Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Karl Marx. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Karl Marx. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουνίου 2026

Για την εξέγερση των εργατών στο Παρίσι τον Ιούνη του 1848 _από τη σωστή πλευρά της ιστορίας

Στις 23 Ιούνη 1848 οι εργάτες του Παρισιού ξεχύνονται στους δρόμους και στήνουν οδοφράγματα. Ήταν η απάντησή τους στο όργιο της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε η αντεπανάσταση. Η εξέγερση αυτή είναι φανερά προλεταριακή. Στα οδοφράγματα υψώθηκαν κόκκινες σημαίες με τα συνθήματα «Ψωμί ή μολύβι», «Δικαίωμα εργασίας», «Ζήτω η κοινωνική δημοκρατία». Στις προκηρύξεις που τύπωναν οι ξεσηκωμένοι εργάτες, ζητούσαν να διαλυθεί η Συντακτική Συνέλευση και να περάσουν τα μέλη της από δίκη, να πιαστούν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, να απομακρυνθεί ο στρατός από το Παρίσι, να αναγνωριστεί στο λαό το δικαίωμα να καταρτίσει ο ίδιος το Σύνταγμα, να διατηρηθούν τα εθνικά συνεργεία και να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της εργασίας. «Αν αλυσοδέσουν το Παρίσι τότε θα υποδουλωθεί ολόκληρη η Ευρώπη», έγραφε μια προκήρυξη, τονίζοντας τη διεθνή σημασία που είχε η εξέγερση.
Τέσσερις μέρες, από τις 23 έως τις 26 Ιούνη, γίνονται λυσσασμένες οδομαχίες. Από το ένα μέρος πολεμούσαν 40.000–45.000 εργάτες, και από το άλλο τα κυβερνητικά στρατεύματα, η κινητή φρουρά και σώματα της εθνοφρουράς, που η συνολική τους δύναμη έφτανε τις 250.000 άνδρες. Το πιο στρατηγικό σημείο, στο οποίο στηριζόταν η εξέγερση ήταν το εργατικό προάστιο Σεντ Αντουάν, όπου είχαν στηθεί οδοφράγματα, που έφταναν ως τον τέταρτο όροφο των σπιτιών, ενώ είχαν γίνει και άλλα οχυρωματικά έργα.
Το σχέδιο που κατέστρωσε ο πρώην αξιωματικός Κερσοζί για μια συντονισμένη επίθεση των επαναστατών κατά του δημαρχείου και των ανακτόρων, δεν κατορθώθηκε να εφαρμοστεί, γιατί προσέκρουσε σε οργανωτικές αδυναμίες. Οι ξεσηκωμένοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν μια ενιαία κεντρική διοίκηση και έτσι τα Σώματα είχαν μεταξύ τους μια χαλαρή σύνδεση.
Αν και οι εργάτες πολέμησαν ηρωικά, η προλεταριακή εξέγερση του Παρισιού συντρίφτηκε. Στη συνέχεια εξαπολύθηκε μια φοβερή λευκή τρομοκρατία. Οι νικητές σκότωσαν όλους τους τραυματίες επαναστάτες, συνέλαβαν πάνω από 25.000 άτομα, άρχισαν τα στρατοδικεία, πάνω από τρεισήμισι χιλιάδες εξορίστηκαν, χωρίς δίκη στις μακρινές αποικίες.
Η εξέγερση του Ιούνη του 1848 είχε πολύ μεγάλη ιστορική σημασία. Ο Κ. Μαρξ την χαρακτηρίζει ως την «πρώτη μεγάλη μάχη ανάμεσα στις δύο τάξεις που χωρίζεται η σύγχρονη κοινωνία. Ήταν ένας αγώνας, για να διατηρηθεί, ή να συντριβεί το αστικό σύστημα».
                                         Πηγή: Ριζοσπάστης

Στο έργο του "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850", ο Κ. Μαρξ σημείωνε ανάμεσα σε άλλα: "Η 25 του Φλεβάρη 1848 παραχώρησε στη Γαλλία τη δημοκρατία, η 25 του Ιούνη της επέβαλε την επανάσταση. Και ύστερα από τον Ιούνη η επανάσταση σήμαινε: ανατροπή της αστικής κοινωνίας, ενώ πριν από το Φλεβάρη, σήμαινε: ανατροπή της μορφής του κράτους. Ο αγώνας του Ιούνη καθοδηγήθηκε από τη δημοκρατική ομάδα της αστικής τάξης. Με τη νίκη, η πολιτική εξουσία έπεσε αναγκαστικά στα χέρια της. Η κατάσταση πολιορκίας έριξε δίχως αντίσταση το δεμένο χειροπόδαρα Παρίσι στα πόδια της, ενώ στις επαρχίες επικρατούσε μια ηθική κατάσταση πολιορκίας, η απειλητική, κτηνώδης υπεροψία της νίκης των αστών και ο αχαλίνωτος φανατισμός των χωρικών για την ιδιοκτησία".

                Από τα κάτω, λοιπόν, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος!
Μαζί με την επαναστατική δύναμη των εργατών τσακίστηκε και η πολιτική επιρροή των ρεπουμπλικάνων δημοκρατών, δηλαδή των μικροαστών δημοκρατών που αντιπροσωπεύονταν στην εκτελεστική επιτροπή από τον Λεντρί - Ρολέν, στη συντακτική εθνοσυνέλευση από το κόμμα των ορεινών1 και στον Τύπο από τη Ρεφόρμ2.
Στις 16 του Απρίλη είχαν συνωμοτήσει μαζί με τους αστούς δημοκράτες ενάντια στο προλεταριάτο, στις μέρες του Ιούνη είχαν πολεμήσει ενάντιά του μαζί με τους ίδιους.
Έτσι, μόνοι τους ανατίναξαν τη βάση πάνω στην οποία υψωνόταν το κόμμα τους σα δύναμη, γιατί η μικροαστική τάξη μπορεί τόσον καιρό μονάχα να κρατήσει μια επαναστατική στάση απέναντι στην αστική τάξη, όσο στέκεται πίσω της το προλεταριάτο.
Τους δώσανε τα παπούτσια στο χέρι. Η ψευτοσυμμαχία που κλείστηκε μ' αυτούς, απρόθυμα και υστερόβουλα την εποχή της προσωρινής κυβέρνησης και της εκτελεστικής επιτροπής καταγγέλθηκε ανοιχτά από τους αστούς δημοκράτες. Περιφρονημένοι και παραπεταμένοι σαν σύμμαχοι, ξεπέσανε στο δευτερεύοντα ρόλο των σωματοφυλάκων των τρίχρωμων δημοκρατών, από τους οποίους δεν μπορούσαν ν' αποσπάσουν καμιά παραχώρηση, που ήταν όμως υποχρεωμένοι να υποστηρίζουν την κυριαρχία των τρίχρωμων κάθε φορά που οι αντιδημοκρατικές αστικές ομάδες φαινόταν ότι διαμφισβητούσαν αυτήν την κυριαρχία και μαζί της τη δημοκρατία».
Η επαναστατική περίοδος της Γαλλίας 1848-49 ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη όσο και τυπική, όχι μόνο γι' αυτήν τη χώρα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Μαρξ, εκείνη την περίοδο, έχει λειψά στοιχεία στη διάθεσή του για τη διαρκώς μεταβαλλόμενη οικονομική κατάσταση και κατά συνέπεια έχει μιαν ιδιαίτερη δυσκολία να αναγάγει τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου σε αποτελέσματα αιτιών που είναι σε τελευταία ανάλυση οικονομικά. Γι' αυτό, όπως λέει ο Φ. Ένγκελς, «η υλιστική μέθοδος θα υποχρεωθεί εδώ να περιορίζεται πολύ συχνά στα να ανάγει τις πολιτικές συγκρούσεις στους αγώνες συμφερόντων ανάμεσα στις υπάρχουσες κοινωνικές τάξεις ή ταξικές ομάδες που τις δημιούργησε η οικονομική εξέλιξη, και να δείχνει ότι τα διάφορα πολιτικά κόμματα είναι η λίγο ή πολύ αντίστοιχη πολιτική έκφραση των ίδιων αυτών τάξεων και ταξικών ομάδων». Η εξέλιξη των γεγονότων και η διασταύρωσή τους από τον ίδιο τον συγγραφέα δικαίωσε τα αρχικά συμπεράσματα του Κ. Μαρξ. Το γεγονός, δηλαδή, όπως γράφει ο Φ. Ένγκελς, «ότι η παγκόσμια εμπορική κρίση του 1847 ήταν η καθαυτό μητέρα των επαναστάσεων του Φλεβάρη και του Μάρτη, και ότι η βιομηχανική ευημερία που ξαναγύριζε βαθμιαία από τα μέσα του 1848 και έφτασε στην πλήρη άνθησή της το 1849 και το 1850, ήταν η ζωογόνα δύναμη της ευρωπαϊκής αντίδρασης, που ξαναδυνάμωσε». Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα εδραιώθηκε με το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στις 2 του Δεκέμβρη 1851 και ο Μαρξ ασχολήθηκε πάλι με την ιστορία της Γαλλίας.

Ο Κ. Μαρξ έγραψε για τη συγκεκριμένη περίοδο σε δύο έργα του. Το ένα «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850», και το άλλο «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Σύντομα αποσπάσματα απ' αυτά τα δύο έργα παρουσιάζουμε σήμερα. Τα αποσπάσματα έχουν παρθεί από τις εκδόσεις των δύο έργων από τη «Σύγχρονη Εποχή».
1. Ορεινοί ονομάζονταν, στην περίοδο της επανάστασης του 1848, οι αντιπρόσωποι των μικροαστών δημοκρατών στη συντακτική συνέλευση και στη νομοθετική συνέλευση. Η ονομασία είναι παρμένη από την εποχή της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, όπου την αριστερή πτέρυγα της συμβατικής την ονόμαζαν «όρος», γιατί οι αριστεροί αυτοί βουλευτές, στις συνεδριάσεις της συμβατικής, κάθονταν στο βάθος, στις ψηλότερες έδρες. «Το κόμμα των ορεινών, το 1848, αντιπροσώπευε αντίθετα μια μάζα που ταλαντευόταν ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο» (Μαρξ). Οι ορεινοί αυτοί δεν ήταν παρά μια αξιοθρήνητη παρωδία του «όρους» (σημ. τ. μετ.).
2. Reforme (Ρεφόρμ): Οργανο του κόμματος των ορεινών στα 1848 (σημ. τ. μετ).
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ |Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850
Για την εξέγερση των εργατών στο Παρίσι τον Ιούνη του 1848

Στις 23 Ιούνη 1848 οι εργάτες του Παρισιού ξεχύνονται στους δρόμους και στήνουν οδοφράγματα. Ήταν η απάντησή τους στο όργιο της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε η αντεπανάσταση. Η εξέγερση αυτή είναι φανερά προλεταριακή. Στις προκηρύξεις που τύπωναν οι ξεσηκωμένοι εργάτες, ζητούσαν να διαλυθεί η συντακτική συνέλευση και να περάσουν τα μέλη της από δίκη, να πιαστούν τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής, να απομακρυνθεί ο στρατός από το Παρίσι, να αναγνωριστεί στο λαό το δικαίωμα να καταρτίσει ο ίδιος το σύνταγμα, να διατηρηθούν τα εθνικά συνεργεία και να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της εργασίας. «Αν αλυσοδέσουν το Παρίσι τότε θα υποδουλωθεί ολόκληρη η Ευρώπη», έγραφε μια προκήρυξη, τονίζοντας τη διεθνή σημασία που είχε η εξέγερση.
Τέσσερις μέρες, από τις 23 έως τις 26 Ιούνη, γίνονται λυσσασμένες οδομαχίες. Αν και οι εργάτες πολέμησαν ηρωικά, η προλεταριακή εξέγερση του Παρισιού συντρίφτηκε. Η εξέγερση του Ιούνη του 1848 είχε πολύ μεγάλη ιστορική σημασία. Ο Κ. Μαρξ την ονόμασε «πρώτη μεγάλη μάχη ανάμεσα στις δύο τάξεις που χωρίζεται η σύγχρονη κοινωνία. Ήταν ένας αγώνας, για να διατηρηθεί ή να συντριβεί το αστικό σύστημα».
Η επαναστατική περίοδος της Γαλλίας 1848-49 ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη όσο και τυπική, όχι μόνο γι' αυτήν τη χώρα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Μαρξ, εκείνη την περίοδο, έχει λειψά στοιχεία στη διάθεσή του για τη διαρκώς μεταβαλλόμενη οικονομική κατάσταση και κατά συνέπεια έχει μιαν ιδιαίτερη δυσκολία να αναγάγει τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου σε αποτελέσματα αιτιών που είναι σε τελευταία ανάλυση οικονομικά. Γι' αυτό, όπως λέει ο Φρ. Ένγκελς, «η υλιστική μέθοδος θα υποχρεωθεί εδώ να περιορίζεται πολύ συχνά στα να ανάγει τις πολιτικές συγκρούσεις στους αγώνες συμφερόντων ανάμεσα στις υπάρχουσες κοινωνικές τάξεις ή ταξικές ομάδες που τις δημιούργησε η οικονομική εξέλιξη, και να δείχνει ότι τα διάφορα πολιτικά κόμματα είναι η λίγο ή πολύ αντίστοιχη πολιτική έκφραση των ίδιων αυτών τάξεων και ταξικών ομάδων». Η εξέλιξη των γεγονότων και η διασταύρωσή τους από τον ίδιο τον συγγραφέα δικαίωσε τα αρχικά συμπεράσματα του Κ. Μαρξ. Το γεγονός, δηλαδή, όπως γράφει ο Φρ. Ένγκελς, «ότι η παγκόσμια εμπορική κρίση του 1847 ήταν η καθαυτό μητέρα των επαναστάσεων του Φλεβάρη και του Μάρτη, και ότι η βιομηχανική ευημερία που ξαναγύριζε βαθμιαία από τα μέσα του 1848 και έφτασε στην πλήρη άνθησή της το 1849 και το 1850, ήταν η ζωογόνα δύναμη της ευρωπαϊκής αντίδρασης, που ξαναδυνάμωσε». Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα εδραιώθηκε με το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στις 2 του Δεκέμβρη 1851 και ο Μαρξ ασχολήθηκε πάλι με την ιστορία της Γαλλίας.
Ο Κ. Μαρξ έγραψε για τη συγκεκριμένη περίοδο σε δύο έργα του. Το ένα «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850», και το άλλο «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Από το ένθετο «Ιστορία» του «Ριζοσπάστη» παρουσιάζουμε το πρώτο κεφάλαιο από το έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850», με τίτλο «Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ TOY 1848», ελπίζοντας ότι συμβάλλουμε να μελετηθεί ολόκληρο το έργο. Αναδημοσιεύεται από την έκδοση του βιβλίου από τη «Σύγχρονη Εποχή».

                     Η ήττα του Ιούνη 1848
Ύστερα από την επανάσταση του Ιούλη, όταν ο φιλελεύθερος τραπεζίτης Λαφίτ οδηγούσε στο δημαρχείο θριαμβευτικά τον Comptere1 του, το δούκα της Ορλεάνης2 άφησε να του ξεφύγουν οι λέξεις: «Από δω και μπρος θα κυριαρχούν οι τραπεζίτες». Ο Λαφίτ είχε προδώσει το μυστικό της επανάστασης. Στην εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου δεν κυριαρχούσε η γαλλική αστική τάξη, αλλά μόνο μια ομάδα της, τραπεζίτες, βασιλιάδες του χρηματιστηρίου, βασιλιάδες των σιδηροδρόμων, ιδιοκτήτες ορυχείων, κάρβουνου και σίδερου, ιδιοκτήτες δασών, ένα μέρος των τσιφλικάδων που συνενώθηκαν μ' αυτούς - η λεγόμενη αριστοκρατία του χρήματος. Αυτή κάθισε στο θρόνο, αυτή υπαγόρευε τους νόμους στα κοινοβούλια, αυτή μοίραζε τις δημόσιες θέσεις, από το υπουργείο ως τα γραφεία των καπνών.
Η καθαυτό βιομηχανική αστική τάξη αποτελούσε ένα μέρος της επίσημης αντιπολίτευσης, δηλαδή δεν αντιπροσωπευόταν στα κοινοβούλια παρά σα μειοψηφία. Η αντιπολίτευσή της πρόβαλλε τόσο πιο αποφασιστικά, όσο πιο ξεκάθαρα αναπτυσσόταν η αποκλειστική κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος κι όσο περισσότερο αυτή η ίδια θεωρούσε εξασφαλισμένη την κυριαρχία της πάνω στην εργατική τάξη ύστερα από τις πνιγμένες στο αίμα εξεγέρσεις του 1832,1834 και 1839. Ο Γκραντέν, εργοστασιάρχης από τη Ρουέν, το πιο φανατικό όργανο της αστικής αντίδρασης τόσο μέσα στην συντακτική όσο και στη νομοθετική εθνοσυνέλευση, ήταν μέσα στη Βουλή, ο δριμύτερος αντίπαλος του Γκιζό. Ο Λεόν Φοσέ, γνωστός αργότερα για τις ανήμπορες προσπάθειές του να αναδειχθεί σε Γκιζό της γαλλικής αντεπανάστασης, έκανε στο τελευταίο διάστημα της βασιλείας του Λουδοβίκου Φιλίππου δημοσιογραφικό αγώνα υπέρ της βιομηχανίας, ενάντια στην κερδοσκοπία και στο τσιράκι της, την κυβέρνηση. Ο Μπαστιά προπαγάνδιζε στο όνομα του Μπορντό κι όλης της οινοπαραγωγικής Γαλλίας ενάντια στο σύστημα που κυριαρχούσε.
Η μικροαστική τάξη σ' όλες τις διαβαθμίσεις της, όπως και η αγροτική τάξη είχαν αποκλειστεί ολότελα από την πολιτική εξουσία. Τέλος, μέσα στην επίσημη αντιπολίτευση ή ολότελα έξω από το pays legal3 βρίσκονταν οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι και τα φερέφωνα των πιο πάνω τάξεων, οι σοφοί τους, οι δικηγόροι τους, οι γιατροί τους κλπ., με μια λέξη: οι λεγόμενες «αξίες» τους.
Δημοσιονομικές δυσχέρειες έκαναν τη μοναρχία του Ιούλη να είναι από την αρχή εξαρτημένη από τη μεγαλοαστική τάξη και η εξάρτησή της από τη μεγαλοαστική τάξη έγινε μια αστείρευτη πηγή για το μεγάλωμα των δημοσιονομικών δυσχερειών. Ήταν αδύνατο να υποταχθεί η διοίκηση του κράτους στο συμφέρον της εθνικής παραγωγής χωρίς ν' αποκατασταθεί το ισοζύγιο στον προϋπολογισμό, το ισοζύγιο ανάμεσα στις κρατικές δαπάνες και τα κρατικά έσοδα. Και πώς να αποκατασταθεί αυτό το ισοζύγιο δίχως την περιστολή των κρατικών δαπανών, δηλαδή δίχως να θιχτούν συμφέροντα που αποτελούσαν ισάριθμα στηρίγματα του συστήματος που κυριαρχούσε και χωρίς να ξαναρυθμιστεί η κατανομή των φόρων, δηλαδή χωρίς να ριχτεί ένα σημαντικό μέρος του φορολογικού βάρους στους ώμους της ίδιας της μεγαλοαστικής τάξης;
Αντίθετα, η ομάδα της αστικής τάξης που κυβερνούσε και νομοθετούσε με τα κοινοβούλια, είχε άμεσο συμφέρον στην καταχρέωση του κράτους. Το κρατικό έλλειμμα, αυτό ήταν ίσα-ίσα το καθαυτό αντικείμενο της κερδοσκοπίας της και η κύρια πηγή του πλουτισμού της. Κάθε χρόνο κι από ένα νέο έλλειμμα. Ύστερα από κάθε τέσσερα-πέντε χρόνια κι από ένα νέο δάνειο. Και κάθε νέο δάνειο πρόσφερε στη χρηματική αριστοκρατία μια καινούρια ευκαιρία να κατακλέβει το κράτος, που κρατιόταν τεχνικά στο χείλος της χρεοκοπίας - και που ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες κάτω από τους πιο δυσμενείς όρους. Κάθε νέο δάνειο της πρόσφερε μιαν ακόμη ευκαιρία να καταληστεύει με χρηματιστηριακές επιχειρήσεις το κοινό που τοποθετούσε τα κεφάλαιά του σε κρατικά ομόλογα και που στα μυστικά τους ήταν μπασμένες η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής. Γενικά, η αστάθεια στην κατάσταση της κρατικής πίστης και η γνώση των κρατικών μυστικών, έδινε στους τραπεζίτες και στους συνεταίρους τους στα κοινοβούλια και στο θρόνο τη δυνατότητα να προκαλούν εξαιρετικές, απότομες διακυμάνσεις στην τρέχουσα τιμή των κρατικών τίτλων, που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε φορά άλλο αποτέλεσμα παρά την καταστροφή μιας μάζας μικρότερων κεφαλαιούχων και το μυθικά γρήγορο πλουτισμό των μεγάλων παιχτών. Και μια που το κρατικό έλλειμμα ήταν το άμεσο συμφέρον της άρχουσας μερίδας της αστικής τάξης, εξηγείται γιατί οι έκτακτες κρατικές δαπάνες στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λουδοβίκου Φιλίππου ξεπέρασαν πολύ περισσότερο από το διπλάσιο τις έκτακτες κρατικές δαπάνες του Ναπολέοντα, κι έφτασαν μάλιστα περίπου τα 400 εκατομμύρια φράγκα το χρόνο, ενώ οι ετήσιες εξαγωγές της Γαλλίας σπάνια ανέβαιναν στο ύψος των 750 εκατομμυρίων φράγκων κατά μέσο όρο. Τα τεράστια ποσά που κυλούσαν έτσι μέσα από τα χέρια του κράτους, έδιναν επιπλέον ευκαιρίες για δόλια συμβόλαια προμηθειών, για δωροδοκίες, καταχρήσεις και για κάθε λογής μπαγαποντιές. Η εξαπάτηση του κράτους, όπως γινόταν χοντρικά με τα δάνεια, επαναλαμβανόταν και λιανικά στα δημόσια έργα. Οι σχέσεις ανάμεσα στη Βουλή και στην κυβέρνηση πολλαπλασιάζονταν σα σχέσεις ανάμεσα σε ξεχωριστές διαχειρίσεις και σε ξεχωριστούς εργολάβους.
Η άρχουσα τάξη εκμεταλλευόταν την κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών με τον ίδιο τρόπο που εκμεταλλευόταν τις κρατικές δαπάνες γενικά και τα κρατικά δάνεια. Τα κοινοβούλια φορτώνανε στο κράτος τα κύρια βάρη και εξασφάλιζαν στην κερδοσκοπική αριστοκρατία του χρήματος τους χρυσούς καρπούς. Όλοι θυμούνται τα σκάνδαλα στη Βουλή, όταν τυχαία ήρθε στο φως ότι στις ίδιες τις επιχειρήσεις των σιδηροδρομικών γραμμών ήταν μέτοχοι όλα τα μέλη της πλειοψηφίας, μαζί κι ένα μέρος από τους υπουργούς, που φρόντισαν ύστερα σα νομοθέτες, να εκτελεστούν οι γραμμές αυτές με έξοδα του κράτους.
Αντίθετα και η πιο παραμικρή δημοσιονομική μεταρρύθμιση ναυαγούσε μπροστά στην επιρροή των τραπεζιτών. Έτσι έγινε, λ.χ., με την ταχυδρομική μεταρρύθμιση. Ο Ρότσιλντ διαμαρτυρήθηκε. Είχε το κράτος το δικαίωμα να περιορίζει πηγές εισοδήματος από τις οποίες έπρεπε να πληρώνει τους τόκους του ολοένα αυξανόμενου χρέους του; Η μοναρχία του Ιούλη δεν ήταν τίποτε άλλο από μια μετοχική εταιρεία για την εκμετάλλευση του γαλλικού εθνικού πλούτου, που τα μερίσματά της μοιράζονταν ανάμεσα στους υπουργούς, τα κοινοβούλια, τους 240.000 εκλογείς και τα τσιράκια τους. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος ήταν ο διευθυντής αυτής της εταιρείας: Ο Ροβέρτος Μακέρ4 στο θρόνο. Το εμπόριο, η βιομηχανία, η γεωργία, η ναυτιλία, τα συμφέροντα της βιομηχανικής αστικής τάξης, δεν μπορούσαν παρά να μπαίνουν σε κίνδυνο και να ζημιώνουν διαρκώς κάτω απ' αυτό το σύστημα. Γι' αυτό, η βιομηχανική αστική τάξη στις μέρες του Ιούλη είχε γράψει στη σημαία της: Φτηνή κυβέρνηση, gouvernement a bon marche.
Ενώ η αριστοκρατία του χρήματος έκανε τους νόμους, διεύθυνε το κράτος, είχε στη διάθεσή της όλες τις οργανωμένες δημόσιες εξουσίες, και με βάση αυτά τα ίδια τα γεγονότα και με τον Τύπο εξουσίαζε την κοινή γνώμη και ενώ σ' όλες τις σφαίρες, από την αυλή ως το Cafe Borgne5 συνεχιζόταν η ίδια πορνεία, η ίδια ξετσίπωτη απάτη, η ίδια μανία πλουτισμού, όχι με την παραγωγή, αλλά με το επιτήδειο τσέπωμα του έτοιμου πλούτου των άλλων, ξέσπασαν, ιδιαίτερα στις κορυφές της αστικής κοινωνίας, και επικράτησαν αχαλίνωτα νοσηρές και έκλυτες ορέξεις που κάθε στιγμή έρχονταν σε σύγκρουση με τους ίδιους τους αστικούς νόμους - ορέξεις όπου ο πλούτος που προερχόταν απ' το παιχνίδι γύρευε φυσικά την ικανοποίησή του εκεί που η απόλαυση γίνεται ακολασία, εκεί που γίνονται ένα το χρήμα, η βρωμιά και το αίμα. Η χρηματική αριστοκρατία, με τον τρόπο πλουτισμού της, όπως και με τις απολαύσεις της, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναγέννηση του κουρελοπρολεταριάτου στα ανώτατα στρώματα της αστικής κοινωνίας.
Και οι ομάδες της γαλλικής αστικής τάξης που δε βρίσκονταν στην εξουσία, φώναζαν: «Διαφθορά!» Κι όταν το 1847, στις πιο υψηλές βαθμίδες της αστικής κοινωνίας παρουσιάζανε δημόσια τις ίδιες εκείνες σκηνές που οδηγούν κανονικά το κουρελοπρολεταριάτο στα πορνεία, στα φτωχοκομεία και στα τρελοκομεία, μπρος στο δικαστή, στα κάτεργα και στην κρεμάλα, ο λαός φώναζε: «Κάτω οι μεγάλοι κλέφτες, κάτω οι δολοφόνοι!». Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε τα συμφέροντά της να κινδυνεύουν, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη από ηθική αγανάχτηση, η λαϊκή φαντασία ήταν ξαναμμένη, το Παρίσι ήταν πλημμυρισμένο με λιβέλους - «η δυναστεία των Ρότσιλντ», «οι τοκογλύφοι είναι βασιλιάδες της εποχής» κλπ. - με τους οποίους με περισσότερο ή λιγότερο πνεύμα καταγγέλλανε και στιγματίζανε την κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος.
Ούτε πεντάρα για τη δόξα! Η δόξα δε φέρνει κανένα κέρδος. Ειρήνη παντού και πάντα! Ο πόλεμος κάνει να πέφτουν οι τρέχουσες τιμές των χρεογράφων των 3 και των 4%! Να τι είχε γράψει στη σημαία της η Γαλλία των τοκογλύφων του χρηματιστηρίου. Γι' αυτό η εξωτερική της πολιτική χαντακώθηκε μέσα σε μια σειρά από ταπεινώσεις του γαλλικού εθνικού αισθήματος, που αντέδρασε με τη μεγαλύτερη ζωηρότητα όταν η αρπαγή της Πολωνίας ολοκληρώθηκε με την προσάρτηση της Κρακοβίας από την Αυστρία και όταν ο Γκιζό προσχώρησε ενεργά στο πλευρό της Ιερής Συμμαχίας, στον ελβετικό πόλεμο του Ζόντερμπουντ6. Η νίκη των Ελβετών φιλελεύθερων σ' αυτό τον ψευτοπόλεμο ανέβασε την αυτοπεποίθηση της αστικής αντιπολίτευσης στη Γαλλία, η αιματηρή εξέγερση του λαού στο Παλέρμο ενήργησε σαν ηλεκτρική εκκένωση πάνω στην παράλυτη λαϊκή μάζα και ξύπνησε τις μεγάλες επαναστατικές αναμνήσεις και τα επαναστατικά πάθη της7.
Το ξέσπασμα της γενικής δυσφορίας επιταχύνθηκε τελικά και η δυσθυμία ωρίμασε σε στάση χάρη σε δυο παγκόσμια οικονομικά γεγονότα. Η αρρώστια της πατάτας και οι κακές σοδειές του 1845 και του 1846 μεγάλωσαν το γενικό αναβρασμό στο λαό. Η ακρίβεια του 1847 προκάλεσε στη Γαλλία, όπως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη, αιματηρές συγκρούσεις. Μπρος στα αναίσχυντα όργια της αριστοκρατίας του χρήματος, είχαμε την πάλη του λαού για τα πιο στοιχειώδη τρόφιμα! Στο Μπιζανσέ εκτελούσαν τους εξεγερμένους από την πείνα, ενώ στο Παρίσι η βασιλική οικογένεια αποσπούσε από τα δικαστήρια παραχορτάτους λωποδύτες.
Το δεύτερο μεγάλο οικονομικό γεγονός που επέσπευσε το ξέσπασμα της επανάστασης ήταν μια γενική εμπορική και βιομηχανική κρίση στην Αγγλία. Η κρίση αυτή, που την προμηνούσε ακόμα απ' το φθινόπωρο του 1845 η μαζική χρεοκοπία των κερδοσκόπων πάνω στις μετοχές των σιδηροδρόμων και αναχαιτίστηκε το 1846 από μια σειρά τυχαία περιστατικά, όπως από την επικείμενη κατάργηση των δασμών του σταριού, ξέσπασε τέλος το φθινόπωρο του 1847 με τις χρεοκοπίες των μεγαλεμπόρων αποικιακών προϊόντων του Λονδίνου, που τις ακολούθησαν κατά πόδας οι πτωχεύσεις των γεωργικών τραπεζών και το κλείσιμο των εργοστασίων στις εγγλέζικες βιομηχανικές περιοχές. Ο αντίχτυπος της κρίσης αυτής δεν είχε ακόμα εξαντληθεί στην ηπειρωτική Ευρώπη, όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη.
Το ρήμαγμα του εμπορίου και της βιομηχανίας από την οικονομική επιδημία έκανε ακόμα πιο αφόρητη την αποκλειστική κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος. Η αντιπολιτευτική αστική τάξη ξεσήκωσε σ' όλη τη Γαλλία την εκστρατεία των συμποσίων για την εκλογική μεταρρύθμιση που θα της επέτρεπε να καταχτήσει την πλειοψηφία στα κοινοβούλια και να ανατρέψει την κυβέρνηση του χρηματιστηρίου. Στο Παρίσι, η βιομηχανική κρίση είχε ακόμα σαν ειδική συνέπεια, να ρίξει στο εσωτερικό εμπόριο ένα πλήθος εργοστασιάρχες και μεγαλεμπόρους που, κάτω από τις συνθήκες της στιγμής εκείνης, δεν μπορούσαν πια να κάνουν καμιά επιχείρηση στην αγορά του εξωτερικού. Ιδρύσανε μεγάλα καταστήματα που ο συναγωνισμός τους ρήμαξε κατά μάζες τους μπακάληδες και τους μαγαζάτορες. Έτσι εξηγούνται οι αναρίθμητες πτωχεύσεις στη μερίδα αυτή της παρισινής αστικής τάξης, έτσι εξηγείται κι η επαναστατική εμφάνισή της το Φλεβάρη. Είναι γνωστό ότι ο Γκιζό και τα κοινοβούλια απάντησαν σ' αυτές τις προτάσεις για μεταρρύθμιση με μια ξεκάθαρη πρόκληση8, ότι ο Λουδοβίκος Φίλιππος πολύ αργά αποφάσισε να σχηματίσει την κυβέρνηση Μπαρό9, ότι φτάσανε τα πράματα ως τις συμπλοκές ανάμεσα στο λαό και στο στρατό, ότι ο στρατός αφοπλίστηκε χάρη στην παθητική στάση της εθνοφρουράς, ότι η μοναρχία του Ιούλη αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη θέση της σε μια προσωρινή κυβέρνηση.
Η προσωρινή κυβέρνηση που πρόβαλε από τα οδοφράγματα του Φλεβάρη καθρέφτιζε αναγκαστικά στη σύνθεσή της τα διάφορα κόμματα που μοιράστηκαν τη νίκη. Δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις διάφορες τάξεις που μαζί είχαν ανατρέψει το θρόνο του Ιούλη, που τα συμφέροντά τους όμως συγκρούονταν. Τη μεγάλη πλειοψηφία της την αποτελούσαν αντιπρόσωποι της αστικής τάξης. Η δημοκρατική μικροαστική τάξη αντιπροσωπευόταν από τον Λεντρί-Ρολέν και τον Φλοκόν, η δημοκρατική αστική τάξη από τους ανθρώπους της Νασιονάλ10, η δυναστική αντιπολίτευση από τους Κρεμιέ, Ντιπόν ντε λ' Ερ κλπ. Η εργατική τάξη είχε δυο μόνο αντιπροσώπους, τον Λουί Μπλαν και τον Αλμπέρ. Τέλος, η συμμετοχή του Λαμαρτίνου στην προσωρινή κυβέρνηση δεν υποστήριζε άμεσα κανένα πραγματικό συμφέρον, καμιά ορισμένη τάξη: ήταν η ίδια η επανάσταση του Φλεβάρη, η κοινή εξέγερση με τις αυταπάτες της, την ποίησή της, το χιμαιρικό περιεχόμενό της και τις φράσεις της. Κατά τ' άλλα, ο εκπρόσωπος της επανάστασης του Φλεβάρη, σύμφωνα με τη θέση του και τις απόψεις του, ανήκε στην αστική τάξη.
Αν το Παρίσι χάρη στον πολιτικό συγκεντρωτισμό εξουσιάζει τη Γαλλία, οι εργάτες, σε στιγμές επαναστατικών κλονισμών, εξουσιάζουν το Παρίσι. Η πρώτη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης ήταν η προσπάθειά της ν' απαλλαγεί απ' αυτή τη συντριπτική επιρροή με μια έκκληση από το μεθυσμένο Παρίσι προς τη νηφάλια Γαλλία. Ο Λαμαρτίνος αμφισβήτησε στους μαχητές των οδοφραγμάτων το δικαίωμα ν' ανακηρύξουν τη δημοκρατία. Αρμόδια γι' αυτό, έλεγε, είναι μονάχα η πλειοψηφία των Γάλλων. Έπρεπε να περιμένουν την ψήφο της. Το παρισινό προλεταριάτο δεν έπρεπε να λερώσει τη νίκη του με ένα σφετερισμό. Η αστική τάξη επιτρέπει στο προλεταριάτο μονάχα ένα σφετερισμό - το σφετερισμό του αγώνα.Το μεσημέρι της 25ης του Φλεβάρη η δημοκρατία δεν είχε ακόμα ανακηρυχθεί, ενώ αντίθετα είχαν κιόλας μοιραστεί όλα τα υπουργεία ανάμεσα στα αστικά στοιχεία της προσωρινής κυβέρνησης κι ανάμεσα στους στρατηγούς, τους τραπεζίτες και τους δικηγόρους της Νασιονάλ. Οι εργάτες όμως τη φορά αυτή ήταν αποφασισμένοι να μην ανεχθούν καμιάν απάτη σαν εκείνη του Ιούλη του 1830. Ήταν έτοιμοι να ξαναρχίσουν τον αγώνα και να επιβάλουν τη δημοκρατία με τη βία των όπλων. Μ' αυτό το μήνυμα, ο Ρασπάιγ πήγε στο δημαρχείο. Στο όνομα του παρισινού προλεταριάτου πρόσταξε την προσωρινή κυβέρνηση να ανακηρύξει τη δημοκρατία. Αν δεν εκτελούσαν μέσα σε δυο ώρες την προσταγή αυτή του λαού, θα επέστρεφε επικεφαλής 200.000 ανδρών. Τα πτώματα αυτών που είχαν πέσει δεν είχαν καλά-καλά κρυώσει, τα οδοφράγματα δεν είχαν παραμεριστεί, οι εργάτες δεν είχαν αφοπλιστεί, και η μοναδική δύναμη που μπορούσε να τους αντιμετωπίσει ήταν η εθνοφρουρά. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες εξαφανίστηκαν ξαφνικά οι σοφοί πολιτικοί δισταγμοί και οι νομικοί ενδοιασμοί της προσωρινής κυβέρνησης. Η δίωρη προθεσμία δεν είχε ακόμα λήξει και στους τοίχους του Παρισιού άστραφταν κιόλας οι γιγάντιες ιστορικές λέξεις:
               Γαλλική Δημοκρατία! Ελευθερία! Ισότητα! Αδερφοσύνη!
Με την ανακήρυξη της δημοκρατίας, πάνω στη βάση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, είχε σβήσει ακόμα κι η ανάμνηση των περιορισμένων σκοπών και κινήτρων που είχαν σπρώξει την αστική τάξη στην επανάσταση του Φλεβάρη. Αντί μερικές ομάδες της αστικής τάξης, όλες οι τάξεις της γαλλικής κοινωνίας τινάχτηκαν ξαφνικά στην τροχιά της πολιτικής εξουσίας, εξαναγκασμένες να αφήσουν τα θεωρεία, την πλατεία, το υπερώο και να παίξουν οι ίδιες προσωπικά στην επαναστατική σκηνή! Μαζί με τη συνταγματική βασιλεία εξαφανίστηκε επίσης και η φενάκη μιας αυτοδύναμης απέναντι στην αστική κοινωνία κρατικής εξουσίας καθώς κι ολόκληρη σειρά από δευτερεύοντες αγώνες που προκαλεί αυτή η ψευτοεξουσία!
Το προλεταριάτο, επιβάλλοντας τη δημοκρατία στην προσωρινή κυβέρνηση και μέσω της προσωρινής κυβέρνησης σ' ολόκληρη τη Γαλλία, εμφανίστηκε μεμιάς στο προσκήνιο σαν ανεξάρτητο κόμμα, ταυτόχρονα όμως προκαλούσε σε αγώνα ενάντιά του ολόκληρη την αστική Γαλλία. Εκείνο που το προλεταριάτο κατάχτησε ήταν το έδαφος του αγώνα για την επαναστατική του χειραφέτηση, σε καμιά περίπτωση όμως αυτή την ίδια τη χειραφέτηση.
Αντίθετα, η δημοκρατία του Φλεβάρη έπρεπε πριν απ' όλα να ολοκληρώσει την κυριαρχία της αστικής τάξης μπάζοντας, πλάι στην αριστοκρατία του χρήματος, όλες τις ιδιοκτήτριες τάξεις στη σφαίρα της πολιτικής εξουσίας. Η πλειοψηφία των μεγάλων γαιοκτημόνων, οι νομιμόφρονες, λυτρώθηκαν από την πολιτική μηδαμινότητα όπου τους είχε καταδικάσει η μοναρχία του Ιούλη. Η Γκαζέτ ντε Φρανς11 δεν προπαγάνδιζε άσκοπα μαζί με τις εφημερίδες της αντιπολίτευσης. Ο Λα-Ρος-Ζακελέν δεν πήγε άσκοπα με το μέρος της επανάστασης στη συνεδρίαση της Βουλής της 24 του Φλεβάρη. Με το γενικό εκλογικό δικαίωμα, οι ονομαστικοί ιδιοκτήτες που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των Γάλλων, οι αγρότες, έγιναν διαιτητές της τύχης της Γαλλίας. Η δημοκρατία του Φλεβάρη έκανε, τέλος, να προβάλει καθαρά η αστική κυριαρχία, παραμερίζοντας το στέμμα που πίσω του έμενε κρυμμένο το κεφάλαιο. Όπως οι εργάτες στις μέρες του Ιούλη είχαν καταχτήσει με την πάλη τους την αστική μοναρχία, έτσι κατάχτησαν τις μέρες του Φλεβάρη την αστική δημοκρατία. Όπως η μοναρχία του Ιούλη υποχρεώθηκε ν' ανακηρύξει τον εαυτό της μοναρχία περιστοιχισμένη από δημοκρατικούς θεσμούς, έτσι και η δημοκρατία του Φλεβάρη υποχρεώθηκε ν' ανακηρύξει τον εαυτό της δημοκρατία που περιστοιχίζεται από κοινωνικούς θεσμούς. Το παρισινό προλεταριάτο απέσπασε κι αυτήν επίσης την παραχώρηση.
Ένας εργάτης, ο Μαρς, υπαγόρευσε το διάταγμα με το οποίο η προσωρινή κυβέρνηση, που μόλις είχε σχηματιστεί, έπαιρνε την υποχρέωση να εξασφαλίζει τη ζωή των εργατών δίνοντάς τους δουλειά, να δώσει δουλειά σ' όλους τους πολίτες κλπ. Κι όταν λίγες μέρες αργότερα ξέχασε τις υποσχέσεις της και φάνηκε σα να 'χει χάσει από τα μάτια της το προλεταριάτο, μια μάζα από 20.000 εργάτες βάδισε προς το δημαρχείο με την κραυγή: «Οργάνωση της εργασίας! Συγκρότηση ειδικού υπουργείου εργασίας!». Παρά τη θέλησή της, κι ύστερα από μεγάλη συζήτηση, η προσωρινή κυβέρνηση όρισε μια μόνιμη ειδική επιτροπή επιφορτισμένη να βρει τα μέσα για την καλυτέρευση της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων. Η επιτροπή αυτή συγκροτήθηκε από αντιπροσώπους των βιοτεχνικών σωματείων του Παρισιού με προέδρους τους Λουί Μπλαν και Αλμπέρ. Σαν αίθουσα των συνεδριάσεών της ορίστηκε το μέγαρο του Λουξεμβούργου. Ετσι, οι αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης διώχτηκαν από την έδρα της προσωρινής κυβέρνησης. Η αστική μερίδα της κυβέρνησης κράτησε αποκλειστικά στα χέρια της την πραγματική κρατική εξουσία και τα ηνία της διοίκησης. Και πλάι στα υπουργεία των οικονομικών, του εμπορίου, των δημόσιων έργων, πλάι στην τράπεζα και στο χρηματιστήριο, ορθώθηκε μια σοσιαλιστική συναγωγή που οι πρωθιερείς της, ο Λουί Μπλαν και ο Αλμπέρ, είχαν για καθήκον να ανακαλύψουν τη γη της επαγγελίας, να κηρύξουν το νέο ευαγγέλιο και να δώσουν δουλειά στο παρισινό προλεταριάτο. Σε αντίθεση με κάθε βέβηλη κρατική εξουσία, αυτοί δεν είχαν στη διάθεσή τους κανέναν προϋπολογισμό, καμιά εκτελεστική εξουσία. Έπρεπε να γκρεμίσουν τα στηρίγματα της αστικής κοινωνίας κουτουλώντας πάνω τους. Και ενώ το Λουξεμβούργο αναζητούσε τη φιλοσοφική λίθο, στο δημαρχείο κόβανε το νόμισμα που θα κυκλοφορούσε.
Κι όμως, εφόσον οι αξιώσεις του παρισινού προλεταριάτου ξεπερνούσαν την αστική δημοκρατία, δεν μπορούσαν να αποχτήσουν άλλη υπόσταση εκτός από το νεφέλωμα της επιτροπής του Λουξεμβούργου.
Οι εργάτες είχαν κάνει μαζί με την αστική τάξη την επανάσταση του Φλεβάρη και πλάι στην αστική τάξη γύρευαν να επιβάλουν τα συμφέροντά τους, το ίδιο όπως είχαν τοποθετήσει έναν εργάτη μέσα στην ίδια την προσωρινή κυβέρνηση πλάι στην αστική πλειοψηφία. Οργάνωση της εργασίας! Μα η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά η σημερινή αστική οργάνωση της εργασίας. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει ούτε κεφάλαιο, ούτε αστική τάξη, ούτε αστική κοινωνία. Ειδικό υπουργείο εργασίας! Μα τα υπουργεία των οικονομικών, του εμπορίου, των δημόσιων έργων - μήπως αυτά δεν είναι τα αστικά υπουργεία εργασίας; Και πλάι τους, ένα προλεταριακό υπουργείο εργασίας θα 'πρεπε να είναι ένα υπουργείο της αδυναμίας, ένα υπουργείο των ευσεβών πόθων, μια επιτροπή του Λουξεμβούργου. Οπως οι εργάτες πίστευαν ότι μπορούσαν να χειραφετηθούν πλάι-πλάι με την αστική τάξη, έτσι νόμιζαν ότι μπορούσαν να πραγματοποιήσουν μια προλεταριακή επανάσταση μέσα στα εθνικά τείχη της Γαλλίας, πλάι στα άλλα αστικά έθνη. Μα οι γαλλικές σχέσεις παραγωγής καθορίζονται από το εξωτερικό εμπόριο της Γαλλίας, από τη θέση της στην παγκόσμια αγορά και από τους νόμους της. Πώς θα έσπαζε η Γαλλία τους νόμους αυτούς χωρίς έναν ευρωπαϊκό επαναστατικό πόλεμο που θα σκόνταφτε στο δεσπότη της παγκόσμιας αγοράς, στην Αγγλία;
Μόλις μια τάξη που συγκεντρώνει τα επαναστατικά συμφέροντα της κοινωνίας ξεσηκωθεί, βρίσκει άμεσα μέσα στην ίδια την κατάστασή της το περιεχόμενο και το υλικό της επαναστατικής της δραστηριότητας: για να τσακίζει τους εχθρούς, για να παίρνει τα μέτρα που επιβάλλουν οι ανάγκες του αγώνα. Οι συνέπειες των πράξεών της τη σπρώχνουν πιο πέρα. Δεν αρχίζει θεωρητικές έρευνες πάνω στα καθήκοντά της. Η γαλλική εργατική τάξη δε βρισκόταν σ' αυτήν τη θέση, ήταν ακόμα ανίκανη να πραγματοποιήσει τη δική της επανάσταση.
Η ανάπτυξη του βιομηχανικού προλεταριάτου καθορίζεται γενικά από την ανάπτυξη της βιομηχανικής αστικής τάξης. Μόνο κάτω από την κυριαρχία της αποχτά το προλεταριάτο εκείνη την πλατιά εθνική ύπαρξη που μπορεί να ανεβάσει την επανάστασή του στο ύψος μιας εθνικής επανάστασης, δημιουργεί το ίδιο τα σύγχρονα μέσα παραγωγής που γίνονται ισάριθμα μέσα για την επαναστατική του απελευθέρωση. Μονάχα η κυριαρχία της βιομηχανικής αστικής τάξης ξεριζώνει τις υλικές ρίζες της φεουδαρχικής κοινωνίας και προλειαίνει το έδαφος που πάνω του μόνο είναι δυνατή μια προλεταριακή επανάσταση. Η γαλλική βιομηχανία είναι πιο αναπτυγμένη και η γαλλική αστική τάξη πιο επαναστατικά εξελιγμένη από την αστική τάξη της υπόλοιπης ηπειρωτικής Ευρώπης. Μήπως όμως η επανάσταση του Φλεβάρη δε στρεφόταν άμεσα ενάντια στην αριστοκρατία του χρήματος; Το γεγονός αυτό απόδειξε ότι η βιομηχανική αστική τάξη δεν εξουσίαζε τη Γαλλία. Η βιομηχανική αστική τάξη μπορεί να κυριαρχεί μονάχα εκεί όπου η σύγχρονη βιομηχανία διαμορφώνει με δικό της τρόπο όλες τις σχέσεις ιδιοκτησίας και η βιομηχανία μπορεί να αποχτήσει αυτή τη δύναμη μονάχα εκεί όπου κατάχτησε την παγκόσμια αγορά, γιατί τα εθνικά όρια δεν αρκούν για την ανάπτυξή της. Η βιομηχανία της Γαλλίας όμως, στο μεγάλο μέρος της, εξασφαλίζει τη δική της εθνική αγορά μόνο χάρη σ' ένα λίγο - πολύ τροποποιημένο σύστημα απαγορευτικών δασμών (Prohibitiv system). Αν, επομένως, το γαλλικό προλεταριάτο, τη στιγμή μιας επανάστασης, κατέχει στο Παρίσι μια πραγματική εξουσία και επιρροή που το σπρώχνουν να προχωρήσει πιο πέρα απ' όσο του το επιτρέπουν τα μέσα του, στη λοιπή Γαλλία είναι συγκεντρωμένο σε ξεχωριστά, σκόρπια βιομηχανικά σημεία και χάνεται σχεδόν μέσα σε μια πλειοψηφία από αγρότες και μικροαστούς. Η πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, στην αναπτυγμένη, σύγχρονη μορφή της, στο καίριο σημείο της, η πάλη του βιομηχανικού μισθωτού εργάτη ενάντια στο βιομήχανο αστό, είναι στη Γαλλία ένα μερικό γεγονός που ύστερα από τις μέρες του Φλεβάρη μπορούσε τόσο λιγότερο να δώσει το εθνικό περιεχόμενο της επανάστασης, όσο η πάλη ενάντια στους δευτερεύοντες τρόπους εκμετάλλευσης του κεφαλαίου, η πάλη του αγρότη ενάντια στην τοκογλυφία και στις υποθήκες, του μικροαστού ενάντια στο μεγαλέμπορα, τον τραπεζίτη και τον εργοστασιάρχη, με μια λέξη ενάντια στη χρεοκοπία, ήταν ακόμα κρυμμένη μέσα στη γενική εξέγερση ενάντια στην αριστοκρατία του χρήματος. Δεν είναι, λοιπόν, ανεξήγητη η προσπάθεια του παρισινού προλεταριάτου να επιβάλει το συμφέρον του πλάι στο αστικό συμφέρον, αντί να το επιβάλει σαν το επαναστατικό συμφέρον της ίδιας της κοινωνίας. Δεν είναι ανεξήγητο ότι υπέστειλε την κόκκινη σημαία μπρος στην τρίχρωμη. Οι Γάλλοι εργάτες δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε ένα βήμα μπρος, δεν μπορούσαν ν' αγγίξουν ούτε μια τρίχα του αστικού καθεστώτος, προτού η πορεία της επανάστασης ξεσηκώσει τη μάζα του έθνους που στέκεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, δηλαδή τους αγρότες και τους μικροαστούς, ενάντια σ' αυτό το καθεστώς, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου και προτού την αναγκάσει να ενωθεί με τους προλετάριους, τους προμάχους της. Οι εργάτες μπορούσαν να εξαγοράσουν τη νίκη αυτή μονάχα με τη φοβερή ήττα του Ιούνη.
Στην επιτροπή του Λουξεμβούργου, στο δημιούργημα αυτό των παρισινών εργατών, χρωστιέται η υπηρεσία ότι αποκάλυψε, από το ύψος ενός ευρωπαϊκού βήματος, το μυστικό της επανάστασης του δέκατου ένατου αιώνα: τη χειραφέτηση τον προλεταριάτου. Η Μονιτέρ12 ξεροκοκκίνιζε, όταν χρειάστηκε να προπαγανδίσει επίσημα τις «άγριες ονειροπολήσεις» που ως τότε βρίσκονταν θαμμένες μέσα στα απόκρυφα συγγράμματα των σοσιαλιστών και που μονάχα από καιρό σε καιρό έφταναν στ' αυτιά της αστικής τάξης, σα μακρινά, μισο-φρικαλέα μισο-γελοία παραμύθια. Η Ευρώπη ξύπνησε ξαφνιασμένη από τον αστικό της μισολήθαργο. Στα μυαλά, λοιπόν, των προλετάριων που συγχέανε την ολιγαρχία του χρήματος με την αστική τάξη γενικά, στη φαντασία των απλοϊκών δημοκρατών που αρνιόνταν την ίδια την ύπαρξη των τάξεων ή που τις παραδέχονταν το πολύ πολύ σαν αποτέλεσμα της συνταγματικής μοναρχίας, στις υποκριτικές φράσεις των ομάδων της αστικής τάξης που ως τώρα είχαν αποκλειστεί από την εξουσία, η κυριαρχία της αστικής τάξης είχε καταργηθεί με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Ολοι οι βασιλόφρονες μεταμορφωθήκανε τότε σε δημοκρατικούς, κι όλοι οι εκατομμυριούχοι του Παρισιού σε εργάτες. Η λέξη που ανταποκρινότανε σ' αυτήν τη φανταστική κατάργηση των ταξικών σχέσεων ήταν η Fraternite, η γενική συναδέλφωση και αδερφοσύνη. Αυτή η ειδυλλιακή αφαίρεση από τις ταξικές αντιθέσεις, αυτός ο συναισθηματικός συμβιβασμός των αντιφατικών ταξικών συμφερόντων, αυτή η ονειροπόλα ανύψωση πάνω από την πάλη των τάξεων, η αδερφοσύνη, αυτό ήταν το πραγματικό σύνθημα της επανάστασης του Φλεβάρη. Οι τάξεις ήταν διαιρεμένες από μιαν απλή παρεξήγηση. Και ο Λαμαρτίνος στις 24 του Φλεβάρη βάφτισε την προσωρινή κυβέρνηση: «Μια κυβέρνηση που καταργεί την τρομερή αυτή παρεξήγηση που υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες τάξεις»13. Το παρισινό προλεταριάτο κυλιότανε στη μεγαλόψυχη αυτή μέθη της αδερφοσύνης.
Από τη μεριά της, η προσωρινή κυβέρνηση, μια κι εξαναγκάστηκε να ανακηρύξει τη δημοκρατία, έκανε το παν για να μπορούν να τη δεχτούν η αστική τάξη και οι επαρχίες. Η αιματηρή φρίκη της πρώτης γαλλικής δημοκρατίας αποκηρύχτηκε με την κατάργηση της θανατικής ποινής για τα πολιτικά εγκλήματα, ο Τύπος αφέθηκε ελεύθερος να εκφράζει όλες τις γνώμες, ο στρατός, τα δικαστήρια, η διοίκηση παραμείνανε, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στα χέρια των παλιών τους αξιωματούχων, κανένας από τους μεγάλους ενόχους της μοναρχίας του Ιούλη δεν κλήθηκε να δώσει λόγο. Οι αστοί δημοκράτες της Νασιονάλ διασκέδαζαν αλλάζοντας τα μοναρχικά ονόματα και κοστούμια με παλαιοδημοκρατικά. Γι' αυτούς η δημοκρατία δεν ήταν παρά μια νέα αμφίεση χορού για την παλιά αστική κοινωνία. Την κύρια υπηρεσία της η νεαρή δημοκρατία δεν την επιδίωξε με το να εκφοβίζει τους άλλους, αλλά μάλλον με το να τρομάζει διαρκώς η ίδια, καθώς και με το να αποσπά το δικαίωμα στη ζωή, και ν' αφοπλίζει την αντίσταση των αντιπάλων της με τη μαλακή υποχωρητικότητα και με την έλλειψη αντίστασης. Στις προνομιούχες τάξεις του εσωτερικού, στις δεσποτικές δυνάμεις του εξωτερικού, διακηρύχτηκε φωναχτά ότι η δημοκρατία είχε φιλειρηνικό χαρακτήρα. Οτι το σύνθημά της ήταν να ζήσει και ν' αφήσει και τους άλλους να ζήσουν. Σ' αυτό προστέθηκε και το γεγονός ότι λίγο ύστερα από την επανάσταση του Φλεβάρη, οι Γερμανοί, οι Πολωνοί, οι Αυστριακοί, οι Ούγγροι, οι Ιταλοί επαναστάτησαν, ο κάθε λαός σύμφωνα με την άμεση κατάστασή του. Η Ρωσία και η Αγγλία - η τελευταία γιατί η ίδια βρισκόταν σε αναταραχή, η πρώτη γιατί ήταν εκφοβισμένη - βρέθηκαν απροετοίμαστες. Η δημοκρατία επομένως δε βρήκε απέναντί της κανέναν εθνικό εχθρό. Δεν υπήρχαν επομένως μεγάλες εξωτερικές περιπλοκές, που μπορούσαν ν' ανάψουν την ενεργητικότητα, να επιταχύνουν την επαναστατική πορεία, να σπρώξουν προς τα μπρος την προσωρινή κυβέρνηση ή να την ανατρέψουν. Το παρισινό προλεταριάτο που έβλεπε τη δημοκρατία σα δικό του δημιούργημα, επευφημούσε φυσικά κάθε πράξη της προσωρινής κυβέρνησης που τη διευκόλυνε να στερεώνει τη θέση της μέσα στην αστική κοινωνία. Δέχτηκε θεληματικά να χρησιμοποιηθεί από τον Κοσιντιέρ στην εκπλήρωση αστυνομικών καθηκόντων για να προστατεύει την ιδιοκτησία στο Παρίσι, όπως επίσης επέτρεψε στον Λουί Μπλαν να εξομαλύνει τις διαφορές για τους μισθούς ανάμεσα στους εργάτες και στ' αφεντικά. Το είχε βάλει ζήτημα τιμής να κρατήσει άθιχτη στα μάτια της Ευρώπης την αστική τιμή της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δε συνάντησε καμιά αντίσταση, ούτε απ' έξω, ούτε από μέσα. Αυτό την αφόπλισε. Το έργο της έπαψε πια να είναι ο επαναστατικός μετασχηματισμός του κόσμου. Το έργο της ήταν μονάχα να προσαρμοστεί στις συνθήκες της αστικής κοινωνίας. Δεν υπάρχει πιο εύγλωττη μαρτυρία από τα δημοσιονομικά μέτρα της για το φανατισμό με τον οποίο η προσωρινή κυβέρνηση ανέλαβε αυτό το έργο.
Η δημόσια πίστη και η ιδιωτική πίστη ήταν φυσικά κλονισμένες. Η δημόσια πίστη στηρίζεται στην πεποίθηση ότι το κράτος θα δέχεται να το εκμεταλλεύονται οι χρηματιστές τοκογλύφοι. Το παλιό όμως κράτος είχε εξαφανιστεί και η επανάσταση στρεφόταν πριν απ' όλα ενάντια στην ολιγαρχία του χρήματος. Οι δονήσεις της τελευταίας ευρωπαϊκής εμπορικής κρίσης δεν είχαν ακόμα σταματήσει. Συνεχίζονταν οι χρεοκοπίες η μια πίσω από την άλλη.
Η ιδιωτική πίστη είχε, λοιπόν, παραλύσει, η κυκλοφορία είχε περιοριστεί, η παραγωγή είχε σταματήσει πριν ακόμα ξεσπάσει η επανάσταση του Φλεβάρη. Η επαναστατική κρίση μεγάλωσε την εμπορική κρίση. Και αν η ιδιωτική πίστη στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αστική παραγωγή σ' όλη την έκταση των σχέσεών της, ότι το αστικό καθεστώς είναι απρόσβλητο κι απαραβίαστο, ποια επίδραση μπορούσε να 'χει μια επανάσταση που διαμφισβητούσε τη βάση της αστικής παραγωγής, την οικονομική σκλαβιά του προλεταριάτου, μια επανάσταση που έστησε αντίκρυ στο χρηματιστήριο τη σφίγγα του Λουξεμβούργου; Η απελευθέρωση του προλεταριάτου είναι η κατάργηση της αστικής πίστης, γιατί σημαίνει την κατάργηση της αστικής παραγωγής και του καθεστώτος της. Η δημόσια πίστη και η ιδιωτική πίστη είναι το οικονομικό θερμόμετρο που μ' αυτό μπορεί να μετρήσει κανείς την ένταση μιας επανάστασης. Στο βαθμό που πέφτουν, στον ίδιο βαθμό ανεβαίνουν η φλόγα και η δημιουργική δύναμη της επανάστασης.
Η προσωρινή κυβέρνηση ήθελε ν' αφαιρέσει από τη δημοκρατία την αντιαστική της όψη. Επρεπε επομένως, πριν απ' όλα, να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την ανταλλακτική αξία αυτής της νέας κρατικής μορφής, την τρέχουσα τιμή της στο χρηματιστήριο. Και με την τρέχουσα τιμή της δημοκρατίας στο χρηματιστήριο ανέβηκε πάλι αναγκαστικά η ιδιωτική πίστη.
Για να εξαλείψει ακόμα και την υπόνοια ότι δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που κληρονόμησε από τη μοναρχία, για να δημιουργήσει την εμπιστοσύνη στην αστική ηθική και στο αξιόχρεο της δημοκρατίας, η προσωρινή κυβέρνηση κατέφυγε σ' έναν αναξιόπρεπο και παιδιακίστικο ταυτόχρονα κομπασμό. Προτού ακόμα λήξει η νόμιμη προθεσμία πληρωμής, πλήρωσε στους πιστωτές του κράτους τους τόκους των χρεογράφων των 5%, 4,5% και 4%. Η αστική σιγουριά, η αυτοπεποίθηση των κεφαλαιούχων ξύπνησε ξαφνικά, όταν είδαν με τι αγωνιώδη βιασύνη γυρεύανε να αγοράσουν την εμπιστοσύνη τους.
Φυσικά, οι χρηματικές δυσκολίες της προσωρινής κυβέρνησης δε λιγόστεψαν με τη θεατρική αυτή χειρονομία, που της αφαίρεσε το απόθεμά της σε μετρητό χρήμα. Οι οικονομικές δυσχέρειες δεν μπορούσαν να κρυφτούν άλλο και οι μικροαστοί, οι υπάλληλοι και οι εργάτες έπρεπε να πληρώσουν για την ευχάριστη έκπληξη που είχε κάνει η κυβέρνηση στους πιστωτές του κράτους.
Η κυβέρνηση δήλωσε ότι τα ταμιευτήρια δε θα εξαργυρώνουν πια σε χρήμα τα βιβλιάρια καταθέσεων που ξεπερνούν τα 100 φράγκα. Τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα στα ταμιευτήρια κατασχέθηκαν και με διάταγμα μετατράπηκαν σε ανεξόφλητο κρατικό χρέος. Αυτό εξερέθισε ενάντια στη δημοκρατία το μικροαστό, που έτσι είτε αλλιώς βρισκότανε κιόλας σε στενόχωρη θέση. Παίρνοντας αντίς τα βιβλιάρια των καταθέσεων του ταμιευτηρίου κρατικά χρεόγραφα, αναγκάστηκε να πάει να τα πουλήσει στο χρηματιστήριο και να παραδοθεί έτσι άμεσα στα χέρια των τοκογλύφων του χρηματιστηρίου, που ενάντιά τους είχε κάνει την επανάσταση του Φλεβάρη.
Η αριστοκρατία του χρήματος, που κυβερνούσε στην περίοδο της μοναρχίας του Ιούλη, είχε το ναό της στην τράπεζα. Όπως το χρηματιστήριο διευθύνει την κρατική πίστη, έτσι κι η τράπεζα διευθύνει την εμπορική πίστη.
Άμεσα απειλούμενη από την επανάσταση του Φλεβάρη, όχι μόνο στην κυριαρχία της, μα και στην ίδια την ύπαρξή της, η τράπεζα βάλθηκε από την αρχή να δυσφημίσει τη δημοκρατία, γενικεύοντας την έλλειψη πίστης στις συναλλαγές. Εκοψε απότομα κάθε πίστωση στους τραπεζίτες, στους εργοστασιάρχες, στους εμπόρους. Και μια που η μανούβρα αυτή δεν προκάλεσε άμεσα μιαν αντεπανάσταση, είχε αναγκαστικά τον αντίχτυπό της πάνω στην ίδια την τράπεζα. Οι καπιταλιστές αποσύρανε το χρήμα που είχαν καταθέσει στα υπόγεια της τράπεζας. Οι κάτοχοι τραπεζογραμματίων τρέξανε στο ταμείο της για να τα ανταλλάξουν με χρυσό και ασήμι.
Η προσωρινή κυβέρνηση μπορούσε, χωρίς βίαιη επέμβαση, με νόμιμο τρόπο, να εξαναγκάσει την τράπεζα σε χρεοκοπία. Δεν είχε παρά να κρατήσει μια παθητική στάση και να εγκαταλείψει την τράπεζα στην τύχη της. Η χρεοκοπία της τράπεζας θα ήταν ο κατακλυσμός που στο άψε - σβήσε θα σάρωνε από το γαλλικό έδαφος την αριστοκρατία του χρήματος, τον πιο ισχυρό και πιο επικίνδυνο εχθρό της δημοκρατίας, το χρυσό βάθρο της μοναρχίας του Ιούλη. Και όταν θα είχε πια χρεοκοπήσει η τράπεζα, η ίδια η αστική τάξη θα ήταν υποχρεωμένη να θεωρήσει σαν μια τελευταία απεγνωσμένη απόπειρα σωτηρίας την ίδρυση από την κυβέρνηση μιας εθνικής τράπεζας και την υπαγωγή της εθνικής πίστης στον έλεγχο του έθνους.
Η προσωρινή κυβέρνηση, αντίθετα, επέβαλε την αναγκαστική κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων. Εκανε κάτι περισσότερο: Μετέτρεψε όλες τις επαρχιακές τράπεζες σε υποκαταστήματα της Τράπεζας της Γαλλίας και της επέτρεψε ν' απλώσει τα δίχτυα της πάνω σ' όλη τη Γαλλία. Αργότερα υποθήκευσε στην τράπεζα τα κρατικά δάση, σαν εγγύηση για ένα δάνειο που συνομολόγησε μαζί της. Ετσι, η επανάσταση του Φλεβάρη στερέωσε άμεσα και πλάτυνε την τραπεζοκρατία, που επρόκειτο να ανατρέψει.
Στο μεταξύ, η προσωρινή κυβέρνηση λύγιζε κάτω από το βραχνά ενός ελλείμματος που μεγάλωνε. Μάταια ζητιάνευε πατριωτικές θυσίες. Μονάχα οι εργάτες τις έριξαν την ελεημοσύνη τους. Επρεπε να γίνει προσφυγή σ' ένα ηρωικό μέσο, στην επιβολή ενός νέου φόρου. Ποιον όμως να φορολογήσουν; Τους λύκους του χρηματιστηρίου, τους βασιλιάδες της τράπεζας, τους πιστωτές του κράτους, τους εισοδηματίες, τους βιομήχανους; Μα αυτό δεν ήταν καθόλου ένα μέσο για να κερδίσει η δημοκρατία την εύνοια της αστικής τάξης. Αυτό θα σήμαινε από τη μια ότι διακινδυνεύανε την κρατική πίστη και την εμπορική πίστη, που από την άλλη επιδιώκανε να τις εξαγοράσουν με τόσο μεγάλες θυσίες και ταπεινώσεις. Κάποιος όμως έπρεπε να πληρώσει. Ποιος θυσιάστηκε στην αστική πίστη; Ο Jacques le bonhomme __σσ.ο καλοκάγαθος|το ανθρωπάκι 14, ο αγρότης.
Η προσωρινή κυβέρνηση επέβαλε έναν πρόσθετο φόρο από 45 λεπτά σε κάθε φράγκο πάνω στους τέσσερις άμεσους φόρους. Ο κυβερνητικός Τύπος κορόιδευε το παρισινό προλεταριάτο λέγοντας ότι ο φόρος αυτός θα έπεφτε κυρίως πάνω στη μεγάλη γαιοκτησία, στους κατόχους τού ενός δισεκατομμυρίου που χορήγησε η παλινόρθωση 15. Στην πραγματικότητα όμως ο φόρος αυτός χτύπησε πριν απ' όλα την αγροτική τάξη, δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία του γαλλικού λαού. Οι αγρότες έπρεπε να πληρώσουν τα έξοδα της επανάστασης του Φλεβάρη, και σ' αυτούς η αντεπανάσταση βρήκε το κυριότερο υλικό της. Ο φόρος των 45 λεπτών ήταν για το Γάλλο αγρότη ζήτημα ζωής ή θανάτου, και ο αγρότης τον μετάτρεψε σε ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη δημοκρατία. Από τη στιγμή αυτή η δημοκρατία για το Γάλλο αγρότη ήταν ο φόρος των 45 λεπτών και στο παρισινό προλεταριάτο έβλεπε ο αγρότης τον άσωτο πουκαλοπερνούσε με δικά του έξοδα.
Ενώ η επανάσταση του 1789 άρχισε με την αποτίναξη των φεουδαρχικών βαρών από τους αγρότες, η επανάσταση του 1848, για να μη βάλει σε κίνδυνο το κεφάλαιο και για να εξασφαλίσει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού του, εμφανίστηκε στον αγροτικό πληθυσμό με την επιβολή ενός νέου φόρου.
Με ένα μονάχα μέσο μπορούσε η προσωρινή κυβέρνηση να παραμερίσει όλα αυτά τα εμπόδια και να βγάλει το κράτος από τον παλιό δρόμο του - με την κήρυξη του κράτους σε κατάσταση χρεοκοπίας. Ο καθένας θυμάται πώς αργότερα ο Λεντρί - Ρολέν αφηγήθηκε μπρος στην εθνοσυνέλευση την ιερή αγανάχτηση με την οποία είχε αποκρούσει την αξίωση αυτή του τοκογλύφου του χρηματιστηρίου Φουλντ, του Γάλλου υπουργού των Οικονομικών. Ο Φουλντ του είχε προσφέρει το μήλο από το δέντρο της γνώσης...
Αναγνωρίζοντας τα γραμμάτια που η παλιά αστική κοινωνία είχε παρουσιάσει στο κράτος, η προσωρινή κυβέρνηση υποτάχτηκε στην εξουσία της αστικής κοινωνίας. Εγινε ο στριμωγμένος οφειλέτης της αστικής κοινωνίας, αντί να στέκεται μπροστά της σαν απειλητικός πιστωτής που είχε να εισπράξει πολύχρονες επαναστατικές χρεωστικές απαιτήσεις. Ηταν αναγκασμένη να στερεώσει τις κλονιζόμενες αστικές σχέσεις για να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις που μπορούν να εκπληρωθούν μονάχα μέσα στα πλαίσια αυτών των σχέσεων. Η πίστωση έγινε ο όρος της ύπαρξής της και οι παραχωρήσεις στο προλεταριάτο, οι υποσχέσεις που του έγιναν, μετατράπηκαν σε άλλα τόσα δεσμά, που έπρεπε να σπάσουν. Η χειραφέτηση των εργατών -ακόμα και σα φράση- έγινε ένας αβάσταχτος κίνδυνος για τη νέα δημοκρατία, γιατί ήταν μια διαρκής διαμαρτυρία ενάντια στην αποκατάσταση της πίστης, που στηρίζεται στην αδιατάραχτη και ξεκάθαρη αναγνώριση των σημερινών οικονομικών ταξικών σχέσεων. Επρεπε, λοιπόν, να ξεμπερδέψει με τους εργάτες.
Η επανάσταση του Φλεβάρη είχε πετάξει το στρατό έξω από το Παρίσι. Η εθνοφρουρά, δηλαδή η αστική τάξη στις διάφορες διαβαθμίσεις της, αποτελούσε τη μοναδική δύναμη. Μονάχη της όμως ένιωθε πως δεν μπορούσε ν' αναμετρηθεί με το προλεταριάτο. Επιπλέον ήταν υποχρεωμένη - αν και ύστερα από την πιο πεισματική αντίσταση και προβάλλοντας εκατό διαφορετικά εμπόδια - ν' ανοίγει βαθμιαία και τμηματικά τις γραμμές της και ν' αφήνει να μπαίνουν σ' αυτές ένοπλοι προλετάριοι. Έμενε, λοιπόν, μονάχα μια διέξοδος: ν' αντιπαρατάξει ένα μέρος των προλετάριων ενάντια στο άλλο.
Για το σκοπό αυτό η προσωρινή κυβέρνηση συγκρότησε 24 τάγματα της κινητής φρουράς, το καθένα από χίλιους άνδρες, νέους 15 ως 20 χρόνων. Οι περισσότεροι απ' αυτούς ανήκαν στο κουρελοπρολεταριάτο που, σ' όλες τις μεγάλες πόλεις αποτελεί μια μάζα που διακρίνεται ξεκάθαρα από το βιομηχανικό προλεταριάτο, ένα στρώμα απ' όπου στρατολογούν κάθε λογής κλέφτες κι εγκληματίες που ζουν από τα ψίχουλα της κοινωνίας, άνθρωποι χωρίς καθορισμένο επάγγελμα, αλήτες, gens sans feu et sans aveu16 που διαφέρουν ανάλογα με τo βαθμό πολιτισμού του έθνους στο οποίο ανήκουν, μα που δεν απαρνιούνται ποτέ την ιδιότητά τους των λατζαρόνι17. Στη νεαρή ηλικία που η κυβέρνηση τους στρατολογούσε, ήταν κατάλληλοι για όλα, ικανοί τόσο για τους μεγαλύτερους ηρωισμούς και για τις πιο έξαλλες αυτοθυσίες, όσο και για τις ποταπότερες ληστρικές πράξεις και για την πιο βρόμικη διαφθορά. Η προσωρινή κυβέρνηση τους πλήρωνε 1 φράγκο και 50 λεπτά τη μέρα, δηλαδή τους αγόραζε. Τους έδωσε ιδιαίτερη στολή, δηλαδή τους έκανε να διακρίνονται εξωτερικά από τους μπλουζοφορεμένους εργάτες. Για αρχηγούς, είτε τους όρισαν αξιωματικούς από τον ταχτικό στρατό, είτε αυτοί οι ίδιοι εκλέγανε νεαρά μπουρζουαζόπαιδα που τα παχιά τους λόγια για τον υπέρ πατρίδος θάνατο και την αφοσίωση στη δημοκρατία τούς συνάρπαζαν.
Έτσι, μπροστά στο παρισινό προλεταριάτο ορθωνόταν ένας στρατός από 24.000 νέους, γερούς, ριψοκίνδυνους άνδρες, ένας στρατός βγαλμένος μέσα απ' το ίδιο του το περιβάλλον. Οταν η κινητή φρουρά έκανε παρελάσεις στους δρόμους του Παρισιού, το προλεταριάτο την υποδεχόταν με ζητωκραυγές. Εβλεπε σ' αυτήν τους πρωτοπόρους μαχητές του στα οδοφράγματα. Τη θεωρούσε σαν την προλεταριακή φρουρά, σε αντίθεση με την αστική εθνοφρουρά. Το λάθος του ήταν συγχωρητέο.
Πλάι στην κινητή φρουρά η κυβέρνηση αποφάσισε να συγκεντρώσει γύρω της κι ένα στρατό από εργάτες της βιομηχανίας. Εκατό χιλιάδες εργάτες πεταγμένοι στους δρόμους από την κρίση και την επανάσταση στρατολογήθηκαν από τον υπουργό Μαρί στα λεγόμενα εθνικά εργαστήρια. Κάτω από τη φανταχτερή αυτή ονομασία δεν κρυβότανε παρά η απασχόληση των εργατών σε ανιαρές, μονότονες και μη παραγωγικές δουλειές εκχωμάτωσης, με μεροκάματο 23 πεντάρες. Υπαίθρια εγγλέζικα «σπίτια εργασίας»18, τίποτα περισσότερο απ' αυτό δεν ήταν τα εθνικά αυτά εργαστήρια. Η προσωρινή κυβέρνηση πίστευε ότι μ' αυτά οργάνωσε κι ένα δεύτερο προλεταριακό στρατό ενάντια στους ίδιους τους εργάτες. Τη φορά αυτή, η αστική τάξη γελάστηκε με τα εθνικά εργαστήρια, ακριβώς όπως οι εργάτες γελάστηκαν με την κινητή φρουρά. Είχε δημιουργήσει ένα στρατό φτιαγμένο για να στασιάζει.
Ωστόσο πέτυχε ένα σκοπό.
Εθνικά εργαστήρια ήταν η ονομασία των λαϊκών εργαστηρίων που κήρυττε ο Λουί Μπλαν στο Λουξεμβούργο. Τα εργαστήρια του Μαρί, που επινοήθηκαν σε άμεση αντίθεση με το Λουξεμβούργο, έδωσαν αφορμή, χάρη στην κοινή επιγραφή τους, σε μια ραδιουργία παρεξηγήσεων που θυμίζουν τις φάρσες των υπηρετών της ισπανικής κωμωδίας. Η ίδια η προσωρινή κυβέρνηση στα κρυφά διέδωσε τη φήμη ότι τα εθνικά αυτά εργαστήρια ήταν εύρημα του Λουί Μπλαν, και το πράγμα φαινόταν τόσο πιο πιστευτό, που ο Λουί Μπλαν, ο προφήτης των εθνικών εργαστηρίων, ήταν μέλος της προσωρινής κυβέρνησης. Και μέσα στη μισοαφελή, μισοσκόπιμη σύγχυση που έκανε η παρισινή αστική τάξη, αυτά τα «σπίτια εργασίας», στην τεχνητά τροφοδοτούμενη κοινή γνώμη της Γαλλίας και της Ευρώπης, ήταν η πρώτη πραγματοποίηση του σοσιαλισμού που τον έστηναν έτσι μαζί τους στον πάσσαλο της ατίμωσης.
Οχι με το περιεχόμενό τους, αλλά με τον τίτλο τους, τα εθνικά εργαστήρια ήταν η ενσάρκωση της διαμαρτυρίας του προλεταριάτου ενάντια στην αστική βιομηχανία, στην αστική πίστη και στην αστική δημοκρατία. Πάνω τους, λοιπόν, στράφηκε όλο το μίσος της αστικής τάξης. Σ' αυτά βρήκε ταυτόχρονα το σημείο πάνω στο οποίο μπορούσε να κατευθύνει την επίθεση, μόλις θα ήταν αρκετά δυναμωμένη για να ξεκόψει ανοιχτά με τις αυταπάτες του Φλεβάρη. Ολη η δυσφορία, όλη η κακοκεφιά των μικροαστών στράφηκε ταυτόχρονα ενάντια σ' αυτά τα εθνικά εργαστήρια που έγιναν ο κοινός στόχος. Με αληθινή λύσσα λογάριαζαν τα ποσά που καταβρόχθιζαν οι λωποδύτες προλετάριοι, ενώ η δική τους η κατάσταση γινόταν μέρα με τη μέρα πιο ανυπόφορη. Κρατική σύνταξη για μια ψευτοδουλειά, αυτός είναι ο σοσιαλισμός! μουρμούριζαν μέσα τους. Τα εθνικά εργαστήρια, οι ρητορείες του Λουξεμβούργου, οι διαδηλώσεις των εργατών στους δρόμους του Παρισιού - να πού γύρευαν να βρουν την αιτία της αθλιότητάς τους. Και κανένας δε φανατίζεται περισσότερο ενάντια στις δήθεν μηχανορραφίες των κομμουνιστών από το μικροαστό, που κρεμόταν χωρίς ελπίδα σωτηρίας πάνω απ' το βάραθρο της χρεοκοπίας.
Έτσι, στην επικείμενη συμπλοκή ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο, όλα τα πλεονεκτήματα, όλες οι αποφασιστικές θέσεις, όλα τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας, βρίσκονταν στα χέρια της αστικής τάξης, τη στιγμή που τα κύματα της επανάστασης του Φλεβάρη υψώνονταν πάνω απ' όλη την ηπειρωτική Ευρώπη, και που κάθε νέο ταχυδρομείο έφερνε και νέες ειδήσεις για την επανάσταση, πότε από την Ιταλία, πότε από τη Γερμανία, πότε από τα πιο μακρινά μέρη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και συντηρούσε τη γενική μέθη του λαού, φέρνοντάς του συνεχείς μαρτυρίες για μια νίκη που του είχε κιόλας ξεφύγει.
Στις 17 του Μάρτη και στις 16 του Απρίλη έγιναν οι πρώτες αψιμαχίες της μεγάλης ταξικής πάλης που η αστική δημοκρατία έκρυβε κάτω από τις φτερούγες της.
Η 17 του Μάρτη αποκάλυψε τη διφορούμενη κατάσταση του προλεταριάτου, κατάσταση που δεν του επέτρεπε καμιάν αποφασιστική ενέργεια. Ο αρχικός σκοπός της διαδήλωσης ήταν να ξαναφέρει την προσωρινή κυβέρνηση στο δρόμο της επανάστασης, να προκαλέσει, ανάλογα με τις περιστάσεις, τον αποκλεισμό των αστικών μελών της και να επιβάλει την αναβολή της μέρας των εκλογών για την εθνοσυνέλευση και την εθνοφρουρά. Στις 16 του Μάρτη, όμως, η αστική τάξη, που την εκπροσωπούσε η εθνοφρουρά, έκανε μια διαδήλωση εχθρική προς την προσωρινή κυβέρνηση. Με τις κραυγές: «Κάτω ο Λεντρί - Ρολέν!» κινήθηκε προς το δημαρχείο. Και ο λαός, στις 17 του Μάρτη βρέθηκε στην ανάγκη να φωνάζει: «Ζήτω ο Λεντρί - Ρολέν! Ζήτω η προσωρινή κυβέρνηση!» Βρέθηκε στην ανάγκη να στραφεί ενάντια στην αστική τάξη και να πάρει το μέρος της αστικής δημοκρατίας που νόμισε ότι διαμφισβητούσαν την ύπαρξή της. Στερέωσε την προσωρινή κυβέρνηση αντί να την υποτάξει. Η 17 του Μάρτη εξατμίστηκε σε μια μελοδραματική σκηνή, και αν τη μέρα αυτή το παρισινό προλεταριάτο έδειξε για άλλη μια φορά το γιγάντιο ανάστημά του, η αστική τάξη - μέσα και έξω από την προσωρινή κυβέρνηση - ήταν ακόμα πιο αποφασισμένη να το τσακίσει.
Η 16 τον Απρίλη ήταν μια παρεξήγηση που σκάρωσε η προσωρινή κυβέρνηση μαζί με την αστική τάξη. Πολλοί εργάτες είχαν συγκεντρωθεί στο πεδίο του Αρεως και στο ιπποδρόμιο για να προετοιμάσουν τις εκλογές τους για το επιτελείο της εθνοφρουράς. Ξαφνικά, από τη μια ως την άλλη άκρη, διαδόθηκε σαν αστραπή σ' όλο το Παρίσι η φήμη ότι οι εργάτες είχαν συγκεντρωθεί οπλισμένοι στο πεδίο του Αρεως, κάτω από την ηγεσία του Λουί Μπλαν, του Μπλανκί, του Καμπέ και του Ρασπάιγ, για να βαδίσουν από κει προς το δημαρχείο, να ρίξουν την προσωρινή κυβέρνηση και ν' ανακηρύξουν μια κομμουνιστική κυβέρνηση. Σαλπίζουν γενικό προσκλητήριο - ο Λεντρί - Ρολέν, ο Μαράστ κι ο Λαμαρτίνος τσακώνονταν αργότερα ποιος είχε την τιμή να πάρει πρώτος αυτή την πρωτοβουλία - και, μέσα σε μιαν ώρα 100.000 άνδρες είναι στα όπλα, το δημαρχείο καταλαμβάνεται ολόκληρο από τους εθνοφρουρούς. Σ' όλο το Παρίσι βροντούν οι κραυγές: «Κάτω οι κομμουνιστές! Κάτω ο Λουί Μπλαν, ο Μπλανκί, ο Ρασπάιγ, ο Καμπέ!», ενώ αμέτρητες επιτροπές έρχονται να υποβάλουν τα σέβη τους στην προσωρινή κυβέρνηση, όλες έτοιμες να σώσουν την πατρίδα και την κοινωνία. Οταν οι εργάτες εμφανίζονται, τέλος, μπρος στο δημαρχείο για να παραδώσουν στην προσωρινή κυβέρνηση το ποσό ενός πατριωτικού εράνου που είχαν κάνει στο πεδίο του Αρεως, μαθαίνουν με κατάπληξη ότι το αστικό Παρίσι νίκησε τη σκιά τους, σε μια υποθετική μάχη που σκαρώθηκε με την πιο μεγάλη περίσκεψη. Η φοβερή απόπειρα της 16ης του Απρίλη έδωσε το πρόσχημα για την ανάκληση του στρατού στο Παρίσι - που ήταν ο πραγματικός σκοπός της αδέξια σκηνοθετημένης κωμωδίας - και για τις αντιδραστικές ομοσπονδιακές διαδηλώσεις των επαρχιών.
Στις 4 του Μάη συνήλθε η εθνοσυνέλευση που είχε προέλθει από άμεσες γενικές εκλογές. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα δεν είχε τη μαγική δύναμη που του είχαν αποδώσει οι παλιού τύπου δημοκράτες. Οι δημοκράτες αυτοί έβλεπαν σ' όλη τη Γαλλία, ή τουλάχιστο στην πλειοψηφία των Γάλλων, πολίτες με τα ίδια συμφέροντα, με τις ίδιες αντιλήψεις κ.λπ. Αυτή ήταν η λατρεία τους για το λαό. Αντί όμως το φανταστικό λαό τους, οι εκλογές φέρανε στο φως της ημέρας τον πραγματικό λαό, δηλαδή εκπροσώπους των διαφόρων τάξεων στις οποίες υποδιαιρείται. Είδαμε γιατί αγρότες και μικροαστοί υποχρεώθηκαν να ψηφίσουν, κάτω από την καθοδήγηση της αστικής τάξης που ήταν γιομάτη μαχητική διάθεση και των μεγάλων γαιοκτημόνων που λυσσούσαν για παλινόρθωση. Αν όμως το γενικό εκλογικό δικαίωμα δεν ήταν η θαυματουργή μαγική ράβδος, όπως το είχαν νομίσει οι αγαθοί δημοκράτες, είχε ωστόσο το ασύγκριτα μεγαλύτερο προτέρημα να ξαπολύει την πάλη των τάξεων, να επιτρέπει στα διάφορα μεσαία στρώματα της αστικής κοινωνίας να απαλλαχθούν γρήγορα από τις αυταπάτες και τις απογοητεύσεις τους, να φέρνει μ' ένα τίναγμα όλες τις ομάδες της εκμεταλλεύτριας τάξης στην κορυφή του κράτους και να τους αποσπά έτσι τη μάσκα της ψευτιάς, ενώ η μοναρχία με το εκλογικό της τίμημα19 επέτρεπε μονάχα σε ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης να εκτεθούν κι άφηνε τα άλλα κρυμμένα στα παρασκήνια, περιβάλλοντάς τα με το φωτοστέφανο μιας κοινής αντιπολίτευσης.
Στη συντακτική εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στις 4 του Μάη, οι αστοί δημοκράτες, οι δημοκράτες της Νασιονάλ είχαν την υπεροχή. Ακόμα και οι νομιμόφρονες κι οι ορλεανικοί δεν τόλμησαν στην αρχή να παρουσιαστούν παρά με τη μάσκα του αστικού δημοκρατισμού. Μονάχα στο όνομα της δημοκρατίας μπορούσαν ν' αναλάβουν τον αγώνα ενάντια στο προλεταριάτο.
Η δημοκρατία χρονολογείται από τις 4 του Μάη κι όχι από τις 25 του Φλεβάρη, δηλαδή η αναγνωρισμένη από το γαλλικό λαό δημοκρατία. Δεν πρόκειται για τη δημοκρατία που επέβαλε το παρισινό προλεταριάτο στην προσωρινή κυβέρνηση. Δεν πρόκειται για τη δημοκρατία με τους κοινωνικούς θεσμούς, για την οπτασία που πλανιόταν προς στα μάτια των μαχητών των οδοφραγμάτων. Η δημοκρατία που ανακηρύχτηκε από την εθνοσυνέλευση, η μόνη νόμιμη δημοκρατία, είναι η δημοκρατία που δεν αποτελεί επαναστατικό όπλο ενάντια στο αστικό καθεστώς, αλλά που, αντίθετα, αποτελεί την πολιτική του ανασυγκρότητη, το πολιτικό ξαναστέριωμα της αστικής κοινωνίας, με μια λέξη είναι η αστική δημοκρατία. Ο ισχυρισμός αυτός αντήχησε από το βήμα της εθνοσυνέλευσης και βρήκε την απήχησή του σ' όλο το δημοκρατικό και αντιδημοκρατικό αστικό Τύπο.
Και είδαμε ότι πραγματικά η δημοκρατία του Φλεβάρη δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από μια αστική δημοκρατία, ότι όμως η προσωρινή κυβέρνηση αναγκάστηκε κάτω από την άμεση πίεση του προλεταριάτου να την εξαγγείλει σα μια δημοκρατία με κοινωνικούς θεσμούς, ότι το παρισινό προλεταριάτο ήταν ακόμα ανίκανο να προχωρήσει με άλλο τρόπο πέρα από την αστική δημοκρατία παρά με τη σκέψη και με τη φαντασία, ότι την εξυπηρέτησε παντού όπου έδρασε πραγματικά, ότι οι υποσχέσεις που του είχαν δοθεί έγιναν ένας αφόρητος κίνδυνος για τη νέα δημοκρατία, ότι όλη η ζωή της προσωρινής κυβέρνησης συνοψιζόταν σ' ένα διαρκή αγώνα ενάντια στις διεκδικήσεις του προλεταριάτου.
Στην εθνοσυνέλευση, ολόκληρη η Γαλλία δίκαζε το παρισινό προλεταριάτο. Η εθνοσυνέλευση ξέκοψε αμέσως με τις κοινωνικές αυταπάτες της επανάστασης του Φλεβάρη, ανακήρυξε ορθά - κοφτά την αστική δημοκρατία και μονάχα την αστική δημοκρατία. Απέκλεισε αμέσως από την εκτελεστική επιτροπή, που την είχε διορίσει η ίδια η εθνοσυνέλευση, τους αντιπροσώπους του προλεταριάτου, τον Λουί Μπλαν και τον Αλμπέρ, απέρριψε την πρόταση για ένα ειδικό υπουργείο Εργασίας και αποδέχτηκε με θυελλώδικες επευφημίες τη δήλωση του υπουργού Τρελά ότι: «Πρόκειται μονάχα να επαναφέρουμε την εργασία στους παλιούς όρους της».
Ολα αυτά όμως δεν αρκούσαν. Η δημοκρατία του Φλεβάρη καταχτήθηκε από τους εργάτες με την παθητική υποστήριξη της αστικής τάξης. Οι προλετάριοι με το δίκιο τους θεωρούσαν τον εαυτό τους νικητή του Φλεβάρη, και προβάλανε τις υπερφίαλες αξιώσεις του νικητή. Επρεπε να νικηθούν στους δρόμους, έπρεπε να τους δείξουν ότι ήταν καταδικασμένοι σε ήττα, μόλις θα πολεμούσαν όχι με την αστική τάξη, αλλά ενάντια στην αστική τάξη. Οπως η δημοκρατία του Φλεβάρη, με τις σοσιαλιστικές παραχωρήσεις της, χρειάστηκε μια μάχη του προλεταριάτου που είχε ενωθεί μαζί με την αστική τάξη ενάντια στη βασιλεία, έτσι χρειαζόταν και μια δεύτερη μάχη για να απαλλαχθεί η δημοκρατία από τις σοσιαλιστικές παραχωρήσεις, για να αποκρυσταλλωθεί επίσημα η κυριαρχία της αστικής δημοκρατίας. Η αστική τάξη έπρεπε ν' αποκρούσει, με το όπλο στο χέρι, τις διεκδικήσεις του προλεταριάτου. Και το πραγματικό λίκνο της αστικής δημοκρατίας δεν είναι η νίκη του Φλεβάρη, είναι η ήττα τον Ιούνη.
Το προλεταριάτο επέσπευσε τη λύση όταν στις 15 του Μάη, εισέβαλε στην εθνοσυνέλευση, όταν προσπάθησε μάταια να καταχτήσει και πάλι την επαναστατική του επιρροή, με μόνο αποτέλεσμα να παραδώσει τους δραστήριους αρχηγούς του στους δεσμοφύλακες της αστικής τάξης20. Il faut en finir! Πρέπει να τελειώνουμε μ' αυτή την κατάσταση! Μ' αυτήν την κραυγή η εθνοσυνέλευση εκδήλωσε την απόφασή της να εξαναγκάσει το προλεταριάτο να δώσει την αποφασιστική μάχη. Η εκτελεστική επιτροπή έβγαλε μια σειρά προκλητικά διατάγματα, όπως το διάταγμα που απαγόρευε τις λαϊκές συγκεντρώσεις κλπ. Από το βήμα της συντακτικής εθνοσυνέλευσης οι εργάτες προκλήθηκαν, βρίστηκαν και χλευάστηκαν ανοιχτά. Ο κύριος όμως στόχος της επίθεσης ήταν, όπως είδαμε, τα εθνικά εργαστήρια. Πάνω σ' αυτά, η συντακτική συνέλευση επέστησε επιτακτικά την προσοχή της εκτελεστικής επιτροπής που δεν περίμενε παρά ν' ακούσει ότι το δικό της σχέδιο επικυρώνεται σαν προσταγή της εθνοσυνέλευσης.
Η εκτελεστική επιτροπή είχε αρχίσει κάνοντας δυσκολότερη την είσοδο στα εθνικά εργαστήρια, μετατρέποντας το μεροκάματο σε πληρωμή με το κομμάτι, εξορίζοντας στη Σολόν τους μη γεννημένους στο Παρίσι εργάτες, για εκτέλεση δήθεν έργων εκχωμάτωσης. Αυτά τα έργα εκχωμάτωσης ήταν μονάχα ένα ρητορικό σχήμα για τον εξωραϊσμό της απέλασής τους, όπως έλεγαν στους συντρόφους τους οι εργάτες που επέστρεφαν απογοητευμένοι από τη Σολόν. Τέλος, στις 21 του Ιούνη, δημοσιεύτηκε στη Μονιτέρ ένα διάταγμα που πρόσταζε το βίαιο διώξιμο όλων των ανύπαντρων εργατών από τα εθνικά εργαστήρια ή την ένταξή τους στο στρατό.
Στους εργάτες δεν έμενε άλλη εκλογή: έπρεπε ή να πεθάνουν από την πείνα, ή να χτυπήσουν. Απάντησαν στις 22 του Ιούνη με μια γιγάντια εξέγερση όπου δόθηκε η πρώτη μεγάλη μάχη ανάμεσα στις δύο τάξεις που χωρίζουν τη σύγχρονη κοινωνία. Ήταν ένας αγώνας για τη διατήρηση ή την εκμηδένιση του αστικού καθεστώτος. Ξεσκίστηκε το πέπλο που κάλυπτε τη δημοκρατία.
Είναι γνωστό ότι οι εργάτες με πρωτοφανέρωτη γενναιότητα και μεγαλοφυία, χωρίς αρχηγούς, χωρίς κοινό σχέδιο, χωρίς μέσα και στο μεγαλύτερο μέρος τους, χωρίς όπλα, πέντε ολόκληρες μέρες κρατούσαν σε δύσκολη θέση το στρατό, την κινητή φρουρά, την παρισινή εθνοφρουρά και την εθνοφρουρά που ήρθε από τις επαρχίες. Είναι γνωστό ότι η αστική τάξη, για τηθανάσιμη αγωνία που πέρασε, αποζημιώθηκε με μιαν ανήκουστη κτηνωδία κι έσφαξε πάνω από 3.000 αιχμαλώτους.
Οι επίσημοι αντιπρόσωποι της γαλλικής δημοκρατίας ήταν τόσο πολύ επηρεασμένοι από τη δημοκρατική ιδεολογία, που μόνο μερικές βδομάδες αργότερα άρχισαν να διαισθάνονται τη σημασία της μάχης του Ιούνη. Σα να 'χαν αποναρκωθεί από τον καπνό του μπαρουτιού που μέσα του διαλύθηκε η φανταστική δημοκρατία τους.
Οσο για την άμεση εντύπωση που προξένησε σε μας η είδηση για την ήττα του Ιούνη, ας μας επιτρέψει ο αναγνώστης να την περιγράψουμε με τα λόγια της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου: «Το τελευταίο επίσημο υπόλειμμα της επανάστασης του Φλεβάρη, η εκτελεστική επιτροπή, διαλύθηκε σα μια οπτασία, μπρος στη σοβαρότητα των γεγονότων. Τα πυροτεχνήματα του Λαμαρτίνου μεταβλήθηκαν στους εμπρηστικούς πυραύλους του Καβενιάκ. Η "Fratemite", η αδερφοσύνη των αντίθετων τάξεων, που η μια τους εκμεταλλεύεται την άλλη, αυτή η "Fraternite" που διακηρύχτηκε το Φλεβάρη και γράφτηκε με κεφαλαία γράμματα πάνω στο μέτωπο του Παρισιού, σε κάθε φυλακή, σε κάθε στρατώνα - η αληθινή της, η γνήσια, η πεζή της έκφραση είναι ο εμφύλιος πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος στην πιο φοβερή του μορφή, ο πόλεμος ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο. Η αδερφοσύνη αυτή λαμπάδιαζε μπρος σ' όλα τα παράθυρα του Παρισιού το βράδυ της 25 του Ιούνη όταν το Παρίσι της αστικής τάξης ήταν φωταγωγημένο, ενώ το Παρίσι του προλεταριάτου καιγόταν, αιμορραγούσε, βογκούσε. Η αδερφοσύνη κράτησε ακριβώς τόσο καιρό, όσο τα συμφέροντα της αστικής τάξης ήταν αδελφωμένα με τα συμφέροντα του προλεταριάτου.
»Σχολαστικοί της παλιάς επαναστατικής παράδοσης του 1793, δογματικοί σοσιαλιστές που ζητιάνευαν στις πόρτες της αστικής τάξης ελεημοσύνη για το λαό και που τους επιτρέπανε να κάνουν πολύωρα κηρύγματα και να εκτίθενται τόσο καιρό όσο χρειαζόταν για ν' αποκοιμίζουν το προλεταριακό λιοντάρι, δημοκράτες που ξαναζητούσαν ολόκληρο το παλιό αστικό καθεστώς, εκτός από το εστεμμένο κεφάλι, αντιπολιτευόμενοι οπαδοί της δυναστείας που η τύχη, αντίς μια κυβερνητική αλλαγή, τους έφερε την ανατροπή της δυναστείας, νομιμόφρονες που δεν ήθελαν να βγάλουν τη λιβρέα, μα v' αλλάξουν μονάχα το κόψιμο της - αυτοί ήταν οι σύμμαχοι με τους οποίους ο λαόςέκανε το Φλεβάρη του.
»Η επανάσταση του Φλεβάρη ήταν η όμορφη επανάσταση, η επανάσταση που συγκέντρωνε τη γενική συμπάθεια, γιατί οι αντιθέσεις που ξέσπασαν μέσα της ενάντια στη βασιλεία κοιμούνταν ανεξέλιχτα, αρμονικά, η μια πλάι στην άλλη, γιατί η κοινωνική πάλη που αποτελούσε το βάθρο της είχε αποχτήσει μονάχα μιαν αέρινη ύπαρξη, την ύπαρξη της φράσης, του λόγου. Η επανάσταση τον Ιούνη είναι η άσχημη επανάσταση, η αποκρουστική επανάσταση, γιατί στη θέση της φράσης μπήκε το πράγμα, γιατί η δημοκρατία ξεγύμνωσε το κεφάλι του ίδιου του τέρατος, αφαιρώντας το στέμμα που το προστάτευε και το έκρυβε.
»Τάξις! αυτή ήταν η πολεμική κραυγή του Γκιζό. Τάξις! φώναζε ο Σεμπαστιάνι, ο οπαδός του Γκιζό, όταν η Βαρσοβία έγινε ρωσική. Τάξις! φώναξε ο Καβενιάκ, ο κτηνώδης αντίλαλος της γαλλικής εθνοσυνέλευσης και της δημοκρατικής αστικής τάξης. Τάξις! βροντούσαν οι μύδροι των πολυβόλων του όταν σχίζανε το σώμα του προλεταριάτου. Καμιά από τις πολυάριθμες επαναστάσεις της γαλλικής αστικής τάξης, από το 1789 και ύστερα, δεν αποτελούσε απόπειρα κατά της τάξεως, γιατί όλες τους άφηναν άθιχτη την κυριαρχία της τάξης, άφηναν άθιχτη τη σκλαβιά των εργασιών, άφηναν άθιχτο το αστικό καθεστώς, όσο συχνά κι αν άλλαζε η πολιτική μορφή αυτής της κυριαρχίας κι αυτής της σκλαβιάς. Ο Ιούνης παραβίασε αυτή την τάξη. Αλίμονο στον Ιούνη!» (Ν.Ε. του Ρ. 29 του Ιούνη 1848).
Αλίμονο στον Ιούνη! αντήχησε ο αντίλαλος της Ευρώπης.
Η αστική τάξη εξανάγκασε το παρισινό προλεταριάτο να κάνει την εξέγερση του Ιούνη. Σ' αυτό το γεγονός βρισκόταν κιόλας η καταδίκη του. Ούτε οι άμεσες ομολογημένες ανάγκες του το έσπρωχναν να θέλει τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης, ούτε μπορούσε ν' ανταποκριθεί σ' αυτό το καθήκον. Χρειάστηκε να το πληροφορήσει επίσημα η Μονιτέρ, ότι πέρασε ο καιρός που η δημοκρατία έκρινε σκόπιμο να υποκλίνεται μπρος στις αυταπάτες του και μόνο η ήττα του το έπεισε για την αλήθεια ότι κι η πιο παραμικρή καλυτέρευση της κατάστασής του παραμένει ουτοπία μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, μια ουτοπία που γίνεται έγκλημα μόλις θελήσει να γίνει πραγματικότητα. Στη θέση των διεκδικήσεων που ήταν υπερβολικές στη μορφή, μικρόπρεπες και μάλιστα αστικές στο περιεχόμενο, και που ήθελε να τις αποσπάσει από τη δημοκρατία του Φλεβάρη, μπήκε το θαρραλέο επαναστατικό μαχητικό σύνθημα: Ανατροπή της αστικής τάξης! Δικτατορία της εργατικής τάξης!
Το προλεταριάτο, μετατρέποντας τον τάφο του σε λίκνο της αστικής δημοκρατίας, ανάγκασε την τελευταία να παρουσιαστεί στην καθαρή της μορφή, σαν το κράτος που ο ομολογημένος σκοπός του είναι να διαιωνίσει την κυριαρχία του κεφαλαίου, τη σκλαβιά της εργασίας. Εχοντας διαρκώς μπρος στα μάτια της το γεμάτο ουλές αδυσώπητο και ακατανίκητο εχθρό της - ακατανίκητο, γιατί η ύπαρξή του είναι ο όρος της δικής της ζωής - η λυτρωμένη απ' όλα τα δεσμά αστική κυριαρχία, ήταν επόμενο να μετατραπεί αμέσως σε αστική τρομοκρατία. Μια και το προλεταριάτο είχε παραμεριστεί προσωρινά από τη σκηνή και μια και η αστική δικτατορία είχε αναγνωριστεί επίσημα, τα μεσαία στρώματα της αστικής κοινωνίας, οι μικροαστοί και η αγροτική τάξη ήταν αναγκασμένοι, στο βαθμό που η θέση τους γινόταν πιο ανυπόφορη κι η αντίθεσή τους με την αστική τάξη τραχύτερη, να προσχωρούν όλο και περισσότερο στο προλεταριάτο. Οπως προηγούμενα έβλεπαν την αιτία της αθλιότητάς τους στην άνοδο του προλεταριάτου, έτσι τώρα ήταν υποχρεωμένοι να βλέπουν στην ήττα του την αιτία της αθλιότητάς τους.
Αν η εξέγερση του Ιούνη ανέβασε παντού σ' όλη την ηπειρωτική Ευρώπη την αυτοπεποίθηση της αστικής τάξης και την έσπρωξε σε μιαν ανοιχτή συμμαχία με τη φεουδαρχική βασιλεία ενάντια στο λαό, ποιο ήταν το πρώτο θύμα αυτής της συμμαχίας; Η ίδια η ηπειρωτική αστική τάξη. Η ήττα του Ιούνη την εμπόδισε να στεριώσει την κυριαρχία της και να συγκρατήσει το λαό μισοϊκανοποιημένο, μισοδυσαρεστημένο στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι της αστικής επανάστασης.
Τέλος, η ήττα του Ιούνη φανέρωσε στις δεσποτικές δυνάμεις της Ευρώπης το μυστικό ότι η Γαλλία ήταν αναγκασμένη, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να διατηρεί την ειρήνη προς τα έξω, για να μπορεί να διεξάγει τον εμφύλιο πόλεμο προς τα μέσα. Ετσι, οι λαοί που είχαν αρχίσει τον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία τους παραδόθηκαν στην υπέρτερη δύναμη της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας, ταυτόχρονα όμως η τύχη αυτών των εθνικών επαναστάσεων υποτάχτηκε στην τύχη της προλεταριακής επανάστασης και τους αφαιρέθηκε η φαινομενική αυτοτέλεια, η ανεξαρτησία τους από τη μεγάλη κοινωνική ανατροπή. Ούτε ο Ούγγρος πρόκειται να λευτερωθεί, ούτε ο Πολωνός, ούτε ο Ιταλός όσο καιρό ο εργάτης θα παραμένει σκλάβος!
Τέλος, με τις νίκες της Ιερής Συμμαχίας, η Ευρώπη πήρε μια τέτοια όψη, που κάθε καινούργια προλεταριακή εξέγερση στη Γαλλία πρέπει να συμπίπτει άμεσα μ' έναν παγκόσμιο πόλεμο. Η νέα γαλλική επανάσταση είναι αναγκασμένη να εγκαταλείψει αμέσως το εθνικό έδαφος και να καταχτήσει το ευρωπαϊκό έδαφος, το μόνο που πάνω του μπορεί να πραγματοποιηθεί η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα.
Μόνο, λοιπόν, με την ήττα του Ιούνη δημιουργήθηκαν όλες οι συνθήκες που επιτρέπουν στη Γαλλία ν' αναλάβει την πρωτοβουλία της ευρωπαϊκής επανάστασης. Μόνο αφού βουτήχτηκε στο αίμα των εξεγερμένων τον Ιούνη, η τρίχρωμη σημαία έγινε η σημαία της ευρωπαϊκής επανάστασης, η κόκκινη σημαία!
Και μεις αναφωνούμε: Η επανάσταση πέθανε! Ζήτω η επανάσταση!


  • 1. Γαλλική λέξη με διφορούμενη έννοια: Άλλοτε σημαίνει κουμπάρος και άλλοτε συνεργός σε κάποια μηχανορραφία ή σε κάποια περιπέτεια
  • 2. Ο δούκας της Ορλεάνης ανέβηκε στο θρόνο της Γαλλίας με το όνομα Λουδοβίκος Φίλιππος
  • 3. Pays legal, κατά λέξη: Νόμιμη χώρα. Εδώ ο κύκλος των ανθρώπων που είχαν εκλογικό δικαίωμα. Ετσι ονόμαζαν στο καθεστώς της μοναρχίας του Ιούλη την άρχουσα μειοψηφία που είχε δικαίωμα ψήφου, σε αντίθεση με τις πλατιές μάζες του πληθυσμού που είχαν στερηθεί αυτό το δικαίωμα.
  • 4. Ροβέρτος Μακέρ (Robert Macaire): Τύπος διαβολεμένου επιχειρηματία που αναπαράστησε ο περίφημος Γάλλος ηθοποιός Φρεντερίκ Λεμέτρ και που απαθανατίστηκε στις γελοιογραφίες του Ονορέ Ντομιέ. Η μορφή του Ροβέρτου Μακέρ ήταν μια τσουχτερή σάτιρα για την κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος στην περίοδο της μοναρχίας του Ιούλη.
  • 5. Cafe Borgne - κατά λέξη μονόφθαλμο καφενείο. Ετσι ονομάζουν στο Παρίσι τα κακόφημα καφενεία και καπηλειά.
  • 6. Το Ζόντερμπουντ ήταν ένας μυστικός σύνδεσμος άμυνας που συγκροτήθηκε από 7 ελβετικά καντόνια, όπου κυριαρχούσε η επιρροή των ιησουιτών. Η ελβετική Βουλή αποφάσισε, τον Οχτώβρη του 1847, να διαλύσει με τη βία το Ζόντερμπουντ. Υστερα από 26 μέρες πολέμου, τα καθολικά καντόνια νικήθηκαν και επικράτησαν οι φιλελεύθεροι.
  • 7. Η προσάρτηση της Κρακοβίας από την Αυστρία, σε συμφωνία με τη Ρωσία και την Πρωσία, έγινε στις 11 του Νοέμβρη 1846. Ο ελβετικός πόλεμος του Ζόντερμπουντ βάσταξε από τις 4 ως τις 28 του Νοέμβρη 1847. Η εξέγερση του Παλέρμο έγινε στις 12 του Γενάρη 1848. Στα τέλη του Γενάρη βομβαρδίστηκε η πόλη επί 9 μέρες από τους Ναπολιτάνους (σημείωση του Ενγκελς στην έκδοση του 1895).
  • 8. Σ' όλες αυτές τις προτάσεις, ο πρωθυπουργός Γκιζό απαντούσε: «Πλουτίστε για να γίνετε εκλογείς».
  • 9. Φοβισμένος από τη λαϊκή εξέγερση που ξεσπούσε, ο Λουδοβίκος Φίλιππος έριξε στις 23 του Φλεβάρη την κυβέρνηση Γκιζό και στις 24 το πρωί την αντικατέστησε με την κυβέρνηση Οντιλόν Μπαρό.
  • 10. National: Εφημερίδα που έβγαινε στο Παρίσι στα 1830-1851, όργανο του αστικο-δημοκρατικού κόμματος.
  • 11. Gazette de France (Εφημερίδα της Γαλλίας): Μια από τις αρχαιότερες μοναρχικές εφημερίδες, έβγαινε στο Παρίσι από το 17ο αιώνα.
  • 12. Moniteur Universel: Τοεπίσημοόργανοτηςγαλλικήςκυβέρνησης.
  • 13. «Un Gouvernement qui suspende ce malentendu terrible qui existe entre les differentes classes».
  • 14. Jacques le bonhomme: Περιφρονητικό παρατσούκλι που κόλλησαν οι Γάλλοι τσιφλικάδες στους χωρικούς.
  • 15. Πρόκειται για το ποσό που ορίστηκε τo 1825 για την αποζημίωση των αριστοκρατών που η ιδιοκτησία τους είχε κατασχεθεί στο διάστημα της αστικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα (σημ. τ. σύντ.).
  • 16. Άνθρωποι ερημοσπίτες
  • 17. Lazzaroni: Ονομασία που δίνουν στην Ιταλία στα ξεκληρισμένα στοιχεία που έχασαν την ταξική τους υπόσταση, στους κουρελοπρολετάριους. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν συχνά από τις απολυταρχικές κυβερνήσεις για αντεπαναστατικούς σκοπούς.
  • 18. Ο νόμος για τους φτωχούς που ψηφίστηκε στην Αγγλία το 1834, αντί να δώσει στους φτωχούς βοήθεια σε χρήμα ή σε είδος, πρόβλεπε την ίδρυση γι' αυτούς σπιτιών εργασίας (workhouses). Αυτά τα εργαστήρια ονομάστηκαν «Βαστίλλες για τους φτωχούς» και ήταν γι' αυτούς σπίτια του τρόμου.
  • 19. Εκλογικό τίμημα ή Census - πρόκειται για το καθεστώς σύμφωνα με το οποίο για ν' αποχτήσει κανείς το εκλογικό δικαίωμα είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, που καθορίζονται απ' το νόμο.
  • 20. Ύστερα από τα γεγονότα της 15ης του Μάη του 1848, ο Μπαρμπές, ο Αλμπέρ, ο Ρασπάιγ, ο Σομπριέ, και λίγες μέρες αργότερα κι ο Μπλανκί, πιάστηκαν και ρίχτηκαν στις φυλακές της Βενσέν.

05 Αυγούστου 2025

Αφιέρωμα 👊 Φρίντριχ Ένγκελς _Friedrich Engels

Σαν σήμερα, 5 Αυγούστου του 1895, στις 10.30 το βράδυ σταμάτησε να χτυπά η καρδιά του συντρόφου του Μαρξ και συνδημιουργού της μαρξιστικής επιστήμης Φρίντριχ Ένγκελς. Ο μεγάλος διανοητής άφησε τη ζωή, στο Λονδίνο, σε ηλικία 75 ετών. Ο Φρ. Ενγκελς ήταν κορυφαία μορφή του παγκόσμιου εργατικού, επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος, καθοδηγητής του παγκόσμιου προλεταριάτου. Θεμελίωσε από κοινού με τον Κ. Μαρξ τον επιστημονικό κομμουνισμό, τη θεωρία που φώτισε το δρόμο της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της και μαζί την απελευθέρωση ολόκληρης της ανθρωπότητας από τα δεσμά του καπιταλισμού. Στην κοινή προσπάθεια με τον Μαρξ, ο Ένγκελς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη θεμελίωση και την τεκμηρίωση της υλιστικής διαλεκτικής, αντιμετωπίζοντας πλήθος θεωρητικών προβλημάτων και αναλαμβάνοντας να αντικρούσει τις αντιεπιστημονικές απόψεις της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Ο επαναστάτης Ένγκελς συνδύασε τη συγγραφική του δραστηριότητα με την επαναστατική πάλη και πήρε μέρος σε πολλές επαναστατικές εξεγέρσεις, όπως στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το μέγεθος της συμβολής του Ένγκελς στη θεμελίωση του επιστημονικού κομμουνισμού, ο Λένιν το προσδιόριζε ως εξής: "Δεν μπορεί κανείς - έλεγε ο ηγέτης των Μπολσεβίκων - να κατανοήσει το μαρξισμό και να τον εκθέσει στην πληρότητά του, αν δεν πάρει υπόψη του όλα τα έργα του Ένγκελς".
         Ας φρεσκάρουμε το “Μανιφέστο”_
         Μπορείτε να το κατεβάσετε εδώ
        
Αν δεν το έχετε ήδη από τη Σύγχρονη εποχή

177 χρόνια από την πρώτη έκδοση του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ενγκελς
Στις 24 Φλεβάρη 1848 κυκλοφορεί το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, το πρώτο προγραμματικό κείμενο του επιστημονικού κομμουνισμού και το πρώτο Πρόγραμμα μιας διεθνούς κομμουνιστικής οργάνωσης, όπου για πρώτη φορά αναπτύσσονται συστηματικά και ολοκληρωμένα όλα τα συστατικά μέρη της θεωρίας του Μαρξ και του Ενγκελς. Οι Μαρξ και Ενγκελς, από τις πρώτες σελίδες του, παρουσιάζουν τη διαδικασία της κοινωνικής εξέλιξης ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης και των κορυφαίων στιγμών της, των επαναστάσεων.

Περιγράφουν την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και της τάξης η οποία θα γίνει ο νεκροθάφτης του, της εργατικής τάξης. Στο Μανιφέστο αποκαλύπτεται στην εργατική τάξη η ιστορική της αποστολή, η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και η οικοδόμηση μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Παράλληλα, οι Μαρξ και Ενγκελς αναπτύσσουν για πρώτη φορά τις βασικές θέσεις της θεωρίας τους για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τονίζουν πως οι κομμουνιστές αποτελούν την εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου και πως το Κομμουνιστικό Κόμμα, οπλισμένο με την πρωτοπόρα επαναστατική θεωρία, είναι το μόνο που ερμηνεύει τις νομοτέλειες της κοινωνικής εξέλιξης, το μόνο που είναι ικανό να ηγηθεί στον αγώνα του προλεταριάτου για την ανατροπή του καπιταλισμού, για την οικοδόμηση της αταξικής, κομμουνιστικής κοινωνίας.

Αντίτυπο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου
που κυκλοφόρησε
στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας που έλεγχε ο ΔΣΕ


Η έκδοση του Μανιφέστου αποτέλεσε γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας για την προώθηση των αγώνων της εργατικής τάξης. 177 χρόνια μετά, το Μανιφέστο παραμένει ένα σύγχρονο κείμενο στρατηγικής για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα. Οι συγγραφείς του Μανιφέστου κλείνουν διακηρύσσοντας: "Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος. Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπρος στην κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σε αυτήν τίποτα εκτός από τις αλυσίδες τους. Εχουν να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο. ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ!".

Γερμανός φιλόσοφος, δημοσιογράφος, κοινωνικός επιστήμονας και πολλά ακόμη επεξεργάστηκε μαζί με τον Μαρξ την θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού και του διαλεκτικού υλισμού, συνέγραψαν Κομμουνιστικό Μανιφέστο και Το Κεφάλαιο και αποτελεί σημαντική _κορυφαία φυσιογνωμία, που όσο κι αν αστοί και οπορτουνιστές τον θέλουν σαν τα μούτρα τους, γράφοντας διάφορα ευτράπελα παραμένει φάρος _γνωστός και με το προσωνύμιο Στρατηγός. Γόνος προτεσταντικής οικογενείας μετριοπαθών φιλελεύθερων απόψεων, ήταν το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά βιομηχάνου υφαντουργίας (Φρίντριχ κι αυτός Ένγκελς _1796–1860 και της Ελίζαμπετ Φραντσίσκα Μαουριτία φαν Χάαρ _1797–1873). Γεννημένος σε αυτό το περιβάλλον, ο Ένγκελς εξοικειώθηκε από την παιδική του ηλικία στη συναναστροφή με την εργατική τάξη, εμπειρία που του χρησίμευσε αργότερα όταν βρέθηκε στις κομμουνιστικές λέσχες του Παρισιού ή στις υποβαθμισμένες γειτονιές του Μάντσεστερ.
"Τζένεραλ" _General
Τον τίτλο αυτό τον είχε αποκτήσει
για τις επιστημονικές μελέτες του σχετικά με τον πόλεμο,
στις οποίες επιδιδόταν με ιδιαίτερο ζήλο

  • Αφού ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο, το 1834 γράφτηκε στο γυμνάσιο και όντας προικισμένη, αλλά και ανήσυχη φύση, έδειχνε ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα και τη γερμανική λογοτεχνία, διέκοψε όμως τη φοίτησή του το 1837, μετά από πίεση του πατέρα του, ο οποίος προτιμούσε ο γιος του να ασχοληθεί με το εμπόριο. Ακολούθως, το επόμενο έτος μετέβη στη Βρέμη, όπου εργάστηκε για μια τριετία στα γραφεία εταιρείας εξαγωγών. Στη Βρέμη, πέρα από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, είχε έντονη κοινωνική ζωή συμμετέχοντας στην τοπική χορωδία και ασχολούμενος με δραστηριότητες όπως η κολύμβηση, η ιππασία και η ξιφασκία, ενώ παράλληλα, επιδόθηκε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών και ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για γραπτά φιλελεύθερου και επαναστατικού περιεχομένου (μελέτησε το έργο του Πέρσι Σέλλεϋ και κυρίως τα απαγορευμένα κείμενα των εκπροσώπων του ρεύματος της “Νέας Γερμανίας” που περιλάμβανε συγγραφείς όπως οι Καρλ Γκούτσκοβ, Χάινριχ Λάουμπε, Λούντβιχ Μπέρνε κλπ). Όμως δεν αρκέστηκε σε αυτά και προχωρώντας στις αναζητήσεις του, κατέστη τελικά άθρησκος, έχοντας αποκτήσει σημαντικές φιλοσοφικές βάσεις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βρέμη δημοσίευσε το πρώτο του έργο, το οποίο ήταν το ποίημα Die Beduinen _Οι βεδουίνοι, καθώς και τα πρώτα άρθρα του που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Όσβαλντ
  • Το 1842 ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και κατόπιν, λόγω της επιμονής του πατέρα του, μετέβη στο Μάντσεστερ προκειμένου να εργαστεί στο κλωστήριο _ιδιοκτησίας του πατέρα του και δύο Ολλανδών συνεταίρων "Έρμεν και Ένγκελς". Έφτασε στην Αγγλία και δουλεύοντας σαν απλός προλετάριος μελέτησε το εγχώριο εργατικό κίνημα και την εργατική τάξη, δημοσιεύοντας τα πορίσματά του σε βιβλίο που εκδόθηκε το 1845 υπό τον τίτλο Die Lage der arbeitenden Klasse in England (Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία»). Στη βρετανική πόλη γνώρισε και τις μετέπειτα συντρόφους του, τις Ιρλανδές αδελφές Μαίρη (Mary και Lizzie Burns). Η πρώτη τον βοήθησε στις έρευνες που διεξήγαγε στις υποβαθμισμένες συνοικίες της πόλης.

Αργότερα ο Β. Ι. Λένιν, αποτιμώντας το εν λόγω έργο έγραψε: Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο μια τάξη που υποφέρει, ότι ίσα -ίσα η επαίσχυντη οικονομική κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του...

Φρίντριχ Ένγκελς
Για την εξουσία

Γράφτηκε: 1872
Πρωτοδημοσιεύτηκε: 1874 στο Ιταλικό Almanacco Republicano 
Πηγή: Marx-Engels Reader, New York: W. W. Norton and Co., 2η έκδοση, 1978 (1η έκδοση, 1972), σελ. 730-733.

Ένας αριθμός Σοσιαλιστών έχει εσχάτως εξαπολύσει μια συστηματική εκστρατεία ενάντια σε αυτό που αποκαλούν αρχή της εξουσίας. Επαρκεί να τους πούμε ότι αυτή ή εκείνη η πράξη είναι εξουσιαστική για να την καταδικάσουν. Αυτή τη συνοπτική διαδικασία κριτικής της εξουσίας την έχουν καταχραστεί τόσο, ώστε είναι πλέον απαραίτητο να δούμε το θέμα πιο συγκεκριμένα. Η εξουσία με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη εδώ σημαίνει: η επιβολή της θέλησης ενός άλλου πάνω στην δίκη μας· επιπρόσθετα η εξουσία προϋποθέτει την υποταγή. Τώρα, μιας και αυτές οι δύο λέξεις ακούγονται κάπως άσχημες, και η σχέση που αντιπροσωπεύουν είναι δυσμενής για το υποταγμένο μέρος, το ζήτημα είναι να εξακριβώσουμε αν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από αυτήν· αν. με δοσμένες τις συνθήκες της υπάρχουσας κοινωνίας, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο η εξουσία δεν θα έχει κανένα σκοπό και κατά συνέπεια θα πρέπει να εξαφανιστεί.

Εξετάζοντας τις οικονομικές, βιομηχανικές και αγροτικές συνθήκες που διαμορφώνουν την βάση της σημερινής αστικής κοινωνίας βρίσκουμε ότι τείνουν ολοένα και περισσότερο να αντικαθιστούν τη μεμονωμένη πράξη με τη συνδυασμένη πράξη ατόμων. Η σύγχρονη βιομηχανία. με τα μεγάλα εργοστάσια όπου εκατοντάδες εργάτες επιβλέπουν πολύπλοκες μηχανές κινούμενες με ατμό, έχει ξεπεράσει τα μικρά εργαστήρια των μεμονωμένων παραγωγών, τα κάρα και οι άμαξες των λεωφόρων έχουν αντικατασταθεί από τα σιδηροδρομικά τραίνα, όπως και οι μικρές βάρκες και φελούκες από ατμόπλοια. Ακόμα και η γεωργία υποκύπτει αυξανόμενα στην κυριαρχία της μηχανής και του ατμού που αργά αλλά αμείλικτα βάζουν στην θέση του μικρού ιδιοκτήτη μεγάλους καπιταλιστές, οι οποίοι με τη βοήθεια μισθωτών εργατών καλλιεργούν μεγάλες εκτάσεις γης. Παντού η συνδυασμένη δράση, η περιπλοκή διαδικασιών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, εκτοπίζει την ανεξάρτητη δράση από μεμονωμένα άτομα. Αλλά οποιοσδήποτε μιλά για συνδυασμένη δράση μιλά για οργάνωση. Είναι δυνατόν να έχεις οργάνωση χωρίς εξουσία;

Υποθέτοντας ότι μια κοινωνική επανάσταση ανέτρεπε τους καπιταλιστές που τώρα ασκούν την εξουσία τους πάνω στην παραγωγή και διανομή του πλούτου. Υποθέτοντας, για να υιοθετήσουμε πλήρως την θέση των αντιεξουσιαστών, ότι η γη και τα εργαλεία της εργασίας έχουν γίνει συλλογική ιδιοκτησία των εργατών που τα χρησιμοποιούν. Τότε η εξουσία θα εξαφανιζόταν ή θα άλλαζε μόνο μορφή; Για να δούμε. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από 6 διαδοχικές διαδικασίες προτού καταλήξει στην μορφή της κλωστής και αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα κατά κύριο λόγο σε διαφορετικά δωμάτια. Επιπλέον, τον να κρατηθούν σε λειτουργία οι μηχανές απαιτεί έναν μηχανικό που θα επιβλέπει την ατμομηχανή, τεχνικούς να κάνουν τις τρέχουσες επιδιορθώσεις και πολλούς άλλους εργάτες που η δουλειά τους θα είναι να μεταφέρουν τα προϊόντα από ένα δωμάτιο στο άλλο κοκ. Όλοι αυτοί οι εργάτες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, είναι υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν και να τελειώσουν την δουλειά τους στις ώρες που καθορίζονται από την εξουσία του ατμού που ποσώς τον ενδιαφέρει για την προσωπική ανθρώπινη αυτονομία. Οι εργάτες πρέπει ως εκ τούτου να φτάσουν πρώτα σε μια κατανόηση όσο αφορά τις κατάλληλες ώρες εργασίας και εφόσον αυτές οι ώρες ορισθούν οφείλουν να τηρούνται από όλους χωρίς καμιά εξαίρεση.

Όσο συγκεκριμένα ζητήματα ανακύπτουν σε κάθε αίθουσα ανά πάσα στιγμή σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, διανομής του υλικού κτλ., πρέπει να λύνονται με την απόφαση ενός εκπρόσωπου τοποθετημένου επικεφαλής σε κάθε κλάδο εργασίας ή αν είναι δυνατόν με μια ψηφοφορία με όρους πλειοψηφίας. Η θέληση του ατόμου θα πρέπει πάντα να υποτάσσεται σε αυτήν την απόφαση που σημαίνει ότι τα ζητήματα του τρόπου παραγωγής θα λύνονται με εξουσιαστικό τρόπο. Η αυτόματη μηχανή του μεγάλου εργοστασίου είναι πολύ πιο δεσποτική από όσο ήταν οι μικροί καπιταλιστές που απασχολούν εργάτες. Τουλάχιστον σε σχέση με τις ώρες εργασίας θα μπορούσε κανείς να γράψει στην πύλη αυτών των εργοστασίων: Lasciate ogni autonomia, voi che entrate! _“Άφησε, εσύ που μπαίνεις, κάθε αυτονομία πίσω σου!”. Αν ο άνθρωπος με τη γνώση του και το εφευρετικό του πνεύμα έχει καθυποτάξει τις δυνάμεις της φύσης, οι τελευταίες παίρνουν εκδίκηση υποβάλλοντάς τον, όσο τις χρησιμοποιεί, σε έναν αληθινό δεσποτισμό ανεξάρτητο από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλεις να καταργήσεις την εξουσία στη μεγάλη βιομηχανία είναι ισοδύναμο με το να θέλεις να καταργήσεις τη βιομηχανία καθεαυτή, να καταργήσεις τον μηχανοκίνητο αργαλειό για να γυρίσεις στην ανέμη.

Ας πάρουμε άλλο ένα παράδειγμα, τον σιδηρόδρομο. Εδώ και πάλι η συνεργασία ενός άπειρου αριθμού ατόμων είναι απολύτως απαραίτητη και αυτή η συνεργασία πρέπει να ασκείται σε ακριβείς καθορισμένες ώρες έτσι ώστε να μην γίνουν ατυχήματα. Εδώ πάλι η κύρια συνθήκη της δουλειάς είναι μια κυρίαρχη θέληση που καθορίζει όλα τα υφιστάμενα ζητήματα, είτε είναι η θέληση ενός εκπροσώπου είτε μιας επιτροπής υπεύθυνης για την εκτέλεση των αποφάσεων μιας πλειοψηφίας ενδιαφερόμενων ατόμων. Όποια και αν είναι η περίπτωση υπάρχει μια πολύ ισχυρή εξουσία. Επιπλέον τι θα γινόταν με το πρώτο τραίνο που θα αναχωρούσε αν η εξουσία των υπαλλήλων πάνω στους επιβάτες καταργηθεί; Αλλά η αναγκαιότητα της εξουσίας, και δεσποτικής μάλιστα, δεν θα μπορούσε να βρεθεί περισσότερο φανερά από ό,τι σε ένα καράβι εν πλω. Εκεί σε συνθήκες κινδύνου, οι ζωές όλων στηρίζονται στην ακαριαία και απόλυτη πειθαρχία στη θέληση του ενός.

Όταν υπέβαλα αυτά τα επιχειρήματα στους πιο λυσσαλέους αντιεξουσιαστές, η μόνη απάντηση που μπορούσαν να δώσουν ήταν η ακόλουθη: Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι εξουσία που παραχωρούμε σε διαμεσολαβητές μας, αλλά σε μια επιτροπή εμπιστοσύνης. Αυτοί οι κύριοι νομίζουν ότι με το να αλλάζουν τα ονόματα των πραγμάτων αλλάζουν και τα πράγματα τα ίδια. Έτσι κοροϊδεύουν τον κόσμο αυτοί οι βαθυστόχαστα διανοητές. Είδαμε λοιπόν, ότι από τη μια, κάποια εξουσία, ανεξαρτήτως πόσο διαμεσολαβημένη, και από την άλλη μια κάποια υποταγή είναι πράγματα που, ανεξαρτήτως όλων των κοινωνικών οργανώσεων, επιβάλλονται πάνω μας μαζί με τις υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγουμε και διανέμουμε τα προϊόντα. Είδαμε, εξάλλου, ότι οι υλικές συνθήκες παραγωγής και διανομής αναπόφευκτα αναπτύσσονται με τη μεγάλη βιομηχανία και τη μεγάλης κλίμακας γεωργία και αυξανόμενα τείνουν να μεγεθύνουν το εύρος αυτής της εξουσίας. Συνεπώς είναι παράλογο να θεωρείς ότι η αρχή της εξουσίας είναι απόλυτα κακή και η αρχή της αυτονομίας απόλυτα καλή. Η εξουσία και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα που οι σφαίρες τους κυμαίνονται μαζί με τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης της κοινωνίας. Αν οι οπαδοί της αυτονομίας περιορίζονταν στο να πουν ότι η μελλοντική κοινωνική οργάνωση θα περιορίσει την εξουσία αποκλειστικά μέσα στα όρια που οι συνθήκες παραγωγής την καθιστούν αναπόφευκτη, θα μπορούσαμε να κατανοηθούμε μεταξύ μας, αλλά είναι τυφλοί σε όλα τα στοιχεία που την κάνουν απαραίτητη και με πάθος πολεμάνε την ίδια την πραγματικότητα.

Γιατί οι αντιεξουσιαστές δεν περιορίζονται να ωρύονται ενάντια στην πολιτική εξουσία, το κράτος; Όλοι οι Σοσιαλιστές συμφωνούν ότι το πολιτικό κράτος και μαζί με αυτό η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν ως αποτέλεσμα της επικείμενης κοινωνικής επανάστασης, δηλαδή, οι δημόσιες υποθέσεις θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μεταμορφωθούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες επίβλεψης στα πραγματικά συμφέροντα της κοινωνίας. Αλλά οι αντιεξουσιαστές απαιτούν το πολιτικό κράτος να καταργηθεί με ένα χτύπημα, ακόμη και πριν οι κοινωνικές συνθήκες που το γέννησαν έχουν καταστραφεί. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση της εξουσίας. Αυτοί οι κύριοι έχουν δει ποτέ τους μια επανάσταση; Η επανάσταση είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα που υπάρχει· είναι η πράξη όπου μια μερίδα του πληθυσμού επιβάλλει την θέληση της στην άλλη μερίδα, με τουφέκια, ξιφολόγχες και κανόνιαεξουσιαστικά μέσα, αν υπάρχουν τέτοια· και αν η νικήτρια μερίδα δεν θέλει ο αγώνας της να είναι μάταιος, θα πρέπει να διατηρήσει την εξουσία της μέσω του τρόμου που τα όπλα της εμπνέουν στους αντιδραστικούς. Θα είχε κρατήσει η Παρισινή Κομμούνα έστω μια μέρα αν δεν είχε χρησιμοποιήσει την εξουσία του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη; Μήπως αντίθετα θα πρέπει να την κατακρίνουμε που δεν την χρησιμοποίησε τόσο ελεύθερα όσο χρειαζόταν; Κατά συνέπεια, συμβαίνει ένα από τα δύο: είτε οι αντιεξουσιαστές δεν ξέρουν γιατί μιλάνε, στην οποία περίπτωση σπέρνουν μόνο σύγχυση· είτε όντως ξέρουν και σε αυτήν την περίπτωση προδίδουν το προλεταριακό κίνημα. Όπως και να έχει εξυπηρετούν την αντίδραση…

 

Γνωριμία με τον Μαρξ

Ένα άρθρο του που εκδόθηκε στα "Γαλλογερμανικά Χρονικά" έκανε μεγάλη εντύπωση στον Καρλ Μαρξ με τον οποίο συναντήθηκε το καλοκαίρι του 1844 στο Παρίσι, στο ταξίδι της επιστροφής του από την Αγγλία στη Γερμανία. Οι δύο τους είχαν συναντηθεί και στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά η συνάντηση στο Παρίσι ήταν η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας, καθώς και μιας γόνιμης συνεργασίας. Την άνοιξη του 1845 μετέβη στις Βρυξέλλες όπου είχε καταφύγει ο Μαρξ εξαιτίας των διώξεων των πρωσικών αρχών. Προϊόν της παρουσίας τους εκεί ήταν η συγγραφή της Γερμανικής ιδεολογίας. Την ίδια περίοδο ταξίδεψαν μαζί για έξι εβδομάδες στην Αγγλία (με σταθμούς το Μάντσεστερ και το Λονδίνο) προκειμένου να πραγματοποιήσει και ο Μαρξ επιτόπια έρευνα περί του καπιταλισμού και του προλεταριάτου, αλλά και για να έρθουν σε επαφή με το κίνημα των Χαρτιστών, καθώς και με Γερμανούς πολιτικούς εξόριστους, όπου προέβη μαζί με τον Μαρξ και τον Βέλγο Φιλίπ Ζιζό, στην ίδρυση Κομμουνιστικής Επιτροπής Αλληλογραφίας.

  • Ένωση Κομμουνιστών:Στις αρχές του 1847 ο Ένγκελς μαζί με τον Καρλ Μαρξ προσχώρησαν στην Ένωση των Δικαίων, μια οργάνωση του Λονδίνου που συσπείρωνε μικρό αριθμό εργατών, κυρίως μεταναστών. Το πρόγραμμα της ένωσης που χαρακτηριζόταν από το σύνθημα "όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια" θεωρήθηκε από τους δύο συνεργάτες ως ουτοπικό και δεν τους κάλυπτε. Μετά την προσχώρησή τους η ένωση μετασχηματίστηκε σε Ένωση Κομμουνιστών και ιδρύθηκε σε ένα συνέδριο στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 1847, με τον Ένγκελς να παίρνει μέρος ως εκπρόσωπος των εργατών του Παρισιού και να αναλαμβάνει μαζί με τον Μαρξ τη σύνταξη του προγράμματος της ένωσης, η οποία είχε πλέον ως σύνθημα το Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, στα πλαίσια έτερου συνεδρίου, συνέταξε σχέδιο προγράμματος πολιτικής κατήχησης με τον τίτλο "Αρχές Κομμουνισμού". Λίγο αργότερα ο Μαρξ, έχοντας αυτό το κείμενο υπόψη του, συνέταξε το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", με τη συνεργασία του Ένγκελς.
  • Επανάσταση στη Γερμανία: Μάιο του 1849 ο Ένγκελς συμμετείχε στην εξέγερση που ξέσπασε στη Ρηνανία, ως στέλεχος αποσπάσματος εθελοντών της Ένωσης Κομμουνιστών και τέλη του 1850 επέστρεψε στη Βρετανία ενισχύοντας οικονομικά τον Μαρξ, ώστε εκείνος να συνεχίσει απερίσπαστος τη συγγραφή του Κεφαλαίου
  • Μετά τον θάνατο του Μαρξτα βάρη της καθοδήγησης του κομμουνιστικού κινήματος έπεσαν στις πλάτες του και τη 10ετία του 1880 δημιουργήθηκαν πολλές προλεταριακές οργανώσεις και η ανάγκη περαιτέρω οργάνωσης γινόταν πλέον επιτακτικό καθήκον για τον Γερμανό φιλόσοφο. Ο Ένγκελς εμπνεύστηκε την δημιουργία μιας νέας σοσιαλιστικής Διεθνούς προς διαδοχή της διαλυθείσας Πρώτης, και κατέβαλε προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Το 1888 πραγματοποίησε μαζί με συνεργάτες του επίσκεψη στις ΗΠΑ και τον Καναδά, ενώ το 1889 στο Παρίσι έγινε το πρώτο συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς με την συμμετοχή 407 αντιπροσώπων από 22 χώρες. Μια από τις αποφάσεις του συνεδρίου ήταν η θέσπιση της Πρωτομαγιάς ως μέρας εκδηλώσεων για την εξασφάλιση του οκταώρου και διεθνούς αλληλεγγύης της εργατικής τάξης. Το 1893 παρά το προχωρημένο της ηλικίας του έκανε το γύρο της Ευρώπης προετοιμάζοντας το Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο στη Ζυρίχη. Απεβίωσε στις 5 Αυγούστου του 1895 στο Λονδίνο, έχοντας προσβληθεί από καρκίνο, η κηδεία του πραγματοποιήθηκε σε στενό κύκλο και σύμφωνα με επιθυμία του, η σορός του αποτεφρώθηκε και η τέφρα του ερρίφθη στη Βόρεια Θάλασσα

(ενδεικτική) Εργογραφία

·       Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845)

·       Η Αγία Οικογένεια (1845)

§  Η Αγία Οικογένεια ή κριτική της κριτικής (Die heilige Familie) είναι το πρώτο βιβλίο που συνέγραψαν από κοινού ο Ένγκελς με τον Μαρξ

·       Η Γερμανική ιδεολογία (1845-1846)

§  Κοινό έργο των Ένγκελς και Μαρξ που ξεκίνησε να γράφεται στα τέλη του 1845 και ολοκληρώθηκε στις αρχές του επόμενου έτους.

·       Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848)

§  Γράφτηκε σε συνεργασία με τον Μαρξ από τα τέλη του 1847 μέχρι τις αρχές του 1848 μετά από πρόσκληση της «Κομμουνιστικής Λίγκας» για να αποτελέσει το πρόγραμμά της. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 21-Φεβ-1848, λίγες ημέρες πριν την Φεβρουαριανή Επανάσταση στο Παρίσι

·       Αντί-Ντύρινγκ (1878)

§  Herrn Eugen Dührings Umwälzung der Wissenschaft. Πρόκειται για πολεμική του Ένγκελς εναντίον των θέσεων του Γερμανού φιλοσόφου Ευγένιου Ντύρινγκ. Αποτελείται από τρία μέρη, όπου αναλύονται κατά σειρά ζητήματα φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας, καθώς και ιστορικά-ιδεολογικά ζητήματα. Αναφέρεται ως ένα από τα θεμελιώδη έργα της κομμουνιστικής ιδεολογίας

·       Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου (1876)

·       Διαλεκτική της Φύσης

·       Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους (1884)

·       Ουτοπιστικός και επιστημονικός σοσιαλισμός

·       Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας» (1888)

·       κά

Ακόμα εξέδωσε πολλές μπροσούρες κατά παραγγελία κομμουνιστικών ενώσεων _τέλος έγραψε τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου σύμφωνα με τα προσχέδια του Μαρξ, που δεν πρόλαβε να τα ολοκληρώσει λόγω του αιφνίδιου θανάτου του

Ο Φρ. Ένγκελς ήταν κορυφαία μορφή του παγκόσμιου εργατικού, επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος, καθοδηγητής του παγκόσμιου προλεταριάτου. Θεμελίωσε από κοινού με τον Κ. Μαρξ τον επιστημονικό κομμουνισμό, τη θεωρία που φώτισε το δρόμο της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της και μαζί την απελευθέρωση ολόκληρης της ανθρωπότητας από τα δεσμά του καπιταλισμού.

Στην κοινή προσπάθεια με τον Μαρξ, ο Ένγκελς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη θεμελίωση και την τεκμηρίωση της υλιστικής διαλεκτικής, αντιμετωπίζοντας πλήθος θεωρητικών προβλημάτων και αναλαμβάνοντας να αντικρούσει τις αντιεπιστημονικές απόψεις της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Συγγραφέας των «Αντι-Ντίρινγκ», «Η καταγωγή της Οικογένειας, της Κοινωνίας και του Κράτους», «Η διαλεκτική της Φύσης» και πλήθους άλλων σπουδαίων έργων. Ο επαναστάτης Ένγκελς συνδύασε τη συγγραφική του δραστηριότητα με την επαναστατική πάλη και πήρε μέρος σε πολλές επαναστατικές εξεγέρσεις, όπως στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το μέγεθος της συμβολής του Ένγκελς στη θεμελίωση του επιστημονικού κομμουνισμού, ο Λένιν το προσδιόριζε ως εξής: "Δεν μπορεί κανείς - έλεγε ο ηγέτης των Μπολσεβίκων - να κατανοήσει το μαρξισμό και να τον εκθέσει στην πληρότητά του, αν δεν πάρει υπόψη του όλα τα έργα του Ένγκελς". Από κοινού με τον Κ. Μαρξ, συνδιαμόρφωσαν και θεμελίωσαν την επιστημονική κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης, αποδεικνύοντας το αναπόφευκτο, νομοτελειακό, πέρασμα της κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον Κομμουνισμό.

Έδωσαν έτσι στην πρωτοπόρα επαναστατική τάξη τα όπλα για να γίνει τάξη για τον εαυτό της, προκειμένου να φέρει σε πέρας την ιστορική της αποστολή, την κοινωνική απελευθέρωση από την ταξική εκμετάλλευση. Ο Ένγκελς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη θεμελίωση και την τεκμηρίωση της υλιστικής διαλεκτικής, αντιμετωπίζοντας πλήθος θεωρητικών προβλημάτων και αναλαμβάνοντας να αντικρούσει τις αντιεπιστημονικές απόψεις της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα στα πολλά έργα του που ξεχώρισαν, το «Αντι-Ντίρινγκ», η «Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους», «Ουτοπικός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός», «Για το Ζήτημα της Κατοικίας» και πλήθος άλλα. Ο Ένγκελς συνδύασε τη συγγραφική του δραστηριότητα με την επαναστατική πάλη και πήρε μέρος σε πολλές επαναστατικές εξεγέρσεις, όπως στη Γερμανία και τη Γαλλία.

Ο θάνατός του, αν και αναμενόμενος, μιας και ο Ένγκελς ήταν άρρωστος από καιρό, έπεσε σαν κεραυνός στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα. Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ένας από τους ηγέτες τότε του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που είχε γνωριστεί και συνεργαστεί με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, έγραψε: «Ο Στρατηγός πέθανε χθες τη νύχτα 10.30… Παρόλο που το θάνατό του τον περιμέναμε, το πλήγμα ωστόσο ήταν σκληρό, φοβερό. Είχε πέσει σαν δέντρο που το κόβουν, ο γιγάντιος ήρωας του πνεύματος που είχε θεμελιώσει μαζί με τον Μαρξ τον επιστημονικό σοσιαλισμό και είχε διδάξει την τακτική του σοσιαλισμού... ο φίλος, ο σύμβουλος, ο οδηγός, ο μαχητής ήταν νεκρός».

ΙΣΤΟΡΙΑ Φρίντριχ Ένγκελς _και εδώ

🎥  Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς

ΚΟΜΕΠ 6|2020 Αφιέρωμα στα 200 χρόνια Ένγκελς

ΙΣΤΟΡΙΑ _Για την πρώτη έκδοση του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ενγκελς

Στο σπίτι του Ένγκελς ο Δ. Κουτσούμπας

5 Αυγούστου: 130 χρόνια από το θάνατο του Φρ. Ένγκελς _ “έφυγε” το 1895 (στις 28 Νοεμβρίου συμπληρώνονται 205 χρόνια από τη γέννησή του (1820)__ Ο Ένγκελς ήταν μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του 19ου αιώνα, κορυφαία μορφή του παγκόσμιου επαναστατικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, θεμελιωτής, μαζί με τον Κ. Μαρξ, του επιστημονικού σοσιαλισμού, της κοσμοθεωρίας του Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού, που φώτισε το δρόμο όλης της ανθρωπότητας για την απελευθέρωσή της από τα δεσμά της καταπίεσης και εκμετάλλευσης.

Μαζί με τον Μαρξ, γράψανε τα έργα: “Η Αγία Οικογένεια” (1845), “Η Γερμανική Ιδεολογία” (1845), το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” (1848) κά εκθέτοντας βασικές αρχές του μαρξισμού. Όμως, στην κοινή προσπάθειά τους, διαμορφώθηκε ένας άτυπος καταμερισμός εργασίας. Με παρότρυνση του Ένγκελς, ο Μαρξ ασχολήθηκε με την οικονομική και πολιτική θεωρία, ενώ ο Ένγκελς ιδιαίτερα με τη θεμελίωση και την τεκμηρίωση του Διαλεκτικού Υλισμού, την υπεράσπισή του από παραμορφώσεις, διαστρεβλώσεις και επιθέσεις της αστικής φιλοσοφίας και ιδεολογίας. Ο Ένγκελς έγραψε σημαντικά έργα, που συνέβαλαν στη θεμελίωση, ανάπτυξη και εκλαΐκευση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Το 1844 έγραψε το “Σκίτσο μιας κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας”, το 1847 το άρθρο “Οι αρχές του Κομμουνισμού”, το πρώτο σκιαγράφημα του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”. Έγραψε, όμως, και τα τρία μεγάλα, ανεκτίμητα φιλοσοφικά έργα: “Η Διαλεκτική της Φύσης”, το “Αντι-Ντύρινγκ” και το “Ο Λ. Φόυερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας”, έργα που αποτελούν συστατικά στοιχεία της ιστορίας της μαρξιστικής σκέψης, που πιστοποιούν την ουσία της πρωτότυπης συμβολής του στη φιλοσοφία και στη σύγχρονη επιστήμη, έργα μοντέλο δημιουργικής κατανόησης, εφαρμογής και ανάπτυξης του μαρξισμού. Ο Λένιν υπογράμμιζε πως ο μαρξισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί και εκτεθεί ολοκληρωτικά, χωρίς να υπολογίζονται η συμβολή και όλα τα έργα του Φρ. Ένγκελς.

Σε μια υποσημείωση στο έργο του “Ο Λ. Φόυερμπαχ...”, ο Ένγκελς, με σεμνότητα και μετριοφροσύνη, γράφει: “Ας μου επιτραπεί μία προσωπική διασάφηση. Τελευταία, μίλησαν πολλές φορές για τη συμβολή μου σ' αυτή τη θεωρία, κι έτσι δεν μπορώ να μην πω εδώ τα λίγα εκείνα λόγια που εξαντλούν το ζήτημα. Δεν μπορώ ούτε ο ίδιος να αρνηθώ ότι πριν, και στο διάστημα της σαραντάχρονης συνεργασίας μου με τον Μαρξ, έχω κι εγώ κάποιο ανεξάρτητο μερτικό στο θεμελίωμα της θεωρίας και ιδιαίτερα στην επεξεργασία της. Όμως, το μεγαλύτερο μέρος από τις κατευθυντήριες βασικές ιδέες, ιδιαίτερα στον οικονομικό και ιστορικό τομέα και ειδικά στην τελική τους αυστηρή διατύπωση, ανήκουν στον Μαρξ. Εκείνο που πρόσφερα εγώ, αν εξαιρέσουμε, βέβαια, μερικούς ειδικούς κλάδους, μπορούσε βέβαια να το 'χει κάνει ο Μαρξ χωρίς εμένα. Ο,τι έδωσε ο Μαρξ, δε θα το κατάφερνα εγώ μοναχός. Ο Μαρξ στεκόταν πιο ψηλά, έβλεπε πιο μακριά και το βλέμμα του αγκάλιαζε περισσότερα και ταχύτερα από όλους εμάς τους άλλους. Ο Μαρξ ήταν μεγαλοφυΐα, εμείς οι άλλοι, πολύ - πολύ, να 'μασταν ταλέντα. Χωρίς αυτόν, η θεωρία δε θα ήταν σήμερα καθόλου αυτή που είναι. Γι' αυτό δίκαια φέρνει το όνομά του”.

Για την επέτειο της γέννησης του Φρίντριχ Ένγκελς
του Wolf Dieter Gudopp
Ο εορτάζων μας, ο γνήσιος Φρειδερίκος ο Μέγας1, έζησε στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Αυτό είναι μια σύμπτωση. Το ότι αυτός, ο Φρίντριχ Ένγκελς, αξιοποίησε τα συνταρακτικά και συνεπώς συναρπαστικά και γεμάτα δυνατότητες δεδομένα αυτής της εποχής για την πρόοδο της Ιστορίας και ταυτόχρονα για την εξέλιξη της δικής του σκέψης, αυτό δεν είναι σύμπτωση: Είναι το προϊόν σωστής αντίληψης και συνειδητής πράξης, είναι εργασία και μόρφωση, κατανόηση και παρέμβαση.

Ι. Πραγματικότητα! Στο κατώφλι μιας νέας εποχής: Το παλιό είναι ακόμα ισχυρό, διατηρείται στην οικονομική-κοινωνική πραγματικότητα και στις νωθρές στροφές του μυαλού και διασφαλίζεται από την κυρίαρχη εξουσία. Μπορεί να διατηρείται επειδή κι εφόσον έχει ακόμα λόγο να το κάνει, αλλά κι εφόσον η ιστορική κατάσταση πραγμάτων και η αντίφαση, από την οποία έχει προέλθει, δεν έχει εξαντληθεί επαρκώς και δεν έχει ακόμα λυθεί. Αλλά όσον αφορά βασικά χαρακτηριστικά του, το παλιό καθίσταται ήδη μη πραγματικό: Επιδρούν νέες κοινωνικές δυνάμεις της Ιστορίας και νέες οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές τάσεις, που αποτελούν κι αυτές πια πραγματικότητα και καθίστανται με την πάροδο του χρόνου εμφανώς αναγνωρίσιμες και που στη συνέχεια πιέζουν για να επικρατήσουν. Ένα άλλο κατώφλι εποχής, εκείνο της Αναγέννησης, το περιγράφει ο Ένγκελς με βαρύγδουπα λόγια, μέσα από τα οποία μαζί με το θαυμασμό αναδύεται και μια συνειδητή συμπάθεια, χαρακτηριστική της εσωτερικής συγγένειας [των δύο εποχών]: "...μια εποχή που χρειαζόταν γίγαντες και που γέννησε γίγαντες, γίγαντες σε δύναμη σκέψης, πάθους και χαρακτήρα, σε καθολικότητα και πολυμάθεια ... Αλλά αυτό που προπαντός τους ξεχωρίζει είναι ότι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, όλοι τους ζουν και δρουν μέσα στα κινήματα του καιρού τους, στον πρακτικό αγώνα. Συμμετέχουν, μπαίνουν στη μάχη, τούτος με το λόγο και την πένα, εκείνος με το σπαθί, συχνά και με τα δύο."2

Ένας μεταγενέστερος ιστορικός (Βέρνερ Κέγκι) χαρακτήρισε την Αναγέννηση ως «μια τεράστια δίψα για την αλήθεια»! Την ίδια σκέψη διατύπωσε κι ένας άλλος ιστορικός (Γιάκομπ Μπούρκχαρντ) με τη φράση «ανακάλυψη του κόσμου και του ανθρώπου». Αυτό είναι το ζητούμενο για τον Ένγκελς και αυτό είναι και το δικό μας ζητούμενο. Σε εποχές μετάβασης αναπτύσσεται αναπόφευκτα στους αφυπνισμένους ανθρώπους μια αυξημένη ανάγκη να μη χάσουν τη σύνδεση με την πραγματική δυναμική της Ιστορίας ή, καλύτερα, αναπτύσσεται η ανάγκη αυτή η σύνδεση να μετουσιωθεί τόσο στο μυαλό όσο και στην πράξη τους και με αυτόν τον τρόπο να γίνουν πραγματικοί άνθρωποι της εποχής τους. Μια τέτοια πραγμάτωση επιτυγχάνεται, όμως, μόνο μέσα στην ιστορική πράξη (Praxis). Αυτό δε σημαίνει να βιώνει κανείς μαζί με όλους τους άλλους τις δυσκολίες της γέννας του καινούργιου ενάντια στην επιμονή του παλιού, αλλά να δρα προωθητικά και οργανωτικά μαζί με τους άλλους. Η βιολογική γέννηση του Φρίντριχ Ένγκελς το έτος 1820 είναι τυχαία, όχι όμως και η ανάπτυξή του ως ενός συγκεκριμένου ιστορικού υποκειμένου που πραγματοποιεί τον ορισμό του ανθρώπινου ατόμου ως πολιτικο-κοινωνικού όντος προικισμένου με λογική σκέψη.

Το γεγονός ότι γεννήθηκε το 1820 μπορεί να ωθήσει αρχικά έναν παρατηρητή της Ιστορίας να αναφωνήσει το ρητό του Δάντη κατά την υποδοχή στην Κόλαση: «Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε.» Μετά από μια περίοδο αστικού πολιτισμού, δηλαδή μετά από τα ναπολεόντεια έτη και τους αποκαλούμενους Πολέμους της Απελευθέρωσης3, είχε επέλθει στην Ευρώπη του Μέτερνιχ η εποχή της αποκατάστασης της παλιάς κυριαρχίας των ηγεμόνων, η εποχή της Ιεράς Συμμαχίας και των Διαταγμάτων του Κάρλσμπαντ4, κατά την οποία δημιουργούνταν η εντύπωση ότι, με τη θεϊκή ευλογία, η Αντίδραση θριάμβευε οριστικά και ότι η Ιστορία είχε βρει τη «φυσική» κατάσταση ηρεμίας της. Όμως, λίγα χρόνια πριν τη γέννηση του Ένγκελς και αμέσως μετά το Συνέδριο της Βιέννης5, ο διαλεκτικός Χέγκελ, ο οποίος αργότερα επηρέασε καθοριστικά τη σκέψη των Μαρξ και Ένγκελς, έγραψε το δικό του «παρόλ’ αυτά» σε μια επιστολή ενάντια σε κάθε επιπόλαιη σκέψη: «Επιμένω ότι το παγκόσμιο πνεύμα έχει δώσει στην εποχή μας τη διαταγή να προχωρήσει. Αυτή η διαταγή υπακούεται· αυτό το πνεύμα προχωράει μπροστά με πολλά σκαμπανεβάσματα, σα μια θωρακισμένη, κλειστή, ακατανίκητη φάλαγγα και με μια ανεπαίσθητη κίνηση, όπως αυτή του ήλιου ... Δεν πρέπει να χάνεται από την αντίληψή μας αυτός ο προελαύνων γίγαντας της προόδου.» Το ότι η εποχή του Ένγκελς ήταν ασταθής δε συνεπάγεται ότι ήταν και χαοτική, αντίθετα, η κίνησή της είχε τη δική της κατεύθυνση μέσα στο ρου της παγκόσμιας Ιστορίας. Ήταν ακόμα η εποχή που προσδιοριζόταν από την ιστορικά προοδευτική δύναμη και αυτοπεποίθηση της αστικής τάξης, και ταυτόχρονα η εποχή της ολοένα και μεγαλύτερης υπέρβασης, ξεπεράσματος και αντικατάστασης της αστικής τάξης, ήδη η εποχή του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Η ουσία και οι κινητήριες δυνάμεις του καπιταλισμού –τουλάχιστον στη βιομηχανικά πρωτοπόρα Αγγλία– σύντομα έγιναν προσιτές στην αναλυτική σύλληψη της σύγχρονης επιστήμης. Το 1844, ο Ένγκελς δημοσίευσε στα Γερμανογαλλικά χρονικά, που εκδίδονταν από τους Μαρξ και Ρούγκε, την πρωτοποριακή μελέτη «Περίγραμμα μιας κριτικής της πολιτικής οικονομίας» και ένα χρόνο αργότερα το έργο του Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Βασισμένο σε προσωπική εμπειρία και σε αυθεντικές πηγές, το οποίο προκάλεσε αίσθηση σε ολόκληρη την Ευρώπη. (Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τη στόχευση του υπότιτλου και την αφιέρωση «Προς τις εργαζόμενες τάξεις της Μεγάλης Βρετανίας», πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, ενώ στην «υψηλή» κοινωνία μπορούσε κανείς το δίχως άλλο να κάνει αγαθοεργίες για τον εξανθρωπισμό των συνθηκών ζωής των φτωχών ανθρώπων, θεωρούνταν ωστόσο εξαιρετικά απρεπές και άσεμνο σε αυτούς τους κύκλους να συζητά κανείς κάτι για τους υλικούς όρους διαβίωσής τους.) Όσο περισσότερο κυριαρχούσε όμως ο καπιταλισμός τόσο περισσότερο γινόταν όχι μόνο εμφανές στους ανθρώπους με οξυμένη αντίληψη, αλλά και επιστημονικά αποδείξιμο το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δε θα είναι αιώνιος, όπως και οι λόγοι γι’ αυτό. Γινόταν επίσης φανερό ποιο ιστορικό συμφέρον, ποια κοινωνική δύναμη θα επιφέρει την αναγκαία ριζική αλλαγή: η –συνδεόμενη με τη σύγχρονη βιομηχανία– σύγχρονη εργατική τάξη. Η εποχή φωτιζόταν από το παρελθόν από το φως του Διαφωτισμού και ωθούνταν από τη θύελλα των αστικών επαναστάσεων, των οποίων η εξέλιξη ήταν γεμάτη σκαμπανεβάσματα και δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Μέχρι τότε προετοιμαζόταν σιγά-σιγά η προλεταριακή επανάσταση και από το μέλλον έλαμπαν ήδη οι μορφές του σοσιαλιστικού κοινωνικού συστήματος στο οποίο καταλήγει η κοινωνική πρόοδος και το οποίο θα διανοίξει και θα θεμελιώσει μια εντελώς νέα βαθμίδα ανάπτυξης του πολιτισμού.

Μέσα σ’ όλα αυτά και μαζί με όλ’ αυτά, ο 19ος αιώνας αποτελεί μια εξέχουσα περίοδο κοσμοϊστορικών ανακαλύψεων των επιστημών της φύσης και του ανθρώπου, επιστημονικο-τεχνικών εφευρέσεων και ειδικών και γενικών θεωρητικών κατασκευών, οι οποίες είτε ως ανακαλύψεις αποτέλεσαν πραγματικούς κινητήρες της κοινωνικής εξέλιξης είτε ως επιστημονικές αντιλήψεις αποτέλεσαν ουσιαστικά θεωρίες περί της εξέλιξης, οι οποίες μετατράπηκαν κι αυτές με τη σειρά τους σε ισχυρές κινητήριες δυνάμεις της κοινωνικής εξέλιξης. Ήδη το 18ο αιώνα φτιάχτηκαν οι πρώτες ατμομηχανές και οι μηχανικοί αργαλειοί. Για τη σύγχρονη σκέψη της εξέλιξης δεσπόζουν το έργο του Δαρβίνου για τη δημιουργία των ειδών, η εργασία του Μόργκαν για την ανάπτυξη της παλιάς, της πρωτόγονης κοινωνίας, ενώ είχε προηγηθεί η φιλοσοφική διαλεκτική του Χέγκελ ως επιστήμη της εξέλιξης του όλου στη διαδικασία της διαφοροποίησης και περιπλοκής του. Και μέσα σ’ όλους αυτούς, εκφράζοντας και, σφραγίζοντας την εποχή, στέκονται οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς –ως υλιστές διαλεκτικοί θεωρητικοί και πρακτικοί της εξέλιξης της κοινωνίας– τόσο με το κοινό τους έργο ζωής όσο και ο καθένας από τους δύο γίγαντες με τα δικά του ιδιαίτερα επιτεύγματα ζωής. Όταν διαβάζουμε από τον Χέγκελ «αυτός που εκφράζει και πραγματοποιεί για χάρη της αυτά που απαιτεί και αρθρώνει η εποχή του, αυτός είναι ο μεγάλος άνθρωπος της εποχής», σκεφτόμαστε εξίσου τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Πραγματικότητα, διαλεκτική ενότητα του πραγματικού και του δυνατού, πραγματοποίηση μέσα στην Ιστορία, Ιστορία ως διαδικασία πραγματοποίησης: Από αυτήν τη δυναμική γεννήθηκαν αναπόφευκτα η κινητήρια δύναμη και τα πραγματικά ελατήρια που κίνησαν τη ζωή των Μαρξ και Ένγκελς.

Δεδομένου ότι και οι δύο ανήκαν στους ανθρώπους οι οποίοι δεν παρασύρονταν από την πίεση της πραγματικότητας στην έγνοια για το ατομικό της βολικής τους ύπαρξης, αλλά συμμετείχαν ενεργά στα δύο μεγάλα πεδία μάχης του γενικού, δηλαδή τους τομείς της επιστήμης και της πολιτικής· και δεδομένου ότι και στους δύο το επιστημονικό ενδιαφέρον συνδέθηκε άρρηκτα με τη μεγάλη αγανάκτηση για την υπάρχουσα αδικία και την αδικία των κυρίαρχων, δεν μπορεί να αποτελεί σύμπτωση ότι και οι δύο έφτασαν παράλληλα σε παρόμοιες ή ίδιες αντιλήψεις για το Θεό και τον κόσμο και γι’ αυτό που αποτελεί το βαθύτατο εσωτερικό δεσμό της Ιστορίας, τη θεμελιώδη σημασία της οικονομίας και την ιστορική βαρύτητα της εργατικής τάξης. Και γι’ αυτόν το λόγο, δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι αυτοί οι δύο συναντήθηκαν μεταξύ τους (ο κύκλος των προοδευτικά δρώντων διανοούμενων της Ευρώπης ήταν έτσι κι αλλιώς μικρός). Αυτοί οι δύο έπρεπε να συναντηθούν μεταξύ τους.

Ένα από τα πρώιμα κοινά θεωρητικά τους εγχειρήματα, Η Γερμανική Ιδεολογία6, μαρτυρά με χαρακτηριστικό τρόπο την ολοκληρωμένη πια στροφή στην πραγματικότητα: «Οι προϋποθέσεις απ’ όπου ξεκινάμε δεν είναι αυθαίρετες, δεν είναι δόγματα, αλλά πραγματικές προϋποθέσεις που η αφαίρεσή τους μπορεί να γίνει μονάχα στη φαντασία»7, αναφέρει το πρόγραμμα της νέας, υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας, στην οποία ο γέρος Ένγκελς θα δώσει την ονομασία «ιστορικός υλισμός». Αυτές οι προϋποθέσεις είναι «οι πραγματικοί δραστήριοι άνθρωποι, έτσι όπως καθορίζονται από μιαν ορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών τους δυνάμεων και της επικοινωνίας που αντιστοιχεί σ’ αυτές ... Η συνείδηση δεν μπορεί να είναι ποτέ οτιδήποτε άλλο από συνειδητή ύπαρξη, και η ύπαρξη των ανθρώπων είναι η πραγματική διαδικασία της ζωής τους ... Ξεκινάμε [με το νέο τρόπο προσέγγισης της Ιστορίας] από τους πραγματικούς, δραστήριους ανθρώπους, και πάνω στη βάση της πραγματικής διαδικασίας της ζωής τους δείχνουμε την ανάπτυξη των ιδεολογικών αντανακλάσεων και απηχήσεων αυτής της διαδικασίας ζωής ... Τα κούφια λόγια για συνείδηση σταματάνε, και η πραγματική γνώση πρέπει να πάρει τη θέση τους.»8 Η πορεία της διερεύνησης δείχνει ότι η αναγκαιότητα του κομμουνισμού δεν προκύπτει από μια δελεαστική ουτοπική ιδέα, αλλά από το πραγματικό ιστορικό προτσές: «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν.»9 Μια τέτοιου είδους υλιστική προσέγγιση της γνώσης του κόσμου θα έπρεπε να είναι αυτονόητη και όχι κάτι το ιδιαίτερο. Στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ο Ένγκελς λέει ότι υλισμός σημαίνει «να αντιλαμβάνονται τον πραγματικό κόσμο –τη φύση και την Ιστορία– έτσι όπως παρουσιάζεται στον καθένα που τον αντικρίζει χωρίς προκατειλημμένες ιδεαλιστικές λόξες»· η μόνη ουσία των γεγονότων βρίσκεται «στην πραγματική τους και όχι στη φανταστική τους συνάφεια» και όλες οι οντότητες που έρχονται απ’ έξω –είτε πρόκειται για μια ωραία ιδέα είτε για έναν αγαπητό θεό– διαλύονται. «Και ο υλισμός δε σημαίνει απολύτως τίποτε άλλο.»10

Όμως το αυτονόητο δεν είναι αυτονόητο· ως γνωστόν, το απλό είναι δύσκολο να γίνει. Το κοινωνικό γνωστικό ενδιαφέρον συνδέεται στενά με το οικονομικό-πολιτικό συμφέρον. Το «θάρρος της γνώσης» (για να μιλήσουμε με τα λόγια του Χέγκελ) δεν είναι ταξικά ουδέτερο. Για όσο καιρό η αστική τάξη αντιπροσώπευε στην πάλη της ενάντια στη φεουδαρχία την ιστορική πρόοδο, ενδιαφερόταν για την καθαρή και αμερόληπτη γνώση του κόσμου· αυτό την βοήθησε και αδυνάτισε τις παλιές δυνάμεις της φεουδαρχίας. Το γνωστικό ενδιαφέρον όμως της αστικής τάξης μειώθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό με το που ήρθε αντιμέτωπη με μια νέα τάξη –η οποία με τη σειρά της αντιπροσώπευε αυτή τώρα το μέλλον– και είδε την εξουσία της να κινδυνεύει. Ένας πολύ αδέκαστος επιστημονικός τρόπος προσέγγισης θα μπορούσε να οδηγήσει στο οδυνηρό συμπέρασμα ότι τίποτα δε μένει όπως είναι, ακόμα και η υπάρχουσα αστική κυριαρχία και η κυρίαρχη εκμεταλλευτική σχέση θα χαθούν. Η αστική επιστήμη αποτραβήχτηκε σε αμυντικές θέσεις στα ζητήματα της κοσμοθεωρίας, της φιλοσοφίας και της θεωρίας της γνώσης, ενώ το γνωστικό ενδιαφέρον της εργατικής τάξης δεν μπορεί να γνωρίσει κανένα φραγμό. Όποιος θέλει να αλλάξει τον κόσμο πρέπει να τον γνωρίσει. Η εργατική τάξη είναι η αποφασιστική δύναμη αλλαγής της εποχής μας, και ως εργαζόμενη τάξη δεν πρόκειται –σε αντίθεση με την αστική τάξη και όλες τις άλλες τάξεις που είχαν κατακτήσει παλιότερα την κυριαρχία– να εκμεταλλευτεί καμιά επόμενη τάξη, έναντι των επαναστατικών επιδιώξεων της οποίας θα έπρεπε απολογητικά να διασφαλιστεί· αντίθετα, ακριβώς ως εργαζόμενη τάξη θα είναι και αυτή που θα εισάγει την ιστορία της αταξικής κοινωνίας. Το συμφέρον των πραγματικών παραγωγών είναι να παρακολουθούν τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά το πραγματικό, το ιστορικά αναγκαίο.

Η εργασία είναι αυτή που συγκροτεί πραγματικά τον κοινωνικό άνθρωπο και αυτή που αιτιολογεί και θεμελιώνει ιστορικο-εξελικτικά τον καθορισμό του κοινωνικού ανθρώπου –ο οποίος είχε ανακαλυφθεί από την κλασική αρχαιότητα– ως ορθολογικό και πολιτικό ον. Αυτό παρουσίασε ο Ένγκελς υλιστικά-διαλεκτικά στο σύντομο, αλλά πραγματικά σπουδαίο έργο του Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου. Στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας προσδιορίζει τη «νέα τάση» με τα εξής λόγια: «Η νέα τάση, που στην ιστορία της εξέλιξης της εργασίας βρήκε το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της ιστορίας της κοινωνίας.»11 Υπό το πρίσμα αυτής της σκέψης, η κεντρική ιδέα, την οποία μας δίνει το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος για τη συγκεκριμένη κοσμοϊστορική θέση της εποχής μας, αποκτά και τον εξής προσδιορισμό: Στην εποχή μας, το συμφέρον ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας συγκεντρώνεται στο ιστορικό συμφέρον της παγκόσμιας εργατικής τάξης· τα ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης συμπίπτουν αναγκαστικά με τα γενικά συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Το ότι οι Μαρξ και Ένγκελς πέρασαν στο στρατόπεδο της εργατικής τάξης και το ότι ανέπτυξαν περαιτέρω το περιεχόμενο και τα εργαλεία της γνώσης της εποχής τους σε όλους τους βασικούς τομείς αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η θέση-κλειδί της επιστήμης ως παραγωγικής δύναμης ήταν αναμφισβήτητη και «όσο πιο ανεπιφύλακτα και αμερόληπτα προχωρά η επιστήμη τόσο περισσότερο βρίσκεται σε αρμονία με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των εργατών»12, γράφει ο Ένγκελς στο τέλος του Λουδοβίκου Φόιερμπάχ του. Το «θεωρητικά αδυσώπητο πνεύμα» που είναι υπόλογο μόνο στην αλήθεια, το οποίο επαινεί ο Ένγκελς (δηλαδή: η σκέψη που δε φοβάται τα συμπεράσματα που μπορεί να προκύψουν από αυτήν, τι θεωρούν γι’ αυτήν «ο κόσμος» ή ο υπουργός, αν τρομάζει κανείς από το αποτέλεσμά της), κορυφώνεται όταν ο υλισμός και η διαλεκτική ενώνονται και συγχωνεύονται σε μία ενότητα· και αυτό όχι γιατί το επιβάλλει ένα δόγμα, αλλά εξαιτίας της ίδιας της πραγματικότητας:
– Γιατί υπάρχει μόνο ένας κόσμος, το άπειρο όλον,
– γιατί, όπως γράφει ο Ένγκελς στο Αντι-Ντίρινγκ, «η ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του»13 και
– γιατί σ’ αυτόν τον έναν κόσμο κυριαρχεί η διαλεκτική: Το σύμπαν και τα πάντα σε αυτό είναι κίνηση, γέννηση και παρακμή, εξέλιξη και διαμεσολάβηση (Vermittlung)14, μετάβαση και αλληλεπίδραση.

Ιδιαίτερα οι σύγχρονες επιστήμες, οι οποίες αντανακλούν τις ανεξάντλητες μορφές κίνησης της φύσης, της κοινωνίας και της συνείδησης, έχουν προσκομίσει ένα σωρό αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό· συγχρόνως, η επιστημονική φιλοσοφία, η επιστήμη των γενικών εξαρτήσεων, βρίσκει –όχι απομονωμένη, αλλά στη σχέση της με τις επιστήμες– το δικό της καθήκον στη διαλεκτική.15 Στον Ένγκελς αρέσει να αναφέρει τρεις μεγάλες ανακαλύψεις: Την ανακάλυψη του κυττάρου, τη μετατροπή της ενέργειας και την «απόδειξη ότι όλα τα οργανικά προϊόντα της φύσης που μας περιβάλλουν σήμερα, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας εξέλιξης από λίγα αρχικά μονοκύτταρα σπέρματα και ότι κι αυτά πάλι βγήκαν από το πρωτόπλασμα ή το λεύκωμα που σχηματίστηκε με χημικό τρόπο –μια απόδειξη που πρώτος ο Δαρβίνος διατύπωσε με συνοχή»16. Είναι απίστευτο το πώς ο Ένγκελς στεκόταν στο ύψος της εποχής του και στην πρώτη γραμμή στις διάφορες επιστήμες· αυτός ο άνθρωπος δεν είχε πάρει ούτε καν απολυτήριο Λυκείου, ενώ παράλληλα με τις υπόλοιπες δραστηριότητές του έπρεπε να κερδίζει τα απαραίτητα χρήματα όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για το φίλο του τον Μαρξ! Ο Ένγκελς (στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας) κάνει λόγο για το «θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας» και μιλάει για τη διάκριση ανάμεσα στο φιλοσοφικό υλισμό και το φιλοσοφικό ιδεαλισμό· δηλαδή: για την προσέγγιση –σε αντιστοιχία με την πραγματικότητα– της σχέσης ανάμεσα στο υλικό Είναι και τη συνείδηση από την οπτική της υλικής πλευράς. Καμιά φορά παραβλέπεται ότι σε αυτό το ίδιο έργο του ο Ένγκελς δεν πραγματεύεται μόνο το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας, αλλά μιλάει και για τη διαλεκτική ως τη βασική ιδέα: «Η μεγάλη βασική ιδέα ότι δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν ένα σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, αλλά σαν ένα σύμπλεγμα από διαδικασίες, όπου τα φαινομενικά σταθερά πράγματα, το ίδιο όπως και οι ιδεατές απεικονίσεις τους στο κεφάλι μας, οι έννοιες, περνάνε μια αδιάκοπη αλλαγή γέννησης και αφανισμού, όπου, παρόλη τη φαινομενική συμπτωματικότητα και παρόλες τις στιγμιαίες πισωδρομήσεις, επιβάλλεται τελικά μια προοδευτική εξέλιξη –αυτή η μεγάλη βασική σκέψη»17 έχει επιβληθεί σήμερα παντού. Τελοσπάντων. Στο ίδιο απόσπασμα χαρακτηρίζει την «υλιστική διαλεκτική» ως «το καλύτερό μας εργαλείο και το πιο ισχυρό μας όπλο». Αυτή, η υλιστική διαλεκτική είναι –τόσο στο γενικό όσο και στο ειδικό– η μέθοδος της επιστήμης και της επιστημονικά θεμελιωμένης και καθοδηγούμενης πράξης, είναι ο δομικός πυρήνας της σύγχρονης, της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.

ΙΙ. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ = ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: Χρησιμοποιώντας άριστα τα αιχμηρά όπλα της κριτικής, ο νεαρός Μαρξ είχε γράψει ότι το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων.18 Την περίοδο της επανάστασης των ετών 1848/1849, βλέπει κανείς το νεαρό Φρίντριχ Ένγκελς στο επίκεντρο της σύρραξης: Πρώτα το 1849 στο Έλμπερφελντ, στα σύνορα της Ρηνανικής Πρωσίας, στα οδοφράγματα, αλλά κυρίως μετά, στην εκστρατεία για την επιβολή του αυτοκρατορικού Συντάγματος στο βαυαρικό Παλατινάτο και στη Βάδη, ως υπασπιστής του Άουγκουστ Βίλιχ, ενός «συναισθηματικού κομμουνιστή»19, στα στρατεύματα του οποίου μάχονταν και εργάτες από το Βούπερταλ. Την πολιτική κατεύθυνση της δραστηριότητάς τους σε αυτήν την επαναστατική φάση την κατέγραψαν οι ίδιοι οι Μαρξ και Ένγκελς κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1847-1848 στο Μανιφέστο: «Στη Γερμανία, κάθε φορά που η αστική τάξη εκδηλώνεται επαναστατικά, το κομμουνιστικό κόμμα παλεύει μαζί με την αστική τάξη ενάντια στην απόλυτη μοναρχία, ενάντια στη φεουδαρχική γαιοκτησία και το μικροαστισμό. Όμως ούτε στιγμή δεν παραμελεί το κομμουνιστικό κόμμα να καλλιεργεί στους εργάτες μια όσο το δυνατόν πιο καθαρή συνείδηση σχετικά με την εχθρική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο ... έτσι που, αμέσως μετά την ανατροπή των αντιδραστικών τάξεων στη Γερμανία, ν’ αρχίσει ο αγώνας ενάντια στην ίδια την αστική τάξη.»20

Η πολιτική-στρατιωτική στράτευση για το Σύνταγμα που είχε εγκριθεί από την Εθνοσυνέλευση της Φρανκφούρτης τελείωσε με ήττα· ο πρωσικός στρατός επέβαλε τη θέληση της Αντίδρασης. Ο Ένγκελς, στα έργα του Η εκστρατεία για το γερμανικό αυτοκρατορικό Σύνταγμα, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία κ.ά., παραπονιόταν πρωτίστως για το ότι το επαναστατικό κίνημα δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από την παραλυτική περικύκλωση της πανταχού παρούσας μικροαστικής τάξης. Η μικροαστική τάξη, ταλαντευόμενη, φοβισμένη και αβέβαιη, φοβόταν περισσότερο το θάρρος και το φάντασμα μιας «κόκκινης δημοκρατίας» παρά τον εχθρό. Βρισκόταν σε απελπισία. Μάταια προσπάθησαν οι Μαρξ και Ένγκελς με όλη τους την ενέργεια να στρέψουν τα στρατεύματα της δημοκρατίας και την πολιτική ηγεσία της Βάδης και του Παλατινάτου στην κατεύθυνση της Φρανκφούρτης, προκειμένου να χτυπήσουν τους ηγεμόνες που ξεσηκώνονταν ενάντια στο Σύνταγμα και να προσδώσουν εθνική διάσταση στη δημοκρατία. «Τόλμη, τόλμη και πάλι τόλμη!», φώναζε ο Νταντόν στην επαναστατική Γαλλία. Από την καθυστερημένη κατάσταση στη Γερμανία δεν προέκυψε εκείνη η πολιτική ενεργητικότητα που απαιτούνταν για τη δημιουργία ενός σύγχρονου (επαναστατικο-)δημοκρατικού εθνικού κράτους.

Σε ένα άλλο έργο του, ο Ένγκελς απέδειξε ότι η γερμανική καθυστέρηση είχε επί της ουσίας την αιτία της στην ήττα του πολέμου των χωρικών. Γενικά, τα υλιστικά ιστοριογραφικά κείμενα του Ένγκελς αναδεικνύουν στην ενότητά τους μια τόσο τεράστια και σύνθετη όσο και συναρπαστική γερμανική ιστορία, που εκτείνεται κατά κάποιον τρόπο από την προϊστορία και τον πρώιμο κομμουνισμό διαμέσου του πρώτου κρατικού σχηματισμού μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Δίπλα στη διαμόρφωση της υλιστικής διαλεκτικής και δίπλα σε αναλύσεις, απαραίτητες για την επεξεργασία πολιτικών εννοιών και την ανάλυση της τρέχουσας πραγματικότητας, γίνεται φανερό και το ζήτημα της ανατρεπτικής πολιτικής δραστηριοποίησης του λαού. «Ο γερμανικός λαός έχει κι αυτός την επαναστατική του παράδοση»21, λέει στην πρώτη πρόταση στον Πόλεμο των χωρικών. Όπως και να ’χει, το 1849 το στρατιωτικό σώμα του Βίλιχ, το οποίο πρόσφερε κάλυψη στην οπισθοχώρηση άλλων στρατιωτικών τμημάτων, κατάφερε να προσχωρήσει μέσω του Άνω Ρήνου στην Ελβετία. Προσωπική τύχη μέσα στην πολιτική ατυχία: Ο Ένγκελς δε χρειάστηκε να διασχίσει τη Βασιλεία. Στην ταξιδιωτική αναφορά του με τίτλο «Lombardische Streifzüge» έγραφε το 1841: «Δόξα τω Θεώ, αφήσαμε πίσω μας τη Βασιλεία! ... Μια τέτοια φωλιά με όλες τις ασχήμιες του Μεσαίωνα και χωρίς τις ομορφιές του δεν μπορεί να αρέσει σε ένα νεανικό μυαλό.»22 Με μια άλλη ευκαιρία (το 1847, στην αρχή του λεγόμενου Πολέμου της Ιδιαίτερης Συμμαχίας στην Ελβετία23) είχε πάει στην Κεντρική Ελβετία: «Υπάρχουν δύο περιοχές στην Ευρώπη, όπου έχει διατηρηθεί η παλιά χριστιανογερμανική βαρβαρότητα στην πιο πρωτόγονη μορφή της, σχεδόν μέχρι του σημείου να τρώνε βελανίδια: Η Νορβηγία και οι Άνω Άλπεις, δηλαδή η αρχική Ελβετία24 ... Σε τελευταία ανάλυση, το δημοκρατικό κίνημα επιδιώκει σε όλες τις πολιτισμένες χώρες την πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη προλεταριάτου· η ύπαρξη μιας κυρίαρχης αστικής τάξης· η ύπαρξη μιας βιομηχανίας, που παράγει το προλεταριάτο και φέρνει την αστική τάξη στην εξουσία. Για όλ’ αυτά δε βρίσκουμε τίποτα ... Από τη μέρα που ο πρώτος πρόγονος του Βίνκελριντ25 οδήγησε στα παρθένα λιβάδια της Λίμνης Λουκέρνης την αγελάδα του με τις αναγκαίες ειδυλλιακές κουδούνες στο λαιμό, μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος απόγονος του Βίνκελριντ πήρε το όπλο του με τις ευλογίες του τραγόπαπα, όλα τα σπίτια χτίζονταν με τον ίδιο τρόπο, όλες οι αγελάδες αρμέγονταν με τον ίδιο τρόπο, όλες οι πλεξούδες πλέκονταν με τον ίδιο τρόπο, όλα τα τυριά φτιάχνονταν με τον ίδιο τρόπο, όλα τα παιδιά γίνονταν με τον ίδιο τρόπο.»26

Την αγαπημένη Ελβετία την συναντάμε αργότερα σε διάφορα σημεία στα κείμενα του Ένγκελς, κυρίως σε αυτά που αφορούν στρατιωτικά ζητήματα, όπως οι αναλύσεις για την πολιτική-στρατιωτική θέση της Άνω Ιταλίας, για το πρόβλημα της Σαβοΐας και πάνω απ’ όλα για τον πόλεμο στα βουνά, για τον οποίο ο Ένγκελς δεν έκρυβε, π.χ., το θαυμασμό του για το Ρώσο στρατηγό Σουβόροφ, ενώ παραθέτει με μεγάλο σεβασμό και τον Ναπολέοντα: «Όπου περνάει μια κατσίκα, μπορεί να περάσει επίσης κι ένας άνθρωπος. Όπου περνάει ένας άνθρωπος, μπορεί επίσης να περάσει κι ένας στρατός.» Ο Ένγκελς ήταν ένας εξαιρετικός κι ενθουσιώδης στρατιωτικός θεωρητικός και στρατιωτικός ιστορικός. Όμως ήταν το ακριβώς αντίθετο ενός μιλιταριστή. Το φθινόπωρο του 1917 ο κόσμος άκουσε το κάλεσμα του Λένιν με τίτλο «Προς όλους!» που απηύθυνε «προς τις κυβερνήσεις και τους λαούς όλων των χωρών» και με το οποίο συστήθηκε η κυβέρνηση της επαναστατικής Ρωσίας. 24 χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο Ράιχσταγκ για το στρατιωτικό νομοσχέδιο του 1893, ο Φρίντριχ Ένγκελς δημοσίευσε στη βερολινέζικη εφημερίδα Vorwärts το πρώτο θεμελιωμένα επεξεργασμένο πρόγραμμα αφοπλισμού στην Ιστορία, υπό τον τίτλο «Μπορεί να αφοπλιστεί η Ευρώπη;»27. Ολόπλευρα διαλεκτικός (πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά, κοινωνικο-ψυχολογικά), αναλύει τις διεθνείς κι εθνικές συνθήκες στην Ευρώπη και στη βάση αυτών των ερευνών υποβάλλει, χωρίς να το αναβάλλει για τη σοσιαλιστική επανάσταση, μια πρόταση, η οποία και εφικτή θα έπρεπε να είναι, και την πολιτική προοπτική της κοινωνικής προόδου να υπηρετεί. Η Ευρώπη γνώριζε εκείνη την περίοδο μια τεράστια αύξηση εξοπλισμών. «Δεν είναι κουταμάρα να μιλάμε για αφοπλισμό; Κι όμως, σε όλες τις χώρες οι λαϊκές τάξεις, οι οποίες αποτελούν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τη μάζα των στρατιωτών και καλούνται να πληρώσουν το μεγαλύτερο μέρος των φόρων, φωνάζουν για αφοπλισμό.»28 Τα αυξανόμενα στρατιωτικά βάρη, προβλέπει ο Ένγκελς, οδηγούν είτε σε οικονομική καταστροφή και σε καταστροφική εξάντληση των λαών είτε «σ’ ένα γενικευμένο καταστροφικό πόλεμο»29. «Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από αυτό το αδιέξοδο, εκτός από έναν καταστροφικό πόλεμο, παρόμοιο του οποίου δεν έχουμε ξαναδεί στον κόσμο;», αναρωτιέται απελπισμένος, για να δώσει αμέσως μετά την απάντηση: «Εγώ ισχυρίζομαι ότι ο αφοπλισμός και κατά συνέπεια η διασφάλιση της ειρήνης είναι δυνατά.»30 Και μάλιστα «τώρα κιόλας», «ακόμα και για τις σημερινές κυβερνήσεις και με τη σημερινή πολιτική κατάσταση».31

Στην πολιτική δε μετράνε τα μεγάλα λόγια, αλλά τα συμφέροντα. Ο Ένγκελς αντιλαμβάνεται την ασφάλεια ως κοινή, συλλογική ασφάλεια και διατυπώνει την πρότασή του για αφοπλισμό με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη του τα συμφέροντα και τις ιδιαιτερότητες των ξεχωριστών υπαρκτών κρατών και τους συσχετισμούς δυνάμεων που αποκρυσταλλώνονται στο εσωτερικό τους, φωτίζοντας αυτήν την πρόταση και από τη στρατιωτική σκοπιά. Η ποσοτική αύξηση του στρατού δε θα μπορούσε πλέον να αντιμετωπιστεί από κανένα κράτος· γενικά, σημειώνει, το σύστημα των τακτικών στρατών είναι παράλογο και δεν προσφέρει ούτε από στρατιωτική σκοπιά κάτι, πέρα από την αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού». Η λογική, λέει, δείχνει προς μια άλλη κατεύθυνση: «Η σταδιακή μείωση της θητείας μέσα από μια διεθνή σύμβαση, που αποτελεί τον πυρήνα του συλλογισμού μου, θεωρώ ... ότι είναι ο πιο απλός και ο πιο γρήγορος δρόμος για να πραγματοποιηθεί το γενικό πέρασμα από τον τακτικό στρατό [κι εδώ έρχεται η διαλεκτική:] στον εξοπλισμό του λαού ως οργανωμένης πολιτοφυλακής.»32 Ήδη κάποια χρόνια πριν, το 1887, ο Ένγκελς είχε δει με ακρίβεια τι έμελλε να γίνει στην Ευρώπη, αν τα κράτη συνέχιζαν να κάνουν ό,τι έκαναν μέχρι τότε. Έγραφε: «Για την Πρωσία-Γερμανία τώρα πια δεν μπορεί να υπάρξει άλλος πόλεμος, εκτός από έναν παγκόσμιο πόλεμο. Και αυτός θα ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος με πρωτοφανείς διαστάσεις, με πρωτοφανή ένταση. Οχτώ ως δέκα εκατομμύρια στρατιώτες θα πνίγουν ο ένας τον άλλο και θα ερημώνουν ολόκληρη την Ευρώπη σε βαθμό που δεν την ερήμωσαν ποτέ ως τώρα τα σύννεφα της ακρίδας ... η κατάρρευση των παλιών κρατών και της ρουτινιασμένης κρατικής τους σοφίας –κατάρρευση που θα κάνει να πετιούνται κατά δεκάδες τα στέμματα στα πεζοδρόμια και δε θα βρίσκεται κανείς για να σηκώσει αυτά τα στέμματα ...»33

Αφότου ο παγκόσμιος πόλεμος κατέστη μια φρικτή πραγματικότητα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, επικαλούμενη τον Ένγκελς (τον οποίο είχε γνωρίσει προσωπικά στα 22 της χρόνια, το 1893, στο Συνέδριο της Β΄ Διεθνούς στη Ζυρίχη, όπου ο Ένγκελς ήταν το κεντρικό πρόσωπο) θα διατυπώσει το μοιραίο δίλημμα της εποχής μας: «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». «Μια ματιά γύρω μας αυτήν τη στιγμή δείχνει τι σημαίνει υποτροπή της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα. Αυτός ο παγκόσμιος πόλεμος –αυτό είναι υποτροπή στη βαρβαρότητα.»34 Ταυτόχρονα, κανείς δε μας θυμίζει τόσο παραστατικά όσο ο Ένγκελς ότι η έννοια της βαρβαρότητας έχει μια διαλεκτική χροιά. Η βαρβαρότητα αποτελεί το ιστορικό και μεθοδολογικό αντιθετικό στοιχείο στον πολιτισμό. Ωστόσο, η βαρβαρότητα της «παλιάς κοινωνίας» είχε πλεονεκτήματα, τα οποία καταστράφηκαν ως τίμημα της κοινωνικής προόδου και τα οποία θα επαναφέρει μέσω της διαλεκτικής άρσης ο μελλοντικός σύγχρονος κομμουνισμός. Ο συγγραφέας της Εξέλιξης του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη θέλει μάλιστα να μας ανοίξει με τον παραστατικό του τρόπο την όρεξη για τον κομμουνισμό· έτσι, στο έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους προσδίδει στον κομμουνισμό της εποχής της βαρβαρότητας σχεδόν ουτοπικά χαρακτηριστικά: «Χωρίς στρατιώτες, χωροφύλακες και αστυνομικούς ... χωρίς φυλακές, χωρίς δίκες, όλα τραβάνε τον κανονικό τους δρόμο. Για κάθε φιλονικία και διαφωνία αποφασίζει το σύνολο των ενδιαφερόμενων ... Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες κοινές υποθέσεις απ’ ό,τι τώρα –το νοικοκυριό είναι για μια σειρά οικογένειες κοινό και κομμουνιστικό, η γη είναι ιδιοκτησία της φυλής, μονάχα τα περιβολάκια ανήκουν προσωρινά στα νοικοκυριά– δε χρειάζεται ωστόσο ούτε ίχνος από το δικό μας φουσκωμένο και πολύπλοκο διοικητικό μηχανισμό ... Φτωχοί και άποροι δεν μπορεί να υπάρχουν ... Όλοι είναι ίσοι και ελεύθεροι –μαζί και οι γυναίκες ... Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι και η ανθρώπινη κοινωνία πριν γίνει ο χωρισμός σε διάφορες τάξεις ... Και η ίδια η νέα κοινωνία στα 2.500 χρόνια της ύπαρξής της δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά η ανάπτυξη της μικρής μειοψηφίας σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας που υφίσταται εκμετάλλευση και καταπίεση. Και είναι τέτοια και σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.»35

Το βιβλίο από το οποίο έχουμε πάρει τα αποσπάσματα φέρει τη χρονολογία 1884. Εκείνη την περίοδο, ο Ένγκελς είχε μπει σχεδόν σε ηλικία συνταξιοδότησης. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα στοχαστικό έργο των γηρατειών· για κάτι τέτοιο δε θα ήταν ικανός ο Ένγκελς. Όπως όλα όσα έλεγε κι έκανε ο Ένγκελς, αυτό το έργο έχει ένα λειτουργικό χαρακτήρα, εμπλουτισμένο με όλο το θησαυρό της επιστήμης. Δείχνει ότι οι κυρίαρχες σχέσεις που θεωρούνται ως «φυσικές» έχουν διαμορφωθεί ιστορικά από συγκεκριμένους παράγοντες, όπως και ότι αυτές θα ξεπεραστούν από την ιστορική αναγκαιότητα. Π.χ.: «Το κράτος λοιπόν δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες που τα έβγαζαν πέρα χωρίς αυτό ... Σε μια ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που αναγκαστικά ήταν συνδεδεμένη με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε απαραίτητο εξαιτίας αυτής της διάσπασης. Πλησιάζουμε τώρα με γοργά βήματα σε μια βαθμίδα εξέλιξης της παραγωγής, όπου η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο έπαψε ν’ αποτελεί ανάγκη, αλλά και γίνεται πραγματικό εμπόδιο της παραγωγής ... Η κοινωνία που οργανώνει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση ελεύθερης και ίσης οργάνωσης των παραγωγών θα βάλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί όπου θα είναι τότε η θέση της: Στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και το μπρούντζινο τσεκούρι.»36

Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο απόσπασμα θυμίζει την πολύ παρεξηγημένη φράση από το Μανιφέστο (στο τέλος του κεφαλαίου ΙΙ) για το χαρακτήρα της κομμουνιστικής κοινωνίας: «Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας με τις τάξεις και τις ταξικές αντιθέσεις έρχεται μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.»37 Η πλατιά σκέψη και πράξη του Φρίντριχ Ένγκελς από το Μπάρμεν κορυφώνεται στον επιστημονικό σοσιαλισμό και από αυτόν αποκτά τη συνοχή, τις προεκτάσεις και την οργάνωσή του. Ο στόχος που υπάρχει για την ανάπτυξη της κοινωνίας –ο οποίος δεν είναι αυθαίρετος, αλλά βασίζεται στην ίδια την πραγματικότητα– λέγεται «Ελευθερία». Όπως γράφει ο Ένγκελς στην Εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη: «Μόλις η κοινωνία πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής, καταργείται η εμπορευματική παραγωγή και μαζί της και η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στον παραγωγό. Η αναρχία μέσα στην κοινωνική παραγωγή αντικαθίσταται από τη σχεδιασμένη συνειδητή οργάνωση.»38 Μόνο με μια «συγκεκριμένη έννοια» εγκαταλείπει ο άνθρωπος το βασίλειο των ζώων. Με ποια, αλήθεια; Στο έργο του Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου διαβάζουμε: «Το ζώο απλώς χρησιμοποιεί την εξωτερική φύση ... ο άνθρωπος την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει ... Σ’ αυτό βρίσκεται η τελευταία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα.»39 Αυτό που σε τελευταία ανάλυση διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα είναι η ελευθερία· και η μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας είναι η διαδικασία πραγμάτωσης της ελευθερίας, στην οποία ο κοινωνικός άνθρωπος απελευθερώνεται από την κυριαρχία της φύσης με την εξής διττή έννοια: Από τη βία της «εξωτερικής φύσης» και από την κυριαρχία της μη αντιληπτής κοινωνικής αναγκαιότητας, η οποία δρα σα μια φυσική δύναμη.

Παραμένοντας μέρος της φύσης, ο άνθρωπος προήλθε από τη φύση και βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτήν. Σε αυτήν την αντιπαράθεση με τη φύση κατά την εργασία και την παραγωγή, ανέπτυξε την κοινωνική του ουσία, ενώ διαμορφώθηκαν –στην ιστορία της «πρωτόγονης κοινωνίας»– ιδιαίτερες κοινωνικές νομοτέλειες. Στην πορεία της Ιστορίας, ο κοινωνικός άνθρωπος άρχισε να καταλαβαίνει μαζί με τα φυσικά προτσές και τις μορφές κίνησης της δικής του κοινωνικοποίησης και τελικά, με το επιστημονικό έργο των Μαρξ-Ένγκελς και την ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής, τόσο στον τομέα της διαλεκτικής της σχέσης ανθρώπου-κοινωνίας όσο και στον τομέα της κοινωνικής εξέλιξης, ξεκλείδωσε ουσιαστικά τους μεγάλους γρίφους. Ελευθερία δε σημαίνει ότι οι νομοτέλειες, οι ουσιώδεις και αναγκαίες σχέσεις και τάσεις θα χάσουν την ισχύ τους, αλλά: Με την ολοένα αυξανόμενη ορθολογική γνώση σε συνάρτηση με τη ραγδαία επιταχυνόμενη ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων θα καταστεί δυνατό, μα και αναγκαίο, να ανατραπούν οι παλιές σχέσεις κυριαρχίας: «Οι νόμοι της δικής τους κοινωνικής δράσης, που ορθώνονταν ως τώρα απέναντί τους σαν ξένοι φυσικοί νόμοι που τους εξουσίαζαν, θα χρησιμοποιούνται πια από τους ανθρώπους με πλήρη γνώση της υπόθεσης και γι’ αυτό θα υποταχτούν στην κυριαρχία τους.»40 Προχωρώντας, οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέφτονται τις συνέπειες των πράξεών τους και τις συνέπειες των συνεπειών και να σχεδιάζουν. Πρόκειται για μια σκληρή κι επίπονη διαδικασία που συνοδεύεται από κρίσεις και καταστροφές, ακόμα και στον τομέα της διαλεκτικής ενότητας φύσης-κοινωνίας. «Έτσι, τα γεγονότα μας θυμίζουν σε κάθε βήμα πως δεν κυριαρχούμε καθόλου πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής πάνω σε ξένο λαό, όπως κάποιος που θα στεκόταν έξω από τη φύση, αλλά πως ανήκουμε μέσα της και πως όλη μας η εξουσία βρίσκεται στο πλεονέκτημα που έχουμε σχετικά με όλα τ’ άλλα όντα, να γνωρίζουμε τους νόμους της και να μπορούμε να τους εφαρμόζουμε ορθά.»41

Βέβαια η απλή γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Είναι απαραίτητη «μια ολοκληρωτική ανατροπή του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής»42, καθώς και «το πέρασμα στην κατοχή της κοινωνίας όλων των μέσων παραγωγής»43. «Η ιστορική αποστολή του σύγχρονου προλεταριάτου είναι να πραγματώσει αυτήν την κοσμοαπελευθερωτική πράξη. Καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικής πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της.»44

Ο κοινωνικός άνθρωπος δεν είναι πλέον στο έλεος των δυνάμεων της σκοτεινής μοίρας, αλλά συνειδητό, ενεργό υποκείμενο του εαυτού του. Με τα λόγια του Ένγκελς: «Οι άνθρωποι γίνονται επιτέλους κύριοι της μορφής της κοινωνικής ζωής τους, και ταυτόχρονα κύριοι της φύσης, κύριοι του ίδιου του εαυτού τους –ελεύθεροι.» Ελευθερία και κομμουνισμός είναι ένα και το αυτό. Το μέσο για την πραγματοποίησή τους είναι η ενότητα της θεωρίας με το εργατικό κίνημα.

Η σοσιαλιστική ανατροπή, πραγματικό κίνημα ελευθερίας και προϋπόθεση για την ανάπτυξή της, δίνει τη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν παλιότερα ιδεώδη και ουτοπίες. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε απλά και μόνο ως προϊόν της επιδίωξης κάποιου δόγματος ή της έκδοσης κάποιου διατάγματος, αλλά προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Όμως τώρα, γράφει ο Ένγκελς το 1880, τώρα ήρθε η ώρα. «Η δυνατότητα να εξασφαλιστούν με την κοινωνική παραγωγή σε όλα τα μέλη της κοινωνίας όχι μόνο πέρα για πέρα αρκετοί υλικοί όροι ζωής, που θα γίνονται από μέρα σε μέρα πλουσιότεροι, μα επίσης και η πλέρια ελεύθερη ανάπτυξη και άσκηση των σωματικών και πνευματικών τους ικανοτήτων, η δυνατότητα αυτή υπάρχει τώρα για πρώτη φορά, υπάρχει όμως.»45

ΙΙΙ. “ΤΩΡΑ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΤΥΧΕΙ”: Οι Μαρξ και Ένγκελς ήδη είχαν σχεδιάσει το περίγραμμα του πυρήνα της νέας επιστημονικής κοσμοθεωρίας και ιστορικής αντίληψης, όταν προσχώρησαν το 1847 στην «Ένωση των Δικαίων», της οποίας η καταγωγή φτάνει –διαμέσου της πρόδρομης οργάνωσης της «Ένωσης των Ίσων»– μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση. Με τη συμφωνία ορισμένων διαγραμμένων μελών έκαναν –ως γνήσιοι κομμουνιστές– ένα βήμα προς το μοναδικό σκοπό τους μέσω της υπονόμευσης της «Ένωσης». Η επιτυχία ήταν πανηγυρική. Σύντομα η Ένωση μετονομάστηκε σε «Ένωση των Κομμουνιστών» και το σύνθημά της δεν ήταν πλέον «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια», αλλά «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Το κοσμοϊστορικής σημασίας έργο που προέκυψε από τα κεφάλια και την πένα των Μαρξ και Ένγκελς, το οποίο θεμελίωσε επιστημονικά το νέο σύνθημα και για το οποίο ο Ένγκελς είχε πραγματοποιήσει –με τις Αρχές του Κομμουνισμού– το άμεσα προπαρασκευαστικό έργο, έφερε τον τίτλο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος και αποτέλεσε το Πρόγραμμα της διεθνούς και διεθνιστικής επαναστατικής οργάνωσης.

Κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων του 1848/1849, τα μέλη της «Ένωσης» πολεμούσαν με τα ξίφη, με τα λόγια ή –όπως ο Ένγκελς– και με τα δύο. Κέρδισαν πολύτιμη πείρα για την πραγματική κατάσταση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών στη Γερμανία και αλλού. Μετά την ήττα ήταν απαραίτητο να αξιολογηθούν οι νέες εμπειρίες και να εκτιμηθεί η κατάσταση, καθώς και να καθοριστεί η κατάλληλη –στις νέες συνθήκες– στρατηγική και τακτική. Μια από τις σημαντικότερες συνέπειες ήταν η ντιρεκτίβα, σύμφωνα με την οποία, σε μια επόμενη επανάσταση το εργατικό κόμμα «πρέπει να εμφανιστεί όσο το δυνατόν πιο ομόφωνο, όσο το δυνατόν πιο αυτοτελές, αν δε θέλει ξανά να το εκμεταλλευτεί η αστική τάξη και να το σύρει από πίσω της»46.

Το αμέσως επόμενο διάστημα μετά την ήττα της επανάστασης του 1848-1849, η «Ένωση των Κομμουνιστών» ανάκαμψε. Οι Μαρξ και Ένγκελς έπρεπε, ωστόσο, να αμυνθούν άμεσα ενάντια σε μια βολονταριστική και θεωρητικά-πολιτικά ξέπνοη «συνέχιση» [της επανάστασης], την οποία είχε γεννήσει ο πόνος που προκάλεσε η ήττα. Το πολιτικό θάρρος πέφτει στο κενό, όταν η πολιτική πράξη εγκαταλείπει το ρεαλιστικό κι επιστημονικό προσανατολισμό. Επιπρόσθετα στη διάσπαση που προκάλεσαν αυτές οι αντιπαραθέσεις, η οργάνωση χτυπήθηκε και από το πλήγμα που προκάλεσε η Δίκη των Κομμουνιστών της Κολονίας (1852), η οποία αποδυνάμωσε περαιτέρω τις ήδη εξασθενημένες γραμμές της. Στο τέλος του 1852 –έπειτα από αίτημα των Μαρξ και Ένγκελς– η «Ένωση των Κομμουνιστών» διαλύθηκε, κάτι που φυσικά δε σήμαινε την αναστολή οποιασδήποτε μορφής κομμουνιστικής δραστηριότητας.

Στις αρχές του 1850, οι Μαρξ και Ένγκελς ανακοίνωσαν ως βασικό καθήκον του νέου τους εγχειρήματος, της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου. Πολιτική-Οικονομική Επιθεώρηση, «μια διεξοδική κι επιστημονική εξέταση των οικονομικών συνθηκών, οι οποίες αποτελούν τη βάση ολόκληρου του πολιτικού κινήματος. Μια περίοδος φαινομενικής ακινησίας, όπως η σημερινή, πρέπει να αξιοποιηθεί για να ξεκαθαριστεί η περασμένη περίοδος της επανάστασης, ο χαρακτήρας των αγωνιζόμενων κομμάτων, οι κοινωνικές συνθήκες που καθόρισαν την ύπαρξη και τον αγώνα αυτών των κομμάτων»47. Σε αυτήν την επιθεώρηση, οι Μαρξ και Ένγκελς επισήμαναν ότι σε περιόδους «γενικής ευημερίας», σαν αυτή που μόλις είχε αρχίσει, «δεν μπορεί να γίνει λόγος για καμία επανάσταση. Μια τέτοια επανάσταση είναι δυνατή μόνο στις περιόδους στις οποίες αυτοί οι δύο παράγοντες, οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις και οι αστικές μορφές παραγωγής, έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους ... μια νέα επανάσταση είναι δυνατή μόνο ως συνέπεια μιας νέας κρίσης».48 Και το 1859 ο Ένγκελς, κοιτάζοντας προς τα πίσω, γράφει στη βιβλιοκρισία του έργου του Μαρξ Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας: «Η Επανάσταση του Φλεβάρη έφερε το κόμμα μας στην πολιτική σκηνή και κατέστησε έτσι αδύνατη την επιδίωξη καθαρά επιστημονικών σκοπών ... Όταν μετά από την ήττα της επανάστασης του 1848-1849 ήρθε η στιγμή που η επίδραση στη Γερμανία από το εξωτερικό γινόταν όλο και πιο αδύνατη, το κόμμα μας εγκατέλειψε το πεδίο των διενέξεων των προσφύγων στη χυδαία δημοκρατία, γιατί αυτή ήταν η μοναδικά δυνατή δράση που επέμενε. Κι ενώ η χυδαία δημοκρατία ασχολιόταν κατά βούληση με αυτές τις διενέξεις ... το κόμμα μας ήταν ευχαριστημένο γιατί βρήκε ξανά λίγη ησυχία για να μελετήσει. Είχε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι είχε ως θεωρητική βάση μια καινούργια επιστημονική αντίληψη της οποίας η επεξεργασία τού έθετε πολλά καθήκοντα.»49 Για παράδειγμα, ο ίδιος ο Ένγκελς έγραψε Τον πόλεμο των χωρικών στη Γερμανία σε άμεση –ως προς το περιεχόμενο– σύνδεση με τα χρόνια της επανάστασης.

Το 1885 (ο Μαρξ είχε πεθάνει το 1883), ο Ένγκελς συνόψισε με μια άρτια συμπύκνωση των ουσιαστικών ζητημάτων το μεγάλο χρονικό διάστημα από τα μέσα της δεκαετίας μέχρι τη στιγμή που ο «σοσιαλιστικός νόμος» (Sozialistengesetz)50 έδειξε πώς είχαν αλλάξει οι συνθήκες στη Γερμανία. Ενδεικτικά παραθέτω το εξής: «Μια γενιά μας χωρίζει τώρα από κείνη την εποχή. Τότε η Γερμανία ήταν χώρα της χειροτεχνίας και της οικιακής βιομηχανίας που στηριζόταν στη χειρωνακτική εργασία. Τώρα είναι μια μεγάλη βιομηχανική χώρα που βρίσκεται ακόμα σε διαρκή βιομηχανική επανάσταση. Τότε έπρεπε να ψάξουμε να βρούμε έναν-έναν τους εργάτες που κατανοούσαν τη θέση τους σαν εργάτες και την ιστορικο-οικονομική αντίθεσή τους με το κεφάλαιο, και αυτό γιατί η αντίθεση δημιουργούνταν τότε για πρώτη φορά ... Ο Βίσμαρκ είναι διαιτητής στην Ευρώπη, έξω από τα γερμανικά σύνορα. Όμως μέσα στη χώρα μεγαλώνει, κάθε μέρα και πιο απειλητικό, το αθλητικό παράστημα του γερμανικού προλεταριάτου, που πρόβλεψε ο Μαρξ από το 1844.»51

Ακόμα μία φορά, οχτώ χρόνια αργότερα –σε συνθήκες όπου και η βιομηχανία, αλλά και το εργατικό κίνημα είχαν δυναμώσει ακόμα περισσότερο ενώ, παρεμπιπτόντως, ο σοσιαλιστικός νόμος αποτελούσε πια παρελθόν– ο 73χρονος Ένγκελς αναφέρθηκε, σε μια επιστολή σ’ έναν Άγγλο φίλο του, στην ιστορία της ελευθερίας και συμπέρανε ότι «τώρα το έχουμε σχεδόν πετύχει»52. Ήδη δύο χρόνια νωρίτερα ήταν σίγουρος ότι «το μέλλον, το εγγύς μέλλον ανήκει στη σοσιαλιστική Γερμανία»53 και μάλιστα κάτω απ’ όλες τις ενδεχόμενες περιστάσεις: «Η ειρήνη διασφαλίζει τη νίκη του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε περίπου δέκα χρόνια. Ο πόλεμος θα φέρει για το κόμμα είτε τη νίκη σε δύο με τρία χρόνια είτε την ολοκληρωτική καταστροφή για τουλάχιστον δεκαπέντε με είκοσι χρόνια.»54

Το 1895, λίγο πριν το θάνατό του, ο Ένγκελς συνόψισε στην Εισαγωγή της νέας έκδοσης του έργου του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850 την ευδοκίμηση της υλιστικής-διαλεκτικής ιστοριογραφίας και την επαναστατική ιστορία από την επανάσταση του ’48 ως εξής: «Μία και μόνη μακρόχρονη και γεμάτη εναλλαγές επαναστατική περίοδο.»55 Αναλύει τα δικά του λάθη και τους ραγδαία μεταβαλλόμενους όρους της πάλης, καθώς και τους όρους της πραγματικής δυνατότητας της προλεταριακής επανάστασης, αλλά και, όσον αφορά την τεχνική και την τακτική, τις νέες μορφές και μέσα της στρατιωτικής δράσης: «Αν άλλαξαν οι όροι για τους πολέμους ανάμεσα στα έθνη, άλλαξαν όχι λιγότερο και για τον ταξικό αγώνα.»56 Επίσης: Ποιες είναι οι συνέπειες από την «ολοκληρωτική ανατροπή ολόκληρης της πολεμικής τέχνης ... κάνοντας αδύνατο κάθε άλλον πόλεμο, εκτός από έναν παγκόσμιο πόλεμο που θα ’ναι σε ανήκουστο βαθμό φρικαλέος και που η έκβασή του δεν μπορεί καθόλου να υπολογιστεί».57

Το κείμενο μας αφήνει μια πολυπλεύρως βαριά κληρονομιά. Η προσεκτική και κριτική ανάγνωση μάς ρίχνει απευθείας μέσα στα μεγάλα προβλήματα και την εννοιολογική-στρατηγική αμηχανία του επαναστατικού σοσιαλισμού της εποχής μας. Πώς είναι δυνατό στις σημερινές συνθήκες το αναγκαίο πέρασμα στο σοσιαλισμό;

Ο Ένγκελς εξυμνεί την ικανότητα των εργατών στη Γερμανία να μετατρέψουν, μέσα στη συνθετότητα της επαναστατικής στρατηγικής, το καθολικό δικαίωμα ψήφου από ένα απατηλό μέσο της αστικής τάξης σε ένα δικό τους μεγάλο όπλο πάλης, το οποίο η Αντίδραση φοβάται περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα. Όμως, σε επιστολές του προς τον Κάουτσκι και κυρίως προς τον Λαφάργκ, αντιστέκεται σθεναρά στις απόπειρες να τον βγάλουν γενικά πασιφιστή επικαλούμενοι την παραπάνω άποψή του, αλλά και με το να αποκρύπτουν συγκεκριμένα αποσπάσματα.58 Το «δικαίωμα στην επανάσταση» είναι αδιαμφισβήτητο. Ωστόσο, η επαναστατική ανυπομονησία και το «τώρα το έχουμε σχεδόν πετύχει» φαίνονται να τον συνοδεύουν υπογείως:

«Τα δύο εκατομμύρια εκλογείς που στέλνει [η γερμανική σοσιαλδημοκρατία] στις κάλπες, μαζί με τους νέους και τις νέες που τους ακολουθούν σα μη εκλογείς, αποτελούν την πιο πολυάριθμη, την πιο συμπαγή μάζα, την αποφασιστική “δύναμη κρούσης” του διεθνούς προλεταριακού στρατού ... Για να εξαφανίσουν από το πρόσωπο της Γης με τουφεκισμούς ένα κόμμα που αριθμεί εκατομμύρια, δε θα έφταναν όλα τα οπισθογεμή τουφέκια της Ευρώπης και της Αμερικής.»59

Είναι αλήθεια, δυστυχώς, ότι λόγω του ξεχειλίσματος του ενθουσιασμού του, ο Ένγκελς γλιστρά ξαφνικά στη γλώσσα του αυτοματισμού (σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός, αν τα πράγματα συνεχίσουν να εξελίσσονται στην ίδια κατεύθυνση, έρχεται από μόνος του) όταν εισάγει στη συνέχεια τις μοιραίες λέξεις «αυθόρμητα» και «από μόνοι τους». Μάλλον όμως καταλαβαίνει ότι απατάται και αμέσως διορθώνει, μέσα από το χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η ομαλή ανάπτυξη όμως θα εμποδιζόταν, η “δύναμη κρούσης” δε θα ήταν ίσως διαθέσιμη στην κρίσιμη στιγμή, η αποφασιστική μάχη θα καθυστερούσε, θα τραβούσε σε μάκρος και θα στοίχιζε βαρύτερες θυσίες.»60 Σε κάθε περίπτωση: Προς το παρόν, λέει ο Ένγκελς, η νομιμότητα και η νομιμοφροσύνη επιδρούν παραδόξως τόσο έντονα υπέρ της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, που οι υπερασπιστές της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων αναγκάζονται να απεργάζονται άλλου είδους μέτρα: «Τη σοσιαλιστική ανατροπή, που ακριβώς τώρα την ωφελεί τόσο πολύ η τήρηση των νόμων, δεν μπορούν να την χτυπήσουν παρά με μια ανατροπή από τα κόμματα της τάξης ... παραβίαση του Συντάγματος, δικτατορία...»61 Πράγματι. Ο Ένγκελς εδώ όρισε με ακρίβεια ένα βασικό κίνητρο και μια βασική πλευρά του μελλοντικού φασισμού.

Τις πιο σημαντικές και πιο ζωντανές αναμνήσεις από τη δραστήρια ζωή του τις έδωσε ο Ένγκελς στην επιστολή που έστειλε από το Λονδίνο σ’ ένα γεωλόγο φίλο του στις 11 Απρίλη 1893. Πρόκειται για μια από τις πιο εκπληκτικές επιστολές στην παγκόσμια Ιστορία:

 «Χαίρομαι που απολαμβάνετε τη ζωή σας ως τοπογράφος με τόσο ενθουσιασμό ... Κάτι τέτοιο θα το απολάμβανα κι εγώ για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Μακροπρόθεσμα, δε θα μπορούσα να αντέξω χωρίς την κινητικότητα μιας μεγάλης πόλης. Πάντα ζούσα σε μεγάλες πόλεις. Η φύση είναι μεγαλειώδης και πάντα μου αρέσει να επιστρέφω σε αυτή για να βγαίνω για λίγο έξω από το ρου της κίνησης της Ιστορίας, αλλά η Ιστορία μού φαίνεται ακόμα πιο μεγαλειώδης από τη φύση. Η φύση χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να παράξει όντα με συνείδηση και τώρα αυτά τα συνειδητά όντα χρειάζονται χιλιάδες χρόνια για να δράσουν από κοινού συνειδητά· συνειδητά όχι μόνο ως προς τις ενέργειές τους ως άτομα, αλλά και ως προς τη δράση τους ως μάζα· δρώντας μαζί και από κοινού, επιδιώκοντας ένα στόχο που έχουν ορίσει από πριν. Τώρα, αυτό το έχουμε σχεδόν πετύχει. Και το να παρακολουθώ αυτήν τη διαδικασία, αυτήν την προσεγγιζόμενη δημιουργία κάποιου πράγματος που δεν έχει υπάρξει ποτέ μέχρι τώρα στην ιστορία της Γης μας, είναι για μένα ένα θέαμα που αξίζει την παρατήρηση και που σ’ ολόκληρη τη ζωή μου δεν μπόρεσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Αλλά είναι κουραστικό, ιδιαίτερα αν κάποιος πιστεύει ότι είναι προορισμένος να συμμετάσχει σ’ αυτήν τη διαδικασία· γι’ αυτό, η μελέτη της φύσης αποδεικνύεται μεγάλη ανακούφιση και φάρμακο. Σε τελική ανάλυση, η φύση και η Ιστορία αποτελούν τα δύο στοιχεία μέσα από τα οποία ζούμε, δρούμε και υπάρχουμε.

 Θερμούς χαιρετισμούς απ’ όλους τους φίλους εδώ.
Πάντα δικός σας,
Φρίντριχ Ένγκελς.»
62

* Ο Wolf Dieter Gudopp είναι Γερμανός φιλόσοφος. Το 1973 αναδείχτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Βασιλείας με μία διατριβή πάνω στο έργο του Αυστρο-ισραηλινού φιλοσόφου της θρησκείας Martin Mordechai Buber (1878-1965). Στη συνέχεια διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο Φίλιπς του Μάρμπουργκ, απ’ όπου απολύθηκε το 1975, μετά από απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού του κρατιδίου της Έσσης, σε εφαρμογή του Διατάγματος περί Ριζοσπαστών (Radikalenerlass) που είχε ψηφίσει η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Βίλι Μπραντ στις 28 Γενάρη 1972 με διακηρυγμένο στόχο την περιφρούρηση του κρατικού μηχανισμού και της εκπαίδευσης από «εξτρεμιστικά» στοιχεία (υπενθυμίζεται ότι από το 1956 είχε τεθεί εκτός νόμου το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). To 1979 αναδείχτηκε σε υφηγητή (Privatdozent) της Φιλοσοφίας.
Το άρθρο αναδημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό Weißenseer Blätter, Νο. 4/2000, σελ. 3-15 _Το Weißenseer Blätter ήταν περιοδικό της Ομάδας Εργασίας Weißenseer Βερολίνου-Βρανδεμβούργου, από το 1982 έως το 2006 (εκδότης του ήταν ο εκ DDR_ΛΔΓ, Hanfried Müller _Χάνφριντ Μύλερ).

  • 1. Σ.τ.Μ.: Ως Φρειδερίκος ο Μέγας αποκαλείται ο βασιλιάς της Πρωσίας, Φρειδερίκος Β΄ (1712-1786). Οι ικανότητές του στη στρατιωτική τέχνη και στη διπλωματία, σε συνδυασμό με το απαράμιλλο διανοητικό και σωματικό του σθένος, του προσέδωσαν την προσωνυμία «Μέγας». Μέσω αυτού του χαρακτηρισμού του Ένγκελς, του οποίου το μικρό όνομα είναι Φρίντριχ ή, αλλιώς, Φρειδερίκος, ο συγγραφέας τού αποδίδει εμμέσως αυτά ακριβώς τα χαρίσματα.
  • 2. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή», Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 4-5.
  • 3. Σ.τ.Μ.: Με αυτόν τον όρο έχουν μείνει γνωστοί οι πόλεμοι ενάντια στην κυριαρχία της Γαλλίας και του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη το διάστημα 1813-1815.
  • 4. Σ.τ.Μ.: Με τα διατάγματα του Κάρλσμπαντ, που εκδόθηκαν τον Αύγουστο του 1819, εντάθηκε η λογοκρισία στο γερμανικό Τύπο και ο έλεγχος στις φοιτητικές αδελφότητες.
  • 5. Σ.τ.Μ.: Το Συνέδριο της Βιέννης έλαβε χώρα το 1814-1815· είναι αυτό στο οποίο οι μονάρχες της Ευρώπης καθόρισαν το χάρτη και την ισορροπία δυνάμεων στην ήπειρο μετά την ήττα του Ναπολέοντα.
  • 6. Σ.τ.Μ.: Η Γερμανική Ιδεολογία αποτελείται από ένα σύνολο χειρόγραφων που γράφτηκαν τα έτη 1845-1846 κυρίως από τους Μαρξ και Ένγκελς και δευτερευόντως από τους Μόζες Χες, Γιόζεφ Βάιντεμαγιερ και Ρόναλντ Ντάνιελς. Το σύνολο των κειμένων δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά μόλις το 1932 στην ΕΣΣΔ από το Ινστιτούτο Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν. Μαζί με τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ –που γράφηκαν το 1845 και δημοσιεύτηκαν το 1888 από τον Ένγκελς ως παράρτημα στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας– αποτελούν θεμελιακά έργα του ιστορικού υλισμού.
  • 7. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμ. Α΄, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1997, σελ. 60.
  • 8. Ό.π., σελ. 67, 68.
  • 9. Ό.π., σελ. 81-82.
  • 10. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 44.
  • 11. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 64.
  • 12. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 64.
  • 13. Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2006, σελ. 55.
  • 14. Σ.τ.Μ.: Με το χεγκελιανής καταγωγής γερμανικό όρο Vermittlung εννοείται εδώ η κίνηση των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων που προκύπτει από την ανάπτυξη και την επίλυση των αντιθέσεων.
  • 15. Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 75 κ.ε.
  • 16. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 48.
  • 17. Ό.π., σελ. 46.
  • 18. Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας, του κράτους και του δικαίου, εκδ. Παπαζήση, 1978, σελ. 24.
  • 19. Φρίντριχ Ένγκελς, «Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2010, σελ. 104.
  • 20. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1994, σελ. 68.
  • 21. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1991, σελ. 39.
  • 22. Marx - Engels Werke, Ergänzungsband II, τόμ. 41, σελ. 150.
  • 23. Σ.τ.Μ.: Το 1847, επτά καθολικά καντόνια διαμόρφωσαν τη λεγόμενη Ιδιαίτερη Συμμαχία (Sonderbund) για να προστατεύσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους ενάντια στην κυοφορούμενη συγκεντροποίηση της εξουσίας στην Ελβετία. Στον εμφύλιο πόλεμο που προέκυψε, η Ιδιαίτερη Συμμαχία ηττήθηκε και έτσι προέκυψε το ομόσπονδο ελβετικό κράτος.
  • 24. Σ.τ.Μ.: Ως αρχική Ελβετία (Urschweiz) νοούνται τα καντόνια Ούρι, Σβιτς και Ούντερβαλντεν.
  • 25. Σ.τ.Μ.: Ο Άρνολντ φον Βίνκελριντ (Arnold von Winkelried) είναι ένας μυθικός ήρωας της ελβετικής ιστορίας.
  • 26. Marx - Engels Werke, τόμ. 4, σελ. 391 και
  • 27. Σ.τ.Μ.: Με αυτό το κείμενο ο Ένγκελς προσπάθησε να παρέμβει στη σχετική συζήτηση που λάμβανε χώρα στη Γερμανία με αφορμή τη συζήτηση του στρατιωτικού νομοσχεδίου στο Ράιχσταγκ. Βασική επιδίωξή του ήταν να αντιπαλέψει τη δημιουργία τακτικών στρατών που εξελισσόταν σε όλα τα κράτη εκείνη την περίοδο και να προβάλει στη θέση τους το αίτημα για οπλισμό του λαού και δημιουργία αντίστοιχων πολιτοφυλακών, οι οποίες από τη μια θα αρκούσαν για την περιφρούρηση της γεωγραφικής επικράτειας της κάθε χώρας και από την άλλη θα αποτελούσαν ένα μαζικό σχολείο για τη χρήση όπλων από τους εργάτες, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση –όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν– της εργατικής εξουσίας.
  • 28. Marx - Engels Werke, τόμ. 22, σελ. 373.
  • 29. Ό.π., σελ. 371.
  • 30. Marx - Engels Werke, τόμ. 22, σελ. 373.
  • 31.Ό.π., σελ. 371.
  • 32. Marx - Engels Werke, τόμ. 22, σελ. 371.
  • 33. Marx - Engels Werke, τόμ. 21, σελ. 350 κ.ε. Σ.τ.Μ.: Ο Λένιν παραθέτει αυτό το απόσπασμα στο κείμενό του με τίτλο «Προφητικά λόγια», Άπαντα, τόμ. 36, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 472-473.
  • 34. Μπροσούρα του Γιούνιους, κεφ. 1.
  • 35. Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2016, σελ. 117-120.
  • 36. Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2016, σελ. 214-215.
  • 37. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1994, σελ. 51.
  • 38. Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 105.
  • 39. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή», Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 158-159.
  • 40.Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 106.
  • 41. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή», Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001, σελ. 159.
  • 42. Ό.π., σελ. 161.
  • 43. Φρίντριχ Ένγκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 102.
  • 44. Ό.π., σελ. 109.
  • 45. Ό.π., σελ. 105.
  • 46. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, «Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής προς την Ένωση των Κομμουνιστών (Μάρτης 1850)», Διαλεχτά Έργα, τόμ. 1, σελ. 110.
  • 47. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, «Διακήρυξη της “Νέας Εφημερίδας του Ρήνου. Πολιτική-Οικονομική Επιθεώρηση”», Γενάρης 1850, στη γερμανική συλλογή έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 7, σελ. 5.
  • 48. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, «Ανασκόπηση (Μάης-Οκτώβρης 1850)», στο Φρίντριχ Ένγκελς, Κείμενα για την Οικονομία και την Πολιτική, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2010, σελ. 55.
  • 49. Φρίντριχ Ένγκελς, «Η “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας” του Καρλ Μαρξ», στο: Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2013, σελ. 364-365.
  • 50. Σ.τ.Μ: Ο «σοσιαλιστικός νόμος», που ήταν σε ισχύ στη Γερμανία το διάστημα 1878-1890, έθετε ουσιαστικά εκτός νόμου το σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα, απαγόρευε οποιαδήποτε οργάνωση διέδιδε τις ιδέες του, ενώ απαγόρευε την κυκλοφορία όλων των εφημερίδων που συνδέονταν άμεσα ή έμμεσα με αυτό.
  • 51. Φρίντριχ Ένγκελς, «Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών», Διαλεχτά Έργα, τόμ. 2, σελ. 411-412.
  • 52. Φρίντριχ Ένγκελς, «Engels an George William Lamplugh in Port Erin», Απρίλης 1893, στη γερμανική συλλογή έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 39, σελ. 63.
  • 53. «Ο σοσιαλισμός στη Γερμανία», στο ό.π., τόμ. 22, σελ. 253.
  • 54. Ό.π., σελ. 256.
  • 55. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 12.
  • 56. Ό.π., σελ. 28.
  • 57. Ό.π., σελ. 19-20.
  • 58. Σ.τ.Μ.: Για την προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Ένγκελς ως οπαδός του αστικού ειρηνικού κοινοβουλευτισμού, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο έχει αξιοποιηθεί γι’ αυτόν το σκοπό η διαστρέβλωση της Εισαγωγής του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, βλ. «Με τον Ένγκελς ενάντια στον Ένγκελς», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5/2018.
  • 59. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 30-31.
  • 60. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 31.
  • 61. Ό.π., σελ. 32.
  • 62. Η επιστολή περιλαμβάνεται στη γερμανική συλλογή έργων των Μαρξ-Ένγκελς, Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 39, σελ. 63.

Αυτοτελής επιστήμη με το δικό της αντικείμενο

Τον Ένγκελς τον απασχόλησε σοβαρά το πρόβλημα της Φιλοσοφίας, η ουσία της, το περιεχόμενό της, η μεθοδολογία της, η ιδιαιτερότητά της, τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και οι σχέσεις της με τις άλλες μορφές σκέψης και στοχασμού. Αντιλαμβανόταν τη Φιλοσοφία σαν μια από τις μορφές της κοινωνικής συνείδησης, σαν γενική θεωρία της φύσης, της κοινωνίας, της γνώσης και πράξης, σαν ένα σύστημα ιδεών και αντιλήψεων, σαν γενική μεθοδολογία έρευνας και ερμηνείας του κόσμου στο σύνολό του, αλλά και σαν όπλο για την αλλαγή, το μετασχηματισμό του. Ο Ένγκελς υπογράμμιζε τον ιστορικό χαρακτήρα της Φιλοσοφίας, ότι διαφέρει από τη μια ιστορική εποχή στην άλλη, ότι εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης της γνώσης, της επιστήμης, των παραγωγικών δυνάμεων και το χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Έδωσε μεγάλη σημασία και προσοχή στα προβλήματα της ιστορίας της Φιλοσοφίας, ασχολήθηκε με τη σχέση φύσης - κοινωνίας - ιστορίας - γνώσης, με τους παράγοντες της κοινωνικής και πνευματικής προόδου κ.ά., διατύπωσε απόψεις και κρίσεις για όλες τις φιλοσοφικές αντιλήψεις και άλλα πνευματικά ρεύματα και έφτασε στο συμπέρασμα ότι η ιστορία της φιλοσοφίας, στην ουσία της, είναι η ιστορία της πάλης μεταξύ του υλισμού και του ιδεαλισμού, μεταξύ της διαλεκτικής και της μεταφυσικής.

Σημαντικό πρόβλημα για τον Ένγκελς ήταν η σχέση Φιλοσοφίας με τις ειδικές επιστήμες της φύσης, της κοινωνίας, του ανθρώπου και της νόησης. Αντιλαμβάνεται αυτή τη σχέση σαν σχέση μεταξύ δύο διαφορετικών μορφών γνώσης και ερμηνείας του αντικειμενικού κόσμου, σαν δυο αυτόνομες μορφές της κοινωνικής συνείδησης, σαν σχέση αλληλεξάρτησης, αμοιβαίας επιρροής και αλληλοπροσδιορισμού. Τόνιζε, συνεπώς, τη βαθιά διαλεκτική τους ενότητα. Θεωρούσε πως η Φιλοσοφία δεν είναι «επιστήμη των επιστημών», είναι και αυτή μια αυτοτελής επιστήμη, με το δικό της αντικείμενο, όπως και οι άλλες. Δεν πρέπει να υποτάσσει ούτε και να υποτάσσεται στις ειδικές (επιμέρους) επιστήμες.

Στην ουσία, ο φιλοσοφικός και ο επιστημονικός λόγος αφορούν το ίδιο αντικείμενο, την ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα. Όμως, αν το αντικείμενο είναι το ίδιο, διαφέρει η σφαίρα και η οπτική γωνία. Οι ειδικές επιστήμες (π.χ. Φυσική, Βιολογία, Κοινωνιολογία κλπ.) μελετούν μια ειδική περιοχή της πραγματικότητας, αναζητούν το “πώς” είναι αυτή δομημένη, τι ιδιαιτερότητες έχει και ποιες οι συγκεκριμένες νομοτέλειές της. Η Φιλοσοφία αναζητεί τη γενική εικόνα, τι αντιπροσωπεύει κάθε περιοχή, τα κοινά σημεία, τους γενικούς νόμους της κίνησης, εξέλιξης και ανάπτυξης της αντικειμενικής πραγματικότητας στο σύνολό της. Έτσι, η Φιλοσοφία προχωρεί παραπέρα από τις ειδικές επιστήμες. Η επιστήμη ανανεώνει τη Φιλοσοφία και αυτή, με τη σειρά της, βοηθά στο φωτισμό των επιστημονικών προβλημάτων της. Οι ειδικές επιστήμες προσφέρουν το υλικό για φιλοσοφικό στοχασμό, για γενίκευση και ερμηνεία, προσφέρουν την επιστημονική βάση της Φιλοσοφίας, ενώ αυτή προσφέρει τη γενική εικόνα, τις γενικές αρχές και τη μεθοδολογία έρευνας, γνώσης. Συνεπώς, η σχέση Φιλοσοφίας και ειδικών επιστημών είναι σχέση διαλεκτική. Η αλληλεπίδρασή τους πρέπει να είναι ενεργετική, ευεργετική. Δεν είναι όμως πάντα, κι αυτό συμβαίνει όταν αποκοπούν από την πράξη.

Το βασικό πρόβλημα της Φιλοσοφίας__
Η Φιλοσοφία, ως αυτοτελής επιστήμη, ασχολείται με πολλά και σοβαρά προβλήματα.

Ο Ένγκελς προσδιόρισε πως το βασικό (το ύψιστο) πρόβλημα κάθε φιλοσοφίας είναι η σχέση μεταξύ του “είναι” (φύσης - ύπαρξης) και της νόησης (συνείδησης - πνεύματος - ιδέας). “Το μεγάλο ζήτημα κάθε φιλοσοφίας, ιδιαίτερα της νεότερης Φιλοσοφίας, είναι το ζήτημα της σχέσης νόησης με το είναι”. Το πρόβλημα αυτό έχει δυο βασικές πλευρές: Την οντολογική, δηλαδή τον καθορισμό του ποιο στοιχείο είναι πρωταρχικό και ποιο δευτερεύον, το «είναι» ή η νόηση, και τη γνωσιολογική, δηλαδή το ποια «είναι η σχέση της σκέψης μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει, με τον ίδιο αυτόν τον κόσμο... αν είναι σε θέση η νόησή μας να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο». Ανάλογα με τον τρόπο που λύνει το βασικό αυτό πρόβλημα, η Φιλοσοφία διαιρείται σε δυο κατηγορίες: Τον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Ο υλισμός και ο ιδεαλισμός είναι οι δυο βασικές κατευθύνσεις της Φιλοσοφίας. Ο Ένγκελς, αναλύοντας την ιστορική τους εξέλιξη, κάνει διάκριση μεταξύ της ουσίας (του περιεχομένου) και της μορφής (της έκφρασης), τόσο του υλισμού, όσο και του ιδεαλισμού, δηλαδή μεταξύ της γενικής φιλοσοφικής αντίληψης και της ιδιαίτερης μορφής, που αυτή εκφράζεται σε συγκεκριμένα στάδια ανάπτυξης της Φιλοσοφίας, της επιστήμης και της κοινωνίας.

Σημαντική είναι η συμβολή του Ένγκελς στην ανάλυση και τον προσδιορισμό του ταξικού χαρακτήρα διάφορων φιλοσοφικών ρευμάτων. Κάθε Φιλοσοφία έχει ταξικό χαρακτήρα, διότι εκφράζει και υπερασπίζει τα συμφέροντα ορισμένων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Ο υλισμός, με όποια ιστορική του μορφή, εκφράζει τις θέσεις και τα συμφέροντα των προοδευτικών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, αυτών, που, με τη δράση τους, συμβάλλουν στην κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη, ενώ ο ιδεαλισμός, εκείνων, που αντιπαλεύονται την ανάπτυξη και την πρόοδο. Ιδιαίτερη προσοχή έδωσε στη γερμανική κλασική φιλοσοφία και ιδιαίτερα σ' αυτήν του Χέγκελ και του Φόυερμπαχ.

Για τον Χέγκελ και την “απόλυτη ιδέα”

Η Φιλοσοφία του Χέγκελ είναι ιδεαλιστική, πρωταρχικό στοιχείο έχει την “Απόλυτη Ιδέα” (το πνεύμα, το Θεό). Όλα τα πράγματα και φαινόμενα είναι μορφές της «Απόλυτης Ιδέας» στην ιστορική της πορεία, στη διαλεκτική της εξέλιξη και αυτογνωσία. Θετικό στοιχείο στον Χέγκελ είναι η διαλεκτική του, η διατύπωση των γενικών νόμων της κίνησης και εξέλιξης. Αυτή η διαλεκτική είναι ιδεαλιστική, είναι η διαλεκτική της “Απόλυτης Ιδέας”, που αντανακλάται στη διαλεκτική των πραγμάτων. Γι' αυτό, βασική αντίθεση της χεγκελιανής Φιλοσοφίας είναι η αντίθεση ανάμεσα στο σύστημα (τον ιδεαλισμό) και τη μέθοδο (τη διαλεκτική). Ο Χέγκελ τοποθέτησε το τέλος της Φιλοσοφίας εκεί που η ανθρωπότητα φτάνει στη γνώση της “Απόλυτης Ιδέας”. «Ετσι όμως, σημειώνει ο Ενγκελς, ανακηρύχνεται απόλυτη αλήθεια όλο το δογματικό περιεχόμενο του χεγκελιανού συστήματος, σε αντίφαση με τη διαλεκτική του μέθοδο, που διαλύει κάθε τι δογματικό». Ο Χέγκελ αντιλαμβανόταν τη Φιλοσοφία του σαν την ανώτατη μορφή έκφρασης του φιλοσοφικού στοχασμού, το φιλοσοφικό του σύστημα κλειστό, με τέρμα τη φάση, που η «Απόλυτη Ιδέα» φτάνει στην αυτογνωσία της. Ο Ένγκελς απέδειξε ότι η απόλυτη αλήθεια είναι απρόσιτη για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. «Αν βάζουμε σαν καθήκον της φιλοσοφίας να λύσει όλες τις αντιφάσεις, αυτό δε σημαίνει τίποτε άλλο, από την απαίτηση ένας φιλόσοφος να κάνει τόσα, όσα μπορεί να κάνει μονάχα ολόκληρη η ανθρωπότητα στην προοδευτική της εξέλιξη». Γι' αυτό και η Φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι ένα σύστημα κλειστό, αυτή συνεχώς αναπτύσσεται, εμπλουτίζεται, βελτιώνεται. Σχετικά μ' αυτά, ο Ενγκελς υπογραμμίζει πως ο Χέγκελ «ήταν υποχρεωμένος να φτιάξει ένα σύστημα, που, σύμφωνα με τις πατροπαράδοτες απαιτήσεις, ένα φιλοσοφικό σύστημα πρέπει να κλείνει μ' ένα οποιοδήποτε είδος απόλυτης ιδέας». Το συμπέρασμα του Ενγκελς είναι πως «με τον Χέγκελ τελειώνει γενικά η φιλοσοφία. Το χεγκελιανό σύστημα ήταν ένα κολοσσιαίο έκτρωμα, αλλά το τελευταίο στο είδος του».

Εκτιμώντας τον ταξικό χαρακτήρα και το ρόλο της χεγκελιανής φιλοσοφίας, ο Ένγκελς σημειώνει πως το χεγκελιανό σύστημα είχε ανυψωθεί στο βαθμό της «πρωσικής κρατικής Φιλοσοφίας». Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ αποτελεί τη συντηρητική πλευρά του συστήματός του, ενώ η διαλεκτική την επαναστατική. Γι' αυτό ο Ένγκελς εκφράζει τη βαθιά του εκτίμηση για τη διαλεκτική του Χέγκελ, παρόλο τον ιδεαλιστικό της χαρακτήρα. Αυτή η διαλεκτική αποτέλεσε θεωρητική πηγή του μαρξισμού. Όμως, «ο Χέγκελ ο ίδιος - γράφει ο Ένγκελς - παρά τα αρκετά ξεσπάσματα επαναστατικού θυμού στα έργα του, φαίνεται συνολικά ότι έκλινε περισσότερο προς τη συντηρητική πλευρά». Ο Ένγκελς κάνει αυστηρή κριτική και στη Φιλοσοφία του Λ. Φόυερμπαχ. Θεωρεί πως η πορεία εξέλιξής του είναι πορεία ενός χεγκελιανού προς τον υλισμό, που σε μια στιγμή ήρθε σε ολοκληρωτική ρήξη με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ και αποκατέστησε το κύρος του υλισμού, σταμάτησε, όμως, στη μέση του δρόμου.

Για τον ιδεαλισμό του υλιστή Φόυερμπαχ

Ο υλισμός του Φόυερμπαχ έχει πολλά μειονεκτήματα. Κατά τον Ένγκελς, ο Φόυερμπαχ «ήταν κάτω υλιστής και πάνω ιδεαλιστής. Δεν κατάφερε να ξεπεράσει κριτικά τον Χέγκελ, μα τον πέταξε στην μπάντα σαν κάτι το άχρηστο», δεν είδε, δηλαδή, το επαναστατικό στοιχείο του Χέγκελ, τη διαλεκτική του. Συγκρίνοντας τον Φόυερμπαχ με τον Χέγκελ, ο Ένγκελς αναφωνεί: «Καταθλιπτική φτώχεια του Φόυερμπαχ, σε σύγκριση με τον Χέγκελ». Παρ' όλα αυτά, ο υλισμός του Φόυερμπαχ αποτέλεσε κι αυτός θεωρητική πηγή για το μαρξισμό.

Από τη διάλυση της χεγκελιανής σχολής, παρατηρεί ο Ένγκελς, βγήκαν οι νεοχεγκελιανοί, που συνέχισαν την ιδεαλιστική πλευρά, και ο μαρξισμός που αξιοποίησε τη διαλεκτική, τη μετέτρεψε από διαλεκτική των ιδεών σε διαλεκτική των πραγμάτων και την ένωσε με τον υλισμό. «Εμείς - γράφει ο Ένγκελς, είδαμε ξανά υλιστικά τις ιδέες του κεφαλιού μας σαν απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων, αντί να βλέπουμε τα πραγματικά πράγματα σαν απεικονίσεις αυτής ή εκείνης της βαθμίδας της "απόλυτης αλήθειας". Έτσι, η διαλεκτική περιορίστηκε σε επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης, τόσο στον εξωτερικό κόσμο, όσο και της ανθρώπινης νόησης». Με το μαρξισμό, δηλαδή, «η διαλεκτική της ιδέας έγινε απλώς η συνειδητή αντανάκλαση της διαλεκτικής κίνησης του πραγματικού κόσμου». Στη βάση αυτών των αρχών και κρίσεων, ο Ένγκελς καθορίζει τη σχέση της γερμανικής κλασικής Φιλοσοφίας με το μαρξισμό. Αυτή αποτέλεσε, όπως ήδη αναφέραμε, μια από τις θεωρητικές πηγές του μαρξισμού. «Το γερμανικό εργατικό κίνημα - γράφει ο Ένγκελς - είναι ο κληρονόμος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας». Αυτά σημαίνουν πως οι Μαρξ - Ένγκελς βγήκαν από το εσωτερικό του χεγκελιανού συστήματος, το απέρριψαν, το συνέτριψαν με το όπλο της κριτικής, το ξεπέρασαν και πήγαν μπροστά, παίρνοντας και αφομοιώνοντας δημιουργικά ό,τι είχε θετικό: Τη διαλεκτική και τον υλισμό. Ετσι, γεννήθηκε μία νέα, ποιοτικά διαφορετική και ανώτερη μορφή Φιλοσοφίας, ο Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός, ο Μαρξισμός. Η εμφάνιση του μαρξισμού αποτέλεσε άλμα, στροφή, επανάσταση στη Φιλοσοφία, που η πεμπτουσία της συνίσταται στο ότι ο μαρξισμός δεν περιορίζεται να δώσει μια άλλη, διαφορετική ερμηνεία του κόσμου, αλλά παλεύει και να την αλλάξει. Η μαρξιστική Φιλοσοφία είναι, δηλαδή, όπλο για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

              Θεωρητική επεξεργασία και πρακτική δράση

Ο Ένγκελς αντιμετώπισε πλήθος θεωρητικών προβλημάτων και ανέλαβε να αντικρούσει τις αντιεπιστημονικές απόψεις της ιδεαλιστικής - μεταφυσικής Φιλοσοφίας. Θεώρησε κομματικό του καθήκον να υπερασπίσει, από τις βολές των αντιπάλων, τη μαρξιστική κοσμοθεωρία, να καταδικάσει τις παραποιήσεις, διαστρεβλώσεις της, να ξεσκεπάσει τις ιδεαλιστικές απόψεις και όλα τα εχθρικά ιδεαλιστικά ρεύματα. Τρανή απόδειξη αυτών είναι η κριτική των αντιλήψεων του μικροαστού ιδεολόγου Ε. Ντύρινγκ. Το έκανε αυτό, αναλύοντας παράλληλα, απ' όλες τις πλευρές, και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού (Φιλοσοφία, Πολιτική Οικονομία, Σοσιαλισμός). Στο έργο του «Αντι-Ντύρινγκ», ο Ενγκελς κάνει μία, μοναδική στο είδος της, έκθεση των βασικών φιλοσοφικών μαρξιστικών αρχών, μία περίληψη της ανάπτυξης του μαρξισμού, δίνει κλασικές διατυπώσεις σε πολλές μαρξιστικές θέσεις. Στο έργο του αυτό, αντικαθρεφτίζεται η πάλη του συνεπούς διαλεκτικού στοχασμού κατά των ιδεαλιστικών μικροαστικών αντιλήψεων, αποτελεί έκφραση και πρότυπο δημιουργικής εφαρμογής της μαρξιστικής αρχής της κομματικότητας στη φιλοσοφία. Στο έργο θεμελιώνεται, π.χ., η αρχή της ενότητας του κόσμου, που συνίσταται στην υλικότητά του. «Η ενότητα του κόσμου δε συνίσταται αποκλειστικά στο είναι του (ύπαρξή του), μ' όλο που η ιδιότητα αυτή, δηλαδή το είναι του, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της ενότητάς του, γιατί ο κόσμος πρέπει πρώτα να είναι, να υπάρχει, προτού μπορέσει να είναι ενιαίος. Η πραγματική ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του, κι αυτό δεν αποδείχτηκε με μερικές ταχυδακτυλουργίες, φραστικές ακροβασίες, αλλά ύστερα από μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της Φιλοσοφίας και των φυσικών επιστημών. Ο Ένγκελς έκανε βαθιά ανάλυση της διαλεκτικής ενότητας που υπάρχει ανάμεσα στις βασικές μαρξιστικές φιλοσοφικές έννοιες, όπως ύλη, κίνηση, χώρος, χρόνος, αναγκαιότητα, νομοτέλεια κλπ., καθόρισε το αντικείμενο της υλιστικής διαλεκτικής σαν επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και ανάπτυξης, υπογράμμισε την ικανότητα της διαλεκτικής, σε αντίθεση με τη μεταφυσική, να εξασφαλίσει λύση στα προβλήματα των φυσικών και κοινωνικών επιστημών.

Χαρακτηρίζοντας την ουσία της διαλεκτικής, γράφει: "Για τη διαλεκτική Φιλοσοφία δεν υπάρχει τίποτα το οριστικό, το απόλυτο, το ιερό. Αποκαλύπτει για όλα και σε όλα τον παροδικό τους χαρακτήρα και τίποτα δεν υπάρχει γι' αυτήν, εκτός από το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και αφανισμού, της ατέλειωτης ανύψωσης από το κατώτερο στο ανώτερο και η διαλεκτική Φιλοσοφία δεν είναι παρά το απλό αντικαθρέφτισμα αυτού του προτσές στον σκεφτόμενο εγκέφαλο. Εχει, βέβαια, και τη συντηρητική πλευρά, να αναγνωρίζει ότι κάθε βαθμίδα της γνώσης και της κοινωνίας δικαιώνεται για την εποχή της και τις συνθήκες της. Μα, μόνο αυτό. Η συντηρητικότητα αυτού του τρόπου αντίληψης είναι σχετική, ο επαναστατικός της χαρακτήρας είναι απόλυτος, είναι το μόνο απόλυτο που παραδέχεται η διαλεκτική Φιλοσοφία".

Νόμισμα ΕΣΣΔ _1985 αφιερωμένο στον Ένγκελς
Αναφερόμενος στις βασικές περιόδους της ιστορίας της Φιλοσοφίας, τις νομοτέλειες, τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες που συντελούν στην πρόοδο, υπογραμμίζει: «Αυτό που έσπρωχνε τους φιλόσοφους προς τα μπρος δεν ήταν καθόλου, όπως νόμιζαν, μόνον η δύναμη της καθαρής σκέψης. Αντίθετα. Αυτό που στην πραγματικότητα τους έσπρωχνε προς τα μπρος, ήταν προπάντων η τεράστια και όλο και πιο ορμητική πρόοδος των φυσικών επιστημών, και της βιομηχανίας. Στους υλιστές αυτό προβάλλει άμεσα στην επιφάνεια». Είναι γνωστή, άλλωστε, η ρήση του, ότι «με κάθε επιστημονική ανακάλυψη αλλάζει και η μορφή του υλισμού». Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, η ανακάλυψη της μετατροπής της ενέργειας, η ανακάλυψη του κυττάρου, αποτελούν τις τρεις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις του 19ου αιώνα, που συνέβαλαν, σε συνδυασμό με τις νέες κοινωνικές συνθήκες και με την εμφάνιση της πιο επαναστατικής τάξης - του προλεταριάτου - στη γέννηση του μαρξισμού, της ανώτερης μορφής της υλιστικής Φιλοσοφίας, που βασικά της γνωρίσματα είναι η αντικειμενικότητα, η αλήθεια, η επιστημονικότητα, η συνεχής βελτίωση, ο συνεχόμενος εμπλουτισμός, η στενή διαλεκτική της σχέσης με την πράξη, ο κομμουνιστικός και επαναστατικός της χαρακτήρας, διότι είναι η κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης και των κομμουνιστών, που, σαν ιστορική τους αποστολή, έχουν την απαλλαγή της ανθρωπότητας από την καπιταλιστική καταπίεση και εκμετάλλευση και την οικοδόμηση του κομμουνισμού.

Ο Ένγκελς συνδύασε τη θεωρητική δραστηριότητα με την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου, πάλεψε για την οργάνωση και την ενότητα του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Είναι ανάγκη, οι κομμουνιστές, όλοι οι φίλοι και οπαδοί του ΚΚΕ να μελετήσουμε με προσοχή τη θεωρητική και πρακτική κληρονομιά, που μας άφησε αυτός ο μεγάλος μας δάσκαλος.

Με πληροφορίες από παλιο σημείωμα του Κώστα Κατσιαμάνη | Συνεργάτη του ΚΜΕ στο Ριζοσπάστη

Βλ. και Βιβλιοπαρουσίαση:
Ο “Στρατηγός” - Αναμνήσεις για τον Φρίντριχ Ένγκελς
Δείτε και  ΚΟΜΕΠ _6-2020 _Φρίντριχ Ένγκελς του Β. Ι. Λένιν
Τι φως, τι νους έχει σβήσει | τι καρδιά τώρα πια δε χτυπά!