Με την ευκαιρία μιας ακόμη παγκόσμιας επανέκδοσης ενός αριστουργήματος της 7ης Τέχνης να δούμε κάποιες ουσιαστικές _πολιτικοκοινωνικές, πλευρές της ταινίας
Ο Μάρτιν Σκορτσέζε ανήκει στη φουρνιά των Αμερικανών σκηνοθετών του '70 που σπούδασαν κινηματογράφο, ιστορία, θεωρία, αισθητική και παραγωγή σε ακαδημαϊκά, πανεπιστημιακά προγράμματα και που υιοθέτησαν επιρροές από το γαλλικό Νέο Κύμα (Nouvelle Vague), στο οποίο επανειλημμένα έχουμε αναφερθεί: μια ριζοσπαστική κινηματογραφική κίνηση που ξεκίνησε στη Γαλλία στα τέλη της 10ετίας του 1950 και κυριάρχησε τη 10ετία του '60. Δημιουργήθηκε από νέους κριτικούς του περιοδικού Cahiers du Cinéma (Τρυφώ, Γκοντάρ, Σαμπρόλ) που πέρασαν πίσω από την κάμερα για να αλλάξουν τους κανόνες της αφήγησης, απορρίπτοντας το παλιό, συμβατικό σινεμά. Πρόσφατα, ο ιστορικός του κινηματογράφου, David Thomson, αναρωτήθηκε αν η κουλτούρα των κακών στις ταινίες έχει βλάψει την κοινωνία: ο «Νονός» είναι τόσο καλή ταινία, που όλα τα καθάρματα, όπως ο Τραμπ, φιλοδοξούν να γίνουν μέρος της παρέας, να την αναπαραστήσουν στ’ αλήθεια, ισχυρίζεται ο Βρετανός θεωρητικός. Με τον «Ταξιτζή», η απάντηση δεν είναι απλή…
σσ. David Thomson (γενν. Το 1941) είναι Βρετανός κριτικός κινηματογράφου και ιστορικός συγγραφέας περισσότερων από 40 βιβλίων. Θωρείται από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος εν ζωή στο αντικείμενο του Ιδίως τα έργα αναφοράς του – Have You Seen...?: A Personal Introduction to 1.000 Films (2008) και The New Biographical Dictionary of Film (6η έκδοση, 2014) – έχουν επαινεθεί ως έργα υψηλής λογοτεχνικής αξίας Ο Benjamin Schwarz, γράφοντας στο The Atlantic Monthly, τον αποκάλεσε "πιθανώς τον μεγαλύτερο εν ζωή κριτικό κινηματογράφου και ιστορικό".
Abstract __γράφει η φίλη // ✨ Cloê_Clô __Κα Χλόη 💥Ο Ταξιτζής: 50+ χρόνια από το κινηματογραφικό αριστούργημα που συγκαταλέγεται στα 100 κορυφαία όλων των εποχών
Ταινία σταθμός για το νέο αμερικάνικο σινεμά, «Ο Ταξιτζής», δίχως άλλο είναι η μεγάλη στιγμή συνύπαρξης του εκ των κορυφαίων σκηνοθετών, της μεγάλης γενιάς που βγήκε ουσιαστικά τη δεκαετία του ‘70, Μάρτιν Σκορσέζε, του σπουδαίου σεναριογράφου, Πολ Σρέιντερ και του ανήμερου θηρίου της υποκριτικής, εκείνη την εποχή, Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Και βεβαίως του μεγάλου συνθέτη της προηγούμενης γενιάς και στενού συνεργάτη του Χίτσκοκ, Μπέρναρντ Χέρμαν και του έξοχου διευθυντή φωτογραφίας Μάικλ Τσάπμαν. Με ανεξάντλητη σκηνοθετική ενέργεια, ο Σκορσέζε, στην μόλις τρίτη του ταινία, αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό το κεντημένο ψιλοβελονιά σενάριο του Σρέιντερ, για να δώσει τον απαραίτητο χώρο στον Ντε Νίρο να ξετυλίξει την αδάμαστη ψυχική ένταση του ήρωα-αντιήρωα, περιγράφοντας αφοπλιστικά μία ολόκληρη εποχή, κάνοντας την οθόνη να πάλλεται από πάθος και κινηματογραφικό σθένος. Την Αμερική του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, της οδυνηρής ήττας στο Βιετνάμ και των νέων φαιδρών υποσχέσεων, από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, σε έναν λαβωμένο λαό, για μια νέα περίοδο "δόξης λαμπρής" Το φιλμ, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 κορυφαία όλων των εποχών, χάρισε το 1976 στον Σκορσέζε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ και κέρδισε τρία BAFTA, ενώ παραδόξως έκανε και ένα πολύ καλό ρεκόρ εισπράξεων, για μια χαμηλού κόστους παραγωγή, στην οποία ενεπλάκησαν και οι συνομήλικοι του Ιταλοαμερικάνου σκηνοθέτη, Μπράιαν Ντε Πάλμα και Στίβεν Σπίλμπεργκ. Συμπληρώνοντας 50 χρόνια από την πρεμιέρα του, «Ο Ταξιτζής» γίνεται όλο και πιο επίκαιρος στις μέρες μας – όπως συμβαίνει με όλα τα αυθεντικά και μεγάλα καλλιτεχνικά έργα, καθώς πλέον στη θέση του περιφρονημένου και πληγωμένου βαθιά ήρωα του Σκορσέζε βρίσκονται μεγάλα κομμάτια των κοινωνιών παγκοσμίως. Μπορεί οι εποχές να έχουν προχωρήσει, αλλά ο κόσμος φαίνεται να κάνει ολοταχώς βήματα πίσω. Η ασυδοσία των πολιτικών ηγετών, που εξελίσσονται σε αυταρχικούς ηγεμόνες, η κυριαρχία των υπερπλούσιων, που γίνονται όλο και πλουσιότεροι, η αρρωστημένη εξάρτηση από την τεχνολογία, η χειραγώγηση και η αποξένωση, οι πόλεμοι, η φτώχεια, η κατακλυσμιαία ανασφάλεια των πολλών για το μέλλον, φανερώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Δεν είναι πλέον μόνο η ζούγκλα της Νέας Υόρκης του ‘70. Είναι, όπως καθημερινά επιβεβαιώνεται από το αστυνομικό δελτίο, όλοι οι δρόμοι της βίας και της ανεξέλεγκτης οργής, από τις μεγάλες μητροπόλεις μέχρι τις κωμοπόλεις και τα χωριά όλου του κόσμου. Όταν ο Ντε Πάλμα έφερε κοντά τους Σκορσέζε – Σρέιντερ
Όλα ξεκίνησαν από τον Ντε Πάλμα, όταν αυτός γνώρισε τον τότε ακόμη σχεδόν άσημο σεναριογράφο Πολ Σρέιντερ στον Σκορσέζε. Όταν ο σκηνοθέτης διάβασε το σενάριο κατάλαβε αμέσως ότι πρέπει να το μεταφέρει στην οθόνη. Αν και πίστευε ότι «την ταινία δεν θα την έβλεπε κανείς», δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και με όλο του το πάθος έβαλε μπροστά το δύσκολο εγχείρημα, δεδομένης και της αγάπης του για τη Νέα Υόρκη, όπου διαδραματίζεται το στόρι.
Το ημερολόγιο, ο Ντοστογιέφσκι και το πορνό
Ο Σρέιντερ, που εμπνεύστηκε το σενάριό του από το ημερολόγιο του Άρθουρ Μπρέμερ, ο οποίος πυροβόλησε τον υποψήφιο για τις Προεδρικές εκλογές του 1972 Τζορτζ Γουάλας, αλλά και το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Σημειώσεις από το υπόγειο», επηρεάστηκε εμφανώς και από τις δικές του εμπειρίες και την αποξένωση που βίωσε ο ίδιος από την υπόλοιπη κοινωνία. Τότε, ο σπουδαίος γραφιάς ζούσε μοναχικά στο αυτοκίνητό του, έπινε ασταμάτητα, σύχναζε σε πορνοσινεμά και όταν χρειάστηκε κάποια στιγμή να πάει στο νοσοκομείο, συνειδητοποίησε ότι ο πρώτος άνθρωπος που μίλησε, έπειτα από πολύ καιρό, ήταν η νοσοκόμα.
Το εμπνευσμένο στόρι
Ένας πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Τράβις Μπικλ, ζει πλέον στη Νέα Υόρκη και εργάζεται ως ταξιτζής τη νύχτα, καθώς υποφέρει από αϋπνίες και από κατάθλιψη, ενώ τη μέρα συχνάζει σε πορνό-κινηματογράφους. Αν και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, παραμένει μοναχικός, με έντονη την αίσθηση του σωστού και του λάθους και δυσφορώντας με την κατάπτωση της ανθρωπότητας. Ο Τράβις, παθαίνει ψύχωση με μία όμορφη κοπέλα, που εργάζεται στην προεκλογική εκστρατεία ενός γερουσιαστή, την Μπέτσι, αλλά μετά από ένα άτυχο ραντεβού μαζί της, τρελαίνεται και αποφασίζει να μετατραπεί σε εκδικητή και αιματοβαμμένο Μεσσία. Μια από τις προτεραιότητες που βάζει είναι η διάσωση της ανήλικης πόρνης Άιρις, που προσπαθεί να ξεφύγει από τον βούρκο και τον προαγωγό της. Ο Ντε Νίρο και η Φόστερ
Τα γυρίσματα, ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1975, σε μία Νέα Υόρκη να βράζει από τη ζέστη και να ζέχνει από τη βρόμα λόγω της απεργίας των απορριμματοφόρων, ενώ ο Ντε Νίρο πήρε συνεντεύξεις από πραγματικούς στρατιώτες, για να τους μελετήσει, έμαθε να οδηγεί και έχασε περίπου 15 κιλά. Τον ρόλο της Άιρις, πήρε τελικά η Τζόντι Φόστερ, παρότι δεν ήταν η αρχική επιλογή. Οι πρώτες επιλογές του Σκορσέζε ήταν οι Μέλανι Γκρίφιθ, Μπο Ντέρεκ και η εγγονή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Μάριελ, η οικογένεια της οποίας την πίεσε να απορρίψει τον ρόλο. Το καστ συμπλήρωσαν υποδειγματικά οι Χάρβεϊ Καϊτέλ (προαγωγός), Σίμπιλ Σέπερντ (Μπέτσι), Πίτερ Μπόιλ, Άλμπερτ Μπρουκς και Λέοναρντ Χάρις
Το λούνα παρκ απανθρωπιάς και η αθάνατη ατάκα
Ο Σκορσέζε, στην πιο δημιουργική φάση της καριέρας του, εστιάζει πάνω στον αντιήρωά του, που έπαιξε τη ζωή του στη ρώσικη ρουλέτα της ζούγκλας του Βιετνάμ, νομίζοντας ότι πολεμά για τη σημαία. Μέσα από την παρατηρητικότητα του Τράβις αναδεικνύονται όλα αυτά που συνθέτουν μια χώρα σε πτώση. Η υπέροχη τζαζ μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν (πέθανε πριν από την πρεμιέρα του 1975) δίνει το ελεγειακό τέμπο της ταινίας, ενώ ο μέγας μάστορας της φωτογραφίας Μάικλ Τσάπμαν, καθρεφτίζει πάνω στα παρμπρίζ και τους καθρέφτες του κίτρινου ταξί, τους ατμούς των υπονόμων (μια πόλη έτοιμη να εκραγεί), αλλά και τους βίαιους και βρόμικους δρόμους, με τα «βαποράκια», τις πόρνες, τους νταβατζήδες, τη σαπίλα, την αποκτήνωση και όλα αυτά που συνθέτουν ένα ιδιότυπο λούνα παρκ απανθρωπιάς. Ο Σκορτσέζε, φωτίζει τις εικόνες του με νέον και με μία πρωτόγνωρη ωμότητα, αποτυπώνει την απόγνωση του αντιήρωά του, ρίχνοντας στη μάχη της κινηματογραφικής αποπλάνησης του θεατή και το slow motion και δίνοντας τη χαριστική βολή με μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες ατάκες στην ιστορία του σινεμά με τον Ντε Νίρο μπροστά στον καθρέφτη να λέει: "You talkin’ to me?". Μια ατάκα, που δεν υπήρχε στο σενάριο και αποτελεί αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού του ίδιου του Ντε Νίρο. Τέσσερις λέξεις που θα τον κάνουν σταρ!
Η συμβουλή του Σπίλμπεργκ
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Σκορσέζε, για να αποφύγει το κόψιμο, από τη λογοκρισία, της σεκάνς της αιματοχυσίας στο φινάλε, υιοθέτησε τη συμβουλή του Σπίλμπεργκ, που βοήθησε και στο μοντάζ, για την επεξεργασία και τον αποχρωματισμό της, έτσι ώστε να φαίνεται λιγότερο ζωντανό το κόκκινο του αίματος. Χρόνια μετά, ο Σκορσέζε δήλωνε ικανοποιημένος από την αλλαγή του χρώματος στο φινάλε, θεωρώντας ότι βελτίωνε την εικόνα της αρχικά γυρισμένης σκηνής, παρά την αντίθετη άποψη του Τσάπμαν. Το ταξίμετρο της ιστορίας
Μισό αιώνα από την πρεμιέρα της και με την εύνοια της τύχης – αλλά και ως παράδοξο – να ζουν σχεδόν όλοι οι βασικοί συντελεστές της κλασικής πια ταινίας, Ο «Ταξιτζής» γράφει χιλιόμετρα στην κινηματογραφική ιστορία, σε μια κούρσα ανελέητη και συνταρακτικά επίκαιρη. Ένα κινηματογραφικό μανιφέστο, μία απεγνωσμένη προειδοποίηση για να αποφύγουμε τα αίτια και να μην φτάσουμε σε φαινόμενα Τράβις, αν και το ταξίμετρο της ιστορίας τρέχει σαν τρελό προς αυτή την κατεύθυνση.
Χλόη ευχαριστώ για την εμπεριστατωμένη παρουσίαση και τις επισημάνσεις
Killers of the Flower Moon _Δολοφόνοι Ανθισμένων Φεγγαριών
Λίγα για την κληρονομιά
Οι ταινίες ταξιτζής, American Gigolo, Light Sleeper και The Walker αποτελούν μια σειρά που αναφέρονται ποικιλοτρόπως ως "Man in a Room" ή "Night Worker". Ο σεναριογράφος Paul Schrader (ο οποίος σκηνοθέτησε τις τρεις τελευταίες ταινίες) έχει πει ότι θεωρεί τους κεντρικούς χαρακτήρες των τεσσάρων ταινιών ως έναν χαρακτήρα που έχει αλλάξει καθώς μεγαλώνει. Η ταινία επηρέασε επίσης την ασήμαντη ταινία του Charles Winkler You Talkin' to Me? Επιπλέον, εκδόθηκε ένα σχετικό βιβλίο. Η ερμηνεία του De Niro στην ταινία _Taxi Driver, είχε βαθύ αντίκτυπο στη Meryl Streep, που είπε στον εαυτό της: "Αυτός είναι ο τύπος ηθοποιού που θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω". Η ερμηνεία του ψυχοπαθούς Albie Kinsella το 1994 από τον Robert Carlyle στη βρετανική τηλεοπτική σειρά Cracker ήταν εν μέρει εμπνευσμένη από τον Travis Bickle, και ως εκ τούτου η ερμηνεία του Carlyle έχει συχνά συγκριθεί με του Ντε Νίρο. Το τέλος του εκδικητή ενέπνευσε τον Jacques Audiard για την ταινία του Dheepan, η οποία βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα το 2015. Ο Γάλλος σκηνοθέτης βασίστηκε στον ομώνυμο χαρακτήρα του Τίγρη των Ταμίλ σε αυτόν που υποδύθηκε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο για να τον κάνει «πραγματικό ήρωα του κινηματογράφου». Η ταινία του 2019 Joker, σε σκηνοθεσία Τοντ Φίλιπς, αντλεί επίσης έμπνευση από το Taxi Driver. Το θρυλικό "You talkin' to me?" / "You talkin' to me?" "Σεμένα μιλάς;" του Travis Bickle (Robert De Niro) ψηφίστηκε #10 στην δημοσκόπηση 100 Movie Quotes του AFI (Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου) και έχει γίνει βασικό στοιχείο της ποπ κουλτούρας. Στη σχετική σκηνή, ο διαταραγμένος Bickle κοιτάζει τον εαυτό του σε έναν καθρέφτη, φανταζόμενος μια αντιπαράθεση που θα του έδινε την ευκαιρία να τραβήξει το όπλο του: You talkin' to me? You talkin' to me? You talkin' to me? Then who the hell else are you talkin' to? You talkin' to me? Well I'm the only one here. Who the fuck do you think you're talking to? Μου μιλάς; Μου μιλάς; Σε μένα; Τότε σε ποιον άλλον μιλάς; Μου μιλάς; Λοιπόν, είμαι ο μόνος εδώ. Σε ποιον στο καλό νομίζεις ότι μιλάς;
Ενώ ο Σκορσέζε είπε ότι εμπνεύστηκε από την ταινία του Τζον Χιούστον του 1967, «Reflections in a Golden Eye», από μια σκηνή στην οποία ο χαρακτήρας του Marlon Brando κοιτάζει τον καθρέφτη, ο σεναριογράφος υποστήριξε ότι ο Ντε Νίρο αυτοσχεδίασε τον διάλογο και ότι η ερμηνεία του ήταν εμπνευσμένη από «έναν underground κωμικό της Νέας Υόρκης» τον οποίο είχε δει κάποτε, πιθανώς συμπεριλαμβανομένης της χαρακτηριστικής του ατάκας. Ο Ρότζερ Έμπερτ των Chicago Sun-Times είπε για το τελευταίο μέρος της φράσης, «Είμαι ο μόνος εδώ», ότι ήταν «η πιο αληθινή ατάκα στην ταινία ___Η απεγνωσμένη ανάγκη του Τράβις Μπικλ να κάνει κάποιο είδος επαφής με κάποιο τρόπο - να μοιραστεί ή να μιμηθεί την αβίαστη κοινωνική αλληλεπίδραση που βλέπει παντού γύρω του, αλλά στην οποία δεν συμμετέχει».
Στα απομνημονεύματά του του 2009, ο σαξοφωνίστας Κλάρενς Κλέμονς είπε ότι ο Ντε Νίρο εξήγησε την προέλευση της ατάκας κατά τη διάρκεια της παραγωγής του New York, New York (1977), με τον ηθοποιό να βλέπει τον Bruce Springsteen να λέει τη ατάκα στη σκηνή σε μια συναυλία του 2000. Στην ταινία του 2000 The Adventures of Rocky and Bullwinkle, ο Ντε Νίρο θα επαναλάμβανε τον μονόλογο με κάποιες αλλαγές στον ρόλο του χαρακτήρα Fearless Leader.
Ο Σκορτσέζε, με προγενέστερη ταινία την «Κακόφημοι Δρόμοι», ο σεναριογράφος Πολ Σράντερ και ο κύριος ηθοποιός Ρόμπερτ Ντε Νίρο, την εποχή του «ταξιτζή», δεν έμοιαζαν με ομάδα υποσχόμενη εμπορική επιτυχία. Εξάλλου, οι ισχυρές δόσεις βίας και ύβρεων όπως και η απουσία ηχηρών πρωταγωνιστικών σταρ, προδιέγραφε αυτόματα λελογισμένη πορεία σε σχετικά περιορισμένο ακροατήριο. Για τους παραπάνω λόγους, προκάλεσε έκπληξη η εισπρακτική επιτυχία της ταινίας που έφθασε στη 12η θέση στη λίστα του box office. «ο ταξιτζής» ανήκει στις ταινίες του «δεξιού κύκλου», σε αντιδιαστολή με σύγχρονές της, του «αριστερού» οι οποίες επιδίωκαν και καλλιεργούσαν την ανάπτυξη ενός «ειρωνικού» ακροατηρίου, μέσω - μορφικών/δομικών κατά βάση - «διορθωτικών κινήσεων», οι οποίες, όχι μόνο συνιστούσαν μέρος της εμπορικής τους στρατηγικής, αλλά και το «κλειδί» της νομιμότητας και γνησιότητάς τους.
Αντίθετα, ο «δεξιός κύκλος» απευθύνεται σε αυτό που ονομάζουμε πλατύ κοινό, στο κοινό που είθισται να αντιμετωπίζει τις «διορθώσεις» με τον όρο «κουλτουριάρικο» - από τους πιο καταδικαστικούς επιθετικούς προσδιορισμούς στη συγκεκριμένη συγκυρία. Ως εκ τούτου, οι «δεξιές» ταινίες, σε γενικές γραμμές, παρουσιάζουν περιορισμένες τάσεις στα ενέσιμα νατουραλιστικά στοιχεία σε παραδοσιακές ιστορίες, αστυνομικές ή ιστορίες εκδίκησης. Σε επίπεδο μορφής και φόρμας οι ταινίες αυτές αποφεύγουν, σχεδόν ολοκληρωτικά, τις επινοήσεις του γαλλικού Νέου Κύματος και προτιμούν να βελτιώνουν και να αναπτύσσουν τις συμβάσεις του κλασικού Χόλιγουντ. Οπως έκανε ο «ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΕΪΝ», έτσι και «Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ» του Σκορτσέζε οριοθέτησε τις προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει στα χολιγουντιανά υποδείγματα τόσο στο πεδίο της φόρμας όσο και της θεματικής. Οπως ο «ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΕΪΝ» επίσης, διατήρησε την προσβασιμότητα της ταινίας και περιέκλεισε τις όποιες αναθεωρήσεις της, στα πλαίσια ενός δημοφιλούς κινηματογραφικού είδους και ενός αποδεκτού κινηματογραφικού στιλ. Ετσι, η ταινία επιφανειακά μοιάζει να «χωρά» άνετα, στον όρο «γουέστερν του δρόμου». Στο «Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ», οι δανεισμοί από το γαλλικό Νέο Κύμα, δεν έγιναν ποτέ απλά διακοσμητικοί ή εντελώς αυθαίρετοι από τις απαιτήσεις της αφήγησης. Ο Σκορτσέζε μετατρέπει τα «ξένα» στιλιστικά στοιχεία σε, λειτουργικά αφηγηματικά τέτοια και ενσωματώνει τις «ρήξεις» στην αφήγηση, έτσι αυτές γίνονται «αόρατες». Δηλαδή, μετατρέποντας σε λειτουργικές, τις στιλιστικές του επιλογές, ο Σκορτσέζε μπορεί να συνεχίσει να κινείται σε ένα πλατύ κοινό που, όμως, όλα αυτά δεν τα αντιλαμβάνεται σαν επί τούτου «κουλτουριάρικα», δεδομένου ότι τα αφηγηματικά κίνητρα έχουν όντως μετατρέψει τις στιλιστικές αυτές στρατηγικές, σε αόρατες. Με άλλα λόγια, «Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ» συμμορφώθηκε προς τη θεμελιώδη υπόθεση εργασίας του αμερικανικού σινεμά που ισχυρίζεται ότι το στιλ πρέπει να υπηρετεί την αφήγηση. Η ταινία, επίσης, αυτοδιαφημίστηκε σαφέστατα ως ένα νέο κινηματογραφικό είδος. Ετσι η ταινία, έχοντας αποφύγει να «τρομοκρατήσει» τις πλατιές μάζες, μπορούσε ακολούθως να επιτεθεί στον αειθαλή για το αμερικάνικο κοινό μύθο που άπτεται της πεποίθησης ότι το στιλ γουέστερν, οι ατομικές λύσεις σε σύγχρονα, σύνθετα προβλήματα μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζεται...
Η βασική ιστορία στο «Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ» ακολουθεί την πεποίθηση στη συνταγή του κλασικού γουέστερν: ένα άτομο που παρά τη θέλησή του βρίσκεται αντιμέτωπο με το κακό, ενεργεί μόνο του, για να απαλλάξει την κοινωνία από τους κακούς! Η ιστορία στην ταινία θέλει τον ήρωα με παρελθόν τυπικό, για κάποιον που στοχεύει και πατά την σκανδάλη... Ο ήρωας μυστηριώδης, με υπαινικτικά στοιχεία βίας και οικειότητα με τα όπλα. Ο Τράβις Μπικλ υπήρξε πεζοναύτης, το σενάριο τον θέλει να έχει υπηρετήσει στο Βιετνάμ. Οπως όλοι οι εκτός νόμου ήρωες, έτσι και ο Τράβις αναγνωρίζει πάραυτα τα προβλήματα στον καινούργιο του χώρο αλλά παραμένει - σαν τον κοινότυπο ήρωα των γουέστερν - απρόθυμος να εμπλακεί. Στη διάρκεια μιας κούρσας που διασχίζει τη Νέα Υόρκη, ο Τράβις περιγράφει με voice - over αυτά που είδε, αυτά που «εκσυγχρονίζουν» το απόθεμα των στοιχείων του γουέστερν και αναρωτιέται «Τι είδους πόλη είναι αυτή;» Και σύμφωνα με το μοντέλο της δεξιάς «διόρθωσης» η δράση για την κάθαρση μπορεί έρθει μόνο από τον ατομικό ήρωα. Ο Τράβις εφοδιάζεται με όπλα από την μαύρη αγορά και αρχίζει να ασκείται κοιτάζοντας το είδωλό του στον καθρέφτη... Ακόμα και η προσπάθειά του να συνδεθεί με μια γυναίκα καταρρέει στα πλαίσια ενός πρότυπου για το «ασυμβίβαστο».
Ο Σκορτσέζε δομεί την ταινία στη βάση επιδέξιων αντιπαραθέσεων που όμως ενθαρρύνουν το κοινό να δει τον μοναχικό Τράβις σαν τον μοναδικό τίμιο και αυθεντικό χαρακτήρα, που ο ηρωισμός του, προέκυψε κατά τύχη... Αυτός ο εμφανέστατα ρηχός και αντιεπιστημονικός λαϊκισμός από πλευράς σεναρίου, προτρέπει το πλατύ κοινό - ειδικά το σημερινό - να δει τον Τράβις σαν την πραγματική ηθική δύναμη της ταινίας. Βέβαια, σαν αντιστάθμισμα υπάρχει πληθώρα υπαινιγμών για την αστάθεια του Τράβις, υπαινιγμοί που αποδίδονται με μορφικές ρήξης στο αόρατο στιλ, με υποκειμενικά πλάνα με στροβιλιζόμενες σκηνές δρόμου και βαθιά χρώματα που συνοδεύονται από μουσική που προκαλεί αναστάτωση και σε στιγμές φθάνει σε σημείο ελαφράς ταχυκαρδίας...
Οι διφορούμενες «διορθώσεις» της ταινίας μπορούν να οδηγήσουν και σε διφορούμενες αναγνώσεις. «Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ» αντιπροσωπεύοντας τη μοντέρνα εκδοχή του πιο θεμελιώδους μύθου της αμερικάνικης κουλτούρας αυτού που ο Richard Slotkin περιγράφει σαν το μύθο της αναγέννησης μέσα από τη βία, απορρίπτει το μύθο σαν αδύνατον να εφαρμοστεί στις σύγχρονες κοινωνίες και τα σύνθετα προβλήματα που τις μαστίζουν. Γιατί ο μύθος αυτός, ο πρώτος συνεπής στην Αμερική και για αμερικανικά ακροατήρια πηγάζει μέσα από ιστορίες που κάποτε λειτουργούσαν σαν έκκληση στους πιονιέρους του Νέου Κόσμου και τις αμφίθυμες ευθύνες τους, ιδιαίτερα στη σκοτεινή πλευρά των πουριτανών. Που αντιλαμβάνονταν τη Γη της Επαγγελίας σαν πλουσιοπάροχο κήπο αλλά ταυτόχρονα και σαν τρομαχτική, εχθρική αγριότητα. «Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ» κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί αλληγορικά και ως προς τα αμερικανικά βιώματα στο Βιετνάμ, ενώ δυστυχώς εξισώνει την παρόρμηση με την επαγρύπνηση...
Ο Ρόμπερτ ντε Νίρο στον ρόλο _όπως ήδη αναφέραμε, ενός βετεράνου του πολέμου του Βιετνάμ, ενός ανθρώπου αποκομμένου από την κοινωνία, που οδηγεί ταξί τις νύχτες στη Νέα Υόρκη. Η ανήλικη Τζόντι Φόστερ υποδύεται την πόρνη που κακοποιείται από το αφεντικό της και αποτελεί το βασικό αντικείμενο των φαντασιώσεων του πρωταγωνιστή που, αφού σκοτώσει τον προστάτη της και την απελευθερώσει, θα γνωρίσει μια πρόσκαιρη δόξα.
Η Νύχτα και η Πόλη, η αστική μοναχικότητα στη βίαιη αποδόμησή της, ένας άνδρας απέναντι στον υπόκοσμο μέσα στο μεταλλικό φέρετρό του, Μεσσίας στο μυαλό του, μπερδεμένος και αποσυνάγωγος, όσο και οι ανερμάτιστες διαδρομές του. Ο Τράβις Μπικλ είναι κινούμενο οξύμωρο: ενώ οδηγεί κάτω από το ραντάρ και κινείται σχεδόν αόρατα, έχει ανάγκη να πρωταγωνιστήσει. Έχοντας προβάρει (στον καθρέφτη, στη χαραμάδα που τον χωρίζει από την κατάλληλη ευκαιρία) τον ρόλο του σωτήρα-πιστολέρο, περιμένει τη στιγμή, «he covets» που θα έλεγε και ο δρ. Λέκτερ. Προϊόν μιας εποχής όπου τα πρώτα meta στοιχεία έσκαγαν σε συμπεριφορές και τάσεις, ο Τράβις αρνείται να πεθάνει αργά, όπως οι πρώην συνάδελφοί του, και ψάχνει έναν τρόπο να αναδυθεί, να γίνει contender. Προηγείται του Ρούπερτ Πάπκιν, πρωταγωνιστή του "Βασιλιά της Κωμωδίας", που κι εκείνος ζητούσε την προσοχή του κόσμου, και όταν αντιλήφθηκε ότι δεν του έβγαινε το χαρτί, απήγαγε την ίδια τη διασημότητα που τόσα χρόνια του διέφευγε. Αν κάποιος μπορούσε να υποκαταστήσει τον Ρόμπερτ ντε Νίρο σε αυτούς τους ρόλους, δεν θα ήταν ο Ντι Κάπριο αλλά ο Ματ Ντέιμον ή ο Χοακίν Φίνιξ, που εν μέρει το έκανε στον «Joker» του. Είναι δύσκολο, και δύστροπο, να αδειάζεις την προσωπικότητά σου για να γεμίσεις χαρακτήρα, και ο Ντε Νίρο, που στον "Ταξιτζή" έχασε το Όσκαρ α’ ρόλου από τον Πίτερ Φιντς, ήταν master σε αυτό στην πρώτη του φάση. Οι σκηνές και οι ατάκες του "Ταξιτζή" δεν χρειάζονται συστάσεις: το πρώτο αριστούργημα του Μάρτιν Σκορσέζε αναστάτωσε με τη βία και την αυτοδικία του παρατηρητή/δράστη, την ανήλικη Τζόντι Φόστερ σε έναν τολμηρό star making ρόλο και τη συνεχή αίσθηση πνιγηρής ανομίας στους σκοτεινούς δρόμους της Νέας Υόρκης, τα αρρωστημένα χρώματα της οποίας γίνονται πιο κομψά κάτω από την jazz saxophone ελεγεία του συνθέτη Μπέρναρντ Χέρμαν, στην αυλαία μιας τεράστιας καριέρας που απογειώθηκε με τον "Πολίτη Κέιν". Τοποθετημένος μεταξύ του Άλεξ από το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και του Μπέιτμαν από το "American Psycho", ο Τράβις Μπικλ γλιστράει στη βρεγμένη μητρόπολη σε αργή κίνηση, οδηγεί σαν μέσα σε όνειρο μέσα στη νύχτα καθώς πλησιάζει η αυγή και κινείται σαν υπνωτισμένος προς τη σωτηρία ή την αιώνια καταδίκη. Είναι ένας τσακισμένος βετεράνος του Βιετνάμ, ο κοινωνιοπαθής τιμωρός της αδικίας που πίνει, βλέπει τσόντες σε σινεμά-χαμαιτυπεία, αυτοκαταστρέφεται για να αντέξει και που, αν και διατηρεί τα post ’60s χαρακτηριστικά του, βασικά προοικονομεί τη σύγχρονη κουλτούρα της αυτοεπιβεβαίωσης, της ταύτισης με τον ριγμένο, το αφανές αουτσάιντερ ως προέκταση της μοναχικής, και εν πολλοίς ναρκισσιστικής ανάγνωσης του σινεμά – ενώ η πρόθεση του Σκορσέζε (είναι βαθιά Καθολικός, άλλη μια κινηματογραφική παραβολή είναι ο «Ταξιτζής») ήταν να ρίξει στην αρένα έναν αμφιλεγόμενων προθέσεων άνδρα που τα μαζεύει καιρό, εκρήγνυται, ξεπερνά τα όρια και παλεύει να κατανοήσει και ο ίδιος τις πράξεις του σε μια προειδοποιητική αντανάκλαση της αβύσσου. Με έναν παράξενο τρόπο, ο «Βασιλιάς της Κωμωδίας» (πολύ πριν από τον «Joker») είναι μια μακρινή προέκταση του περιφρονημένου Τράβις. Ο Ταξιτζής
Το Taxi Driver είναι ψυχολογικό νεο-νουάρ θρίλερ παραγωγής με τον πρωταγωνιστή της __σήμερα με 2 Oscars, 69 βραβεία & 178 υποψηφιότητες να έχει ξεκινήσει την καριέρα του με το Encounter (σε έναν μικρό ρόλο σε ανεξάρτητη παραγωγή) και το βραβευμένο. Trois chambres à Manhattan _και τα δύο το 1965 και από μια στιγμή και μετά να παίρνει μέρος σε μπούρδες. Η ταινία προτάθηκε για τέσσερα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων του Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, ενώ βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Το 1998 έλαβε την 52η θέση στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών που θεσπίστηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, ενώ το 1994 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική. Δείτε σδώ και περί Paul Schrader (υποψήφιου Oscar με 41 βραβεία & 84 υποψηφιότητες)
Η υπόθεση της ταινίας αναλυτικά:
Ο Τράβις Μπικλ είναι πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ που ζει στη Νέα Υόρκη, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στην τάξη πραγμάτων. Υποφέρει από αϋπνίες και από κατάθλιψη κι εργάζεται ως ταξιτζής τα βράδια, ενώ την ημέρα συχνάζει σε σινεμά όπου προβάλλονται πορνογραφικές ταινίες, σκεπτόμενος το βαθμό στον οποίο ο κόσμος, και ειδικά η Νέα Υόρκη, έχει χειροτερεύσει. Είναι μοναχικός κι έχει έντονη αίσθηση του σωστού και του λάθους στην ανθρωπότητα. Μοναδική του σανίδα σωτηρίας φαίνεται να είναι η Μπέτσι, μια κοπέλα που εργάζεται για την προεκλογική εκστρατεία του γερουσιαστή Τσαρλς Πάλανταϊν. Ο Τράβις παθαίνει ψύχωση με την Μπέτσι και, μετά από ένα ατυχές ραντεβού μαζί της, στο οποίο την οδηγεί σε ένα σινεμά πορνογραφικών ταινιών, τρελαίνεται κι αποφασίζει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αλλάξει τον κόσμο. Μια από τις προτεραιότητες του είναι η διάσωση της ανήλικης πόρνης Άιρις από το βούρκο της ακολασίας, για την οποία πιστεύει ότι θέλει να ξεφύγει από την εκμετάλλευση που υφίσταται από τον προαγωγό της Μάθιου Σπορτ.
Παραγωγή: Σύμφωνα με τον Μάρτιν Σκορσέζε, ο σκηνοθέτης Μπράιαν Ντε Πάλμα τον σύστησε στο σεναριογράφο της ταινίας Πολ Σρέιντερ. Στο βιβλίο Scorsese on Scorsese που βασίζεται σε συνέντευξη του σκηνοθέτη πάνω στο έργο του, από τους Ντέιβιντ Τόμσον και Ίαν Κρίστι, ο Σκορσέζε μιλάει για το γεγονός ότι μεγάλο μέλος της ταινίας προήλθε από την προσωπική του αντίληψη για την επιρροή του κινηματογράφου στον άνθρωπο. Σύμφωνα με τον Σκορσέζε ο κινηματογράφος μεταφέρει τον άνθρωπο σε έναν κόσμο ονειρικό και προκαλεί διέγερση παρόμοια με εκείνη που χαρακτηρίζει εκείνους που κάνουν χρήση ναρκωτικών. Με τον ταξιτζή ο Σκορσέζε προσπάθησε να επιφέρει αφύπνιση στο θεατή. Αποκαλεί τον Τράβις Άγγελο Τιμωρό που πλανάται στους δρόμος της Νέας Υόρκης, που αντιπροσωπεύει όλες τις μεγαλουπόλεις, ξορκίζοντας τα δαιμόνια. Ο αυτοσχεδιασμός είχε σημαντικό ρόλο στην ταινία όπως για παράδειγμα στη σκηνή μεταξύ του Ντε Νίρο και της Σέπερντ στην καφετέρια. Η κίνηση της κάμερας, που καταγράφει τα γεγονότα, παρουσιάζει επιρροές από την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ, 13 Εγκλήματα Ζητούν Ένοχο (The Wrong Man, 1957) και από το ντοκιμαντέρ του Τζακ Χέιζαν A Bigger Splash (1973).
Στη συνέντευξή του ο σκηνοθέτης αναφέρεται επίσης στους θρησκευτικά σύμβολα της ταινίας, παρομοιάζοντας τον Μπικλ με άγιο που θέλει να καθαρίσει τη σκέψη του, αλλά και τη ζωή του. Ο Μπικλ αποπειράται να αυτοκτονήσει στο τέλος της ταινίας, όπως κάνουν οι σαμουράι διατηρώντας την τιμή τους. Όταν ο Τράβις συναντά τη Μπέτσι στην καφετέρια της υπενθυμίζει τους στίχους του τραγουδιού του Κρις Κριστόφερσον The Pilgrim, Chapter 33: Είναι προφήτης και βαποράκι, μερικώς αληθινός, μερικώς ψεύτικος. Σε εκείνο τους το ραντεβού, ο Μπικλ πηγαίνει την Μπέτσι σε πορνογραφικό σινεμά για να δουν μαζί μια σουηδική ταινία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης με τίτλο Ur kärlekens språk (Η γλώσσα του έρωτα).
Η ταινία γυρίστηκε το καλοκαίρι του 1976 στη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια απεργίας των απορριμματοφόρων. Ο Ταξιτζής υπέστη λογοκρισία από την Ένωση Κινηματογραφιστών Αμερικής για τις σκηνές βίας που περιείχε. Ο Σκορσέζε έκανε αποκορεσμό στο χρώμα της εικόνας στις τελικές σκηνές, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο την κυκλοφορία της ταινίας με την ένδειξη Ακατάλληλον προς ανηλίκους. Για τη δημιουργία των ατμοσφαιρικών σκηνών μέσα στο ταξί του Μπικλ, οι υπεύθυνοι του ήχου έμπαιναν στο φορτηγό που ακολουθούσε το αυτοκίνητο κι ο Σκορσέζε με το διευθυντή φωτογραφίας, Μάικλ Τσάπμαν, στριμώχνονταν στο πάτωμα του πίσω μέρους του ταξί απ' όπου έριχναν το φωτισμό στο μπροστινό κάθισμα. Ο Πολ Σρέιντερ έλαβε την έμπνευση για τη συγγραφή του σεναρίου από το ημερολόγιο του Άρθουρ Μπρέμερ, που πυροβόλησε τον Τζορτζ Γουάλας, υποψήφιο για τις Προεδρικές Εκλογές του 1972 στις Η.Π.Α., από το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Σημειώσεις από το Υπόγειο καθώς κι από τον εαυτό του σε μια περίοδο που δίαγε ζωή παρόμοια με εκείνη του Μπικλ. Είχε βιώσει διαζύγιο και τον μετέπειτα χωρισμό από την κοπέλα με την οποία συζούσε και πέρασε μερικές βδομάδες ζώντας στο αυτοκίνητό του. Κατάφερε να γράψει το σενάριο της ταινίας τον μήνα που έζησε στο σπίτι της πρώην του κοπέλας, όσο εκείνη έλειπε. Ο σεναριογράφος αποφάσισε να κάνει τον Μπικλ βετεράνο του Βιετνάμ επειδή το εθνικό τραύμα του πολέμου μπορούσε να εξηγήσει καλύτερα την ψυχοσύνθεσή του και την παράνοια του χαρακτήρα του και να κάνει τις μεταπολεμικές του εμπειρίες να φαντάζουν εντονότερες και απειλητικότερες σε σχέση με εκείνες του πολέμου.
Ενώ ετοιμαζόταν για να ερμηνεύσει το ρόλο του Τράβις Μπικλ, ο Ντε Νίρο γύριζε το 1900 (1976) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι στην Ιταλία. Σύμφωνα με τον Πίτερ Μπόλ με το που τελείωνε τα γυρίσματα της ταινίας τις Παρασκευές, έμπαινε στο αεροπλάνο για να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Ο ηθοποιός απέκτησε δίπλωμα οδήγησης για ταξί για την προετοιμασία του κι όταν είχε διάλειμμα από τα γυρίσματα του 1900 έπαιρνε το ταξί κι έκανε βόλτες στη Νέα Υόρκη κι έπειτα γύριζε ξανά στη Ρώμη για να συνεχίσει τα γυρίσματα. Ο ηθοποιός έχασε περίπου 15 κιλά και άκουγε συχνά στο κασετόφωνο τις αναγνώσεις του ημερολογίου του Άρθουρ Μπέρμερ. Όταν έβρισκε επίσης χρόνο πεταγόταν στην Αμερικανική Βάση που βρισκόταν στην Νότια Ιταλία και ηχογραφούσε τις προφορές των στρατιωτών, πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμες για το χαρακτήρα του Τράβις. Όταν ο Μπικλ αποφάσισε να δολοφονήσει τον Γερουσιαστή Πάλαταϊν, έκοψε τα μαλλιά του δίνοντας τους μορφή Μοϊκανού. Αυτή η λεπτομέρεια ήταν πρόταση του Βίκτορ Μανιότα, ενός φίλου του Σκορσέζε που είχε υπηρετήσει στο Βιετνάμ και που είχε ένα μικρό ρόλο στην ταινία.
Η Τζόντι Φόστερ δεν ήταν η πρώτη επιλογή για το ρόλο της Άιρις. Ο Σκορσέζε σκέφτηκε πρώτα να αναθέσει το ρόλο στις Μέλανι Γκρίφιθ, Λίντα Μπλερ, Μπο Ντέρεκ και Κάρι Φίσερ. Η εγγονή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Μάριελ Χέμινγουεϊ, πέρασε από ακρόαση για το ρόλο, αλλά μετά από πιέσεις από την οικογένειά της αποφάσισε να απορρίψει το ρόλο. Εφόσον υπήρξε η απόρριψη του ρόλου από άλλες ηθοποιούς, ο Σκορσέζε αποφάσισε να προσλάβει μια έμπειρη νεαρή ηθοποιό, την Τζόντι Φόστερ, η οποία είχε συμμετάσχει και στην ταινία του Σκορσέζε, Η Αλίκη δε Μένει Πια Εδώ (Alice Doesn't Live Here Anymore, 1974).
Σύμφωνα με το αρχικό σενάριο του Σρέιντερ ο προαγωγός της Άιρις, Μάθιου ήταν νέγρος. Προκειμένου να αποφύγει τις αντιδράσεις της κοινότητας των μαύρων των Η.Π.Α., ο Σκορσέζε άλλαξε το σενάριο καθιστώντας το χαρακτήρα λευκό κι ανέθεσε το ρόλο στον Χάρβεϊ Καϊτέλ, με τον οποίο είχε ήδη συνεργαστεί στην ταινία Κακόφημοι Δρόμοι (Mean Streets, 1973). Παρόλα αυτά, αφήνεται να εννοηθεί ότι ο Τράβις Μπικλ έτρεφε απέχθεια για τους μαύρους. Οι ταξιτζήδες στην ταινία αναφέρονται στο Χάρλεμ ως τη χώρα των Μάου Μάου, κι ο Τράβις κοιτάει με εχθρικότητα όλους τους μαύρους χαρακτήρες της ταινίας. Άλλη μια σεναριακή αλλαγή αφορά την τοποθεσία στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα. Το σενάριο του Σρέιντερ τοποθετούσε τα γεγονότα στο Λος Άντζελες, ενώ ο Σκορσέζε μετατόπισε την τοποθεσία στη Νέα Υόρκη, εφόσον εκεί τα ταξί ήταν περισσότερα σε αριθμό, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970.
Διχασμός: Η σκηνή με την αιματοχυσία του τέλους της ταινίας θεωρήθηκε παραστατική και έντονη από μερικούς κριτικούς, κατά την πρεμιέρα της ταινίας. Ο Σκορσέζε προκειμένου να προβληθεί η ταινία στους κινηματογράφους με την ένδειξη Ακατάλληλον για ανηλίκους, έκανε αποκορεσμό στο χρώμα της εικόνας καθιστώντας το χρώμα του αίματος λιγότερο έντονο. Σε συνεντεύξεις που έδωσε αργότερα ο Σκορσέζε, σχολίασε ότι ήταν ικανοποιημένος για την αλλαγή του χρώματος στην τελική σκηνή, κι ότι θεωρούσε ότι βελτίωνε την εικόνα της αρχικά γυρισμένης σκηνής. Στην ειδική έκδοση του DVD, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, Μάικλ Τσάπμαν, δήλωσε ότι ήταν στεναχωρημένος με την αλλαγή των χρωμάτων και για το γεγονός ότι η αυθεντική κόπια του φιλμ με το αναλλοίωτο χρώμα δε σώζεται πια.
Μερικοί από τους κριτικούς εξέφρασαν το φόβο τους για την παρουσία της δεκατριάχρονης Τζόντι Φόστερ κατά τη σκηνή της αιματοχυσίας. Η Φόστερ δήλωσε ότι παρά το γεγονός ότι ήταν παρούσα στο γύρισμα της σκηνής, είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει βήμα προς βήμα τη διαδικασία του στησίματος και της χρήσης των ειδικών εφέ που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία της τελικής σεκάνς. Αντί να αισθανθεί άγχος ή να της δημιουργηθεί ψυχικό τραύμα από τη βία της σκηνής, διασκέδασε και γοητεύτηκε από τα γεγονότα που προηγήθηκαν των γυρισμάτων. Εκτός αυτού, πριν αναλάβει το ρόλο, η Φόστερ πέρασε από ψυχολογικό τεστ για να αποδειχτεί ότι δεν επρόκειτο να τραυματιστεί ψυχολογικά από το ρόλο της στην ταινία, σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους της Καλιφόρνια. Όταν η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στην τηλεόραση, υπήρξε η προσθήκη μιας ανεξήγητης επιγραφής κατά τη διάρκεια των τίτλων τέλους στην οποία αναφερόταν: Προς το τηλεοπτικό μας κοινό: Ως επακόλουθο της βίας, η διάκριση μεταξύ του ήρωα και του κακού είναι αρκετές φορές θέμα ερμηνείας ή παρερμηνείας των γεγονότων. Ο "Ταξιτζής" υπαινίσσεται ότι τραγικά λάθη μπορούν να συμβούν. Οι δημιουργοί της ταινίας. Τζον Χίνκλεϊ Τζ.
Ο Ταξιτζής είχε μέρος ευθύνης στη δημιουργία της απατηλής φαντασίας του Τζον Χίνκλεϊ Τζ., ο οποίος την ιδέα να αποπειραθεί να δολοφονήσει τον πρόεδρο των Η.Π.Α. Ρόναλντ Ρίγκαν το 1981, μια πράξη για την οποία κρίθηκε αθώος για λόγους παραφροσύνης. Ο Χίνκλεϊ δήλωσε ότι η πράξη του ήταν μια προσπάθεια για να εντυπωσιάσει την Τζόντι Φόστερ, με την οποία είχε ψύχωση. Ο Χίνκλεϊ ξύρισε τα μαλλιά του υιοθετώντας το στυλ του Μοϊκανού που είχε ο Ντε Νίρο στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Ο δικηγόρος του στήριξε την υπεράσπισή του, προβάλλοντας στο δικαστήριο την ταινία του Σκορσέζε.
Υποδοχή:Η ταινία γυρίστηκε με προϋπολογισμό 1.3 εκατομ$ κι έκανε εισπράξεις 28+.στις Ηνωμένες Πολιτείες, πράγμα που την κατέστησε την 17η εμπορικότερη ταινία της χρονιάς. Ο Ρότζερ Ίμπερτ χαρακτήρισε τον Ταξιτζή ως μια από τις καλύτερες ταινίες που είχε δει ποτέ. Η ταινία θεωρείται ως αριστούργημα από τους περισσότερους Έλληνες κριτικούς κινηματογράφου, πλην του πάντα αιρετικού Βασίλη Ραφαηλίδη που το ονόμασε «Σοφιστικέ κατασκεύασμα για αφελείς και ημιμαθείς» βλ Βασ. Ραφαηλίδη Λεξικό Tαινιών (εκδ. Αιγόκερως, 2003) “Όλα τα βραβεία σκοπιμότητας δεν θα μπορούσαν να σώσουν τούτο το σοφιστικέ κατασκεύασμα για αφελείς και ημιμαθείς. Διότι: 1) O ταξιτζής (Ρόμπερτ ντε Νίρο) είναι ένας ήρωας προερχόμενος από τη «σιωπηλή πλειοψηφία». Αλλά αυτή μόνο νευρωτικούς μπορεί να βγάλει, που είναι δυνατόν να γίνουν εγκληματίες αλλά ποτέ ήρωες. 2) Ο περίγυρος της νυχτερινής βάρδιας του ταξιτζή δεν είναι απάνθρωπος. Είναι, απλώς, ένας χώρος έρημος λόγω ώρας. 3) Ένας ταξιτζής είναι αναγκαστικά υπηρέτης των επιβατών του. Κι αν αυτό τον ενοχλεί, όπως τον ταξιτζή μας, δεν έχει παρά ν’ αλλάξει επάγγελμα. 4) Ένας ταξιτζής μπορεί να τρελαθεί, όντας το ζωντανό εξάρτημα του αυτοκινήτου του, αλλά σε καμία περίπτωση τούτη η τρέλα δεν θα ‘ναι αποτέλεσμα της βαρβαρότητας ενός περίγυρου, που άλλωστε αποκρύβεται όπως είπαμε. 5) Ένας ταξιτζής είναι έξοχος μάρτυρας, αλλά χρειάζεται μια γερή δόση απάτης για να μετατραπεί σε κεντρικό πάσχοντα ήρωα, που γίνεται βίαιος ακριβώς γιατί πάσχει. 6) Η μοναξιά οδηγεί στην τρέλα, αλλά η μοναξιά του ταξιτζή μας είναι εκείνη του ψυχοπαθούς, και συνεπώς άσχετη με τον συγκεκριμένο κοινωνικό προβληματισμό που διατείνεται πως έχει η ταινία. 7) Ο πονηρός Σκορσέζε, που πολύ απέχει εδώ απ’ το καλό Κακόφημοι δρόμοι, εξαφανίζει απ’ τους δρόμους της Νέας Υόρκης όλα τα ρεζιλίκια και αφήνει μόνο τις πόρνες. Μόνο και μόνο για να θέσει σε ενέργεια το μηχανισμό του σεξ. 8) Ο ταξιτζής μας σώζει μια πόρνη και με κίνδυνο της ζωής του την επαναφέρει στον «καλό δρόμο». Μπράβο του! Ώρα ήταν να μας δείξει τις ιεραποστολικές του ικανότητες. Γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να υπάρξει σαν ήρωας της σιωπηλής πλειοψηφίας”. Ο ταξιτζής μας είναι το τέλειο μοντέλο του νευρωτικού μικροαστού, του έτοιμου να ακολουθήσει τον οποιονδήποτε Σωτήρα ή Φύρερ ή Ντούτσε ή Καουντίλιο. Είναι η προσωποποίηση του «καθημερινού φασισμού», που για τους αμαθείς εύκολα μπορεί να συγχυστεί με μια ψευδοεπαναστατικότητα. Αν θέλετε να κάνετε ένα τεστ και να δείτε αν όντως είστε ή δεν είστε φασίζων, δυσαρεστημένος μικροαστός, δείτε αυτό το φιλμ και κοιτάξτε αν σας αρέσει. Και στην προσεχή δικτατορία γίνετε οπαδός του Σωτήρα.
Η ταινία πάντως προτάθηκε για 4 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Καλύτερης Ταινίας, το οποίο έχασε από το: Τα Χρυσά Γάντια (Τζον Αβίλντσεν Rocky, 1976). Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο έχασε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου από τον Πίτερ Φιντς, πρωταγωνιστή της ταινίας του Σίντνεϊ Λουμέτ Το Δίκτυο (Network), ενώ η Φόστερ το Β' Γυναικείου Ρόλου από τη Μπίατρις Στρέιτ που αναδείχθηκε νικήτρια για Το Δίκτυο. Η ταινία βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ ο συνθέτης της ταινίας Μπέρναρντ Χέρμαν βραβεύτηκε με BAFTA για τη μουσική επένδυση της ταινίας. Η Φόστερ έλαβε 2 BAFTA για τη σκιαγράφηση της ανήλικης πόρνης, ένα ως καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιός κι ένα για την ερμηνεία της στην ταινία.
Συνειρμικά




