Τα Ατταλιώτικα ή Πέτρινα -η Συνοικία το Όνειρο, κάποτε ήταν λατομείο, που έκλεισε όταν το αστικό κράτος «εγκαταστέστησε» εκεί περισσότερες από 800 οικογένειες προσφύγων (οι περισσότεροι από την Αττάλεια και την Αλάια της Μικρασίας)
Ο συνοικισμός αυτός έγινε ο κόσμος τους, το βιός τους: καλύβια από «πάσης φύσεως υλικά» λαμαρίνες, σανίδια και πισσόχαρτα, στην αρχιτεκτονική της βίαιης φτώχειας και της ανάγκης, το πολύ-πολύ δυο μέτρα ψηλά, χωρούσαν τις πολυμελείς οικογένειες και τα λιγοστά υπάρχοντά τους.
Μοσχοβολούν οι
γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.
Σαββάτο βράδυ
μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.
Πάει κι απόψε
τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο…
Παρά τις επεμβάσεις της
αστυνομίας και τις συχνές «κατεδαφίσεις αυθαιρέτων», παρέμειναν εκεί χτίζοντας
και ξαναχτίζοντας το όνειρο, αντιστεκόμενοι σε έναν ακόμη διωγμό -επέμεναν να
ζουν.
Βρίσκονται στην περιοχή του Ασύρματου, κοντά στα Άνω Πετράλωνα –τέρμα Υπερίωνος
(νυν «in» περιοχή βιασμένη
από 10άδες μεζεδοπωλεία…).
Ο Μίκης έντυσε τις συγκλονιστικές ερμηνείες με τις νότες του και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη) ανέλαβε τα υπόλοιπα.
Αρχές της δεκαετίας του '60 -μισό βήμα από το κέντρο της Αθήνας, φτώχεια,
οικονομική εξαθλίωση για το λαό και κύματα μετανάστευσης προς τα εργασιακά
δυτικοευρωπαϊκά σκλαβοπάζαρα, με συντριπτικό τον αριθμό των ανέργων και των
μισοανέργων που απλώς επιβιώνουν - αν επιβιώνουν - όπως όπως.
Την εποχή που η Ελλάδα συνδέεται με την ΕΟΚ, λειτουργούν ακόμα στρατοδικεία,
υπάρχει πλήθος φυλακισμένων πολιτικών κρατούμενων και εξόριστων και
εξακολουθούν αμείωτες οι συλλήψεις και οι παντός είδους διώξεις των
κομμουνιστών, ενώ τελούσε σε ισχύ το καθεστώς των «έκτακτων μέτρων» και οι
δεξιές εφημερίδες της εποχής αρθρογραφούσαν εκβιαστικά υπέρ του μονοκομματισμού
και σε περίπτωση αποτυχίας του «άλλος δρόμος από την δικτατορία δεν υπάρχει».
Εγκλωβισμένοι σε αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, κινούνται οι χαρακτήρες της
αριστουργηματικής ταινίας του Αλέκου Αλεξανδράκη.
Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου.
Αχ ψεύτη κι
άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε... τον αναστεναγμό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε... τον αναστεναγμό μου
Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες.
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες.
Αχ ψεύτη κι
άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε... τον αναστεναγμό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε... τον αναστεναγμό μου
Αλέκος Αλεξανδράκης
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης (27 Νοεμβρίου 1928 - 8 Νοεμβρίου 2005) ήταν ηθοποιός, που διακρίθηκε στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη ενώ από νωρίς καθιερώθηκε σε ρόλους ζεν πρεμιέ. Με τη νεορεαλιστική ταινία Συνοικία το όνειρο (1961) βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Σεμίνα Διγενή _Ριζοσπάστης
Η γοητεία τού να είσαι επαναστάτης!
Χρόνια πριν, σ' ένα τηλεοπτικό στούντιο, γνώρισα πραγματικά τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Με αυτόν τον πραγματικά ακαταμάχητα γοητευτικό άνθρωπο, που εξέπεμπε μια θερμή ακτινοβολία, είχαμε ξαναβρεθεί τηλεοπτικά, αλλά σ' εκείνη την εκπομπή πρόλαβα να του πω κάτι που σκεφτόμουν χρόνια. Οτι δηλαδή υπάρχει κάτι στο οποίο συμφωνούμε άπαντες στην Ελλάδα. Όλοι αγαπάμε τον Αλεξανδράκη! Θυμάμαι πως χαμήλωσε τα μάτια και σχεδόν κοκκίνισε. Απέναντί μου είχα έναν σπουδαίο ηθοποιό και σκηνοθέτη, αλλά κι ένα βαθιά σεμνό κι ευαίσθητο πλάσμα, έναν μαχητικό αριστερό και ενεργό πολίτη, που πλήρωσε τις ιδέες του με διώξεις, αποκλεισμούς και επιθέσεις κάθε είδους.Όταν τον ρωτάω λεπτομέρειες για όλα αυτά, τις αποφεύγει ευγενικά και είναι λιγομίλητος. "Δεν έχει νόημα να συζητάμε για τέτοια θέματα", λέει μόνο, "έγιναν όταν κι όπως έπρεπε να γίνουν ".
"Στην Κατοχή", του λέω, "δεν πρέπει να ήσασταν πάνω από 12 χρόνων κι όμως γνωρίζατε για το ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ". "Κι όχι μόνο αυτό", συμπληρώνει, "ήμουν και δραστήριος, μέχρι που λίγο αργότερα έφυγα και για το βουνό, κι έμεινα μέχρι την απελευθέρωση, γιατί με έψαχναν οι Γερμανοί. Είχα ήδη συλληφθεί τρεις φορές από τους ταγματασφαλίτες. Η αλήθεια είναι πως όταν βιώνεις αυτά τα μεγαλειώδη γεγονότα, αυτό το έπος, γίνεσαι αυτόματα κομμάτι του, αγωνίζεσαι κι εσύ. Είναι αναπόφευκτο, όταν ονειρεύεσαι μια ελεύθερη Ελλάδα".
Η αλήθεια επίσης είναι πως δεν έμεινε ποτέ ήσυχος αυτός ο άνθρωπος. Δεν τον ένοιαζε απλά να κάνει τη δουλειά του, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ποτέ δεν λούφαξε. Τόλμησε σε άγριες εποχές, που το παρακράτος της ακροδεξιάς οργίαζε και η αυστηρή λογοκρισία απαγόρευε την ελεύθερη έκφραση, να μιλήσει, να καταγγείλει, να διαφωνήσει, να διαδηλώσει.
Συμμετείχε με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γρηγόρη Λαμπράκη στην πρώτη Μαραθώνια Πορεία και μετά τη δολοφονία του δεύτερου, συνυπέγραψαν με τον Μίκη την Ιδρυτική Διακήρυξη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Δεν ήταν ο "ζεν πρεμιέ" κι ο "εραστής της οθόνης", που τον ενδιέφεραν η δόξα, το χρήμα και οι κατακτήσεις στον έρωτα. Ήταν πάντα ένας αγωνιστής της πρώτης γραμμής. Ανήσυχος, ειλικρινής, δίκαιος και ακέραιος. Όλα αυτά, βέβαια, ο Αλεξανδράκης τα πλήρωσε ακριβά.
Μεγάλο μέγεθος,
αγωνιστής,
με ποιότητα, ευαισθησία, γνώσεις,
φινέτσα και ταπεινότητα»
Σ' εκείνη την πολύωρη εκπομπή προς τιμήν του, στην οποία παρήλασε το ελληνικό θέατρο, κάποια από τα λόγια που ακούστηκαν για τον Αλεξανδράκη, από φίλους και συνεργάτες του, ήταν αυτά:
- Γιάννης Βόγλης: "Αυτά που κρατάω από τον Αλέκο ήταν ότι μας έμαθε να παίζουμε σύγχρονο θέατρο, μας δίδαξε ήθος, και επαγγελματικό και προσωπικό, αλλά και την αξία τού να προσφέρεις αγάπη ".
- Γρηγόρης Βαλτινός: "Ενας απολύτως ερωτεύσιμος ηθοποιός. Τον ερωτεύονταν όλοι, και άντρες και γυναίκες. Ασκούσε απίστευτη γοητεία σε όλους ".
- Μάρθα Καραγιάννη: "Δεν τον αγαπάω απλώς, χρόνια τώρα, τον έχω βάλει στην προσευχή μου. Λέω κάθε βράδυ: _Θεέ μου, φύλαγε σε παρακαλώ και τον Αλεξανδράκη".
- Μιχάλης Κακογιάννης: "Αλέκο μου, θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου, να είσαι γερός για να μας χαρίζεις το ταλέντο σου ".
- Μάρω Κοντού: "Ο Αλέκος ήταν πολύ άτακτος πριν από την Νόνικα. Τον βλέπαμε όλες και λιώναμε. Ποτέ όμως δεν κυνήγησε γυναίκες. Οι γυναίκες τον κυνηγούσαν και δεν τον άφηναν σε ησυχία ".
- Κώστας Αρζόγλου: Η πρώτη φορά που είδα θέατρο, ήταν το "Εγκλημα και Τιμωρία" με τον Αλεξανδράκη στο Δημοτικό Πειραιά, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου_ καταπληκτικός Εξαιτίας του έγινα ηθοποιός.
- Κώστας Καρράς: Η πρώτη μου ταινία, η "Δεσποινίς διευθυντής", ήταν μαζί του. Του χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ που για να βοηθήσει κάποτε, μια παράστασή μου που δεν πήγαινε καλά, έστειλε γράμμα στις εφημερίδες, προτείνοντάς την θερμά, και το θέατρο από την επομένη ήταν συνεχώς γεμάτο!.
- Κώστας Βουτσάς: "Τον Αλέκο τον αγαπούσε η προηγούμενη γενιά, τον αγαπάει η σημερινή και, σίγουρα, θα τον λατρεύουν κι οι επόμενες γενιές ".
- Κάτια Δανδουλάκη: "Είναι μεγάλο μέγεθος ο Αλεξανδράκης. Ελάχιστοι στο θέατρο έχουν τέτοια μεγάλη καρδιά, τέτοια ποιότητα, ευαισθησία, γνώσεις, αγωνιστικότητα, φινέτσα και ταπεινότητα".
- Άννα Συνοδινού: "Εν θεάτρω, αδελφέ μου Αλέκο, σε ασπάζομαι και υποκλίνομαι στο ταλέντο σου".
- Νόρα Βαλσάμη: Από τον Αλέκο πήρα το πρώτο κινηματογραφικό μου φιλί στην ταινία "Οι Κυρίες της Αυλής". Θυμάμαι πως έτρεμα ολόκληρη από το τρακ, που τον είχα απέναντί μου και μετά με είχε στην αγκαλιά του.
- Ελένη Ερήμου: "Και μόνο το όνομά του να λες, νιώθεις να πλημμυρίζεις από ευγένεια, λεπτότητα και ήθος".
- Ερρίκος Ανδρέου: Τον σκηνοθέτησα στην "Επιστροφή" και με αντιμετώπισε τόσο ευγενικά και ισότιμα, ακούγοντας με προσοχή τις οδηγίες ενός 23χρονου.
- Χριστόφορος Παπακαλιάτης: "Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι έπαιξα μαζί με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Είναι απίστευτο το πόσο πολλά μαθαίνεις, δουλεύοντας μαζί του, αλλά και το πόσο καλά περνάς ".
- Βίκυ Βολιώτη: "Δεν θα ξεχάσω ποτέ με πόση δύναμη, σθένος και υπομονή πέρασε τις ταλαιπωρίες των γυρισμάτων της ταινίας μας, σ' έναν φάρο στην Ικαρία, όταν όλοι εμείς οι νεότεροι βογκούσαμε, αλλά και το βαθύ και σύγχρονο παίξιμό του ".
- Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: "Είναι τόσο ευγενής και γενναιόδωρος και δοτικός, όχι μόνο στη διάρκεια της δουλειάς, αλλά και στην καθημερινότητά του ".
Επέβαλλε στους συμπαίκτες του το ευγενές γούστο
Δεν αγαπήθηκε τυχαία τόσο πολύ αυτός ο άνθρωπος. Ήταν ευλογημένος με σπάνια δώρα χαρακτήρα, ευγένειας, γενναιοδωρίας και χιούμορ. Γιος εύπορου δικηγόρου από τη Μάνη, με ρίζες από τη Ρωσία, φοίτησε στα καλύτερα σχολεία της εποχής κι είχε σπουδαίους δασκάλους. Ο πιο αγαπημένος του ήταν ο Νίκος Σβορώνος. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του να γίνει ηθοποιός (ντρεπόταν, μάλιστα, να λέει ποιήματα στις γιορτές του σχολείου). Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η σκηνοθεσία κινηματογράφου. Είχε μάλιστα πείσει τους γονείς του να τον στείλουν να σπουδάσει στο Λος Αντζελες. Ταυτόχρονα, έκανε αγώνα, όταν ήταν μαθητής, να τον λένε Αλέξανδρο κι όχι Αλέκο. Τελικά τον έλεγαν Αλεξ.
Μου έλεγε πως μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια πνευματικών ανθρώπων και σ' ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, με την καθημερινή παρουσία σ' αυτό συγγραφέων, ποιητών, εικαστικών, μουσικών, ηθοποιών, σκηνοθετών. Δίπλα τους ανακάλυψε το μεγαλείο της Τέχνης και της αφοσιώθηκε. Αυτή ακριβώς η αφοσίωσή του στο θέατρο, αλλά και η καλλιέργειά του, τον οδηγεί σε αξιοθαύμαστες ερμηνείες κλασικών έργων που αφήνουν εποχή και συμβαδίζουν με τη μεγάλη επιτυχία των ταινιών που πρωταγωνιστεί. Λέγεται πως ο Δημήτρης Χορν εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το λαμπερό ταλέντο του νεαρού Αλέκου στις εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, που στοιχημάτισε ανοιχτά υπέρ του. "Αν κάποιος μου λείπει περισσότερο από το θέατρο, είναι ο Χορν", μου είχε πει στην εκπομπή. "Ηταν δάσκαλός μου στο Εθνικό, ήταν φίλος μου, ήταν συνάδελφος στο θέατρο. Με πίστεψε, μ' εμπιστεύτηκε. Πάντα τον θυμάμαι με αγάπη, αλλά μου λείπει πολύ".
Έρχεται, λοιπόν, η στιγμή - πριν καν ξεκινήσει η δεκαετία του '50 - που μπαίνουν μια για πάντα στην άκρη και το ταξίδι στην Αμερική, οι σπουδές του στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και φυσικά η ξιφασκία, στην οποία διαπρέπει, αφού από τα 15 του είναι μέλος της Εθνικής ομάδας. Τώρα όλα έχουν αλλάξει. Είναι πλέον ηθοποιός! Ένας λαμπερά δημιουργικός και ευρηματικός καλλιτέχνης, που χαρακτηρίζεται από κάποιους ο "Ζεράρ Φιλίπ της Ελλάδας", αλλά και - λίγο αργότερα - "Πασπαρτού " από τον Αλέξη Μινωτή, γιατί μπορούσε να παίξει τα πάντα. Συνεργάζεται με όλους τους σπουδαίους ηθοποιούς της εποχής, Κοτοπούλη, Κυβέλη, Βεάκη, Μυράτ, Μινωτή, Παξινού, Κατράκη, Κωνσταντάρα, Λαμπέτη, Ζαβιτσιάνου, Βαλάκου, Συνοδινού, Διαμαντίδου, Αρώνη, Φέρτη κ.ά., σε μια μεγάλη γκάμα έργων από Ευριπίδη, Σοφοκλή και Αισχύλο, μέχρι Σαίξπηρ, Τσέχοφ, Πιραντέλο, Μίλερ, Κοκτό, Γκολντόνι, Ανούιγ, Αλμπυ, αλλά και Γιαλαμά - Πρετεντέρη, κ.ά. Στο Εθνικό παίζει σε όλα τα έργα, δουλεύει ατέλειωτες ώρες, "Δεν άντεχα όμως", … "κάθε 20 μέρες είχα κι από μια πρεμιέρα, κουράστηκα πολύ εκείνα τα χρόνια, κι έτσι αποφάσισα να φύγω".
Στα 24 χρόνια του, παίζει τον Ιππόλυτο στην Επίδαυρο κι όλοι συμφωνούν πως είναι εκπληκτικός (παρά τους φόβους του και τη σθεναρή άρνησή του να το κάνει), οι δε κριτικές είναι αποθεωτικές. Νωρίτερα είχε εισπράξει και μια διθυραμβική κριτική, που ακόμα συζητιέται. Η Ειρήνη Παπά, το 1949, του είχε προτείνει να πάει να τον ακούσει η Κατερίνα Ανδρεάδη που ετοίμαζε την "Φθινοπωρινή παλίρροια". Πάει στο σπίτι της μαζί με την Άννα Συνοδινού, που ήταν συμμαθήτριά του, και μια ωραία ανθοδέσμη. Όχι μόνο παίρνει τον ρόλο, αλλά αφήνει τόσο καλές εντυπώσεις σε κοινό και κριτικούς, ώστε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος γράφει στην "Καθημερινή": "Παρουσιάστε όπλα! Επιτέλους ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο".
"...Είτε έπαιζε τραγωδία είτε κλασικό δράμα είτε μοντέρνο θέατρο είτε κωμωδία ηθών είτε φάρσα είτε μπουλβάρ, επέβαλλε τον κωδικό του, τον έξοχο εσωτερικό του ρυθμό, τη λιτότητα των μέσων που η συμπύκνωση της πείρας απέδιδε πολλαπλάσια μιμητικά σήματα, επέβαλλε στους συμπαίκτες του ένα ευγενές γούστο που διέκρινε την εν γένει αγωγή του και προσέδιδε στους ρόλους του ένα βάθος και μια στοχαστική διάσταση ", γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στον πρόλογο του λευκώματος "Αλέκος Αλεξανδράκης. Ευχαριστώ" _εκδ. "Αγκυρα ". Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίζεται στις ταινίες "Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν" των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου, δίπλα σε θηρία όπως η Καλουτά κι ο Κωνσταντάρας, και στους "Δυο κόσμους", ως μαθητής ακόμη της Δραματικής Σχολής. Ακολουθούν άλλες 75, "Η Αγνή του λιμανιού", " Οι ουρανοί είναι δικοί μας", "Το νησί των γενναίων", "Δάκρυα για την Ηλέκτρα", "Η Μαρία της σιωπής", …Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, Εύα, Τα παιδιά της χελιδόνας και πολλές άλλες. Ξεχωρίζει στη "Στέλλα" δίπλα στην Μελίνα, ενώ εκπληκτικός είναι και στις ταινίες Δεσποινίς διευθυντής και Μια τρελή - τρελή οικογένεια με την Τζένη Καρέζη, Η σοφερίνα και το Δόλωμα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη με την Μάρω Κοντού, Η κόμισσα της Κέρκυρας με την Ρένα Βλαχοπούλου. Στην τηλεόραση, μεταξύ άλλων, παίζει στον "Παράξενο Ταξιδιώτη", στον "Γιούγκερμαν", στην "Αίθουσα του θρόνου", στο "Να με προσέχεις" και τους "Μυστικούς Αρραβώνες".
Οι περιπέτειες
της πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένης
"Συνοικίας το όνειρο»
Δείτε και παρακάτω αναλυτικά__
Ο Αλεξανδράκης σκηνοθετεί πολλά θεατρικά έργα και τις ταινίες "Θρίαμβος"
(με τον Καρύδη - Φουκς, 1960) και " Συνοικία το όνειρο" δικής του
παραγωγής, το 1961. Παίζουν μαζί του ο Μάνος Κατράκης, η Αλίκη Γεωργούλη και η
Αλέκα Παΐζη. Ενα έργο - σταθμός στον ελληνικό κινηματογράφο, που εξαγριώνει
πολύ τότε την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Δόβα και την απαγορεύει. Στη συνέχεια, η
ταινία δημιουργεί πολιτική θύελλα στην κυβέρνηση Καραμανλή, και μόνο μετά από
έντονες διαμαρτυρίες του Τύπου, επιτρέπει την προβολή της, αλλά την πετσοκόβει.
"Ηταν απίστευτα πετσοκομμένη", έλεγε "Την έβλεπα τις προάλλες στην τηλεόραση και δεν την αναγνώριζα. Πάρα πολύ πετσοκομμένη! Προσπάθησαν με τα κοψίματα να μην φανεί ότι αυτή η συνοικία ήταν μέσα στην Αθήνα κι ότι αυτά τα πράγματα δεν τα κάνουν οι Έλληνες... ". Αστυνομικοί έστηναν τότε καραούλι έξω από τους κινηματογράφους και σημείωναν όσους έμπαιναν. Η παρακολούθησή της μετατρέπεται σε αντιστασιακή πράξη. Συχνά διακόπτουν και την προβολή της, γιατί κρίνουν πως παραείναι "ανατρεπτική"». Μάλιστα, ένας αστυνομικός διευθυντής, που είχε σταματήσει την προβολή, τους είχε πει: "Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα". Ο τότε υφυπουργός Τύπου της ΕΡΕ, Τριανταφυλλάκος, έλεγε πως ο Αλεξανδράκης δυσφημεί την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας.
Η αλήθεια της διαλυμένης κι εξαθλιωμένης μετεμφυλιακής χώρας, που την είχαν ρημάξει, που ήταν γεμάτη πολίτες β΄ κατηγορίας, δεν βολεύει την εξουσία που ψάχνει επενδυτές από το εξωτερικό.
Ο Αλεξανδράκης, όμως, δείχνει την πραγματική Αθήνα, όχι την πλαστή, την "τουριστική", με βάση το σενάριο του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και του συγγραφέα Κώστα Κοτζιά. Η μουσική είναι του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μαζί με τον Τάσο Λειβαδίτη έγραψαν μερικά από τα καλύτερα τραγούδια τους, όπως το "Βρέχει στη φτωχογειτονιά" με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Οι λογοκριτές είναι
έξαλλοι
με την ...κομμουνιστική προπαγάνδα της ταινίας.
Τι άλλο θα μπορούσε να είναι παρά κομμουνιστική, αφού οι ήρωές της στη φτωχογειτονιά του Ασύρματου είναι απόκληροι της κοινωνίας, ηττημένοι και απογοητευμένοι άνθρωποι, φτωχοί και άνεργοι, περιθωριοποιημένα πλάσματα που αναζητούν μια θέση στο όνειρο; Δεν μπορεί - σου λέει - παρά να είναι αριστερή, αφού μιλάει για κοινωνικές ανισότητες, διαφορετικές ευκαιρίες, κοινωνική αδικία, για εκμετάλλευση των αδύναμων και για άθλιες συνθήκες ζωής στις παράγκες. Όσα χρήματα είχε βγάλει από το σινεμά, τα βάζει σ' αυτήν την ταινία και τα χάνει. Οι οικονομίες οι δικές του και των συνεργατών του εξανεμίζονται, αλλά, τελικά, όχι μόνο αφήνει στην ταινία τη σπουδαία προσωπική παρακαταθήκη του, κάθεται και στο ίδιο τραπέζι (επίσημοι προσκεκλημένοι μαζί με την Γεωργούλη, της υπουργού Πολιτισμού της ΕΣΣΔ), στη σοβιετική τηλεόραση, παρέα με τον Φελίνι, τον Βισκόντι σε μια συζήτηση για τον ουμανιστικό κινηματογράφο!
Μαύρη λίστα για τον επαναστάτη γόη!
Στη χούντα περνάει ακόμα πιο δύσκολα. Έχοντας πολλά μαζεμένα για τον "επαναστάτη γόη" (όπως τον έλεγαν), τον μετατρέπουν σε "μαύρο πρόβατο". Κόβεται από παντού. Ολες οι πόρτες είναι κλειστές γι' αυτόν. Οι θιασάρχες δέχονταν απειλές από τους συνταγματάρχες, προκειμένου να μην παίξει "ο αριστερός" στο θέατρο. "Δεν επέτρεπαν", λέει ο ίδιος, "ν' αναφερθεί πουθενά το όνομά μου, σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα, σε ταμπέλες θεάτρων. Πέρασα δυο μαύρα χρόνια με πρόβλημα επιβίωσης. Δεν μ' έπαιρνε κανείς να δουλέψω. Ο πρώτος που τόλμησε και με πήρε ήταν ο Μπουρνέλης στο θέατρο Παπαϊωάννου, στην Πατησίων. Να σκεφτείς πως δεν υπήρχε το όνομά μου στη μαρκίζα, ούτε φωτογραφία μου, μόνο της Βαλάκου. Ούτε στις κριτικές των εφημερίδων με ανέφεραν... ". Ακολούθησαν ο Φίνος και η Κατερίνα Ανδρεάδη, στο σπάσιμο του χουντικού εμπάργκο, δίνοντάς του ρόλους στα έργα τους.
Τέσσερις γάμοι κι ένας ξαφνικός έρωτας!
Παντρεύτηκε 4 φορές. Την Μαρτζ Βάλβη, την Κλοντ Σαμπαντού, την Αλίκη Γεωργούλη και την Βερένα Γκάουερ, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά. Με την Αλίκη Γεωργούλη κάνουν θαύματα, πειραματίζονται, τολμούν και ριψοκινδυνεύουν, ανοίγοντας νέους δρόμους σε θέατρο και σινεμά. Ανεβάζουν πρωτοποριακά για την εποχή έργα, προσπαθούν να περάσουν πολιτικά μηνύματα, ν' αφυπνίσουν τους θεατές, να αγωνιστούν με κάθε τρόπο. Είναι αριστεροί και προοδευτικοί, κάτι που προκαλεί συνεχώς τους κυβερνώντες. Ανεβάζουν έργα που μιλούν για όσα δεν τολμούσαν να γράψουν τότε ούτε οι εφημερίδες.
Η γυναίκα με την οποία έζησε έναν μεγάλο έρωτα - κι αυτήν τη φορά διαρκείας - φαίνεται να ήταν η Νόνικα Γαληνέα που εισέβαλε στη ζωή του το καλοκαίρι του 1969. Παρέμεινε σύντροφός του για 21 ολόκληρα χρόνια, δίχως να παντρευτούν ποτέ. Εκείνη πίστευε πως ο άνθρωπος αυτός, τον οποίο γνώρισε στην παράσταση "Τα μεγάλα χρόνια" που έπαιζαν μαζί (και θρασύτατα ένα βράδυ, του ζήτησε να τη φιλήσει), ήταν πάντα ένα ζωντανό παράδειγμα ήθους, ευφυΐας, καλοσύνης, ταλέντου, αρχοντιάς κι αξιοπρέπειας. Ένας καλλιτέχνης γεμάτος ευαισθησίες - ίσως ο μοναδικός χωρίς εχθρούς - γεμάτος τρυφερότητα και κατανόηση για όλους. Έμαθε δίπλα του τον σωστό τρόπο ν' αντιμετωπίζει το θέατρο και τους ανθρώπους του, ήταν ένας αξιολάτρευτος και σοφός άντρας, στον οποίο χρωστούσε τον καλό της εαυτό.
Ο τελευταίος Νοέμβρης
Το άστρο αυτού του φωτεινού, του σαγηνευτικού ανθρώπου, του ανεπανάληπτα εργατικού, ευγενικού και πολυβραβευμένου Αλέκου Αλεξανδράκη έδυσε, μετά από πολύμηνη σκληρή μάχη με τον καρκίνο, στις 8 Νοέμβρη του 2005. Ήταν 77 χρόνων και μέχρι τότε διατήρησε τις ιδέες του, το πάθος του, την αγωνιστικότητά του, παραμένοντας ιδεολογικά συνεπής. Δεν ξεχνάω _γράφει η Σεμίνα, τις στιγμές στο Νοσοκομείο "Αγιος Σάββας" που τον επισκέφθηκα, λίγο πριν "φύγει". Ηταν πολύ αδύναμος, αλλά τα μάτια του ήταν εκείνα τα μαγικά, ολόφωτα κινηματογραφικά μάτια, που αγαπήσαμε όλοι στις οθόνες. Έλαμπαν πάλι. Κρατούσα τα αδύναμα χέρια του μέσα στα δικά μου και του έλεγα πως όταν βγει, θα πάμε μαζί στην Ελβετία να δούμε την κόρη και τα εγγόνια του. Χαμογελούσε για να μου δείξει πως με πίστευε. Φεύγοντας, τον φίλησα στο μέτωπο και του είπα πως θα ξαναπάω σύντομα. Μου χαμογέλασε πάλι. Ένιωσα πως συνέχιζε να μη με πιστεύει. Οχι γιατί του έλεγα ψέματα, αλλά γιατί μάλλον δεν πίστευε πως θα προλαβαίναμε να ξαναϊδωθούμε. Αποχαιρετηθήκαμε, λοιπόν, με την αίσθηση μιας παράξενης συνωμοσίας.
Βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας, σκεφτόμουν τα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: "Το απόλυτο είδος μέτρησης ενός άνδρα δεν είναι το πώς φέρεται στα εύκολα, αλλά το πώς στέκεται σε περιόδους πρόκλησης και αντιπαράθεσης".
Κι αυτός που είχα την τιμή να συναντήσω, ήταν ένας σπουδαίος άντρας, ένα αληθινό παλικάρι!
Πετσοκομμένη από την αδυσώπητη λογοκρισία γιατί «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας». Την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό! (sic)«Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι, ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα». Απαγορεύτηκε αυστηρά η προβολή της ταινίας στην επαρχία - ιδιαίτερα στις εθνικά ευαίσθητες περιοχές - ενώ στην Αθήνα η προβολή της συνοδεύτηκε από επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε –χωρίς αποτέλεσμα, να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Μικρές ιστορίες συνδεδεμένες με ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης για τους προδομένους ανθρώπους αυτής της λαϊκής γειτονιάς, με τα μικρά ασήμαντα όνειρα και τα απλοϊκά οράματα για ένα καλύτερο μέλλον, για ένα μικρό κομμάτι ευτυχίας ... Ελλείψει ύπαρξης δουλειάς, εξωθούνται στην μικροαπατεωνιά, που, όμως, τυλίγεται στην ανθρωπιά τους και στην εγγενή τους ευγένεια... Η Στεφανία, η όμορφη της γειτονιάς, θέλει να φύγει για την Ρώμη - την συγγενή πόλη που έχει ρίζες, έχει ιστορία - και όχι για οπουδήποτε! Ξέρει, το βλέπει, ότι είναι παρακατιανή, ξένο σώμα, στην παρέα που έχει εισχωρήσει, στην παρέα των γόνων των αστών που πάσχουν από ακατάσχετη ανία, από κείνο το είδος της ιδιάζουσας - ιταλικής – αστικής, που βρίσκουμε στον Τσέζαρε Παβέζε, τον Μοράβια και τον Αντονιόνι... Η Στεφανία είναι αποφασισμένη να πληρώσει κάποιο τίμημα, δεν της βγαίνει, όμως, να ξεπουληθεί εντελώς μόνο για να πάει στην Ρώμη... Οι άνθρωποι της συνοικίας θέλουν να αλλάξουν τη ζωή τους, προσπαθούν να οικειοποιηθούν τις αγοραίες αρχές της κοινωνίας των δωσίλογων νικητών, αλλά τους είναι αδύνατον να μετακινηθούν από τις δικές τους αξίες και την ανθρώπινή τους αξιοπρέπεια, τόσο βαθιά ριζωμένες μέσα τους... γι' αυτό και φτωχοί και άμοιροι!
Παίζουν: Αλέκος Αλεξανδράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Μάνος Κατράκης, Αλέκα Παΐζη, Σαπφώ Νοταρά, Αθανασία Μουστάκα, Βασίλης Ανδρονίδης, Θανάσης Μυλωνάς, Γιώργος Τζώρτζης, Γιάννα Ολυμπίου, κ.ά.
Η Αλίκη Γεωργούλη (στην ταινία υποδύεται την Στεφανία), γυναίκα τότε του Αλεξανδράκη και συμπαραγωγός, ανέφερε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», κάτι που και σήμερα ηχεί, τουλάχιστον, καινοτόμο και απαραίτητο: «Αυτοί που αποτελέσαμε την ομάδα της “Συνοικίας” δεν ξεκινήσαμε τυχαία - ούτε σμίξαμε τυχαία για να καταπιαστούμε με μια δουλειά τόσο δημιουργική και υπεύθυνη.
Μας έφεραν κοντά, πάνω απ' όλα, τα κοινά ιδανικά μας, οι κοινοί μας στόχοι, η πίστη του ενός στον άλλον και πρωταρχικά η συναίσθηση πως έχουμε όλοι μας την υποχρέωση να προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό στην ελληνική κινηματογραφία, ξεκόβοντας πια από τις ανούσιες υπηρεσίες που της προσφέραμε, οι περισσότεροί μας, από πολλά χρόνια, ως πριν λίγους μήνες ακόμα.
Όλοι μας πιστέψαμε σε κάτι βασικό: Στο θετικό αποτέλεσμα που θα έβγαινε απ' τη δουλειά του συνόλου. Φυσικά, υπήρχαν οι προσωπικές φιλοδοξίες, για να υπηρετήσουν, όμως, την ίδια την προσπάθεια και μέσα από το αποτέλεσμα να γίνει η ατομική προβολή του καθενός μας».
Καθώς βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας ταινίας είναι το κεφάλαιο (ειδικά σε μια σαν τη «Συνοικία» με πολλά –πανάκριβα τότε, εξωτερικά γυρίσματα), οι σεναριογράφοι Κώστας Κοτζιάς και Τάσος Λειβαδίτης άφησαν κάθε άλλη δουλειά τους, ο Τάσος Ζωγράφος άρχισε να προετοιμάζει τσαμπέ τα ντεκόρ, όσο για τη Γεωργούλη -«ψυχή» του τολμηρού πειράματος, παράλληλα με τους ρόλους της πρωταγωνίστριας και της διευθύντριας παραγωγής, ανέλαβε και καθήκοντα φροντιστή.
«Είχα βγάλει έναν κατάλογο από πάρα πολλά μεταχειρισμένα και φθαρμένα ρούχα, σκεύη και έπιπλα που ήταν αδύνατον να βρεθούν αλλού εκτός από τα ίδια τα σπίτια του συνοικισμού… η ποδιά με τα 100 μπαλώματα πάνω στα 100 άλλα μπαλώματα που φορά η Σαπφώ Νοταρά αποτελούσε το αναγκαίο υλικό»…
Η βαθιά ελληνικότητα συνιστά την οικουμενικότητα της ταινίας, η οποία διαμορφώνεται από τις συνιστώσες του νεορεαλισμού στο ύφος, τις στιλιστικές επιρροές του γαλλικού ποιητικού ρεαλισμού και τα δομικά στοιχεία από την αρχαία τραγωδία, ειδικά στα χορικά του τέλους, όταν πια η ειμαρμένη και αυτήν τη φορά νίκησε τους μικρούς θνητούς ...
Ο νεορεαλισμός εδώ εμφανίζεται σαν κινηματογραφική διάσταση της φτώχειας, της φτώχειας σαν μια από τις ευκρινέστερες πλευρές της πραγματικότητας, οργανικά ριζωμένης στην άμεση μεταπολεμική απαισιοδοξία, όταν, για ακόμα μια φορά, τα όνειρα και τα οράματα των λαϊκών ανθρώπων ξεπουλιόνταν. Ο νεορεαλισμός ανακάλυψε ότι η πραγματικότητα, ιδίως σε ό,τι αφορά τα αστικά προβλήματα των μεταπολεμικών μεγαλουπόλεων, ήταν ένας καμβάς απ' όπου μπορούσε κανείς να αντλήσει αστείρευτο θεματικό πλούτο, φτάνει να μάθαινε να την παρατηρεί και να την ερμηνεύει.
«Μια ταινία ποιότητας - έγραψε ο Αλέκος Αλεξανδράκης - δεν είναι έργο ενός ανθρώπου. Είναι αποτέλεσμα σωστής συνεργασίας και ταυτότητας ιδεολογικού "πιστεύω" όλων των βασικών παραγόντων που την δημιουργούν».
Αφηγηματική δομή με
μικροελαττώματα, αποτελεσματικές αυτοσχέδιες τεχνικές και πολύ δυνατό καστ
ηθοποιών, μείγμα πανάξιων επαγγελματιών και ερασιτεχνών, των κατοίκων της
περιοχής.
Με την ευαίσθητη σκηνοθετική ματιά του Αλέκου Αλεξανδράκη, το ταξίδι, η φυγή
μακριά στη «Συνοικία το όνειρο» συνιστά κύρια θεματική.
«Το ίδιο θέμα αποτελεί θεματική σταθερά του ποιητικού ρεαλισμού, του μείγματος
λυρισμού και ρεαλισμού που διαμορφώθηκε την περίοδο 1934-40 με κύρια επίδραση
από το λογοτεχνικό νατουραλισμό, αλλά και την πρακτική, τις παραδόσεις και τους
πειραματισμούς κινηματογραφιστών σαν του Ρενέ Κλερ και του Ζαν Βιγκό. Ο
ποιητικός ρεαλισμός και οι δυο φάσεις που τον διέπουν, εκείνη της αισιοδοξίας
και η άλλη της απαισιοδοξίας είναι αμφότερες παρούσες» (Ριζοσπάστης).
Το βιβλίο είναι, όπως ήταν κι η Αλίκη -αριστερή εκείνων των χρόνων, με ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους και αφηγούνται όχι τόσο τη ζωή της, όσο περιστατικά που έχουν πλάκα, ενδιαφέρον, συγκινήσεις και εικόνες από το τότε και το τώρα (10ετία 1990). Τα πρόσωπα που ήξερε κι αγαπούσε περνάνε μέσα από τις σελίδες λέγοντας τις δικές τους ιστορίες. Ο Τσαρούχης, ο Κατράκης, ο Κώστας Κοτζιάς, ο Γαβράς -ηθοποιοί, καλλιτέχνες, φίλοι λένε τις ατάκες τους και φεύγουν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους που συνεχίζουν απλά, φυσικά, όπως ακριβώς μιλάνε οι άνθρωποι μεταξύ τους, όταν δεν έχουν πολλά πράγματα να κρύψουν. χωρίς πάθος και αρνητικά συναισθήματα, με ειλικρίνεια και λεπτότητα, αποκαλύπτοντας αφώτιστες πτυχές του βίου.
Κυκλοφόρησε σε πάνω από μια εκδόσεις (Κάκτος, Κέδρος κλπ) Η Αλίκη Γεωργούλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και μεγάλωσε στην Πλατεία Αγάμων (Πλατεία Αμερικής), την εποχή που οι πλατείες της Αθήνας έμοιαζαν μ’ εξοχές. Αφού απορρίφθηκε από τις εξετάσεις του Εθνικού και της Σχολής του Κουν, έγινε η πρώτη μαθήτρια του Ροντήρη στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών κι άρχισε αμέσως να παίζει στο θέατρο, διαλέγοντας πάντα ποιοτικά έργα και καλούς ρόλους.
Μετά τη «Συνοικία» και τη δικτατορία, άνοιξε το Θέατρο Αποθήκη στου Ψυρρή, στην πιο «ντεμοντέ» τότε περιοχή της πόλης, που κατάφερε να το κρατήσει ζωντανό μέχρι το τέλος.
Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή το 1953 στο έργο του Μπέρναρντ Σω “Ο άνθρωπος του διαβόλου”. Συνεργάστηκε πολλές φορές με τον Μάνο Κατράκη και με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1956 (χώρισαν το 1965). Στο σινεμά πρωτοεμφανίστηκε το 1953 στην ταινία «Εύα» της Μαρίας Πλυτά και πήρε μέρος σε 15 ταινίες (Το αγοροκόριτσο -1959, Ο Ηλίας του 16ου -1959, Έγκλημα στα παρασκήνια - 1960), Συνοικία το όνειρο (1961), Ο Θίασος -1975).
Πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα στις 25-Ιουλ-1995.
Φιλμογραφία
- Εύα (1953) … Άννυ
- Ο δρόμος με τις ακακίες (1954)
- Το νησί των γενναίων (1959) … Μαρία
- Το αγοροκόριτσο (1959) … Τζένη
- Ο Ηλίας του 16ου (1959) … Τασία Μπέρμπερη του Παντελή, υπηρέτρια
- Είμαι αθώος (1960) … γυναίκα του ταγματάρχη Ανρί
- Έγκλημα στα παρασκήνια (1960) … Μαίρη Λαμπρινού
- Συνοικία το όνειρο (1961) … Στεφανία
- Θρίαμβος (1962) … Νταίζη Ευφραίμογλου
- Λουκάς ο αποστάτης-Σατανικές ερωμένες (1974) … Ρέα
- Ο θίασος (1975) … μητέρα Ηλέκτρας
- Οι κυνηγοί (1977) … η γυναίκα του εκδότη
- Μελόδραμα (1980)
- Ρόζα (1982) … η πασιονάρια
- Τοπίο στην ομίχλη (1988)
- Κάποιος που να ζει (1990)
Θέατρο
- Μίλα μου σαν τη βροχή (1966)
- Αυτό το ζώο το παράξενο (1967)
- Νύχτα στη μεσόγειο (1958)
- Λεοκαντία (1958)
- Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια (1959)
- Κολόμπ (1957)
- Πικνίκ (1956)
- Στρατήγημα εραστών (1956)
- Ο έρωτας των τεσσάρων συνταγματαρχών (1955)
Τηλεοπτικό θέατρο
- Λόξα και δόξα (1998) ΕΤ1
- Τάνια (1980) ΕΡΤ
Εκπομπές
- Ελληνικό τραπέζι (1987) ΕΡΤ 2 Σειρές
- Ανατομία ενός εγκλήματος: Η τρίτη εντολή (1994) ΑΝΤ1
- Τμήμα ηθών: Οι Αλβανοί (1992)
- Το φάντασμα (1990) ΕΤ2
- Οικογένεια Μουσαμά (1991) ΑΝΤ1
- Στον ψυχίατρο (1992) ΑΝΤ1
- Στο «Μια υπέροχη ζωή» (MEGA1993)
η Α. Γεωργούλη αναφέρεται στους
Αλεξανδράκη, Κατράκη, Παΐζη, Σαπφώ Νοταρά, Τάσο Λειβαδίτη, Κώστα Κοτζιά, Τάσο
Ζωγράφο, στον Μπιθικώτση, στον Μίκη Θεοδωράκη... και «τόσους άλλους ιδεολόγους
καλλιτέχνες με ταλέντο, οράματα, επιμονή και πείσμα». Στο εργοστάσιο
Με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1981 τιμήθηκε η ταινία του Τάσου Ψαρρά «Το εργοστάσιο», με κεντρικό πρόσωπο ένα μικροβιοτέχνη βυρσοδέψη που διατηρεί εργαστήρι επεξεργασίας (μαζί δουλεύει και ο γιος του) σε μια εποχή έντονων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών. Και οι δυο αγωνίζονται απεγνωσμένα να κρατήσουν την οικογενειακή επιχείρηση ζωντανή, να «βγάλουν το ψωμί τους με τη δουλειά τους», επιχειρώντας να την διασώσουν (και επεκτείνουν) με δάνειο, που –φυσικά, δεν εγκρίνεται.
Ενώ την ίδια στιγμή, το κράτος τον καλεί να καταβάλει φόρους που οφείλει, ο πατέρας απευθύνεται σε έναν επιτυχημένο μετανάστη, που –σε αντάλλαγμα, ζητάει την κόρη του, η οποία ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Και ενώ η απόρριψη έρχεται από τη μεριά της κόρης που «δεν δέχεται το βιασμό της» τα χρέη πνίγουν τον βιοτέχνη και δεν έχει άλλη λύση απ' το να γίνει με τη σειρά του, ακολουθώντας το παράδειγμα του γιου του, εργάτης στο κοντινό εργοστάσιο, του οποίου όμως η μακροημέρευση είναι το ίδιο επισφαλής.
Μια καυστική σάτιρα από έναν μαχόμενο σκηνοθέτη με πρωταγωνιστές Βασίλη Κολοβό, Δήμητρα Χατούπη και Δημήτρη Σπύρου (μουσική Δόμνας Σαμίου).
Ανεξάρτητα από τις αισθητικές ή ιδεολογικές απόψεις ή ενστάσεις για τη διαδρομή της γενιάς των κινηματογραφιστών που «δόμησαν» αυτό που η κριτική χαρακτηρίζει ως «νέο ελληνικό κινηματογράφο», είναι μάλλον δύσκολο να διαφωνήσει κανείς στο ότι αυτή η γενιά έκανε σινεμά επειδή είχε - και εν πολλοίς έχει - κάτι να πει καταρχήν στην κοινωνία και δευτερευόντως στο «εγώ» της -ένας άξιος από τους εκπροσώπους αυτής της γενιάς είναι ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς.
«Το πρώτο υλικό είναι η πραγματικότητα» -συνέντευξη στο Ριζοσπάστη για το ρόλο που μπορεί και πρέπει να έχει ο κινηματογράφος σήμερα, με έναν από τους δυναμικότερους εκπροσώπους της γενιάς του «νέου ελληνικού κινηματογράφου»Πολυβραβευμένος δημιουργός ταινιών όπως το «Δι' ασήμαντον αφορμήν» (1974), το «Καραβάν Σαράι» (1986), «Μάης 1936» (1976) κ.ά, τηλεοπτικών σειρών μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ («Καρυωτάκης», «Εποχές και συγγραφείς» κ.ά.) βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, με συνεχώς νέες ιδέες για τη μεγάλη αλλά και για τη μικρή οθόνη.
Ταυτόχρονα, είναι από τους κινηματογραφιστές που επιμένουν σε ένα σινεμά «συγκρουσιακό», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος, αναδεικνύοντας τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της ελληνικής
κοινωνίας μέσα στην ιστορική της διαδρομή και τις κάθε φορά «μεταλλάξεις» του ίδιου εκμεταλλευτικού συστήματος. Και βέβαια, υπερασπίζεται
αυτό το σινεμά και το ιδεολογικό πλαίσιο που «κουβαλάει», ανεξάρτητα από τα
«κελεύσματα» της εποχής, λέγοντας απλά «το ΚΚΕ
εκφράζει καταρχήν την εργατική τάξη -θα ήθελα όμως να
υπενθυμίσω πως μαζί με τους κοινωνικούς αγώνες είναι πρωτοπόρο και στο χώρο του
πολιτισμού, ανατρέποντας μια διαμορφωμένη από παλιά αντίληψη πως ο πολιτισμός
είναι αγαθό για λίγους. Αντίθετα, με διαλέξεις, μελέτες, προβολές και συναυλίες
φέρνει και στην πιο απομακρυσμένη γωνιά της πατρίδας μας τις τάσεις του
σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.
Το
20ό Συνέδριο δίνει νέες ελπίδες για
ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος που, μαζί με την ταυτόχρονη παρουσία του
Πολιτισμού, μπορεί να δώσει το κάτι άλλο
για να χαράξουμε μια διαδρομή για το μέλλον.
Ταινίες μεγάλου μήκους
- Δι' ασήμαντον αφορμήν -1974
- Μάης - 1976
- Το εργοστάσιο -1981
- Καραβάν Σαράι -1987
- Η άλλη όψη - 1991
- Η Θεσσαλονίκη τον 20ο αιώνα -1997
- Οι αριθμημένοι - 1998
- Γράμμα στη μητέρα πατρίδα -1999
- Η σκόνη που πέφτει -2004
Μικρού μήκους
- Παρουσία -1969
- 40,38 - 22,57 - 1970
- Υπερθέαμα - 1971
- Μελλελέ - 1972
- Θαύμα - 1973
- Δίον - 1988
- Συγκοινωνίες - 1992
Τηλεοπτικές σειρές
- Πορεία 090 -1980-ΥΕΝΕΔ
- Ο χρυσός νοικοκύρης -1984- ΕΡΤ
- Καραβάν σαράι -1988-ΕΡΤ1
- Το μπουλούκι 1988-ΕΡΤ1
- Ασημίνα Λαΐου 1989-ΕΡΤ3
- Καθρέφτες 1991-ΕΡΤ2
- Το 13ο κιβώτιο 1992-ΑΝΤ1
- Πεζογραφία και πραγματικότητα-1995
- Ο πρίγκιπας -1996- ΕΤ1
- Οι λαοί των Βαλκανίων -2000-ΕΡΤ3
- Εποχές και συγγραφείς 2002-2011-ΕΤ1
- Ο θησαυρός της Αγγελίνας 2005-ΝΕΤ
- Καρυωτάκης 2009-ΕΤ1
- Η ζωή εν τάφω 2018-ΕΡΤ1
…Όνειρο για έναν Εσκιμώο, στην Αριζόνα
Το Arizona Dream είναι μια γαλλοαμερικανική σουρεαλιστική δραματική κωμωδία indie (σσ. ανεξάρτητη παραγωγή) του 1993, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Emir Νemania Muti (Emir Kusturica Εμίρ Κουστουρίτσα), με πρωταγωνιστές Johnny Depp, Jerry Lewis, Faye Dunaway, Lili Taylor και Vincent Gallo -Soundtrack Goran Bregović, επίσης τρία τραγούδια του Django Reinhardt.
Ο Axel έχει ένα όνειρο …για έναν Εσκιμώο που πιάνει ένα σπάνιο πλατύψαρο και το φέρνει πίσω στην οικογένειά του σε ένα ιγκλού. Ο ξάδερφος του Paul, παρακινεί τον Άξελ από τη δουλειά του να επισημαίνει ψάρια στη Νέα Υόρκη στην Αριζόνα για να παρευρεθεί στον γάμο του θείου του Λέοντα (Leo) που –ως κεφαλαιοκράτης «ξέρει» να παίρνει από τη ζωή ό,τι επιθυμεί, οπότε εκτός από την αντιπροσωπεία της «Κάντιλακ» μια πολύ νεότερη γυναίκα –κούκλα (για τον ίδιο κάθε άλλο παρά femme fatale). Ο Κουστουρίτσα, μας παρουσιάζει τους ήρωές του ευάλωτους, αδύναμους, ονειροπόλους, που -αλίμονο για εκείνους, δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Τα εσωτερικά τους προβλήματα είναι μεγάλα, υπαρξιακά, αξεπέραστα.Η ταινία απέσπασε το Ειδικό Βραβείο του Κοινού στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.Τι θέλει να δείξει με αυτή τη δημιουργία του αυτός ο «ποιητής» της 7ης Τέχνης; Τι προσπαθεί;
Ισως, ότι ο λυρισμός, η ποίηση, η ευαισθησία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, σβήνει μέσα στην απατηλή λάμψη της βιομηχανίας του πλαστού ονείρου της Μέκκας του κινηματογράφου;
Ονειρεύεται χαμένους παράδεισους, χαμένες πατρίδες, χαμένες ευκαιρίες, χαμένες Ιθάκες. Το "αμερικανικό όνειρο", που παραπλανεί τους ντόπιους και παρασύρει τους ξένους, παρόλο που είναι σκληρό, τον άφησε αδιάφορο.
Ιδεολογικά η ταινία δεν πρωτοτυπεί είναι «Κουστουρίτσια», πολύ πίσω –κατά τη γνώμη μας, από το «Ο μπαμπάς λείπει για δουλιές» ή τον «Καιρό των Τσιγγάνων» που εισήγαγε στον κινηματογράφο τη σκληρή ποίηση των Βαλκανίων αλλά και τον ρεαλισμό.Εδώ ο Άξελ συναντά δύο περίεργες γυναίκες, την Ιλέιν, που είχε πάντα όνειρο να κατασκευάσει μια ιπτάμενη μηχανή και τη θετή κόρη της Γκρέις, που τη ζηλεύει …και ονειρεύεται να αυτοκτονήσει και να μετενσαρκωθεί ως χελώνα.
Η Γκρέις έχει την ιδέα να παίξει μαζί του ρωσική ρουλέτα… ο Άξελ τραβάει τη σκανδάλη πολλές φορές.
Ελπίσαμε να συμβεί και θα το εκλαμβάναμε ως αυτοκαταστροφή … | Να σου δώσω μιά να σπάσεις,
Άχ βρε κόσμε γυάλινε | Και φτιάξω μιά καινούργια, Κοινωνία άλληνε | Να φτιάξω φίλο αληθινό, Τον φίλο να πονάει | Τα βάσανα καί οι καημοί | Να λείψουνε απ'την ζωή | Και όμορφη να κυλάει … Να σου δώσω μια να σπάσεις, Άχ βρε κόσμε γυάλινε ...
Αλλά τίποτε! Το όπλο δεν πυροβολεί ! Axel, Elaine και Grace έρχονται στο talent show του Paul, αποφασίζοντας να παίξουν τον ρόλο του Cary Grant στο North by Northwest (Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων- Χίτσκοκ) με τη διάσημη σκηνή του crop duster. Ο Άξελ συνειδητοποιεί ότι ο Λίο πεθαίνει και καλεί μάταια ασθενοφόρο…
Μήνες αργότερα, Άξελ και Πολ
επιστρέφουν γιορτάζοντας τα γενέθλια της Ελέιν …η Γκρέις μένει έξω για να
ελευθερώσει τις χελώνες της, λέγοντάς τους «Πήγαινε να παίξεις», ο Άξελ
ανεβαίνει πάνω με τη Γκρέις και παίρνει δώρο… μια υδρόγειο, λέγοντάς του ότι
θέλει να έχει τον κόσμο και αυτός υπόσχεται … να πάει στην Αλάσκα, ενώ και οι
τέσσερις (Άξελ, Ελέιν, Γκρέις και Πολ) μιλούν για τους τρόπους με τους οποίους
θέλουν να πεθάνουν… και «απογειώνονται»
(η συνέχεια επί της οθόνης και όποιος αντέξει)
Στρατευμένη Τέχνη
(κάτι σαν επίλογος)
Αυτή η «σπονδυλωτή» παρουσίαση των
ονείρων, που πιστεύουμε μέσα από το παρελθόν και το παρόν μπορεί να
ατενίσει με αισιοδοξία το μέλλον –σε
δύσκολους είναι αλήθεια καιρούς, μας έφερε στο νου τα λόγια του (πρόωρα
αδικοχαμένου –έφυγε στα 53 του, τέτοιες μέρες το 1982, 2η μέρα του 8ου
Φεστιβάλ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ) στρατευμένου αγωνιστή της μαχόμενης Αριστεράς Μάνου Λοΐζου με την ενότητα ζωής και
έργου, που σπάνια πετυχαίνεται.
«Βεβαίως,
έλεγε ο ίδιος σε συνέντευξή του στην "Εβδομάδα" (το απόσπασμα από το
βιβλίο του Θανάση Συλιβού «Μάνος Λοϊζος... η δική του ιστορία»), και
πρέπει ο καλλιτέχνης να είναι στρατευμένος ιδεολογικά. Το θέμα είναι να μπορείς
να είσαι στρατευμένος και συγχρόνως γνήσιος καλλιτέχνης, λέγοντας αυτά που
πιστεύεις. Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί, μέσα στο δρόμο αυτής της
σχολής, μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι
η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών
παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».
Και παρακάτω «Αν θεωρήσουμε στράτευση τη διαρκή
εξυπηρέτηση της κοινωνικής συνείδησης, τότε, σαν ένα ενεργό μέρος κι εγώ αυτής
της κοινωνικής συνείδησης, θεωρώ τον εαυτό μου στρατευμένο».
Αστοί κι εργάτες
Η στράτευση, σύμφωνα με την
αστική αισθητική, είναι καταστροφική
για την τέχνη, αλλά μόνο για την
τέχνη που επηρεάζεται από την κομμουνιστική ιδεολογία.
Η –στην αντίπερα όχθη στρατευμένη
τέχνη όταν μας δείχνει πώς να δράσουμε για να μην αλλάξει ο κόσμος - μας καλεί
για παράδειγμα να συμπεριφερθούμε σαν να ζούμε τρεις αιώνες πριν, τότε που η
αστική τάξη ήταν επαναστατική, και διεκδικούσε την εξουσία σε συμμαχία με τα
φτωχά λαϊκά στρώματα, ή τότε που το ιστορικό ζητούμενο ήταν η εθνική
απελευθέρωση, η δημιουργία του κράτους - έθνους και όχι η κοινωνική - ταξική
απελευθέρωση - αποκαλείται ελεύθερη
τέχνη.
Οταν όμως η τέχνη τολμά να θίξει την
ιερότητα του εκμεταλλευτικού συστήματος καλώντας σε ανατροπή του, τότε λέγεται
δεσμευμένη, στρατευμένη.
Ταπεινό
χαρακτηρίζεται ό,τι είναι ωφέλιμο για τους ταπεινωμένους, όπως θα έλεγε
κι ο Μπρεχτ, που με το λιτό - κοφτό
στιλ του ξεκαθάριζε πως οι «αστράτευτοι»,
είναι
στρατευμένοι στην άρχουσα τάξη.
Στο ίδιο θέμα ο Γιάννης Ρίτσος έλεγε
χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο «Ριζοσπάστη»: «Η τέχνη είναι πάντα κοινωνική
λειτουργία. Οι στρατευμένοι της αποστράτευσης, εκείνοι που κάνουν απολίτικη
τέχνη στην ουσία κάνουν πολιτική, δηλαδή τείνουν να αποφύγουν μια πολιτική θέση
και να συμβουλέψουν και τους άλλους να αδρανήσουν».















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ℹ️ Η αντιγραφή και χρήση (αναδημοσίευση κλπ) αναρτήσεων στο σύνολό τους ή αποσπασματικά είναι ελεύθερη, με απλή αναφορά στην πηγή
ℹ️ Οι περισσότερες εικόνες που αναπαράγονται σε αυτόν τον ιστότοπο είναι πρωτότυπες ή μακέτες δικές μας.
Κάποιες που προέρχονται από το διαδίκτυο, αν δεν αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο τις θεωρούμε δημόσιες χωρίς «δικαιώματα» ©®®
Αν υπάρχει πηγή την αναφέρουμε πάντα
Τυχόν «ιδιοκτήτες» φωτογραφιών ή θεμάτων μπορούν ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσουν μαζί μας για διευκρινήσεις με e-mail.
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ
🔻 Είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα σχόλια που προσπαθούν να προσθέσουν κάτι στην πολιτική συζήτηση.
Αν σχολιάζετε σαν «Ανώνυμος» καλό είναι να χρησιμοποιείτε ένα διακριτικό όνομα, ψευδώνυμο, ή αρχικά
🔳 ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ:
Α) που δεν σέβονται την ταυτότητα και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του blog
Β) με υβριστικό περιεχόμενο ή εμφανώς ερειστική διάθεση
Γ) εκτός θέματος ανάρτησης
Δ) με ασυνόδευτα link (spamming)
Παρακαλούμε τα σχόλια σας στα Ελληνικά - όχι "Greeklings"