13 Ιανουαρίου 2024

Memento mori: θυμηθείτε τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια...

Ο θάνατος, αιώνες πριν, σε εποχές με πολλών ειδών φόβους (κοινωνικούς, θρησκευτικούς, οικονομικούς, πολιτικούς), όταν οι λαοί μαστίζονταν από συνεχιζόμενους πολέμους, σιτοδείες και απανωτές επιδημίες πανώλης, επηρέασε καθοριστικά την τέχνη και τη λογοτεχνία. Απεικονιζόταν πότε σαν ιππότης της Αποκάλυψης που καλπάζει πάνω από πτώματα, πότε σαν αποκρουστική γυναίκα με φτερά νυχτερίδας, πότε σαν σκελετός οπλισμένος με δρεπάνι ή με τόξο και βέλη, καθισμένος σε ένα άρμα που έσερναν βόδια. Τον 14ο αιώνα εμφανίζεται η λέξη «μακάβριος» που αφορά στην εικο­νογραφία του θανάτου.

Τον Μεσαίωνα, τα ταμπλό με τον Μακάβριο Χορό (οι ζωντανοί χό­ρευαν πλάι - πλάι με τους πεθαμένους) ήταν ευρέως διαδεδομένα. Βρίσκονταν σε τοίχους νεκροταφείων, σε εκκλησίες και σε γωνίες δρόμων, για να θυμίζουν στον θεατή την παροδικότητα της ζωής και το αδυσώπητο του θανάτου. Ωστόσο, δεν στερούνταν κοινωνικής κριτικής. Ο Χορός του θανάτου είναι ένα θέμα σαρκαστικό, μια εκτό­νωση του καταπιεσμένου λαού για την φεουδαρχική τυραννία.

Με πηγή τη δημοτική παράδοση, οι λαϊκές δοξασίες που απηχούσαν τον γενικό φόβο μπροστά στην παντοδυναμία του θανάτου πέ­ρασαν στην ποίηση και τη μουσική.

Τον θάνατο, χορεύοντας,
κατάματα κοιτάμε...

Ο ελληνικός λαός φαντάζεται την επιθανάτια αγωνία σαν πάλη του ανθρώπου με το Χάρο (χαροπάλεμα), αλλά στον αγώνα αυτό η έκβαση δεν είναι αμφίβολη, αφού τελικά υποκύπτει και ο γενναιότερος των θνητών: Κι εννιά φοραίς τον έβαλεν ο νιος το Χάρο κάτω. Μ' απάνω εις τς εννιά φοραίς του Χάρο βαροφάνη. Πιάνει το νιο 'που τα μαλλιά, χάμαις τον γονατίζει. Άφις με, Χάρο, τα μαλλιά και πιάσ' μ' απού τη μέση, και τοτεσάς σου δείχνω γω πώς ειν' τα παλληκάρια. -Αποκειδά τα πιάνω γω ούλα τα παλληκάρια, πιάνω κοπέλλαις όμορφαις, κι' άντρες πολεμιστάδες,και πιάνω και μωρά παιδιά μαζί με τσοι μαννάδες." (ελληνικό μοιρολόι).

Όμως η ελληνική ιστορία έχει να επιδείξει περιστατικά τα οποία φανερώνουν ότι ο θάνατος μπορεί να έλθει σαν επιλογή, όταν η συνέχιση της ζωής έχει τίμημα μεγαλύτερο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια από το οριστικό τέλος της: «...οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε δίχως την ελευτεριά... μεσ΄ στον Άδη κατεβαίνουν, με τραγούδια, με χαρά...» Παρότι το γεγονός τηε κατακρήμνισης των γυναικών του Σουλίου μπροστά στον κίνδυνο της αιχμαλωσίας από τους Τούρκους (1803) είναι ιστορικά εξακριβωμένο, η μοναδική μαρτυρία για τον περίφημο χορό του Ζαλόγγου βρίσκεται στα απομνημονεύματα του Χριστόφορου Περραιβού (1815): «αι μητέρες πιάνοντας η μία με την άλλη τα χέρια τους άρχισαν και εχόρευαν, χορεύουσαι δε επηδούσαν ευχαρίστως μία κατόπιν της άλλης από τον κρημνόν...»

 

Η λαϊκή μούσα έχει απαθανατίσει το τραγούδι του Ζαλόγγου, είτε οι Σουλιώτισσες έπεσαν «εν χορώ» είτε όχι. Με αυτό («Έχε γεια καημένε κόσμε/έχε γεια γλυκιά ζωή...») αποχαιρέτησε τη δική της ζωή η Σταθούλα Λεβέντη πριν την πάνε για εκτέλεση [1948], χορεύοντας γύρω από το φοίνικα των φυλακών Αβέρωφ. Την ίδια στιγμή, 19 παλικάρια τιμούσαν τη μελλοθάνατη χορεύοντας τον ίδιο χορό στις διπλανές φυλακές... Την αγωνίστρια που τόλμησε να κοιτάξει το θάνατο κατάματα, δοξάζοντας με το χορό της τη ζωή που άφηνε ώστε να γίνει δικαιότερη για όσες και όσους έμεναν πίσω, ακολούθησαν άλλες 16 αλύγιστες γυναίκες.

Ζυμωμένες με τα ιδανικά της λευτεριάς, της αξιοπρέπειας και του συλλογικού αγώνα για καλύτερη ζωή, ο χορός του Ζαλόγγου εμφα­νίζεται και σε άλλες συγκλονιστικές στιγμές της νεώτερης ιστορίας της Ελλάδας.

 

1944. «Ήτανε πρώτη του Μα­γιού, φως όλα μέσα κι έξω...». Την προηγούμενη μέρα είχε γίνει γνωστή από τους Γερμανούς η επικείμενη εκτέλεση 200 παλικαριών από τις φυλακές Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής: «Αυτή τη φοβερή ατμόσφαιρα προσπαθούν να τη σπάσουν με χορό και τραγούδι οι Ακροναυπλιώτες. Πιάνουν τις κιθάρες και ο Φώτης ο Σαντομοίρης με το βιολί του, ανοίγουν το χορό του Ζαλόγγου. “Στη στεριά δε ζη το ψάρι, ούτ' ανθός στην αμμουδιά...". 0 Γιώργος ο Γκότσης πρώτος, και ξοπίσω, σε μεγάλο κύκλο ο Νικολόπουλος ο Γεωργακούνης, ο Κωτσανιώτης, ο Κουλαμπάς, ο Βλάσης και άλλοι. Σε λίγο πιάνουν οι Κρητικοί τον πεντοζάλη. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης πρώτος κι αγκαλιαστά οι άλ­λοι φτεροπόδαροι Κρητικοί... χορεύουν και τραγουδούν...»

Πρωτομαγιά εκτελέστηκαν. Και οι 200.Όλοι, με τα μάτια λυτά για να χαρούν «τον ήλιο που ανατέλλει», χόρεψαν νοερά τον Πυρρί­χιο, τον ποντιακό πολεμικό χορό, αφού όλοι πήγαν στη μάχη, όπως έγραψε στο τελευταίο του σημείωμα ο Ηπειρώτης Κώστας Τσίρκας. Με τον θάνατό τους θριάμβευσε η ζωή!... Την είχαν πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει...

«Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, / μον' ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. _Και πρώτος άρχος του χο­ρού, δυο μπόγια πάνου απ' όλους / κι από το χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος./ Κι' είναι από τότε Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω...» (Πρωτομαγιά του 1944, Κώστας Βάρναλης)

Μια πορεία καθημερινής αναμέτρησης με το θάνατο. Με αμέτρητες, καθημερινές μάχες, με κάθε λογής, μικρούς και μεγάλους "ηράκλειους άθλους" των κομμουνιστών. Ο ατρόμητος Κώστας Βιδάλης δολοφονείται εν ψυχρώ από φασιστικές συμμορίες, μετά τη Βάρκιζα. Οι Τάκης Φίτσιος και Γιώργης Στράγγας, σκοτώνονται στον εμφύλιο, ο Πάνος Κορνάρος, ο Αριστοτέλης Τσουρτσούλης και ο Μήτσος Καραντώνης εκτελούνται, οι δύο πρώτοι από τους χιτλεροφασίστες κατακτητές και ο τρίτος στη διάρκεια του εμφυλίου. Κι ακόμη, ο Θανάσης Κλάρας, ο Μήτσος Μαρουκάκης, η Ηλέκτρα Αποστόλου, ο Κώστας Χατζήμαλης, ο Γιώργης Τσιτήλος, ο Γιώργης Βρετάκος, ο Παράσχος Μαρμαρέλης, ο Αντώνης Παπαγγέλου, ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, ο Πάνος Γώγος, ο Βασίλης Φίλιππας, ο Γιώργος Λαμπρινός, ο Γιώργος Πουλίδης, ο Αδάμ Μουζενίδης, ο Σπυριδάκης, ο Βασιλειάδης, ο μπαρμπα-Μανώλης Λυγηρός, η "ψυχή" του δικτύου διανομής του "Ριζοσπάστη" και της "Ελεύθερης Ελλάδας".

Σήμερα, αντλούμε θάρρος από το ηρωικό παράδειγμά τους, την ατράνταχτη πίστη και την αφοσίωσή τους στις κομμουνιστικές αξίες και ιδανικά, την αντρειοσύνη και τη μεγαλοσύνη τους. Αντλούμε αισιοδοξία κι ελπίδα. Νιώθουμε σιγουριά ότι μπορούμε. Όπως και τότε. Μπορούμε να νικήσουμε και τη σημερινή βαρβαρότητα της ιμπεριαλιστικής νέας τάξης και των πολέμων, του δήθεν ρεαλισμού της συναίνεσης και της υποταγής στο μικρότερο κακό, της αλλοτρίωσης και της πολύμορφης χειραγώγησης των συνειδήσεων, της χυδαίας εμπορευματοποίησης των πάντων και της έκπτωσης των αξιών και ιδανικών. Μπορούμε. Πατώντας στέρεα πάνω στα ίδια θεμέλια, στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και την πολιτική του. Παλεύοντας ακούραστα για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού μας. Για να λάμψει η αλήθεια και να φτάσει παντού, όπως στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ακόμη περισσότερο σήμερα που το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο – η ταξική πατρίδα κάθε εργάτη – λύγισε κάτω από το βάρος της αντεπανάστασης και η πατρίδα που έχτισαν οι ηρωικοί μπολσεβίκοι, η πατρίδα του Λένιν, του Στάλιν, του Σταχάνοφ, του Ζούκωφ, του Γκαγκάριν, του Σοστακόβιτς, η πατρίδα του σοβιετικού λαού μετατράπηκε σε λάφυρο της νέας, αστικής Ρωσίας που αναδύονταν από το βούρκο της περεστρόικα.

Όπως και οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια Πάβελ Κορτσάγιν που «έδεναν το ατσάλι» μαζί με το τιτάνιο ιστορικό οικοδόμημα που "γέννησε" τον άνθρωπο της νέας κοινωνίας του πρώιμου και ανολοκλήρωτου σοσιαλισμού.  Οι μυλόπετρες της αντεπανάστασης, υποστηριζόμενες από τα γρανάζια του διεθνούς ιμπεριαλισμού, συνέτριβαν τα πάντα, στην πραγματικότητα όμως ο θάνατος των παραπάνω είναι κατά βάση μόνο βιολογικός. Γιατί ακόμα σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά και σ΄όλο τον κόσμο συνεχίζουν να εμπνέουν αυριανούς επαναστάτες για το τσάκισμα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, την απελευθέρωση της ανθρωπότητας και την κομμουνιστική προοπτική.

Ακούμε: δε θέλεις πια να δουλέψεις μαζί μας.
Γονάτισες,  δε μπορείς άλλο να τρέχεις.
Κουράστηκες, δε μπορείς πια να μαθαίνεις καινούργια.
Ξόφλησες: Κανείς δε μπορεί να σου ζητήσει να κάνεις πια τίποτα.

Μάθε λοιπόν: εμείς το ζητάμε.
Σαν κουραστείς κι αποκοιμηθείς κανείς δε θα σε ξυπνήσει πια να πει:
σήκω το φαΐ είναι έτοιμο.
Γιατί να υπάρχει έτοιμο φαΐ;

Σαν δεν μπορείς άλλο να τρέχεις, θα μείνεις ξαπλωμένος.
Κανείς δε θα σε ψάξει για να πει: “έγινε επανάσταση, τα εργοστάσια σε περιμένουν”.
Γιατί να ’χει γίνει επανάσταση;
Όταν πεθάνεις θα σε θάψουν, είτε φταις που πέθανες, είτε όχι.

Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες. δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.
Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
Ήλπιζες τι;

Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;
Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.
Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει θα χαθούμε.
Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του, οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη

Memento mori: καλλιτεχνικό ή συμβολικό τροπάριο που λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου του θανάτου. Η έννοια έχει τις ρίζες της στους φιλοσόφους της κλασικής αρχαιότητας και του Χριστιανισμού και εμφανίστηκε στην ταφική τέχνη και αρχιτεκτονική από τη μεσαιωνική περίοδο και μετά

Ed è subito sera _Και είναι αμέσως το βράδυ _
Salvatore Quasimodo

Όλοι στέκονται στην καρδιά της γης,
τρυπημένης από μια ακτίνα ηλιοφάνειας:
και έρχεται αμέσως βράδυ.

Ο καθένας είναι ακίνητος και ακίνητος, μόνος του, στην ψευδαίσθηση ότι είναι το κέντρο της γης, φωτίζεται (αλλά επίσης τραυματίζεται) από μια ακτίνα ηλιοφάνειας: και ξαφνικά φτάνει το βράδυ (απροσδόκητος θάνατος).Ένας από τους πιο σημαντικούς και εκφραστικούς στίχους του Quasimodo. Μόνο τρεις ελεύθερες γραμμές για να εκφράσουν κάποιες βασικές έννοιες της ύπαρξης και της κατάστασης του ανθρώπου: η κατάσταση της μοναξιάς του, ο αγώνας του για επίτευξη φευγαλέας ευτυχίας, η παράδοσή του στο θάνατο. Ο καθένας είναι μόνος στην καρδιά της γης, αφού κάθε άνθρωπος είναι τραγικά μόνος, και ακόμα κι αν πιστεύει ότι βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου (στην καρδιά της γης), αφού υφαίνει σχέσεις με άλλους και ίσως παντρεύεται και έχει παιδιά και ως εκ τούτου προφανώς ζει τη ζωή του πλήρως, ωστόσο είναι μόνος του και επιπλέον διαπερνιέται από μια ακτίνα ηλιοφάνειας, όπως αναφέρει ο Quasimodo. Η ζωή στην πραγματικότητα δίνει στον άνθρωπο ένα νήμα ζεστασιάς και ελπίδας, ευτυχίας, σαν μια ακτίνα ηλιοφάνειας, αλλά ταυτόχρονα τον πληγώνει σαν σπαθί, τον τρυπά, κάνοντάς τον να υποφέρει.
Και αυτός ο αγώνας τελειώνει σύντομα, καθώς είναι αμέσως βράδυ, η ανθρώπινη ύπαρξη εξαντλείται σε μια στιγμή. Η ίδια η συντομία της σύνθεσης και το μήκος των γραμμών που κατεβαίνουν από το πρώτο έως το τελευταίο, μας δίνει αυτό το συναίσθημα, δηλαδή για το πώς η ζωή είναι επισφαλής και βυθίζεται προς το βράδυ, προς το θάνατο που έρχεται γρήγορα.


Στη φωτο κεφαλίδας
Ο θρίαμβος του θανάτου, νωπογραφία, 15ος αιώνας, palazzo Scalfari Palermo _Ιταλία και μαζί η νεκροκεφαλή με το τσιγάρο που καίει του Vincent van Gogh

               Με πληροφορίες και από την ατζέντα της ΟΓΕ 2024

Με σύντροφο την τέχνη βρισκόμαστε
ανυποχώρητα στις επάλξεις του αγώνα,
μαθαίνοντας από το χθες, παρεμβαίνοντας στο σήμερα,
παλεύοντας συλλογικά για το αύριο που μας αξίζει…

Η έβδομη σφραγίδα

Η Έβδομη Σφραγίδα _ Det sjunde inseglet θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της 7ης Τέχνης. Βαθιά φιλοσοφικό και αλληγορικό, με αρκετή δόση χιούμορ τολμάει για πρώτη φορά στο παγκόσμιο σινεμά να θέσει το αιώνιο ερώτημα “Υπάρχει Θεός; “. Αυτό το ερώτημα, μαζί με τον φόβο του θανάτου, βασανίζουν εκείνη την περίοδο και τον ίδιο τον Bergman, σηματοδοτώντας την έναρξη του υπαρξιακού σινεμά και την ώριμη, “μέση“ περίοδο του σκηνοθέτη.

·        Χρησιμοποιώντας κάποιους φυσικούς, εξωτερικούς χώρους και ελάχιστα εφέ, ο Bergman γύρισε την ταινία μέσα σε 35 ημέρες στα Rasunda Film Studios, με αρκετά χαμηλό προϋπολογισμό. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται σε εξωτερικούς χώρους, το σκηνικό δεν είναι νατουραλιστικό. Η ασπρόμαυρη, με μεγάλες αντιθέσεις του φωτός, κινηματογράφιση δημιουργεί μία εξπρεσιονιστική οπτική. Ο σκηνοθέτης δεν πέφτει στην παγίδα της εξεζητημένης σκηνοθεσίας, η τεχνική του διαπνέεται από απλότητα, κάνοντας συχνά κοντινά πλάνα στους ήρωες της ιστορίας, ώστε να αναδειχθούν τα συναισθήματά τους. Οι διάλογοι είναι αρκετά θεατρικοί και ποιητικοί, σε αντίθεση με το παραδοσιακό σινεμά, αλλά πειστικά αληθινοί.

·        Το όνομα της ταινίας είναι από το όγδοο εδάφιο της “Αποκάλυψης”, το οποίο ακούγεται στην αρχή, αλλά και στο τέλος του έργου : “Και όταν άνοιξε την Έβδομη Σφραγίδα, έγινε σιωπή στον ουρανό μέχρι μισή ώρα. “

Σύνοψη

Η Έβδομη Σφραγίδα διαδραματίζεται στη Σουηδία το 14ο αιώνα, στην εποχή του Μεσαίωνα . Ο Antonius Block (Max Von Sydow) , ένας απογοητευμένος ιππότης που έχει χάσει την πίστη του και ψάχνει να βρει απαντήσεις , γυρίζει μετά από 10 χρόνια από τις Σταυροφορίες μαζί με τον κυνικό ιπποκόμο του Jons (Gunnar Bjornstrand) , ενώ η Μαύρη Πανώλη μαστίζει τη Σκανδιναβία. Όταν, ξαφνικά, ο Θάνατος (Bengt Ekerot) εμφανίζεται για να τον πάρει μαζί του, ο Block νιώθοντας ότι πρέπει να κάνει μία τελευταία σημαντική πράξη, του προτείνει να παίξουν μία παρτίδα σκάκι, ώστε να παρατείνει τη διάρκεια της ζωής του όσο το παιχνίδι συνεχίζεται. Στο δρόμο συναντά ένα ζευγάρι περιοδευόντων ηθοποιών, τη Mia (Bibi Andersson) και τον Jof (Nils Poppe), μαζί με τον γιό τους Mikael και τους προσκαλεί να ταξιδέψουν μαζί τους μέχρι το κάστρο του για να αποφύγουν την Πανώλη. Μέχρι το ταξίδι τους να ολοκληρωθεί, ο Block έχει μάλλον βρει απάντηση σε κάποια από τα ερωτήματα που τον ταλάνιζαν, χορεύοντας κάπως πιο πρόθυμα τον τελευταίο άγριο χορό του Θανάτου.

Συμβολισμοί

Το αριστούργημα του Bergman είναι γεμάτο από πληθώρα συμβολισμών, ξεκινώντας από την πιο εμβληματική σκηνή του έργου, Το παιχνίδι σκακιού με τον Θάνατο, το οποίο συμβολίζει τη γνώση του τέλους της ζωής. Η εποχή του Μεσαίωνα, και συγκεκριμένα ο 14ος αιώνας που καθορίστηκε από την πανδημίας της Πανώλης, θυμίζει στον Bergman, την εποχή που γυρίστηκε η ταινία. Μια μεταπολεμική εποχή που οδεύει προς την αποκάλυψη. Οι χαρακτήρες των Jof και Mia και ο γιος τους Mikael αντιπροσωπεύουν την “Αγία Οικογένεια “, την αγάπη, την ελπίδα και τη χαρά και είναι αυτοί που κάνουν τον πρωταγωνιστή να καταλάβει ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ζωής. Επιπλέον, οι φράουλες και το γάλα που προσφέρει το ζευγάρι στους συνδαιτυμόνες τους, συμβολίζουν τη μετάληψη , όχι όμως ως “Θεία Κοινωνία “, αλλά ως αγάπη κι ελπίδα. Στην τελευταία σκηνή, ο μακάβριος χορός του Θανάτου στην ποπ κουλτούρα είναι μία υπενθύμιση πως ο Θάνατος μας ενώνει όλους. Οι συμβολισμοί έχουν πολύ σημαντική θέση σ’ αυτό το αλληγορικό έργο του Bergman, που βρίθει από αυτούς, κάνοντας αναφορές στην Ιστορία της Τέχνης και χρησιμοποιώντας σύμβολα του θανάτου δημοφιλή στη Μεσαιωνική τέχνη την περίοδο της Πανώλης.
Σκηνοθεσία
: Ingmar Bergman _1957 _97λ
Max Von Sydow, Bengt Ekerot, Bibi Andersson, Gunnar Bjornstrand, Inga Landgre, Ake Fridell, Nils Poppe

Οι "φράουλες" άργησαν να ωριμάσουν

Ένας απολογισμός μιας ζωής, μιας ζωής μεγάλης σε διάρκεια και μικρής από αισθήματα μας. Μια ταινία που θεωρήθηκε σταθμός στην 7η τέχνη και την υπέγραψε ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Αναφερόμαστε στο αριστούργημα "Άγριες Φράουλες" (Smultronstället) που γυρίστηκε στα 1957 και θεωρήθηκε ως ένα έργο με πλούσια σκηνοθετικά ευρήματα και διακρίθηκε στα Φεστιβάλ Βενετίας και Βερολίνου το 1958. Ένας ηλικιωμένος καθηγητής απολογείται στον ίδιο του τον εαυτό, εικονογραφεί τις αναμνήσεις του, φωτογραφεί τις τύψεις που βασανίζουν, εντελώς ξαφνικά, το γεμάτο ρυτίδες ανέκφραστο, αλλά συνάμα και τόσο εκφραστικό πρόσωπό του. Το παρόν τινάζεται προς τα πίσω και δίνει τη θέση του στο παρελθόν. Ο καθηγητής βγάζει μια βωβή κραυγή πόνου. Δεν είχε δείξει ποτέ τα συναισθήματά του. Είχε άραγε; Εδώ είναι το ερώτημα. Ο καθηγητής ήταν πάντα απομονωμένος, αποξενωμένος από όλους, ακόμη και από τον ίδιο του το γιο. Και εδώ που τα λέμε, ακόμη και από τον εαυτό του. Ο Βίκτορ Σγίοστρομ, που κρατά τον πρώτο ρόλο, δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας, ένα ρεσιτάλ που άφησε έκπληκτο ακόμη και τον σκηνοθέτη. Πλάι του, μεγάλοι ηθοποιοί όπως η Ινγκριντ Τούλιν, η Μπίμπι Αντερσεν, ο Μαξ Φον Σίντοφ και ο Γκούναρ Μπγιέρστραντ ερμηνεύουν εξαιρετικά, λιτά και δυνατά τους ρόλους τους, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό κάτω από το άγρυπνο και αυστηρό βλέμμα του Μπέργκμαν.

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στα 1918. Ήταν γιος Λουθηρανού πάστορα και μεγάλωσε με μεγάλη πειθαρχία και ηθικολογία. Οι τραυματικές εμπειρίες του από την παιδική του ηλικία αποτέλεσαν και κυριότερη πηγή έμπνευσής του. Ενώ σπούδαζε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, άρχισε να σκηνοθετεί φοιτητικές θεατρικές παραστάσεις. Το 1940-42 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτης στη Βασιλική Όπερα της Στοκχόλμης. Ανάμεσα στις μεγάλες δημιουργίες του συγκαταλέγονται: "Καλοκαίρι με τη Μόνικα", "Η έβδομη σφραγίδα", "Το Χειμωνιάτικο Φως", "Φθινοπωρινή Σονάτα". "Κραυγές και Ψίθυροι", "Περσόνα", "Σκηνές από ένα γάμο" και άλλα.

 

 

 

Βενετία… Que c'est triste Venice

Το εργατικό κίνημα και οι μεταμορφώσεις της πόλης μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα

Στη Βενετία με κατεξοχήν ιστορία πάντα αυτή της “Serenissima” (σσ. = πολύ ήσυχη _χωρίς κύμα: η Δημοκρατία της Βενετίας _ιταλικά: Repubblica di Venezia· βενετσιάνικα _Repùblega de Venèsia) ήταν  κυρίαρχο κράτος και μεγάλη ναυτική για 1.100 χρόνια από το 697 έως το 1797 _ Σαρακηνοί και Βενετσάνοι … πιάνουν και δένουν στο κατάρτι \ ελόγου μου τον καπετάν Γιάννη \ το παλικάρι τον αντάρτη \ τον άντρακλα τον πελαγίσιο, τραγουδούσε ο Μάνος (Σεβάχ ο θαλασσινός το 1970), ακόμη και οι ίδιοι οι κάτοικοι οδηγούνται στο να πιστεύουν, λίγο πολύ συνειδητά, ότι η πόλη τους “πάγωσε” στο 1797: Όλα αυτά φαίνεται να επιβεβαιώνονται από το εξωτερικό σχήμα του ιστορικού κέντρου, το οποίο με την πρώτη ματιά βρίσκεται σε ανοσία από τις ριζικές μεταμορφώσεις που βιώθηκαν τους δύο τελευταίους αιώνες σε “κανονικές” πόλεις. Όμως, προφανώς, ούτε η Βενετία παρέμεινε η ίδια: μια βαθιά μετάλλαξη, ειδικότερα, την επηρέασε μεταξύ των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα και τη 10ετία του 1930. Ο καλύτερος τρόπος για να το συνειδητοποιήσετε αυτό είναι να ταξιδέψετε το δυτικό άκρο της, αυτό που βλέπει στην ηπειρωτική χώρα.

Όλα ξεκίνησαν γύρω στο 1840, με την κατασκευή της πρώτης γέφυρας πάνω από τη λιμνοθάλασσα, της σιδηροδρομικής: μετά από μια χιλιετία η Βενετία παύει να είναι νησί. Είναι απόδειξη ότι πλέον η πόλη κοιτάζει όλο και λιγότερο ανατολικά και προς τη θάλασσα (πηγή του αρχαίου μεγαλείου της) και όλο και περισσότερο προς τα δυτικά, προς την ηπειρωτική χώρα και την Ιταλία που θα ενοποιηθεί σύντομα και κατά συνέπεια, οι λιμενικές δραστηριότητες φεύγουν και από τη λεκάνη του S. Marco για δυτικότερα, στον νέο Ναυτικό Σταθμό της Ν. Μάρτας, και τις βιομηχανικές μονάδες που προκύπτουν στην πόλη και συγκεντρώνονται σε αυτήν την περιοχή, κοντά στις σιδηροδρομικές και θαλάσσιες συνδέσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νεωτερικότητα φτάνει στη Βενετία από πίσω, από τη δύση, από τη στεριά.

Εκείνα τα χρόνια γεννήθηκε και μια νέα “εργατική” Βενετία και ένα “εργατικό κίνημα _προλεταριάτο” -ας  χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους –αδόκιμους όρους με την ευρεία έννοια – με όλες τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές επιπτώσεις που αυτό συνεπάγεται, σε μια χώρα που βιώνει τα πρώτα “δημοκρατικά” (αστικά) ανοίγματα στην ιστορία της: από το 1912 επίσης ο πιο ταπεινός από τους απλούς ανθρώπους (άνδρας, φυσικά…) έχει δικαίωμα ψήφου για πρώτη φορά. Καθώς και περισσότερα στοιχεία “παραδοσιακά”, όπως οι arsenalotti και οι impiraresse (μαργαριτάρια + κορδόνια) του Castello, αυτή η νέα πραγματικότητα ενσαρκώνεται τώρα από τους λιμενεργάτες της Marittima, από τους καπνεργάτες, από τους εργάτες του βαμβακουργείου S. Marta, από τους εργάτες Giudecca. Οι εργαζόμενοι επιλέγουν τον πιο ανοιχτό χώρο ως αγαπημένο τους χώρο συνάντησης σημαντική περιοχή αυτού του τμήματος της πόλης, το campo S. Margherita, το οποίο θα χαρακτηριστεί έτσι ως “ κόκκινη γειτονιά” και φυσικά σοσιαλιστική. Η Σάντα Μαργκερίτα θα φτάσει να αυτοανακηρύσσεται αυτόνομη δημοκρατία: μια διασκεδαστική πρωτοβουλία που γεννήθηκε στις ταβέρνες, αλλά λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη από όσους ήθελαν να την βλέπουν πραγματικά ως επικίνδυνο άντρο: για τους φασίστες του 1921-22 θα είναι “Μπολσεβίκικη Δημοκρατία”, ένας από τους αγαπημένους στόχους των ομάδων κρούσης στην κοντινή Casa del Popolo Malcanton με 10άδες νεκρούς και τραυματίες (σσ. σπίτια του Λαού σοσιαλιστικά, στέκια αργότερα οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Καθολικοί εξοπλίστηκαν επίσης με παρόμοιες δομές).

Ανάμεσα στα σταθερά χαρακτηριστικά της πόλης που προκύπτουν από αυτή τη διαδρομή, σημειώνουμε την τάση επαναχρησιμοποίησης υφιστάμενων κτιρίων για χρήσεις πολύ διαφορετικούς από τους αρχικούς: Οι εκκλησίες του εικοστού αιώνα γίνονται εργοστάσια ή Εργατικά Επιμελητήρια, ενώ τις τελευταίες 10ετίες του εικοστού αιώνα οι βιομηχανικές και παραγωγικές δομές θα μετατραπούν σε αίθουσες διδασκαλίας πανεπιστημιακά κτίρια, δημόσιες κατοικίες ή πολυτελή ξενοδοχεία.

Η εκκλησία του S. Girolamo, που χρησιμοποιήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα ως ατμόμυλος: το καμπαναριό χρησίμευε ως καμινάδα, το παλιό σφαγείο S. Giobbe έχει πλέον μετατραπεί σε πανεπιστημιακό κτίριο, σε απόσταση αναπνοής από το κέντρο της πόλης (διαδρομή S. Marco-Rialto). Στην ηπειρωτική χώρα, η περιοχή αυτή φιλοξένησε διάφορους οικισμούς παραγωγής από τον ύστερο Μεσαίωνα: Ο 19ος αιώνας αποφασίστηκε να συγκεντρωθούν πρώτα εδώ όλες οι δραστηριότητες σφαγής βοοειδών διάσπαρτα σε όλη την πόλη _αυτά τα ίδια χρόνια, καμία έκπληξη, κατασκευάστηκε η σιδηροδρομική γέφυρα translagunare, του οποίου το προγεφύρωμα βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση.

Περιοχή Saffa. Αυτή η περιοχή χρησιμοποιήθηκε επίσης για βιομηχανικές δραστηριότητες τον 19ο αιώνα εκεί βρίσκονταν ένα εργοστάσιο γυάλινων χαντρών και το εργοστάσιο σπίρτων Baschiera (αργότερα Saffa), η οποία έφτασε να απασχολεί 750 εργάτες, κυρίως γυναίκες. Η πρώην βιομηχανική περιοχή χρησιμοποιείται πλέον ως οικιστική γειτονιά.

Piazzale Roma. Στη δεκαετία του 1930 χτίστηκε δίπλα στη σιδηροδρομική γέφυρα, μια παράλληλη για αυτοκίνητα (αυτοκινητόδρομος κλειστός σήμερα): γεννήθηκε η Ponte Littorio, σήμερα η Ponte della Libertà, με συνακόλουθη κατασκευή μιας μεγάλης πλατείας parking για αυτοκίνητα – Piazzale Roma – μη δοκιμάσετε να βρείτε θέση, θα χάσετε όλη τη μέρα σας. Αυτές οι αστικές μεταμορφώσεις αναποδογύρισαν εντελώς την εμφάνιση αυτού του τμήματος της πόλης. Και μόνο το γεγονός ότι αυτό υπάρχει ακόμα και σήμερα _η μόνη περιοχή του ιστορικού κέντρου που διασχίζεται από αυτοκίνητα την καθιστά όχι πολύ “ενετική” και δύσκολο να αφομοιωθεί με την υπόλοιπη πόλη.

Καπνοβιομηχανία. Αυτή η εγκατάσταση, η "παλαιότερη" μεταξύ αυτών που περιλαμβάνονται στο δρομολόγιό μας, γεννήθηκε στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, ως περιθωριακό της πόλης για παραγωγικές δραστηριότητες που στοχεύουν κυρίως στην ηπειρωτική αγορά. Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι βιομηχανικοί εργάτες, οι διάσημες tabacchine (σσ. γυναίκες πρωτοπόρες καπνοπώλες), θα γίνονταν ένα με την πόλη: πρωτότυπο μάχιμων εργατών και, ταυτόχρονα, γυναικών περήφανες και χειραφετημένες, θα απαθανατιστούν με τα μαύρα σάλια τους στους πίνακες του Guido Cadorin, του ζωγράφου φίλου του D'Annunzio, και στους στίχους του ποιητή Riccardo Selvatico.

Μύλος βαμβακιού. Άλλο ένα επιβλητικό βιομηχανικό εργοστάσιο, που χτίστηκε το  19ο αιώνα, δηλαδή ταυτόχρονα με τον κοντινό Ναυτικό Σταθμό. (σσ. στα αρχικά σχέδια θα απασχολούσε 3000 εργάτες στο τέλος, ήταν μόνο 900-1000, κυρίως γυναίκες). Σήμερα στεγάζει το πανεπιστήμιο (σχολή αρχιτεκτονικής IUAV).

Ναυτιλιακός Σταθμός (Stazione Marittim με θέα στο Mulino Stucky) Η κατασκευή του σταθμού (εγκαινιάστηκε το 1883) σηματοδοτεί μια εποχή καμπής στην ιστορία της πόλης: μεταφορά των λιμενικών δραστηριοτήτων από την παραδοσιακή τους θέση στο Ν. Marco στο δυτικό άκρο της πόλης, εκεί που είναι πιο εύκολες οι αποβάθρες συνδέεται με τον σιδηρόδρομο. Η Santa Marta _Σάντα Μάρτα, πρώην εκκλησία και νυν κέντρο εκθέσεων και εμπορίου και οι γύρω περιοχές έγιναν τότε η γειτονιά ναυτικών αχθοφόρων και βαστάζων. Κοιτάζοντας πέρα ​​από το κανάλι Giudecca, έχουμε από εδώ μια εξαιρετική θέα του Stucky, του μεγάλου μύλου που χτίστηκε – μεταξύ 800 και 900 – στο δυτικό άκρο του νησιού Giudecca, που εκείνη την εποχή ξεσήκωσε σκάνδαλο για την εμφάνιση του γοτθικού κάστρου, απολύτως ασυνήθιστο για τη Βενετία. Μετά η φωτιά πριν από λίγα χρόνια, και σήμερα _σημεία των καιρών, ο μύλος στεγάζει ένα πολυτελές ξενοδοχείο.

Campo S. Margherita, σήμερα η καρδιά του πανεπιστημίου της Βενετίας, το campo είναι η πλατεία κύριο αυτού του τμήματος της πόλης. Πριν από έναν αιώνα ήταν μια αγορά και αγαπημένος τόπος συνάντησης λιμενικοί, καπνοπωλεία και εργάτες καθώς και η έδρα μιας αποκαθαγιασμένης εκκλησία με σπασμένο καμπαναριό, του Επιμελητηρίου Εργασίας. Ήταν, εν ολίγοις, μια μικρή βενετσιάνικη “κόκκινη πλατεία”, συχνά επιλεγμένη για τo γιορτασμό της πρωτομαγιάς· αλλά, ταυτόχρονα, και ένας χώρος Βενετσιάνικος διάσημος για τις ταβέρνες και τα αποκριάτικα παρεΐστικα.

Rio Novo & “Casa del Popolo” στο Malcanton. Πίσω από το Campo S. Margherita άλλο ένα βαθύ σημάδι των μεταμορφώσεων της πόλης του εικοστού αιώνα: το ανασκαμμένο Ρίο Νόβο (νέο κανάλι) τη δεκαετία του 1930 για να συνδέσει το νεογέννητο Piazzale Roma με το Κανάλι πιο άμεσα. Όταν χτίστηκε, το ποτάμι δεν υπήρχε ακόμα – ένα φαινομενικά ανώνυμο κόκκινο σπίτι μας μεταφέρει πίσω, συνειρμικά στην πολιτική-συνδικαλιστική πάλη που αναφέρεται για τη S. Margherita: ήταν στην πραγματικότητα το “Λαϊκό Σπίτι”, που χτίστηκε την παραμονή του Πρώτου παγκόσμιοy πoλέμου για να φιλοξενήσει το Εργατικό Επιμελητήριο και άλλους θεσμούς του εργατικού κινήματος, και αντικείμενο αλλεπάλληλων επιθέσεων από φασιστικές ομάδες το 1920-22 (τότε ήταν “οχυρωμένο” με σάκους άμμου στα παράθυρα, ένοπλους φρουρούς στις στέγες και σειρήνα)

Que c'est triste Venice _θλιμένη η Βενετία … γράφηκε από την  Françoise Dorin 1η εκτέλεση Charles Aznavour (1964), ερμηνεύτηκε επίσης από Dyango, Les Compagnons de la chanson, Claude François, Gigliola Cinquetti, Gloria Lasso, Franco Simone, Antonio Prieto και μερικές 10άδες ακόμη καλλιτεχνών

Ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά και αργότερα στα ισπανικά (Venecia Sin Ti), γερμανικά (Venedig im Grau), αγγλικά (How Sad Venice Can Be) και το 1965 στα ιταλικά (Com'è triste Venezia).

Το τραγούδι γνώρισε διεθνή επιτυχία: το 1964-1965, ήταν στο νούμερο ένα στα charts του Billboard στη Γαλλία, στη Βραζιλία, στην ισπανική έκδοση από τον Juan Ramón το 1965, είχε κερδίσει το πρώτη θέση στο hit parade στην Αργεντινή και πέμπτη στη Χιλή. Ο Charles Aznavour _αρμενικής καταγωγής, καλλιτεχνικό όνομα του Chahnourh Varinag Aznavourian (γενν. στο Παρίσι, το 1924, πέθανε το 2018), υπήρξε τραγουδιστής-τραγουδοποιός, ηθοποιός και διπλωμάτης. Γνωστός με το παρατσούκλι Charles Aznavoice, αλλά και αποκαλούμενος “Frank Sinatra της Γαλλίας”, τραγουδούσε σε επτά γλώσσες και έχει εμφανιστεί σε όλον τον κόσμο

Ο επιπλοποιός που ήξερε πώς να το κάνει να πετάει.

Στο ληξιαρχείο ήταν εγγεγραμμένος ως Shahnourh Varinag Aznavourian, αλλά όλοι τον γνωρίζαμε με το καλλιτεχνικό του όνομα Charles Aznavour. Τραγουδιστής-τραγουδοποιός και ηθοποιός, ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους chansonniers, ο πιο διάσημος κορωνογράφος πέρα ​​από τις Άλπεις: μια μοναδική φωνή, ο σημαιοφόρος του γαλλικού τραγουδιού στον κόσμο. Μας άφησε πριν από έξη χρόνια, την 1η Οκτωβρίου 2018, σε ηλικία 94 ετών, στο σπίτι του στο Μουριές, στη νότια Γαλλία.

Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1924 στο Παρίσι, όπου η αρμενικής καταγωγής οικογένειά του είχε μετακομίσει για να γλιτώσει από τη γενοκτονία που διέπραξαν οι Τούρκοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον του Αρμενικού λαού. Οι αρχές του ήταν δύσκολες. ήταν ελάχιστα αποδεκτός από τη γαλλική κοινωνία ακριβώς λόγω της αρμενικής καταγωγής του. Επιπλέον, ως παιδί είχε διαγνωστεί με παράλυση που έφραξε κάποιες φωνητικές χορδές και του έδωσε αυτό το χαρακτηριστικό, αναμφισβήτητο, ελαφρώς βραχνό αλλά υποβλητικό, και μερικές φορές ιστορικό, τραγουδιστικό βάδισμα, που του χάρισε το παρατσούκλι Aznavoice, αλλά που πολλοί στιγμάτισαν. Στην αρχή της καριέρας του, ένας κριτικός έγραψε για αυτόν: «Δεν τραγουδάει καλά, γράφει άσχημα τραγούδια και δεν είναι ωραίος». Ο Αζναβούρ απάντησε με ένα τραγούδι, το La critique, το οποίο, αφού φρόντισε να έχει μεγάλο και πρόθυμο κοινό δημοσιογράφων, το ερμήνευε σε κάθε πρεμιέρα.

Ήταν ο τραγουδιστής πατέρας του, Micha Aznavourian, και η ηθοποιός μητέρα του, Knar Baghdassarian, που τον έκαναν να εξοικειωθεί γρήγορα με τη σκηνή, ευνοώντας την εισαγωγή του στον θεατρικό κόσμο - όπου έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία μόλις εννέα ετών στο έργο Un bon petit diable - και αργότερα στο παριζιάνικο κινηματογραφικό σύμπαν. Το εκθαμβωτικό ξεκίνημα μιας καριέρας που θα τον οδηγήσει να τραγουδήσει σε εννέα διαφορετικές γλώσσες (συμπεριλαμβανομένης της ναπολιτάνικης διαλέκτου). Το 2004 του απονεμήθηκε το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής στη Γαλλία και το 2009 έγινε Πρέσβης της Αρμενίας στην Ελβετία. Έχει πουλήσει πάνω από τριακόσια εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, λαμβάνοντας βραβεία και αναγνώριση παντού. Κατά τις περιοδείες του σε 94 χώρες μάγεψε εκατομμύρια θεατές και πήρε μέρος σε ογδόντα ταινίες (θυμόμαστε ιδιαίτερα τη Διαθήκη του Ορφέα του Ζαν Κοκτώ τον Πιανίστα του Φρανσουά Τρυφώ το Μάτια ερμητικά κλειστά, Το ταμπούρλο, Paris au mois d'août, Le passage du Rhin,  Adieu... Chérie και φυσικά το θρυλικό - 1961 Un taxi pour Tobrouk _ένα ταξί για το Τομπρούκ). Εβδομήντα χρόνια μιας ιδιαίτερα τιμημένης καριέρας τον έχουν κάνει σύμβολο της γαλλικής και αρμενικής κουλτούρας.

Aznavour στο στούντιο
τη δεκαετία του εβδομήντα

Ήταν η τυχερή συνάντησή του το 1946 με την Édith Piaf, η οποία τον καλωσόρισε και τον πήρε μαζί της, κάνοντάς τον γνωστό και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, και οι εμφανίσεις του στο Olympia τη δεκαετία του 1950 που τον καθιέρωσαν ως διεθνούς φήμης καλλιτέχνη. Από τότε η καριέρα του βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Έκανε ντουέτο, μεταξύ άλλων, με τη Liza Minnelli, τη Céline Dion και τη Νάνα Μούσχουρη. Στη δεκαετία του 1960 προσγειώθηκε ευτυχώς στην Ιταλία, όπου έγινε γνωστός ως ερμηνευτής τραγουδιών όπως Com'è segrete Venezia, La Bohème, L'istrione, E io tra tra voi, με συνεργάτες όπως η Mina, η Iva Zanicchi (συνεργάστηκε σε ένα ολόκληρο LP), Ornella Vanoni, Franco Battiato, Renato Zero, Gino Paoli, Domenico Modugno, Massimo Ranieri, Enrico Ruggeri, Mia Martini και Gilda Giuliani.

Ήταν τραγούδια από το ρεπερτόριό του, μεταφρασμένα στα ιταλικά από τους καλύτερους, με τη συνεργασία των Giorgio Calabrese, Sergio Bardotti και Mogol στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα και αργότερα με τον Lorenzo Raggi. Προς τα τέλη του 1988 κυκλοφόρησε ένα ολόκληρο LP με τον Sergio Bardotti, με τίτλο Momenti Sì, Momenti no. Στις συνεντεύξεις που έδωσε, ο Αζναβούρ δεν ξέχασε ποτέ να αναφερθεί σε αυτές τις συνεργασίες και υπογράμμισε επίσης ότι ήταν τελειομανής, σχολαστικός -όπως είπε ο ίδιος- “με το μικρόφωνο από τη μια πλευρά και το λεξικό από την άλλη”, απαιτητικός και προσεκτικός ακόμα και με τους φαινομενικά ασήμαντο. Το να τον ικανοποιήσει στη μετάφραση των κειμένων του δεν ήταν ποτέ για κανέναν μια βόλτα στο πάρκο...

Ο Αζναβούρ

Είναι κυρίως τραγούδια αγάπης, μιας σπλαχνικής αγάπης που έχει φτάσει στα άκρα, μερικές φορές προδομένη, ειπωμένη επίσης στη γυμνή και συγκλονιστική της πραγματικότητα: χωρίς υπερκατασκευές, ταμπού, φρένα και μισά λόγια. Αυτά που λέγονται μιλάνε ανοιχτά για ομοφυλοφιλία. Η αγάπη αφηγείται με πληθωρική δύναμη, αλλά όχι λιγότερο τρυφερή, η βαθιά φωνή του Αζναβούρ, που δίνει σώμα στο συναίσθημα χωρίς να είναι ενοχλητικό.

Εκτός από εξαιρετικός καλλιτέχνης, ήταν και ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Η δέσμευση για τη γη του, την Αρμενία, και η βοήθεια για τον λαό του δεν περιορίζονταν σε αφηρημένες παρεμβάσεις, συνθήματα ή εύκολες επεμβάσεις στo φαίνεσθαι. Ωστόσο, δεν έβλεπε τον τουρκικό λαό ως εχθρό: είχε πολλούς θαυμαστές στην Τουρκία, αλλά δήλωσε ότι οι μισές συγγνώμες του Ερντογάν για τη γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν αρκετές. Και φοβόταν την είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. Σε θρησκευτικό επίπεδο, έχει τονίσει αρκετές φορές ότι πιστεύει σε έναν Θεό μοναδικό και κοσμικό, και δεν έκανε καμία διάκριση μεταξύ των διαφόρων πεποιθήσεων, μεταξύ συναγωγών, τζαμιών, εκκλησιών.

Τον άκουσα να λέει για τον εαυτό του «Δεν είμαι σταρ. Τα αστέρια είναι σερπαντίνες, περνούν και δεν είναι πια εκεί. Είμαι επιπλοποιός που παραδίδει τη σμίλη του». Αυτή η δήλωση είναι αρκετή για να δώσει τις διαστάσεις του χαρακτήρα. Και για τη γενναιοδωρία του, που έλαμπε κάθε φορά που ανέφερε τους τέσσερις ή πέντε συγγραφείς που μετέφρασαν μερικά από τα τραγούδια του στα ιταλικά … “κάντε τη ζωή σας μια περιπέτεια, ξαφνιάστε τους άνδρες και τις γυναίκες γύρω σας. Με ταπεινοφροσύνη, ευγένεια, απλότητα. Σωστά, Charles.