01 Μαΐου 2022

Ζήτω ο Λένιν, ζήτω ο Στάλιν - Ζήτω ο κόκκινος στρατός Ζήτω το σφυρί – δρεπάνι Ζήτω κι ο κομμουνισμός!

Ο Κόκκινος Στρατός των Εργατών και Αγροτών (Рабоче-крестьянская Красная армия, РККА), ο ελευθερωτής της ανθρωπότητας Ιδρύθηκε το 1918, από το μπολσεβίκικο Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων. Στις 23 Φεβρουαρίου, όλη η πρώην ΕΣΣΔ –ακόμη και μετά τις ανατροπές (για την ακρίβεια από το 1995 και μετά)  γιορτάζει τον «Υπερασπιστή της Πατρίδας» (Дня защитника Отечества) Κόκκινο στρατό.
Για πρώτη φορά, η ημερομηνία έγινε γιορτή και αργία το 1919 (ονομαζόταν τότε Ημέρα του Κόκκινου Δώρου – Днем Красного подарка) και χρονολογείται από την επέτειο των μαχών των πρώτων μονάδων του Ερυθρού Στρατού με τα γερμανικά στρατεύματα κοντά στο Ψκόφ και τη Νάρβα.
Αλλά αφορούσε πάντα τη μέρα της δημιουργίας «του Κόκκινου Στρατού των Εργατών και των Αγροτών» – 28 Ιανουαρίου 1918, γιατί τότε το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων εξέδωσε αντίστοιχο διάταγμα.

Διάταγμα του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων
για τη δημιουργία του “Κόκκινου Στρατού των Εργατών και Αγροτών”,
όπως τροποποιήθηκε από τον V.I. Λένιν το 1918.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1919 γιορτάστηκε στη Μόσχα με μουσική και παραστάσεις στα θέατρα αλλά και σε ανοιχτούς χώρους.
Το 1920 και το 1921, δεν γιορτάστηκε, αλλά το 1922, εγκρίθηκε το ιστορικό ψήφισμα και δόθηκε το επίσημο όνομα «Ημέρα του Κόκκινου Στρατού και του Ναυτικού».

Τα 10χρονα και 20χρονα

Το 1928, η ΕΣΣΔ γιόρτασε τα 10 χρόνια του Κόκκινου Στρατού, εγκαινιάζοντας και το μουσείο που υπάρχει μέχρι σήμερα και, στο κτίριο των ταχυδρομείων (Τηλεγράφου) στην οδό Tverskaya, έγινε θεματική έκθεση ζωγραφικής από μέλη του Συλλόγου Καλλιτεχνών της Επανάστασης.
Στη δεκαετία του 1930, την Ημέρα του Κόκκινου Στρατού και του Ναυτικού, διοργανώνονταν παρελάσεις φορέων, διαγωνισμοί φυσικής αγωγής για μαθητές, οι πιονιέροι διοργάνωσαν εκδρομές για σκι, και μονοήμερες στρατιωτικές πεζοπορίες, πατινάζ σε παγοδρόμια, βάδιζαν σε σχηματισμό με σημαίες τραγουδώντας εμβατήρια κά.

Στις 24 Ιανουαρίου 1938, την 20ή επέτειο της δημιουργίας του, το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ καθιέρωσε το πρώτο σοβιετικό μετάλλιο «ΧΧ Χρόνια των Εργατών και του Κόκκινου Στρατού», που απονεμήθηκε σε στρατιωτικό προσωπικό, καθώς και σε συμμετέχοντες στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Οι εκδηλώσεις προς τιμήν του έγιναν ιδιαίτερα σημαντικές κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.
Το 1942, η έκθεση «Ο Ηρωικός Δρόμος του Κόκκινου Στρατού» άνοιξε στο Μουσείο της Επανάστασης.

Το 1943, η έκθεση «Ο Κόκκινος Στρατός στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς φασίστες εισβολείς» έγινε στην κεντρική Λέσχη του και στο ίδιο μέρος το 1944-1945 εκθέσεις έργων του Στούντιο στρατιωτικών καλλιτεχνών που πήραν το όνομά τους από τον Μ. Β. Γκρέκοφ.
Μετά τον πόλεμο, η 23η Φεβρουαρίου γιορτάστηκε με ακόμη μεγαλύτερη λαμπρότητα ως «Ημέρα του Σοβιετικού Στρατού και του Ναυτικού»

Το σημερινό όνομα – Υπερασπιστής της Ημέρας της Πατρίδας – ισχύει από το 1995, ενώ από το 2002, καθιερώθηκε σαν ημέρα αργίας.
Με τελείως άλλο πνεύμα, πραγματοποιείται «επίσημη» τελετή στα τείχη του Κρεμλίνου, στεφάνια τοποθετούνται στον τάφο του άγνωστου στρατιώτη, τα πάρκα της πόλης φιλοξενούν θεματικά φεστιβάλ, διαγωνισμούς και στρατιωτικά συγκροτήματα και πυροτεχνήματα το βράδυ.
Διαφορετικό γιορτασμό πραγματοποιούν κάθε χρόνο οι κομμουνιστές νεολαιίστικες οργανώσεις και  εργαζόμενοι.

Πληροφορίες από mos.ru/news, vtomske.ru (Νοβόστι)

Το ιστορικό ιδρυτικό διάταγμα
του Συμβουλίου Επιτρόπων του Λαού

Τιμώντας τη μέρα του Κόκκινου Στρατού, τιμώντας τα εκατομμύρια των μαχητών που πέρασαν από τις τάξεις του, προσφέροντας τη ζωή τους για πανανθρώπινα ιδανικά, τιμώντας τις στρατιές της επανάστασης που σκόρπισαν την ελπίδα και τη βεβαιότητα της κοινωνικής αλλαγής σ’ ολόκληρο τον κόσμο, υποκλινόμενοι στο στρατό που χάρισε στην ανθρωπότητα τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη, παρουσιάζουμε ένα μοναδικό ιστορικό ντοκουμέντο.
Είναι το Διάταγμα για τη Δημιουργία του Κόκκινου Στρατού, που επεξεργάστηκε το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού και υπέγραψε ο Λένιν στις 15/28 Γενάρη του 1918. Το αναδημοσιεύουμε από το 11ο τεύχος (Οκτώβρης 1932) του περιοδικού «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», που έβγαζαν στη χώρα μας οι κομμουνιστές διανοούμενοι.

Διάταγμα για τη δημιουργία του Κόκκινου Στρατού
(28 Γενάρη 1918)
Ο παλιός στρατός χρησίμεψε για την καταπίεση των εργαζομένων μαζών απ’ την αστική τάξη.
Αφού η εξουσία πέρασε στις εργαζόμενες μάζες και τους καταπιεζόμενους, είναι ανάγκη να δημιουργηθεί ένας καινούργιος στρατός που θα χρησιμέψει για στήριγμα στην εξουσία των σοβιέτ και στο μέλλον σαν βάση για την αντικατάσταση του μόνιμου στρατού από έναν εθνικό στρατό, που θα ‘ναι το στήριγμα της μέλλουσας κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη.

I

Γι’ αυτό το λόγο το Συμβούλιο των Επιτρόπων του λαού αποφασίζει την ίδρυση ενός καινούργιου στρατού που θα ονομαστεί κόκκινος στρατός των εργατών και αγροτών πάνω στην επόμενη βάση.
1. Ο κόκκινος στρατός των εργατών και των χωρικών θα αποτελείται από τα πιο συνειδητά και τα πιο οργανωμένα στοιχεία των εργαζόμενων τάξεων.
2. Θα γίνονται δεκτοί στον κόκκινο στρατό όλοι οι πολίτες της Ρωσσικής Δημοκρατίας πάνω από 18 χρόνων. Κάθε πολίτης που θέλει να μπει στον κόκκινο στρατό πρέπει να ‘ναι έτοιμος να θυσιάσει όλες του τις δυνάμεις, τη ζωή του για την υπεράσπιση της επανάστασης του Οχτώβρη, της εξουσίας των Σοβιέτ και του Σοσιαλισμού. Για να γίνει κανένας μέλος του κόκκινου στρατού χρειάζεται να έχει σύσταση των επιτροπών του συντάγματος ή των δημοκρατικών οργανώσεων που δέχονται το πρόγραμμα της εξουσίας των Σοβιέτ, των κομματικών ή επαγγελματικών οργανώσεων ή τουλάχιστον δύο μελών αυτών των οργανώσεων. Αν ομάδες ολάκερες μπαίνουν στον κόκκινο στρατό, οι στρατιώτες πρέπει να απαντήσουν οι μεν για τους δε και η παραδοχή τους θα υποβληθεί στην ψήφο όλων.

II

1. Οι στρατιώτες του κόκκινου στρατού των εργατών και χωρικών θα διατρέφονται ολοκληρωτικά απ’ το Κράτος και θα παίρνουν 50 ρούβλια το μήνα.
2. Τα μέλη της οικογένειας των στρατιωτών, που είναι ανίκανα για δουλειά και που διατρεφόντανε πριν απ’ αυτούς, θα παίρνουν ό,τι τους είναι αναγκαίο μέσα στα όρια που θα οριστούν απ’ τα όργανα της εξουσίας των τοπικών Σοβιέτ.

III

Ανώτερο διευθυντικό όργανο του κόκκινου στρατού των εργατών και χωρικών θα ‘ναι το Συμβούλιο των Επιτρόπων του λαού. Η άμεση διοίκηση του στρατού θα συγκεντρωθεί στο επιτροπάτο στρατιωτικών. Πλάι δε σ’ αυτό θα συσταθεί ένα εθνικό συμβούλιο».

Η δεκανέας του 87ου ειδικού τάγματος, Μαρία Τιμοφέεβνα Σαλνέβα Shalneva
(Мария Тимофеевна Шальнева -Ненахова), «ρυθμίζει την κίνηση» του Κόκκινου Στρατού
κάπου στο Βερολίνο κοντά στο Ράιχσταγκ
(Πρωτομαγιά του 45 -1 мая 1945 года в Берлине)

Έκκληση του Λένιν στον Κόκκινο Στρατό

Σύντροφοι, κόκκινοι!
Οι καπιταλιστές της Αγγλίας, της Αμερικής και της Γαλλίας ξεκίνησαν πόλεμο
εναντίον της Ρωσίας. Εκδικούνται τις δημοκρατίες των σοβιετικών εργατών και αγροτών για την ανατροπή της εξουσίας των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών που είναι παράδειγμα σ’ όλους τους λαούς της γης.
Οι καπιταλιστές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής βοηθούν τους Ρώσους τσιφλικάδες με χρήματα και στρατιωτικές προμήθειες, από τη Σιβηρία, στον Ντον και τον Βόρειο Καύκασο ενάντια στη σοβιετική εξουσία, με στόχο να πισωγυρίσουν το λαό στην εποχή των τσάρων και γαιοκτημόνων, την αιχμή δόρατος των  καπιταλιστών.
Όχι! Αυτό δεν θα συμβεί!
Ο Κόκκινος Στρατός συσπειρώθηκε, σήκωσε ανάστημα, οδήγησε τα στρατεύματα ενάντια στους «Λευκούς»  στο Βόλγα, κατέκτησε τη Ρίγα, κατέκτησε σχεδόν όλη την Ουκρανία και πλησίασε την Οδησσό και το Ροστόφ. Λίγη ακόμη προσπάθεια, λίγοι ακόμη μήνες μάχης και η νίκη θα είναι δική μας.
Ο Κόκκινος Στρατός είναι δυνατός γιατί παρελαύνει –συμπαγής και συνειδητά στη μάχη για τη γη του αγροτών, για την ακατανίκητη εργατο-αγροτική σοβιετική εξουσία.

Είναι ανίκητος, γιατί έχει συνενώσει εκατομμύρια αγρότες με εργαζόμενους που τώρα έχουν μάθει να πολεμούν, έχουν μάθει –με σύντροφο την πειθαρχία, να μη λιποψυχούν, να μην το βάζουν κάτω μετά από μικρές ήττες, να βαδίζουν ακάθεκτοι τολμηρά ενάντια στον εχθρό γνωρίζοντας ότι η ολοκληρωτική του ήττα είναι κοντά.

Σύντροφοι, κόκκινοι! Η συμμαχία των εργατών και των αγροτών του Κόκκινου Στρατού είναι ισχυρή, στενή, ακατάλυτη.
Οι Κουλάκοι και οι πολύ πλούσιοι αγρότες προσπαθούν να οργανώσουν εξεγέρσεις ενάντια στη σοβιετική εξουσία, αλλά είναι μια ασήμαντη μειονότητα.
Όχι για πολύ και σπάνια καταφέρνουν να εξαπατήσουν τους αγρότες.
Οι αγρότες γνωρίζουν ότι μόνο σε συμμαχία με τους εργάτες θα νικήσουν τα αφεντικά.
Μερικές φορές αυτοαποκαλούμενοι κομμουνιστές ενεργούν στα χωριά –κοινοί απατεώνες, οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, οι βιαστές που προσκολλήθηκαν στην εξουσία για εγωιστικούς σκοπούς.
Η εργατική – αγροτική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να τους πολεμήσει καθαρίζοντας την ύπαιθρο απ’ αυτούς.
Ο μεσαίος αγρότης δεν είναι εχθρός, αλλά φίλος του εργάτη, φίλος της σοβιετικής εξουσίας. Οι εργαζόμενοι που έχουν ταξική συνείδηση και οι πραγματικοί Σοβιετικοί τον έχουν  σύντροφο.
Ο μέσος χωρικός δεν ληστεύει την δουλειά και τον ιδρώτα των άλλων, όπως κάνουν οι κουλάκοι, αυτός δουλεύει και ζει με τη δική του εργασία. Η σοβιετική κυβέρνηση θα καταστείλει τους κουλάκους και θα καθαρίσει την ύπαιθρο από εκείνους που αντιμετωπίζουν άδικα τους μικρομεσαίους αγρότες και με κάθε κόστος θα ατσαλώσει τη συμμαχία των εργατών με ολόκληρη την εργαζόμενη αγροτιά, των φτωχότερων και των φτωχών.

Αυτή η ενότητα αναπτύσσεται σε όλο τον κόσμο. Η επανάσταση πλησιάζει, αναπτύσσεται παντού. Τις προάλλες είχαμε νίκη στην Ουγγαρία, με μια εργατική κυβέρνηση. Όλοι οι λαοί θα φτάσουν αναπόφευκτα σε αυτό.

Σύντροφοι, κόκκινοι άντρες!
Σταθείτε δυνατοί, σταθεροί, φιλικοί!
Τολμηρά προς τα εμπρός ενάντια στον εχθρό!
Θα νικήσουμε.
Η δύναμη των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, χτυπημένη καίρια στη Ρωσία, θα ηττηθεί σε όλο τον κόσμο!


Ήταν τότε που…
«οι λευκοί κι ο μαύρος βαρόνος
ήθελαν να ξαναφέρουν τον τσάρο αλλά …
Αλλά από την taiga μέχρι τις βρετανικές θάλασσες
Ο κόκκινος στρατός του λαού
αποδείχτηκε δυνατότερος απ όλους»

(Χορωδία)
Αφήστε τον Κόκκινο Στρατό
Να τραβάει το δρόμο του
Με τη μπαγιονέτα στο ατσάλινο χέρι του
Τίποτε δεν τον σταματάει
Πηγαίνοντας στην τελευταία μάχη των θνητών!


ΙΙ
Ω!... στρατέ κόκκινε του λαού,
ας πορεύουμε στο δρόμο σου!
Το επαναστατικό στρατιωτικό συμβούλιο μας καλεί!
Για την taiga και μέχρι τις βρετανικές θάλασσες
Όπου ο κόκκινος στρατός του λαού αποδείχτηκε δυνατότερος απ όλους»

ΙΙΙ
Την παγκόσμια πυρκαγιά ζητάμε
Ρίξτε φυλακές, ξαπλώστε το παπαδαριό στην παλίρροια.
Απ’ την taiga στις μακρινές θάλασσες
Τιμή και δόξα στον κόκκινο στρατό


Για όσους δεν το γνωρίζουν «λευκοί» -σε αντίθεση με το κόκκινο του Σοβιετικού στρατού ονομάστηκαν οι κάθε λογής ένοπλοι, την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης (1918-1921), που πολέμησαν τους μπολσεβίκους.
️  Μαύρος Βαρώνος: Ο Πιότρ Νικολάγιεβιτς Βράνγκελ (1878-1928) αξιωματικός του Αυτοκρατορικού Ρωσικού Στρατού και αργότερα γενικός διοικητής του αντι-Μπολσεβίκικου Λευκού Στρατού στην Νότια Ρωσία. Το 1920, την κοπάνισε και έγινε ένας από τους πολλούς «λευκούς» εμιγκρέδες

Το οπορτουνιστικό ρεύμα του τροτσκισμού

Για να έχουμε έναν οδηγό στην κατανόηση πλευρών του τροτσκισμού, προκαταβολικά λέμε ότι υπήρξε οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα, που χαρακτηριζόταν από τη μικροαστική υπερεπαναστατική φρασεολογία στα λόγια και στον απόλυτο συμβιβασμό στην πράξη. Στη δεκαετία του 1930, στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης της ΕΣΣΔ, αυτό το ρεύμα ανέπτυξε ανοιχτά εχθρική στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ, ως ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα ο τροτσκισμός στάθηκε εχθρικός προς τη λενινιστική θεωρία και πράξη.

Γίνεται συχνή προβολή στο πρόσωπο του Τρότσκι από τους μηχανισμούς του συστήματος, η οποία συνοδεύεται από αντιιστορικές επιθέσεις στο πρόσωπο των Στάλιν και Λένιν και με άξονα την αμφισβήτηση και το μηδενισμό της πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.
Αποκτά και μια τρέχουσα επικαιρότητα η αντιμετώπιση της δήθεν δικαίωσης του Τρότσκι για το ανέφικτο της σοσιαλιστικής νίκης στη Ρωσία.
Μια σειρά ομάδες στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, οι οποίες αυτοχαρακτηρίζονται ως τροτσκιστικές ή έχουν αναφορές στον Τρότσκι, αναπτύσσουν δράση σε χώρους νεολαίας, ιδιαίτερα σε σχολεία και σε πανεπιστήμια, αλλά και σε ορισμένους εργασιακούς χώρους. Η οργανωμένη δύναμη αυτών των ομάδων δεν τις κάνει υπολογίσιμη δύναμη στο κίνημα, ωστόσο αποτελούν φορείς που με «αριστερό» και «επαναστατικό» προσωπείο αναπαράγουν αστικές ή οπορτουνιστικές απόψεις και συμβάλλουν στον εγκλωβισμό σε ακίνδυνες για το σύστημα συσπειρώσεις.
Δημιουργούν εμπόδια στη δράση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για την προώθηση της στρατηγικής του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό και το άμεσο πολιτικό καθήκον

Α. Προεπαναστατικά

Αρκετές φορές ο Τρότσκι και οι σύγχρονοι οπαδοί του αυτοχαρακτηρίζονται ως μπολσεβίκοι ή έχουν πολλές αναφορές στους μπολσεβίκους. Ο μπολσεβικισμός όμως «υπάρχει σαν ρεύμα πολιτικής σκέψης και σαν κόμμα από τα 1903» [1] και ο τροτσκισμός πάντα υπήρξε εχθρικός προς τον μπολσεβικισμό.
Αφετηρία του τροτσκισμού υπήρξε η μη αναγνώριση της λενινιστικής διδασκαλίας για το κόμμα νέου τύπου. Ηδη από το 2ο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΣΔΕΚΡ) στα 1903 ο Τρότσκι στη συζήτηση για το καταστατικό τάχθηκε με τους αντιπάλους του Λένιν.
Στο ζήτημα του καταστατικού πλειοψήφησαν οι επαναστατικές θέσεις του Λένιν και η πτέρυγα που τις υποστήριξε πήρε από τότε το όνομα μπολσεβίκοι (πλειοψηφίσαντες), ενώ η ομάδα των οπορτουνιστών (Τρότσκι, Μάρτοφ, Αξερλοντ) μειοψήφησαν και έτσι ονομάστηκαν μενσεβίκοι.

Είναι χαρακτηριστικό πώς απευθυνόταν ο Τρότσκι στο Λένιν την περίοδο αυτής της διαπάλης. Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του Τρότσκι Τα Πολιτικά μας καθήκοντα [2] που εκδόθηκε το 1904, χαρακτηριστικά των απόψεών του και αποδεικτικά της αντι-μαρξιστικής, οπορτουνιστικής σκέψης του. Ανατρέπουν τους ισχυρισμούς των τροτσκιστών ότι οι διαφωνίες του Λένιν με τον Τρότσκι ήταν επί μέρους. Ο Τρότσκι ασκώντας κριτική στο έργο του Λένιν «Ενα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω» έγραφε:
«Δεν είναι δυνατόν να εκδηλώσει κανείς περισσότερο κυνισμό απέναντι στην καλύτερη ιδεολογική κληρονομιά του προλεταριάτου απ’ ό,τι ο σύντροφος Λένιν! Για εκείνον ο μαρξισμός δεν είναι μέθοδος επιστημονικής ανάλυσης» [3]

Σε άλλο σημείο αναφέρει τα εξής:
«Ο αρχηγός της αντιδραστικής πτέρυγας του Κόμματός μας, ο σύντροφος Λένιν , δίνει έναν ορισμό της σοσιαλδημοκρατίας [4] που αποτελεί θεωρητική επιβουλή σε βάρος του ταξικού χαρακτήρα του Κόμματος μας» [5]
Ο Λένιν -λέει ο Τρότσκι- «διαμόρφωσε μια τάση που φάνηκε καθαρά μέσα στο Κόμμα, την αστική- επαναστατική τάση» [6]
Σε άλλο σημείο αναφερόμενος στην εφημερίδα «Ισκρα» [7]:
«Σκοπός της Ισκρα ήταν να τρομοκρατεί σε θεωρητικό επίπεδο την διανόηση. Για τους σοσιαλδημοκράτες της σχολής αυτής, η ορθοδοξία είναι κάτι που προσεγγίζει πάρα πολύ την απόλυτη εκείνη «Αλήθεια» που ενέπνεε τους Ιακωβίνους (αστούς επαναστάτες). Η ορθόδοξη Αλήθεια προβλέπει τα πάντα. Οποιος το αμφισβητεί αυτό πρέπει να απομπεφθεί, όποιος αμφιβάλλει είναι κοντά στο να απομπεφθεί» [8].

Κατά τα χρόνια 1910-1914 στο χώρο του ΣΔΕΚΡ στην ουσία δεν υπάρχει ένα ενιαίο κόμμα παρά ξεχωριστά κόμματα που συσπειρώνονται γύρω από τα δικά τους έντυπα και έχουν τα δικά τους όργανα. Βασικά κόμματα είναι οι μπολσεβίκοι[9] του Λένιν, δύο ομάδες μενσεβίκων [10] οι τροτσκιστές και οι οτζοβιστές[11]. Οι τροτσκιστές παριστάνουν τους συμφιλιωτές ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, όμως στην ουσία υποστηρίζουν θέσεις των μενσεβίκων – λικβινταριστών [12].
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ο τροτσκισμός αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του «κεντρισμού» [13], που ήταν ένα ρεύμα στους κόλπους της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας που ταλαντευόταν μεταξύ του σοσιαλσοβινισμού και του μικροαστικού πασιφισμού και πάλευε για την ενότητα των επαναστατών με τους οπορτουνιστές.
Στην πορεία ανάπτυξης της επανάστασης οι τροτσκιστές έκαναν μία δήλωση συμφωνίας με τη γραμμή των μπολσεβίκων και στο 6ο συνέδριο των μπολσεβίκων έγιναν δεκτοί στις γραμμές των μπολσεβίκων. Ετσι ο Τρότσκι έγινε μέλος του κόμματος των μπολσεβίκων τον Ιούλιο του 1917.
Αλλά και μετά την είσοδό τους στο κόμμα των μπολσεβίκων ο Τρότσκι διατήρησε την αυτονομία του και συνέχισε την πάλη ενάντια στο Λένιν.

Οι τροτσκιστές αντιτάχθηκαν στη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ [14] το 1918, ματαιώνοντας έτσι την έγκαιρη υπογραφή της ειρήνης πράγμα που επέφερε ακόμα μεγαλύτερες απώλειες, στη νεαρή και αδύναμη ακόμα σοβιετική εξουσία.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1918-1920, κάτω από τις δυσκολίες εκείνης της περιόδου, ο τροτσκισμός διαμορφώθηκε σε οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο ΠΚΚ(μπ).
Το 1920-1921 οι τροτσκιστές υπήρξαν πρωτεργάτες της εσωκομματικής πάλης για τη μορφή των εργατικών συνδικάτων.
Δημιούργησαν φράξια με το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα. Την ουσία του προγράμματός τους αποτελούσε η μετατροπή των εργατικών συνδικάτων σε εξάρτημα του κρατικού μηχανισμού και η αμφισβήτηση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η κυριότερη θέση του τροτσκισμού ήταν η άρνηση της δυνατότητας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Ακολουθώντας τους ηγέτες των μενσεβίκων, οι τροτσκιστές ισχυρίζονταν ότι εξαιτίας της τεχνικοοικονομικής καθυστέρησης της χώρας σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης η εργατική τάξη της ΕΣΣΔ δε θα μπορούσε να εδραιώσει την εξουσία της και να οικοδομήσει τη σοσιαλιστική κοινωνία.
Γι’ αυτό ισχυρίζονταν πως η νίκη της επανάστασης θα ήταν πολύ μικρής διάρκειας και ότι η σοβιετική εξουσία θα υποχωρούσε αν δεν επικρατούσαν σοσιαλιστικές επαναστάσεις και στις ευρωπαϊκές χώρες, ώστε να εξασφάλιζαν κρατική βοήθεια προς την εργατική τάξη της ΕΣΣΔ.
Ο τροτσκισμός αντιτάχθηκε στις αρχές συγκρότησης του κόμματος νέου τύπου και προφασιζόμενος την υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας διεκδικούσε την ύπαρξη και λειτουργία φραξιών μέσα στο κόμμα.

Κάτω από την επίδραση του Τρότσκι δημιουργήθηκαν τροτσκιστικές ομάδες και σε άλλα κόμματα, όπως στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, στην Τσεχία κ.α. Στην ΕΣΣΔ υπό τον τροτσκισμό συνενώθηκαν όλες οι αντικομματικές ομάδες. Απάντηση στον τροτσκισμό έδωσαν με άρθρα, ομιλίες και τοποθετήσεις σε κομματικά σώματα οι Β. Ι. Λένιν και ο Ι. Β. Στάλιν. Ο τροτσκισμός καταδικάστηκε από συνέδρια και πολλές ολομέλειες της ΚΕ.

Το 15ο συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) 1927 ενέκρινε τη απόφαση της ΚΕ για τη διαγραφή από το κόμμα των Τρότσκι και Ζηνόβιεφ. Από την 9η ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1928 τονίστηκε πως το να ανήκει κανείς στον τροτσκισμό είναι ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του μέλους της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το 6ο συνέδριο της Κομιντέρν (1928).

Επί σοσιαλιστικής σοβιετικής εξουσίας

Τόσο οι τροτσκιστές όσο και οι αστοί δίνουν στη διαπάλη στο Κόμμα και το Κράτος της ΕΣΣΔ τη δεκαετία του ‘20 και του ‘30 χαρακτήρα προσωπικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Τρότσκι και το Στάλιν.
Η αστική προπαγάνδα παρουσιάζει τον Τρότσκι σαν τον αγνό, άδολο και προδομένο επαναστάτη.
 Αυτή η προπαγάνδα δεν είναι τυχαία αν αναλογιστούμε πόσο καλοδουλεμένη και βαθιά είναι και σε πόσα μέσα διαχέεται (ντοκιμαντέρ, αστικός τύπος, κινηματογράφος, σχολικά βιβλία κλπ.).
Έτσι οι τροτσκιστές έχουν ένα ακόμα μέσο στην προβολή των απόψεών τους που τις κάνει να είναι διαδομένες σε βαθμό δυσανάλογο με τις οργανωτικές τους δυνατότητες. Αλλά και το σύστημα αντικειμενικά έχει κάθε συμφέρον να τις προβάλλει γιατί οι απόψεις αυτές καλλιεργούσαν και καλλιεργούν τη γραμμή της ηττοπάθειας. Δεν ήταν όμως πάλη προσώπων, αλλά πάλη πολιτικών θέσεων γύρω από ζητήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, της διακυβέρνησης του κράτους κλπ. Πάλη μέσα σε πρωτόγνωρες καταστάσεις.

Ο Τρότσκι και οι οπαδοί του αντιμετώπιζαν «δογματικά» το μαρξισμό, όπως άλλωστε έκαναν και πολλοί δεξιοί οπορτουνιστές ηγέτες της Β΄ Διεθνούς - είχαν ένα «ιδανικό μοντέλο» σε σχέση με την επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού που απείχε πολύ από τη σύνθετη πραγματικότητα της Ρωσίας του 1917.
Οι τροτσκιστές ως «μικροαστοί διανοούμενοι» στην ουσία δεν εμπιστεύονταν τις μάζες της εργατικής τάξης ότι είναι ικανές να καθοδηγήσουν τα φτωχά λαϊκά στρώματα που αποτελούνταν από αγρότες. Δεν πίστευαν ότι υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος οι αμόρφωτες και πολιτικά καθυστερημένες μάζες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τους στόχους της επανάστασης του Οκτώβρη, να στηρίξουν τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Θεωρούσαν ότι έπρεπε να επιβληθεί «δικτατορία στο χωριό» για να μειωθεί η αντίσταση της «εχθρικής» προς του εργάτες αγροτιάς, περιμένοντας τη βοήθεια της προλεταριακής επανάστασης από τη Δύση. Πρότειναν επίσης και πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς στο όνομα του επαναστατικού πολέμου και της «εξαγωγής της επανάστασης». Το επαναστατικό κύμα όμως της περιόδου 1918-1923 δεν κατάφερε να επικρατήσει σε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα εκτός από τη Ρωσία. Γι’ αυτό βέβαια δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους μπολσεβίκους επειδή δε διεξήγαγαν επαναστατικό πόλεμο και δεν έκαναν εξαγωγή της επανάστασης, τη στιγμή που στη χώρα τους δεν είχε τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος, που αντιμετώπιζαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πραξικοπήματα, την περίοδο που πάσχιζαν για την επικράτηση της σοβιετικής εξουσίας σε όλη τη χώρα.

Η λογική των τροτσκιστών οδηγούσε αντικειμενικά σε αδιέξοδο. Μη έχοντας αφομοιώσει το μαρξισμό ως επιστήμη αλλά ως δόγμα, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη συνθετότητα των καθηκόντων που έμπαιναν στη Σοβιετική
Εξουσία σε μια χώρα που πραγματικά ξεκινούσε από χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η μεγαλύτερη πλειοψηφία του πληθυσμού της ήταν αγρότες. Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την εξέλιξη της στρατηγικής της επανάστασης στη βάση της μελέτης του ιμπεριαλισμού. Επέμεναν δογματικά σε παλιότερες εκτιμήσεις των Μαρξ - Ενγκελς και γενικά των μαρξιστών έως τις αρχές του 20ού αιώνα σε σχέση με την εκδήλωση και επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στις χώρες της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά Δυτικής Ευρώπης.
Ο ίδιος όμως ο Λένιν συνέβαλε στην περαιτέρω επεξεργασία του μαρξισμού, διατυπώνοντας τη θεωρία «του αδύναμου κρίκου στην αλυσίδα του ιμπεριαλισμού» -στηριγμένη στο νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού- σύμφωνα με την οποία το παγκόσμιο σύστημα του ιμπεριαλισμού είναι δυνατό να «σπάσει» στη χώρα που συγκεντρώνει μια σειρά προϋποθέσεις (ιστορικές, οικονομικές και πολιτικές) που την καθιστούν πιο ευάλωτη στην εμφάνιση επαναστατικής κρίσης. Θεμελίωσε θεωρητικά τη δυνατότητα εκδήλωσης και επικράτησης της επανάστασης σε μια χώρα. «...Ωστόσο το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών του κόσμου σαν αυτοτελές σύνθημα είναι αμφίβολο αν θα ήταν σωστό, πρώτο γιατί συγχωνεύεται με το σοσιαλισμό και, δεύτερο γιατί θα μπορούσε να προκαλέσει τη λαθεμένη ερμηνεία ότι είναι αδύνατη η νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα (υπογράμμιση συντάκτη), λαθεμένη ερμηνεία για τη στάση αυτής της χώρας απέναντι στις υπόλοιπες. […] Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού . Από εδώ βγαίνει ότι είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή και σε μια μόνη παρμένη χώρα» [15].

Την ίδια περίοδο ο Τρότσκι στο περιοδικό «Νάσε Σλόβο» έγραφε απαντώντας στο άρθρο του Λένιν: «…είναι μάταιο να πιστεύουμε ότι μια λ.χ. επαναστατική Ρωσία θα μπορούσε να αντέξει μπροστά σε μια συντηρητική Ευρώπη ή ότι μια σοσιαλιστική Γερμανία θα μπορούσε να παραμείνει απομονωμένη μέσα στο καπιταλιστικό κόσμο. Το να εξετάζουμε τις προοπτικές της επανάστασης μέσα στα εθνικά πλαίσια θα σήμαινε ότι γινόμαστε θύματα της ίδιας εκείνης εθνικής στενότητας που αποτελεί την ουσία του σοσιαλπατριωτισμού» [16].

Από την άλλη δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι η χώρα στην οποία έσπασε η ιμπεριαλιστική αλυσίδα το 1917 δεν ήταν και οποιαδήποτε χώρα, αλλά η Τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία -που συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό εδαφών με πλούσιο υπέδαφος- στην οποία αναπτυσσόταν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός με ιδιαιτερότητες τη βαθιά ανισομετρία στο εσωτερικό της και την εντονότερη διατήρηση προκαπιταλιστικών στοιχείων, κυρίως στην αγροτική παραγωγή, αλλά και στο εποικοδόμημα.

Τη στιγμή που η επανάσταση με τις αφάνταστες δυσκολίες του εμφυλίου και της οξύτατης ταξικής πάλης στο εσωτερικό της Ρωσίας πάλευε να σταθεί και να στεριώσει τη Σοβιετική Εξουσία, ενώ τόσο ο Λένιν όσο και ο Στάλιν ως ηγέτης του ΠΚΚ(μπ) και όλη η ηγεσία των μπολσεβίκων θεωρητικά και πρακτικά αξιοποιούσαν όλες τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες για την κατάκτηση της επαναστατικής εξουσίας της εργατικής τάξης και το πέρασμα στο σοσιαλισμό στη συγκεκριμένη χώρα, ο Τρότσκι καλλιεργούσε την ηττοπάθεια, αποπροσανατόλιζε από το ζήτημα της σταθεροποίησης της Σοβιετικής Εξουσίας και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Την άποψή τους για την αδυναμία επικράτησης της επανάστασης στη Ρωσία τη στήριζαν στη θέση ότι είναι αδύνατη η ενσωμάτωση των φτωχών και μεσαίων αγροτών στην επανάσταση, αδύνατη η διατήρηση της εργατοαγροτικής συμμαχίας, ότι είναι αναπόφευκτη η σύγκρουση της εργατικής τάξης με πλατιές αγροτικές μάζες και -κατά συνέπεια- μόνη λύση μπορεί να είναι η αναμονή βοήθειας από τις προλεταριακές επαναστάσεις της Δύσης. Την άποψη αυτή ο Τρότσκι την είχε διατυπώσει από το 1905, χρησιμοποιώντας τη μαρξιστική θέση της αδιάκοπης ή διαρκούς επανάστασης που είχε διατυπωθεί παλιότερα από τους Μαρξ και Ενγκελς (1850) [17] που προέβλεπε τη δυνατότητα μετεξέλιξης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και την επέκτασή της από χώρα σε χώρα στα πλαίσια της αντίληψης για επανάσταση στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική Ευρώπη.

Η διαρκής όμως επανάσταση όπως την αντιλαμβανόταν ο Τρότσκι σήμαινε σύγκρουση με τους αγρότες που τους θεωρούσε όλους, ανεξάρτητα της ταξικής διαφοροποίησης στο χωριό, ως αντιδραστική μάζα. Ο Λένιν σχολιάζοντας αυτή τη θέση του Τρότσκι έγραφε: «Η πρωτότυπη θεωρία του Τρότσκι παίρνει από τους μπολσεβίκους την πρόσκληση για αποφασιστικό επαναστατικό αγώνα και την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και από τους μενσεβίκους την άρνηση του ρόλου της αγροτιάς» [18].
Ο Τρότσκι ερμήνευε «δογματικά» τα πραγματικά δεδομένα που αφορούσαν τόσο το γεγονός ότι οι αγρότες ως μικροϊδιοκτήτες, προσκολλημένοι στη γη τους και την ιδιοκτησία τους, δεν ήταν ενιαία τάξη, δεν μπορούσαν να παίξουν με βάση την κοινωνική τους θέση προοδευτικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη, όσο και την κατάσταση της αγροτιάς στη Ρωσία εκείνης της περιόδου.
Επί της ουσίας επρόκειτο για μια μηχανιστική αντίληψη για την ταξική πάλη, απολυτοποίηση της αντιδραστικής τάσης (πλευράς) του μικροϊδιοκτήτη και εξαφάνιση της δυνατότητας αντιπαράθεσής του με την αστική τάξη στο πλευρό του προλεταριάτου, έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητα του προλεταριάτου και του Κόμματός του να ηγηθεί όλων των καταπιεζόμενων μαζών. Αυτή η δυνατότητα προβλέπεται από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς κάτι που φαίνεται στο έργο τους το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», όπου αναφέρεται ότι οι αγρότες μπορούν να λειτουργούν «επαναστατικά» «σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο και τότε δεν υπερασπίζονται τα σημερινά αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δικιά τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου» [19].
Και ακόμα πιο καθαρά στη «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»: «Ετσι τα συμφέροντα των αγροτών δεν βρίσκονται πια, όπως τον καιρό του Ναπολέοντα, σε αρμονία αλλά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κεφάλαιο. Συνεπώς οι αγρότες βρίσκουν το φυσικό τους σύμμαχο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος» [20]. Οι τροτσκιστές δεν έβλεπαν ούτε την αναγκαιότητα συμβιβασμών με την αγροτική μάζα που αποτελούσε τη μεγάλη πλειοψηφία της Ρωσίας ούτε τις δυνατότητες πλατιά τμήματα της φτωχής και μεσαίας αγροτιάς να ενσωματώνονται στο πρόγραμμα της επανάστασης σε αντίθεση με τους καπιταλιστές ιδιοκτήτες της γης, τους κουλάκους. «Ο χωρισμός της αγροτιάς σε στρώματα δυνάμωσε τον ταξικό αγώνα στους κόλπους της, ξύπνησε πάρα πολλά στοιχεία που κοιμούνταν πολιτικά, έφερε κοντά στο προλεταριάτο των πόλεων το αγροτικό προλεταριάτο.
[…] Στην πράξη ο Τρότσκι βοηθάει τους φιλελεύθερους εργατικούς πολιτικούς της Ρωσίας που με την «άρνηση» του ρόλου της αγροτιάς δείχνουν ότι δε θέλουν να ξεσηκώσουν τους αγρότες σε επανάσταση» [21].

Ο συμβιβασμός με την αγροτιά, δηλαδή η επιλογή του δρόμου της συνεταιριστικοποίησης της αγροτιάς μέσα από το μοίρασμα της γης -που με την Οκτωβριανή Επανάσταση είχε γίνει και παρέμενε κρατική ιδιοκτησία- για οικογενειακή εκμετάλλευση δε σήμαινε εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού στόχου για κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Λάμβανε όμως υπόψη το συσχετισμό ταξικών δυνάμεων στη ρωσική κοινωνία, επένδυε στην όξυνση των ταξικών διαφοροποιήσεων μέσα στην ίδια την αγροτιά, προσάρμοζε τη συγκέντρωση της κατακερματισμένης αγροτικής παραγωγής με τέτοιο τρόπο που να διευκολύνεται ο δρόμος της κοινωνικοποίησής της: «Και τι σημαίνει ειρήνευση στο χωριό; Σημαίνει έναν από τους βασικούς όρους για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Δεν μπορεί να χτίσει κανείς σοσιαλισμό όταν έχει επιδρομές συμμοριών και εξεγέρσεις ανάμεσα στους αγρότες. Τώρα έχουμε αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης ως το προπολεμικό επίπεδο (95%), ειρήνευση του χωριού συμμαχία με το μεσαίο αγρότη, λίγο πολύ οργανωμένη φτωχολογιά, δυναμωμένα τα Σοβιέτ στο χωριό και μεγαλωμένο το κύρος του προλεταριάτου και του κόμματος στο χωριό.

Δημιουργήσαμε έτσι τις συνθήκες που μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε την επίθεση ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία στο χωριό, να εξασφαλίσουμε παραπέρα επιτυχημένη οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα μας» [22]

Τη στιγμή που μετά τον εμφύλιο έμπαινε το καθήκον της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, ο Τρότσκι υποστήριζε τη βίαιη με στρατιωτικά μέσα κολεκτιβοποίηση της γης που στην ουσία θα σήμαινε εμφύλιο πόλεμο στο χωριό.
Η κολεκτιβοποίηση πραγματοποιήθηκε το 1929-1933 μέσα από σκληρή ταξική αντιπαράθεση, στην οποία έγινε κατορθωτό να τραβηχτεί με το μέρος της κολεκτιβοποίησης μεγάλο μέρος της φτωχής αγροτιάς. Σε αυτές τις συνθήκες ο Τρότσκι και οι οπαδοί του το 1930, αλλάζοντας θέση πανικοβλημένοι από την όξυνση της ταξικής πάλης, κατήγγειλαν την κολεκτιβοποίηση και αποκουλακοποίηση[23] ως «γραφειοκρατική περιπέτεια».
Το Μάρτη του ίδιου χρόνου ο Τρότσκι μιλάει για: «τον ουτοπικό αντιδραστικό χαρακτήρα της κολεκτιβοποίησης σε ποσοστό 100%.
[…]
Η αναγκαστική οργάνωση συνεταιριστικών αγροκτημάτων δίχως την τεχνολογική υποδομή που μόνο αυτή θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ανωτερότητά τους απέναντι στα μικρά αγροκτήματα είναι μια αντιδραστική ουτοπία»
. Εκείνη την περίοδο προφήτευε ότι «τα κολχόζ θα καταρρεύσουν ενόσω θα περιμένουν την τεχνική υποδομή» [24].
Η πραγματικότητα τους διέψευσε, παρά την υπερβολή και τα λάθη που έγιναν στην προώθηση της σωτήριας για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση κατεύθυνση της κολλεκτιβοποίησης.

Οι τροτσκιστές θεωρούσαν τα συνδικάτα στη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως όργανα διοίκησης της εξουσίας της εργατικής τάξης και ήθελαν να επιβάλουν στρατιωτική λειτουργία στο εσωτερικό τους.
Επί της ουσίας πίσω από αυτή την αντίληψη «κρύβονταν» οι αντιλήψεις τους πως η δικτατορία του προλεταριάτου ως εξουσία ασκείται άμεσα από την τάξη στο σύνολό της και αφού η τάξη στο σύνολό της δεν ήταν ώριμη, η «ωριμότητα» θα «επιβαλλόταν» με διοικητικά μέτρα πάνω της.
Πρόκειται για γραφειοκρατική αντίληψη που εξέφραζε για άλλη μια φορά τη διανοουμενίστικη υποτίμηση προς τη δυνατότητα των μαζών να πείθονται από την κομμουνιστική δουλιά.
Ο Λένιν αντιπαρατέθηκε διεξοδικά με τον Τρότσκι στο συγκεκριμένο ζήτημα. Στο έργο του «Τα συνδικάτα, η τρέχουσα στιγμή και τα λάθη του Τρότσκι» συγκεκριμένα αντιπαραθέτει: «Δεν μπορείς όμως να πραγματοποιήσεις τη δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της καθολικής οργάνωσής του. Γιατί όχι μόνο σε εμάς μια από τις πιο καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες αλλά και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες το προλεταριάτο εξακολουθεί να είναι τόσο διηρημένο, τόσο ταπεινωμένο, τόσο εξαγορασμένο σε μερικά μέρη (συγκεκριμένα από τον ιμπεριαλισμό σε ορισμένες χώρες) που η καθολική οργάνωση του προλεταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την δικτατορία του. Τη δικτατορία μπορεί να την πραγματοποιήσει μόνο η πρωτοπορία που αφομοίωσε την επαναστατική δραστηριότητα της τάξης » [25].

Για το ρόλο που έπρεπε να παίζουν τα συνδικάτα ο Λένιν στο ίδιο έργο σημείωνε: «Δεν μπορείς να πραγματοποιείς τη δικτατορία χωρίς μερικά «λουριά μεταβίβασης» από την πρωτοπορία προς τη μάζα της πρωτοπόρας τάξης, από την τάξη αυτή προς τη μάζα των εργαζομένων» [26].

Ο Λένιν επεσήμαινε ότι η ουσία της διαφωνίας βρισκόταν ακριβώς στο ζήτημα των μεθόδων πλησιάσματος και σύνδεσης με τις μάζες, κάτι που ο Τρότσκι αντιμετώπιζε με ένα μηχανιστικό τρόπο, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις διαφοροποιήσεις στην ωριμότητα των εργατικών μαζών, αλλά και τις αδυναμίες που είχε η ίδια η σοσιαλιστική εξουσία στην πρώτη φάση επικράτησής της (μεταβατική περίοδο μέσα στη μεταβατική περίοδο την περιέγραφε ο Λένιν) που χρειαζόταν τα συνδικάτα όχι για να ταυτίζεται με αυτά, αλλά για να στηρίζεται σε αυτά.
Ο Τρότσκι και οι οπαδοί του «απλοποιούσαν» με διατάγματα και διοικητικά μέτρα τις σύνθετες και πολύπλοκες διαδικασίες διαμόρφωσης της σοσιαλιστικής συνείδησης των μαζών στην περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Όπου επικράτησαν στην ηγεσία των συνδικάτων, ήρθαν σε αντίθεση με τις εργατικές μάζες.
Τις αντιλήψεις του αυτές ο Τρότσκι, παρά την καταψήφισή τους από τα αντίστοιχα κομματικά όργανα, συνέχισε να τις υποστηρίζει σε όλη τη διάρκεια της διαπάλης στο ΠΚΚ(μπ) τη δεκαετία του 1920.

Συνοψίζοντας την κριτική παρουσίαση των αντιλήψεων του Τρότσκι, θα λέγαμε ότι τις χαρακτήριζε: Δογματισμός και άρνηση της δυνατότητας νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα. Επιφύλαξη απέναντι στις μάζες που οδηγούσε σε αυταρχισμό και διοικητισμό. Επιφύλαξη απέναντι στο ρόλο του Κόμματος στη δικτατορία του προλεταριάτου. Μικροαστική αντίληψη της ελευθερίας γνώμης και άποψης που οδηγούσε σε διαλυτική-φραξιονιστική δουλιά μέσα στο ΠΚΚ(μπ). 


Στο Arsenal του Diego Rivera (1928) διακρίνεται η Frida Kahlo Calderón

Ως αντεπαναστατική δύναμη

Η εμμονή στην άρνηση της δυνατότητας οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα οδήγησε στην άρνηση της σοσιαλιστικής φύσης του κράτους της ΕΣΣΔ. Ο Τρότσκι κατηγόρησε την ηγεσία του ΠΚΚ(μπ) για βοναπαρτισμό, προβλέποντας το αδύνατο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Ρωσία και σε αυτή τη βάση πέρασε βήμα το βήμα σε όλο και πιο αντιδραστικές θέσεις και πράξεις.

Στη δεκαετία του 1930, με δεδομένη την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, ο τροτσκισμός καλούσε στην ουσία σε αντεπαναστατική ανατροπή του εργατικού κράτους. Συνέπραξε με κάθε αντιπολιτευόμενη και σαμποταριστική ομάδα στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ για την επιτυχία του σκοπού του. Είναι αποδεδειγμένες οι σχέσεις των Τροτσκιστών με μια σειρά αντικομματικές και αντισοβιετικές ομάδες στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ της δεκαετίας του 1930.

Ο Τρότσκι τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της βίαιης ανατροπής της σοβιετικής εξουσίας, θέτοντας το ερώτημα: «Είναι δυνατή μια ειρηνική κατάργηση της γραφειοκρατίας;» και απαντώντας: «Υστερα από την πείρα των τελευταίων χρόνων θα ήτανε παιδιάρισμα να σκεφτεί κανένας πως η σταλινική γραφειοκρατία θα μπορούσε να διαλυθεί με ένα συνέδριο του κόμματος ή των σοβιέτ. Στην πραγματικότητα το 12ο συνέδριο (στις αρχές του 1923) ήταν το τελευταίο συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος… Για να παραμερίσουμε τη διευθύνουσα κλίκα δεν απομένουνε πια κανονικοί δρόμοι, «συνταγματικοί». Για να αναγκάσουμε τη γραφειοκρατία να παραδώσει την εξουσία στα χέρια της προλεταριακής πρωτοπορίας, αυτό μπορεί να το κάνουμε μονάχα με τη βία» [27].

Θεωρούσε ότι δε θα ήταν βέβαια εύκολη υπόθεση, αφού αναγνώριζε γι’ αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «σταλινική γραφειοκρατία» ότι: «οι κοινωνικές ρίζες της γραφειοκρατίας βρίσκονται […] μέσα στο προλεταριάτο αν όχι στην ενεργητική του υποστήριξη, στην ανοχή του» [28].

Η νίκη της αντεπανάστασης στο τέλος της δεκαετίας του 1980 δεν επιβεβαιώνει ιστορικά τις τροτσκιστικές θέσεις και προβλέψεις. Ο σοσιαλισμός δεν «κατέρρευσε» ούτε μετασχηματίστηκε σε έναν καπιταλισμό, στη δεκαετία του 1920, όπως υποστηρίζουν οι τροτσκιστές. Η πάλη του καινούργιου με το παλιό είναι μέσα στη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Συνείδηση γι’ αυτή είχαν και ο Λένιν και ο Στάλιν ως ηγέτες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Στην Ελλάδα


Πολύ σύντομα...
Ως κύρια έκφραση του τροτσκισμού στην Ελλάδα μπορεί να καταγραφεί το «αρχειομαρξιστικό» ρεύμα της δεκαετίας του 1930. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, πολύ πριν από τη συγκρότηση του τροτσκισμού, εμφανίστηκε η περιοδική έκδοση «Αρχείον του μαρξισμού», με βασική γραμμή «πρώτα μόρφωση και μετά δράση».
Ο «αρχειομαρξισμός» αποτέλεσε οπορτουνιστικό ρεύμα στους κόλπους του εργατικού ελληνικού κινήματος. Η αντιπαράθεση του ΚΚΕ με τον αρχειομαρξισμό ήταν έντονη στα τέλη της δεκαετίας του 1920.
Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από την ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος για το 1ο Συνέδριο της Εργαζόμενης νεολαίας: "Μέλη του «Αρχείου» σύνεδροι και μη, βλέποντας την αποτυχία τους και επιδιώκοντας την διάλυση του συνεδρίου επετέθησαν με «φαλτσέτες» και σουγιάδες εναντίον των συνέδρων μελών και μη της κομμουνιστικής νεολαίας καθώς και αντιπροσώπων της αποσπασθείσης από το «αρχείο» τρίτης λεγόμενης καταστάσεως "

Το 1930 διαμορφώθηκε η «Κομμουνιστική Ομάδα Μαρξιστών Λενινιστών - Αρχειομαρξιστών», η οποία το 1934 μετονομάστηκε σε «Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας»
Το «αρχειομαρξιστικό» ρεύμα διασπάστηκε σε δυο ομάδες: η μια ομάδα με επικεφαλής τον Δημήτρη Γιωτόπουλο ήρθε σε ρήξη με τον Τρότσκι το 1934 και η άλλη ομάδα με επικεφαλής το Δ. Βιτσώρη ακολούθησε την «4η Διεθνή». Χαρακτηριστικό στοιχείο του αντικομμουνιστικού εκφυλισμού του «Αρχειομαρξιστικού Κόμματος Ελλάδας» του Δ. Γιωτόπουλου είναι το χαιρετιστήριο γράμμα που έστειλε η 3η Συνδιάσκεψή του το 1949, όντας νόμιμο κόμμα, στην κυβέρνηση για τη νίκη της επί του ΔΣΕ. Μετά τη διάλυση του «αρχειομαρξιστικού κόμματος» τη δεκαετία του 1950 τα περισσότερα στελέχη του εντάχθηκαν σε αστικά κόμματα.
Στο τροτσκιστικό ρεύμα στην Ελλάδα έγιναν αλλεπάλληλες διασπάσεις και μετονομασίες οργανώσεων όλη τη δεκαετία του 1930 και του 1940. Το τέλος του πολέμου βρήκε μια σειρά μικρές οργανώσεις να διεκδικούν για τον εαυτό τους τον τίτλο του «Ελληνικού Τμήματος της 4ης Διεθνούς».

Την περίοδο της κατοχής λίγοι τροτσκιστές πήραν θέση υπέρ της Εθνικής Αντίστασης και εντάχθηκαν ή συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ. Η πλειοψηφία των τροτσκιστικών ομάδων κράτησαν στάση εναντίωσης στην αντίσταση, θεωρώντας την συνέχεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η στάση αυτή καθορίστηκε και από τη θέση τους απέναντι στην ΕΣΣΔ
Με βάση αυτές τις αντιλήψεις οι τροτσκιστές -μεταφέροντας «δογματικά» τα συνθήματα συναδέλφωσης των στρατιωτών των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- κάλεσαν τον Ελληνικό λαό να μην αντισταθεί ένοπλα στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές γιατί έχει απέναντί του ένοπλους εργάτες και αγρότες, με τους οποίους θα έπρεπε να επιδιώξει συμφιλίωση, ώστε ο πόλεμος να μετατραπεί σε σοσιαλιστική επανάσταση.

Αυτές οι θέσεις οδηγούν σε εκτιμήσεις σαν αυτές που συναντάμε στην κοινή προκήρυξη δύο κυριότερων τροτσκιστικών ομάδων στην περίοδο της κατοχής, του «Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας» και του «Κόμματος Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας»:
«Οι εκτελεσθέντες του Μαΐου το 1944 είναι θύματα της πολιτικής του Σταλινικού κόμματος στη χώρα μας που με τον ανταρτοπόλεμο, τα σαμποτάζ, το σκοτωμό των γερμανών εργατών και αγροτών και της πράξης ατομικής τρομοκρατίας δίνει στους Γερμανούς στρατοκράτες τις απαιτούμενες δικαιολογίες για να αποκεφαλίζουν το εργατικό κίνημα»

  • [1] Β. Ι. Λένιν: Απαντα τ. 41, σελ 6, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [2] Τα αποσπάσματα είναι παρμένα από το βιβλίο του Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [3] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 66, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [4] Με τον όρο σοσιαλδημοκρατία εννοούσαν τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα εκείνης της εποχής.
  • [5] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 66, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [6] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 67, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [7] «Ισκρα» (Σπίθα): Η πρώτη πανρωσική παράνομη πολιτική μαρξιστική εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1900 από το Λένιν. Η εφημερίδα είχε ως σκοπό το ξεπέρασμα της ιδεολογικής σύγχυσης του οργανωτικού κατακερματισμού και του ερασιτεχνισμού που χαρακτήριζαν τη δουλιά των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών, να αντιπαλέψει τις οπορτουνιστικές επιρροές στο εργατικό κίνημα. Το διάστημα 1900-1903 η «Ισκρα» έγινε βασικός εκφραστής της συνεπούς μαρξιστικής άποψης στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας και συνέβαλε στη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Το 1903, ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού του Πλεχάνοφ με τους μενσεβίκους οπορτουνιστές, η εφημερίδα έπαψε να εκφράζει τους μπολσεβίκους. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι ίδρυσαν τότε άλλη εφημερίδα τη «Βπέριοντ» (Εμπρός).
  • [8] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 67, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [9] Μπολσεβίκοι: Αποτέλεσαν το μαρξιστικό επαναστατικό ρεύμα μέσα στο ΣΔΕΚΡ στις αρχές του 20ού αιώνα υπό την καθοδήγηση του Β.Ι. Λένιν. Το 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1903 αποτέλεσε σταθμό στη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Μπολσεβίκοι σημαίνει πλειοψηφία και ονομάστηκαν έτσι για να χαρακτηρίσουν την πλειοψηφία του 2ου Συνεδρίου που στήριξε τις θέσεις του Λένιν σε αντίθεση αυτών του Μάρτοφ, Τρότσκι ,Αξελροντ κ.ά. που αποτέλεσαν τη μειοψηφία - μενσεβίκοι. Το ρεύμα αυτό απέκτησε διεθνούς εμβέλειας επίδραση, αγωνίστηκε σκληρά ενάντια στο δεξιό οπορτουνισμό της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας ιδιαίτερα την περίοδο του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Οι μπολσεβίκοι με τις θέσεις τους καθοδήγησαν τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και τη διαδικασία συγκρότησης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος με την ίδρυση της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς.
  • [10] Μενσεβίκοι: Μενσεβίκοι σημαίνει μειοψηφήσαντες. Το όνομά τους το πήραν κατά τη διάρκεια της διαπάλης στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας στο 2ο Συνέδριό του το 1903. Οι Μενσεβίκοι αποτέλεσαν τη μειοψηφία που αντιτάχθηκε στις προτάσεις του Λένιν για το σχέδιο καταστατικού και προγράμματος του Κόμματος. Επί της ουσίας λειτουργούσαν σαν ξεχωριστό κόμμα μέσα στο ΣΔΕΚΡ. Το 1912 στην 6η Πανρωσική Διάσκεψη διαγράφτηκαν από το Κόμμα. Οι Μενσεβίκοι αποτελούσαν βασικό εκφραστή του ρώσικου οπορτουνισμού, συνένωναν διάφορες αντι-μπολσεβίκικες ομάδες. Αντιτάχθηκαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση, οι περισσότεροι πήραν σοσιαλσοβινιστική θέση την περίοδο του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Η αριστερή πτέρυγα των Μενσεβίκων διεθνιστών κράτησε μια ασυνεπή πασιφιστική «διεθνιστική» στάση περιοριζόμενη μόνο στην καταδίκη του πολέμου. Αντιτάχτηκαν στην εθνικοποίηση της Βιομηχανίας, υποστήριζαν ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ανώριμη, μια αντιδραστική ουτοπία που θα αποτύχει. Στις περιοχές που καταλύθηκε προσωρινά η Σοβιετική Εξουσία συμμετείχαν σε κυβερνήσεις των αντεπαναστατών. Μετά την επικράτηση της επανάστασης συνέχισαν παράνομα και από το εξωτερικό την αντισοβιετική δραστηριότητα. Ο τροτσκισμός στη διαμόρφωσή του προήλθε από τους κόλπους του μενσεβικισμού και συνέχισε να υποστηρίζει μενσεβίκικες θέσεις, όπως το αδύνατο επικράτησης της επανάστασης, την αντίθεσή του στη λειτουργία του κόμματος νέου τύπου κλπ.
  • [11] Οτζοβιστές: Ομάδα του ΣΔΕΚΡ που υποστήριζε την αποχώρηση των Σοσιαλδημοκρατών από την Κρατική Δούμα (το κοινοβούλιο στην περίοδο της τσαρικής Ρωσίας).
  • [12] Λικβινταρισμός: Διαλυτισμός. Η υποστήριξη με τον ένα ή άλλο τρόπο της διάλυσης του κόμματος, είτε με τη μορφή της απόλυτα νόμιμης δράσης είτε με τη μη ύπαρξή του ως πολιτικής οργάνωσης με συγκεκριμένο πρόγραμμα και αρχές λειτουργίας και δράσης, αλλά με τη μορφή μιας γενικής πολιτικής διαφώτισης.
  • [13] Κεντρισμός: «Κεντρώο» οπορτουνιστικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα που εμφανίστηκε ως «συμφιλιωτής» ανάμεσα στο ανοιχτά δεξιό οπορτουνιστικό ρεύμα και στο επαναστατικό μαρξιστικό ρεύμα στους κόλπους της Β΄ Διεθνούς. Βασικός εκφραστής του κεντρισμού υπήρξε ο Κάουτσκυ. Επί της ουσίας πρόκειται για συγκαλυμμένο δεξιό αναθεωρητισμό - ρεφορμισμό με επαναστατική φρασεολογία γι’ αυτό και πιο επικίνδυνο για το εργατικό κίνημα. Οι κεντριστές μετά τη διάσπαση της Β΄ Διεθνούς συγκρότησαν τη Διεθνή της Βιέννης ή 2 ½ Διεθνή, η οποία το 1923 ενώθηκε με τη Διεθνή της Βέρνης (που αποτελούνταν από τα περισσότερα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της χρεοκοπημένης Β΄ Διεθνούς) και συγκρότησαν τη Σοσιαλιστική Εργατική Διεθνή.
  • [14] «Συνθήκη Μπρεστ-Λίτοφσκ»: Συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε το 1918 ανάμεσα στη Σοβιετική Ρωσία από τη μια πλευρά και το συνασπισμό των λεγόμενων «Κεντρικών Δυνάμεων» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία, Τουρκία) από την άλλη. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στις 22 Δεκεμβρίου του 1917 και η Συνθήκη υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1918. Οι όροι της συνθήκης ήταν επαχθείς για τη Σοβιετική Ρωσία, παρ’ όλα αυτά αποτέλεσε μια αναγκαιότητα, η οποία αξιοποίησε την πολεμική σύρραξη ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με στόχο την έξοδο της Σοβιετικής Ρωσίας από τον πόλεμο και την περιφρούρηση της Επανάστασης, το κέρδισμα χρόνου. Κατά τη διάρκεια των πολύμηνων διαπραγματεύσεων στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ρωσίας ξέσπασαν έντονες διαφωνίες ανάμεσα στη γραμμή υποστήριξης της Συνθήκης που εξέφραζε ο Β. Ι. Λένιν και σε αυτές τις ομάδες κυρίως τους «αριστερούς κομμουνιστές» του Μπουχάριν και τους τροτσκιστές που διαφωνούσαν με την επικύρωσή της. Η βάση της αντίθεσης αυτών των ομάδων ήταν η άποψη ότι η Συνθήκη θα έβαζε εμπόδια στην εκδήλωση της επανάστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Γύρω από την αντίθεση στη Συνθήκη συσπειρώθηκαν εκτός από αυτές τις δύο ομάδες οι εσέροι, οι μενσεβίκοι και άλλες αντεπαναστατικές ομάδες προβάλλοντας και σοβινιστικά συνθήματα. Ο Λένιν άσκησε κριτική σε αυτές τις θέσεις και πάλεψε σκληρά για να επικυρωθεί η Συνθήκη από τα αρμόδια όργανα του Κόμματος και της Σοβιετικής Εξουσίας. Οι καθυστερήσεις και οι ταλαντεύσεις στοίχισαν ακόμα πιο βαρείς όρους για τη Σοβιετική Ρωσία. Η Συνθήκη επικυρώθηκε στις 15 Μαρτίου 1918 από το 4ο έκτακτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Η Νοεμβριανή Επανάσταση του 1918 στη Γερμανία και η ανατροπή του Κάιζερ έδωσαν τη δυνατότητα στη Σοβιετική Ρωσία να ακυρώσει τη Συνθήκη.
  • [15] Β. Ι. Λένιν: «Για το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Απαντα, τ. 26, σελ. 362-363.
  • [16] Λ. Τρότσκι: «1917», τ. 3, ρωσική έκδοση (Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 9, σελ 36).
  • [17] «Μα οι ίδιοι (σ.σ.: εννοεί οι προλετάριοι) θα συντελέσουν περισσότερο απ’ όλα στην τελική τους νίκη όταν ξεκαθαρίσουν στον εαυτό τους τα ταξικά τους συμφέροντα, όταν πάρουν την αυτοτελή κομματική τους θέση όσο μπορεί πιο γρήγορα όταν δεν παρασυρθούν ούτε στιγμή από τα υποκριτικά λόγια των δημοκρατών μικροαστών και όταν δεν ξεφύγουν από το δρόμο της ανεξάρτητης οργάνωσης του κόμματος του προλεταριάτου. Η πολεμική τους κραυγή πρέπει να είναι διαρκής επανάσταση» (Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: Προσφώνηση της ΚΕ στην Ενωση των Κομμουνιστών, «Διαλεχτά Εργα», τόμος Ι, σελ. 122 ).
  • [18] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 81, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [19] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 38, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [20] Κ. Μαρξ: «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», σελ. 149, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [21] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 82, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [22] Ι. Β. Στάλιν: Απαντα, τ. 10, σελ. 222-223, εκδόσεις «Γνώσεις».
  • [23] Κουλάκοι: Ορος που χρησιμοποιήθηκε ως όνομα της αστικής τάξης του χωριού στη Ρωσία του 19ου και 20ού αιώνα. Οι κουλάκοι εμφανίστηκαν με την ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής, ήταν το ανώτερο εύπορο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού. Μίσθωναν εργάτες γης, νοίκιαζαν ζώα και εργαλεία παραγωγής στους φτωχούς αγρότες, έπαιζαν ρόλο τοκογλύφων και είχαν στην ιδιοκτησία τους μια σειρά εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων στο χωριό, ήταν επίσης και ιδιοκτήτες σε ταβέρνες, πανδοχεία κλπ. Η αντιπαράθεσή τους με τους τσιφλικάδες γινόταν στη βάση του ότι τα υπολείμματα της δουλοπαροικίας έμπαιναν εμπόδιο στην ανάπτυξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων στο χωριό. Οι κουλάκοι αντέδρασαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση οργανώνοντας αντεπαναστατικές δραστηριότητες. Παρά την ανάπτυξή τους την περίοδο της ΝΕΠ, η βασική κατεύθυνση της σοβιετικής εξουσίας ήταν ο περιορισμός των κουλάκων. Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης οδήγησε στη ριζική μείωση και την ουσιαστική κατάργηση της τάξης των κουλάκων.
  • [24] Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν», σελ. 130-131, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [25] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 42, σελ. 204, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [26] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 42, σελ. 204, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • [27] Λ. Τρότσκι: «Ταξική φύση του Σοβιετικού κράτους», σελ. 28-29, εκδόσεις «Στόχοι», Αθήνα 1976.
  • [28] Λ. Τρότσκι: «Ταξική φύση του Σοβιετικού κράτους», σελ. 29, εκδόσεις «Στόχοι», Αθήνα 1976.

Δείτε μια εξαιρετική σειρά άρθρων, του Κύριλλου Παπασταύρου στα ένθετα του Ριζοσπάστη 1η Μάρτη12 Απρίλη 2009 με τίτλο «Για την αντιπαράθεση με τα οπορτουνιστικά ρεύματα στο ΚΚ της ΕΣΣΔ τις δεκαετίες 1920 και 1930» |> 2ο μέρος,3ο μέρος, 4ο μέρος, 5ο μέρος 6ο μέρος

Και στην ΚΟΜΕΠ

  1. Το οπορτουνιστικό ρεύμα του τροτσκισμού
  2. Αρχειομαρξισμός – το κύριο ρεύμα του τροτσκισμού στην Ελλάδα του μεσοπόλεμου (του Αναστάση Γκίκα)
  3. Αναφορά στην ιστορία της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος
  4. Για την αντιπαράθεση με τα οπορτουνιστικά ρεύματα στο ΚΚ της ΕΣΣΔ τις δεκαετίες 1920 – 1930 
  5. Οκτώβρης 1917: συμπεράσματα για τη στρατηγική