Κάθε φορά τέτοιες μέρες “επετειακά” τη θυμούνται διάφορες και διάφοροι …φεμινίστριες της κακιάς ώρας, οπορτουνιστές και όψιμοι επαναστάτες _1908 Γεννήθηκε στο Παρίσι, η Γαλλίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια, Σιμόν ντε Μποβουάρ, σύντροφος του Ζαν Πολ Σαρτρ κά_ ανδρών και γυναικών ^^νυμφομανής λεσβία^^ (αυτο)χαρακτηρίζεται σεξουαλικά. Δείτε προς το τέλος και μια προσωπική εμπειρία με την Simone de Beauvoir.
Γυναίκα με τα όλα της _την συνάντησα κάποτε φοιτητής 25 χρονος στο Παρίσι, πραγματικά εντυπωσιακή το γαλάζιο χρώμα των ματιών της διατηρούτανε ακόμη αχνά και τα χέρια της ήταν όμορφα __ όμορφη, μοναχική, λιγομίλητη, μίλαγε για διάφορα, το ταξίδι της στη Βολιβία όταν επισκέφτηκε τα ορυχεία του Ποτόζι... “Θυμάμαι μια πομπή από Ινδιάνους που τους οδηγούσαν στα ορυχεία”, διηγότανε στη φοιτητοπαρέα μας _
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους _από τη σωστή πλευρά της ιστορίας,
Καταρχήν “Φεμινισμός” _όταν οι σύγχρονοι αστικοί σχεδιασμοί “φοριούνται” στην
ιστορία του γυναικείου κινήματος: Οι αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών δεν
χαρακτηρίζονται από ταξική, πολιτική ουδετερότητα, όπως παρουσιάζεται σήμερα
από την αστική και οπορτουνιστική ιστοριογραφία. Στην καλύτερη περίπτωση, μέσω
της αρθρογραφίας, γίνεται μια φωτογραφική απεικόνιση της δραστηριότητας των
πρώτων φεμινιστριών, αφυδατωμένη από τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές
εξελίξεις της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης
(μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο). Περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην προβολή
κάποιων μορφών πάλης, διεκδίκησης, που χαρακτήριζαν τη δράση των πρώτων
γυναικείων οργανώσεων. Η προβολή ορισμένων “φωτογραφικών” στιγμών της ιστορίας
του γυναικείου κινήματος συνδέεται - και μέσω των συγκεκριμένων δημοσιευμάτων -
με την αντίστοιχη παρότρυνση για την “αναβίωση” του “φεμινιστικού ακτιβισμού”
στις σύγχρονες συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας.
...Kαι
οι σύγχρονες αστικές επιδιώξεις:
Ο παραλληλισμός της γυναικείας συμμετοχής στο κίνημα από την αυγή του
καπιταλισμού έως σήμερα, ως άθροισμα ιστορικών γεγονότων, υπηρετεί πολλαπλές
στοχεύσεις. Αξιοποιείται για να περιβάλει με μανδύα προοδευτισμού τις σύγχρονες
αστικές επιδιώξεις γύρω από τη συμμετοχή των γυναικών. Να προσανατολιστούν η
σκέψη και η δράση γυναικών εργατικής, λαϊκής ένταξης ή καταγωγής σε
κινητοποιήσεις με κατεύθυνση πάλης που λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης και
διαχείρισης της αυξανόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας σε ανώδυνα κανάλια για την
καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας, την καπιταλιστική
εξουσία. Από αυτήν τη σκοπιά, προβάλλονται οι σύγχρονες πλευρές της γυναικείας
ανισοτιμίας, υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα και διακρίσεις που βιώνουν οι
γυναίκες στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική τους ζωή, αποκομμένα
από την ταξική τους ρίζα, που αναπαράγονται μέσα από τους υλικούς όρους ζωής,
τους εκμεταλλευτικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και ενσωμάτωσης. Σε αυτό το
έδαφος επιδιώκεται η «αναθέρμανση» του αστικού φεμινιστικού ρεύματος στο
γυναικείο κίνημα, με σύγχρονο περιτύλιγμα. Απαραίτητο συστατικό είναι η
προετοιμασία μιας γυναικείας αστικής “πρωτοπορίας”, για την προσέλκυση και τη
στοίχιση εργαζόμενων και άνεργων γυναικών πίσω από τις αστικές αντιλήψεις και
συμφέροντα. Διαχρονικό παράδειγμα αποτελεί η υπερπροβολή από τα αστικά ΜΜΕ του “φεμινιστικού
ακτιβισμού” γυναικών - αστέρων του Χόλιγουντ, που ντύνονται στα μαύρα σε απονομές
βραβείων διαμαρτυρόμενες για τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης. Στο
επίκεντρο των σχετικών ρεπορτάζ η μορφή της συγκεκριμένης διαμαρτυρίας,
αφήνοντας στο περιθώριο την πολύμορφη βία που υφίστανται οι γυναίκες της
εργατικής τάξης, του λαού στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Η διαπάλη με τις
σύγχρονες μορφές ενσωμάτωσης και χειραγώγησης χρειάζεται να αποκτήσει πιο
σταθερά χαρακτηριστικά στην ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση της ΟΓΕ, του Κόμματος (και
ιδιαίτερα της ΚΝΕ) στις γυναίκες εργατικής, λαϊκής ένταξης ή καταγωγής. Η
προβολή της ταξικής αντίληψης για τη συμμετοχή των γυναικών στον
αντικαπιταλιστικό, αντιμονοπωλιακό αγώνα μπορεί να διαμορφώσει κριτήρια σκέψης
και δράσης στην εργατική, λαϊκή συνείδηση, αναχαιτίζοντας τις αστικές
επιδιώξεις.
Δείτε ενδεικτικά “Το γυναικείο ζήτημα από την πρωτόγονη κοινωνία στη σύγχρονη εποχή”, Α. Κολοντάι, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή” | “Μαρξ - Ενγκελς - Λένιν για το γυναικείο ζήτημα”, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή”, Αθήνα 1987 \ Women in England 1760 - 1914, Steinbach S., 2004, London: Phoenix
Δείτε επίσης η πορεία της ΟΓΕ στις τέσσερις δεκαετίες της ΚΟΜΕΠ_2012 Η συμφιλίωση του υπαρξισμού με τον μαρξισμό, σύμφωνα με τις σαρτρικές θέσεις, ο μαρξισμός, η μόνη αξιόλογη ερμηνεία της ιστορίας, καταλήγει να είναι δογματικός και φορμαλιστικός επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του τον υπαρξισμό, τη μόνη συγκεκριμένη προσέγγιση της πραγματικότητας
Το ζήτημα της ιστορίας τίθεται από τον Σαρτρ με βάση την αντίληψή του για τον άνθρωπο, στο μέτρο που ο υπαρξισμός έχει αφετηρία τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα όντα επειδή χαρακτηρίζεται κατά τρόπο μοναδικό από τη συνείδηση και την ελευθερία του. Βεβαίως η ελευθερία είναι πάντα ελευθερία «εν καταστάσει», σύμφωνα με την έκφραση του Σαρτρ, δηλαδή εξαρτάται από μια κατάσταση αποτελούμενη από συνθήκες και όρους που προηγούνται της ελεύθερης δράσης
Στο βιβλίο του Κριτική του διαλεκτικού λόγου (1960) ο Σαρτρ διευρύνει τις προηγούμενες αναλύσεις, εφαρμόζοντάς τες στο πεδίο της κοινωνίας και της ιστορίας. Με τον τρόπο αυτόν προσπαθεί να συμφιλιώσει τον υπαρξισμό με τον μαρξισμό …πρακτικά αναθεωρώντας οπορτουνιστικά τον μαρξισμό, ενώ σνομπάρει τον λενινισμό
Το
πάθος της για τη φιλοσοφία την οδηγεί στα έδρανα της École Normale Supérieure,
όπου ξεχωρίζει για την ανατρεπτική της σκέψη και το 1921 γνωρίζει τον Ζαν-Πωλ
Σαρτρ.Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι,
διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί,
καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.Όταν
το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως
λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: "ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών". Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ
Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ
και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η
χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό "Les Temps Modernes" στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η σκέψη της πάνω στην
πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα _κάθετα αντίθετες με τις
μαρξιστικές λενινιστικές και τις γυναικείες κατακτήσεις στην ΕΣΣΔ.Μαζί με τον σύντροφό της Ζαν-Πολ Σαρτρ συντάχτηκε με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά αποχώρησαν αμφότεροι έπειτα από τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 και μετέπειτα στράφηκαν προς τον Μαοϊσμό …
Η αυλαία της ζωής της έπεσε στις 14 Απρίλη του 1986.
Μια
ορμητική δύναμη τη σήκωσε και την ανέβασε στον ουρανό.
![]() |
| Simone de Beauvoir & Jean-Paul Sartre στο Πεκίνο το 1955 |
Ο θυελλώδης δεσμός της με τον αμερικανό μυθιστοριογράφο Νέλσον Αλγκρεν και οι λεσβιακές σχέσεις της είναι τα επόμενα θέματα στην ατζέντα Μπωβουάρ, όπως τεκμηριώνουν οι σχετικές εκδόσεις. Κατά τους εορτασμούς των 100 χρόνων από τη γέννησή της το 2008 στη Γαλλία περισσότερη συζήτηση είχε προκαλέσει το εξώφυλλο του "Νouvel Οbservateur" με τη γυμνή Μπωβουάρ να συναρμολογεί τον περίφημο κότσο της όρθια μπροστά στον καθρέφτη παρά οι νέες μελέτες για την απήχηση του έργου της.
![]() |
| Το εξώφυλλο του "Νouvel Οbservateur" |
Η
Σιμόν ντε Μπωβουάρ, η Γαλλίδα φιλόσοφος και δοκιμιογράφος, από τις κύριες
μορφές του υπαρξισμού, θεμελίωσε θεωρητικά το φεμινιστικό κίνημα. Γεννήθηκε στα
1908 από μια ξεπεσμένη αστική οικογένεια με αυστηρές αρχές και η μητέρα της
φρόντισε από νωρίς να τη μυήσει στον καθολικισμό νέων. Ο πατέρας της, που ήταν
άθεος, κάτι που η κόρη του ανακάλυψε χρόνια αργότερα, ασχολήθηκε με τη μόρφωσή
της. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη. Το μεγάλο γεγονός στη ζωή της ήταν η
γνωριμία της, με τον κατά δυο χρόνια μεγαλύτερο της, Ζαν Πολ Σαρτρ που τη
βοήθησε στις εξετάσεις της για την υφηγεσία. Η Μπωβουάρ ήρθε δεύτερη και έγινε
η νεαρότερη υφηγήτρια της Γαλλίας. Μαζί με τον σύντροφό της Ζαν-Πολ Σαρτρ
συντάχτηκε με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά αποχώρησαν αμφότεροι έπειτα
από τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 και μετέπειτα στράφηκαν προς
τον Μαοϊσμό. Η Μπoβουάρ θεωρήθηκε η μητέρα του (μετά το 1968) του φεμινισμού,
με φιλοσοφικά γραπτά που συνδέθηκαν, αν και ήταν ανεξάρτητα, με τον σαρτριανό
υπαρξισμό. Το 1936 μετατέθηκε στο Παρίσι και δίδαξε σε διάφορα λύκεια ως το
1943, οπότε με προτροπή του Σαρτρ αφιερώθηκε στη συγγραφή. Το 1949 κυκλοφορεί
το βιβλίο που την έκανε διάσημη, "Το δεύτερο φύλο", έργο που άφησε εποχή για την
πρωτότυπη θεμελιωμένη αντιμετώπιση των γυναικείων προβλημάτων. Στα 1981, ένα
χρόνο μετά το θάνατο του Σαρτρ, κυκλοφόρησε το βιβλίο της "Η τελετή του
αποχαιρετισμού", ένας
ύστατος φόρος τιμής στο σύντροφό της. Το 1983 είδαν το φως γράμματα που είχε
στείλει ο Σαρτρ στην Μπωβουάρ και σε άλλες του γνωριμίες "Γράμματα στον
Κάστορα".
“Εφυγε” στις 14 του Απρίλη του 1986, μια μέρα πριν πεθάνει
ένας ακόμη στενός σύντροφός της, ο περιθωριακός Ζαν Ζενέ. Η Μπωβουάρ είναι από
τα σπάνια παραδείγματα μιας διανοούμενης και συγγραφέα, που με τη φιλοσοφική
της κατάρτιση και το λογοτεχνικό της ταλέντο δεν αδιαφόρησε για κανένα σχεδόν
πρόβλημα της εποχής της.
Οι γυναίκες κοιτάζουν το πρόσωπο της Ντε Μπωβουάρ και νιώθουν αισιοδοξία. Βλέπουν σ' αυτήν τη μαχητικότητα, την αυτοπεποίθηση, την αγωνιστική διάθεση, τη σκληρή ειλικρίνεια. Η εφηβική δροσιά φωτίζει πάντα τη ματιά της και τις ιδέες της. Το 1943 η Μπoβουάρ εξέδωσε το Η καλεσμένη (L'Invitée), ένα μυθοπλαστικό χρονικό της σχέσης που ανέπτυξε με μία από τις φοιτήτριές της, την Ολγκά Κοζακιεβίτς (Olga Kosakiewicz), ενώ δίδασκε στη Ρουέν κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’30. Το μυθιστόρημα διερευνά και την πολύπλοκη σχέση μεταξύ της Μπoβουάρ και του Σαρτρ, καθώς και πώς επηρεάστηκε η σχέση τους με την συμπερίληψη της Kosakiewicz. Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συνεργάστηκε με τον Σαρτρ στην έκδοση του Μοντέρνοι Καιροί (Les Temps Modernes), μιας πολιτικής εφημερίδας. Πέρα από την εκδοτική της δραστηριότητα, η Μπoβουάρ χρησιμοποίησε την εφημερίδα ως πλατφόρμα για να παρουσιάσει διάφορες δουλειές και παρέμεινε εκδότρια ως τον θάνατό της. Αν και το Για μια ηθική της αμφισβήτησης (Pour Une Morale de L'ambiguïté, 1947) έλαβε λίγη προσοχή είναι ίσως το μοναδικό καλύτερο σημείο εισαγωγής στον γαλλικό υπαρξισμό. Η απλότητα του έργου είναι αριστούργημα από μόνη της, αφού η ντε Μπoβουάρ μειώνει την τραχύτητα που πολλοί συνδέουν με την ανάγνωση του υπεραναλυτικού Το είναι και το μηδέν του Σαρτρ, σε λίγες σελίδες συγκριτικά ελαφρού διαβάσματος. Αρκετά ευέλικτη ως συγγραφέας, ήταν εξίσου ικανή ως φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, πολιτική θεωρητικός, δοκιμιογράφος, καθώς και ως βιογράφος. Άλλα σημαντικά έργα: Οι Μανδαρίνοι (Les Mandarins, 1954), Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης (Memoires d'une jeune fille rangée, 1958).
L'invitée (Η
καλεσμένη, 1943)
—μτφ. Γεωργία Αλεξίου -
Πρωταίου, "ΓΛΑΡΟΣ", 1979
Pyrrhus et Cinéas (Πύρρος και Κινέας,
1944)
—μτφ. Εβελίνα Χατζηδάκη,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1983
Le sang des autres (Το αίμα των
άλλων, 1945)
—μτφ. Γεωργία Αλεξίου -
Πρωταίου, "ΓΛΑΡΟΣ", 1978
Les bouches inutiles (Τα άχρηστα
στόματα, 1945)
—μτφ. Αθηνά Γιόκαρη -
Βουγιούκα, "ΕΡΜΕΙΑΣ", 1970
Tous les hommes sont mortels (Όλοι οι
άνθρωποι είναι θνητοί, 1946)
—μτφ. Μαρίνα Λώμη,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1979
Les mandarins (βραβείο Goncourt) (Οι
Μανδαρίνοι, 1954)
—μτφ. Παναγιώτης Μελέτης,
"ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ", 1961
—μτφ. Ζωρζ Σαρή,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1982
Les belles images (Οι ωραίες εικόνες, 1966)
—μτφ. Νταίζη Εξαρχοπούλου -
Καγκελάρη, "ΓΛΑΡΟΣ", 1978
La femme rompue (Η προδομένη γυναίκα,
1967)
—μτφ. Γεωργία Αλεξίου -
Πρωταίου, "ΓΛΑΡΟΣ", 1977
Pyrrhus et Cinéas (Πύρρος και Κινέας,
1944)
Pour une morale de l'ambiguïté (Για μια ηθική
της αμφισβήτησης, 1947)
L'existentialisme et la sagesse des
nations (Ο υπαρξισμός και η σοφία των εθνών, 1948)
Le deuxième sexe (Το δεύτερο φύλο,
1949)
—μτφ. Κυριάκος Σιμόπουλος,
"ΚΥΨΕΛΗ", 1958
—μτφ. Τζένη Κωνσταντίνου,
"ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ", 2009
Privilèges (Προνόμια, 1955)
La longue marche (Η Μεγάλη Πορεία,
1957)
L'Amérique au jour le jour (Η Αμερική
από μέρα σε μέρα, 1948)
Mémoires d'une jeune fille rangée
(Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης, 1958)
—μτφ. Λέανδρος Πολενάκης,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1979
La force de l'âge (Η δύναμη της
ηλικίας, 1960)
La force des choses (Η δύναμη των
πραγμάτων, 1963)
—μτφ. Λέανδρος Πολενάκης,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1982
Une mort très douce (Ένας πολύ γλυκός
θάνατος, 1964)
—μτφ. Γεωργία Αλεξίου -
Πρωταίου, "ΓΛΑΡΟΣ", 1979
—μτφ. Γιώργος Ξενάριος,
"ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ", 2009
La vieillesse (Τα γηρατειά, 1970)
—μτφ. Έλλη Έμκε,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1980
Tout compte fait (Συνολικά, 1972)
—μτφ. Εβελίνα Χατζηδάκη (με
τίτλο «Όσα είπαμε κι όσα κάναμε»), "ΓΛΑΡΟΣ", 1982
Faut-il brûler Sade ? (Μήπως πρέπει
να κάψουμε τον Μαρκήσιο ντε Σαντ ; 1972)
—μτφ. Εβελίνα Χατζηδάκη,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1980
Quand prime le spirituel (Όταν το
πνεύμα κυριαρχεί, 1979)
—μτφ. Αλίκη Βρανά,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1980
La cérémonie des adieux (Η τελετή του
αποχαιρετισμού, 1981)
—μτφ. Δημήτρης Κωστελένος,
"ΓΛΑΡΟΣ", 1982
Το Potosí, γνωστό ως Villa Imperial de Potosí κατά την
αποικιακή περίοδο, είναι μια από τις ψηλότερες πόλεις στον κόσμο με ονομαστικό
υψόμετρο 4.067 μ. Τα ορυχεία, με επίκεντρο το θρυλικό Cerro Rico (Πλούσιο
Βουνό), είναι παγκοσμίως γνωστά για την μακρόχρονη ιστορία τους στην εξόρυξη
αργύρου και άλλων μετάλλων, μια δραστηριότητα που οδήγησε την πόλη σε τεράστιο
πλούτο για τα αφεντικά κατά την αποικιακή περίοδο (και όχι μόνο). Είναι σήμερα
Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, προσφέροντας τουριστικές ξεναγήσεις στα
ενεργά ορυχεία, όπου εξακολουθούν να σακατεύονται οι εργάτες (σύμφωνα με τον
ΟΗΕ, οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν εκεί σε διάστημα τριών αιώνων).
_από διήγηση της Simone de Beauvoir ___
Ήταν δεμένος ο ένας με τον άλλο με κλοιούς περασμένους γύρω απ' τα κεφάλια τους
και σημαδεμένοι στο μάγουλο μ' ένα C χαραγμένο με πυρωμένο σίδερο. Θα ήταν
περίπου 500. Περπατούσαν παραπατώντας κι έμοιαζαν εξαντλημένοι. Οι Ισπανοί που
τους πλαισίωναν τους έκαναν να προχωρούν με βουρδουλιές. Μια φορά πέθαναν
10.000 καθώς διέσχιζαν τις θερμές περιοχές. Όταν σωριάζονται από την κούραση
στον δρόμο δεν τους λύνουν, τους κόβουν απλώς το κεφάλι. Αυτό το βράδυ, για
πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, είδα καπνό ν' ανεβαίνει από τις καλύβες ενός
χωριού. Καθισμένη στο κατώφλι του σπιτιού της, μια νεαρή Ινδιάνα νανούριζε το
παιδί της τραγουδώντας. Στεφανωμένο με χιόνια και ξερνώντας φωτιά, το Ποτοσί ορθωνόταν
πάνω από ένα οροπέδιο 4.000 μέτρων, οι πλαγιές του βουνού ήταν τρυπημένες από
έναν δαίδαλο στοών, όπου εκμεταλλευόταν φλέβες ασημιού που έφταναν σε πάχος 500
οργιών.
Οι γυναίκες κυρίως υπέφεραν από την αρρώστια του μεγάλου υψόμετρου. Ολα τα
παιδιά γεννιόντουσαν τυφλά και κουφά και πέθαιναν ύστερα από μερικές βδομάδες. Ένας
μεμονωμένος εργάτης δεν μπορεί να μαζέψει κάποιο ποσό για να γυρίσει μια μέρα
στο σπίτι του. Οι μόνοι που πλούτιζαν ήταν οι χοντροί επιχειρηματίες που έβαζαν
να δουλεύουν για λογαριασμό τους κοπάδια Ινδιάνων.
Μέσα στις σκοτεινές στοές δούλευε ένας ολόκληρος λαός που δεν ήταν πια
άνθρωποι, αλλά κάμπιες. Δεν είχαν ούτε σάρκα ούτε μέλη. Το σκούρο δέρμα τους
κόλλαγε πάνω στα κόκαλά τους, που φαίνονταν εύθραυστα σαν ξερά ξύλα. Δεν είχαν
πια βλέμμα. Όταν κάποιος απ' αυτούς τους μαύρους σκελετούς σωριαζόταν στη γη,
τον χτυπούσαν με το μαστίγιο ή με σιδερένια ραβδιά. Αν δεν σηκωνόταν αρκετά
γρήγορα, τον αποτελείωναν. Κανείς τους δεν ζούσε πάνω από τρία χρόνια. Οι λαοί
σάπιζαν μέσα στη φτώχεια και από την ύπαρξη φλεβών χρυσού πλούτιζαν οι ήδη
πλούσιοι.














.jpg)

