Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3ος άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3ος άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

01 Σεπτεμβρίου 2026

The Third Man 〽️ Πτώση ενός ειδώλου 👥 dietro le quinte

\\ η 14χρονη __*Αστραδενή* με καταγωγή από τη Σύμη *αυτή που είμαι* λέει: "3ος άνθρωπος; αριστούργημα με αρκετή αντισοβιετική χροιά" (σε αυτό συμφωνώ με τη μάνα μου 🙃 💞) __*Σκεφτόμουνα πάλι πως ύστερα από 100, 200 χρόνια, μπορεί και εγώ να ήμουνα κούκλα στο μουσείο... Θα μπορούσα να φοράω την ποδιά μου ή τη ζακέτα μου την κίτρινη με τα παπάκια, να 'χω τις κοτσίδες μου και να περνάει ο κόσμος να με βλέπει και να λέει: "Τι όμορφα που ήταν τότε τα κορίτσια!..." Εγώ θα τους ακούω -αλλά τα μάτια μου θα κοιτάνε μπροστά ακίνητα- και τα βράδια θα περπατάω και εγώ μαζί με τις άλλες κούκλες στις αυλές και στα χαγιάτια και θα βλέπουμε από ψηλά τον Γιαλό. Τι θα βλέπουμε άραγε τότε... ύστερα από 100, 200 χρόνια;* πάντα με έναστρο τον ουρανό στην ψυχή μου

abstract
   Ο Αντισοβιετισμός στην ταινία
       
👉 "Η Πτώση ενός ειδώλου" | The Fallen Idol
       
👉 Τρίτος Άνθρωπος (1949) | The Third Man
       
👏  Όρσον Γουέλς 👏 Τζόζεφ Κότεν
       
👉 Τραγούδια
Ο Αμερικανός συγγραφέας Μάρτινς, φτάνει στην κατεχόμενη από τα συμμαχικά στρατεύματα Βιέννη, αμέσως μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, για να συναντήσει τον παλιό φίλο του Χάρι Λάιμ, που τον έχει προσκαλέσει στην πρωτεύουσα της χώρας του Γιόχαν Στράους. Είναι μια Βιέννη γυμνή, ψυχρή και παγωμένη, μια πόλη επικίνδυνη, φτωχή αλλά απερίγραπτα γοητευτική και αινιγματική. Δυστυχώς, για τον συγγραφέα δε βρίσκει το φίλο του, αλλά μαθαίνει ότι σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ένας Άγγλος αξιωματικός πληροφορεί τον Αμερικάνο ότι ο φίλος του ήταν ένα κάθαρμα και καλύτερα είναι που έφυγε από τη ζωή. Αν, τελικά, έφυγε... Ο συγγραφέας αρχίζει την έρευνα και διαπιστώνει ότι δεν ήταν δυο άνθρωποι, που πήραν νεκρό το φίλο του από τον τόπο του δυστυχήματος, όπως είχε δηλωθεί, αλλά τρεις. Αναζητά, λοιπόν, τον τρίτο άνθρωπο, που θα του λύσει το μυστήριο, όμως, ο «τρίτος άνθρωπος» είναι ο ίδιος ο Χάρι Λάιμ, που όντως είναι ένας πραγματικός και αδίστακτος εγκληματίας, αφού νόθευσε ακόμη και την πενικιλίνη και άφησε παιδιά, πολλά παιδιά ανάπηρα και σκότωσε άλλα τόσα. Είναι ο ίδιος, που πρόδωσε στις αρχές τη γυναίκα που τον αγάπησε και που αρνήθηκε να τον προδώσει ακόμη και μετά, αφού έμαθε την προδοσία του. Τη γυναίκα που το μόνο που έχει να δηλώσει είναι: «Η αγάπη δε δίνεται ως βραβείο ηθικής». Πρόκειται για μια από τις πιο φημισμένες ταινίες, είναι ένα θρίλερ με ατμόσφαιρα, με έξοχες ερμηνείες και με φόντο τα εξωτερικά, αλλά εσωτερικά ερείπια που άφησε ο πόλεμος. Το κακό ενάντια στο καλό, η προδοσία και η αφοσίωση, η φιλία και ο εμπαιγμός, και τελικά διαδρομή του ανθρώπου από την ειρήνη στον πόλεμο παλεύουν για την επικράτησή τους. Αξίζει να σημειωθεί πως κάποια στιγμή ψηφίστηκε ως η καλύτερη ταινία του 20ού αιώνα. Η μουσική του Αντον Καράς συντελεί, ώστε να κάνει το έργο αξέχαστο.
Ο Κάρολ Ριντ σεβάστηκε απόλυτα το ύφος του Άγγλου συγγραφέα Γκράχαμ Γκριν, που θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους μυθιστοριογράφους. Ο Γκριν πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1929, με το βιβλίο ο «Εσώτερος άνθρωπος», αλλά άρχισε να γίνεται γνωστός, με το τέταρτο βιβλίο του Οριάν Εξπρές το 1932. Κύρια χαρακτηριστικά των έργων του είναι το χιούμορ, η ανθρώπινη εγκατάλειψη, το καθήκον, η άδολη αγάπη, αλλά και ο εγωιστικός, τραχύς και ιδιοτελής έρωτας, η ζήλια, η μεταμέλεια, η ανθρώπινη δυστυχία. Καιρός είναι να ξαναδιαβάσουμε ή έστω να ανακαλύψουμε τον Γκράχαμ Γκριν και να απολαύσουμε τα έργα του: *Ο τρίτος άνθρωπος*, *Ο Άνθρωπος μας στην Αβάνα*, *Η χαμένη υπόθεση*, *Ο επίτιμος πρόξενος*, *Οι Κωμωδοί*, *Ο ήσυχος Αμερικάνος*, αλλά και την τελευταία του δημιουργία *Μονσινιόρ Κιχώτης*».
                   Κριτική υποδοχή
Στην Αυστρία, «οι ντόπιοι κριτικοί δεν εντυπωσιάστηκαν» και η ταινία προβλήθηκε μόνο για λίγες εβδομάδες. Η βιεννέζικη εφημερίδα *Arbeiter-Zeitung*, αν και άσκησε κριτική στην «όχι ιδιαίτερα λογική πλοκή», επαίνεσε τη «μαεστρική» απεικόνιση μιας «εποχής που έχει βγει από τους αρμούς της» και την ατμόσφαιρα της πόλης, η οποία χαρακτηριζόταν από «ανασφάλεια, φτώχεια και μεταπολεμική ανηθικότητα». Ο William Cook, μετά την επίσκεψή του το 2006 στο Μουσείο του *Τρίτου Ανθρώπου* _Third Man Museum στη Βιέννη, έγραψε: «Στη Βρετανία, πρόκειται για ένα θρίλερ σχετικά με τη φιλία και την προδοσία. Στη Βιέννη, είναι μια τραγωδία για την ταραγμένη σχέση της Αυστρίας με το παρελθόν της»
__σσ. Το Μουσείο στο οποίο έχω πάει πάνω από μια φορά __Pressgasse 25, 1040 Vienna, Austria, Tel. +43-676-4757818 contact@3mpc.net __άνοιξε το 2005 και εκτείνεται σε επιφάνεια άνω των 400μ2 χωρισμένο σε 16 αίθουσες, όπου φιλοξενούνται ολοκληρωμένες συλλογές πρωτότυπων εκθεμάτων που σχετίζονται με τη διεθνή κινηματογραφική επιτυχία. Πάνω από 3.000 αυθεντικά εκθέματα στο μουσείο, μεταξύ των οποίων: Το προσωπικό σενάριο του Trevor Howard, με εκατοντάδες σημειώσεις, το οποίο χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στη Βιέννη και το Λονδίνο. Επιπλέον έγγραφα, όπως επιστολές και φωτογραφίες, από την προσωπική συλλογή του Trevor Howard. Αλληλογραφία που αφορά την ταινία, από τον  Graham Greene. Το καπέλο που φορούσε ο Herbert Halbik, ο οποίος υποδύθηκε τον μικρό Hansel.
Περιλαμβάνονται επίσης μια συνέντευξη και κινηματογραφικά ντοκουμέντα από τον ίδιο τον Herbert Halbik. Η ζίθερ (zither) του Anton Karas, η οποία χρησιμοποιήθηκε το 1949 στο Λονδίνο για τη σύνθεση και την ηχογράφηση της μουσικής της ταινίας. Η παλαιότερη ιδιωτική έκθεση του Anton Karas —την οποία είχε στήσει στο σπιτάκι του κήπου του στη Βιέννη— η οποία σήμερα, διατηρώντας την αρχική διάταξη των εγγράφων και των φωτογραφιών της, αποτελεί μέρος του Μουσείου. Τεκμηριωμένο υλικό για όλους τους ηθοποιούς της ταινίας. Δύο ελαφριές κινηματογραφικές μηχανές λήψης 35mm (Debrie Parvo LS και K), τις οποίες προμήθευσε στη βρετανική κινηματογραφική ομάδα ο Αυστριακός διευθυντής φωτογραφίας Hans Schneeberger, χρησιμοποιώντας τες ο ίδιος για τη λήψη αρκετών σύντομων σκηνών της ταινίας. Μια ειδική έκθεση αφιερωμένη στον Orson Welles, η οποία περιλαμβάνει συνεντεύξεις με τη σύντροφο και μούσα του, Oja Kodar —η οποία παραχώρησε στο μουσείο αντικείμενα από το προσωπικό της αρχείο.
Τα βασικά σενάρια της ταινίας που δημιουργήθηκαν κατά τα στάδια της προετοιμασίας και των γυρισμάτων: το προσχέδιο του σεναρίου, η δεύτερη εκδοχή για τον Αμερικανό συμπαραγωγό David O. Selznick, το σενάριο που χρησιμοποίησε στη Βιέννη ο διευθυντής φωτογραφίας του τρίτου συνεργείου (3rd unit) Jack Causey, το τελικό σενάριο της βρετανικής έκδοσης, καθώς και το σενάριο διαλόγων με την ακριβή σειρά των σκηνών (dialogue cutting continuity script). 100+ εκδόσεις του μυθιστορήματος του Graham Greene. 70+ αφίσες της ταινίας (από πρεμιέρες και επαναπροβολές).
Ένας πλήρως λειτουργικός προβολέας Ernemann VIIb του 1936, μέσω του οποίου οι επισκέπτες μπορούν να παρακολουθήσουν μια δίλεπτη σκηνή από τη βρετανική έκδοση της ταινίας. Το 2023, το Μουσείο απέκτησε την ταφόπλακα του Elchinger, η οποία διακρίνεται ευκρινώς και στις τρεις σκηνές της ταινίας που διαδραματίζονται στο νεκροταφείο. 2.000+ επιπλέον αντικείμενα-ενθύμια από την ταινία. 1.000 έγγραφα+ (σχετικά χαρτιά, πινακίδες, φωτογραφίες κ.ά.) που αφορούν τη Συμμαχική κατοχή της Βιέννης, καθώς και την προπολεμική περίοδο.
Ξαναγυρνάμε στους κριτικούς
Ορισμένοι της εποχής επέκριναν τις λοξές γωνίες λήψης (Dutch angles) που χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία. Η C. A. Lejeune, γράφοντας για την εφημερίδα *The Observer*, χαρακτήρισε τη συνήθεια του Reed "να αποτυπώνει τις σκηνές του λοξά —με τα δάπεδα να γέρνουν διαγώνια και τα κοντινά πλάνα να έχουν μια παραληρηματική κλίση"— ως κάτι που «αποσπά υπερβολικά την προσοχή». Ο φίλος του Reed, William Wyler, τού έστειλε ένα αλφάδι με ένα σημείωμα που έγραφε: "Carol, την επόμενη φορά που θα γυρίσεις ταινία, βάλε το πάνω στην κάμερα, εντάξει;". Όταν κυκλοφόρησε στη Βρετανία και την Αμερική, η ταινία έλαβε εξαιρετικά θετικές κριτικές. Το περιοδικό *Time* έγραψε ότι η ταινία ήταν «γεμάτη κινηματογραφικά διαμάντια που θα έκαναν τον νεαρό Hitchcock περήφανο: ευφυείς ανατροπές στην πλοκή, λεπτές λεπτομέρειες, ολοκληρωμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες, ατμοσφαιρικά σκηνικά που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, καθώς και μια επιδέξια μίξη του σκοτεινού με το γελοίο, του καθημερινού με το παράξενο». Ο κριτικός κινηματογράφου των *New York Times*, Bosley Crowther, έδωσε στην ταινία μια μικτή κριτική, αναφέροντας ότι το έργο: (...) παρά τον τεράστιο θόρυβο που έχει δημιουργηθεί γύρω του, είναι στην ουσία ένα άρτια κατασκευασμένο μελόδραμα — και τίποτα παραπάνω. __ Δεν μεταφέρει κάποιο "μήνυμα". Δεν διαθέτει κάποια συγκεκριμένη οπτική. Είναι απλώς ένα εξαιρετικό μελόδραμα, σχεδιασμένο για να προκαλεί ενθουσιασμό και να ψυχαγωγεί. Ωστόσο, το χαρακτήρισε επίσης ως "μια εξαιρετικά συναρπαστική ταινία", προσθέτοντας ότι:
Ο Reed συγκέντρωσε με ευφυή τρόπο όλο το οπλοστάσιο των κινηματογραφικών του τεχνασμάτων —ολόκληρο το φάσμα της εφευρετικής του ιδιοφυΐας— για να κάνει την κάμερα να "μιλήσει". Τα σπουδαία χαρίσματά του —να συμπυκνώνει πλήθος υπαινιγμών σε μεμονωμένα πλάνα, να κλιμακώνει την αγωνιώδη ένταση και να προκαλεί απρόσμενες εκπλήξεις— αναδεικνύονται στο έπακρο. Το διαβολικά παιχνιδιάρικο χιούμορ του διατρέχει επίσης την ταινία, αγγίζοντας τις πιο σκοτεινές και καταθλιπτικές στιγμές με μικρές λάμψεις ευθυμίας ή μακάβριου στοιχείου.
🔻Μια __και πολύ σωστά αρνητική κριτική προήλθε από τη βρετανική κομμουνιστική εφημερίδα *Daily Worker*, η οποία διαμαρτυρήθηκε ότι *καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι σοβιετικές αρχές να παρουσιαστούν όσο το δυνατόν πιο σκοτεινές και αντιπαθείς*. Σε ένα βιβλίο του 1997, ο Roger Ebert εξήρε την ταινία, γράφοντας: "ήταν μια βροχερή μέρα στο Παρίσι, το 1962, και επισκεπτόμουν την Ευρώπη για πρώτη φορά. Ένας μικρός κινηματογράφος στην Αριστερή Όχθη πρόβαλλε τον *Τρίτο Άνθρωπο* __The Third Man · μπήκα, λοιπόν, σε εκείνη την υγρή σπηλιά, γεμάτη καπνό από τσιγάρα Gauloise και ιδρώτα, και είδα την ταινία για πρώτη φορά. Όταν εμφανίστηκε ο Welles, παραδόθηκα ολοκληρωτικά στη μαγεία του κινηματογράφου". Την ενέταξε στον κατάλογό του με τις **Μεγάλες Ταινίες** __Great Movies, σημειώνοντας: "Από όλες τις ταινίες που έχω δει, αυτή ενσαρκώνει πληρέστερα τη ρομαντική αίσθηση της επίσκεψης στον κινηματογράφο". Σε ένα επεισόδιο της εκπομπής *Siskel & Ebert* το 1994, ο Ebert κατονόμασε τον Lime ως τον αγαπημένο του κινηματογραφικό κακό. Ο Τζιν Σίσκελ παρατήρησε ότι "Ο Τρίτος Άνθρωπος" αποτελεί ένα "υποδειγματικό δείγμα κινηματογραφικής δημιουργίας, το οποίο αναδεικνύει τα ερείπια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αντιπαραβάλλοντάς τα με τις πληγωμένες προσωπικές ιστορίες των χαρακτήρων".
Η ταινία συγκεντρώνει βαθμολογία 99% στον ιστότοπο Rotten Tomatoes, με ΜΟ 9,3/10 και την εξής γενική εκτίμηση: «Αυτό το ατμοσφαιρικό θρίλερ αποτελεί ένα από τα αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα του κινηματογράφου και διακρίνεται για τις εμβληματικές ερμηνείες του Τζόζεφ Κότεν και του Όρσον Γουέλς». Το Metacritic, τη βαθμολόγησε με 97|100, βάσει 30 κριτικών, γεγονός που υποδηλώνει *καθολική αποδοχή*. Ο Ακίρα Κουροσάβα κατέταξε *τον 3ο Άνθρωπο* ανάμεσα στις 100 αγαπημένες του ταινίες. Η Πολίν Κέιλ, γράφοντας για το περιοδικό The New Yorker, ανέφερε αργότερα ότι η ταινία διαπνέεται από μια ατμόσφαιρα *μπαρόκ αίγλης και κακού*.
          Ο Αντισοβιετισμός στην ταινία
Ο Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ (αμερικανός συμπαραγωγός), επεδίωξε να εισάγει ένα φουλ αντισοβιετικό υπόβαθρο στο έργο __που πήγαινε γάντι με την αεί πολιτική και της Αγγλίας. Ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος αντιστάθηκαν και το περιόρισαν στην εκδοχή που προοριζόταν για τη βρετανική αγορά. Ο ρόλος του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ και οι αμερικανικές πιέσεις – Διανομή στις ΗΠΑ και ιδεολογία: Ο Σέλζνικ παρείχε καθοριστική οικονομική στήριξη και εξασφάλισε ευρεία διανομή στην Αμερική, φέρνοντας μαζί του την προσδοκία ότι αυτό το μεταπολεμικό νουάρ θρίλερ θα υπέδειχνε ρητά τη σοβιετική απειλή στη Βιέννη της κατοχής, επομένως και στην Ευρώπη και στον κόσμο γενικότερα. Το *θαμμένο* υπόβαθρο: Έγκριτοι, ακόμη και αμερικανοί κριτικοί και ιστορικοί επισημαίνουν ότι ο Σέλζνικ επιθυμούσε την ενσωμάτωση πιο έκδηλων αντικομμουνιστικών στοιχείων στην αφήγηση. Ωστόσο, ο Ριντ και ο Γκριν προτίμησαν να εστιάσουν στην ηθική κατάπτωση όλων των δυνάμεων κατοχής __πρωταρχικά Σοβιετικών αλλά και Βρετανών, Αμερικανών, Γάλλων και στην κυνική ατμόσφαιρα μιας πόλης χωρισμένης σε τέσσερις ζώνες, αντί να μετατρέψουν την ταινία σε μια απλή αντισοβιετική προπαγάνδα.
Περικοπές και διαφοροποιήσεις: Η ένταση ανάμεσα στην αντίληψη του Σέλζνικ για την αμερικανική αγορά και τον ευρωπαϊκό κυνισμό των Γκριν και Ριντ οδήγησε σε μικρές διαφοροποιήσεις ή αποχρώσεις μεταξύ των διαφόρων εκδοχών μοντάζ. Παρόλα αυτά, η τελική μορφή της ταινίας παραμένει διάσημη ακριβώς για την αμφίσημη, ηθικά γκρίζα οπτική της απέναντι σε όλες τις αρχές, αποφεύγοντας να περιοριστεί σε μια απλή αντισοβιετική πολεμική.
Πραγματικό πλαίσιο και διασυνδέσεις με τον κόσμο της κατασκοπείας: Βιέννη υπό κατοχή \\ Το σκηνικό μιας πόλης χωρισμένης σε αμερικανικό, βρετανικό, γαλλικό και σοβιετικό τομέα αντικατόπτριζε, από τη φύση του, την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
◽ Ο Γκράχαμ Γκριν και οι μυστικές υπηρεσίες: Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γκριν εργάστηκε για τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών MI6 με ότι αυτό σημαίνει.
Το πιο σκοτεινό δημιούργημα του Γκρέηαμ Γκρήν, "Ο Τρίτος Άνθρωπος", τελειώνει με μια ανταλλαγή πυροβολισμών στους υπονόμους της Βιέννης και με το θάνατο του απατεώνα της πενικιλλίνης Χάρρυ Λάιμ. Προσήλυτος στον καθολικισμό, ο Γκρήν βρήκε μια ταιριαστή απεικόνιση της παρακμής του ανθρώπου στα ζοφερά υπόγεια της πόλης. Και ο Λάιμ, με τον αλήτικο αμοραλισμό του, είναι ένας αναγνωρίσιμος ήρωας του Γκρήν. Η Βιέννη εξασφάλισε στον συγγραφέα το ιδεώδες σκηνικό για την ιστορία του. Πάνω απ' όλα, "ο Τρίτος Άνθρωπος" είναι μια ελεγεία για την ανδρική φιλία, την προδοσία και τη ματαίωση.
"Η Πτώση ενός ειδώλου" -μία από τις καλύτερες ιστορίες του Γκρήν- αναφέρεται σ' ένα αγόρι που οι γονείς του το άφησαν μόνο σ' ένα μεγάλο αρχοντικό του Λονδίνου, στη φροντίδα του Μπέινς, του μπάτλερ, και της ζηλότυπης γυναίκας του. Ο εφτάχρονος Φίλιπ θέλει να μάθει τι κρύβεται στο σκοτεινό υπόγειο όπου διαμένουν ο κύριος και η κυρία Μπέινς, και αρχίζει μια επικίνδυνη εξερεύνηση του κόσμου των μεγάλων. Ο Φίλιπ είναι φανερά αφοσιωμένος στον μπάτλερ και τον εξιδανικεύει σχεδόν όσο είχε εξιδανικεύσει και ο Ρόλλο Μάρτινς τον Χάρρυ Λάιμ. Ώσπου η μισητή κυρία Μπέινς δολοφονείται από τον άπιστο σύζυγό της... (από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο τόμος συγκεντρώνει τα δύο κείμενα του Γκρέηαμ Γκρην που έγιναν σπουδαίες ταινίες από τον Κάρολ Ρηντ: Τον Τρίτο Άνθρωπο (1949) με τους Όρσον Ουέλλς, Τζ. Κόττεν και Αλίντα Βάλι -ένα κλασικό νουάρ, που κινείται με τις συμβάσεις του θρίλλερ, με μοτίβα που παραπέμπουν στον γερμανικό εξπρεσιονισμό του Μεσοπολέμου-, καθώς και την Πτώση ενός ειδώλου (1948) με την εκπληκτική ερμηνεία του Ραλφ Ρίτσαρντσον -μια ταινία "very british" στο κλειστοφοβικό εσωτερικό μιας μεγαλοαστικής κατοικίας του Λονδίνου. Την έκδοση συνοδεύουν μια εισαγωγή του IanThompson, πρόλογοι του Γκρέηαμ Γκρην για κάθε ιστορία καθώς και επίμετρο του Κώστα Καλφόπουλου. 

"Όταν πρόκειται για ένα τέτοιο θρίλερ, δεν πρέπει να λέμε τι συνέβη στο τέλος. Να σημειώσουμε μόνο ότι μέσα από αυτή την ιστορία αναδύεται και το πορτρέτο της μεταπολεμικής Βιέννης, η οποία ελέγχεται από τους Συμμάχους - Σοβιετικούς, Βρετανούς, Αμερικανούς και Γάλλους. Η Βιέννη του 1948 είναι μια πόλη μισοκατεστραμμένη η οποία μαστίζεται από τη διαφθορά και έχει βυθιστεί στην κοινωνική και ηθική σήψη και όπου οργιάζει το λαθρεμπόριο. Ωστόσο μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αναδύονται τρεις μεγάλοι παράγοντες που ορίζουν την ανθρώπινη συνθήκη: η φιλία, η προδοσία και ο έρωτας."
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για τον Άντον Κάρας: χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας, η σκηνοθέτης Κάρολ Ριντ επέστρεψε στη Βιέννη και είδε τον Άντον Κάρας έξω από ένα εστιατόριο να παίζει το σαντούρι του για τους τουρίστες. Ο Ριντ ένιωσε άσχημα που ο Κάρας δεν είχε βρει τρόπο να χτίσει πάνω στη φήμη του και ήταν ακόμα μουσικός του δρόμου. Ο Ριντ ντράπηκε λίγο όταν ο Κάρας τον είδε και του έκανε νόημα να περάσει. Σημείο αναφοράς: Ο Κάρας ήταν ιδιοκτήτης του εστιατορίου, ένα πολύ επιτυχημένο, και έπαιζε απλώς για να κάνει πρόβες - ή αν ήθελε. Ο Κάρας τελικά κουράστηκε να είναι τουριστικό αξιοθέατο και αποσύρθηκε ήσυχα στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

 *Ο Τρίτος Άνθρωπος* (1949) συγκαταλέγεται σε εκείνες τις ελάχιστες ταινίες __όπως το *Ρασομόν*, η *Καζαμπλάνκα* και *Οι Δεσμώτες της Ερήμου*) που έχουν μετατραπεί σε αρχέτυπα — δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο που επηρέασε αναρίθμητες άλλες ταινίες, αλλά για μια κατασκευή που ρίζωσε βαθιά στο ασυνείδητο ενός τεράστιου πλήθους ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν έχουν δει ποτέ την ταινία. Την πρώτη φορά που τη βλέπεις, η εμπειρία διανθίζεται από μικρές στιγμές αναγνώρισης: ατάκες, σκηνές και στιγμιότυπα των οποίων οι απόηχοι έχουν ήδη φτάσει σε εσένα μέσω άλλων διαύλων. Αν την έχεις ήδη δει —ακόμη και δώδεκα ή περισσότερες φορές—, η εμπειρία μοιάζει με το άκουσμα ενός αγαπημένου μουσικού κομματιού: μπορείς, τρόπον τινά, να σιγοτραγουδήσεις μαζί του.
Η αφετηρία της εντοπίζεται σε ένα είδος «απόλυτης αφηγηματικής πρόκλησης». «Είχα αποχαιρετήσει οριστικά τον Χάρι πριν από μία εβδομάδα, όταν το φέρετρό του κατέβηκε στο παγωμένο χώμα του Φεβρουαρίου· γι’ αυτό και, με απόλυτη δυσπιστία, τον είδα να περνά από δίπλα μου —χωρίς να δείξει πως με αναγνωρίζει— ανάμεσα στο πλήθος των αγνώστων στη λεωφόρο Στραντ», έγραφε ο Γκράχαμ Γκριν, χωρίς να έχει ιδέα πώς θα έλυνε αυτόν τον γρίφο. Έτσι, η ταινία μοιάζει να ήταν εξαρχής προορισμένη να λειτουργήσει ως ένας ιλιγγιώδης μηχανισμός, κάτι σαν μηχάνημα φλίπερ.
Ο Χόλι Μάρτινς (Τζόζεφ Κότεν) περιπλανιέται σε σοκάκια, κατεβαίνει σε τρύπες, ανεβαίνει σκάλες· μοιάζει με παιχνίδι στα χέρια της τύχης, κι όμως, τις περισσότερες φορές καταφέρνει να πέφτει στα πόδια του. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και οι συνέπειές του φαίνεται να είχαν την ίδια επίδραση και σε άλλους κινηματογραφικούς πρωταγωνιστές: ο Τζόνι Τζόουνς (Τζόελ ΜακΚρέι) στην ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Διεθνής Ανταποκριτής» (1940) και ο Στίβεν Νιλ (Ρέι Μίλαντ) στην ταινία του Φριτς Λανγκ «Το Υπουργείο του Φόβου» (1944) ακολουθούν μια παρόμοια, απρόβλεπτη πορεία γεμάτη συνεχή κίνηση και εκπλήξεις — μάλιστα, το σενάριο της δεύτερης ταινίας φέρει επίσης την υπογραφή του Γκριν.
Παρόλο που τόσο ο Γκράχαμ Γκριν όσο και ο σκηνοθέτης Κάρολ Ριντ ήταν Βρετανοί —και η ταινία χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από τη βρετανική κυβέρνηση—, η οπτική γωνία του «Τρίτου Ανθρώπου» φαντάζει έντονα αμερικανική. Το γεγονός αυτό εξηγείται, εν μέρει μόνο, από τη συμμετοχή του Τζόζεφ Κότεν και του Όρσον Γουέλς. Η Βιέννη μετά τον πόλεμο αντιπροσωπεύει τα ερείπια της Ευρώπης. Είναι γεμάτη, φυσικά, με κυριολεκτικά ερείπια, αλλά η περίπλοκη, ελικοειδής και μεγαλοπρεπής αρχιτεκτονική των κτιρίων που έχουν απομείνει όρθια μοιάζει κι αυτή ρημαγμένη από την έλλειψη νοήματος — σαν τόσα πολλά μνημεία αφιερωμένα στον Οζυμανδία. Ομοίως, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι που παρελαύνουν στην οθόνη θυμίζουν φιγούρες από βαριετέ —ερμηνευμένες εξαιρετικά από μια ομάδα Αυστριακών και Γερμανών ηθοποιών χαρακτήρων— και ανταποκρίνονται απόλυτα στις φοβίες αλλά και τον χλευασμό που τρέφει ο Αμερικανός που δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό. Ο Αμερικανός είναι ευθύς, ενώ ο Ευρωπαίος κινείται με περιπλοκότητα· οι πορείες τους εναλλάσσονται ανάμεσα στη σύγκρουση και την αποφυγή, λες και τα δευτερεύοντα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αποτελούν φυσικό νόμο.

Ο Γουέλς είναι, φυσικά, το *φάντασμα στη μηχανή* εδώ, παρόλο που ο χρόνος που εμφανίζεται στην οθόνη είναι περιορισμένος. Ο χαρακτήρας του υπονοείται σε κάθε σκηνή —όπως άλλωστε και στον τίτλο— ενώ ο ίδιος έγραψε τον πιο αξιομνημόνευτο μονόλογο του σεναρίου (για την Ιταλία και τους Βοργίες, την Ελβετία και τα ρολόγια με κούκους). Επιπλέον, οι διάλογοί του με τον Κότεν —έναν ηθοποιό που εμφανιζόταν συχνά στις ταινίες του ίδιου του Γουέλς— φέρουν τη χαρακτηριστική ρυθμική σφραγίδα του Γουέλς: υπόκωφοι τόνοι που επικαλύπτουν τους φανερούς, ατάκες που «πατούν» η μία πάνω στην άλλη, σε έναν διαρκή χορό εναλλασσόμενων ρευμάτων. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που ορισμένοι λιγότερο ενημερωμένοι σινεφίλ έχουν υποψιαστεί ότι ο Γουέλς συμμετείχε και στη σκηνοθεσία — εξαιτίας όλου εκείνου του «κιαροσκούρο» (chiaroscuro), των κεκλιμένων συνθέσεων και των καταιγιστικών κινήσεων της κάμερας ____σσ. Το κιαροσκούρο (ιταλικά, από το chiaro = φωτεινός/καθαρός και ^o^scuro = σκοτεινός) είναι τεχνική στη ζωγραφική και το σινεμά που χρησιμοποιεί έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, δίνοντας τρισδιάστατη αίσθηση (δημιουργεί την ψευδαίσθηση του όγκου και του βάους σε επίπεδες επιφάνειες, αποδίδοντας τις σκιές και τα σημεία που φωτίζονται) δραματικότητα (ενισχύει το συναίσθημα, την ατμόσφαιρα και κατευθύνει το βλέμμα του θεατή στο κυρίως θέμα του έργου) και συνήθως χωρίς περίγραμμα δλδ οι μορφές δεν οριοθετούνται με γραμμές, αλλά αναδεικνύονται μέσα από την ίδια την αντιπαράθεση φωτός και σκιάς
Με αυτή την εκτίμηση, αδικούν τον Κάρολ Ριντ, έναν σκηνοθέτη που παραμένει ελάχιστα γνωστός στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος δημιούργησε εξαιρετικές ταινίες τόσο πριν (Odd Man Out, The Fallen Idol) όσο και μετά (Outcast of the Islands, Our Man in Havana) από το συγκεκριμένο έργο. Ο Ριντ διέθετε μια ευελιξία που θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση τη θεωρία του «δημιουργού-σκηνοθέτη» (auteur theory). Στην ταινία "Ο Τρίτος Άνθρωπος" (The Third Man), ο Ριντ βρίσκεται στην καλύτερη φάση του, στήνοντας ένα σφιχτοδεμένο δράμα με χαρακτήρες που διαθέτουν έντονα περιγράμματα, μέσα σε ένα σκηνικό τόσο καθορισμένο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και μέλος του καστ. Η ταινία αποτελεί μια ιδιαιτερότητα, καθώς έτυχε τεράστιας προσοχής παγκοσμίως, εξελισσόμενη ουσιαστικά σε μια «μεγάλη» παραγωγή. Αντιθέτως, όταν αργότερα στην καριέρα του ο Ριντ επιχείρησε συνειδητά να δημιουργήσει «μεγάλες» ταινίες, η ποιότητα και η ιδιαίτερη ταυτότητα του έργου του σημείωσαν κατακόρυφη πτώση. «Ο Τρίτος Άνθρωπος» προσφέρει μια τόσο αδιάκοπη οπτική εμπειρία, που είναι εύκολο να παραβλέψει κανείς πόσο μικρή και αυτοσχέδια παραγωγή ήταν, στην ουσία της. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ότι ο Άντον Κάρας —χωρίς τη μουσική του οποίου η ταινία θα ήταν ριζικά διαφορετική— βρέθηκε τυχαία στον τόπο των γυρισμάτων, καθώς έπαιζε σε ένα εστιατόριο. Μια τέτοια τυχαία ανακάλυψη ενός θεμελιώδους στοιχείου της ταινίας, κατά τη διάρκεια της παραγωγής, θα ήταν δύσκολη —αν όχι αδιανόητη— στο Χόλιγουντ, ακόμα και εκείνη την εποχή. Στην πραγματικότητα, «Ο Τρίτος Άνθρωπος» αποτελεί μια ευφυή αλληλουχία από «ρίψεις ζαριών»· έναν συνδυασμό ετερόκλητων στοιχείων που, αν και φαινομενικά αταίριαστα, δένουν μεταξύ τους με τρόπο που μοιάζει σαν να ήταν προδιαγεγραμμένο να συμβεί. Πρόκειται για ένα μοναδικό δημιούργημα: μια ευτυχής συγκυρία, ένας άψογα κουρδισμένος μηχανισμός, μια «χρονοκάψουλα», μια πρωτότυπη επιτυχία. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη ταινία που να της μοιάζει πραγματικά.

Τον Ιανουάριο του 1948, ο Βρετανός παραγωγός ταινιών Σερ Αλεξάντερ Κόρντα, επικεφαλής των εταιρειών British-Lion και London Film Productions, ανέθεσε στον μυθιστοριογράφο Γκράχαμ Γκριν να κάνει έρευνα και να γράψει «μια πρωτότυπη μεταπολεμική ιστορία, διαδραματιζόμενη στην ηπειρωτική Ευρώπη, με φόντο μία ή και τις δύο από τις εξής περιοχές: τη Βιέννη και τη Ρώμη». Το σενάριο που θα προέκυπτε προοριζόταν για σκηνοθεσία από τον Κάρολ Ριντ, με τον οποίο ο Γκριν είχε μόλις ολοκληρώσει μια επιτυχημένη συνεργασία στην ταινία «Το Είδωλο που Έπεσε» (The Fallen Idol).
Τον Φεβρουάριο, ο Γκριν ταξίδεψε αεροπορικώς στη Βιέννη, η οποία, από το τέλος του πολέμου, βρισκόταν υπό την κατοχή των Τεσσάρων Δυνάμεων —της Γαλλίας, της Βρετανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την άφιξή του, είχε ήδη στο μυαλό του τον σκελετό μιας ιδέας για έναν χαρακτήρα, τον Χάρι, ο οποίος φαίνεται να είναι νεκρός, αλλά αποδεικνύεται ότι δεν είναι. Ωστόσο, ήταν η ίδια η πόλη της Βιέννης, μαζί με την ιστορία της, που έδωσε «σάρκα και οστά» σε αυτόν τον σκελετό.
Η εκπρόσωπος του Κόρντα στη Βιέννη, Ελίζαμπεθ Μόνταγκιου, ξενάγησε τον συγγραφέα στην πόλη, η οποία ήταν κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς και μαστιζόταν από τη φτώχεια. «Τον πήγα παντού», θυμόταν η ίδια. «Τον πήγα στα ερείπια, στα κτίρια που είχαν απομείνει όρθια, παντού όπου μπορεί κανείς να φανταστεί —ακόμα και στη Μεγάλη Ρόδα και όλα τα σχετικά. Γοητεύτηκε απόλυτα από τη Βιέννη».
Εκτός από το ότι του έδειξε διάφορα σημεία της πόλης, η Μόνταγκιου σύστησε τον Γκριν σε ανθρώπους που πίστευε ότι θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν στην έρευνά του. Βρετανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι τον ενημέρωσαν για τη μαύρη αγορά και τις εντάσεις μεταξύ των Τεσσάρων Δυνάμεων, ενώ ένας Αυστριακός δημοσιογράφος, ο Πίτερ Σμόλετ (το αρχικό επώνυμο του οποίου ήταν Σμόλκα), του μίλησε για τον λαβύρινθο των υπονόμων κάτω από την πόλη και του έδωσε μερικά διηγήματα που είχε γράψει ο ίδιος σχετικά με τις δυσκολίες της ζωής στη Βιέννη εκείνης της εποχής.
Στις αρχές Μαρτίου, ο Γκριν συνέχισε το ταξίδι του στην Ιταλία —όχι για να διεξαγάγει περαιτέρω έρευνα στη Ρώμη, αλλά για να γράψει μια ιστορία που αντλούσε στοιχεία από όλα όσα είχε μάθει για τη Βιέννη. Η ιστορία αυτή, με τίτλο «Ο Τρίτος Άνθρωπος» (The Third Man), θα εκδιδόταν αργότερα ως νουβέλα, αλλά ο αρχικός της σκοπός ήταν να χρησιμεύσει ως προσχέδιο σεναρίου (film treatment), το οποίο ο Γκριν παρέδωσε στον Κόρντα στα τέλη Απριλίου. Στις αρχές Μαΐου, ο Κόρντα συναντήθηκε με τον Αμερικανό παραγωγό ταινιών Ντέιβιντ Σέλζνικ στις Βερμούδες, όπου, κατά τη διάρκεια διακοπών με σκάφος, συμφώνησαν σε μια σύμπραξη για την παραγωγή τεσσάρων ταινιών. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η εταιρεία του Κόρντα, London Film Productions, θα αναλάμβανε την παραγωγή των ταινιών, ενώ ο Σέλζνικ θα παρείχε αστέρες του Χόλιγουντ και μέρος της χρηματοδότησης, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα διανομής στις ΗΠΑ. Η πρώτη από αυτές τις ταινίες επρόκειτο να είναι η παραγωγή του Ριντ, βασισμένη στη νέα ιστορία του Γκριν. Ο Ριντ —τον οποίο ο Σέλζνικ θεωρούσε «έναν από τους κορυφαίους δημιουργούς ταινιών στον κόσμο»— είχε συναντηθεί με τους δύο παραγωγούς στις Βερμούδες, αποτελώντας σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί στη συμφωνία. Εκεί, του δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσει μαζί τους τις λεπτομέρειες της ιστορίας του Γκριν.
Μη διατεθειμένοι να συγχωρήσουν τον αναμφίβολα δύσκολο και αυταρχικό χαρακτήρα του Σέλζνικ, ο Γκριν και ο Ριντ, πολλά χρόνια αργότερα, τον παρουσίασαν με καρικατουρίστικο τρόπο ως έναν ακαλλιέργητο μεγιστάνα του κινηματογράφου, ο οποίος δεν είχε να προσφέρει καμία εποικοδομητική ιδέα. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι, σε αυτό το αρχικό στάδιο, ο ίδιος ενέπνευσε ορισμένες σημαντικές αλλαγές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αξιομνημόνευτο φινάλε της ταινίας. Σύμφωνα με τις σημειώσεις του ίδιου του Ριντ, ο Σέλζνικ ήταν εκείνος που τάχθηκε κατά του «αισιόδοξου τέλους» της ιστορίας του Γκριν —στο οποίο ο ήρωας, Ρόλο Μάρτινς (που αργότερα μετονομάστηκε σε Χόλι Μάρτινς), και η Άννα γίνονται ζευγάρι αφού ο Μάρτινς σκοτώνει τον Χάρι Λάιμ. Ο Σέλζνικ υποστήριζε έντονα ότι η αγάπη της Άννας για τον Χάρι Λάιμ έπρεπε να είναι μοιραία, καθώς φάνταζε αδύνατο για εκείνη να είναι με τον Ρόλο αμέσως μετά τον πυροβολισμό του εραστή της. Επιπλέον, ο Σέλζνικ εξέφρασε την άποψη ότι ο χαρακτήρας της Άννας έπρεπε να ενισχυθεί και ότι τον ρόλο θα έπρεπε να ερμηνεύσει η Αλίντα Βάλι, η οποία ανήκε στο δυναμικό των αστέρων που είχαν συμβόλαιο μαζί του.
Ο Ριντ και ο Γκριν συνεργάστηκαν σε ένα σενάριο που ενσωμάτωνε τις παρατηρήσεις του Σέλζνικ, ολοκληρώνοντας μια πρώτη εκδοχή του έως τα τέλη Ιουνίου. Αν και ο Κόρντα θεώρησε το αποτέλεσμα «τεράστια βελτίωση», η αυτοπεποίθηση του Σέλζνικ κλονίστηκε από την αρνητική αντίδραση της υπεύθυνης για την επιμέλεια των σεναρίων, Μπάρμπαρα Κίον, η οποία χαρακτήρισε το σενάριο «αρκετά κακό» και αμφισβήτησε το κατά πόσο «η ιστορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα ώστε να αξίζει να ειπωθεί». Ανησυχώντας, ο Σέλζνικ επέμεινε να έρθουν ο Γκριν και ο Ριντ στο Χόλιγουντ για να τον συναντήσουν. Κατά τη διάρκεια μιας σειράς συναντήσεων τον Αύγουστο, οι δυο τους άκουγαν ευγενικά τις αμέτρητες προτάσεις του για κάθε πτυχή του σεναρίου. Η πιο επιτακτική απαίτηση του Σέλζνικ ήταν ο Μάρτινς να παρουσιαστεί ως ένας πιο δυναμικός και ελκυστικός ήρωας, με τον οποίο το κοινό θα μπορούσε να ταυτιστεί και να υποστηρίξει – σε αντίθεση με τον μάλλον αξιολύπητο «αθώο ξένο» που είχε πλάσει ο Γκριν. Ο Γκριν και ο Ριντ υποσχέθηκαν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του Σέλζνικ, αλλά στην πράξη τον αγνόησαν διακριτικά, βασιζόμενοι στον Κόρντα για να αποκρούει τα όλο και πιο ανυπόμονα σημειώματα με τα οποία τους βομβάρδιζε ο Σέλζνικ τις επόμενες εβδομάδες.
Η επιλογή των ηθοποιών για τους βασικούς ρόλους πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1948. Αφού διάβασε την αρχική ιστορία του Γκριν τον Μάιο, ο Κάρι Γκραντ συμφώνησε να πρωταγωνιστήσει –υπό τον όρο ότι θα μπορούσε να υποδυθεί όποιον από τους δύο ανδρικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους επιθυμούσε–, ωστόσο αποχώρησε στα μέσα Ιουνίου, καθώς δεν ήταν διατεθειμένος να δεσμευτεί χωρίς να υπάρχει ολοκληρωμένο σενάριο. Με δισταγμό, ο Ριντ αποδέχτηκε Αντ' αυτού, επιλέχθηκε ο Τζόζεφ Κότεν, ένας από τους αστέρες που τελούσαν υπό συμβόλαιο με τον Σέλζνικ.
Ο Όρσον Γουέλς προτάθηκε αρχικά για τον ρόλο του Χάρι Λάιμ κατά τη συνάντηση στις Βερμούδες, τον Μάιο, αλλά ο Σέλζνικ πίστευε ότι το όνομά του θα έβλαπτε την εμπορική πορεία της ταινίας. Έτσι, κατά τους μήνες που ακολούθησαν, εξετάστηκαν και αρκετοί άλλοι ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων οι Νόελ Κάουαρντ, Ντέιβιντ Νίβεν, Ρόμπερτ Τέιλορ και Ρόμπερτ Μίτσαμ. Ο Σέλζνικ ενέδωσε τελικά στην έντονη επιθυμία του Ριντ να προσληφθεί ο Γουέλς μόλις τον Οκτώβριο, λίγες μόλις ημέρες πριν αναχωρήσει το βρετανικό κινηματογραφικό συνεργείο για τη Βιέννη. Τα γυρίσματα σε φυσικούς χώρους ξεκίνησαν στη Βιέννη στα τέλη Οκτωβρίου. Το καστ και το συνεργείο διέμεναν στο ξενοδοχείο «Αστόρια», στο κέντρο της Βιέννης, ενώ τα στούντιο της «Sascha Films», στο προάστιο Ζίβερινγκ, παρείχαν τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για την παραγωγή.
Φοβούμενος τις σφοδρές χιονοπτώσεις που θα μπορούσαν να συνοδεύσουν τον ερχομό του χειμώνα, ο Ριντ χώρισε το συνεργείο σε τρεις ομάδες για να κερδίσει χρόνο, με καθεμία να διαθέτει τον δικό της διευθυντή φωτογραφίας. Ο Ρόμπερτ Κράσκερ ανέλαβε την ομάδα της νύχτας, ο Σταν Πέιβι την ομάδα για τα γυρίσματα στους υπονόμους και ο Χανς Σνέεμπεργκερ την ομάδα της ημέρας. Ωστόσο, ο Ριντ είχε τη σκηνοθετική επίβλεψη και των τριών ομάδων, δουλεύοντας αδιάκοπα, μέρα και νύχτα.
Το γεγονός ότι ο Γουέλς δεν έφτασε εγκαίρως στη Βιέννη ανάγκασε τον Ριντ να πραγματοποιήσει όσα περισσότερα γυρίσματα μπορούσε χρησιμοποιώντας έναν σωσία ως αντικαταστάτη. Όταν τελικά ο ηθοποιός έφτασε, αρνήθηκε να εργαστεί στους υπονόμους, διαμαρτυρόμενος για τις άθλιες συνθήκες υγιεινής. Ο Ριντ δεν είχε άλλη επιλογή από το να κατασκευάσει ένα αντίγραφο των υπονόμων στα στούντιο «Shepperton», όπου, πολλές εβδομάδες αργότερα, γυρίστηκαν σχεδόν όλες οι σκηνές του Γουέλς — συμπεριλαμβανομένης της περίφημης πρώτης εμφάνισής του στο άνοιγμα μιας πόρτας.
Ίσως το πιο ευτυχές γεγονός κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στη Βιέννη ήταν η ανακάλυψη του Άντον Κάρας. Με την άφιξη του βρετανικού συνεργείου, ο επικεφαλής της «Sascha Films», Καρλ Χαρτλ, παρέθεσε μια δεξίωση καλωσορίσματος. Ο Κάρας, ένας ελάχιστα γνωστός δεξιοτέχνης του ζίθερ, είχε προσληφθεί για να ντύσει μουσικά τη βραδιά· ο ήχος αυτού του ιδιαίτερου οργάνου εντυπωσίασε τόσο πολύ τον Ριντ, ώστε ζήτησε να φέρουν τον Κάρας στο ξενοδοχείο «Αστόρια» για μια αυτοσχέδια ακρόαση. Αν και είχε ήδη προγραμματιστεί μια συμβατική ορχηστρική μουσική επένδυση για την ταινία, ο Ριντ σκέφτηκε ότι ο χαρακτηριστικός ήχος της ζίθερ θα μπορούσε να προσδώσει λίγο τοπικό χρώμα σε ορισμένες σκηνές. Η τελευταία ημέρα των γυρισμάτων σε φυσικούς χώρους ήταν η 11η Δεκεμβρίου. Στη συνέχεια, η παραγωγή μεταφέρθηκε στα στούντιο της British-Lion στο Άιλγουορθ (Isleworth) και το Σέπερτον (Shepperton), κοντά στο Λονδίνο. Τα γυρίσματα εκεί ολοκληρώθηκαν τελικά τον επόμενο Μάρτιο.
Για άλλη μια φορά, ο Γουέλς ήταν αυτός που δοκίμασε περισσότερο την υπομονή όλων. Επειδή δεν ήταν διατεθειμένος να περάσει περισσότερο από μία εβδομάδα στο στούντιο, όλα τα σκηνικά για τις σκηνές του έπρεπε να κατασκευαστούν ταυτόχρονα. Ωστόσο, όπως αρμόζει στις μεγαλύτερες «πριμαντόνες», ο Γουέλς αντιστάθμισε την κουραστική συμπεριφορά του με μια συναρπαστική ερμηνεία, την οποία επισφράγισε με μια στιγμή ευφυούς έμπνευσης: τον αυτοσχεδιασμό του κατά τη διάρκεια της μεγάλης σκηνής διαλόγου με τον Κότεν στη Μεγάλη Ρόδα — τον περίφημο λόγο περί «ρολογιού με τον κούκο»: «Στην Ιταλία, για τριάντα χρόνια υπό τους Βοργίες, είχαν πολέμους, τρόμο, φόνους, αιματοχυσίες...»
Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, τον Απρίλιο του 1949, ο Ριντ στράφηκε στο μοντάζ της ταινίας — ένα στάδιο που παρατάθηκε σημαντικά λόγω της σχολαστικής επεξεργασίας της πρωτοποριακής μουσικής επένδυσης. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στο Σέπερτον, είχε καθιερωθεί μια εβδομαδιαία ρουτίνα: κάθε Τετάρτη βράδυ, ο Ριντ παρακολουθούσε μια πρώτη συναρμογή του υλικού που είχε γυριστεί μέχρι τότε. Αυτή ήταν η ευκαιρία να δοκιμάσει τη μουσική για ζίθερ του Κάρας, την οποία είχε ηχογραφήσει στη Βιέννη. Όταν η μουσική αυτή «ντύθηκε» πάνω σε ορισμένες βουβές σεκάνς της ταινίας, αποδείχθηκε τόσο υποβλητική, που ο Ριντ αποφάσισε να μην χρησιμοποιήσει καθόλου ορχηστρική μουσική, αλλά να επενδύσει ολόκληρη την ταινία με τη μουσική της ζίθερ. Στα τέλη Μαΐου, ο Κάρας έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Ριντ τον φιλοξένησε στο σπίτι του. Για τους επόμενους τρεις μήνες, κάθε βράδυ, παρακολουθούσαν μια πρώτη εκδοχή της ταινίας σε μια συσκευή προβολής Moviola. Ο Ριντ κατάφερε να μεταδώσει το κατάλληλο δραματικό πλαίσιο και την ατμόσφαιρα που απαιτούνταν για τις συνθέσεις του Κάρας, παρόλο που κανείς τους δεν μιλούσε τη γλώσσα του άλλου. Ο Γκριν χαρακτήριζε τον Ριντ ως «τον μοναδικό σκηνοθέτη που γνωρίζω να διαθέτει αυτή τη συγκεκριμένη θέρμη ανθρώπινης συμπόνιας, το εξαιρετικό ένστικτο για την επιλογή του κατάλληλου προσώπου για τον κατάλληλο ρόλο, την ακρίβεια στο μοντάζ και —κάτι εξίσου σημαντικό— την ικανότητα να συμπάσχει με τις αγωνίες ενός συγγραφέα και να τον καθοδηγεί». Σε κάθε στάδιο της παραγωγής της ταινίας, αυτή η καθοδήγηση συμβάδιζε με μια ανοιχτόμυαλη στάση, η οποία ενθάρρυνε τους συνεργάτες του —είτε επρόκειτο για τον Γκριν, τον Κάρας ή ακόμα και τον Γουέλς— να προσφέρουν μερικές από τις πιο λαμπρές συμβολές τους στον κινηματογράφο.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1949, η ταινία «Ο Τρίτος Άνθρωπος» έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Plaza του Λονδίνου, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Ο Σέλζνικ, αν και θεωρούσε την ταινία «εξαιρετική», αποφάσισε παρ' όλα αυτά να την προβάλει σε ένα δοκιμαστικό κοινό στο Νιου Ροσέλ της Νέας Υόρκης και, στη συνέχεια, διαμόρφωσε ανάλογα την εκδοχή για την αμερικανική αγορά, αφαιρώντας έντεκα λεπτά. Έπειτα από επανειλημμένες αναβολές, που οφείλονταν σε μια σφοδρή διαμάχη μεταξύ του Κόρντα και του Σέλζνικ σχετικά με τους τίτλους συντελεστών, αυτή η συντομευμένη εκδοχή κυκλοφόρησε τελικά στην Αμερική —στο θέατρο Victoria της Νέας Υόρκης— στις 2 Φεβρουαρίου 1950. Φυσικά, η πλήρης εκδοχή, όπως προβλήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι αυτή που περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη έκδοση.
                                                 Μπορείτε να δείτε όλη την ταινία εδώ
Μέσα στα ερείπια μιας ρημαγμένης από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Βιέννης, ο Κάρολ Ριντ και ο Γκράχαμ Γκριν, με το ομώνυμο νουάρ μυθιστόρημα να λειτουργεί όχι ως απλό προσχέδιο αλλά ως η πρωτογενής, γυμνή αποτύπωση της κοινωνικής αποσύνθεσης, δεν γυρίζουν απλώς ένα αριστούργημα του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου, αλλά ανασύρουν στην επιφάνεια την ίδια την ανατομία του καπιταλισμού στην πιο ξεκάθαρη, ωμή και απάνθρωπη μορφή του. Ο «Τρίτος Άνθρωπος» (The Third Man), η ταινία του 1949 που σκηνοθέτησε ο Κάρολ Ριντ σε σενάριο του Γκράχαμ Γκριν, παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του φιλμ νουάρ, όχι μόνο για την κινηματογραφική του γλώσσα και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει μια κοινωνία που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στην καταστροφή, ενώ η διαφθορά, το λαθρεμπόριο και η εκμετάλλευση μετατρέπονται σε κανόνες μιας νέας, ανελέητης κανονικότητας.

Ο «Τρίτος Άνθρωπος» (1949) αποτελεί πράγματι ένα κορυφαίο κινηματογραφικό επίτευγμα, όπου η ερειπωμένη Βιέννη μετατρέπεται από απλό σκηνικό σε έναν ζωντανό, εφιαλτικό χαρακτήρα που καθρεφτίζει την ηθική και κοινωνική αποσύνθεση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Η συνεργασία του Κάρολ Ριντ με τον Γκράχαμ Γκριν ξεπερνά τα όρια μιας αστυνομικής ιστορίας μυστηρίου, προσφέροντας μια βαθιά ανατομία της ανθρώπινης φύσης και των μηχανισμών της εκμετάλλευσης σε περιόδους κρίσης.

Η ταινία αποτυπώνει αυτή την "απάνθρωπη πλευρά" μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία:

Η Γεωγραφία της Διαφθοράς: Η διαιρεμένη σε τέσσερις ζώνες κατοχής Βιέννη (Αμερικανική, Βρετανική, Γαλλική, Σοβιετική) δεν είναι παρά ο μικρόκοσμος ενός νέου, ψυχροπολεμικού κόσμου. Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό κενό εξουσίας, το λαθρεμπόριο και η μαύρη αγορά ανθούν, αποδεικνύοντας πώς η ανάγκη για επιβίωση εκμηδενίζει κάθε ηθικό φραγμό.

Ο Χάρι Λάιμ ως το Πρόσωπο του Αδίστακτου Κέρδους: Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει καθηλωτικά ο Όρσον Γουέλς δεν είναι ένας κοινός κακοποιός. Είναι ο απόλυτος κυνικός που αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους ως απλούς αριθμούς. Η περίφημη σκηνή στον τροχό (Riesenrad), όπου κοιτάζει τους ανθρώπους από ψηλά σαν «κουκκίδες» και αναρωτιέται αν θα ένιωθε κανείς οίκτο αν μια από αυτές σταματούσε να κινείται με αντάλλαγμα μερικές χιλιάδες λίρες, συμπυκνώνει την ουσία της αποστασιοποιημένης, απάνθρωπης εκμετάλλευσης.

Η Νοθευμένη Πενικιλίνη: Το «προϊόν» του λαθρεμπορίου του Λάιμ —η αραιωμένη πενικιλίνη που οδηγεί σε θάνατο ή μόνιμη παραμόρφωση παιδιά και ασθενείς— αποτελεί την πιο ακραία μεταφορά για το πώς το κέρδος μπορεί να τοποθετηθεί πάνω από την ίδια την ανθρώπινη ζωή.

Η Εξπρεσιονιστική Οπτική Γλώσσα: Οι έντονες σκιές, οι παραμορφωμένες, λοξές γωνίες λήψης (Dutch angles) του φωτογράφου Ρόμπερτ Κράσκερ και οι υγροί, σκοτεινοί υπόνομοι της πόλης δεν εξυπηρετούν απλώς την αισθητική του νουάρ. Είναι η οπτική καταγραφή ενός κόσμου που έχει χάσει την ισορροπία και τον ηθικό του προσανατολισμό.

Στον αντίποδα του κυνισμού βρίσκεται ο Χόλι Μάρτινς (Τζόζεφ Κότεν), ο αφελής συγγραφέας γουέστερν που καταφθάνει γεμάτος ιδεαλισμό, για να έρθει αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα όπου οι παραδοσιακές έννοιες του «καλού» και του «κακού» έχουν ισοπεδωθεί από την ανάγκη και την απληστία.

·       Τον πολιτικό και ιστορικό αντίκτυπο της διαιρεμένης Βιέννης του 1949.

·       Τη συμβολική σημασία της μουσικής του Άντον Κάρας με το εμβληματικό τσίθερ (zither).

·       Τη σύγκριση ανάμεσα στο βιβλίο του Γκράχαμ Γκριν και την τελική κινηματογραφική μεταφορά.

Τραγούδια \ Μουσική

  • Main Title / Holly Martins Arrives In Viena
  • 3:24·ΚάρολΡιντ, Anton Karas
  • Harry Lime's False Burial
  • 2:36·ΤζόζεφΚότεν, ΤρέβορΧάουαρντ, Anton Karas
  • Holly Encounters Anna
  • 0:44·ΤζόζεφΚότεν, Anton Karas
  • Meeting Of Conspirators At The Bridge / Holly And Anna Talk About Harry
  • 4:38·Τζόζεφ Κότεν, Αλίντα Βάλι, Πολ Χόρμπιγκερ, ...
  • Holly Is Accused Of Homicide
  • 1:01·Anton Karas, ΧέρμπερτΧάλμπικ, ΦρειδερίκοςΣρέκερ
  • Martins Is Harassed By The Mob
  • 0:33·Anton Karas
  • Martins Rans Away
  • 0:51·Anton Karas
  • Calloway Persuades Martins About Harry's Crimes
  • 0:33·Anton Karas
  • Holly Gets Drunk At The Casanova Club
  • 0:37·Anton Karas
  • Holly Brings Flowers To Anna And Lets Her Know About His Feelings
  • 5:34·Τζόζεφ Κότεν, Αλίντα Βάλι, Anton Karas
  • Holly Runs After Harry's Shadow
  • 2:21·Anton Karas
  • Anna Is Arrested By The International Police
  • 4:29·ΤζόζεφΚότεν, ΤρέβορΧάουαρντ, Anton Karas, ...
  • Holly And Harry Meet At The Prater's Big Wheel
  • 6:08·ΌρσονΓουέλς, ΤζόζεφΚότεν, Anton Karas
  • Trap To Catch Harry
  • 4:01·ΤρέβορΧάουαρντ, ΑλίνταΒάλι, ΜπέρναρντΛι, ...
  • Harry Lime's Escape
  • 8:06·ΤρέβορΧάουαρντ, Anton Karas, ΡόμπερτΜπράουν
  • Harry's Funeral
  • 1:12·ΤζόζεφΚότεν, ΤρέβορΧάουαρντ, Anton Karas
  • Anna Walks Away-Alone / End
  • 1:43·Anton Karas
  • Anton Karas' Performance στο A London Club
  • 2:52·Anton Karas
  • 1:04·Anton Karas Trailer

Τρίτος Άνθρωπος  Ο σεναριογράφος και συγγραφέας Γκρέιαμ Γκρην έγραψε το σενάριο κι έπειτα εξέδωσε ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο (το οποίο είχε γράψει ως μέρος της προετοιμασίας για τη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας). Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ο Τζόζεφ Κότεν, η Αλίντα Βάλι, ο Όρσον Ουέλλς ο Τρέβορ Χάουαρντ κά__βλ. παρακάτω όλο το cast.
Η ταινία προτάθηκε για τρία βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και βραβεύτηκε με Όσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στην 57η θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Σύμφωνα με πολλούς κριτικούς η ταινία συγκαταλέγεται μεταξύ των καλύτερων όλων των εποχών, εφόσον έχει επαινεθεί για τις ερμηνείες των ηθοποιών, για τη μουσική της επένδυση και για την ατμοσφαιρική της φωτογραφία.
Υπόθεση εν περιλήψει: Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χόλλυ Μάρτινς (Κόττεν) ένας απένταρος Αμερικανός συγγραφέας, φτάνει στη κατεχόμενη από τους συμμάχους Βιέννη για να συναντήσει τον παλιό του φίλο, Χάρρυ Λάιμ (Ουέλλς), που επρόκειτο να του δώσει δουλειά. Κατά την άφιξή του ενημερώνεται ότι ο Χάρρυ χτυπήθηκε από ένα φορτηγό μπροστά στην πολυκατοικία στην οποία διέμενε κι ότι είναι νεκρός. Την ημέρα της κηδείας του ο Χόλλυ συναντά μια όμορφη γυναίκα, την Άννα Σμιντ (Βάλλι), η οποία ήταν ερωμένη του Χάρρυ. Ο αξιωματικός της αστυνομίας Κάλλογουεϋ ( Χάουαρντ), που ερευνά το θάνατο του Λάιμ, προσφέρει στον Χόλλυ ένα εισιτήριο για να επιστρέψει στην Αμερική, αλλά όταν ο νεαρός άνδρας συναντά δυο φίλους του Χάρρυ που ήταν μαζί του τη μέρα του ατυχήματος, των οποίων οι μαρτυρίες πάνω στο θάνατο του φίλου του διαφέρουν, ο Χόλλυ αποφασίζει να μείνει στη Βιέννη για να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Ο θυρωρός της πολυκατοικίας όπου διέμενε ο Χάρρυ του αναφέρει ότι πέρα από τους δυο άνδρες που ήταν μαζί με το θύμα την ημέρα του ατυχήματος, υπήρχε κι ένας μυστήριος τρίτος άνδρας που τους βοήθησε να μεταφέρουν το νεκρό σώμα στο πεζοδρόμιο. Αργότερα ο Χόλλυ πληροφορείται ότι ο Χάρρυ ήταν αρχηγός μιας σπείρας που έκλεβε πενικιλίνη από το στρατιωτικό νοσοκομείο για να τη νοθεύσει και να την πουλήσει στη μαύρη αγορά. Η νοθευμένη αυτή πενικιλίνη προκάλεσε το θάνατο πολλών παιδιών. Ο Χόλλυ, με τη βοήθεια της Άννα, συνεχίζει τις έρευνές του στους δρόμους της Βιέννης και σύντομα έρχεται αντιμέτωπος με τον "Τρίτο Άνθρωπο" που ήταν παρών την ημέρα του ατυχήματος, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Χάρρυ, που είναι τελικά ζωντανός. Τότε ο Χόλλυ αποφασίζει να βοηθήσει την αστυνομία να πιάσει τον Χάρρυ, με αντάλλαγμα την παραμονή της Άννα (που βρίσκεται στην πόλη με πλαστά έγγραφα) στη Βιέννη. Ξεκινά λοιπόν ένα ανθρωποκυνηγητό στους υπονόμους της πόλης που έχει αιματηρή και θανάσιμη έκβαση.

Cast
  •     Joseph Cotten ως Holly Martins
  •     Alida Valli __credited ως *Valli*) ^^ Anna Schmidt
  •     Orson Welles ^^ Harry Lime
  •     Trevor Howard ^^ ταγματάρχης Calloway
  •     Paul Hörbiger ^^ Karl, αχθοφόρος του Lime
  •     Ernst Deutsch ^^ "Baron" __Βαρώνος Kurtz
  •     Erich Ponto ^^ Dr Winkel
  •     Siegfried Breuer ^^  Popescu
  •     HedwigBleibtreuως σπιτονοικοκυρά της Anna
  •     Bernard Lee ως Λοχίας Paine
  •     Wilfrid Hyde-White ^^ Crabbin
  •     Alexis Chesnakov ως Brodsky, Σοβιετικός αξιωματούχος
  •     HerbertHalbikως Hansel, το αγόρι με τη μπάλα
  •     Leo Bieber ^^ Casanova, barman
  •     RobertBrown& GeoffreyKeenως Βρετανοί βουλευτές
  •     ReedDeRouenως αμερικάνος βουλευτής
  •     Paul Hardtmuth ^^ θυρωρόςστο Hotel Sacher
  •     Annie Rosar ωςγυναίκατου  Paul Hardtmuth
  •     EricPohlmannως σερβιτόρος στο Smolka
  •     BrotherTheodoreάντρας στο δρόμο
  •     NellyArno^^ μητέρα του Kurtz
  •     Karel Štěpánekως θεατρίνος Josefstadt
  •     JosephCotten__αφηγητής (pre-1999 USversion)
  •     Carol Reed __αφηγητής (pre-1999 UK, and all post-'99 versions)

Κυκλοφορία
1-Σεπ-1949 (UK) | 2-Φεβ-1950 (US) __στην Ελλάδα 6-Ιαν-1958 στον κινηματογράφο Ορφέας (Αθήνα)

  • Ηθοποιοί: Πρώτη επιλογή για το ρόλο του Χάρρυ Λάιμ ήταν ο Κάρυ Γκραντ, αλλά ο Κάρολ Ρηντ ήθελε πάση θυσία να προσλάβει τον Όρσον Ουέλλς για το ρόλο. Ο παραγωγός Ντέηβιντ Ο. Σέλζνικ είχε τις ενστάσεις του εφόσον ο Ουέλλς θεωρούνταν, εκείνη την περίοδο, "Δηλητήριο των Ταμείων". Πρώτη επιλογή του Ρηντ για το ρόλο του Χόλλυ Μάρτινς ήταν ο Τζέημς Στιούαρτ, αλλά και πάλι ο Σέλζνικ επέμεινε στον Τζόσεφ Κόττεν που είχε συμβόλαιο με την εταιρία του. Η Ιταλίδα Αλίντα Βάλλι ήταν επίσης επιλογή του Σέλζνικ. Τόσο ο Ρηντ, όσο και ο Αλεξάντερ Κόρντα ήταν δυσαρεστημένοι από την επιλογή αυτή. Ο Ρηντ θεωρούσε ότι η Αλίντα έπρεπε να ντύνεται απλά και φτωχικά και όχι κομψά όπως την ήθελε ο Σέλζνικ. Με τη βοήθεια του Αλεξάντερ Κόρντα που ήταν ο δεύτερος παραγωγός της ταινίας τα κατάφερε.
  • Σκηνοθεσία: για χρόνια η ταινία συνοδευόταν από τον αστικό μύθο ότι ο πραγματικός σκηνοθέτης ήταν ο Όρσον Ουέλλς κι όχι ο Κάρολ Ρηντ, εφόσον πολλά στοιχεία της θυμίζουν την τεχνική που χρησιμοποιούσε ως σκηνοθέτης ο Ουέλλς, που το 1967, σε συνέντευξή του στον Πήτερ Μπογκντάνοβιτς, δήλωσε ότι η ταινία ήταν του Ρηντ. Ο Μπογκντάνοβιτς στη συνέντευξή του για την παρουσίαση της ταινίας στην έκδοσή της από την Criterion δήλωσε ότι το πιθανότερο ήταν ο Ρηντ να έχει επηρεαστεί από το σκηνοθετικό έργο του Ουέλλς.
  • Σενάριο: Ο σεναριογράφος Graham Greene, πριν ασχοληθεί με το σενάριο της ταινίας, έγραψε μια νουβέλα πάνω στην οποία επρόκειτο να πατήσει για να γράψει το σενάριο, που κυκλοφόρησε μετά την προβολή της ταινίας στον κινηματογράφο.
    ◽ Η νουβέλα παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με την ταινία. Στο μυθιστόρημα αφηγητής των γεγονότων είναι ο αστυνομικός Κάλλογουεϋ, σε αντίθεση με την ταινία όπου αφηγητής είναι ο ίδιος ο Ρηντ (στη βρετανική έκδοση της ταινίας) και ο Τζόσεφ Κότεν (στην αμερικανική έκδοση της ταινίας). Επιπλέον οι Μάρτινς και Λάιμ είναι Άγγλοι στο μυθιστόρημα και Αμερικανοί στην ταινία, ενώ το όνομα του Μάρτινς στο μυθιστόρημα είναι Ρόλλο και όχι Χόλλυ. Άλλη διαφορά σχετίζεται με την εθνικότητα του Ποπέσκου, ο οποίος είναι Αμερικανός στη νουβέλα. Επίσης, στην τελική σκηνή της νουβέλας η Άννα και ο Χόλλυ ετοιμάζονται να ξεκινήσουν μια νέα ζωή μαζί, σε αντίθεση με την ταινία όπου η Άννα τον απορρίπτει. Ο Κάρολ Ρηντ και o παραγωγός Ντέηβιντ Ο. Σέλζνικ είχαν διαφορετική άποψη από εκείνη του Γκρην, με θέμα το κλείσιμο της ταινίας. Ο Γκρην επέμενε στη διατήρηση του χαρμόσυνου τέλους της νουβέλας, ενώ ο σκηνοθέτης και ο παραγωγός το θεωρούσαν συμβατικό και επιφανειακό. Μερικά χρόνια αργότερα ο Γκρην παραδέχτηκε ότι οι δυο άνδρες είχαν δίκιο.
  • Φωτογραφία: Ο διευθυντής φωτογραφίας Ρόμπερτ Κράσκερ, ξεκίνησε να παίρνει λήψεις από τη μεταπολεμική Βιέννη τον Δεκέμβριο του 1948. Έπειτα η παραγωγή μετατοπίστηκε στα στούντιο Σέπερτον στο Λονδίνο και τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν Μάρτη 1949. Τα γυρίσματα της τελικής καταδίωξης του Ουέλλς στον υπόνομο έγιναν εξ ολοκλήρου στο στούντιο, ενώ για τις εξωτερικές λήψεις στις οποίες εμφανίζεται ο Ουέλλς χρησιμοποιήθηκαν σωσίες. Ο Ρηντ έπρεπε να δίνει οδηγίες σε τέσσερις κινηματογραφικές μονάδες που έπαιρναν λήψεις από ολόκληρη τη Βιέννη. Ο φόρτος της εργασίας ήταν τεράστιος και γι' αυτό το λόγο έπαιρνε αμφεταμίνες για να μείνει ξύπνιος.
  • Μουσική επένδυση: Ο συνθέτης Άντον Καράς (Κάρας __1906-1985 Αυστριακός μουσικός και συνθέτης) έγραψε κι εκτέλεσε το μουσικό θέμα της ταινίας με συνοδεία μονάχα τσίτερ (παραδοσιακό γερμανικό μουσικό όργανο σαν το δικό μας σαντούρι). Το κύριο μουσικό θέμα έγινε γνωστό ως *The Third Man Theme* και έφτασε στην κορυφή της λίστας με τις μουσικές επιτυχίες παγκοσμίως κάνοντας γνωστό τον, μέχρι τότε, άσημο συνθέτη. Σύμφωνα με τον βοηθό σκηνοθέτη Γκάυ Χάμιλτον, ο Ρηντ γνώρισε τον Καράς τυχαία σε ένα πάρτυ στη Βιέννη, όπου έπαιζε το τσίτερ. Ο Ρηντ πήρε μαζί του τον Καράς στο Λονδίνο, φιλοξενώντας τον στο σπίτι του, κι οι δυο τους συνεργάστηκαν ώστε το θέμα να ετοιμαστεί σε έξι εβδομάδες.

Αμερικανική έκδοση: Πριν η ταινία κυκλοφορήσει στις Η.Π.Α., ο Σέλζνικ κάλεσε τον Τζόσεφ Κόττεν στο στούντιο και τον έβαλε να ερμηνεύσει τον μονόλογο τον οποίο ερμηνεύει ο σκηνοθέτης Κάρολ Ρηντ στην βρετανική εκδοχή της ταινίας. Επίσης έκοψε 11 λεπτά από την ταινία προκειμένου ο χαρακτήρας του Κόττεν να γίνει πιο ηρωικός. Η ταινία προβάλλεται πλέον στις Η.Π.Α. με την κανονική της μορφή.

Βραβεία: Η ταινία βραβεύτηκε με το Μέγα Βραβείο (νυν Χρυσός Φοίνικας) από το Φεστιβάλ των Καννών, έλαβε επίσης το βραβείο της καλύτερης βρετανικής ταινίας της χρονιάς από την Ακαδημία Βρετανικού Κινηματογράφου, καθώς και το Όσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας το 1950 __Ρόμπερτ Κράσκερ || Υποψηφιότητα: Σκηνοθεσίας - Κάρολ Ρηντ & Πρωτότυπου Σεναρίου - Γκρέιαμ Γκρην