδευση και παραπέρα ανάπτυξη των στελεχών, την καλλιέργεια της έφεσης και της δυνατότητας που διαθέτουν να εξειδικευτούν σε έναν τομέα δουλειάς, την φροντίδα να περνάνε από συστήματα εσωκομματικής μόρφωσης.

14.

Η Κεντρική Επιτροπή ιδιαίτερα επισημαίνει ότι για να δυναμώσει η μαχητική στράτευση των κομματικών μελών χρειάζεται να στηριχτούν πολύ περισσότερο οι Γραμματείς και τα Γραφεία των ΚΟΒ. Παίρνοντας υπόψη ότι είναι βασικό στο επίπεδο των ΚΟΒ να διαμορφώνεται ένα επιτελείο καθοδήγησης που να εξασφαλίζει τα κριτήρια της συνέχειας, της γνώσης του χώρου ευθύνης ώστε να πετύχουμε με καλύτερους όρους να ενισχυθεί η εμπλοκή των Γραφείων στη δουλειά με τον περίγυρο, στην άμεση πολιτική δράση με τη συμμετοχή των μελών τους σε συσκέψεις - ομιλίες, ως εισηγητές και ομιλητές. Την άμεση εμπλοκή τους επίσης στη διαπάλη και στη δράση του κινήματος.

Η παραπάνω κατεύθυνση έχει διαφορετικού χαρακτήρα ζητήματα που πρέπει να λύσουμε ανάλογα την ΚΟΒ. Στις Κλαδικές έχουμε Γραμματείς και Γραφεία ΚΟΒ που εμπλέκονται άμεσα σε κάποιου είδους μαζική δράση - αν και όχι πάντα - η άμεση συμμετοχή τους όμως στο πολιτικό σχέδιο της ΚΟΒ δεν είναι εξασφαλισμένη. Στις Εδαφικές ΚΟΒ μεγάλων αστικών κέντρων, σε γειτονιές της Αττικής και της Θεσσαλονίκης το θέμα είναι πιο πολύπλοκο. Χρειάζεται να εξασφαλίσουμε στη σύνθεση των Γραφείων συντρόφους και συντρόφισσες που θα τους δοκιμάσουμε, δίνοντας χρόνο και βοήθεια να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις να αποκτήσουν ζωντανή εικόνα για τον χώρο που έχουν την ευθύνη άμεσης καθοδήγησης. Το ίδιο συμβαίνει για μεγάλες και ζωντανές ΚΟΒ Υπαίθρου που ο χώρος ευθύνης τους έχει παραγωγικό πληθυσμό, νεολαία κλπ.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μετακινούμε στελέχη από τη μια γειτονιά στην άλλη, τα οποία όμως διαθέτουν ελάχιστο χρόνο (όχι από έλλειψη διάθεσης) με αποτέλεσμα να μη συνδέονται ουσιαστικά με τα μέλη και τον χώρο της ΚΟΒ που καθοδηγούν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοινωνικοταξική διάρθρωση των Γραμματέων και Γραφείων των ΚΟΒ κατά περιοχή και συνολικά. Ξεχωρίζει ο μεγάλος αριθμός Ιδιωτικών Υπαλλήλων (προφανώς στελεχώνουν τις αντίστοιχες ΚΟΒ υπηρεσιών και κυρίως τις εδαφικές ή μεικτές Εργατικές). Κατά κανόνα πρόκειται για συντρόφους και συντρόφισσες με σπαστά ωράρια, ακανόνιστα, σε περιστασιακές δουλειές ή σε μικρούς χώρους δουλειάς. Αυτό το γεγονός είναι πηγή μεγαλύτερων δυσκολιών για την οργάνωση της κομματικής δουλειάς και οι συγκεκριμένοι σύντροφοι χρειάζονται περισσότερη βοήθεια και πρακτική στήριξη. Οι καθοδηγητές από τα Τομεακά Γραφεία πρέπει να είναι πιο κοντά, να προβλέπουν τα κενά, να βρίσκουν λύσεις.

Συνολικά, όμως, πρέπει περισσότερο να μας απασχολήσει γιατί σήμερα ένας γραμματέας ή ένα Γραφείο ΚΟΒ δυσκολεύεται να έχει άμεση εμπλοκή και συμμετοχή στην ιδεολογική πολιτική διαπάλη στον χώρο ευθύνης της ΚΟΒ και στο κίνημα. Μαζί με όλα τα παραπάνω ζητήματα που αναφέρθηκαν, θεωρούμε ότι κρίσιμο πρόβλημα σήμερα είναι ο υποβιβασμός του Γραμματέα ή του Γραφείου - όχι με δική του ευθύνη - σε ένα επιτελείο ειδοποιήσεων, τηλεφωνητών ή το πολύ συγγραφής κάποιων εισηγήσεων, εάν δεν αντιγράφει την εισήγηση του Τομεακού Γραφείου. Η εικόνα που υπάρχει είναι ότι η συζήτηση «στεγνώνει» πηγαίνοντας προς τα κάτω και αυτό εκφράζει αδυναμία των παραπάνω οργάνων κάτω από την πίεση και των συνθηκών που υπάρχουν και που δυσκολεύουν.

Η επεξεργασία αντιπαράθεσης στον χώρο ευθύνης της ΚΟΒ πρέπει να είναι υπόθεση του ίδιου του Γραφείου της ΚΟΒ. Να μάθει να κωδικοποιεί αυτά που συναντάει στη δράση του και να προσπαθεί με τις δικές του δυνάμεις να τα απαντάει και με την βοήθεια της καθοδήγησης του ΤΓ που με τη σειρά του θα πρέπει να τροφοδοτεί και τις επεξεργασίες των αντίστοιχων επιτελείων. Συνήθως, οι ΚΟΒ περιμένουν κάποιον από «πάνω» να μπει μπροστά στην εξόρμηση, στην ομιλία, σε μια σύσκεψη, σε μια εκδήλωση, γιατί δεν υπάρχει αυτοπεποίθηση και αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν μάθει αυτοί οι κρίκοι να δουλεύουν τα ζητήματα διαπάλης, όπως φαίνεται από τις εισηγήσεις που ετοιμάζουν κλπ. Για να λυθεί αυτό, πρέπει το κάθε ΤΓ να βοηθήσει να ξεπεραστεί, να επιμένει σε συζητήσεις μέσα στο Γραφείο της ΚΟΒ, σε συνεργασίες με τον Γραμματέα. Δεν μπορεί αυτά να θεωρούνται πολυτέλεια, γιατί δεν είναι πολυτέλεια, είναι απλά ανάγκη και επιταγή.

15.

Σχετικά με το ζήτημα της ενιαίας δράσης των Κλαδικών και Εδαφοπαραγωγικών Τομεακών Οργανώσεων και ΚΟΒ, που ήταν από τους βασικούς στόχους του 21ου Συνεδρίου, εκτιμάμε ότι υπάρχει πρόοδος που αποτυπώνεται στον καλύτερο συντονισμό μεταξύ Κλαδικών και Εδαφοπαραγωγικών ΚΟΒ και Τομέων. Ο συντονισμός αυτός εκφράστηκε στα μεγάλα μέτωπα πάλης της περιόδου: Πολιτική προστασία (φωτιές, πλημμύρες), πλειστηριασμοί, Υγεία, Παιδεία κλπ.

Υπάρχει βελτίωση σε ορισμένες περιπτώσεις στη διάταξη δυνάμεων, στη διαμόρφωση επιτελείων καθοδήγησης μετώπων πάλης, επεξεργασίας εισηγήσεων που συζητήθηκαν σε Κλαδική και Εδαφική βάση, που βοήθησαν στην ενίσχυση του περιεχομένου δουλειάς Τομέων και ΚΟΒ εδαφικών και κλαδικών.

Εκτιμάμε πως αυτή η πείρα δεν στηρίχτηκε από όλα τα καθοδηγητικά όργανα ενιαία, ώστε όλες οι δυνάμεις μας σε εδαφική και κλαδική βάση να υπηρετούν με ένα πιο μακρόπνοο ενιαίο σχέδιο, την οικοδόμηση στην εργατική τάξη, σε κλάδους - χώρους δουλειάς. Υπάρχουν ακόμα μεγάλες διαβαθμίσεις μεταξύ των Κομματικών Οργανώσεων.

Ολη η προσπάθεια που έγινε, αποκαλύπτει πόσο αναγκαία είναι η διατομεακή συνεργασία, ο συντονισμός κλαδικών και εδαφικών Οργανώσεων, ακόμα και Οργανώσεων Περιοχής μεταξύ τους, τόσο για το δούλεμα του περιεχομένου όσο και του ενιαίου σχεδιασμού. Και ως μέθοδος αυτό αφορά καταρχάς την ΚΕ, ειδικότερα το ΠΓ, τη Γραμματεία και τα Τμήματα της ΚΕ και τις Κομματικές Οργανώσεις Περιοχής.

16.

Η πορεία της οργανωτικής κατάστασης της ΚΝΕ από το 21ο στο 22ο Συνέδριο του Κόμματος: Η ΚΕ εκτιμά πως ενώ έχει μεγαλώσει η επιρροή της ΚΝΕ στους φοιτητές, σε μαθητές, σε νέους εργαζόμενους, όπως και η ικανότητά της να επικοινωνεί με πλατύτερες μάζες νέων, έχει ανέβει η πρωτοπόρα δράση των μελών της ΚΝΕ στους αγώνες τμημάτων της νεολαίας και σε αγωνιστικά ξεσπάσματα όπως με το έγκλημα των Τεμπών, ταυτόχρονα έχουν ανέβει πολύ ψηλά οι ίδιες οι απαιτήσεις στον ιδεολογικό - πολιτικό αγώνα για τον απεγκλωβισμό νεανικών συνειδήσεων από την αστική ιδεολογία και για το κέρδισμα νέων με τη σοσιαλιστική προοπτική και την οργανωμένη δράση στις σημερινές συνθήκες. Σε ορισμένους χώρους, κυρίως ΑΕΙ, χρειάζεται να ξεπεράσουμε και μια κακώς εννοούμενη «συνδικαλιστικοποίηση» της παρέμβασης των μελών της ΚΝΕ.

Συνολικά, πρέπει να δώσουμε μάχη με όλο τον τρόπο ζωής και της ενσωμάτωσης στο σύστημα με πολλούς τρόπους. Σε συνθήκες που μεγαλώνουν η αβεβαιότητα και ο φόβος λόγω του ιμπεριαλιστικού πολέμου, οικονομικά, ψυχολογικά και άλλα προβλήματα στη ζωή της νεολαίας, ο ατομισμός και οι εξαρτήσεις (ναρκωτικά, τζόγος, αλκοολισμός, social media), η επεξεργασμένη παρέμβαση του αντιπάλου για να προβάλει ως πρόοδο τον «ατομικό δικαιωματισμό», ως ελευθερία τον «αυτοπροσδιορισμό φύλου, ταυτότητας φύλου» ή τον αποσπασμένο από τα κοινωνικά δικαιώματα ατομικισμό, να ταυτίσει το σύστημα αποκλειστικά με τα «κόμματα και το πολιτικό προσωπικό», τον καπιταλισμό με την «τεχνολογική εξέλιξη που θα οδηγήσει σε κοινωνική ευημερία» κ.ο.κ. χρειάζεται να πάρουμε πολύπλευρα μέτρα ενίσχυσης της ιδεολογικοπολιτικής βοήθειας για ΚΝΕ πιο ικανή στην αντιπαράθεση με την αναβαθμισμένη προσπάθεια των αστικών επιτελείων να στρατεύσουν τη νεολαία στις επιδιώξεις τους. Χρειάζεται να δυναμώσουμε την αντιπαράθεση με τους παράγοντες και τις ιδέες που βάζουν εμπόδια στη ριζοσπαστικοποίηση της νεανικής συνείδησης. Να ενισχύσουμε το περιεχόμενο λειτουργίας των ΟΒ, τα στοιχεία της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης στις γραμμές μας και στον περίγυρο της ΚΝΕ, το στοιχείο της έμπνευσης μέσα από την Ιστορία, τον Πολιτισμό, τη γνώση, το σύγχρονο παράδειγμα των κομματικών μελών και στελεχών, αλλά και την επιμονή να ωριμάζουν πιο γοργά μέσα από τους αγώνες με τη συμμετοχή και την ευθύνη τους.

Ξεχωρίζουμε το ζήτημα της ευθύνης των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος για την αναβάθμιση της εσωοργανωτικής λειτουργίας των Τομεακών Οργάνων και των ΟΒ, την ενίσχυση των ιδεολογικών μαθημάτων και των συστημάτων εσωκομματικής μόρφωσης που αδυνάτισαν λόγω της πανδημίας και των πολλαπλών εκλογικών μαχών, την αναβάθμιση του «Οδηγητή», την πιο συστηματική επαφή με τις επεξεργασίες του ΚΚΕ για τον σοσιαλισμό, με το Δοκίμιο Ιστορίας κλπ. Ειδικά στην ΚΝΕ, που έχει συνεχή μεγάλη ανανέωση των δυνάμεών της αλλά και το υπαρκτό αδυνάτισμα της επαφής της νεολαίας με το διάβασμα που επιδρά, δυστυχώς, και στις γραμμές μας.

Ταυτόχρονα, απαιτείται να εξετάσουμε και ζητήματα καλύτερης διάταξης με βάση τις ιεραρχήσεις μας, καλύτερου συντονισμού ΚΚΕ και ΚΝΕ, ενιαίου προγράμματος δουλειάς του Κόμματος και της ΚΝΕ στους νέους εργαζόμενους, στους χώρους Εκπαίδευσης, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Να ενταχθεί ο σχεδιασμός της κνίτικης οικοδόμησης στον αντίστοιχο κομματικό σχεδιασμό και έλεγχο για στήριξη.

Η βοήθεια στην ΚΝΕ, η καθοδηγητική δουλειά του Κόμματος προς την ΚΝΕ θα πρέπει κυρίως να εστιάζει στην ανάπτυξη εκείνων των χαρακτηριστικών που κάνουν τη ΚΝΕ να «ξεχωρίζει» θετικά από την νεολαία γενικά. Δηλαδή, στην ανάπτυξη των πρωτοπόρων, επαναστατικών, κομμουνιστικών χαρακτηριστικών των μελών και στελεχών της ΚΝΕ. Ταυτόχρονα να εστιάζει στη συγκεκριμένη βοήθεια στην ΚΝΕ, ώστε να αναπτύσσει πλατιούς δεσμούς, να μην είναι ξεκομμένη, αλλά να δρα πρωτοπόρα μέσα στη νεολαία του χώρου ευθύνης της κάθε Οργάνωσης, χωρίς όμως να απορροφάται ή να χάνεται, να αφομοιώνεται μέσα σε αυτήν.

17.

Το 2025 είναι χρονιά Συνεδρίου για το Κόμμα μας. Σε προηγούμενη Σύνοδο, η ΚΕ του ΚΚΕ είχε καταλήξει στο βασικό περιεχόμενο και ένα πρώτο περίγραμμα για τις θέσεις του 22ου Συνεδρίου. Ταυτόχρονα είχε αποφασίσει, πριν τη δημοσίευση των Θέσεων της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο να προηγηθούν Σύνοδοι της ΚΕ που θα εξετάσουν 4 ζητήματα αναλυτικά, όπως τις εξελίξεις στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ετοιμότητα του Κόμματος να δρα σε όλες τις συνθήκες, τα ζητήματα της κομματικής οικοδόμησης, την ιδεολογική δουλειά του Κόμματος και μια σύνοδο για έναν πιο αναλυτικό έλεγχο ειδικά για το εργατικό και το ευρύτερα λαϊκό κίνημα, με στόχο αυτές οι Αποφάσεις να συζητηθούν πλατιά σε όλα τα όργανα και τις ΚΟΒ του Κόμματος και της ΚΝΕ με μια πλατιά εσωκομματική συζήτηση, η οποία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Στη συνέχεια η ΚΕ θα προχωρήσει στη δημοσίευση των Θέσεών της για να ξεκινήσει και τυπικά η προσυνεδριακή διαδικασία, με σκοπό έως τέλος του 2025 να πραγματοποιηθεί το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Για το ακριβές χρονοδιάγραμμα και τις συγκεκριμένες ημερομηνίες η ΚΕ θα προχωρήσει σε δημόσια ανακοίνωσή τους το επόμενο διάστημα.

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΚΕ
21 ΓΕΝΑΡΗ 2025