Ο 68χρος Φινλανδός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Άκι Καουρισμάκι (Aki Olavi Kaurismäki ˈɑki ˈO̞lɑʋi ˈKɑu̯rismæki) γεννήθηκε τέτοιες μέρες _4-Απρ-1957. 42 χρόνια μετά την πρώτη του ταινία (το Έγκλημα και Τιμωρία _1983) μια μεταφορά του διάσημου μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι στη σύγχρονη ζωή στο Ελσίνκι _νωρίτερα το 1981 ως producer είχε κάνει το Saimaa-ilmiö, ντοκιμαντέρ τριών φινλανδικών συγκροτημάτων (Hassisen Kone, Eppu Normaali και Juice Leskinen Slam) σε περιοδεία γύρω από τη λίμνη Saimaa. Γνωστός για τον Άνθρωπο χωρίς παρελθόν (2002), η οποία κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών και ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (2003) _δεν παραβρέθηκε στην τελετή απονομής των Όσκαρ διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο στο Ιράκ. Με τη Χάβρη (Το λιμάνι της Χάβρης 2011), κέρδισε 15 βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, ενώ ήταν υποψήφια για άλλα 18. Το Toivon tuolla puolen _η άλλη όψη της ελπίδας ήρθε το 2017, με έναν εστιάτορα τζογαδόρο _πρώην περιοδεύοντα πωλητή να γίνεται φίλος με μια ομάδα προσφύγων που έφθασαν πρόσφατα στη Φινλανδία
Αρειμάνιος καπνιστής, έχει εργαστεί ως λαντζιέρης, ταχυδρόμος και κριτικός κινηματογράφου… μετά ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας μαζί με τον αδελφό του Μίκα Καουρισμάκι φτάνοντας μετά στην πολλά υποσχόμενη ρομαντική κωμωδία Kuolleet lehdet _Fallen Leaves _ Πεσμένα Φύλλα (2023). Ενδιάμεσα έκανε τις ξεχωριστές (αν και όλες του οι ταινίες του είναι αξιόλογες) Drifting Clouds (Μακριά πετούν τα σύννεφα _Kauas pilvet karkaavat _1996 με 10 διακρίσεις _βραβεία και 2 υποψηφιότητες), Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν (The Man Without a Past _Mies vailla menneisyyttä _2002) υποψήφιο για Oscar, με 21 βραβεία & 27 υποψηφιότητες, καθώς και την μουσική κωμωδία Οι Λένινγκραντ Κάουμποϊς πάνε Αμέρικα _Leningrad Cowboys Go America (1989 _βλ αναλυτικά παρακάτω). Έτσι κι αλλιώς ο Kaurismäki είναι ο πιο γνωστός σκηνοθέτης της Φινλανδίας, ενός σινεμά με μακρά ιστορία, με τις πρώτες δημόσιες προβολές να ξεκινούν σχεδόν μόλις εφευρέθηκε η σύγχρονη τεχνολογία ταινιών (η πρώτη προβολή στον κόσμο ήταν το 1895 και στη Φινλανδία το 1896).
Καριέρα
Μετά την αποφοίτησή του στις σπουδές μέσων ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο, ο Kaurismäki εργάστηκε σε δουλειές του ποδαριού, πολύ πριν συνεχίσει με τον κινηματογράφο, πρώτα ως κριτικός, και αργότερα ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Ξεκίνησε όπως είπαμε την καριέρα του ως συν-σεναριογράφος και ηθοποιός σε ταινίες του μεγαλύτερου αδελφού του, Mika και μαζί ίδρυσαν την εταιρεία παραγωγής Villealfa Filmproductions και αργότερα το Midnight Sun Film Festival, έκανε ντεμπούτο ως ανεξάρτητος σκηνοθέτης με το Crime and Punishment (1983) και κέρδισε την παγκόσμια προσοχή με το Leningrad Cowboys Go America (1989). Το 1992, ο κριτικός κινηματογράφου των New York Times, Vincent Canby, έγραψε για «έναν πρωτότυπο Kaurismäki... από τους πιο ξεχωριστούς και ιδιόρρυθμους νέους καλλιτέχνες του κινηματογράφου, και έναν από τους πιο σοβαρούς... (που) θα μπορούσε κάλλιστα να αποδειχτεί ο σημαντικότερος Ευρωπαίος σκηνοθέτης της δεκαετίας του '90».
Το 1989 μετανάστευσε με τη σύζυγό του, Paula Oinonen, στην Πορτογαλία, λέγοντας ότι «σε όλο το Ελσίνκι δεν υπάρχει μέρος όπου θα μπορούσα να τοποθετήσω την κάμερά μου» γύρισε πίσω κάποια στιγμή και το 2023, ξανά εκεί. Στο Ελσίνκι, ο Kaurismäki είναι συνιδιοκτήτης του συγκροτήματος “Andorra”, που περιλαμβάνει κινηματογράφο, πολλά μπαρ και μια αίθουσα πισίνας με μια τεράστια αφίσα για το L'Argent του Robert Bresson (σσ. Το L'Argent = "χρήμα(τα)" είναι γαλλική τραγωδία του 1983 σε σενάριο και σκηνοθεσία Bresson, εμπνευσμένη από το πρώτο μέρος της νουβέλας του Λέοντος Τολστόι, που εκδόθηκε μετά θάνατον, το 1911, όπου ένα αγόρι χρησιμοποιεί ένα κουπόνι ομολόγων για να ξεπληρώσει τον φίλο του με μια αλυσίδα γεγονότων που αυτό ξεκινά _ Ήταν η τελευταία ταινία του Μπρεσόν και κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1983) Διαθέτει επίσης το jukebox από το Leningrad Cowboys Meet Moses.
Στυλ
Ο Kaurismäki είναι γνωστός για το εξαιρετικά
μινιμαλιστικό του στυλ. Τον αποκαλούν auteur _ συγγραφέα \ δημιουργό, αφού
γράφει, σκηνοθετεί, παράγει και συνήθως επιμελείται τις ταινίες ο ίδιος, και
έτσι εισάγει το προσωπικό του στυλ «drollery and deadpan» (σε ελεύθερη
μετάφραση ανέκφραστο καραγκιοζοπαίχτη). Η κάμερα είναι συνήθως ακίνητη και τα
γεγονότα παρουσιάζονται με απλό τρόπο και οι χαρακτήρες συνήθως μένουν μόνοι
αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες. Ωστόσο, παρά τις τραγωδίες και τις αποτυχίες
τους, δεν τα παρατάνε και τελικά επιβιώνουν. Μεγάλο μέρος της δουλειάς του
επικεντρώνεται στο Ελσίνκι, όπως η ταινία Calamari Union (σουρεαλιστική κωμωδία του
1985, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Kaurismäki, με καστ γνωστούς
Φινλανδούς ηθοποιούς και ροκ μουσικούς), η τριλογία του προλεταριάτου (Σκιές στον παράδεισο Varjoja paratiisissa +Ariel _ δραματική ταινία του 1988 που
αφηγείται την ιστορία του Taisto Kasurinen, ενός Φινλανδού ανθρακωρύχου που
πρέπει να βρει τρόπο να ζήσει στη μεγάλη πόλη μετά το κλείσιμο του
ορυχείου που δούλευε & The Match Factory Girl) και η τριλογία
της Φινλανδίας (Drifting Clouds _Μακριά
πετούν τα σύννεφα Kauas pilvet karkaavat, The Man Without a Past και Lights in the Dusk). Το
όραμά του για το Ελσίνκι είναι κρίσιμο και μοναδικά αντιρομαντικό. Πράγματι, οι
χαρακτήρες του μιλούν συχνά για το πώς θέλουν να ξεφύγουν απ΄αυτό. Κάποιοι καταλήγουν στο Μεξικό (Ariel, Leningrad Cowboys Go
America), άλλοι στην Εσθονία (Shadows in Paradise,
Calamari Union, και
Take Care of Your Scarf, Tatjana).
Ο Kaurismäki έχει επηρεαστεί από τους Γάλλους σκηνοθέτες Jean-Pierre Melville,
Jacques Becker και Robert Bresson, τον Ιάπωνα Yasujirō Ozu, τον Αμερικανό John
Cassavetes, ενώ ορισμένοι κριτικοί έχουν επίσης συμπεράνει την επιρροή του
Rainer Werner Fassbinder. Οι ταινίες του έχουν μια χιουμοριστική πλευρά που
μπορεί να φανεί και στις ταινίες του Jim Jarmusch, ο οποίος έχει ρόλο στην
ταινία του Kaurismäki Leningrad Cowboys Go America. Ο Jarmusch χρησιμοποίησε
ηθοποιούς που έχουν εμφανιστεί συχνά στις ταινίες του φινλανδού στη δική του
ταινία Night on Earth, μέρος της οποίας διαδραματίζεται στο Ελσίνκι.
Ο Kaurismäki υπήρξε ένθερμος κριτικός της ψηφιακής κινηματογραφίας, αποκαλώντας την «επινόηση του διαβόλου» και λέγοντας ότι «δεν θα κάνει ψηφιακή ταινία σε αυτή τη ζωή» Τον Μάρτιο του 2014, ωστόσο, συμφιλιώθηκε, λέγοντας ότι «για να διατηρήσω το ταπεινό μου κινηματογραφικό έργο προσιτό σε ένα δυνητικό κοινό, κατέληξα να το αποδώσω σε ψηφιακό όπως είναι σήμερα και σε αρκετές από τις άγνωστες ακόμη μορφές του»
Πολιτικές απόψεις
Το πολιτικό πλαίσιο του έργου του Kaurismäki
επηρεάζεται πολύ από τη στάση του απέναντι στην αντιμετώπιση της εργατικής
τάξης από τη Φινλανδία. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές και πολιτικές
προεκτάσεις των ταξικών δομών και η έλλειψη ικανοποιητικών αποδοχών καθιστούν
τους εργαζόμενους «κατώτερη τάξη
αντικαταστάσιμα γρανάζια σε μια ξεπερασμένη μηχανή». Το σινεμά του
υπέροχου Άκι Καουρισμάκι, που δεν σβήνει ποτέ κεράκια σε τούρτες ή μη, έχει
φώτα που τρεμοπαίζουν στο σούρουπο σαν ερωτοχτυπημένες καρδιές. Έχει μπαρ και
καταγώγια βγαλμένα από χρονοκάψουλα, με μεθυσμένους ναυαγούς της ζωής,
αστραφτερά τζουκ μποξ, παρδαλές ταπετσαρίες και χρωματιστά λουλούδια. Έχει ροκ
μπάντες που σολάρουν σαν να είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για ένα κοινό που είτε
δεν υπάρχει είτε τις αγνοεί ολοκληρωτικά.
Έχει μυστηριώδεις φιγούρες, θλιμμένες αλλά ποτέ θλιβερές, με μουτσούνες σαν τον
Ντρούπι, που κινδυνεύουν να τσαλαπατήσουν το πρόσωπό τους καθώς περπατούν. Έχει
χαρακτήρες-σημαδούρες, με στολές αντί για ρούχα, που πνίγουν τον πόνο τους σε
μελωδίες και αλκόολ, αλλά αρνούνται να υποκύψουν στην αποκτήνωση και στην
αναξιοπρέπεια. Φυσικά, έχει αυτό το τόσο ιδιόρρυθμο σκανδιναβικό χιούμορ του
κλαυσίγελου, που βουτά στον παραλογισμό της ζωής και στη λύτρωση του
αυτοσαρκασμού, ένα χιούμορ που αποζητά το διακριτικό μειδίαμα και όχι το
τρανταχτό γέλιο.
Ψηλαφίζοντας
Η γυναίκα _γυναίκες με τα σπίρτα: Η Ιρις, είναι μια κοπέλα άχαρη και σχεδόν άσχημη. Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο κατασκευής σπίρτων. Ζει μονότονα, χωρίς χαρά, μαζί με την αλκοολική μητέρα της και τον βάρβαρο πατριό της. Στο εργοστάσιο παρακολουθεί τις μηχανές, που κόβουν σε συνεχώς πιο μικρά κομματάκια τεράστιους κορμούς δέντρων. Κάνει ελάχιστες κινήσεις, ανέκφραστη και αμέτοχη. Δεν έχει φίλους ή φίλες. Όταν αγοράζει νέο φουστάνι την αποκαλούν πόρνη. Η συνάντηση με έναν «τυχαίο» καταλήγει σε άχαρη σεξουαλική πράξη, που δεν οδηγεί πουθενά αλλά “απόλαυσε τη διάρκειά της”. Όμως μένει έγκυος και διακόπτει την εγκυμοσύνη της. Η ηρωίδα του σκηνοθέτη ζει μικρά γεγονότα της ζωής της, τα ουδέτερα και ασφυκτικά δεδομένα που ετοιμάζουν τη φοβερή κάθαρση. Ήρεμα, χωρίς συναίσθημα, χωρίς τρομολαγνεία… “Καουρισμάκεια” _Με κάποιο πικρό χιούμορ. Παίζουν οι άγνωστες\οι (σε μας) Κάτι Ούτινεν, Ελίνα Σάντο, Εσκο Νικάρι, Βέζα Βιερίκο
Μουσική κωμωδία με τίτλο «Οι "Λένινγκραντ
Καουμπόις" πάνε Αμέρικα»
Το πιο τερατώδες και κακό συγκρότημα ροκ, οι «Λένινγκραντ Καουμπόις»,
εκτελούν ένα κοζάκικο τραγούδι, μπροστά σ' έναν ιμπρεσάριο. Τους κρίνει
αυστηρά: Καμιά εμπορική προοπτική. Οι μουσικοί αποφασίζουν παρά ταύτα, να
ξεκινήσουν για την κατάκτηση της Αμερικής με το μάνατζέρ τους, Βλαντιμίρ. Τους
ακολουθεί ο Ιγκόρ, ο ηλίθιος του χωριού, που τον θεωρούν ανάξιο να συμμετάσχει
στο γκρουπ, γιατί τα μαλλιά του είναι πιο κοντά και δε σχηματίζουν την
«μπανάνα», το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα. Διασχίζουν τις ΗΠΑ με μια
σαραβαλιασμένη κάντιλακ, κουβαλώντας στη στέγη το φέρετρο ενός ξεπαγιασμένου
συντρόφου τους. Πετυχαίνουν σαν από θαύμα, ένα συμβόλαιο για το Μεξικό,
ταξιδεύουν στο Νότο από το Μέμφις, τη Νέα Ορλεάνη, το Γκάλβεστον και πέρα... Ένα
θεότρελο παράξενο φιλμ, με ένα αληθινό, εξωφρενικό και ατάλαντο ροκ γκρουπ και
τις περιπέτειες του στην Αμερική, σε μια μυθοπλασία αυτοσχεδιαστική, σχεδόν
ντοκιμαντερίστικη, σε ένα «ρουντ μούβι», παράδοξο και κωμικό. Παίζουν: Μάτι
Πέλονπεε, Αντρέ Γοουίλμς, οι «Λένινγκραντ Καουμπόις»
Η βραβευμένη "Μποέμικη ζωή" (σενάριο, σκηνοθεσία και η παραγωγή Καουρισμάκι) είναι βασισμένη στη νουβέλα Ανρί Μιργκέρ, που αγάπησε ο Πουτσίνι και την έκανε μια από τις ωραιότερες όπερές του. Είναι από τις τελευταίες δημιουργίες του σκηνοθέτη και θεωρείται ότι είναι από τα καλύτερα δείγματα της δουλιάς του. Τα γυρίσματα έγιναν - που αλλού; - στο Παρίσι φυσικά, εκεί που οι Μποέμ γεννήθηκαν και πέθαναν. Πρόκειται για μια καυστική, ερωτική, μελαγχολική και ευαίσθητη ιστορία, που αφηγείται τη ζωή τριών ανθρώπων, ενός ζωγράφου, ενός συγγραφέα και ενός μουσικού, που περνούν δύσκολες στιγμές _στιγμές, πείνας, αλλά τρομακτικής δημιουργίας. Δυο νεαρές επαρχιωτοπούλες μπαίνουν ξαφνικά στη ζωή τους, και ο ζωγράφος ερωτεύεται τη φτωχή μοδιστρούλα, Μιμί. Θα αναγκαστούν να χωρίσουν. Η φτώχεια δε μοιράζεται εύκολα. Όμως, στο τέλος, η Μιμί, θα πεθάνει στην αγκαλιά του, ενώ οι φίλοι του θα προσπαθούν να του γλυκάνουν τον πόνο..
Προσοχή στο κεφάλι της Τατιάνας _ 1994, «Θα το φας το κεφάλι σου, Τατιάνα». Μια μοναδική ταινία, ευρηματική και πανέξυπνη, μια ταινία δρόμου (όπως οι περισσότερες του Καουρισμάκι), με δυο απίστευτους Φινλανδούς, που οδηγώντας ένα μαύρο στέισον βάγκον της συμφοράς, διασχίζουν τη Νότια Φινλανδία κάπου στα μέσα της δεκατίας του '60. Ο Βάλτο που είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, πίνει όλη μέρα στη διάρκεια της διαδρομής τεράστιες ποσότητες καφέ, ενώ ο Ρένο, ο συνοδηγός, ο οποίος είναι και μηχανικός, καταναλώνει περισσότερο αλκοόλ απ' όσο μπορεί να αντέξει ο οργανισμός του. Σχεδόν από την αρχή της διαδρομής οι δύο κύριοι έρχονται σε επαφή με δυο κυρίες, μια Εσθονή και μια Ρωσιδα, και παρά το αρχικό πρόβλημα που έχουν με τη γλώσσα και την επικοινωνία μαζί τους, στο τέλος κατορθώνουν να μιλήσουν με μια διεθνή ερωτική γλώσσα, με αποτελέσμα η συννενόηση να είναι άριστη... σκηνές απείρου κάλλους με τους Μάτι Παλονπάα και Κίρσι Ταϊκιλένιν.
Chacun son cinéma ou Ce petit coup au coeur quand la lumière s'éteint et que le film commence Στον καθένα τον δικό του κινηματογράφο ή Αυτό το μικρό χτύπημα στην καρδιά όταν σβήνουν τα φώτα και ξεκινά η ταινία ## 33 σκηνοθέτες ¡ Theodoros Angelopoulos ¡ Olivier Assayas ¡ Bille August ¡ Jane Campion ¡Youssef Chahine ¡Kaige Chen ¡Michael Cimino ¡ Ethan Coen ¡Joel Coen ¡ David Cronenberg ¡Jean-Pierre Dardenne ¡ Luc Dardenne ¡ Manoel de Oliveira ¡ Raymond Depardon ¡ Atom Egoyan ¡Amos Gitai ¡ Hsiao-Hsien Hou ¡ Alejandro G. Iñárritu ¡ Wong Kar-Wai ¡ Aki Kaurismäki (segment "La Fonderie") ¡Abbas Kiarostami ¡ Takeshi Kitano ¡ Andrei Konchalovsky ¡ Claude Lelouch ¡ Ken Loach¡ David Lynch ¡ Tsai Ming-liang ¡ Nanni Moretti ¡ Roman Polanski ¡ Raúl Ruiz ¡ Walter Salles ¡Elia Suleiman ¡ Gus Van Sant ¡Lars von Trier ¡ Wim Wenders ¡ Yimou Zhang
«Μποέμικη ζωή» κοινωνικό δράμα σε σκηνοθεσία Ακι. Στα περίχωρα του σύγχρονου Παρισιού, τρεις κολασμένοι καλλιτέχνες μοιράζονται τη συναδέλφωσή τους, το ταλέντο τους, αλλά και τη φτώχεια τους. Ο Ροντόλφ, Αλβανός ζωγράφος, ο Μαρσέλ Μαρξ, Γάλλος συγγραφέας, και ο Σόναρ, Ιρλανδός συνθέτης. Ζουν ταλαίπωρα, αλλά το διασκεδάζουν κιόλας. Ο Ροντόλφ γνωρίζεται με μια νεαρή επαρχιωτοπούλα, την Μιμί, και ερωτεύονται. Εκείνη, όμως, αρρωσταίνει σοβαρά. Οι τρεις φίλοι συγκεντρώνουν τις φτωχές οικονομίες τους για την περίθαλψή της... Ο Καουρισμάκι κινηματογραφεί με τον τρόπο του το αρχετυπικό ρομαντικό μυθιστόρημα του Ανρί Μιρζέ «Σκηνές από τη ζωή των Μποέμ». Από το 1850, το μεταφέρει στο σύγχρονο Παρίσι. Αυθαίρετα, αλλά με κάποια βαθύτερη ουσία, πλάθει τους ήρωές του. Όπως πάντα, αφηγείται ψύχραιμα, με μέσα σταθερά πλάνα, χωρίς να τονίζει το δράμα, χωρίς να εκμεταλλεύεται τη συγκίνηση. Παίζουν: Μάτι Πέλονπεε, Εβελιν Ντίντι, Αντρέ Γουίλμς, Κριστίν Μουρίλο, Ζαν Πιερ Λεό
«Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν» _Mies vailla menneisyyttä
Ενας νεοφερμένος στο Ελσίνκι άντρας δέχεται επίθεση
από τρεις νεαρούς κακοποιούς και τραυματίζεται θανάσιμα. Σε άθλια κατάσταση
καταλήγει σ' ένα νοσοκομείο, όπου εγκαταλείπεται ωσάν νεκρός. Σαν από θαύμα
συνέρχεται, έχει όμως χάσει τη μνήμη του και περιπλανιέται στην άγνωστη πόλη
χωρίς ταυτότητα μαζί με άστεγους και περιθωριακούς. Για καλή του τύχη συναντά
τα μέλη του Στρατού Σωτηρίας. Με την υποστήριξή τους η ζωή του ξαναρχίζει από
την αρχή. Βρίσκει σπίτι και δουλιά. «Υιοθετεί» έναν αδέσποτο σκύλο και συναντά
τον έρωτα. Το χαμένο του παρελθόν δεν τον ενδιαφέρει πια. Είναι ένας άνθρωπος
χωρίς όνομα και παρελθόν, αλλά μόνον παρόν και μερικές φορές και χωρίς μέλλον.
Ο ιδιόρρυθμος Φινλανδός έχει έναν εντελώς
προσωπικό τρόπο να δημιουργεί και να δίνει στις ταινίες του έναν ιδιαίτερο
αναγνωρίσιμο χαρακτήρα. Οι ήρωές του αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες ή και συχνά
τις τραγωδίες της ύπαρξης για να ανακαλύψουν τελικά τι είναι αληθινά σημαντικό
και τι αξίζει να επιδιώκει κανείς στη ζωή. «Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν» είναι η
πιο αντιπροσωπευτική ταινία της κουλτούρας του Καουρισμάκι. Η προβολή της στο
Φεστιβάλ των Καννών εντυπωσίασε και δίκαια απέσπασε το Μέγα Βραβείο της
Κριτικής Επιτροπής καθώς και το βραβείο Α΄ γυναικείου ρόλου για την εξαιρετική
ερμηνεία της Κάτι Ούτινεν.
«The man without a past» _Γαλλοφινλανδικογερμανική κοινωνική περιπέτεια, 2002. Με
τους: Μάρκου Πελτόλα, Κάτι Ούτινεν, Τζουχάνι Νιεμέλα, Κάιζα Πακαρίνεν, Σακάρι
Κουοσμάνεν.
Φώτα το σούρουπο _Laitakaupungin valot Με το φορμαλισμό είχα πάντα ένα πρόβλημα. Κάθε φορά που βρισκόμουν απέναντί του πάντα αναρωτιόμουν εάν είναι ένα πραγματικό μέσο έκφρασης, μια προσπάθεια απόλυτης καλαισθησίας, μια επίδειξη δεξιοτεχνίας ή μια «κρυμμένη» αδυναμία του δημιουργού να αφηγηθεί «στρωτά» μια ιστορία και για να δικαιολογήσει αυτή του την αδυναμία καταφεύγει στον εντυπωσιασμό. Ακόμα σήμερα δεν έχω δώσει απάντηση στο ερώτημά μου. Κι αυτό γιατί αρκετοί φορμαλιστές παρουσίασαν εξαιρετικό έργο (Μπουνιουέλ, Νταλί, Στραβίνσκι κλπ.). Οι περισσότεροι, βέβαια, πνίγηκαν μέσα στην ασάφειά τους και το μόνο που έμεινε από το έργο τους είναι κάποιες όμορφες σκόρπιες εικόνες. Καλαίσθητες εικόνες, οι οποίες, όμως, δεν ολοκληρώνουν αυτό που θέλουν να πουν. To 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου 2012) πραγματοποίησε αφιέρωμα στον Άκι Καουρισμάκι με καλεσμένο τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Προβλήθηκαν 11 ταινίες του και δόθηκε συνέντευξη Τύπου. Πάνω απ' όλα, στο σινεμά του μεγάλου Φινλανδού ουμανιστή δεσπόζει η απαράβατη ηθική επιταγή. Οι ήρωές του, όσο κι αν μοιάζουν κλεισμένοι στο καβούκι τους, όταν κληθούν να ξεμυτίσουν επειδή τα πράγματα έχουν ζορίσει, θα το πράξουν χωρίς δεύτερη σκέψη, προτάσσοντας την καλοσύνη και την αλληλεγγύη ως τις μέγιστες αξίες της ζωής. Δεν ξέρω σε ποια κατηγορία των φορμαλιστών ανήκει ο Ακι Καουρισμάκι. Για ένα πράγμα, όμως, είμαι βέβαιος. Η αφήγησή του δεν ολοκληρώνεται. Οι ήρωές του, ενώ είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι, πράγμα που σημαίνει ότι είναι υπαρκτοί, δεν καταφέρνουν να μεταφέρουν συναισθήματα. Είναι «ωραίοι», αλλά άψυχοι!
Η ταινία του, «Φώτα στο Σούρουπο», ο τίτλος της οποίας υπαινίσσεται τα περίφημα «Φώτα της Ράμπας», είναι στεγνή, σε αντίθεση με τη θαυμάσια και γεμάτη χυμούς και τρυφερότητα ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν. Και εδώ μιλάμε για ηθική, για έντιμη στάση, όμως, μιλάμε εγκεφαλικά. Οι ήρωες δεν είναι εκφραστικοί. Στέκονται σαν χαλκομανίες. Τα συναισθήματά τους, ο αγώνας τους, δε μετατρέπονται σε ρυτίδες. Ατσαλάκωτοι μπαίνουν, ατσαλάκωτοι βγαίνουν. Και να πεις πως δεν υπάρχει ιστορία για να βγει συγκίνηση; Υπάρχει! Ενας προλετάριος, ένας νυχτοφύλακας, προδίδεται από τη γυναίκα που αγαπά. Αποφασίζει, όμως, να περάσει την προδοσία εσωτερικά, να μην εκδικηθεί. Ηταν ένα γεγονός που μόνον αυτόν αφορούσε. Ενα γεγονός που τον συγκλόνισε. Δε θα ανοίξει το στόμα του, δε θα μαρτυρήσει. Θα φορτωθεί αυτός τη ληστεία. Θα πάει φυλακή. Και όταν ξανανταμώσει την προδότρια θα την παρακαλέσει να φύγει. Δεν τα έχει μαζί της! Στο τέλος, εμπειρότερος, πια, θα ξαναδοκιμάσει (με άλλη).
Ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη, ιστορία. Από την οποία, όμως, λείπει ο ιδρώτας. Γιατί η μηχανή στέκεται υπέρ του δέοντος αποστασιοποιημένη. Τα συναισθήματα που καταγράφει φτάνουν στο εσωτερικό του φακού αποξεραμένα. Το στιλιζάρισμα της αφήγησης, το «στήσιμο» των ηθοποιών, τα «αυτόνομα» εμβόλιμα μουσικά κομμάτια που ακούγονται, προσδίδουν ύφος, αφαιρούν όμως ουσία! Ο φορμαλισμός, τελικά, για να λειτουργήσει, πρέπει να είναι «ολοκληρωμένος»! Και τεχνικά άρτιος. Παίζουν: Γιάνε Χουτιένεν - Μαρία Χαρβενέμι. Οι ταινίες του Καουρισμάκι δεν μας θέλουν απλούς παρατηρητές. Αντιθέτως, μας ζητούν επιτακτικά να κάνουμε το βήμα παραπάνω: να διακρίνουμε και να παραδειγματιστούμε από την ντροπαλή ενσυνσαίσθηση, την αδέξια ανάγκη για ανθρωπιά, την αμήχανη τρυφερότητα, την πάντα πρόθυμη χείρα βοηθείας, την αγάπη που κρύβεται κάτω από τη φαινομενική ψυχρότητα. Το σινεμά του Καουρισμάκι, αν με κάποιο τρόπο εξαφανιζόταν από προσώπου γης, θα ήταν στην κυριολεξία -και χωρίς καμία υπερβολή- αναντικατάστατο.
Το Λιμάνι της Χάβρης _Le Havre
Κινηματογραφικές
αναφορές, ήρωες με ονόματα που όλο και κάτι θυμίζουν, πρωταγωνιστές που
ξαναβρίσκουν τη θέση τους στο σύμπαν του Καουρισμάκι. Ίσως _γράφει το Flix, “«Το
Λιμάνι της Χάβρης», να μην έχει να προσφέρει κάτι καινούριο, όμως ποιος
χρειάζεται κάτι καινούριο, όταν το γνώριμο είναι τόσο χορταστικό”;
Ο Μαρσέλ Μαρξ, ένας μεσήλικας πρώην συγγραφέας, ο οποίος έχει αυτοεξοριστεί
στη Χάβρη, το δεύτερο πιο πολυσύχναστο λιμάνι της Γαλλίας, μοιράζει την
καθημερινότητά του ανάμεσα στο ταπεινό επάγγελμα του λούστρου, που πλέον
εξασκεί, τις επισκέψεις στο αγαπημένο του μπαρ και την φροντίδα της βαριά
άρρωστης συζύγου του, Αρλετί. Ένα παιχνίδι της μοίρας, όμως, θα τον φέρει
πρόσωπο με πρόσωπο με έναν ανήλικο Αφρικανό λαθρομετανάστη. Τώρα, ο
ταλαιπωρημένος Μαρσέλ, καλείται να αναζητήσει και τα τελευταία αποθέματα
ανθρωπιάς που του έχουν απομείνει για να τον φροντίσει όσο καλύτερα μπορεί. Που
θα τον οδηγήσει άραγε αυτή η αναζήτηση;
Η μελαγχολία του λιμανιού της βόρειας Γαλλίας, ταιριάζει γάντι στο μουντό χιούμορ και την τσαλακωμένη ανθρωπιά του ξεκούρδιστα μελωδικού σινεμά του, Καουρισμάκι. Το ιδιότυπο χιούμορ του, οι θλιμμένοι, αλλά θετικοί ήρωες του, μπορεί αυτή τη φορά να μιλούν Γαλλικά αλλά η καρδιά τους παραμένει πιστή στη πατρική γλώσσα του auteur πατέρα τους. Όπως σχεδόν όλες οι ιστορίες που αφηγείται έτσι και αυτή εδώ είναι ραμμένη από το ίδιο ύφασμα, ένα πάτσγουορκ από εργατική θλίψη, μελαγχολικό χιούμορ, δύσπιστη αισιοδοξία. Με μια φωτογραφία που θα μπορούσες να την αναγνωρίσεις ακόμη κι αν έβλεπες μόνο μια γωνιά ενός κάδρου του, και μια αφήγηση που ακολουθεί τον ιδιότυπο ρυθμό μιας κομεντί που ειδικεύεται στο να κρατά το χαμόγελο μισοσχηματισμένο στο πρόσωπο και την σκιά μιας τραγωδίας πάντα σε δεύτερο πλάνο. Όπως σε κάθε φιλμ του, η συναισθηματική του ευθύτητα, ο τρυφερός ρομαντισμός του πάει χέρι χέρι με μια σαρδόνια ειρωνεία, με την αίσθηση πως ακόμη κι αν όλα όσα περιγράφει η ιστορία θα μπορούσαν να συμβούν στ΄ αλήθεια, στο λιμάνι της Χάβρης όπως αυτός το έχει πλάσει, μοιάζουν να φωτίζονται από ένα σουρεαλιστικό, αλλόκοτο φως.
Η
αποτελεσματικότητα της ιστορίας του δεν μειώνεται όμως από αυτή την αίσθηση του
τεχνητού πάνω στην οποία κατορθώνει να ισορροπεί για μια ακόμη φορά με επιτυχία
το σινεμά του Φιλανδού σκηνοθέτη, ούτε και η κοινωνική του ματιά αμβλύνεται από
το χιούμορ ή την μετριοπάθεια που διαπνέει τον τρόπο του. Βλέποντας το «Λιμάνι
της Χάβρης», αντιλαμβάνεσαι ότι προέρχεται από την ίδια φλέβα ωριμότητας που
μας έδωσε ταινίες όπως το «Ο Άνθρωπος
Χωρίς Παρελθόν» ή το «Φώτα στο Σούρουπο», μόνο που εδώ η ματιά του, είναι
δίχως αμφιβολία πιο επίκαιρη, πιο οξυμένη και ασφαλώς πολύ πιο πολιτική.
Ο Αντρέ Βιλμς, ήρωας φετίχ του Καουρισμάκι αφού συνεργάστηκαν αρκετές φορές, υποδυόταν το 1992 στην ταινία «la viede boheme» τον αποτυχημένο ποιητή Μαρσέλ. Ο Βιλμς, Αλσατός, αυτοδίδακτος ηθοποιός του θεάτρου με γοητευτικά βαθιά φωνή πρωτοσυνάντησε τον Φινλανδό πριν 20 χρόνια, όταν έψαχνε πρωταγωνιστή για την ταινία που είχε στα σκαριά. «Εχετε λυπημένα μάτια και μεγάλη μύτη σαν κι εμένα κάτι που σας επιτρέπει να καπνίζετε κάτω από το ντους», σχολίασε ο Φιλανδός και τον προσέλαβε για το ρόλο του Μαρσέλ. Με την επιστροφή του Καουρισμάκι στη Γαλλία ξανασυναντάμε τον Μαρσέλ - γερασμένο κατά 20 χρόνια - που μετακόμισε από το Παρίσι στη Χάβρη και από αποτυχημένος ποιητής κατέληξε αποτυχημένος λούστρος, γιατί τώρα πια οι περισσότεροι φορούν παπούτσια γυμναστικής.
Ο Μαρσέλ όταν δεν περιμένει για πελάτες έξω από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και στα πεζοδρόμια κεντρικών δρόμων, κάθεται στο μπαρ της γειτονιάς μπροστά σε ένα ποτήρι κρασί, μ' ένα τσιγάρο στο χέρι ανάμεσα στους καλοκάγαθους μοναχικούς θαμώνες. `Η βρίσκεται στο σπίτι του, με τη λιγομίλητη σύζυγό του Αρλετί, με τα λυπημένα μάτια (στο ρόλο η Κάτι Ούτινεν μέλος και αυτή της «οικογένειας» Καουρισμάκι) που τον φροντίζει σαν φύλακας άγγελος. Η Αρλετί με καρκίνο μεταφέρεται στο νοσοκομείο, ενώ ο Μαρσέλ πέφτει τυχαία πάνω σ' ένα «καταζητούμενο» μικρό ορφανό αγόρι από την Αφρική - παράνομο μετανάστη χωρίς χαρτιά με προορισμό το Λονδίνο, που το 'σκασε από το αστυνομικό μπλόκο στο κοντέινερ, στο λιμάνι. Ο Μαρσέλ γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τρόπος να βοηθήσει την άρρωστη γυναίκα του. Αποφασίζει όμως να βοηθήσει, πάση θυσία, το αγόρι να περάσει τη Μάγχη. «Θαύματα γίνονται συχνά, αλλά όχι στη δική μου γειτονιά», λέει. Στην εργατική του γειτονιά, με τους φτωχούς εργαζόμενους, από κει ξεπηδά η ελπίδα για ανθρωπιά και αλληλεγγύη. Ο Καουρισμάκι που κατά καιρούς έχει σταθεί κριτικά στην Αμερική, μποϊκοτάροντας και την φιέστα των Οσκαρ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον πόλεμο στο Ιράκ, επιτίθεται αυτήν την φορά στην απάνθρωπη πολιτική της «πολιτισμένης» Ευρωένωσης, εν προκειμένω σε ό,τι έχει να κάνει με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Ο Φιλανδός μεταδίδει - καίτοι με γερή δόση γενικεύσεων και υπεραπλουστεύσεων - ένα πολύ σημαντικό για τις μέρες μας μήνυμα. Αναπτύσσει, μέσα από την ξεκάθαρη θεματική του, επιχειρηματολογία για το πόσο βάρος έχει τώρα, τώρα χωρίς αργοπορία, η συλλογική οργάνωση σε συνδυασμό με το να είναι κάποιος (κι αν δεν είναι, πρέπει να γίνει) αυτό που λέμε «καλός άνθρωπος». Να θωρακίζεται, καθένας χωριστά και όλοι μαζί, με κοινωνικό σθένος και τόλμη και θάρρος επιδεικνύοντας ανυπακοή όποτε χρειαστεί, σε Αρχές του κράτους που στηρίζουν το άδικο. Και ο Μαρσέλ Μαρξ (η στάση του τιμά το επίθετό του) κρίνει ότι τώρα χρειάζεται! Την ορθότητα της εκτίμησής του επιβεβαιώνει η απόλυτη γελοιότητα: Ολόκληρος ο αστυνομικός και ο σιδηρόφρακτος κατασταλτικός μηχανισμός της πόλης έχει ξαμοληθεί στη σύλληψη και απέλαση του ανήλικου.
Από την πρώτη ματιά, αναγνωρίσιμη η ταινία του Καουρισμάκι. Με επιδέξια αφήγηση που προχωρά έξυπνα και μέσα από τίτλους εφημερίδων, τηλεοπτικά δελτία ακόμα και ταμπλό βιβάν, χωρίς μεγάλες χειρονομίες και υπερβολές. Χωρίς - ευτυχώς! - να ξεπέφτει σε γλυκερούς συναισθηματισμούς . Με συνέπεια στους επιλεγμένα χαμηλούς, αργούς τόνους, με τον συνήθη μινιμαλισμό, τις εξευγενισμένες ερμηνείες και τον πολιτισμένο λόγο. Με το φάντασμα του «ποιητικού ρεαλισμού» του γαλλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του '30, να πλανάται πάνω από το φιλμ ... Με την ατμόσφαιρα της ταινίας να χρωματίζεται από τη σμαραγδένια σκηνογραφία, τη διαχρονικότητα των κοστουμιών και εκείνες τις διάσπαρτες πινελιές σε βαθύ, ζεστό, κόκκινο!... Ολα αυτά τα στοιχεία από κοινού συνθέτουν το οπτικό σύμπαν του Καουρισμάκι από όπου αναδύονται τα μικρά του, ουμανιστικά μαργαριτάρια, έτσι απλά και γενναιόδωρα.... Με ίντριγκα θρίλερ τύπου γάτας/ποντικού να εκτυλίσσεται ανάμεσα στις δυνάμεις της εξουσίας και της αντίστασης, τον αστυνομικό επιθεωρητή με την μαύρη καμπαρντίνα και τον Μαρσέλ Μαρξ που ηγείται της δράσης για τη διάσωση του μικρού Αφρικανού. Την επιχείρηση συνδράμει η γειτονιά, με όλη τους την καρδιά κάνουν ό,τι πρέπει οι φτωχοί μικρομαγαζάτορες με τα χαρακωμένα πρόσωπα. Φιγούρες και συμπεριφορές, απομεινάρια παρελθουσών εποχών, τότε που οι λέξεις αλληλεγγύη και συλλογικότητα δε χλευάζονταν ως ντεμοντέ. Νοσταλγικές ανοησίες ίσως; Καθόλου! Ο Καουρισμάκι οριοθετεί την υπόθεση εργασίας σε ένα διαχρονικό πλαίσιο με χαρακτήρες «στένσιλ» τους οποίους «ρίχνει» στη σημερινή, απάνθρωπα ωμή πραγματικότητα. Με τα δεδομένα αυτά, ως υλικά και προϋποθέσεις, ο Φινλανδός διαμορφώνει ένα σύγχρονο παραμύθι στο οποίο συνυπάρχουν με σαφή περιγράμματα το καλό και το κακό, το ωραίο και το άσχημο. Και είμαστε όλοι εμείς, αυτοί, που με τη συνείδηση και τη στάση τους θα αποφασίσουν για το ποια πλευρά θα νικήσει. Ο Καουρισμάκι επιλέγει πλευρά και κλείνει αισιόδοξα λέγοντας «έζησαν αυτοί καλά ...». Είθε να το κάνουμε κι εμείς...
Η
Χάβρη βέβαια δεν είναι απλά μια πόλη transit για πρόσφυγες ή - κατά τον
Βιετναμέζο συνάδελφο του Μαρσέλ που ζει με «νομίμως» πλαστά χαρτιά - η πόλη
όπου κυκλοφορούν περισσότερα πιστοποιητικά γέννησης από όσα ψάρια στη θάλασσα.
Κινηματογραφικά, έχει θέση βασιλεύουσας σε ταινίες που σημάδεψαν την τέχνη του
σινεμά. «Αταλάντη» του Ζαν Βιγκό «το λιμάνι των απόκληρων» του Μαρσέλ Καρνέ, «οι
εραστές της Pont Neuf» του Λεό Καράξ. Το αισιόδοξο κοινωνικό παραμύθι του
Καουρισμάκι με το ζεστό του χιούμορ, την αλάνθαστη αισθητική του οπτική, την
παιδιάστικης απλότητας ουμανιστική προσέγγιση, την ευγένεια και την καλοσύνη
του συμβάλλει στο να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος και λίγο ευμορφότερος.
Παραγωγή: Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία (2011), 93λ Έγχρωμο Σκηνοθεσία-Σενάριο-Παραγωγή:
Ακι Καουρισμάκι _Πρωταγωνιστούν: Αντρέ Βιλμς, Κάτι Ούτινεν, Ζαν- Πιέρ
Νταρουσέν, Μπλοντέν Μιγκέλ, Ελίνα Σάλο, Εβελίν Ντιντί
Fallen Leaves _Kuolleet lehdet _Πεσμένα φύλλα
Δυο μοναχικοί άνθρωποι που παλεύουν να βγάλουν τη μέρα αλλάζοντας δουλειές, συναντιούνται τυχαία στο Ελσίνκι, αναζητώντας τον έρωτα της ζωής τους. Ο μάστερ της σκανδιναβικής μελαγχολίας Άκι Καουρισμάκι φέρνει φρέσκο αέρα αισιοδοξίας σε μια αποπνικτική σχέση. Παραμένει πεισματάρης και τρυφερός – ένας ενδορρηκτικός συνδυασμός οικονομίας και χιούμορ. Ξεπερνά την έννοια του vintage, γιατί δεν έχει αλλάξει ποτέ ύφος. «Δεν θα βάλω έναν μπεκρή στο σπίτι μου». «Κι εγώ δεν δέχομαι εντολές από κανέναν».
Με αυτή την πικρή ανταλλαγή στην πρώτη τους γνωριμία,
διάρκειας πέντε δευτερολέπτων, μαθαίνουμε περισσότερα για τον χαρακτήρα του
άνδρα και της γυναίκας στα Πεσμένα Φύλλα απ’ ό,τι στις περισσότερες ταινίες που
είδαμε μέσα στη σεζόν, μέσα σε ώρες επεξηγήσεων και δαιδαλώδους εξερεύνησης του
background και των προθέσεων κάθε ήρωα. Ο Άκι Καουρισμάκι, ραψωδός των
μοναχικών καουμπόηδων του Βορρά, είχε ανέκαθεν έναν συμπονετικά τηλεγραφικό
τρόπο να περιγράφει τους ραγισμένους πρωταγωνιστές του: προτιμά ένα ροκαμπίλι ή
μια μπαλάντα για να αναφερθεί εμμέσως πλην σαφώς στην κατάστασή τους, να
υπογραμμίσει ή να κινηθεί δραματικά, δανειζόμενος από τους κώδικες του βωβού ή
εμπιστευόμενος τη μουσική, γιατί τα λόγια συνήθως είναι περιττά.
Η Άνσα και ο Χολάπα είναι αταίριαστοι –και ποιο ζευγάρι δεν είναι στη
φιλμογραφία του Φινλανδού– και ντροπαλοί, σχεδόν στοιχειωμένοι από τη μοναξιά
τους, λακωνικοί και αγοραφοβικοί. Εκείνη δουλεύει σε ένα σούπερ μάρκετ και
απολύεται αδίκως, για ασήμαντη αφορμή. Εκείνος εργάζεται σε οικοδομές και
απολύεται επειδή τραυματίζεται και συλλαμβάνεται πιωμένος στο απαραίτητο
αλκοτέστ. Είναι αλκοολικός, χωρίς ενοχές και πρόθεση να αλλάξει, τουλάχιστον
μέχρι να σκεφτεί σοβαρότερα αν η καρδιά του έχει προτεραιότητα έναντι της
συνήθειας. Η Άνσα έχει χάσει πατέρα και αδελφό από το πιοτό και προτιμά να
μένει χωρίς ταίρι, με το ραδιόφωνο στη διαπασών να μεταδίδει ειδήσεις από το
μέτωπο στην Ουκρανία, τα νεότερα για βομβαρδισμούς και νεκρούς.
Στη γενικότερη ατυχία, ο Χολάπα, που δεν έχει πει καν
το μικρό του όνομα, χάνει το χαρτάκι που εκείνη του δίνει με το τηλέφωνό της
αμέσως μετά την προβολή μιας ταινίας –κλείσιμο ματιού– του Τζιμ Τζάρμους,
έτερου συνοδοιπόρου του Καουρισμάκι και μόνιμου διεκδικητή βραβείων στις
Κάννες, αν και επίσης χωρίς Χρυσό Φοίνικα στο ενεργητικό του, και απλώς
χάνονται και πάλι στη μοναξιά τους.
Μιζέρια παντού, με ενδιάμεσους σταθμούς σε έρημους δρόμους, στάσεις λεωφορείων,
μικρά καφέ, ένα καραόκε μπαρ και μια art αίθουσα κινηματογράφου για τα
ραντεβού, με κλασικό φόντο τους πράσινους τοίχους και την ’50s αισθητική, πάντα
lo- fi. Και παρά το διάχυτο φθινοπωρινό πνεύμα, τις γνώριμες ρετρό εμμονές του
και τις απλές γραμμές, ο Καουρισμάκι επιφυλάσσει ανοιξιάτικη διάθεση για τα δυο
ανθρώπινα φύλλα της ταινίας του, με μια σινεφίλ ανάσα μελό καθαρότητας. Στο 76ο
Φεστιβάλ Καννών τιμήθηκε με το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής και αποτελεί την
υποβολή της Φινλανδίας για τα επερχόμενα Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας
1. Έχοντας δει
τις περισσότερες ταινίες του Aki Kaurismäki
υπάρχει προσωπική οπτική στην ανάρτηση
2. Με πολλές επιμέρους πληροφορίες
από τη “σωστή πλευρά της ιστορίας” δλδ. το Ριζοσπάστη
3. Η παρουσίαση & κριτική στο
τελευταίο _το Fallen
Leaves
από τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο _
μας βρίσκει σύμφωνους